logo

Ἡ ἑλληνορθόδοξη αὐτοσυνειδησία μας

κατά τήν ἐθνεγερσία τοῦ 1821

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Οἱ ἡμέρες αὐτές τῆς ἐθνικῆς μνήμης ἐπιβάλλουν σέ ὅλους μας, ὅταν εἰσερχόμαστε στήν περιοχή τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος, νά συγκρατοῦμε τά βήματά μας καί μέ εὐλάβεια καί προσοχή ν’ ἀφουγκραζόμαστε τόν ἀπόηχο τῶν γεγονότων τῆς ἱστορίας. Αὐτή τήν ἀνάσα τῆς ἱστορίας θέλω ν’ ἀφήσω νά ἀκουσθεῖ μέσα ἀπό τίς λίγες γραμμές πού ἀκολουθοῦν σάν εὐλαβικό ἀφιέρωμα στόν ἱερό ἀγῶνα τῶν ΠΑΝΕΛΛΗΝΩΝ γιά τήν ἐθνική ἀνεξαρτησία.

Κι εἶναι γεγονός, ὅτι ὅλη ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821 εἶναι ἕνα μυστήριο, ἕνα πολύπλευρο ἱστορικό φαινόμενο, ὥστε φωτίζοντάς το σέ μία του πτυχή νά κινδυνεύεις νά νομισθεῖς μονομερής καί προκατειλημμένος. Γι’ αὐτήν τήν ἐκπληκτική πρᾶξι τῶν Ἑλλήνων ὁ Γάλλος ἱστορικός Πουκεβίλλ ἔγραψε: «Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση περιεῖχεν ἐν αὐτῇ ἔκτακτον τί, ὅπερ ἦτο ἀδύνατον…νά χαρακτηρισθεῖ». Ὅπως ἐπίσης καί ὁ Ἄγγλος ἱστορικός Φίνλεϋ ἔγραψε ὅτι: «Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάστασι ἦτο ἀποτέλεσμα πολλῶν διαφόρων ἠθικῶν ὅσο καί πολιτικῶν αἰτίων, πού ὁδηγοῦνε στήν ἀνάπτυξη τοῦ πνεύματος ἑνός Ἔθνους. Ἡ θεία Πρόνοια εἶχε ἐπιφυλάξει πολλά γεγονότα εὐνοϊκά γιά τούς Ἕλληνες…».

Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχουμε τήν δυνατότητα, αὐτό πού ἄλλοι διαισθάνονται, νά τό ἀποκαλύψουμε τονίζοντας τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού σφυρηλάτησαν τό ἦθος τῶν Ἑλλήνων, πού τούς ἔδωσαν μία ταυτότητα γιά νά μήν ἀφομοιωθοῦν ἀπό τούς κατακτητές τους τετρακόσια χρόνια δουλείας, ἐξευτελισμοῦ καί διώξεων.

                   * * * * *

Αὐτή τήν ταυτότητά μας τήν ἐχάρισε ἡ Ἑλληνική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Αὐτή μᾶς προίκισε μέ τό πνεῦμα της καί μᾶς ἐπροικοδότησε μέ τήν παράδοσή της. Κρίνω σκόπιμο νά ὑπομνήσω, ὅτι ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ βρῆκε τόν Ἑλληνισμό ὑπόδουλο στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία μέ ἐξασθενημένο τό αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας, ἀρκούμενο στήν καύχηση γιά τήν φιλοσοφία καί τήν ρητορική τῶν προγόνων του, τήν ὁποία δίδασκε μέ αὐταρέσκεια στούς Ρωμαίους. Ὅταν ἡ ἐξελληνισθεῖσα πλέον Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία δοκιμαζόταν ἀπό τίς συνεχεῖς ἐπιδρομές τῶν βαρβάρων, στίς ὁποῖες προστέθηκαν καί οἱ ἐπιδρομές τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων καί ἐξ ἀφορμῆς αὐτῶν οἱ ἀνεκδιήγητοι Σταυροφόροι, πού ἀντί νά σώσουν τούς Ἁγίους Τόπους καί νά σώσουν τήν ψυχή τους, λεηλάτησαν τήν Κωσταντινούπολη καί διαμοιράστηκαν τήν Ἠπειρωτική καί Νησιωτική Ἑλλάδα, τότε σφραγίσθηκε ἡ σφυρηλατούμενη ἀπό τήν ἐποχή τῶν Περσῶν, Ἀβάρων καί Ἀράβων ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ. Καί μέ αὐτήν κάτω ἀπό δραματικές, κοινωνικές, ἱστορικές καί ἐθνικές συνθῆκες ἐπιβιώσαμε σάν Ἔθνος.

Μέ αὐτή τήν νέα ταυτότητα ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νίκαιας ἀπελευθέρωσε τήν Κωνσταντινούπολη, ἡ αὐτοκρατορία τῆς Τραπεζοῦντος περικυκλωμένη ἀπό τούς Τούρκους τούς ταπείνωνε, τό Δεσποτᾶτο τῆς Ἠπείρου ἀνέλαμπε καί τό Δεσποτᾶτο τοῦ Μωρέως πολιορκοῦσε στά κάστρα τους τούς Δυτικούς ἀφέντες.

 

Μ’ αὐτήν στήν Κρήτη περιόριζαν τούς Βενετσιάνους μέσα στίς ὀχυρωμένες ἀπ’ αὐτούς πόλεις κι ὅταν ἦρθαν οἱ Τοῦρκοι «βγάζουν πεζούς καί γράφουμε καί λένε καί μηνοῦνε, ὅσοι πιστεύουν στό Χριστό ὀγρήγορα νά ρθοῦνε, γιατί ὁ ἄπιστος Χασάν ...».

Μ’ αὐτή, κατά τήν κατάληψη τῆς Μυτιλήνης (1462), δέκα χιλιάδες Ἕλληνες ὑποχρεώθηκαν νά μετοικήσουν στήν Κωνσταντινούπολη καί ὅπως γράφει ὁ Λατῖνος Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Λέσβου αὐτόπτης μάρτυς «ἔβλεπες τούς χριστιανούς νά τρέχουν σάν ἕνα κοπόδι πανικόβλητο, μωρά νά ἀποσπῶνται ἀπό τό βυζί τῆς μάνας τους καί παρθένες ἀπό τήν ἀγκαλιά τῶν γονέων τους γιά νά ξεπαρθενευτοῦν σέ λίγο. Ὁ πόνος, οἱ σπαραγμοί καί οἱ παρακλήσεις τῶν πεσμένων στά γόνατα γονιῶν συνεχίζονταν, ἐνῶ οἱ διαλεγμένοι παραδίδονταν ἀριθμημένοι στούς ναῦτες, σάν ἀρνιά γιά σφάξιμο, κι ἄν πέθαινε κανείς στό ἀμπάρι τοῦ ἔκοβαν τό αὐτί, τόν πέταγαν στήν θάλασσα καί διέγραφαν τό ὄνομά του ἀπό τόν κατάλογο καί τόν ἀριθμό του ἀπό τό φορτίο».

Μ’ αὐτή τήν νέα ταυτότητα τρία χρόνια ἀργότερα, οἱ Χαλκιδεῖς ἀντιστάθηκαν στούς Τούρκους, γιά νά πάθουν τά χειρότερα ἐξαιτίας τῆς πεισματικῆς ἄμυνάς τους.

Μ’ αὐτήν, τό 1500 χιλιάδες ἀμάχων, μαζί μέ τούς ὑπερασπιστές ἐσφάγισαν στήν Μεθώνη.

Μ’ αὐτήν τήν ταυτότητα τοῦ Ἑλληνορθόδοξου ἀργότερα ἑβδομήντα χρόνια, ἡ Λευκωσία ἔπεσε μέ χιλιάδες νεκρούς καί μυριάδες αἰχμαλώτους.

Μ’ αὐτήν τήν ταυτότητα ὑπέστησαν τίς διώξεις καί τούς ἀπαγχονισμούς τό 1821 οἱ Κύπριοι Ἕλληνες καί μ’ αὐτήν στίς ἡμέρες μας ἡ Ἐκκλησία καί τά Μοναστήρια τῆς Κύπρου προετοίμασαν καί ὑπέθαλψαν τούς ἀγωνιστές τῆς Ἀνεξαρτησίας.

Γιά νά κρατήσουν αὐτήν τήν ταυτότητα τοῦ Ἑλληνορθοδόξου, κατά τήν Τουρκοκρατία οἱ Πρόγονοί μας, ὑπέστησαν μυρίους ἐξευτελισμούς, φρικτούς βασανισμούς καί αὐτό ἀκόμα τό ἀνείπωτο παιδομάζωμα.

******

Αὐτή τήν ταυτότητα δείχνει ἡ Προκήρυξη τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη, ὅταν εἰσέβαλε στήν Βλαχία στήν ὁποία ἀναφέρεται ὅτι:      «Ἡ Ἑλλάς ἅπασα ἔπιασε ὅπλα, διά νά ἀποτινάξῃ τόν βαρύν ζυγόν τῶν βαρβάρων, καί ἐνατενίζουσα εἰς τό μόνον νικητήριον ὅπλον τῶν Ὀρθοδόξων, τόν τίμιον, λέγω καί ζωοποιόν Σταυρόν κράζει μεγαλοφώνως… ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ νικῶμεν. Ζήτω ἡ Ἐλευθερία».

 

Μ’ αὐτήν τήν νέα ταυτότητα ἐσφαγιάσθηκαν χιλιάδες χιλιάδων ἀμάχων κατά τήν Ἐπανάστασι τοῦ 1821. Στήν Κάσο καί στήν Σάμο μάτωσαν τ’ ἀκρογιάλια, ἡ Χίος καί τά Ψαρά καήκαν, κι ὅσοι δέν πρόλαβαν νά φύγουν, ἤ ἐξανδραποδίσθηκαν, ἤ τάφηκαν στίς στάχτες τῶν σπιτιῶν τους.

Μέ αὐτή τήν ταυτότητα ἀντιτάχθηκαν στό Μεσολόγγι οἱ ἀγωνιστές του καί ὁ ἄμαχος πληθυσμός του, ὅπως γράφει ὁ Φιλέλληνας Μάγερ, ἐκδότης τῆς ἐφημερίδας «Ἑλληνικά Χρονικά» στό φύλλο τῆς 3.2.1826: «Τό ὀχυρωμά μας κατεστράφη, αἱ οἰκῖαι μας ἐκρημνήσθησαν, τά ὑποστατικά μας κατεδαφίσθησαν, οἱ ἀδελφοί μας ἐτάφησαν, ἀλλ’ ἡ ἔνδοξος τοῦ Σταυροῦ Σημαία μένει καί κρατεῖ ἐπάνω στά ἐρείπια καί στούς τάφους».

Ἀλλά καί μετά σαράντα χρόνια μέ τά ἴδια ἰδανικά καλόγεροι, γυναικόπαιδα καί ἐπαναστάτες ἀνατινάχθησαν στό Ἀρκάδι.

 

Ἀλλά καί ὁ ὅρκος τῶν Ἱερολοχιτῶν εἶναι διαποτισμένος ἀπό τό πνεῦμα τῆς νέας ταυτότητας: «Ὡς χριστιανός Ὀρθόδοξος κι υἱός τῆς ἡμετέρας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὁρκίζομαι εἰς τό ὄνομα τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ, εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἁγίας Τριάδος, νά διαμείνω πιστός εἰς τήν θρησκεία μου καί τήν πατρίδα μου».

Ἡ παράθεση μαρτυριῶν μπορεῖ νά συνεχιστεῖ χωρίς τελειωμό. Ἐγώ θά τήν κλείσω μέ τόν ποιητή Ἀνδρέα Κάλβο, ζηλωτή τοῦ Πινδάρου. Μέσα στά ποιήματά του στίς Ὠδές συναντᾶμε ὑποδείγματα Ἑλληνορθόδοξης ταυτότητας:

     «Ἡμεῖς διά τῶν Σταυρόν ἀνδρείως ὑπερμαχόμεθα»

ἀλλοῦ:

«Ὕμνησον

τοῦ Σταυροῦ τούς θριάμβους

καί τῆς Ἑλλάδος».

Κι ἄν ἐμεῖς οἱ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ δέν ὑμνοῦμε τούς θριάμβους τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἑλλάδος, ἔτσι ὅπως πλέχθηκαν καί μεγαλούργησαν στό 1821, νομίζω ὅτι εἴμαστε βιαστές τῆς φυλῆς μας καί τῆς ἱστορίας μας, εὐνοῦχοι ἀνίκανοι νά ἐπιβιώσουμε σάν ἄνθρωποι καί φυλή.