logo

Ἡ  διπλή  γνώση

(ἄνωθεν καί θύραθεν σοφία)

Ἀφιέρωμα στήν ἑορτή τῆς μνήμης τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν

(30.1.2016)

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δ α ν ι ή λ

 

     Στήν βιβλική γραμματεία (τόν ἀπόστολο Παῦλο, τόν ἀπόστολο Ἰάκωβο) καί τήν πατερική παράδοση (τόν Μεγάλο Βασίλειο, τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο, τόν Κλήμεντα Ἀλεξανδρέα καί ἰδίως τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ) ἡ σοφία διακρίνεται σέ ἄνωθεν (θεία σοφία, ἀληθής σοφία, θεία παιδεία) καί θύραθεν (ἀνθρώπινη σοφία, κοσμική σοφία, θύραθεν παιδεία).

     Ἡ κάθε μία ἔχει τά ὅρια τῆς ἀναπτύξεώς της, τούς σκοπούς της καί τά μέσα ἀπόκτησής της.  Ἡ ἀποσαφήνιση τῶν ὁρίων τους ἀποβλέπει στήν κατανόηση τῆς συνάντησης καί ἁρμονικῆς σύζευξης τῆς ἀνθρώπινης φιλοσοφίας μέ τήν χριστιανική ἀλήθεια.

                            * * * * *

    Ἡ ἄνωθεν σοφία προέρχεται καί δίδεται ἀπό τόν Θεό. Εἶναι σοφία μέ ἀποκάλυψη. Ἀποκτᾶται μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δέν ἔχει τούς περιορισμούς τῆς ἀνθρώπινης σοφίας. Ὁ Ἴδιος ὁ Θεός ἀποκαλύπτει, φανερώνει τά ἔργα Του καί τίς ἐνέργειές Του. Τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπερινόητα, δέν τεχνολογοῦνται, δέν ἐπιδέχονται ἔρευνα καί ἀπόδειξη. Ὁ ἄνθρωπος τά ἀποδέχεται με τήν πίστη, ἐμπιστευόμενος τόν Θεό καθώς βεβαιώνεται, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀληθής. Ὁ ἄνθρωπος ἤ ἀποδέχεται τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἤ τά ἀπορρίπτει.

     Ἡ θεία σοφία ὁδηγεῖ στήν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου· ἀποβλέπει στήν ὁμοίωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό· στήν τελείωση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης· καθιστᾶ τούς φύσει ἐμπαθεῖς ἀπαθεῖς, τούς γήϊνους ἐπουρανίους, τούς ματαιόφρονες θεόφρονες, τούς θνητούς ἀθάνατους, τούς υἱούς τῆς ὑλικῆς φύσεως, υἱούς κατά χάριν τοῦ οὐρανίου Πατρός.

     Μέ τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ξεριζώθηκε ἀπό τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, ἡ φιλαυτία, ἡ φιλαργυρία, ἡ φιληδονία, ἡ πονηρία, ὅλα τά σκοτεινά καί θεομισῆ πάθη. Ἐνῷ ἀντίθετα φυτεύθηκε κάθε εἴδους χρηστοήθεια. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός κατέστησε τούς ἀνθρώπους κοινωνικούς, ταπεινούς ἐλεήμονες, συμπαθητικούς, ἐγκρατευτικούς, ἀνεξίκακους, ὑπομονετικούς, θεοφιλεῖς.

* * * * *

     Ἡ θύραθεν ἤ ἡ ἀνθρώπινη σοφία καί φιλοσοφία, ὅπως κοινότερα ὀνομάζεται ἀποτελεῖ τό ἄθροισμα τῶν γνώσεων πού ἀποκτᾶται μέ κοπιώδη διαδικασία πού διδάσκεται μέ ἀνθρώπινα μέσα καί ἀποκτᾶται μέ μελέτη. Ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἔμαθε νά νοεῖ, νά κρίνει καί νά συλλογίζεται μέ ἀρχές καί κανόνες πού ὁ ἴδιος ἐφεῦρε καί ἐπινόησε, ἀλλά ὄχι καί νά κρίνει καί νά ἐξετάζει ἐκεῖνα πού εἶναι ἀνώτερα καί ἔξω ἀπό τούς ἰδικούς του συλλογισμούς.  

     Αὐτή ἡ σοφία δέν εἶναι ἀπαραίτητη καί ἀναγκαία γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Δέν μπορεῖ νά ἀποτελεῖ αὐτοσκοπό, ἀλλά συνεργατικό καί βοηθητικό μέσο τῆς ἄνωθεν σοφίας πρός τό ὕψιστο σκοπό τῶν χριστιανῶν, τήν σωτηρία.

     Κατά τόν Κλήμεντα τόν Ἀλεξανδρέα «ἡ φιλοσοφία γίνεται χρήσιμη πρός θεοσέβεια προπαιδεία τις οὖσα τοῖς τήν πίστιν δι’ ἀποκαλύψεως καρπουμένοις…προπαρασκευάζει τοίνυν ἡ φιλοσοφία προοδοποιοῦσα τόν ὑπό Χριστοῦ τελειούμενον».

     Μέ ἄλλα λόγια ἡ θύραθεν σοφία, ἐπειδή εἶναι μέσο καθεαυτή οὔτε ἐπαινεῖται οὔτε ἀπορρίπτεται ἄνευ ὅρων. Δέν διαθέτει ἀπό μόνη της ἠθική ἀξία καί ἀποβαίνει καλή, εὐεργετική καί σωτήρια ἤ κακή, πονηρή καί καταστροφική ἀνάλογα μέ τήν ἑκάστοτε ὀρθή ἤ μή χρήση της.    

* * * * *

     Γι’ αὐτό πολλοί Πατέρες πού ἀπόκτησαν τήν ἔξωθεν σοφία ἔγιναν ἐραστές τῆς θείας σοφίας.

     Ἡ ἀνθρώπινη σοφία ὡς προϊόν τῆς διανόησης τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά ἐφαρμόζεται γιά νά κρίνει τόν ἄκτιστο Θεό. Ἡ σωστή προσέγγιση τῆς θύραθεν σοφίας πρέπει πάντα νά συνδυάζεται μέ τόν σεβασμό πρός τόν Θεό ἐφ’ ὅσον «ἀρχή σοφίας φόβος (σεβασμός) Κυρίου » (Ψαλμοῦ ρα΄ (ρια΄) 10)