Κυριακή Γ Νηστειών

(της Σταυροπροσκυνήσεως)

 

«Τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον

 ἐάν κερδήση τόν κόσμον ὄλον,

 καί ζημιωθῆ τήν ψυχήν αὐτοῦ;»

  

Στο μέσον της Αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής η αγία μας Εκκλησία προβάλλει τον Τίμιο Σταυρό στο κέντρο του ιερού ναού. Η προβολή του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού γίνεται για να μπορέσω εγώ ως χριστιανός να κατανοήσω το μυστήριο του Σταυρού, το μυστήριο της σωτηρίας, το μυστήριο της θυσίας του Κυρίου μας επάνω σε αυτόν. Παράλληλα δε, η προβολή του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού στο μέσον της Εκκλησίας μας, με κάνει να μπορώ να σκεφθώ και να μελετήσω την αξία της ψυχής μου, αλλά και τη σωτηρία αυτής.

Η αξία της ψυχής μου

           Είμαι προικισμένος με μια ψυχή, που έχει άπειρη αξία. Το ότι έχω μία ψυχή, αποδεικνύεται και από τα λόγια του Κυρίου μας. Για να μιλά τόσο κατηγορηματικά ο Κύριος για την ψυχή, θα πει ότι υπάρχει.

           Η ψυχή είναι κάτι το πνευματικό, αυτό που δίνει πνοή και ζωή στο σώμα. Αυτό που κάνει το σώμα να κινείται, να αισθάνεται και να ανανεώνεται. Χωρίς την ψυχή το σώμα μένει νεκρό και σύντομα αποσυντίθεται.

Την αξία της ψυχής μου τι βλέπω στην πλάση του κόσμου και στην ενσάρκωση του θείου Λόγου.

Στην πλάση του κόσμου

Ο Θεός για να πλάσει το σύμπαν είπε μόνο και εγένετο. Είπε : «γεννηθήτω φῶς καί ἐγένετο φῶς. Γεννηθητω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος καί ἐγένετο. συναχθητω τό ὕδωρ τῷ ὑποκάτῳ τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγή μίαν καί ἐγένετο οὕτω» (Γεν. 1,6). Ενώ για να πλάσει τον άνθρωπο έκανε πρώτα τη σκέψη και τη Βουλή · «ποιήσωμεν ἄνθρωπον». Για να κάνει το σώμα του ανθρώπου έπιασε με τα θεικά του χέρια,- Θεοπρεπώς εννοούμενα,- και έπλασε χώμα και για να πλάσει την ψυχή, ενεφύσησε μία πνοή από το θεϊκό του στόμα και έτσι έπλασε τον άνθρωπο «κάτ εἰκόνα καί ὁμοίωση» του και τώρα ο άνθρωπος κατά την ψυχή ,είναι η εικόνα του Θεού. Είναι η ψυχή, το μεγάλο έργο της Βουλής του Θεού, είναι ζωντανό εκτύπωμα της Αγίας Τριάδος.

Τί Είναι η βασιλεία των ουρανών;

           Η ευτυχία του Παραδείσου; Η δόξα των δικαίων;

Τίποτε άλλο παρά η ενόραση του θείου προσώπου. Τόσο είναι ωραίο το πρόσωπο του Θεού, που δε χορταίνουν να το βλέπουν οι άγγελοι. Μια στιγμή να φαινόταν ο Θεός στην κόλαση, η κόλαση θα γινόταν παράδεισος και μια στιγμή να μη φαινόταν στον παράδεισο, ο παράδεισος θα γινόταν κόλαση. Αυτού του θεϊκού προσώπου εικόνα είναι η ψυχή.

           Τιμώ μια εικόνα , γιατί παριστάνει το βασιλιά, τους γονείς , η άλλο σεβαστό και αγαπητό πρόσωπο.

Πόσο πρέπει να τιμώ την ψυχή μου στην οποία χάραξε την εικόνα του ο Θεός;

Την αξία της ψυχής βλέπω ακόμα στην ενσάρκωση του Λόγου. Ο Θεός για να εξαγοράσει αυτή την ψυχή ήρθε στην πολυστένακτη γη, έγινε άνθρωπος, γεννήθηκε μέσα σε μια φάτνη, έζησε τριάντα χρόνια στην αφάνεια κερδίζοντας το καθημερινό του ,με τον ιδρώτα του προσώπου του, πέρασε τρία χρόνια γυρνώντας από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό κηρύττοντας και ευεργετώντας και τέλος έδωσε τη ζωή του και έχυσε το αίμα του για την εξαγορά του ανθρώπου.

           Αν η ψυχή δεν είχε αξία, ένας Θεός θα έκανε και θα υπέφερε τόσα για να την σώσει;

           Έχει λοιπόν ή δεν έχει η ψυχή μου άπειρη αξία, αφού κατά την διαβεβαίωση των θεολόγων, ακόμα και για μια μόνο ψυχή ο Θεός θα έκανε και θα υπέφερε, ότι έκανε και υπέφερε για όλους. Είναι ή δεν είναι λοιπόν, το πολυτιμότερο αγαθό που κατέχω;

           Ποιά πρέπει να είναι η φροντίδα μου για τη σωτηρία μου;   Πόσο πρέπει να ενδιαφέρομαι για να σώσω την ψυχή μου;

           Ο διάβολος , λέγει ο Απόστολος Πέτρος, μέρα νύχτα την περιστοιχίζει ζητώντας να την καταβροχθίσει και εγώ θα την αφήσω απροστάτευτη και εκτεθειμένη; Για μια ψυχή ο διάβολος θυσιάζει πλούτη, δόξα, βασιλεία και εγώ αρνούμαι και αυτή την παραμικρή προσπάθεια και θυσία;

           Η ψυχή μου είναι αθάνατη «ἐν ἀφθαρσίᾳ ἔκτισε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο» (Σοφ. Σολ. 2,23), ενώ ο κόσμος είναι φθαρτός και μάταιος. Ότι ωραίο και καλό έχει, θα έρθει μια μέρα που θα φθαρεί. Θα έρθει μια μέρα, που η φθορά αργά ή γρήγορα θα παρασύρει τα πάντα. Όλα τα πράγματα θα καταστραφούν, γιατί, «πάσα σάρξ χόρτος καί πάσα δόξα ἀνθρώπου ἄνθος χόρτου» . Η ψυχή μόνο θα μείνει αθάνατη, που θα ζει για πάντα, στον αιώνα.

Τί θα με ωφελήσει λοιπόν να κερδίσω όλο τον κόσμο, που τελειώνει και να χάσω την ψυχή μου, που δεν τελειώνει ποτέ; Τι μπορώ να δώσω σε αντάλλαγμα της ψυχής μου ;

Κανένα πράγμα . Γιατί όλα είναι φθαρτά ,ενώ αυτή αιώνια. Όλα μάταια και αυτή η εικόνα του Θεού.

           Την αθάνατη ψυχή μου δεν την ικανοποιούν ούτε οι χάρες, ούτε οι ηδονές του κόσμου τούτου. Με τις απολαύσεις, τη δόξα, τα πλούτη δεν σβήνεται η δίψα της ψυχής. Η ψυχή μου θα αναπαυθεί μόνο στους κόλπους του Θεού και θα μένει ανήσυχη ώσπου να φθάσει εκεί. Αυτή η τάση της ,επικυρώνει ότι είναι αθάνατη και πλασμένη για μια αιωνιότητα.

           Πόσο ανόητος ήμουνα, όταν για να ευχαριστήσω το σώμα μου θυσίαζα την ψυχή μου ,όταν προτιμούσα μια πρόσκαιρη ηδονή, από την ουράνιο δόξα, όταν ήθελα να ακολουθήσω τη δική μου θέληση, παρά το νόμο του Θεού, όταν δεν είχα το θάρρος να πω : «ὄχι, αὐτό ποτέ, γιατί δέν εἶναι γιά τό συμφέρον τῆς ψυχῆς μου».

Τί θα με ωφελήσει να κερδίσω όλο τον κόσμο και να χάσω την ψυχή μου;

Δοκίμασε και ο Σολομών όλες τις απολαύσεις του κόσμου αυτού και όμως εξεφώνησε το επιγραμματικό «ματαιότης ματαιοτήτων». Κατέκτησε και ο Μέγας Αλέξανδρος με την ανδρεία του όλο τον κόσμο και όμως αναστέναξε κάποτε βαθιά και είπε : « καγώ θνητός ειμί ».Τόσοι κα τόσοι χάρηκαν για μια στιγμή την πρόσκαιρη ζωή τους και όμως στο τέλος έβγαλαν τον πικρό αναστεναγμό « όλα μάταια και άστατα όσα κάτω από τον ήλιο ».

Δύσκολα θα σωθώ.

Με ευκολία ή δυσκολία θα σωθώ και θα σώσω την ψυχή μου; Με μεγάλη δυσκολία. Και αυτή η δυσκολία δεν προέρχεται από το Θεό, που είναι Πανάγαθος πατέρας και θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και που έθεσε άφθονα όλα τα μέσα της σωτηρίας. Η δυσκολία αυτή προέρχεται από μένα, την κακία και διεστραμμένη φύση μου και από την άστατη και αδύνατη θέληση μου.

Πουθενά στην Αγία γραφή δε βρίσκω ούτε ένα κείμενο, που να με διαβεβαιώνει ότι με ευκολία θα σωθώ. Αντιθέτως βρίσκω όσα θέλω κείμενα που μου υπενθυμίζουν τη δυσκολία της σωτηρίας μου .«Ἀπό τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστῆ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καί βιασται ἁρπάζουν αὐτή»(Ματθ. 11,12).

           Μόνο όποιος βιάζει, πιέζει δηλαδή τον εαυτό του, αγωνίζεται και προσπαθεί να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών, θα σωθεί. Χωρίς εντατική προσπάθεια δεν κερδίζεται καμία νίκη.

           «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθείν ἀπαρνησασθω ἐαυτόν , ἀρατω τόν σταυρόν αὐτοῦ κάθ ἡμέραν καί ἀκολουθειτω μοί» (Λουκ.9,23). Για να εξασφαλίσει κανείς τη σωτηρία πρέπει να αρνηθεί τον εαυτό του και αγόγγυστα να σηκώσει το σταυρό του και αυτό όχι για λίγο διάστημα, αλλά κάθε μέρα .Εύκολα δεν αρνείται κανείς τον εαυτό του, ούτε και ευχάριστα σηκώνει κανείς ένα σταυρό προπάντων, όταν ξέρει, ότι κάθε μέρα έχει το ίδιο φορτίο να σηκώσει ,στο ίδιο μονότονο περιβάλλον και με τις εξασθενισμένες δυνάμεις τους.

           «Εἰσέλθετε διά τῆς στενῆς πύλης · ὅτι πλατεία ἡ πύλη καί εὐρύχωρος ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ἀπώλειαν καί πολλοί εἰσιν   οἱ εἰσερχόμενοι δί αὐτῆς» (Ματθ.7,3). Πολλοί δυστυχώς χάνονται, γιατί ο δρόμος, που φέρνει στο χαμό είναι ευρύχωρος. Γι αυτό συμβουλεύει ο Κύριος : εσείς φροντίσατε να περάσετε από τη στενή πύλη, όπου θα στεναχωρηθείτε, αλλά χωρίς στενοχώρια δεν έρχεται η τελική χαρά.

Όλα αυτά τα κείμενα πρέπει να με πείσουν ότι μόνο με ακατάπαυστη προσπάθεια και εντατική προσοχή μπορώ να σώσω την ψυχή μου και να μπω στην αιώνια ανάπαυση.

Ποιος τώρα συνετός άνθρωπος μπορεί να ισχυριστεί, ότι δεν είναι ανάγκη να ασχολείται με τη σωτηρία του , γιατί την έχει βέβαια εξασφαλίσει και τίποτα δεν τον τρομάζει, γιατί βασίζεται στην ευσπλαχνία του Θεού;

Ποιός μπορεί να διατείνεται ότι τώρα είναι καιρός διασκεδάσεων και χαράς;

Μακριά οι μελαγχολίες , τα κλάματα, οι ταπεινώσεις, αφού τόσο εύκολα θα επιτύχω τη σωτηρία μου .Και όμως οι άγιοι ,για τους οποίους μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τη σωτηρία τους, δεν έκαναν έτσι. Με φόβο και τρόμο εργάζονταν για τη σωτηρία τους. Καμιά θυσία, καμιά στέρηση, καμιά προσπάθεια δεν τους τρόμαζε προκειμένου να εξασφαλίσουν τη σωτηρία τους.

Ο Απόστολος Παύλος, για να αποσιωπήσω όλους τους άλλους, το σκεύος της εκλογής, ο ακούραστος εργάτης του Ευαγγελίου, ο προνομιούχος της χάριτος, εκείνος που ξεπέρασε όλους τους άλλους στο ζήλο και μεταφέρθηκε ως τον τρίτο ουρανό, γράφοντας στους Κορίνθιους (Α Κορ.4) λέγει ότι, δεν θεωρώ τον εαυτό μου δικαιωμένο παρόλα τα προνόμια του και παρόλη την αρετή του. «οὐκ ἐν τούτοις δεδικαιωμαι» και φοβάται μήπως ενώ κηρύττει στους άλλους αυτός «ἀδόκιμος» γίνεται, για τούτο δεν παύει να χαλιναγωγεί το σώμα του. Σε όλους τέλος μεταδίδει τους φόβους του για τη σωτηρία τους γράφοντας : «ἀδελφοί, μετά φόβου καί τρόμου τήν ἑαυτῶν Σωτήρια ἐργάζεσθε».(Φιλ.2.12).

           Έτσι σκέφτονταν όλοι οι άγιοι και εγώ τυφλός και απερίσκεπτος δεν θα φοβηθώ για τη σωτηρία μου;

Τι έκανα εγώ για να σώσω την ψυχή μου;

Ποιές είναι οι απονεκρώσεις μου ,κ οι θυσίες μου, οι προσπάθειες μου; Καταραμένη αδιαφορία, πανούργο τέχνασμα του διαβόλου.

           Αφού λοιπόν δεν είναι ένα παιχνίδι η σωτηρία της ψυχής ,δεν απομένει παρά να καταβάλω κάθε προσπάθεια να μείνω πιστός στο νόμο του Θεού και να μη φεύγει από το νου μου, ότι έχω μια ψυχή, που πρέπει να τη σώσω, γιατί αν τη σώσω μια φορά, την έσωσα για πάντα και αν τη χάσω μια φορά την έχασα τα πάντα. ΜΗ ΓΕΝΟΙΤΟ.