logo

 Τό ἡμέτερον Πάσχα

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

 

 

Στήν ἐποχή μας κάθε χρόνο ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας πρέπει νά μᾶς καλεῖ σέ περίσκεψη γιά μιά διαφορετική οὐσιαστική βίωση τοῦ Πάθους, τῆς Σταυρώσεως, τῆς Ταφῆς καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μακριά ἀπό τήν ἐκκοσμίκευση, τήν συνήθεια καί τήν ματαιότητα. Ἔτσι τό Πάσχα θά ἀναδεικνύεται πάντα «καινόν», «ἱερόν», καί «μυστικόν».

 

Γιά νά βιώσουμε «τό ἡμέτερον Πάσχα» ὀφείλουμε νά ὑπακούσουμε στίς προτροπές τῶν θεοκηρύκων Ἁγίων Ἀποστόλων.   

 

1. Ἡ πρώτη προτροπή πού μᾶς ἀπευθύνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι τό «ἐκκαθάρατε». Καθαρισθεῖτε ἀπό τήν πονηρία καί τήν κακία γιά νά ἑορτάσετε τό Πάσχα. Ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι γιά νά γιορτάσουν τό Πάσχα καθάριζαν ὅλη τήν οἰκία τους ἀπό ὅ,τιδήποτε ἦταν ἔνζυμο, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κι  ἐμεῖς γιά νά γιορτάσουμε «τό ἡμέτερον Πάσχα» ὑποχρεούμαστε νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη μέ τά ὁποῖα ἐνεργεῖ καί ἐκδηλώνεται.

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει αὐτή τήν ὑποχρέωση γράφοντας:

 

«Βγάλτε, λοιπόν, ἀπό ἀνάμεσά σας τό παλαιό προζύμι γιά νά γίνετε καινούριο ζυμάρι — ἀφοῦ πραγματικά εἶστε χωρίς τό προζύμι τῆς ἁμαρτίας. Γιατί ἡ δική μας ἑορτή τοῦ Πάσχα συνίσταται στό γεγονός ὅτι θυσιάστηκε γιά χάρη μας ὁ Χριστός. Ἄς γιορτάζουμε, λοιπόν, τό Πάσχα ὄχι μέ ψωμί πού περιέχει τήν παλιά ζύμη, τή ζύμη τῆς ἁμαρτίας»[1].

 

Ἐπανειλημένως ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τήν ἀνάγκη τῆς καθάρσεως τῆς ψυχῆς πού μολύνεται καί ρυπαίνεται ἀπό λόγους καί  πράξεις, πού ἀντιστρατεύονται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ τό ὁποῖο μᾶς ἔχει γίνει γνωστό μέ τίς ἐντολές πού μᾶς ἔδωσε γιά νά ζήσουμε:

 

 «Ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό καθετί πού μολύνει τό σῶμα καί τήν ψυχή. Ἄς ζήσουμε μία ἅγια ζωή μέ φόβο Θεοῦ»[2].

 

Τήν ἴδια σύσταση μᾶς ἀπευθύνει καί ἡ ὑμνολογία τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας καθώς εἰσερχόμαστε στήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα

 

 «Ἐλᾶτε, λοιπόν, κι ἐμεῖς οἱ πιστοί μέ καθαρισμένες τίς διάνοιες νά πορευθοῦμε μαζί Του καί νά σταυρωθοῦμε μαζί Του καί νά νεκρωθοῦμε γιά χάρη Του, ὡς πρός τίς χαρές αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ὥστε νά ζήσουμε μαζί Του καί νά Τόν ἀκούσουμε νά λέει δυνατά καί καθαρά: Δέν ἀνεβαίνω πιά (=μετά τήν Ἀνάσταση) στήν ἐπίγεια Ἱερουσαλήμ γιά τό ἑκούσιο Πάθος, ἀλλά ἀνεβαίνω πρός τόν Πατέρα μου καί Πατέρα σας καί στό Θεό μου καί Θεό σας. Καί θά σᾶς ὑψώσω μαζί μου στήν οὐράνια Ἱερουσαλήμ, στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Στιχηρό τῶν Αἴνων τοῦ α΄ ἤχου τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Δευτέρας)[3].

 

 

 

Μέ ἕνα ἄλλο ὕμνο μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία μέ καθαρές ψυχές καί ἀρρύπωτα χείλη, πού δέν λερώθηκαν ἀπό τήν ἁμαρτία, νά ὑμνήσουμε τήν Θεοτόκο:

 

 «Μέ καθαρές ψυχές καί ἀμόλυντα χείλη ἐλᾶτε νά ὑμνήσουμε τήν ἀκηλίδωτη καί ὑπέραγνη Μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ (Χριστοῦ). Νά προσφέρουμε δέ συνάμα μέ τήν μεσιτεία της ἱκεσία στόν Υἱό καί Θεό της, πού γεννήθηκε ἀπ’ αὐτήν. Ἐλέησε τίς ψυχές μας, Χριστέ ὁ Θεός, καί σῶσε μας»[4] (Τροπάριο τῆς θ΄ ὠδῆς τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης)

 

Μέ καθαρές τίς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς θά ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε καί τόν ἔνδοξο ἀπαστράπτοντα ἀναστάντα Κύριός μας.

 

 «Μέ καθαρές τίς αἰσθήσεις θά ἀντικρύσουμε μέσα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς Ἀναστάσεως τόν Χριστό ὁλόλαμπρο καί θά τόν ἀκούσουμε καθαρά νά μᾶς λέει, χαίρετε, ἐνῶ θά ψάλλουμε ἐπινίκιο ὕμνο»[5] (Τροπάριον τῆς α΄ ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Ὄρθου τοῦ Πάσχα).

 

 

 

Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι σύνθετος ἀπό ψυχή καί σῶμα, ἔχει διπλές τίς αἰσθήσεις, πέντε τῆς ψυχῆς καί πέντε τοῦ σώματος καί οἱ αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς εἶναι αὐτές: νοῦς, διάνοια, δόξα, φαντασία, αἴσθηση· οἱ δέ τοῦ σώματος εἶναι αὐτές: ὅρασις, ἀκοή, ὄσφρηση, γεύση, ἁφή. Συνεπῶς, ὀφείλουμε νά διατηροῦμε καθαρές τίς νοερές αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς ἀπό κακές ἐπιθυμίες, θυμό καί ὀργή, ἀπό λογισμούς βλάσφημους, πονηρούς καί αἰσχρούς καί ἁπλῶς νά λεχθεῖ ἀπό ὅλα τά πάθη τά καλούμενα ψυχικά.

 

*****

 

2. Ἡ δεύτερη προτροπή γιά τήν βίωση τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι τό «ἐπακολουθήσατε» πού μᾶς ἀπευθύνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Νά μιμηθοῦμε τόν Κύριό μας πού ἐνῶ δέν ἦταν ἔνοχος σέ τίποτε δέχθηκε μέ τήν θέλησή Του τό μαρτύριο τοῦ Σταυροῦ.

 

Αὐτό σημαίνει γιά μᾶς, ὅτι ἐπειδή εἴμαστε ἔνοχοι πολλῶν ἁμαρτιῶν ὀφείλουμε νά θυσιάσουμε πρόθυμα καί μέ τήν θέλησή μας κάθε ἁμαρτία καί τήν ἠδονή  πού προέρχεται ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας.

 

 «Γιατί ὁ Χριστός πέθανε γιά μᾶς, ἀφήνοντάς σας τό ὑπόδειγμα γιά νά βαδίσετε στ’ ἀχνάρια Του. Αὐτός ἁμαρτία δέν ἔκανε, καί δόλος στό στόμα Του δέν βρέθηκε»[6].

 

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐξηγεῖ ἀναλυτικώτερα αὐτή τήν ὑποχρέωση τοῦ πιστοῦ πού συνιστᾶ συνέπεια στήν ἀπόφασή του νά ἀκολουθήσει τόν Ἰησοῦ Χριστό καί νά εἶναι μαθητής Του.

 

«Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ Χριστός πέθανε γιά μᾶς ὡς ἄνθρωπος, πρέπει κι ἐσεῖς νά ὁπλιστεῖτε μέ τό ἴδιο φρόνημα, γιατί ὅποιος πέθανε ὡς πρός τόν παλαιό ἄνθρωπο, ἔπαψε νά ζεῖ μέσα στήν ἁμαρτία. Ἀπό τώρα, λοιπόν, καί στό ἑξῆς πρέπει νά ζεῖτε τήν ὑπόλοιπη ζωή σας ὄχι σύμφωνα μέ τίς ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες, ἀλλά σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔχετε ξοδέψει ἀρκετό χρόνο στό παρελθόν ζώντας ὅπως ἤθελαν οἱ ἐθνικοί, μέσα δηλαδή σέ κάθε λογῆς αἰσχρότητες, ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες, μεθύσια, κραιπάλες, ὀργιαστικά γλέντια κι ἀσεβεῖς εἰδωλολατρικές τελετές. Καί τώρα πού δέν τούς ἀκολουθεῖτε σ’ αὐτό τό κατρακύλισμα τῆς ἀσωτίας παραξενεύονται καί σᾶς κακολογοῦν. Θά δώσουν ὅμως λόγο σ’ Ἐκεῖνον πού ὅπου νά ’ναι θά κρίνει ζωντανούς καί νεκρούς. Γι’ αὐτόν τό λόγο ἄλλωστε ὁ Χριστός κήρυξε τό χαρμόσυνο μήνυμά Του καί στούς νεκρούς, ὥστε παρ’ ὅ,τι ὡς ἄνθρωποι ἔχουν καταδικαστεῖ νά εἶναι θνητοί, νά βροῦν στήν τελική κρίση τοῦ Θεοῦ τήν ζωή πού χορηγεῖ τό Πνεῦμα»[7].

 

*****

 

3. Τρίτη προτροπή νά «ζήσουμε τήν νέα ζωή» μέ συνέπεια γιά νά μετάσχουμε καί στήν δόξα τοῦ ἀναστάντος Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος:

 

«Πραγματικά, τό βάπτισμά μας σημαίνει πώς συμμετέχουμε στό θάνατο καί στήν ταφή τοῦ Χριστοῦ. Κι ὅπως ὁ Πατέρας Θεός μέ τή δύναμή του ἀνάστησε τό Χριστό ἀπό τούς νεκρούς, τό ἴδιο κι ἐμεῖς μποροῦμε νά ζήσουμε μία νέα ζωή. Ὅπως δηλαδή ἐνταχτήκαμε ὀργανικά στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μέ μία πράξη πού συμβολίζει συμμετοχή στό θάνατό του, ἔτσι θά συμμετάσχουμε πραγματικά καί στήν ἀνάστασή του. Ξέρουμε ἄλλωστε μέ βεβαιότητα τοῦτο: Ὁ παλαιός ἁμαρτωλός ἑαυτός μας πέθανε στό σταυρό μαζί μέ τό Χριστό. Ἔτσι, ἔπαψε νά ζεῖ ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος καί δέν εἴμαστε πιά ὑπόδουλοι στό ζυγό τῆς ἁμαρτίας. Γιατί σ’ ἕναν πού πέθανε, ἡ ἁμαρτία δέν ἔχει πιά καμία ἐξουσία. Ἄν, λοιπόν, πεθάναμε μαζί μέ τό Χριστό, εἴμαστε βέβαιοι πώς θά ζήσουμε μαζί Του. Ξέρουμε ἄλλωστε καλά πώς ὁ ἀναστημένος Χριστός δέν εἶναι πιά ὑπόδουλος στόν θάνατο, γιατί ὁ θάνατος δέν τόν ἐξουσιάζει πιά. Πέθανε γιά νά νεκρώσει μία γιά πάντα τήν ἁμαρτία μέ τό σταυρικό Του θάνατο, κι ἡ τωρινή του ζωή εἶναι ζωή κοντά στό Θεό. Ἔτσι νά σκέφτεστε κι ἐσεῖς γιά τόν ἑαυτό σας: Ἔχετε πεθάνει γιά τήν ἁμαρτία, κι ἡ ζωή σας εἶναι πιά κοντά στόν Θεό χάρη στήν ἕνωσή σας μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό τόν Κύριό μας. Μήν ἀφήνετε, λοιπόν, τήν ἁμαρτία νά κυριαρχεῖ στό φθαρτό σας σῶμα. Καί μήν ὑπακούετε σ’ αὐτήν ὑποκύπτοντας στίς ἐπιθυμίες του. Κι ἀκόμα, μήν ἀφήνετε τίποτε ἀπό τόν ἑαυτό σας στή διάθεση τῆς ἁμαρτίας γιά νά τά χρησιμοποιήσει αὐτή ἐναντίον του σάν ὄργανο γιά τό κακό. Ἀντίθετα, νά προσφέρετε τόν ἑαυτό σας στό Θεό, ὅπως ταιριάζει σέ ἀνθρώπους πού πέθαναν κι ἀναστήθηκαν γιά μία νέα ζωή. Νά κάνετε κάθε μέλος σας ὅπλο στά χέρια τοῦ Θεοῦ γιά τό καλό. Λοιπόν ἡ ἁμαρτία δέν μπορεῖ πιά νά σᾶς ἐξουσιάσει, γιατί ζεῖτε ὄχι κάτω ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ νόμου, ἀλλά στό χῶρο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ»[8].

 

******

 

4. Ἡ ὑπέρβαση τῶν ὑπαρξιακῶν ὁρίων μας.

 

Μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπερβήκαμε τά ὅρια τῆς πεπερασμένης ὑπάρξεώς μας, διαβιβαστήκαμε ἀπό τόν θάνατο πρός τήν ζωή καί ἀπό τήν γῆ πρός τόν οὐρανό κατά τόν ὕμνο πού ψάλλουμε:

 

«Ἡμέρα Ἀναστάσεως σήμερα, ἄς λάμψουμε ἀπό χαρά ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Εἶναι Πάσχα, τοῦ Κυρίου τό Πάσχα. Γιατί ὁ Χριστός ὁ Θεός ἀπό τό θάνατο στήν ζωή καί ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό διαβίβασε ἐμᾶς πού ψάλλουμε γι’ αὐτό ἐπινίκιο ὕμνο»[9]. (Καταβασία τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα)

 

Μέ τήν ἀνάσταση ὑπερβαίνουμε τά ὅρια τῆς κτιστῆς καί θνητῆς ὑπάρξεώς μας.

 

Τό ἕνα ὅριό μας εἶναι ὁ θάνατος, εἴμαστε θνητοί. Κανείς ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἐξαιρεθεῖ ἀπ’ αὐτό τόν σκληρό πανανθρώπινο νόμο πού κυριαρχεῖ σ’ ὅλη τήν δημιουργία. Τά πάντα φθείρονται καί ἀποθνήσκουν, ὀργανικά καί ἀνόργανα, τά ζῶα, τά φυτά, τό νερό, ὁ ἀέρας ἀκόμη καί οἱ πέτρες καί ἀνάμεσα σ’ ὅλα καί ὁ ἄνθρωπος. Σ’ αὐτόν τόν σκληρό νόμο ὑποτάχθηκε καί ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀπό φιλανθρωπία καί δικαιοσύνη, ἄν καί μποροῦσε νά ἐξαιρεθεῖ σάν ἀναμάρτητος. Ὁ θάνατος εἶναι συνέπεια τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ κατά τό «γιατί τήν ἴδια ἡμέρα πού θά φᾶς ἀπ’ αὐτό (ἐν. τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ) ἐξάπαντος θά πεθάνεις»[10]. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὄχι μόνο δέν παρέβη στήν ζωή Του τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ Πατέρα ἀλλά καί τίς ἐτήρησε ὅλες, πρᾶγμα ἀκατόρθωτο, ὅπως ὁμολογεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τούς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἔγινε ἄνθρωπος θνητός καί ἔζησε στίς συνθῆκες τῶν κτιστῶν δημιουργηματων Του :

 

 «Ἐπειδή λοιπόν τά παιδιά τοῦ Θεοῦ μετέχουν σαρκός καί αἵματος (ἔχουν δηλαδή σῶμα γι’αὐτό καί Αὐτός μετέσχε τῶν αὐτῶν) καί ἔγινε κι ὁ Ἰησοῦς ἄνθρωπος (προσέλαβε σῶμα), ὥστε νά καταργήσει μέ τό θάνατό Του αὐτόν πού ἐξουσίαζε τόν θάνατο, δηλαδή τόν διάβολο, καί μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀπελευθερώσει ὅσους ὁ φόβος τοῦ θανάτου τούς εἶχε καταδικάσει νά εἶναι δοῦλοι σ’ ὅλη τους τή ζωή»[11].

 

Τό δεύτερο ὅριό μας εἶναι τό γήϊνο, ὁ ἀποκλεισμός μας ἀπό τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ στά ἐπίγεια.

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό πιό ἔνδοξο κεφάλαιο τῆς Καινῆς Διαθήκης τό δέκατο πέμπτο (ιε΄) τῆς πρώτης (Α΄) πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς ἀναπτύσσει πανηγυρικά αὐτή τήν προοπτική τοῦ πιστοῦ τῆς ὑπερβάσεως τῶν ὑπαρξιακῶν του ὁρίων:

 

     «Πραγματικά, ἔτσι διδάσκει καί ἡ Γραφή: Στόν Ἀδάμ, τόν πρῶτο ἄνθρωπο, δόθηκε ἡ φυσική ζωή. Ἀντίθετα, στόν ἔσχατο Ἀδάμ τόν Χριστό, δόθηκε τό Πνεῦμα, καί ἔγινε πηγή ζωῆς. Πρῶτα ἔρχεται τό φυσικό, ἔπειτα τό πνευματικό, ὄχι τό ἀντίστροφο. Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος προέρχεται ἀπό τήν γῆ καί εἶναι χωματένιος ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος, προέρχεται ἀπό τόν οὐρανό. Ὅπως εἶναι ὁ Ἀδάμ, πού εἶναι χωματένιος, ἔτσι εἶναι καί ὅσοι ἀνήκουν στόν παλαιό κόσμο· κι ὅ,τι λογῆς εἶναι ὁ οὐράνιος ἄνθρωπος, ὁ Χριστός, τέτοιας λογῆς εἶναι ὅσοι περιμένουν τόν οὐράνιο κόσμο. Κι ὅπως τώρα εἴμαστε ὅμοιοι μέ τόν ἄνθρωπο πού πλάστηκε ἀπό γῆ, ἀργότερα θά μοιάσουμε μ’ Ἐκεῖνον πού ἦρθε ἀπό τόν οὐρανό. Νά τί θέλω νά πῶ, ἀδερφοί μου: Ἄνθρωποι ἀπό σάρκα καί αἷμα δέν μποροῦν νά πάρουν μέρος στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, οὔτε αὐτό πού εἶναι φθαρτό μπορεῖ νά κληρονομήσει τήν ἀφθαρσία. Θά σᾶς ἀποκαλύψω ἕνα μυστήριο: Δέν θά πεθάνουμε ὅλοι· θά μεταμορφωθοῦμε ὅμως ὅλοι, σέ μία στιγμή, ὅσο θέλει τό μάτι ν’ ἀνοιγοκλείσει, ὅταν ἠχήσει ἡ σάλπιγγα τῶν ἔσχατων καιρῶν. Γιατί θ’ ἀκουστεῖ ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγας, κι ἀμέσως οἱ νεκροί θά ἐπιστρέψουν στή ζωή ἄφθαρτοι, κι ἐμεῖς οἱ ζωντανοί θ’ ἀλλάξουμε τό παλαιό μέ ἕνα νέο σῶμα. Πρέπει, ἀλήθεια, αὐτό πού εἶναι φθαρτό νά μεταμορφωθεῖ σέ ἄφθαρτο. Κι αὐτό πού εἶναι θνητό νά γίνει ἀθάνατο. Ὅταν αὐτό τό φθαρτό μεταμορφωθεῖ σέ ἄφθαρτο καί αὐτό τό θνητό μεταμορφωθεῖ σέ ἀθάνατο, τότε θά πραγματοποιηθεῖ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς: Ὁ θάνατος ἀφανίστηκε· ἡ νίκη εἶναι πλήρης! Θάνατε, ποῦ εἶναι τό κεντρί τῆς δύναμής σου; Ἅδη, ποῦ εἶναι ἡ νίκη σου; Τήν δύναμη νά πληγώνει θανάσιμα τήν παίρνει ὁ θάνατος ἀπό τήν ἁμαρτία, κι ἡ ἁμαρτία παίρνει τήν δύναμή της ἀπό τόν νόμο. Ἄς εὐχαριστήσουμε ὅμως τόν Θεό πού μᾶς χάρισε τήν νίκη διά τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά γίνεστε ὅλο καί πιό σταθεροί καί ἀμετακίνητοι στήν πίστη, καί νά ἔχετε πάντοτε ὅλο καί περισσότερο ζῆλο γιά τήν ἐκπλήρωση τοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ ξέρετε ὅτι ὁ κόπος σας, χάρη στόν Κύριο, δέν εἶναι μάταιος»[12].

 

5. Ὁ ἐξαίσιος πανηγυριστής Ἰωσήφ ὁ Βρυένιος στήν ὁμιλία του «Εἰς τήν λαμπράν Κυριακήν» ἐκθέτει τά πλούσια καί θεῖα βιώματα ὅσων ἑορτάζουν τό Πάσχα τῆς ὑπάρξεώς τους, τῆς προσωπικῆς ζωῆς τους ὡς ἑξῆς:

 

«Πάσχα ἐξέλευσις ἀπό τοῦ ᾅδου εἰς γῆν· Πάσχα ἀνάβασις ἀπό τῆς γῆς εἰς τούς οὐρανούς· Πάσχα μετάβασις ἀπό θανάτου πρός τήν ζωήν· Πάσχα ἀνάστασις τῶν πεπτωκότων βροτῶν· Πάσχα ἀνάκλησις τῶν ἐξορίστων Ἐδέμ· Πάσχα ἀνάῤῥυσις τῶν αἰχμαλώτων φθορᾷ· Πάσχα  πιστῶς ἡ ὄντως ζωή· Πάσχα παντός τοῦ κόσμου τρυφή. Πάσχα Τριάδος θείας τιμή· Πάσχα  παντός τοῦ κόσμου τρυφή· Πάσχα Τριάδος θείας τιμή· ἀκόρεστος ἡ τοῦ Πάσχα προσηγορία, ὅτι πολλαπλάσιος ἡ διά τούτου δηλουμένη χάρις. Τοῦτο καί γάρ ψυχῶν ἡ ἀναψυχή. Τοῦτο τῶν νοῶν ἡ χαρμονή· τοῦτο σωμάτων ὁ κουφισμός· τοῦτο ὀμμάτων ἡ φωτισμός· τοῦτο λαρύγγων ὁ γλυκασμός· τοῦτο θυμηδία, τοῦτο θερμότης, τοῦτο εἰρήνη, τοῦτο χαρά.

 

Σήμερον ὁ Χριστός τῇ ἑαυτοῦ πανσθενεῖ καί θείᾳ δυνάμει, συντρίβει πύλας ᾅδου, συνθλάττει μοχλούς, ἐξορίζει τόν τύραννον, νεκρούς ἀνιστᾷ, τούς ζῶντας λυτροῦται, ἀνοίγει παράδεισον, χαρίζεται τήν ἐλευθερίαν, λύει τό σκότος, εἰσάγει τό φῶς, ἐξάγει τήν λύπην, ἐπάγει χαράν, καί πρός τούτοις τόν ἄνω κόσμον ἀνανεοῖ. Τοιγάρτοι καταβεβλήσθω τά φρυάγματα τῶν δαιμόνων· ἄλαλα γενηθήτων τά χείλη τῶν ἀσεβῶν·  καί καταισχυνέσθω τά πρόσωπα τῶν αἱρετικῶν· ἄγελλοι τήν ἀτρεψίαν ἀμφιεννύσθωσαν· ἅγιοι τόν παράδεισον εἰσιέτωσαν· πάντα τά ἔθνη μυστικῶς τά χεῖρας κροτείτωσαν· ἅπαντες οἱ ὀρθόδοξοι εὐχαριστείτωσαν, καί δοξολογείτωσαν. Μᾶλλον δέ, δοξάσωμεν, ὑμνήσωμεν καί προσκηνύσωμεν τόν τῆς λαμπρᾶς ταύτης ἡμέρας τοῦ Πάσχα ἡμᾶς ἀξιώσαντα Ἰησοῦν τόν γλυκύτατον. ᾯ εἰς ἀπεράντους αἰῶνας ἡ δόξα, σύν τῷ Πατρί αὐτοῦ καί τῷ Πνεύματι. Ἀμήν»[13].

 

 

 

 

 

 

 



[1] «Ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα, καθώς ἐστε ἄζυμοι. καὶ γὰρ τὸ πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός·  ὥστε ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ᾿ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας» Πρός  Κορινθίους Α΄ ε΄ 7-8.

[2] «Καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» Πρός Κορινθίους Β΄ ζ΄, 1.

[3] «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι' αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, ἵνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ, καὶ ἀκούσωμεν βοῶντος αὐτοῦ, οὐκέτι εἰς τὴν ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ, διὰ τὸ παθεῖν· ἀλλὰ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρά μου, καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου, καὶ Θεὸν ὑμῶν, καὶ συνανυψῶ ὑμᾶς εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν »

[4] «Ψυχαῖς καθαραῖς, καί ἀρρυπώτοις χείλεσι, δεῦτε μεγαλύνωμεν τήν ἀκηλίδωτον, καί ὑπέραγνον μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ, δι’ αὐτῆς τῷ ἐξ αὐτῆς, προσφέροντες πρεσβείαν τεχθέντι· φεῖσαι τῶν ψυχῶν ὑμῶν, Χριστέ ὁ Θεός, καί σῶσον ἡμᾶς».

[5] «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις, καὶ ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως, Χριστὸν ἐξαστράπτοντα, καί, Χαίρετε, φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες»

[6] «Ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ· ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρου β΄ 21-22).

[7] «Χριστοῦ οὖν παθόντος ὑπὲρ ἡμῶν σαρκὶ καὶ ὑμεῖς τὴν αὐτὴν ἔννοιαν ὁπλίσασθε, ὅτι ὁ παθὼν ἐν σαρκὶ πέπαυται ἁμαρτίας, εἰς τὸ μηκέτι ἀνθρώπων ἐπιθυμίαις, ἀλλὰ θελήματι Θεοῦ τὸν ἐπίλοιπον ἐν σαρκὶ βιῶσαι χρόνον. ἀρκετὸς γὰρ ὑμῖν ὁ παρεληλυθὼς χρόνος τοῦ βίου τὸ θέλημα τῶν ἐθνῶν κατεργάσασθαι, πεπορευμένους ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις καὶ ἀθεμίτοις εἰδωλολατρίαις.  ἐν ᾧ ξενίζονται μὴ συντρεχόντων ὑμῶν εἰς τὴν αὐτὴν τῆς ἀσωτίας ἀνάχυσιν, βλασφημοῦντες· οἳ ἀποδώσουσι λόγον τῷ ἑτοίμως ἔχοντι κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη, ἵνα κριθῶσι μὲν κατὰ ἀνθρώπους σαρκί, ζῶσι δὲ κατὰ Θεὸν πνεύματι» (Α΄ Πέτρου δ΄ 1-6)

[8] «Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα, τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ· ὁ γὰρ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ, εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει. ὃ γὰρ ἀπέθανε, τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ, ὃ δὲ ζῇ, ζῇ τῷ Θεῷ. οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Μὴ οὖν βασιλευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ ὑμῶν σώματι εἰς τὸ ὑπακούειν αὐτῇ ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις αὐτοῦ, μηδὲ παριστάνετε τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα ἀδικίας τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀλλὰ παραστήσατε ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ὡς ἐκ νεκρῶν ζῶντας καὶ τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα δικαιοσύνης τῷ Θεῷ.  ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει· οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν» (Πρός Ρωμαίους στ΄ 4-14)

[9] «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας»

[10] «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»  Γενέσεως β΄ 17.

[11] «Ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ' ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (Πρός Ἐβραίους β΄ 14-15). 

[12] «Οὕτω καὶ γέγραπται· ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ᾿Αδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν· ὁ ἔσχατος ᾿Αδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν· ἀλλ᾿ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικόν, ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν. ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καὶ οἱ χοϊκοί, καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι. καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου. Τοῦτο δέ φημι, ἀδελφοί, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύνανται, οὐδὲ ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ. ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι· σαλπίσει γάρ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι, καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα. 53 δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν. ὅταν δὲ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσηται ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσηται ἀθανασίαν, τότε γενήσεται ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος· κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκοςποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία, ἡ δὲ δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος. τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ διδόντι ἡμῖν τὸ νῖκος διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῞Ωστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἑδραῖοι γίνεσθε, ἀμετακίνητοι, περισσεύοντες ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ Κυρίου πάντοτε, εἰδότες ὅτι ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ ἔστι κενὸς ἐν Κυρίῳ» (45-58)

[13] (Ἰωσήφ Μοναχοῦ τοῦ Βρυεννίου, Εἰς τήν Λαμπράν Κυριακήν Πανηγυρικός, Τά Παραλειπόμενα, Τόμος Γ΄, ἔκδ. β΄, ἐκδοτικός οἶκος Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991)