logo

Χριστός Ἀνέστη

(ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ-1 Μαΐου 2016)

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

«Οὐκ ἔστιν ὧδε· ἤγερθη γάρ»

(Ματθ. 28, 6)·

 

 

 

«Χριστός ἀνέστη!» Ἀπό μύρια στόματα ἀκούγεται ἡ φράση καί δονεῖται ὁ ἀέρας ἀπό τό χαρμόσυνο αὐτό ἄγγελμα. Ἀπό τή στιγμή πού ὁ ἀστραποφόρος Ἄγγελος βεβαίωσε τίς φοβισμένες γυναῖκες, ὅτι πραγματικά δέν βρίσκεται στόν τάφο ὁ Κύριος, ἀλλά ἀναστήθηκε, ἀπό τότε πού ἡ ἐμφάνηση τοῦ Κυρίου στή Μαρία τήν Μαγδαληνή, στούς Μαθητές στό ὑπερῶο, στούς ὁδοιπόρους πρός τούς Ἐμμαούς καί σέ ἄλλους ἐπικύρωσε τήν πραγματικότητα καί τήν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεως.  Τό μήνυμα αὐτό ἔγινε α) ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας, β) ἀρραβώνας, γ) ἐγγύηση, καί δ) σύνθημα.

 

1. Ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας

 

Μέ τό «Χριστός ἀνέστη» ἡ Ἐκκλησία διακόπτει τό θρῆνο γιά τόν σταυρικό θάνατο καί τήν ταφή τοῦ Κυρίου καί μᾶς ἐξαγγέλλει νέα πασχαλινή περίοδο. Ψάλλοντας τό «Χριστός ἀνέστη» θά ἀρχίζει καί θά τελειώνει ὅλες τίς ἱερές Ἀκολουθίες Της τήν Πασχάλια Περίοδο. Μέ τό «Χριστός ἀνέστη» ὁ Ἱερές θά κάνει τήν ἀπόλυση τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί μέ τό «Χριστός ἀνέστη» θά μᾶς προπέμπει γιά νά φέρουμε κι ἐμεῖς τόν χαιρετισμό αὐτό σέ ὅσους θά συναντήσουμε στό δρόμο, σέ ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειάς μας, σέ ὅλους τούς συγγενεῖς μας, πού δέν μπόρεσαν νά παραυρεθοῦν στήν Ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτίου. «Χριστός ἀνέστη» θά τούς ποῦμε. Ὁ Χριστός, ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτής καί ὁ Σωτήρας μας ὁ Χριστός, πού ἐμεῖς μέ τίς ἁμαρτίες σταυρώσαμε, ἀναστήθηκε. Ἡ ταφόπετρα δέν μπόρεσε νά Τόν κρατήσει δέσμιο τοῦ θανάτου, ἦταν Θεός, δηλαδή ἡ ζωή, ἡ ἀνάσταση, ἡ ἀκατάλυτη δύναμη, πού δέν καταβάλλεται καί δέν νικᾶται.

 

Αὐτή τήν νίκη ὑμνεῖ ἡ Ἐκκλησία σ’ ὅλους τούς ἤχους, ὅλες τίς Κυριακές τοῦ ἔτους. Γιορτάζει καί πανηγυρίζει τό ἐτήσιο καί τό ἑβδομαδιαῖο Πάσχα, ἀναμένοντας τό ἐσχατολογικό Πάσχα πού θά εἰσαγάγει τούς πιστούς στό αἰώνιο συμπόσιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 

 

Λέγοντας τό «Χριστός ἀνέστη» βλέπουμε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας νά προβάλλει ἐμπρός μας ἡ θεϊκή μορφή τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ. Βλέπουμε τόν Ἰησοῦ Χριστό ζωντανό, ἔνδοξο, τροπαιοφόρο, καταλυτή τοῦ θανάτου. Δέν μποροῦσε νά εἶναι διαφορετικά. Τό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ στολίζεται μέ λεπτότητα, δόζα, ἀπάθεια, εὐκινησία, κ.ἄ.

 

Στολίζεται μέ λεπτότητα. Μπορεῖ νά εἰσχωρήσει παντοῦ. Δέν ὑπάρχει πιά γι’ αὐτό ἐμπόδιο ἀπό τήν ὕλη, τά σώματα, τά φράγματα. Τίποτε δέν μπορεῖ νά ἐμποδίσει τίς κινήσεις Του.

 

Ἰησοῦς, βγῆκε ἀπό τό μνῆμα χωρίς νά κυλίσει τήν ταφόπετρα καί οἱ στρατιῶτες παρέμειναν φυλάσσοντας ἕνα ἄδειο τάφο. Τό βράδυ τῆς ἀναστάσεως εἰσῆλθε στό ὑπερῶο, ὅπου ἦταν συνηθροισμένοι οἱ Μαθητές Του, ἐνῶ τά πάντα ἦταν κλειστά. Δίκαια ἀπολαμβάνει τό προνόμιο αὐτό, ἀφοῦ ὑπέφερε τόσες ταπεινώσεις.

 

Στολίζεται μέ δόξα καί τιμή[1]. Γύρω ἀπό τήν τιμία κεφαλή Του δέν εἶναι πιά τό φρικτό ἀγκάθινο στεφάνι, ἀλλά φωτοστέφανο δόξας. Ἀπό τίς πληγές τοῦ παναγίου Σώματός Του ἐξέρχονται δέσμες ἐκθαμωτικοῦ φωτός. Ἡ μορφή Του εἶναι ὑπέρλαμπρος καί φωτοβόλος. Ὁ θάνατος δέν μπορεῖ νά Τόν κυριεύσει.

 

Στολίζεται μέ τήν εὐκινησία. Ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς μετακινεῖται ὅπως Τοῦ ἀρέσει. Βρίσκεται στόν κῆπο πού ἦταν τό μνῆμα, στήν Ἱερουσαλήμ, στήν ὁδό πρός τούς Ἐμμαούς, στό ὑπερῶο. Δέν ἔχει ἀνάγκη νά ἐπιταχύνει τό βῆμα γιά νά φθάσει κάπου, ἀλλά ἔχει τό προνόμιο τῆς εὐκινησίας καί πολύ δίκαια ἀπολαμβάνει αὐτό τό προνόμιο γιατί στήν ἐπίγειο ζωή Του κουράστηκε στίς ὁδοιπορίες Του, περιηγήθηκε πόλεις καί χωριά γιά νά ἀνακούφισει ὅσους ὑπέφεραν, ἀνέβηκε τόν Γολγοθᾶ.

 

Στολίζεται μέ τήν ἀ π ά θ ε ι α. Δέν μπορεῖ πιά στό μέλλον νά ὑποφέρει. Ὁ θάνατος δέν μπορεῖ πιά νά κυριεύσει τόν Ἰησοῦ. Ποτέ πιά δέν μπορεῖ νά πάθει, γιατί θά μείνει στόν αἰώνα, χωρίς πόνους καί βάσανα, ἀπαθής. Σ’ αὐτά ἦταν ὑποκείμενο τό σῶμα πού περιβλήθηκε γιά νά μᾶς ἐξαγοράσει. Μετά τήν ἀνάσταση Του ἔχει ἔνδοξο καί ἀπαθές σῶμα. Ἔχει σῶμα ἀπαλλαγμένο ἀπό πόνους καί δοκιμασίες.

 

Ὁ Ἰησοῦς στή γῆ ὑπέφερε ἀπό τήν πείνα, τήν δίψα, τήν κούραση, τήν ζέστη, τό κρύο, τήν φτώχεια καί προπάντων σταυρικό θάνατο. Ὅλ’ αὐτά τώρα τά παθήματα δέν μποροῦν νά ξανασυμβοῦν στόν Ἰησοῦ.

 

 

 

2. Ἀρραβώνας

 

α΄. Τό «Χριστός ἀνέστη» εἶναι ἀρραβώνας καί διαβεβαίωση γιά τήν μελλοντική δική μας ἀνάσταση Ὁ πρῶτος καρπός μίας νίκης καί τό πρῶτο ἀποτέλεσμα ἑνός θριάμβου κατά τοῦ ἐχθροῦ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, τοῦ θανάτου.

 

Ὁ θάνατος εἶναι ὁ μεγάλος ἐχθρός μας, μᾶς πληγώνει, μᾶς ἀφαιρεῖ ὅ,τι προσφιλέστερο ἔχουμε καί αἰφνιδιαστικά μᾶς ἁρπάζει καί μᾶς τούς ἴδιους. Κανένας δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει αὐτή τήν ἁρπαγή τοῦ θανάτου.

 

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἔκαμε προσωρινή τήν κυριαρχία τοῦ θανάτου. Δέν μπορεῖ νά κυριαρχήσει γιά πάντα. Καταργήθηκε ἡ δύναμή του γιά πάντα. Ἡ ἧττα του εἶναι ὁριστική καί ἀμετάκλητη.

 

«Χάρη στή συγγένεια μέ τό Χριστό, λοι θά ξαναπάρουν ζωή»[2]. Μέ τή νίκη τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου ὅλοι θά ζωοποιηθοῦν, θά λάβουν ζωή. Τό ὅραμα τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ[3] θά γίνει πραγματικότητα. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀπαρχή τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. Ἀπαρχή Χριστός ἔπειτα οἱ Χριστοῦ[4], σάν πρῶτος καρπός, ὡς ἀπαρχή, ὁ Κύριος, πού «ἀληθῶς ἀνέστη», ἔπειτα πρῶτοι θά ἀναστηθοῦν «οἱ Χριστοῦ». Ὅλοι ἐκεῖνοι πού Τόν ἀκολούθησαν, σταύρωσαν τόν ἑαυτό τους καί ἀναγεννήθηκαν μέ τό Βάπτισμα καί τά ἄλλα Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας.

 

Γι’ αὐτό πρέπει τώρα νά περπατήσουμε «ἐν καινότητι ζωῆς»[5]. Νά βγάλουμε ἀπό ἐπάνω μας, σάν τό παλαιό φιδίσιο πουκάμισο, τόν παλαιό ἑαυτό μας κι ἔτσι νά φορέσουμε τό φωτεινό ἔνδυμα, τό ἀναστάσιμο, πού μᾶς χαρίζει τό Πάσχα κατά τό «φο βγάλατε πό πάνω σας τόν παλαιό μαρτωλό αυτό σας μέ τίς συνήθειές του, καί ντυθήκατε τόν καινούργιο νθρωπο, πού νανεώνεται συνεχς σύμφωνα μέ τήν εκόνα το δημιουργο του, στε μέ τή νέα ζωή του νά φτάσει στήν τέλεια γνώση το Θεο»[6].

 

«Κι πως τώρα εμαστε μοιοι μέ τόν νθρωπο πού πλάστηκε πό γ, ργότερα θά μοιάσουμε μ’ κενον πού ρθε πό τόν ορανό»[7].

 

«Ὅπως δηλαδή νταχτήκαμε ργανικά στό σμα το Χριστο μέ μία πράξη πού συμβολίζει συμμετοχή στό θάνατό Του, τσι θά συμμετάσχουμε πραγματικά καί στήν νάστασή Του»[8]. Γιατί ἄν, σάν τά μαζί φυτευμένα δέντρα ἔχουμε γίνει ἕνα μέ τόν Χριστό στό βάπτισμα, πού εἶναι ὁμοίωμα τοῦ θανάτου, θά γίνουμε ἕνα καί στήν ἀνάστασή Του.

 

 

 

                   3. Ἐγγύηση

 

 Τό «Χριστός ἀνέστη» εἶναι βέβαια καί ἐξασφαλισμένη ἐγγύηση γιά τήν ἐπικράτηση τῆς ἐλευθερίας ἔναντι τῆς βίας, τῆς καλωσύνης ἔναντι τῆς κακίας, τῆς ἀφθαρσίας ἔναντι τῆς φθορᾶς. Ἄν δέν εἶχε πραγματοποιηθεῖ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἡ βία, ἡ κακία καί ἡ φθορά ἄλλοτε, σήμερα καί πάντα θά ἦταν οἱ ἐξουσιαστές τῆς ζωῆς μας καί τῆς ὑπάρξεώς μας, ἐνῶ τώρα ἡ ἐπικράτηση τῆς βίας καί τῆς κακίας εἶναι μόνον προσωρινή. Ἡ ζωή πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός εἶναι ζωή αἰώνιος καί ἀκατάλυτος.

 

 

 

4. Σύνθημα

 

Τό «Χριστός ἀνέστη» εἶναι σύνθημα νίκης κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ Διαβόλου ἀλλά καί ἀγώνα γιατί καμία νίκη δέν ἐπιτυγχάνεται χωρίς ἀγώνα. Κι ὁ Χριστός γιά νά θριαμβεύσει ἔπρεπε νά ἀγωνισθεῖ «Αὐτά δέν ἔπρεπε νά πάθει ὁ Μεσσίας καί νά δοξαστεῖ;»»[9] θά πεῖ στούς δυό ὁδοιπόρους πρός τούς Ἐμμαούς. «Ἔπρεπε νά ὁδηγήσει τόν αἴτιο τῆς σωτηρίας τους στήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου του μέ τό πάθος»[10]. Ἦταν ἀπαραίτητο γιά νά φθάσει στή νίκη νά περάσει ἀπό τά πάθη. Γιά νά μποροῦμε νά ψάλουμε τό «συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντί σοι» πρέπει νά ἔχει προηγηθεῖ τό «συνεσταυρούμην σοι χθὲς καί συνεθαπτόμην σοί».

 

«Ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ». Ἄς σκιρτήσουμε ἀπό χαρά καί εὐφροσύνη στή σημερινή ἡμέρα μέ τή σκέψη, ὅτι κι ἐμεῖς ὅπως ὁ Κύριός μας, ὅσο γενναιότερα σηκώσουμε τόν σταυρό μας, τόσο περισσότερο θά ἀπολαύσουμε τή δόξα, πού μᾶς ἀναμένει. Ἡ ἀνταμοιβή θά εἶναι ἀνάλογος μέ τήν δοκιμασία. Ἄς συγκρίνουμε τή διάρκεια τῆς δόξας μέ τή διάρκεια τοῦ πόνου. Ὁ Κύριος μᾶς ἀνταποδίδει ἀσύγκριτα περισσότερο. Δίκαια βεβαιώνει ὁ Ἀπόστολος, ὅτι «Πιστεύω πραγματικά πώς σο ποφέρουμε τώρα δέν σοσταθμίζουν τή δόξα πού μς πιφυλάσσει Θεός στό μέλλον»[11].

 

 

 



[1] Πρός Ἑβραίους β΄ 7.

[2] «Ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται» Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄, 22.

[3] Βλ. κεφάλαιο λζ΄ (37), 1-14.

[4] Πρός  Κορινθίους Α΄, ιε΄, 23.

[5] Πρός Ρωμαίους στ΄, 4

[6] «Ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν» (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 9-10)

[7] «Καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου» Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄ 49.

[8] «Εἰ γάρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλά καί τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα» Πρός Ρωμαίους στ΄, 5.

[9] «Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστόν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ;» (Λουκᾶ κδ΄ 26)

[10] «Ἔπρεπε αὐτῷ... διά παθημάτων τελειῶσαι» (Πρός Ἑβραίους β΄, 10).

[11] «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν» Πρός Ρωμαίους η΄ 18.