logo

Ἡ Χριστιανική Εἰρήνη

(ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ- 8 Μαΐου 2016)

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

«Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν»

     (Ἰωάννου 20, 21)

 

 

Τό πρῶτο δῶρο, πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς  Χριστός στούς Μαθητές Του μετά τήν Ἀνάστασή Του, ἦταν νά τούς δώσει τήν εἰρήνη «Εἰρήνη ὑμῖν». Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά εἶναι μαζί σας. Τό ἴδιο αὐτό  δῶρο ἔδωσε καί σέ μᾶς μέ τήν Πασχαλινή θεία Κοινωνία, ἀφοῦ, ὄχι μόνο μᾶς ἐμφανίσθηκε, ἀλλά καί μᾶς τίμησε μέ τήν  ἐπίσκεψή Του. «Εἰρήνη ὑμῖν», εἶπε καί σέ μᾶς. Οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Κυρίου μας μποροῦν νά ἀναπτυχθοῦν ὡς ἑξῆς:

 

 «Τό σῶμα καί τό αἷμα μου, πού ἐλάβατε στά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου μετά τήν  εἰλικρινῆ μετάνοιά σας σᾶς ἔδωσαν τήν  ἐσωτερική εἰρήνη καί σᾶς συνεφιλίωσαν μέ τόν Πατέρα μου».

 

Δέν ἀρκεῖται ὁ Κύριος νά κάνει μία φορά μόνο τήν  εὐχή: «Εἰρήνη ὑμῖν», ἀλλά τήν  ἐπαναλαμβάνει δυό φορές, γιατί θέλει ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ἐπεκταθεῖ στό πνεῦμα καί τήν  καρδία τῶν Μαθητῶν Του καί νά κυριαρχήσει σ’ ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς τους. «Εἶπεν οὔν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς  π ά λ ι ν· ε ἰ ρ ή ν η ὑμῖν». Θέλει ἡ εἰρήνη αὐτή νά εἶναι μόνιμη καί σταθερή, ἀποτελεσματική καί γόνιμη, νά βασιλεύσει σέ κάθε καρδιά καί σέ κάθε διάνοια. Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος ἀργότερα τελείωνε πολλές ἐπιστολές του μέ τήν εὐχή τῆς εἰρήνης. «Καί ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἀσύλληπτη στό ἀνθρώπινο μυαλό, θά διαφυλάξει τίς καρδιές καί τίς σκέψεις σας κοντά στόν Ἰησοῦ Χριστό»[1].

 

Πῶς μπορεῖ ἡ ψυχή μας ν’ ἀποκτήσει τό ἀνεκτίμητο αὐτό  δῶρο τῆς εἰρήνης; Μέ τήν πλήρη ὑποταγή τοῦ  λογικοῦ μας στήν πίστη σύμφωνα μέ τά ἀλάνθαστα λόγια τοῦ Κυρίου στό Θωμᾶ: «Μακάριοι κενοι πού χωρίς νά μέ χουν δε πιστεύουν»[2] καί μέ τήν τελεία συμμόρφωση τῆς θελήσεώς μας στό νόμο τοῦ  Θεοῦ, ὅπως τό ἐξέφρασε ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς: «Ὁ Κύριός μου καί Θεός μου»[3]. Ὑποβάλλοντας τό λογικό μας στήν πίστη ἀποκτοῦμε τήν  εἰρήνη τοῦ πνεύματος καί ὑποτάσσοντας τήν θέλησή μας στό νόμο τοῦ Κυρίου ἀποκτοῦμε τήν  εἰρήνη τῆς καρδιᾶς.

 

Αὐτές οἱ  δυό τελευταῖες φράσεις θά ἀποτελέσουν τά δυό σημεῖα τῆς μελέτης μας.

 

 

 

1.Ἡ εἰρήνη τοῦ πνεύματος ἀποκτᾶται

 

μέ τήν ὑποταγή στήν πίστη

 

Χωρίς τήν ὑποταγή αὐτή εἶναι ἀδύνατο νά βροῦμε ποτέ τήν ἀνάπαυση. Ἄς πάρουμε ἕνα ἄνθρωπο πού θέλει νά ζεῖ στήν τέλεια ἀδιαφορία γιά ὅ, τι ἀφορᾶ τήν θρησκεία ἤ πού ζητεῖ νά φτιάξει μία δικιά του θρησκεία. Στήν πρώτη περίπτωση, ἄν δηλαδή ἀδιαφορεῖ γιά τόν Θεό, γιά τήν ἄλλη ζωή, γιά τά συμφέροντα τῆς ψυχῆς του, τότε πώς εἶναι δυνατόν νά βρεῖ τήν  εἰρήνη τοῦ πνεύματός του, ἀφοῦ δέν ξέρει τί εἶναι, τί θά γίνει καί ἐγκαταλείπει ἔτσι τά σπουδαιότερα προβλήματα, πού τόν ἀφοροῦν ἀμέσως, στήν τύχη; Ὑπάρχει σπουδαιότερο ζήτημα ἀπό τήν  παντοτινή εὐτυχία του ἤ τήν παντοτινή δυστυχία του;

 

Στή δεύτερη περίπτωση, ἄν δηλαδή κάνει μία δικιά του θρησκεία, ἐθελοθρησκεία[4] σύμφωνα μέ τό δικό του μυαλό δέν μπορεῖ πάλι νά ἐπιτύχει τήν  εἰρήνη τοῦ πνεύματος, γιατί ὅσο σοφός κά νά εἶναι, ὅση ἱκανότητα καί νά ἔχει, ὅσο καί ἀνώτερος νά εἶναι, πρέπει νά ξέρει ὅτι τό πνεῦμα του παραμένει ἄστατο, περίεργο καί ἀνήσυχο καί ἡ ἀστάθεια, ἡ περιέργεια καί ἡ ἀνησυχία εἶναι ἀσυμβίβαστα μέ τήν πνευματική εἰρήνη.

 

Ἄν εἶμαι σοφός δέν μπορῶ νά φτιάξω μία θρησκεία μέ τό λογικό μου, γιατί τό λογικό μου ὑπόκειται, ἀναφορικά μέ τή θρησκεία, σέ χίλιες δυό πλάνες. Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι γιά κανένα ἄλλο ζήτημα δέν ἔσφαλαν τόσο οἱ ἄνθρωποι ὅσο στό θρησκευτικό. Ὁ Διάβολος ξερίζωσε ἀπό τήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων τήν γνώση καί τήν λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τούς ἔκανε νά λατρεύσουν τά ρυπαρώτερα ζῶα. Ἐξετάζοντας τούς ἀρχαιότερους λαούς, Ἀσσυρίους, Βαβυλωνίους, Αἰγυπτίους, Ἕλληνες καί Ρωμαίους, βλέπουμε ὅτι ἐνῶ αὐτοί εἶχαν φθάσει σέ μεγάλο βαθμό πολιτισμοῦ, στό θρησκευτικό σημεῖο ἔπεσαν τόσο ἔξω, ὥστε θεοποίησαν τήν κακία καί τό πάθος, κι αὐτό γιατί δέν εἶχαν τήν  ἀληθινή πίστη καί στηρίζονταν μόνο στό λογικό. Καί μετά τήν  ἔλευση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὅτι ὅσοι δέν θέλησαν νά ὑποταχθοῦν στήν πίστη, παρασύρθησαν ἀπό τίς πιό παράξενες καί γελοῖες αἱρέσεις. Πῶς μποροῦμε νά βασισθοῦμε στό λογικό μας πού εἶναι τόσο περιορισμένο καί ἀδύνατο; Μήπως τολμοῦμε νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι διαθέτουμε ἀνώτερο πνεῦμα ἀπό ἐκεῖνους πού πλανήθηκαν; Θά ἦταν γελοῖο καί κωμικό. Τό λογικό μας μένει ἀνήσυχο κι ἄστατο. Σήμερα θέλει αὐτό, αὔριο θέλει ἄλλο. Μέ τό ἴδιο πάθος, πού σήμερα βρίσκει ἐπιχειρήματα γιά τό ἕνα ζήτημα, αὔριο τό καταπολεμᾶ. Ἀκατάπαυστα ζητεῖ χωρίς νά βρίσκει, κι αὐτή ἡ ἀγωνία τῆς ἔρευνας τοῦ  φέρνει τήν ἀνησυχία. Ἐνῶ ἀντίθετα, ἡ πίστη ὁδηγεῖ στήν πρώτη αἰτία, τόν Θεό. Πειθόμαστε ὅτι ἐκεῖνο πού πιστεύουμε τό εἶπε ὁ Θεός, τό ἀποκάλυψε ὁ Ἰησοῦς  Χριστός. Ἔτσι ὅλες οἱ ἀνησυχίες σταματοῦν καί ἔρχεται ἡ ἠρεμία καί ἡ γαλήνη στήν σκέψη μας. Τό λογικό μας γίνεται ἀλάνθαστο, γιατί βασίζεται στήν αὐθεντία καί τό κῦρος τοῦ ἀποκαλύπτοντος ἀλάνθαστου Θεοῦ, πού δέν μπορεῖ οὔτε νά ἀπατηθεῖ οὔτε νά μέ ἀπατήσει.

 

Αὐτό δέν θά πεῖ ὅτι ἡ πίστη μας εἶναι ἀμαθής καί τυφλή, ἀναγκασμένη νά πιστεύσει ὅ,τι τῆς προτείνουν, χωρίς καμιά ἔρευνα. Πρίν πιστεύσουμε, μᾶς ἐπιτρέπεται καί μποροῦμε νά ἐξετάσουμε ἄν ὁ Θεός ἀποκάλυψε τήν ἀλήθεια πού θέλουμε νά πιστεύουμε. Οὔτε ὅτι εἶναι παράλογη καί ἀσύνετη, γιατί ἡ πίστη στηρίζεται στήν ἀποκάλυψη σέ σοβαρά κριτήρια, πού ἔπεισαν τούς πρώτους ἀνθρώπους καί μετέστρεψαν τούς πιό ἀσεβεῖς καί ἄπιστους. Αὐτή ἡ βεβαιότητα ἀποκαλύψεως δίνει τήν γαλήνη στό πνεῦμα.

 

Ἄν ἀφήσουμε τό δρόμο τῆς πίστεως πού εἶναι τόσο ἁπλός καί εὐθύς καί θελήσουμε νά λοξοδρομήσουμε ἀπό τή γραμμή, πού μᾶς χάραξε ὁ Θεός, θά παραπλανηθοῦμε χωρίς ποτέ νά βροῦμε διέξοδο καί νά φθάσουμε στόν προορισμό μας. Ἄν ἀρνηθοῦμε τούς Προφῆτες, τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, τά θαύματα, τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἡ ἄρνηση αὐτή θά ἀναστατώσει τό πνεῦμα μας καί θά φέρει τήν  ἀταξία στίς σκέψεις μας. Μεταξύ ἑνός πιστοῦ καί ἕνος ἀπίστου ποιός ἔχει μεγαλύτερη εἰρήνη;

 

«Μακάριοι λοιπόν οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες»[5].

 

Εὐτυχισμένοι ὅσοι πιστεύουν χωρίς νά δοῦν. Εὐτυχισμένοι, γιατί ὑποτάσσουν τό λογικό τους στήν πίστη. Εὐτυχισμένοι, γιατί ὅσο λιγώτερο ἔχουν ἀνάγκη νά δοῦν γιά νά πιστεύσουν, τόσο ἡ εἴρηνη τοῦ πνεύματος θά εἶναι σταθερή καί μόνιμη. Οἱ Ἀπόστολοι, πού εἶδαν τόν Κύριο, δέν εἶναι περισσότερο προνομιοῦχοι ἀπό ἐμᾶς. Ὁ Ἰησοῦς  σήμερα μᾶς βεβαιώνει, ὅτι ἄν ἐπωφεληθοῦμε ἀπό τόν ὅρο νά πιστεύσουμε χωρίς νά δοῦμε, θά εἴμαστε πιό εὐτυχισμένοι. Δέν εἶναι τά θαύματα, πού βλέπει κανείς, πού τοῦ δίνουν τήν εἰρήνη, ἀλλά ἡ πίστη σ’ αὐτά. Οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν τά θαύματα τοῦ Κυρίου κι ὅμως τήν ἡμέρα τοῦ πάθους ὅλοι ταράχθηκαν καί ἀπίστησαν. Καί μετά ἀκόμη τήν  Ἀνάσταση τοῦ  Κυρίου δέν ἔμειναν στερεωμένοι κι ἔπρεπε ὁ Ἰησοῦς  νά τούς στείλει τό Πανάγιο Πνεῦμα γιά νά ὁλοκλήρωσει τό ἔργο Του. Εὐτυχισμένος ὅποιος πιστεύει χωρίς νά δεῖ, γιατί δείχνει μεγαλύτερο πνεῦμα ὑποταγῆς στόν Θεό, ἀπό ἐκεῖνο, πού λέει καί πιστεύει. Ἡ ὑποταγή αὐτή δίνει τήν εἰρήνη στό πνεῦμα. Χρειάζεται ὅμως καί μία ἄλλη ὑποταγή, γιά νά δώσει τήν  εἰρήνη στήν καρδιά, κι αὐτή εἶναι ἡ ὑποταγή στό νόμο, γιά τήν  ὁποία θά μελετήσουμε στό δεύτερο σημεῖο τῆς μελέτης αὐτῆς.

 

 

 

2. Ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς.

 

Ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς ἀποκτᾶται μέ τήν ὑποταγή στό νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ ἡ ἀντίσταση στό νόμο τοῦ  Θεοῦ φέρνει τήν  ταραχή στήν καρδιά, ἡ πιστή τήρηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ χαρίζει τήν  εἰρήνη καί τή γαλήνη τῆς καρδιᾶς. «Ποιός ἀντιστάθηκε στόν Κύριο καί εἶχε εἰρήνη»[6] λέει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο στόν Ἰώβ. Ἀλλά καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά μή τό ἔλεγε καθαρά, ἡ καθημερινή πείρα αὐτό  διδάσκει. Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού περιφρονεῖ τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί ἔχει τήν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς; Λογικό εἶναι ὁ ἐπαναστάτης ἄνθρωπος νά μήν ἔχει τήν εἰρήνη, ἀφοῦ ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ εὐτυχία του, ὁ τελικός του προορισμός, τό κέντρο τῆς καρδιᾶς του, ἡ μοναδική του χαρά. Ποῦ ἀλλοῦ μπορεῖ νά βρεῖ τή χαρά; Κάθε ἄνθρωπος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό, γίνεται τύραννος τοῦ ἑαυτοῦ του. «Ὅταν ἔμαθαν ὅτι πού γι’ αὐτούς ἦταν τιμωρία ἔγινε γιά τό λαό σου εὐεργεσία»[7]. Ἡ μεγαλύτερη τιμωρία τῆς καρδιᾶς εἶναι ἡ σκέψη ὅτι ἁμάρτησε. Ἡ ἐπανάσταση στό νόμο τοῦ  Θεοῦ φέρνει τήν ταραχή καί τήν  ἀταξία. Ἡ μελέτη τῆς ζωῆς τῶν ἀσεβῶν μᾶς πείθει καλύτερα γιά τήν ἀλήθεια αὐτή. Εἴδαμε ποτέ ἕνα ἀσεβή νά καυχᾶται γιά τήν  εἰρήνη τῆς καρδιᾶς του; Κάθε ἄλλο. Ἡ ζωή του εἶναι σκλαβιά. Τά ἐλαττώματα καί τά πάθη τόν αἰχμαλωτίζουν. Ἀποτινάσσει ἕνα ἐλαφρό ζυγό, πού τόν εὐκόλυνε στήν ἐκπλήρωση τοῦ  καθήκοντός του καί στήν ἀποστολή του καί δένεται μέ χίλιες δυό ἁλυσσίδες, πού τόν κρατοῦν σφικτά θύμα τῶν παθῶν του. Ποτέ δέν μπορεῖ νά βρεῖ τήν εἰρήνη, γιατί ποτέ δέν μένει ἱκανοποιημένος. Ἡ φωτιά τοῦ πάθους, ἐνόσο δέν σβήνει, θέλει διαρκῶς νά καίει καί νά τροφοδοτεῖται. Αὐτή ἡ ἀκατάπαυστη ἀγωνία διώχνει τήν εἰρήνη καί φέρνει τήν ἀνησυχία. Βρέθηκε ποτέ ἕνας ὑπερήφανος νά εἶναι εὐχαριστημένος; Ἀκούστηκε ἕνας πλεονέκτης νά πεῖ ἀρκετά. Εἶδε κανείς ἕνα φιλήδονα νά εἶναι ἱκανοποιημένος; Ἴσως πολλοί ἀπ’ αὐτούς νά ἔχουν δύναμη, πλούτη, τιμές, δόξα, ἀλλά αὐτά ὅλα ἔδωσαν‚ ποτέ σέ κανένα τήν πραγματική εἰρήνη τῆς καρδιᾶς; Ὁ κόσμος νομίζει τούς πλούσιους, τούς ἰσχυρούς, τούς ὑγιεῖς, τούς δοξασμένους, πώς ἔχουν καί τήν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, ἀλλά ἄλλο τό νά φαίνεται κανείς καί ἄλλο νά εἶναι ἐκεῖνο πού φαίνεται.

 

 Οἱ ἴδιοι οἱ  ἁμαρτωλοί πολλές φορές διατείνονται πώς εἶναι εὐχαριστημένοι μέ τόν ἑαυτό τους καί ἔχουν τήν εἰρήνη. Ἡ διακήρυξη αὐτή, ἐκτός πού εἶναι σπανία καί ἀσταθής, γίνεται ἐνόσο βρίσκονται κάτω ἀπό τή μαρτυρική τυραννία τῶν παθῶν. «Λένε, νά ἔχετε εἰρήνη, ἐρήνη, ἀλλοῦ ποῦ βρίσκεται ἡ εἰρήνη»[8]. Καυχῶνται γιά τήν εἰρήνη, πού ἔχουν καί δέν τήν ἔχουν. Θέλουν νά πείσουν τόν ἑαυτό τους ὅτι τήν ἔχουν κι αὐταπατῶνται. Κι ἄν δυστυχῶς ἔχουν τήν εἰρήνη, ὅπως τήν νομίζουν, αὐτό  εἶναι ἡ μεγαλύτερή τους τιμωρία, γιατί ἀποσκληρύνεται ἡ καρδιά τους καί ἡ μετάνοια ἀποβαίνει ἀδύνατη. Ποῦ θά βροῦμε τήν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς; Στήν τελεία ὑποταγή στό νόμο τοῦ Θεοῦ. Μακριά ἀπό τό νόμο τοῦ  Θεοῦ δέν ὑπάρχει εἰρήνη. Ἐνῶ στήν πιστή τήρηση τοῦ  νόμου τοῦ Θεοῦ βασιλεύει ἡ εἰρήνη «Πολλή εἰρήνη ἔχουν ὅσοι ἀγαποῦν τόν νόμο σου»[9], ἔψαλε ὁ Δαυίδ. Γι’ ἐκεῖνους, πού ἀγαποῦν τό νόμο τοῦ  Θεοῦ ὑπάρχει μία ἐσωτερική εἰρήνη, πού δέν εἶναι δίκαιο οὔτε ὀρθό νά δοθεῖ σέ ἄλλους Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι βασική ἀρχή τάξεως καί ἑπομένως ἀρχή εἰρήνης. Εἰρήνης μέ τό Θεό, μέ τόν πλησίον καί μέ τόν ἑαυτό μας.

 

α.  Μ έ  τ ό ν  Θ ε ό. Τί μπορεῖ νά ταράξει τήν ἐσωτερική μας εἰρήνη, ὅταν εἴμαστε ὑποτεταγμένοι στό νόμο τοῦ  Θεοῦ;  Ἄν μᾶς στείλει θλίψεις, θά τίς δεχθοῦμε σάν δοκιμασία, ἄν μᾶς στείλει διωγμούς, θά Τόν εὐλογοῦμε ἀντί νά παραπονούμαστε, ἄν μᾶς στείλει ἀρρώστειες καί δέν μποροῦμε νά ἐργαζόμαστε γιά τή δόξα Του, θά εἴμαστε εὐχαριστημένοι, πού μποροῦμε νά ὑποφέρουμε κάτι γι’ Αὐτόν. Ἄν χάσουμε τά ὑπάρχοντά μας θά Τόν δοξολογοῦμε, γιατί ἀδυνατώντας νά Τόν τιμοῦμε μέ τά πλούτη μας, θά μποροῦμε νά τόν τιμοῦμε μέ τή φτώχειά μας. Ἄν μᾶς κατηγοροῦν ἄδικα θά Τόν εὐχαριστοῦμε, πού ἔχουμε νά Τοῦ  προσφέρουμε μία θυσία ὑπομονῆς κι αὐταπαρνήσεως. Ἄν δέν ἐπιτυγχάνουμε στίς προσπάθειές μας θά λατρεύουμε τήν πανσοφία Του. Ἀφοῦ ὅ,τι διατάζει εἶναι ἀνώτερο ἀπό τήν ἐπιτυχία καί τή θέλησή μας. Μέ μία λέξη δέν θά θέλουμε ὅ,τι δέν θέλει καί ὅπως τά θέλει καί γιατί τό θέλει. Κι ὅ,τι δέν θέλει, μέ προθυμία καί χαρά κι ἐμεῖς δέν θά τό θέλουμε. Ὅ,τι μᾶς ἀπαγορεύει, τό ἀπαγορεύουμε κι ἐμεῖς στόν ἑαυτό μας. Ἡ θέλησή Του εἶναι θέλησή μας. Καί ἀφοῦ ἡ θέλησή Του εἶναι αἰώνια εἰρήνη, μέ τήν τελεία συμμόρφωσή μας στό θέλημά Του θά ἀπολαμβάνουμε τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἤ καλύτερα τόν Ἴδιο τόν Θεό κατά τήν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου : «Αὐτός ἔστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν»[10].

 

β. Μ έ  τ ό ν  π λ η σ ί ο ν. Ὑποτεταγμένοι στό νόμο τοῦ Θεοῦ δέν θά ὑπάρχει τίποτα, πού νά μπορεῖ νά μᾶς χαλάσει τήν εἰρήνη στίς σχέσεις μας μέ τόν πλησίον μας. Δέ θά ὑπῆρχαν ἀντιπάθειες, ζήλιες, ὑπόνοιες, μίση, πικρίες, παράπονα, πού εἶναι ἀφορμή τῆς διχόνοιας καί τῶν διακρίσεων. Θά ἔχουμε τήν εἰρήνη μέ ὅλο τόν κόσμο κι ἀκόμα μ’ ἐκείνους, πού δέν ἔχουν τήν εἰρήνη. «Ὁ Κύριος προστατεύει τούς ἁπλούς ἤμουν ἀδύνατος καί μ’ ἔσωσε»[11]. Κανένα δέ θά πληγώσουμε, κανένα δέν θά ἐκδικούμαστε, κανένα δέν θά κατακρίνουμε, γιατί ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, πού θέλουμε πιστά νά τηρήσουμε, μᾶς ἀπαγορεύει κάθε ἐκδίκηση, κατάκριση, προσβολή, καί ἔτσι ἡ εἰρήνη μέ τόν πλησίον εἶναι ἐξασφαλισμένη.

 

γ.  Μ έ  τ ό ν  ἑ α υ τ ό  μ α ς. Γιατί ἡ ὑποταγή στό νόμο τοῦ Θεοῦ συγκρατεῖ ὅλα μας τά πάθη ἰσορροπημένα καί ὑποτεταγμένα στό λογικό καί δέν τά ἀφήνει νά ταράζουν τήν  καρδιά μας. Ἡ ὀργή δέν μᾶς κυριεύει. Ἡ λύπη δέν μᾶς συνθλίβει. Ἡ ἄτακτη ἀγάπη δέ μᾶς κυβερνᾶ. Ὅταν ὑπακοῦμε στόν Θεό, ὅλα μας τά πάθη ὑπακούουν στό λογικό μας. Ὁ Θεός μᾶς δίνει τή δύναμη νά τά καθυποτάξουμε. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ εἰρήνη, πού ἔχαιραν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό  ἀκοῦμε τόν ἀπόστολο Παῦλο νά κηρήττει: «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασιν»[12] καί τούς μάρτυρες νά διαλαλοῦν ὅτι εἶναι ἀπερίγραπτη ἡ χαρά, πού αἰσθάνθηκαν τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου. Καί αὐτή τήν εἰρήνη δέν τήν ἔχουν μόνο οἱ μεγάλοι ἅγιοι καί οἱ μάρτυρες, ἀλλά καί κάθε πιστός, πού βαδίζει στό δρόμο τῆς τελειότητας, γιά τήν ὑπερκόσμιο ἐσωτερική αὐτή εἰρήνη μπορεῖ νά πεῖ ὅ,τι ἔλεγε ὁ Σολομῶν γιά τή σοφία: «Μαζί μέ τήν Σοφία ἦρθαν σέ μένα ὅλα τά ἀγαθά»[13]. Ἀποκτώντας τήν πνευματική εἰρήνη ἀποκτοῦμε τά πάντα.

 

 

 



[1] «Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν, φρουρήσει τὰς καρδίας ἡμῶν καὶ τὰς διανοίας ἡμῶν ἐν Χριστῷ» (Πρός Φιλιππησίους  4, 7).

[2]  «Μακάριοι οἱ  μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες» (Ἰωάννου κ΄, 29).

[3] Ἰωάννου κ΄, 28.

[4] Πρός Κολοσσαεῖς β΄ 23.

[5] Ἰωάννου κ΄ 29.

[6] «Τὶς σκληρός γινόμενος ἐνάντιον αὐτοῦ, ὑπέμεινεν;» Ἰώβ θ΄, 4)

[7] «Διά τῶν ἰδίων κολάσεων εὐεργετούμενος αὐτούς» Σοφίας Σολομῶντος ια΄, 13

[8] «Λέγοντες·  εἰρήνη, εἰρήνη καί ποῦ ἔστιν εἰρήνη;» Ἱερεμίου στ΄, 14

[9] «Εἰρήνη πολλή τοῖς ἀγαπῶσι τόν νόμον σου» Ψαλμοῦ ριη΄, 165.

[10]  Πρός Ἐφεσίους 2, 14.

[11] «Μετά τῶν μισούντων τὴν εἰρήνη ἤμην εἰρηνικός» Ψαλμοῦ ριστ΄, 6.

[12] Πρός Κολοσσαεῖς 1, 24.

[13] Σοφία Σολομῶντος 7, 11.