logo

«Τό αἷμα αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καί ἐπί τά τέκνα ἡμῶν» (Ματθαίου κζ΄ 25)

(ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ – 29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2016)

                                                                                               

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

 

 

Οἱ Ἰουδαῖοι πού ζητοῦσαν ἀπό τόν Ρωμαῖο Διοικητή τῆς Ἱερουσαλήμ τόν Πόντιο Πιλᾶτο νά ἐπικυρώσει τήν ἀπόφαση τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου, πού ἔκρινε τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό «ἔνοχο θανάτου»[1], ὑποβλήθηκαν στό «ἴδιο ἀνάθεμα». Ἀνέλαβαν δηλαδή τήν εὐθύνη τοῦ θανάτου τοῦ ἀθώου πού ἀποφάνθηκε ὁ Πιλᾶτος, ὁ ὁποῖος παρά ταῦτα ἐπέτρεψε στούς Ἰουδαίους νά Τόν φονεύσουν καταδικάζοντάς Τον σέ θάνατο μέ σταύρωση καί ἐδέχθησαν τίς συνέπειες πού θά προέκυπταν καί προέκυψαν.

 

Οἱ συνέπειες ἔπεσαν σέ ἐκείνους πού ἔλαβαν πρωτεύοντα μέρος εἰς στήν βαθειά τραγωδία.

 

Πρίν νά συντελεσθεῖ ἡ φοβερή θυσία, ὁ Ἰούδας πέθανε μέ φρικτή στυγερή αὐτοκτονία.

 

Ὁ Ἀρχιερέας Ἰωσήφ Καϊάφας καθαιρέθηκε ἀπό τό ἀξίωμά του τό ἑπόμενο ἔτος ἀπό τόν θάνατο τοῦ Κυρίου.

 

Ὁ Ἡρώδης Ἀντίπας πέθανε ἐξόριστος καί στερημένος κάθε τιμῆς.

 

Ὁ Πιλᾶτος παύθηκε ἀπό τό ἀξίωμά του, ἐξορίσθηκε καί αὐτοκτόνησε ἀφήνοντας ὄνομα μισητό.

 

Ἡ οἰκία τοῦ Ἀρχιερέα Ἄννα, πού ἦταν πενθερός τοῦ Ἀρχιερέα Καϊάφα, καταστράφηκε μία γενεά ἀργότερα ἀπό μανιασμένο ὄχλο Ἰουδαίων. Ὁ Ἀρχιερέας γιός του μαστιγώθηκε δημόσια καί σφαγιάσθηκε.

 

Μερικοί ἀπό ὅσους μετεῖχαν στίς σκηνές τῆς Σταυρώσεως καί χιλιάδες ἀπό τά τέκνα τους ὁμοίως μετεῖχαν καί παρέστησαν στίς μακρές φρικαλεότητες τῆς πολιορκίας ἐκείνης τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀπό τόν στρατό τῶν Ρωμαίων πού ἡγεῖτο ὁ Καῖσαρας Τῖτος, πού μένει ἀπαραδειγμάτιστη στήν ἱστορία καί τήν προεῖπε προφητικά ὁ Κύριος

 

«ερουσαλήμ, ερουσαλήμ, πού σκοτώνεις τούς προφτες καί λιθοβολες σους στέλνει Θεός σ’ σένα, πόσες φορές θέλησα νά συνάξω τά παιδιά σου πως κλώσα συνάζει τά κλωσόπουλα κάτω π’ τίς φτερογες της, κι σες δέν τό θελήσατε. Γι’ ατό θά ρημωθε τόπος σας. Σᾶς βεβαιώνω, δέ θά μέ δετε πιά, ς τήν ρα πού θά πετε: Ελογημένος ατός πού ρχεται σταλμένος πό τόν Κύριο!»[2].

 

«ταν ησος βγκε πό τό ναό καί ξεκίνησε νά φύγει, ρθαν ο μαθητές του γιά νά το δείξουν τά οκοδομήματα το ναο. Ὁ ησος μως τούς επε: Τά βλέπετε λα ατά; Σς βεβαιώνω πώς δέ θά μείνει δ πέτρα πάνω στήν πέτρα· λα θά γκρεμιστον...»[3].

 

Εἶχαν  καυχάσει «οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μή Καίσαρα»[4] καί δέν ἀπέκτησαν βασιλέα παρά τόν Καίσαρα καί Καίσαρας μετά τόν Καίσαρα τούς ἔβρισε, τούς τυράννησε, τούς λεηλάτησε, καί τούς καταπίεσε, ἕως ὅπου τελικά ἐπανεστάτησαν σέ ἄγρια ἀποστασία κατά τοῦ Καίσαρος τόν ὁποῖον εἶχαν ζητήσει καί ἕνας Καίσαρας ἔσβυσε στό αἷμα τους τήν φλέγουσα τέφρα τοῦ καμένου καί βεβηλωμένου Ναοῦ τους. Εἶχαν βιάσει τούς Ρωμαίους νά σταυρώσουν τόν Χριστό τόν Κύριό τους καί οἱ ἀποτροπιαζόμενοι τόν σταυρικό θάνατο Ἰουδαῖοι, αὐτοί καί τά τέκνα τους, σταυρώθηκαν ἀπό τούς Ρωμαίους κατά  μυριάδες ἔξω ἀπό τά ἴδια τείχη τῆς Ἱερουσαλήμ ἑωσότου ἔλειψαν ὁ χῶρος καί τά ξύλα.

 

Γράφει ὁ ἐξωμότης ἀρνησίθρησκος καί Ἰουδαῖος ἱστορικός Φλάβιος Ἰώσηπος θαυμαστής τοῦ Ρωμαίου στρατηγοῦ Τίτου πού κατέστειλε τήν ἐπανάσταση τῶν Ἰουδαίων τό 70 μ.Χ. : «προσῆλον οἱ στρατιῶτες ἄλλον ἄλλου σχήματι πρός χλεύην καί διά τό πλῆθος χώρα τε (δηλαδή τόπος) ἀπειλείπετο τοῖς σταυροῖς καί σταυροί τοῖς σώμασι».

 

Ὅθεν  ἐκεῖνοι πού μόνον τό «Σταυρωθήτω» εἶχαν στά στόματά τους ἀνταμείφθηκαν μέ τήν σταύρωση τῶν σωμάτων τους.

 

Εἶχαν δώσει τριάκοντα ἀργύρια γιά τό αἷμα τοῦ Σωτῆρος τους κι πουλιώνταν ἀντί δηναρίου κατά χιλιάδες.

 

Εἶχαν προκρίνει τόν Βαραββᾶ τοῦ Μεσσίου καί Μεσσία δέν εἶδον εἰ μή Ψευδομεσσίες πρόξενους δεινῶν καί συμφορῶν στό Ἔθνος τους.

 

Ἀποδέχθηκαν τήν ἐνοχή τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου καί τό αἷμα τους συνεχῶς χύνεται ἀπό γενεᾶς σέ γενεά  σέ ἀλόγιστη σκληρότητα.

 

* * * * *

 

Δέν συμβαίνει στήν ἱστορία τοῦ κόσμου τίποτε χωρίς νόημα γιά τόν θεωροῦντα αὐτή ὡς τήν φωνή τοῦ Θεοῦ πού ὁμιλεῖ διά μέσου τοῦ προορισμοῦ τῶν ἐθνῶν.

 

Κατά θεῖο ἔλεος τό αἷμα πού χύθηκε ἀπό ἐκείνους χύθηκε καί γιά ἐκείνους. Ἡ φωνή τήν ὁποία ἀγωνίσθηκαν νά πνίξουν μέ τόν θάνατο ὑψώθηκε στήν τελευταία προσευχή ἐπικαλουμένης ἔλεος γιά τούς φονεῖς Του.

 

 «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς οὐ γάρ οἴδασι τί ἐποίησαν» (Λουκᾶ κγ΄ 34)

 

Αὐτή τήν ἄγνοια ἐπικαλεῖται καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τόν θάνατο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ:

 

 «Ἥν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν· εἰ γὰρ ἔγνωσαν, οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Πρός Κορινθίους Α΄ β΄ 8)

 

Εἴθε τό αἷμα ἐκεῖνο νά ἐξαλείψει τήν ἀνομία τους! Εἴθε ἡ προσευχή ἐκείνη νά εἰσακουσθεῖ.

 

 

 

 

 

 * * * * *

 

 

 



[1] Ματθαίου κστ΄, 66.

[2] «῾Ιερουσαλὴμ ῾Ιερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν! ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε. ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος. λέγω γὰρ ὑμῖν, οὐ μή με ἴδητε ἀπ᾿ ἄρτι ἕως ἂν εἴπητε, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ματθαίου κγ΄ 37-38)   

[3] «Καί ἐξελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐπορεύετο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ· καὶ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ. Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ βλέπετε ταῦτα πάντα; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον, ὃς οὐ καταλυθήσεται......» (Ματθαίου κδ΄ 1-2 καί ἑξῆς).

[4] Ἰωάννου ιθ΄ 15.