logo

Ἡ Ἀνάληψη

τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

(ΠΕΜΠΤΗ ΤΗΣ  ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ -9 Ἰουνίου 2016)

 

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

 

 

 

 

Σύμφωνα μέ τήν βιβλική παράδοση ὁ Ἀναστάς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰσῆλθε στήν δόξα Του μετά τό Πάθος, τήν Σταύρωση καί τήν Ἀνάστασή Του. Τοῦτο θεωροῦσε ὅτι ἔπρεπε νά τό γνωρίζουν οἱ δύο Μαθητές Του πού πορεύονταν πρός Ἐμμαούς τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀναστάσεως μέ τήν ἐρώτησή Του πρός αὐτούς:  

 

«Αὐτά δέν ἔπρεπε νά πάθει ὁ Μεσσίας καί νά δοξαστεῖ;»[1].

 

Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στήν δόξα Του εἶναι ἕνα μυστήριο πού ὑπερβαίνει τήν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖ νά περιορισθεῖ μόνο στό γεγονός τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, ὅπου οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν τόν Διδάσκαλό τους νά τούς ἐγκαταλείπει γιά νά ἐπιστρέψει στό Θεό. Πράγματι τά ἱερά κείμενα μᾶς μιλᾶνε γιά τό νόημα, τόν χρόνο καί τόν τρόπο τῆς ὑψώσεως τοῦ Χριστοῦ στόν οὐρανό. Κάτω ἀπό τό φῶς τῶν ἱερῶν κειμένων μποροῦμε νά ἀνακαλύψουμε τήν βαθιά πραγματικότητα τοῦ μυστηρίου.

 

 

 

1. «Κανένας, βέβαια, δέν νέβηκε στόν ορανό παρά μόνο Υός το νθρώπου, πού κατέβηκε πό τόν ορανό, καί πού εναι στόν ορανό»[2].

 

Ἀνάμεσα στόν οὐρανό πού εἶναι ἡ κατοικία τοῦ Θεοῦ καί στή γῆ πού εἶναι ἡ κατοικία τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχει μία ἀπόσταση πού εἶναι ἀδύνατο νά διανύσει ὁ ἄνθρωπος. Ὅσο κι ἄν προσπαθήσει ὁ ἄνθρωπος νά ἀναβεῖ στόν οὐρανό οὐσιαστικά ἐπιδιώκει τό ἀνέφικτο.

 

Ἀντίθετα αὐτή τήν ἀπόσταση γεφυρώνει ὁ Θεός πού καταβαίνει ἀπό τόν οὐρανό γιά νά συναντήσει τούς ἀνθρώπους στή γῆ. Ὡς τόπο ἐπιλέγει τά ὄρη στά ὁποῖα ἀναβαίνουν οἱ ἄνθρωποι ὅπως στό Σινᾶ[3] στήν Σιών[4], στό Θαβώρ[5].

 

Βέβαια μερικοί εἶχαν τό προνόμιο νά ὑψωθοῦν στόν οὐρανό μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ Ἐνώχ[6], ὁ Ἠλίας[7]. Τέλος, « εἶδα νά ἔρχεται κάποιος πού ἔμοιαζε μέ ἄνθρωπο. Ἔφτασε μέχρι τόν Προαιώνιο καί ὁδηγήθηκε μπροστά του»[8]. Ὁ  Κύριος Ἰησοῦς Χριστός πού ὑψώθηκε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ μετά τήν Ἀνάστασή Του ἔπρεπε νά «ἀναβεῖ» στόν οὐρανό.

 

Ἡ ἀνάβασή Του λοιπόν στόν οὐρανό δέν ἦταν μόνο ὁ θρίαμβος ἑνός ἀνθρώπου πού θεώθηκε, πού προβιβάσθηκε δηλαδή σέ θεία τάξη, ἀλλά ἡ ἐπιστροφή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν οὐράνιο κόσμο ἀπό ὅπου εἶχε ἔλθει. Σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή ὁ Ἰησοῦς Χριστός πρίν ζήσει ἐπάνω στή γῆ ἦταν κοντά στόν Θεό ὡς Υἱός, ὡς Λόγος, ὡς Σοφία.

 

 

 

2. Ἡ ὑπεροχή τοῦ Χριστοῦ.

 

Τά βιβλικά κείμενα τονίζουν τήν ὑπεροχή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνώτερος ἀπό ὅλα τά οὐράνια κτιστά ὄντα ἀφοῦ εἶναι ὁ Δημιουργός τους[9].

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός θριάμβευσε ἐπάνω στίς οὐράνιες δυνάμεις μέ τόν Σταυρό Του, ὅτι ἡ ἀνάβαση τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω ἀπό ὅλους τούς οὐρανούς σημαίνει τήν κυριαρχία Του ἐπάνω στό σύμπαν, τό ὁποῖο «πληροῖ» [10] καί «ἀνακεφαλαιώνει»[11] ὡς κεφαλή.

 

Σ’ αὐτή τήν ὑπεροχή Του στηρίζονται οἱ δηλώσεις Του τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως πρός τούς Μαθητές Του: « Θεός μοῦ δωσε λη τήν ξουσία στόν ορανό καί στή γ»[12].

 

 

 

3. Ἡ Ἀνάληψη προοίμιο τῆς Δευτέρας Παρουσίας.

 

«Ατός ησος, πού ναλήφθηκε πό νάμεσά σας στόν ορανό, τσι θά ’ρθει πάλι, μέ τόν διο τρόπο πού τόν εδατε νά πηγαίνει κε»[13].

 

Αὐτά τά λόγια τῶν Ἀγγέλων συνδέουν στενά τήν ἀνάβαση τοῦ Χριστοῦ στόν οὐρανό μέ τόν ἐρχομό Του πάλι στούς ἔσχατους καιρούς. Ὅσο θά περιμένουμε αὐτή τήν ἐπιστροφή ἡ παραμονή τοῦ Ἰησοῦ στόν οὐρανό εἶναι ὁριστική. Ἔχει ὅμως προσωρινό χαρακτήρα στά πλαίσια τῆς γενικῆς οἰκονομίας τῆς σωτηρίας.

 

Ὁ Χριστός παραμένει ἐκεῖ κρυμμένος γιά τούς ἀνθρώπους ὥς τήν τελική φανέρωσή Του[14] ὅταν θά ἀποκαταστήσει τά πάντα[15]. Τότε θά ἔλθει ὅπως ἔφυγε[16] καταβαίνοντας ἀπό τόν οὐρανό[17] ἐπάνω σέ νεφέλες[18] ἐνῶ οἱ ἐκλεκτοί Του θά ἀνεβοῦν ἐπάνω σέ νεφέλες γιά νά Τόν συναντήσουν[19].

 

Ἡ βαθιά βεβαιότητα πού προκύπτει ἀπ’ ὅλα αὐτά τά θέματα εἶναι ὅτι ὁ Χριστός θριαμβευτής τοῦ θανάτου, ἐγκαινίασε ἕνα νέο τρόπο ζωῆς κοντά στόν Θεό. Εἰσῆλθε πρῶτος ἐκεῖ γιά νά προετοιμάσει μία θέση γιά τούς ἐκλεκτούς κι ἔπειτα θά ἔλθει καί θά τούς εἰσαγάγει ἐκεῖ γιά νά ζήσουν αἰώνια μαζί Του[20]

 

 

 

4. Ἐν ἀναμονῇ

 

Περιμένοντας τήν τελική αὐτή φάση οἱ Χριστιανοί πρέπει νά μένουν ἑνωμένοι μέ τόν δοξασμένο Κύριό Τους μέσω τῆς πίστεως καί τῆς συμμετοχῆς στά ἅγια Μυστήρια. Ἀπό τώρα ἀναστημένοι καί μάλιστα καθισμένοι στούς οὐρανούς μαζί Του[21] ἐπιζητοῦν καί φρονοῦν «τά ἄνω»[22], γιατί ἡ ζωή τους « κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»[23]. Ἡ πολιτεία τους βρίσκεται στούς οὐρανούς[24]. Τό οὐράνιο σκήνωμα πού τούς περιμένει, τό σῶμα πού ποθοῦν νά περιβληθοῦν[25] εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ δοξασμένος Χριστός[26] ὁ «ἐπουράνιος ἄνθρωπος»[27].

 

Ἀπ’ αὐτή τήν πίστη πηγάζει ἡ πνευματικότητα τῆς Ἀναλήψεως πού ἐπιτρέπει στό χριστιανό νά ζεῖ ἀπό τώρα μέσα στήν πραγματικότητα τοῦ καινούργιου κόσμου, ὅπου βασιλεύει ὁ Χριστός.

 

Ὡστόσο δέν ἀποσπᾶται ἀπό τόν παλαιό αὐτό κόσμο πού τόν κρατεῖ ἀκόμη. Ἀντίθετα ἔχει ἀποστολή καί ἐξουσία νά ζήσει μέσα σ’ αὐτόν μ’ ἕνα καινούργιο τρόπο, ὥστε νά ὁδηγήσει αὐτόν τόν κόσμο στήν ἔνδοξη μεταμόρφωση στήν ὁποία τόν καλεῖ ὁ Θεός.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                        Π α ρ α π ο μ π έ ς

 



[1] «Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; » Λουκᾶ κδ΄, 26.

[2] «Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» Ἰωάννου γ΄, 13.

[3] Ἐξόδου ιθ΄, 20.

[4] Ἡσαΐου β΄ 3, δ΄ 5.

[5] Ματθαίου ιζ΄, 1-13.

[6] Γενέσεως ε΄, 24.

[7]  Βασιλειῶν Δ΄ β΄, 11.

[8] «Ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἦν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη» Δανιήλ ζ΄, 13.

[9] Πρός Κολοσσαεῖς α΄, 15-19.

[10] Πρός Ἐφεσίους δ΄, 10.

[11] Πρός Ἐφεσίους α΄, 10.

[12] «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» Ματθαίου κη ΄, 18.

[13] «Οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» Πράξεων α΄, 11.

[14] Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 1-4.

[15] Πράξεων γ΄, 11.

[16] Πράξεων α΄, 11.

[17] Πρός Θεσσαλονικεῖς Α΄ δ΄, 16 καί Β΄, α΄ 7.

[18] Ἀποκαλύψεως α΄, 7 καί ιδ΄, 14.

[19] Πρός Θεσσαλονικεῖς Α΄ δ΄, 17.

[20] Ἰωάννου ιδ΄, 2.

[21] Πρός Ἐφεσίους β΄, 6.

[22] Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 1.

[23] Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 3.

[24] Πρός Φιλιππησίους γ΄, 20.

[25] Πρός Κορινθίους Α΄ ε΄, 1.

[26] Πρός Φιλιππησίους γ΄, 21.

[27] Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄, 45-49.