logo

  

Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου

 (ΠΕΜΠΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ -9 Ἰουνίου 2016)

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

«Διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ

ἀναφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν»

(Λουκᾶ 24, 52)

 

1. Τό γεγονός

α΄. Ἡ ἔνδοξη Ἄνοδος

 

  

 

 

 

«Κατόπιν τούς ὁδήγησε ἔξω ἀπό τήν πόλη ὡς τή Βηθανία, σήκωσε τά χέρια του καί τούς εὐλόγησε. Καθώς τούς εὐλογοῦσε, ἄρχισε ν’ ἀπομακρύνεται ἀπ’ αὐτούς καί ν’ ἀνεβαίνει στόν οὐρανό. Αὐτοί τότε, ἀφοῦ τόν προσκύνησαν, γύρισαν στήν Ἱερουσαλήμ μέ μεγάλη χαρά καί ἔμεναν συνεχῶς στό ναό ὑμνολογώντας καί δοξολογώντας τό Θεό. Ἀμήν»[1].

 

«Μόλις τά επε ατά, κι ν κενοι τόν κοίταζαν, νυψώθηκε πρός τόν ορανό, καί μία νεφέλη τόν κρυψε πό τά μάτια τους. Καί καθώς κοίταζαν πού νέβαινε πρός τόν ορανό, ξαφνικά δύο ντρες μφανίστηκαν μπροστά τους, μέ σπρο νδυμα, καί τούς επαν: «Γαλιλαοι, τί σταθήκατε καί κοιττε στόν ορανό; Ατός ησος, πού ναλήφθηκε πό νάμεσά σας στόν ορανό, τσι θά ’ρθει πάλι, μέ τόν διο τρόπο πού τόν εδατε νά πηγαίνει κε»[2].

 

Κύριος μετά τήν νάστασή Του παρέμεινε κόμα σαράντα ἡμέρες στή γ γιά νά σταθεροποιήσει τούς Ἀποστόλους Του στήν πίστη τς ναστάσεώς Του, γιά νά τούς ἀπευθύνει τίς τελευταῖες δηγίες Του, καί νά τούς προετοιμάσει γιά τήν ναχώρησή Του στόν ορανό[3].

 

Εχε κπληρώσει τήν ποστολή Του στή γ. Μποροῦσε νά παναλάβει τά λόγια πού εἶπε πρός τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα Του:

 

«Ἐγώ φανέρωσα τή δόξα σου πάνω στή γ, φο λοκλήρωσα τό ργο πού μου νέθεσες νά κάνω. Τώρα λοιπόν σύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σ’ σένα μέ τή δόξα πού εχα κοντά σου προτο νά γίνει κόσμος. Σέ κανα γνωστό στούς νθρώπους πού τούς πρες μέσα πό τόν κόσμο καί μο τούς μπιστεύτηκες. νκαν σ’ σένα, κι σύ τούς δωσες σ’ μένα, κι χουν δεχτε τό λόγο σου. Τώρα ξέρουν πώς λα σα μοῦ δωσες προέρχονται πό σένα· γιατί τίς διδαχές πού σύ μοῦ δωσες τίς δωσα σ’ ατούς, κι ατοί τίς δέχτηκαν καί ναγνώρισαν πώς πραγματικά πό σένα προέρχομαι, καί πίστεψαν πώς σύ μέ στειλες στόν κόσμο»[4].

 

Εἶχε δρύσει τήν κκλησία, εἶχε ξαγοράσει τό γένος τῶν ἀνθρώπων μέ τόν θάνατό Του[5], κατάργησε μέ τό σταυρό Του τήν ἐξουσία τοῦ Διαβόλου[6]. ὥρα τοῦ θριάμβου εἶχε ἔλθει γιά τήν ὁποία προσευχήθηκε στόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα[7].   τεσσαρακοστή μέρα μετά τήν νάστασή Του φθασε. Ἐμφανίσθηκε στήν ερουσαλήμ, στόν τόπο, που συνήθως μφανιζόταν στούς μαθητές Του. Τούς προανήγγειλε τήν λευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούς παρήγγειλε νά κηρύξουν τό Εαγγέλιο σέ ὅλη τή γῆ καί τούς δήγησε πειτα ξω τῆς πόλεως, στό ὄρος τν λαιν[8]. Τό ὄρος αὐτό πού πρίν πό σαράντα δύο ἡμέρες ταν μάρτυς τῆς γωνίας τοῦ Ἰησοῦ[9] ἔγινε τώρα μάρτυρας τοῦ θριάμβου Του. Ὅταν ὅμιλος τν Mαθητν φθασε στήν κορυφή τοῦ λόφου, ησοῦς ὕψωσε τά χέρια Του στόν ορανό κι σως πανέλαβε τά λόγια πού εἶχε πεῖ καί σέ λλη εὐκαιρία: «Τώρα δέν εμαι πιά μέσα στόν κόσμο ν ατοί μένουν μέσα στόν κόσμο, κι γώ ρχομαι σ’ σένα. γιε Πατέρα, διατήρησέ τους στήν πίστη μέ τή δύναμη το νόματός σου πού μοῦ χάρισες, γιά νά μείνουν νωμένοι πως μες»[10].

 

β΄. Ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου.

 

«Καθώς τούς εὐλογοῦσε, ἄρχισε ν’ ἀπομακρύνεται ἀπ’ αὐτούς καί ν’ ἀνεβαίνει στόν οὐρανό»[11]. Ἐνῶ τούς ελογοῦσε, σιγά σιγά ὑψώθηκε ὄχι σάν τόν λία μέ πύρινο ρμα, λλα μέ τήν προσωπική δύναμή Του. Οἱ Μαθητές Τόν παρακολουθοῦσαν μέ τά μάτια τους, ν οἱ καρδιές τους ἐπάλλοντο πό χαρά καί συγκίνηση. Ἀσφαλῶς ἐπιθυμοῦσαν νά Τόν κολουθήσουν στούς αθέρες, λλά φωτεινή νεφέλη Τόν σκέπασε καί παυσαν νά Τόν διακρίνουν.

 

Οἱ Μαθητές Του πού Τόν εἶχαν ἀκολουθήσει στήν θριαμβευτική εἴσοδό Του στά Ἱεροσόλυμα τώρα βλέπουν τήν θριαμβευτική νοδό Του στόν οὐρανό. κεῖ που Τόν νέμεναν τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ γιά νά Τόν ὑποδεχθοῦν. Ἀλλά ο νθρωποι δέν εἶναι ξιοι νά εἶναι μάρτυρες τέτοιου θεάματος νόσο κόμη βρίσκονται στή γ. Μόνον οἱ γιοι καί οἱ γγελοι μποροσαν νά συμμετάσχουν στό θρίαμβο τοῦ Ἰησοῦ.  

 

γ΄. Ὁ θρίαμβος τοῦ Νικητοῦ

 

     «νέβηκε ψηλά, πρε μαζί του αχμαλώτους δωσε δρα στούς νθρώπους»[12]. Ὅλοι οἱ Δίκαιοι πού ἔζησαν πρό Χριστοῦ, καί οἱ ψυχές τους βρίσκονταν αἰχμάλωτες καί δέσμιες στόν δη, καί γιά τούς ποίους Παράδεισος ταν κλειστός, ἀφοῦ λευθερώθηκαν ἀπό τόν Σωτήρα μέ τήν νάστασή Του Τόν συνώδευσαν στόν ορανό. Μαζί Του ἀνῆλθαν δάμ καί Εὔα, οἱ Πρωτόπλαστοι ο πρτοι μετανοημένοι, οἱ Πατριάρχες πού τόσο πόθησαν τόν ποσχεμένο Μεσσία, οἱ Προφτες, πού προεῖπαν τήν ἔλευση τοῦ Λυτρωτοῦ, τίς ταπεινώσεις Του, τή νίκη Του, τό θρίαμβό Του. Ὅλες ο εὐσεβεῖς γυναῖκες τς Παλαις Διαθήκης, ἡ Σάρρα, ἡ Ρεβέκκα, Ρούθ, ουδίθ, σθήρ, ἡ Ἐλισάβετ, ἡ Ἄννα καί τόσες λλες πού ἕνωσαν τήν φωνή τους γιά νά παναλάβουν τούς ψαλμούς τοῦ Δαυΐδ:

 

«Ὅλοι οἱ λαοί χειροκροτῆστε, μ’ ἐνθουσιασμοῦ φωνές ἀλαλάξτε στό Θεό ! Γιατί ὁ Κύριος εἶναι ὕψιστος καί φοβερός· σ’ ὅλη τή γῆ αὐτοκράτορας. Λαούς σ’ ἐμᾶς τούς ὑποτάσσει· κι ὑποδουλώνει ἔθνη σ’ ἐμᾶς. Γιά μᾶς διαλέγει τή δωρεά του, τή δόξα τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ἀγαπημένου του. Στό θρόνο του ἀνεβαίνει ὁ Θεός μές στόν ἀλαλαγμό, ὁ Κύριος μέ τόν ἦχο τῆς σάλπιγγας. Τραγουδῆστε στόν Θεό μας, τραγουδῆστε ! Τραγουδῆστε τό βασιλιά μας, τραγουδῆστε ! Ὁ Θεός εἶναι βασιλιάς σ’ ὁλόκληρη τήν γῆ, ὑμνῆστε τον μέ τό πιό ὡραῖο τραγούδι! Ὁ Θεός εἶναι βασιλιάς στά ἔθνη · Ὁ Θεός καάθησε στό θρόνο τῆς ἁγιοσύνης του. Οἱ ἄρχοντες τῶν λαῶν συνάχθηκαν μέ τό λαό πού τό Θεό τοῦ Ἀβραάμ λατρεύει. Γιατί ἡ ἀσφάλεια τῆς γῆς βρίσκεται στό Θεό, σ’ ἐκεῖνον πού κυριαρχεῖ ἀπόλυτα»[13].

 

δ΄. Ἡ δόξα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

 

Οἱ γγελοι κούουν τούς ψαλμούς καί σπεύδουν ἀπό τόν ορανό γιά νά ὑποδεχθοῦν τόν Θεό τους πού ἔκλινε οὐρανούς καί κατέβηκε στή γῆ καί στά κατώτατα μέρη τῆς γῆς. Στή γέννηση τοῦ Σωτήρα, «ξαφνικά, κοντά στόν ἄγγελο, παρουσιάστηκε ἕνα πλῆθος ἀπ’ τήν οὐράνια στρατιά τῶν ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ὑμνοῦσαν τό Θεό καί ἔλεγαν: «Δόξα στόν ὕψιστο Θεό»[14], πῶς νά μή τοῦ πονείμουν μεγαλύτερη τιμή λατρείας τήν μέρα τῆς δόξας καί τοῦ θριάμβου Του;

 

Οἱ γγελοι μιλλνται ποιός θά Τόν ψάλλει καλύτερα μέ τούς μνους τους. Μυριάδες μυριάδων οὐρανίων πνευμάτων περικυκλώνουν τόν θρόνο Του. Αὐτοί ἐξαγγέλλουν τήν ἄφιξη τοῦ Λυτρωτοῦ καί Σωτήρα πού ὁλοκλήρωσε τό ἔργο Του στήν γῆ καί ἐπέστεψε στόν οὐρανό.

 

Ἡ Ἐκκλησία ἐφαρμόζει τήν μεσσσιανική  προφητεία τοῦ Ἡσαΐου γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς Ἱερουσαλήμ στήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό καί διαβάζεται στόν Ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς[15].

 

Ἐπίσης στήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἐπαληθεύεται καί ὁ Ψαλμός πού ἀναφέρεται στήν εἴσοδο τοῦ Κυρίου στό Ναό:

 

λλοι διατάσσουν: «Ἀνοῖξτε πῦλες καί ὑψωθεῖτε θῦρες αἰώνιες, νά μπεῖ ὁ δοξασμένος βασιλιάς»[16].

 

Ἄλλοι ἐρωτοῦν: «Ποιός εἶναι αὐτός ὁ δοξασμένος βασιλιάς;» καί λαμβάνουν τήν ἀπάντηση : «Ὁ Κύριος ὁ κραταιός κι ὁ ἰσχυρός. Ὁ Κύριος ὁ δυνατός στόν πόλεμο»[17]. Κατετρόπωσε τόν Διάβολο. Σ’ Αὐτόν  ἀνήκει κάθε δόξα. Κι ὅλοι μαζί παντοῦν: « κυριαρχία το κόσμου νήκει πιά στόν Κύριό μας καί στό Μεσσία του, καί θά διαρκέσει γιά πάντα»[18].

 

 Ὁ Κύριος ἔνδοξος νικητής «εἰσῆλθε εἰς τὴν χαρά Του»[19] καί μαζί Του ἔφερε τό λαό Του «εἰς ὄρος ἁγιάσματος αὐτοῦ»[20]. Ταπεινώθηκε, ὑπέφερε, θρήνησε, πολέμησε, ξαγίασε τή γ μέ τήν ναζήτηση τν μαρτωλν γιά τή σωτηρία τους καί κατέπαυσε ἀπό πάντων τῶν ἔργων Αὐτοῦ[21].  

 

Ἄς ἑνωθοῦμε μέ τούς γίους καί τούς γγέλους, πού ψάλλουν τό «ξιος»[22] κεῖ που οἱ χοροί τν Χερουβείμ καί τν Σεραφείμ περικυκλώνουν τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ που βρίσκεται ναρχος Πατέρας καί ἐκδέχεται τόν Υἱό τόν ἀγαπητό, τόν Υἱό τῆς εὐδοκίας, τόν Υἱό τῆς ὑπακοῆς, τον Υἱό πού Τόν δόξασε ἐπί τῆς γῆς. Ἐκεῖ πού συμπαρεδρεύει καί τό Πανάγιο Πνεῦμα.

 

ε΄. «Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός»

 

«Εἶπε στόν Κύριό μου ὁ Κύριος. Κάθισε στά δεξιά μου»[23].

 

Ὅταν ὁ Κύριός μας ἀνῆλθε στόν οὐρανό ὁ ναρχος Πατέρας Τόν τοποθέτησε στά δεξιά Του καί Τόν στεφάνωσε μέ τήν δόξα. Ὑπέφερε, πρέπει τώρα νά δοξασθεῖ : «Σέ κανένα ἀπό τούς ἀγγέλους δέν εἶπε ποτέ ὁ Θεός : Κάθισε στά δεξιά μου»[24]. Τόν προσκαλεῖ ἐπειδή «ταπεινώθηκε θεληματικά πακούοντας μέχρι θανάτου. Καί μάλιστα θανάτου σταυρικο. Γι’ ατό καί Θεός τόν νέβασε πολύ ψηλά καί το χάρισε τό νομα πού εναι πάνω π’ λα τά νόματα.Κι τσι, στό νομα το ησοῦ ὅλα τά πουράνια, τά πίγεια καί τά ποχθόνια θά προσκυνήσουν, καί κάθε γλώσσα θά μολογήσει τι Κύριος εναι ησος Χριστός,  γιά νά δοξάζεται τσι Θεός Πατέρας»[25].

 

Χαρίζει σ’ Ατόν νομα «τὸ ὑπὲρ πν νομα» μπροστά στό ποῖο θά κάμψει κάθε πίγεια (ἄνθρωποι), πουράνια (ἄγγελοι) καί καταχθόνια (δαίμονες) δύναμη[26].  ησοῦς χει σάν ποπόδιο τν ποδν Του ὑποτεταγμένους λους τούς χθρούς Του[27].

 

«Γιατί διος Χριστός πρέπει νά βασιλεύει σότου Θεός ποτάξει σ’ ατόν λους τους χθρούς»[28].

 

Ποῦ εἶναι οἱ βασιλεῖς τς γῆς, οἱ ρχοντες τοῦ κόσμου, οἱ ἐπηρμένοι σχυροί γιά τά πλούτη τους, τήν σοφία τους, τήν δύναμή τους καί τή δόξα τους; Οἱ αῶνες τούς κμηδένισαν καί Χριστός μένει εἰς τόν αἰῶνα «χθὲς καὶ σήμερα ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»[29]. Οἱ χθροί τῆς κκλησίας παρέρχονται. Ὁ Χριστός μως πάντα θριαμβεύει «ἐξῆλθεν νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»[30]. Ἀπολαμβάνει πό τήν τιμητική θέση Του τήν τελείωτη δόξα τοῦ Ορανοῦ.

 

* * * * *

 

2. Ὁ ησοῦς καθήμενος στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα

 

α΄. Βασιλεύει ὡς αἰώνιος καί ἀδιάδοχος Βασιλιάς.   

 

Ὁ Ἀρχάγγελος πού ἀνήγγειλε στήν Παρθένο Μαρία, ὅτι θά συλλάβει καί θά γεννήσει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ τῆς εἶπε ὅτι Αὐτός θά βασιλεύσει καί «τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος»[31]. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψη βλέπει αὐτή τήν ἐπιβεβαίωση τῶν λόγων, ὅτι ὁ Ἀναστάς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὑπέταξε ὅλες τίς πονηρές καί ἀντίθεες δυνάμεις, πού δέν εἶναι ἱκανές πλέον νά Τόν βλάψουν καί ἐπίσης δέν εἶναι ἱκανές νά βλάψουν καί τούς Μαθητές Του, τούς ὁποίους ἐνίσχυσε ὁ Κύριος μέ τούς λόγους του:

 

«Καί μή φοβηθεῖτε ατούς πού σκοτώνουν τό σμα, λλά δέν μπορον νά σκοτώσουν τήν ψυχή. ντίθετα, νά φοβηθετε ποιον μπορεi νά καταστρέψει ψυχή καί σμα στήν κόλαση»[32].

 

Ὁ Κύριος εἶναι ὁ βασιλέας τῶν λελυτρωμένων, τῶν ἐξαγορασμένων μέ τό Πανάγιο Αἷμα Του[33].

 

Οἱ πιστοί εὐχαριστοῦν τόν αἰώνιο Κύριο πού μέ τήν δύναμή Του καί τήν ἐξουσία Του τούς ἐλευθέρωσε ἀπό τήν πονηρή ἐξουσία, πού τούς εἶχε κρατήσει αἰχμάλωτους καί δεμένους.

 

«Κύριε, παντοκράτορα Θεέ, πο πάρχεις καί πρχες καί θά ρθες. Σ’ εχαριστομε πού νέλαβες τή δύναμή σου τή μεγάλη, κι τσι βασιλεία σου ρχισε»[34].

 

β΄. Μεσιτεύει ὡς αἰώνιος καί μοναδικός Ἀρχιερεύς

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει πανηγυρικά, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ μεσίτης μας στόν Θεό Πατέρα : «Γιατί ὁ Χριστός δέν μπῆκε στά ἅγια τῶν ἁγίων πού ἔχτισαν ἄνθρωποι καί πού εἶναι ἀπεικόνιση τοῦ οὐράνιου θυσιαστηρίου, ἀλλά στόν ἴδιο τόν οὐρανό, γιά νά παρουσιαστεῖ τώρα μπροστά στό Θεό, μεσιτεύοντας γιά μᾶς»[35] «Ὅπου μπῆκε πρίν ἀπό μας καί γιά χάρη μας ὁ Ἰησοῦς, ἀρχιερέας γιά πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ»[36]. Ὁ Ἰησοῦς προσέρχεται στόν θρόνο τοῦ Πατέρα δείχνοντάς Του τίς πληγές Του, καί τό αμα Του πού ἔχυσε γιά τήν φεση τν μαρτιν μας. Εἶναι πρεσβευτής μας, κπρόσωπός μας,  μ ε σ ί τ η ς  μ α ς, «γιατί νας εναι Θες κι νας μεσίτης μεταξ Θεο κα νθρώπων, νθρωπος ησος Χριστός»[37], διακηρύσσει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Μᾶς ποστηρίζει, ποσπᾶ χάριτες γιά μᾶς, μς συμφιλιώνει μέ τόν Θεό Πατέρα. Αὐτός δέχεται τίς προσευχές μας καί τίς προσφέρει στόν Θεό Πατέρα.

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ αὐτό τό μοναδικό μεσιτικό ἔργο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ πού στηρίζεται στήν Καινή Διαθήκη πού συνῆψε ὁ Θεός μέ τούς ἀνθρώπους διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ[38].

 

     Ἄν προσευχή μας δέν γίνεται στό νομά Του δέν εσακούεται. Καμμία χάρη δέν χορηγεῖται ν δέν περάσει πό κεῖνον. Οἱ προσευχές προσφέρονται στόν Θεό διά τοῦ ησοῦ Χριστοῦ. σοι παρακαλοῦν τόν Θεό, τό κάνουν στό νομα τοῦ Μεγάλου ρχιερέως Χριστοῦ, ὅπως διεκήρυξε «Κι ,τι ζητήσετε στό νομά μου γώ θά τό κάνω, στε δόξα το Πατέρα νά φανερωθε μέσω το Υο. Ἄν ζητήσετε κάτι στό νομά μου, γώ θά τό πραγματοποιήσω»[39]. Οὔτε οἱ Πατριάρχες, οτε οἱ Προφῆτες, οτε τά Σεραφείμ, οτε σύγκριτος Παρθένος Μαρία μποροῦν νά πλησιάσουν τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ ν ησοῦς δέν τούς εσαγάγει. Οἱ γιοι παρακαλοῦν γιά μᾶς βέβαια, λλά παρακαλοῦν ὅπως κι ἐμεῖς στό ὄνομα τοῦ ησοῦ καί εσακούονται στό ὄνομά Του. μεσιτεία Του εἶναι ἀποτελεσματική. Δέν ζητεῖ παρά μόνον λεος γιά μᾶς πού μᾶς δίνεται, ἐπειδή Ἐκεῖνος θυσιάσθηκε γιά μᾶς. Μέ τήν δύναμη τῆς θυσίας Του χορηγεῖται σέ μᾶς ἀπό τόν Θεό Πατέρα κάθε χάρη. Κι ὄχι μόνον μς συγχωρεῖ, λλά καί θά μς χορηγήσει τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας Του. Γι’ ατό τό Εαγγέλιο λέγει: «Κατόπιν τούς ὁδήγησε ἔξω ἀπό τήν πόλη ὡς τή Βηθανία, σήκωσε τά χέρια του καί τούς εὐλόγησε...καθώς τούς εὐλογοῦσε, ἄρχισε ν’ ἀπομακρύνεται ἀπ’ αὐτούς καί ν’ ἀνεβαίνει στόν οὐρανό»[40].

 

γ΄. Συναθροίζει τούς Μαθητές Του.

 

Κύριός μας ησοῦς Χριστός βρισκόμενος στόν οὐρανό  συγκεντρώνει τόν λαό Του στήν Ἐκκλησία καί ἑτοιμάζει θέση καί γιά μᾶς στόν οὐρανό. Εἶπε στούς Μαθητές Του στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ:

 

« Ἐγώ πηγαίνω νά σς τοιμάσω τόπο. Κι ταν πάω καί σς τοιμάσω τόπο, πάλι θά ’ρθῶ καί θά σς πάρω κοντά μου, στε που εμαι γώ νά εστε κι σες»[41]. «Κι που εμαι γώ, κε θά εναι κι δικός μου πηρέτης. Κι Πατέρας μου θά τιμήσει ποιον μέ πηρετε»[42]. Γιά τό θέμα αὐτό προσευχήθηκε καί παρακάλεσε τόν Θεό Πατέρα : «Πατέρα, ατοί πού μοῦ δωσες θέλω που εμαι γώ νά εναι κι κενοι μαζί μου, γιά νά μπορον νά βλέπουν τή δόξα τή δική μου, τή δόξα πού μοῦ χάρισες, γιατί μέ γάπησες προτο νά γίνει κόσμος»[43].

 

Ἀνέρχεται στόν ορανό γιά νά προετοιμάσει καί τή δική μας ἄνοδο καί θέση. Πόσο εναι παρηγορητικό γιά μᾶς! θέση μας εναι φυλαγμένη στόν ορανό. Ὁ ησοῦς μς τήν κρατ. Ἐμεῖς πού ἀγωνιζόμαστε στή γ ατή, ξέρουμε ὅτι μς ναμένει γιά νά ὁλοκληρώσουμε τήν μαρτυρία μας καί τόν ἀγώνα μας, γιά νά μᾶς ἀμοίψει ὅλους μαζί[44].

 

 «Γαλιλαοι, τί σταθήκατε καί κοιττε στόν ορανό;»[45] επαν δυό γγελοι στούς Μαθητές πού κστατικοί παρακολουθοῦσαν τόν ησοῦ Χριστό νά νέρχεται στόν ορανό. Σέ μς κκλησία σήμερα μς λέγει, κοιτάξτε στόν ορανό σέ κάθε δυσκολία σας, λλά καί συνάμα μάθετε μέ τίς θυσίες, μέ τήν προσπάθειά σας, μέ τούς γῶνες σας νά κερδίσετε  ατόν τόν οὐρανό. ησοῦς τοιμάζει γιά τόν καθένα μας κεῖ πάνω μία θέση, λλά γιά νά τήν ποκτήσουμε πρέπει πρτα νά τήν ἀξίζουμε κατά τό «οἷς δέδοται»[46]. Μέ μολυσμένη συνείδηση κανείς δέν μπορεῖ νά καθίσει στή θέση πού τοίμασε Ἰησοῦς[47]. κεῖ πού εἶναι ρχηγός πρέπει νά εἶναι καί οἱ Μαθητές Του. Ὁ Ἰησοῦς βρίσκεται στή δόξα τοῦ Παραδείσου. κεῖ πάνω μᾶς ναμένει. Ἐκεῖ ἐπάνω, κοντά Του εἶναι καί δική μας θέση. Ἄν βαδίσουμε στά χνη Του, θά φθάσουμε κεῖ πού βρίσκεται ἴδιος. «Τό νικητή θά τόν βάλω νά καθίσει μαζί μου στό θρόνο μου, πως κάθισα κι γώ νικητής μαζί μέ τόν Πατέρα μου στό θρόνο του. Ὅποιος χει ατιά ς κούσει τί λέει τό Πνεμα στίς κκλησίες»[48].

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 



[1] «᾿Εξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν» Λουκᾶ κδ΄, 50-53.

[2] «Καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἳ καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» Πράξεων α΄, 9-11.

[3] «Οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ ῾Ιεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου » Πράξεων α΄ 3-4.

Δηλαδή : «Μετά τό θάνατό του παρουσιάστηκε σ’ ατούς ζωντανός μέ πολλές ποδείξεις μφανιζόταν σ’ ατούς γιά σαράντα μέρες καί τούς μιλοσε σχετικά μέ τή βασιλεία το Θεο. Ἐνόσω ταν μαζί τους κι τρωγε, τούς παράγγειλε: «Μήν πομακρυνθετε πό τά εροσόλυμα, λλά νά περιμένετε πό τόν Πατέρα τήν κπλήρωση τς πόσχεσης, γιά τήν ποία σς μίλησα»

[4]  «Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω·
 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. ᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας
» Ἰωάννου ιζ΄, 4-8.

[5] Πρός Γαλάτας γ΄ 13, δ΄, 5.

[6] Πρός Ἑβραίους β΄, 14.

[7] «Πάτερ δόξασόν σου τὸν Υἱόν ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσει σε, ... καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί» Ἰωάννου ιζ΄, 2, 5.

Δηλαδή : «Ἐσύ το δωσες ξουσία πάνω σέ λους τους νθρώπους τσι θά δώσει κι ατός τήν αώνια ζωή σέ λους ατούς πού το μπιστεύτηκες....Τώρα λοιπόν σύ, Πατέρα, δόξασε μέ κοντά σ’ σένα μέ τή δόξα πού εχα κοντά σου προτο νά γίνει κόσμος»

[8] Πράξεων α΄, 12.

[9] Λουκᾶ κβ΄, 39-46.

[10] «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» Ἰωάννου ιζ΄, 11.

[11] «Καὶ γένετο ν τ ελογεῖν αὐτὸν ατοὺς διέστη π’ ατῶν καὶ νεφέρετο ες τὸν οὐρανὸν» Λουκᾶ κδ΄, 51.

[12] «Ἀναβὰς εἰς ὕψος, ἠχμαλώτευσεν αχμαλωσίαν» Πρός Ἐφεσίους δ΄, 8.

[13] «Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας, ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως. ὅτι Κύριος ὕψιστος, φοβερός, βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.  ὑπέταξε λαοὺς ἡμῖν καὶ ἔθνη ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν·  ἐξελέξατο ἡμῖν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ, τὴν καλλονὴν ᾿Ιακώβ, ἣν ἠγάπησεν, ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος. Ψάλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν, ψάλατε, ψάλατε τῷ βασιλεῖ ἡμῶν, ψάλατε,  ὅτι βασιλεὺς πάσης τῆς γῆς ὁ Θεός, ψάλατε συνετῶς. ἐβασίλευσεν ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ ἔθνη, ὁ Θεὸς κάθηται ἐπὶ θρόνου ἁγίου αὐτοῦ. ἄρχοντες λαῶν συνήχθησαν μετὰ τοῦ Θεοῦ ῾Αβραάμ, ὅτι τοῦ Θεοῦ οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς σφόδρα ἐπήρθησαν» Ψαλμοῦ μστ΄ (μζ΄) 1-10.

[14] «γένετο πλῆθος στρατις γγέλων μνούντων τὸν Θεόν καὶ λεγόντων· Δόξα ν ψίστοις Θε» Λουκᾶ β΄, 13.

[15] «Πορεύεσθε διὰ τῶν πυλῶν μου καὶ ὁδοποιήσατε τῷ λαῷ μου καὶ τοὺς λίθους τοὺς ἐκ τῆς ὁδοῦ διαρρίψατε· ἐξάρατε σύσσημον εἰς τὰ ἔθνη. ἰδοὺ γὰρ Κύριος ἐποίησεν ἀκουστὸν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς· εἴπατε τῇ θυγατρὶ Σιών· ἰδοὺ ὁ σωτήρ σοι παραγέγονεν ἔχων τὸν ἑαυτοῦ μισθὸν καὶ τὸ ἔργον πρὸ προσώπου αὐτοῦ. καὶ καλέσει αὐτὸν λαὸν ἅγιον, λελυτρωμένον ὑπὸ Κυρίου· σὺ δὲ κληθήσῃ ἐπιζητουμένη πόλις καὶ οὐκ ἐγκαταλελειμμένη...

τίς οὗτος ὁ παραγενόμενος ἐξ ᾿Εδώμ, ἐρύθημα ἱματίων ἐκ Βοσόρ, οὕτως ὡραῖος ἐν στολῇ βίᾳ μετὰ ἰσχύος; ἐγὼ διαλέγομαι δικαιοσύνην καὶ κρίσιν σωτηρίου. διατί σου ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια καὶ τὰ ἐνδύματά σου ὡς ἀπὸ πατητοῦ ληνοῦ; πλήρης καταπεπατημένης, καὶ τῶν ἐθνῶν οὐκ ἔστιν ἀνὴρ μετ᾿ ἐμοῦ...

Τὸν ἔλεον Κυρίου ἐμνήσθην, τὰς ἀρετὰς Κυρίου ἐν πᾶσιν, οἷς ἡμῖν ἀνταποδίδωσι· Κύριος κριτὴς ἀγαθὸς τῷ οἴκῳ ᾿Ισραήλ, ἐπάγει ἡμῖν κατὰ τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ. καὶ εἶπεν· οὐχ ὁ λαός μου τέκνα οὐ μὴ ἀθετήσωσι; καὶ ἐγένετο αὐτοῖς εἰς σωτηρίαν ἐκ πάσης θλίψεως αὐτῶν. οὐ πρέσβυς οὐδὲ ἄγγελος, ἀλλ᾿ αὐτὸς Κύριος ἔσωσεν αὐτοὺς διὰ τὸ ἀγαπᾶν αὐτοὺς καὶ φείδεσθαι αὐτῶν· αὐτὸς ἐλυτρώσατο αὐτοὺς καὶ ἀνέλαβεν αὐτοὺς καὶ ὕψωσεν αὐτοὺς πάσας τὰς ἡμέρας τοῦ αἰῶνος» (Ἡσαΐου ξβ΄10- ξγ΄ 3, 7-9)

Δηλαδή : «Βγεῖτε ἀπό τῆς πόλης μου τίς πύλες, τόν δρόμο καθαρίστε ἀπό τίς πέτρες καί ἑτοιμάστε τον γιά νά ἐπιστρέψει ὁ λαός μου. Σημαία ὑψῶστε νά τήν δοῦν σ’ὅλα τά ἔθνη. Γιατί ὁ Κύριος διακήρυξε μέχρι τά πέρατα τῆς γῆς: «Πεῖτε στήν πόλη τῆς Σιών: Δές, ἔρχεται ὁ σωτήρας σου! Φέρνει μαζί του τήν ἀνταμοιβή του: ὅλοι ὅσους ἔσωσε πορεύονται μπροστά του. Καί θά τούς ὀνομάσει «Λαό Ἅγιο» πού ὁ Κύριος τόν λύτρωσε, Κι ἐσένα, Ἱερουσαλήμ, θά σέ ὀνομάζουν «Πόλη Περιζήτητη» κι ὄχι πιά Ἐγκαταλειμμένη.

Ποιός εἶναι αὐτός πού ἔρχεται ἀπ’ τήν Ἐδώμ, ἀπ’ τή Βοσόρ, στά κόκκινα ντυμένος; Πόσο ὡραῖος εἶναι μέ τή στολή καί μέ τή βίαιη δύναμή του! Ἐγώ εἶμαι, ὁ Κύριος, πού ἐξαγγέλλω τή δικαιοσύνη καί ἔχω πάρει τήν ἀπόφαση  νά φέρω σωτηρία. Γιατί εἶναι κόκκινα τά ροῦχα σου, καί τά φορέματά σου σάν νά πάταγες στό πατητήρι; Μ’ ἔβαψε ὁλόκληρο ὁ χυμός τῶν πατημένων σταφυλιῶν.

Ὅλοι οἱ λαοί ἦταν ἐναντίον μου. Τήν εὐσπλαχνία τοῦ Κυρίου στοχάζομαι, τό μεγαλεῖο του σέ ὅλα αὐτά πού μᾶς χαρίζει.

Ὁ Κύριος εἶναι ἐπιεικής κριτής γιά τόν λαό τοῦ Ἰσραήλ· ὅ, τι μᾶς δίνει εἶναι ἀπ’ τήν ἀγάπη του κι ἀπ’ τήν πολλή του καλοσύνη.

Εἶπε ὁ Κύριος : «Παιδιά δικά μου δέν εἶν’ ὁ λαός μου; Πῶς γίνεται νά μ’ ἀρνηθοῦν;». Κι ἔτσι τούς ἔσωσε ἀπό κάθε τους θλίψη. Ὄχι ἕνας μεσολαβητής, οὔτε ἀγγελιαφόρος, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς ἔσωσε, γιατί τούς ἀγαπᾶ καί τούς φροντίζει. Αὐτός τούς λύτρωσε, τούς κράτησε στά χέρια του, τούς δόξασε ὅλα τά περασμένα χρόνια» .

[16] «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης» Ψαλμοῦ κγ΄ (κδ΄) 7.

[17] ««Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;» «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ» Ψαλμοῦ κγ΄ (κδ΄) 8) .

[18] «ξιός στι βασιλεῦσαι εἰς αἰώνας αἰώνων» Ἀποκαλύψεως ια΄, 15.

[19] Ματθαίου κε΄, 23.

[20] Ψαλμοῦ οζ’ (οη΄) 54.

[21]  Γενέσεως β΄, 3.

[22] Ἀποκαλύψεως  δ΄, 11.

[23] «Εἶπεν Κύριος τῷ Κυρίῳ μου κάθου κ δεξιν μου» Ψαλμοῦ ρθ΄ (ρι΄), 109, 1.

[24] «Πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου κ δεξιν μου» Πρός Ἑβραίους α΄, 13.

[25] «Ἔγινε ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» Πρός Φιλιππησίους β΄, 8-11.

[26] Πρός Φιλιππησίους β΄, 9.

[27] Λουκᾶ κ΄, 43.

[28] «Δεῖ γὰρ αὐτὸν βασιλεύειν ἄχρις οὗ ἂν θῇ πάντας τοὺς ἐχθροὺς ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ» Πρός Κορινθίους Α΄ ιε’, 25.

[29] Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 8.

[30] Ἀποκαλύψεως στ΄, 2.

[31] Λουκᾶ α΄, 33.

[32] «Καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ» Ματθαίου ι’, 28.

[33] «Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ἰδοὺ ὄχλος πολύς, ὃν ἀριθμῆσαι αὐτὸν οὐδεὶς ἐδύνατο, ἐκ παντὸς ἔθνους καὶ φυλῶν καὶ λαῶν καὶ γλωσσῶν, ἑστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου, περιβεβλημένους στολὰς λευκάς, καὶ φοίνικες ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν· καὶ κράζουσι φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἡ σωτηρία τῷ Θεῷ ἡμῶν τῷ καθημένῳ ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ τῷ ἀρνίῳ. καὶ πάντες οἱ ἄγγελοι εἱστήκεισαν κύκλῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν τεσσάρων ζῴων, καὶ ἔπεσαν ἐνώπιον τοῦ θρόνου ἐπὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ λέγοντες· ἀμήν· ἡ εὐλογία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ σοφία καὶ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἰσχὺς τῷ Θεῷ ἡμῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Καὶ ἀπεκρίθη εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων λέγων μοι· οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τὰς στολὰς τὰς λευκὰς τίνες εἰσὶ καὶ πόθεν ἦλθον; καὶ εἴρηκα αὐτῷ· κύριέ μου, σὺ οἶδας. καὶ εἶπέ μοι· οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καὶ ἔπλυναν τὰς στολὰς αὐτῶν καὶ ἐλεύκαναν αὐτὰς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου. διὰ τοῦτό εἰσιν ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καὶ λατρεύουσιν αὐτῷ ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ. καὶ ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου σκηνώσει ἐπ᾿ αὐτούς. οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι, οὐδ᾿ οὐ μὴ πέσῃ ἐπ᾿ αὐτοὺς ὁ ἥλιος οὐδὲ πᾶν καῦμα, ὅτι τὸ ἀρνίον τὸ ἀνὰ μέσον τοῦ θρόνου ποιμανεῖ αὐτούς, καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν» (Ἀποκαλύψεως ζ΄, 9-17).

Δηλαδή : «στερα μως π’ ατά, εδα να μέτρητο πλθος — πού κανείς δέν ταν σέ θέση νά τό μετρήσει — πό κάθε θνος, φυλή, λαό καί γλώσσα, νά στέκεται μπροστά στό θρόνο καί στό ρνίο. Φοροσαν λευκές στολές, κρατοσαν φοινικόκλαδα στά χέρια τους καί κραζαν μέ δυνατή φωνή: « σωτηρία εναι στά χέρια το Θεο μας, πού κάθεται στό θρόνο, καί το ρνίου!». λοι ο γγελοι πού στέκονταν γύρω πό τό θρόνο, πό τούς πρεσβυτέρους κι πό τά τέσσερα ντα, πεσαν μπροστά στό θρόνο μέ τά πρόσωπα καταγς καί προσκύνησαν τό Θεό, λέγοντας : «ληθινά, ελογία καί δόξα καί σοφία, εχαριστία καί τιμή καί δύναμη καί σχύς νήκουν γιά πάντα στό Θεό μας. μήν». Τότε νας πό τούς πρεσβυτέρους μου επε: «Ποιοῖ εναι ατοί πού φορον λευκή στολή κι πό πο ρθαν;» Κι γώ το επα: «Κύριέ μου, σύ ξέρεις». Τότε ατός μοῦ επε: «Ατοί εναι κενοι πού πέρασαν τό μεγάλο διωγμό· πλυναν τή στολή τους καί τή λεύκαναν μέ τό αμα το ρνίου. Γι’ ατό στέκονται μπρός στό θρόνο το Θεοκαί τόν λατρεύουν μέρα καί νύχτα στό ναό του. Κι ατός πού κάθεται στό θρόνο θά ’ναι πάντα μαζί τους. Δε θά πεινάσουν πιά, οτε ποτέ θά διψάσουν· δέ θά ποφέρουν πό τόν λιο οτε πό λλον καύσωνα. Tο ρνίο πού εναι στή μέση τοῦ θρόνου σάν καλός βοσκός θά τούς κατευθύνει. Καί θά τούς δηγήσει στήν πηγή τς ζως. Θεός θά ξαφανίσει κάθε δάκρυ πό τά μάτια  τους».

[34] «Εὐχαριστοῦμέν σοι, Κύριε ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὅτι εἴληφας τὴν δύναμίν σου τὴν μεγάλην καὶ ἐβασίλευσας» Ἀποκαλύψεως ια΄, 17.

[35] «Εἰσῆλθεν ὁ Χριστός, ἀντίτυπα τῶν ἀληθινῶν, ἀλλ' εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανόν, νῦν ἐμφανισθῆναι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ ἡμῶν» Πρός Ἑβραίους θ΄, 24.

[36] «ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσλθεν Ἰησοῦς, ... ρ χ ι ε ρ ε ύ ς  γ ε ν ό μ ε ν ο ς  εἰς τὸν αῶνα» Πρός Ἑβραίους στ΄, 20.

[37] «εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς ᾿Ιησοῦς» Πρός Τιμόθεον Α΄ β΄, 5.

[38] «Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς εἰς τὸ προσφέρειν δῶρά τε καὶ θυσίας καθίσταται· ὅθεν ἀναγκαῖον ἔχειν τι καὶ τοῦτον ὃ προσενέγκῃ. εἰ μὲν γὰρ ἦν ἐπὶ γῆς, οὐδ' ἂν ἦν ἱερεύς, ὄντων τῶν ἱερέων τῶν προσφερόντων κατὰ τὸν νόμον τὰ δῶρα,  οἵτινες ὑποδείγματι καὶ σκιᾷ λατρεύουσι τῶν ἐπουρανίων, καθὼς κεχρημάτισται Μωϋσῆς μέλλων ἐπιτελεῖν τὴν σκηνήν· ὅρα γάρ φησι, ποιήσεις πάντα κατὰ τὸν τύπον τὸν δειχθέντα σοι ἐν τῷ ὄρει· νυνὶ δὲ διαφορωτέρας τέτευχε λειτουργίας, ὅσῳ καὶ κρείττονός ἐστι διαθήκης μεσίτης, ἥτις ἐπὶ κρείττοσιν ἐπαγγελίαις νενομοθέτηται. εἰ γὰρ ἡ πρώτη ἐκείνη ἦν ἄμεμπτος, οὐκ ἂν δευτέρας ἐζητεῖτο τόπος. μεμφόμενος γὰρ αὐτοῖς λέγει· ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ συντελέσω ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ισραὴλ καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιούδα διαθήκην καινήν, οὐ κατὰ τὴν διαθήκην ἣν ἐποίησα τοῖς πατράσιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου· ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ διαθήκῃ μου, κἀγὼ ἠμέλησα αὐτῶν, λέγει Κύριος·  ὅτι αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ ᾿Ισραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν. καὶ οὐ μὴ διδάξουσιν ἕκαστος τὸν πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, λέγων· γνῶθι τὸν Κύριον· ὅτι πάντες εἰδήσουσί με ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν· ὅτι ἵλεως ἔσομαι ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι. ἐν τῷ λέγειν καινὴν πεπαλαίωκε τὴν πρώτην· τὸ δὲ παλαιούμενον καὶ γηράσκον ἐγγὺς ἀφανισμοῦ» (Πρός Ἑβραίους η΄ 3-13).

Δηλαδή : «Κάθε ἀρχιερέας ἐγκαθίσταται γιά νά προσφέρει στό Θεό δῶρα καί θυσίες γι’ αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά ἔχει κι αὐτός κάτι νά προσφέρει. Ἄν βέβαια ὁ Χριστός ἦταν κάτω στή γῆ, δέ, θά ἦταν κἄν ἱερέας, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἱερεῖς πού προσφέρουν σύμφωνα μέ τό νόμο τά δῶρα. Ἡ λατρεία πού προσφέρουν οἱ ἱερεῖς εἶναι ἀπεικόνιση καί σκιά τῆς ἐπουράνιας λατρείας, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή πού ὁ Θεός ἔδωσε στό Μωυσῆ, ὅταν θά ἔστηνε τή σκηνή. Πρόσεξε, τοῦ εἶπε ὁ Θεός, νά τά κάνεις ὅλα σύμφωνα μέ τόν τύπο πού σοῦ ὑποδείχτηκε ἐπάνω στό βουνό. Τώρα ὅμως ἡ ὑπηρεσία πού ἀνέλαβε ὁ Ἰησοῦς εἶναι τόσο ἀνώτερη ἀπό ἐκείνη τῶν ἱερέων, ὅσο ἀνώτερη εἶναι καί ἡ διαθήκη γιά τήν ὁποία αὐτός μεσιτεύει καί ἡ ὁποία βασίζεται σέ ἀνώτερες ὑποσχέσεις. Ἄν ἡ πρώτη ἐκείνη διαθήκη ἦταν τέλεια, δέν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη γιά δεύτερη. Γιατί ὁ Θεός στή Γραφή κατηγορεῖ τούς Ἰσραηλίτες, λέγοντας: Ἔρχονται ἡμέρες, λέει ὁ Κύριος ποῦ θά συνάψω καινούργια διαθήκη μέ τό λαό τοῦ Ἰσραήλ καί τό λαό τοῦ Ἰούδα, πού δέ θά εἶναι ὅμοια μέ τή διαθήκη πού ἔκανα μέ τούς προπάτορές τους, τότε πού τούς πῆρα ἀπό τό χέρι καί τούς ὁδήγησα ἔξω ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου. Αὐτοί ὅμως δέν ἔμειναν πιστοί στή διαθήκη μου,  κι ἐγώ τούς ἐγκατέλειψα, λέει ὁ Κύριος. Ἡ διαθήκη πού θά συνάψω μέ τό λαό τόν Ἰσραήλ  μετά τίς ἡμέρες ἐκεῖνες, λέει ὁ Κύριος, εἶναι ἡ ἑξῆς: Θά τοποθετήσω τό νόμο μου μέσα στό νοῦ τους καί θά χαράξω τίς ἐντολές μου μέσα στίς καρδιές τους. Ἐγώ θά εἶμαι γι’ αὐτούς Θεός, κι αὐτοί λαός μου. Καί δέν θά διδάσκει ὁ καθένας τό συμπολίτη του, οὔτε θά λέει ὁ καθένας στόν ἀδελφό του  «γνώρισε τόν Κύριο», γιατί ὅλοι θά μέ γνωρίζουν,   ἀπ’ τόν μικρότερο ὡς τόν μεγαλύτερο. Θα συγχωρήσω τήν ἀνυπακοή τους καί θά ξεχάσω πιά τίς ἁμαρτίες τους  καί τίς ἀνομίες τους. Τό νά μιλάει γιά «καινούργια διαθήκη», σημαίνει πώς ἔκανε παλαιά τήν πρώτη. Ὅ,τι παλιώνει καί γερνάει κοντεύει νά ἐξαφανιστεῖ».

«Καὶ διὰ τοῦτο διαθήκης καινῆς μεσίτης ἐστίν, ὅπως, θανάτου γενομένου εἰς ἀπολύτρωσιν τῶν ἐπὶ τῇ πρώτῃ διαθήκῃ παραβάσεων, τὴν ἐπαγγελίαν λάβωσιν οἱ κεκλημένοι τῆς αἰωνίου κληρονομίας.
ὅπου γὰρ διαθήκη, θάνατον ἀνάγκη φέρεσθαι τοῦ διαθεμένου· διαθήκη γὰρ ἐπὶ νεκροῖς βεβαία, ἐπεὶ μήποτε ἰσχύει ὅτε ζῇ ὁ διαθέμενος»
(Πρός Ἑβραίους θ΄ 15-17).

Δηλαδή : «Γι’ αὐτόν τό λόγο ὁ Χριστός εἶναι μεσίτης μίας νέας διαθήκης, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὅσοι ἔχουν κληθεῖ νά μετάσχουν στήν αἰώνια κληρονομιά θά πάρουν τό μερίδιο πού τούς ὑποσχέθηκε. Αὐτό μπορεῖ νά γίνει, ἐπειδή ὁ ἴδιος ὁδηγήθηκε στό θάνατο πού μᾶς ἀπάλλαξε ἀπό τίς παραβάσεις, πού εἶχαν γίνει τήν ἐποχή τῆς πρώτης διαθήκης. Γιατί ἡ διαθήκη ὑπάρχει ὅταν ἔχει πιστοποιηθεῖ ὁ θάνατος τοῦ διαθέτη. Μια διαθήκη ἰσχύει μόνο μετά τό θάνατο· δέν ἔχει ποτέ ἰσχύ ὅσο ζεῖ ὁ διαθέτης»

[39] «Ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ. ἐάν τι αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω» Ἰωάννου ιδ΄, 13-14.

[40] «πάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ ελόγησεν ατούς... καὶ νεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν» Λουκᾶ κδ΄, 50.

[41] «Πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε» Ἰωάννου ιδ΄, 2-3.

[42] «Ὅπου εμὶ ἐγώ ἐκεῖ καὶ διάκονος μὸς ἔσται καὶ ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ τιμήσει αὐτὸν ὁ πατήρ» Ἰωάννου ιβ΄, 26.

[43] «Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου» Ἰωάννου ιζ΄, 24.

[44] «Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν πέμπτην σφραγῖδα, εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον· καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς; καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί» (Ἀποκαλύψεως στ΄ 9-11).

Δηλαδή : «Ὅταν νοιξε τήν πέμπτη σφραγίδα, εδα κάτω πό τό θυσιαστήριο τίς ψυχές κείνων πού σφαγιάστηκαν γιά τό λόγο το Θεο καί γιά τή μαρτυρία πού δωσαν γιά τό ρνίο. Α’υτοί κραύγασαν μέ δυνατή φωνή: «ς πότε, πιτέλους, Δέσποτα γιε καί ληθινέ; Πότε θά ρθει κρίση σου; Πότε θά πάρεις πίσω τό αμα μας π’ τούς κατοίκους τς γ[ης;» Τότε δόθηκε στόν καθένα λευκή στολή, καί τούς επαν ν’ ναπαυτον λίγο κόμα, σπου νά συμπληρωθε ριθμός τν συνδούλων κι δελφν τους πού τούς μέλλεται νά θανατωθον πως κι κενοι»

[45] «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί στήκατε μβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν» Πράξεων α΄, 11.

[46] Ματθαίου ιθ΄, 11.

[47] ποκαλύψεως κβ΄, 15.

[48] « νικν (σέ ποιο νικ) βεβαιώνει, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ’ μοῦ ν τῷ θρόνῳ μου. ς κἀγω νίκησα καὶ κάθισα μετὰ τοῦ Πατρός μου ν τῷ θρόνῳ ατοῦ» ποκαλύψεως γ΄, 21.