logo

 

Ἡ μετάνοια καί ὁμολογία τοῦ Ληστοῦ

(ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ-29 Ἀπριλίου 2016)

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

«Ὁ ἄλλος στράφηκε σ’ αὐτόν, τόν ἐπιτίμησε καί τοῦ εἶπε: «Οὔτε τό Θεό δέ φοβᾶσαι ἐσύ; Δέν εἶσαι ὅπως κι ἐκεῖνος καταδικασμένος; Ἐμεῖς βέβαια δίκαια, γιατί τιμωρούμαστε γι’ αὐτά πού κάνομε· αὐτός ὅμως δέν ἔκανε κανένα κακό». Καί ἔλεγε στόν Ἰησοῦ: θυμήσου μέ, Κύριε, ὅταν ἔρθεις στή βασιλεία σου».[1]

Ἄν καί Σταυρωμένος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός γεμᾶτος πληγές, ταπεινωμένος ἀπό τήν μαστίγωση, ἐξουθενωμένος ἀπό τούς ἐμπαιγμούς, ἐν τούτοις ἐπέδειξε τήν παντοδυναμία τῆς θεότητός Του μέ δύο φιλάνθρωπες ἐνέργειές Του· πρῶτα ἄνοιξε τόν Παράδεισο, πού ἦταν κλεισμένος καί μετά ἔβαλε τόν Ληστή μέσα στόν Παράδεισο καί τόν ὁδήγησε πάλι στήν πατρική πόλη καί αἰώνια πατρίδα μας λέγοντας του: «Σέ βεβαιώνω πώς σήμερα κιόλας θά εἶσαι μαζί μου στόν παράδεισο»[2].

 

1. Ἡ σωτηρία τοῦ Ληστοῦ ἦταν ἔργο τῆς δυνάμεως καί φιλανθρωπίας τοῦ Σταυρωθέντος Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.  

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ σ’ ὅσους ἀποροῦν καί θαυμάζουν τά θαυμαστά ἔργα τοῦ Λυτρωτοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, λέγοντας ὅτι «Γιατί ν καί σταυρώθηκε σάν δύναμος νθρωπος, μως μέ τή δύναμη το Θεο εναι ζωντανός»[3] σύμφωνα μέ ὅσα εἶχε πεῖ σ’ Αὐτόν ὁ Κύριός μας, ὅταν Τόν παρακάλεσε νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τήν μάστιγα τοῦ σκόλοπα τῆς σαρκός του ὅτι « δύναμή μου φανερώνεται στήν πληρότητά της μέσα σ’ ατή τήν δυναμία»[4].

Ὁ Θεός ἀποκάλυψε στόν ἀπόστολο Παῦλο ὅτι ἡ δύναμή Του παρουσιάζεται τέλεια μέσα στήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Γι’ αὐτό ἐπάνω στόν Σταυρό, πού ἦταν ἀνθρωπίνως ἐξασθενημένος καί ἀδύναμος, ἔσωσε τόν Ληστή ὡς Θεός Ἰσχυρός. Ὅταν Τόν σταύρωναν, ὅταν Τόν κάρφωναν, ὅταν Τόν ἔβριζαν, ὅταν Τόν ἔφτυναν, ὅταν Τόν κακολογοῦσαν, ὅταν Τόν εἰρωνεύονταν, ὅταν ὅλοι Τόν ἐξευτέλιζαν, τότε Ἐκεῖνος ὡς Θεός Παντοδύναμος καί Φιλάνθρωπος Βασιλέας εἶχε τήν δύναμη νά κεδρίσει τήν πονηρή ψυχή τοῦ Ληστοῦ καί νά μήν ἀφήνει νά ἀπωλεσθεῖ ἀπό τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν πού εἶχε διαπράξει.

Σταυρωμένος συγκλόνισε τήν φύση, ράγισε τίς πέτρες ἀλλά συγκλόνισε καί ράγισε καί τήν ἀναισθητότερη καί σκληρότερη ἀπό τήν πέτρα ψυχή τοῦ Ληστοῦ καί τήν ἔκαμε πιό μαλακή καί εὔπλαστη ἀπό τό κερί. Ἔτσι ἀποδεικνύει τήν δύναμή Του καί τήν φιλανθρωπία Του καθιστώντας ἕνα Ληστή ἄξιο νά ἀπολαύσει τόν Παράδεισο.

Ὅταν ὁ Βασιλιάς τῶν Οὐρανῶν καλοῦσε τελῶνες καί πόρνες στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δέν τό ἔκαμε αὐτό γιά νά τούς ντροπιάσει καί νά τούς εὐτελίσει, ἀλλά γιά νά δείξει, ὅτι μποροῦν καί τελῶνες καί πόρνες καί ληστές νά ἀποδειχθοῦν ἄξιοι γι’ αὐτή τήν τιμή καί εὐεργεσία. Τό ἔκαμε γιά νά διαλύσει τήν ἀπόγνωση ἀπό τίς ψυχές τῶν ἁμαρτωλῶν, νά μή ἀπογοητεύονται πιστεύοντας ὅτι εἶναι ἀποκλεισμένοι καί ἀποξενωμένοι ἀπό τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ καί νά φιλοτιμηθοῦν νά μετανοήσουν καί νά ἀλλάξουν ζωή καί συμπεριφορά.

* * * * *

2. Ἡ συμπεριφορά τοῦ Ληστοῦ.

Ὁ Ληστής ἀξιώθηκε νά εἰσέλθει στόν Παράδεισο, δηλαδή νά σωθεῖ  ἐπειδή:

α΄. Ἔδειξε εὐγνωμοσύνη

Ὅταν ὁ ὄχλος τῶν Ἰουδαίων εἰρωνευόταν τόν Κυριό μας Ἰησοῦ Χριστό λέγοντάς Του «ἄλλους ἔσωσε ἑαυτόν οὐ δύναται σῶσαι»[5] ὁ Ληστής μέ εὐγνωμοσύνη Τοῦ εἶπε τό «Μνήσθητι μου Κύριε ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». [6]

Ἀπό ποῦ γνώριζε ὁ Ληστής τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν; Οὔτε μία λέξη Του δέν εἶχε ἀκούσει ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό οὔτε θαύματά Του εἶχε δεῖ, κι ὅμως Τόν ἀναγνώρισε καί Τόν ἀποκάλεσε Βασιλέα.

Ἔβλεπε τήν ἐπιγραφή πού εἶχε καρφωθεῖ ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι Του μέ τήν φράση «Ἰησοῦς Ναζωραῖος Βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων». Εἶχε ἀκούσει τήν κατηγορία τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Ἱερατείου, ὅτι ἔλεγε πώς εἶναι Βασιλιάς καί πείσθηκε ὅτι πράγματι εἶναι ὁ Βασιλιάς τῶν Οὐρανῶν. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ τόν ἐπεσκίασε κι αὐτός ἀμέσως ἀνταποκρίθηκε μέ τήν εὐγνωμοσύνη του.

β΄. Ἔδειξε σύνεση

Ὅταν ὁ ἄλλος συσταυρωμένος Ληστής εἰρωνευόταν τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό ἐκεῖνος τόν ἐπετίμησε λέγοντάς του «οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν;»[7].

Ἐνῶ καί οἱ δύο βρίσκονταν στό σταυρό ἐπειδή ἦσαν κακοῦργοι, ληστές, δέν εἶχαν ὅμως καί οἱ δύο τόν ἴδιο τέλος, ἀφοῦ ὁ ἕνας κληρονόμησε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν κι ὁ ἄλλος πῆγε στήν κόλαση.

Αὐτή εἶναι ἡ κρίση τοῦ κόσμου. Ὁ καθένας ἄνθρωπος παραλαμβάνει τήν θέση μόνος του ἀναλόγως μέ τήν τοποθέτησή του ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ κατά τήν προφητεία τοῦ Συμεών τοῦ Θεοδόχου :

«Αὐτός θά γίνει αἰτία νά καταστραφοῦν ἤ νά σωθοῦν πολλοί Ἰσραηλίτες. Θά εἶναι σημεῖο ἀντιλεγόμενο»[8].

 

γ΄. Ὁμολόγησε

Ὁ Ληστής ἐπάνω στό σταυρό ἔδειξε ταπείνωση, πίστη καί θάρρος, γενναιότητα καί συμπάθεια πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Ταπεινώθηκε ἀναγνωρίζοντας τίς πράξεις του καί ἀναλαμβάνοντας πλήρως τήν εὐθύνη τῶν κακουργιῶν του. Συμπόνεσε τόν Κύριο πού ἔπασχε ἄδικα καί ὑπέφερε ὑπομονετικά τά φρικτά βασανιστήριά Του. Ὁμολόγησε μέ θάρρος τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστός Θεό καί ἀθῶο παρά τό γαυριόν (μανιασμένο-ἐξαγρειωμένο) πλῆθος πού Τόν ἀπειλοῦσε καί Τόν ἔβριζε.

 

δ΄. Ἔγινε κατήγορος τοῦ ἑαυτοῦ του.

Ὁ Ληστής ἀπευθυνόμενος στόν ἄλλο Ληστή τοῦ εἶπε, ὅτι ἐμεῖς κι Αὐτός τιμωρηθήκαμε μέ τήν ἴδια ποινή. Ἀλλά ἐμεῖς δίκαια γιατί παθαίνουμε ὅπως ἀξίζει σ’ αὐτά πού κάναμε. Μ’ αὐτά τά λόγια ὁ Ληστής ἐφάρμοσε δύο ἐντολές τοῦ Κυρίου

«Μή κρίνετε ἵνα μη κριθῆτε»[9].

«Λέγε σύ τάς ἀνομίας σου πρῶτος ἵνα δικαιωθῆς» δηλαδή λέγε σύ τίς ἀνομίες σου πρῶτος γιά νά δικαιωθεῖς[10].

Μέ τά λόγια ξέπλυνε τίς ἁμαρτίες του. Κανείς δέν τόν ἀνάγκασε. Κανείς δέν τόν κατηγόρησε. Κανείς δέ τόν πρόσταξε. Ὁ ἴδιος ἔγινε κατήγορος τοῦ ἑαυτοῦ του. Γι’ αὐτό δέν εἶχε ἄλλο κατήγορο.  

Ὅταν κατηγόρησε τόν ἑαυτό του, ὅταν ἐξευτέλισε τήν συμπεριφορά του, ὅταν ἀπολογήθηκε μέ συμπάθεια γιά τόν Κύριο, τότε πῆρε τό θάρρος νά παρακαλέσει καί νά πεῖ «Μνήσθητι μου Κύριε ἐν τῇ βασιλεία σου».

Ὁ Ληστής γίνεται γιά ὅλους μας διδάσκαλός μας διδάσκοντάς μας νά μή κατηγοροῦμε καί νά μή καταδικάζουμε τούς ἀδελφούς μας, ἀλλά νά συμπονοῦμε γιά τά μαρτύρια καί τίς θλίψεις τους.  

Ὅταν μέ ταπείνωση ἀναλαμβάνουμε τίς εὐθύνες μας γιά τίς ἁμαρτίες μας τότε μόνο δικαιούμαστε νά ζητᾶμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νά μᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεός.

«Βλέπων ὁ λῃστής τόν ἀρχηγόν τῆς ζωῆς, ἐπί σταυροῦ κρεμάμενον, ἔλεγεν· Εἰ μή Θεός ὑπῆρχε σαρκωθείς, ὁ σύν ἡμῖν σταυρωθείς, οὐκ ἄν ὁ ἥλιος τάς ἀκτῖνας ἐναπέκρυψεν, οὐδέ ἡ γῆ σειομένη ἐκυμαίνετο. Ἀλλ’ ὁ πάντων ἀνεχόμενος, μνήσθητί μου. Κύριε, ἐν τῇ βασιελείᾳ σου»

 

«Ἐν μέσῳ δύο ληστῶν, ζυγός δικαιοσύνης εὑρέθη ὁ Σταυρός σου· τοῦ μέν καταγομένου εἰς ᾅδην, τῷ βάρει τῆς βλασφημίας, τοῦ δέ κουφιζομένου πταισμάτων, πρός γνῶσιν θεολογίας. Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι»

 

«Ἡ τοῦ ληστοῦ μετάνοια, τόν Παράδεισον ἐσύλησεν, ὁ δέ θρῆνος τῶν Μυροφόρων τήν χαράν ἐμήνυσεν· ὅτι ἀνέστης Χριστέ ὁ Θεός, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος»     

 



[1] «Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα αὐτῷ λέγων· οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε.καὶ ἔλεγε τῷ ᾿Ιησοῦ· μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» Λουκᾶ κγ΄ 40-42.

[2] «Σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔση ἐν τῷ παραδείσῳ» Λουκᾶ κγ΄ 43.

[3] «Ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας, ἀλλά ζῆ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ» Πρός Κορινθίους Β΄ ιγ΄ 4.

[4] «Ἡ γάρ δύναμις μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» Πρός Κορινθίους Β΄ ιβ΄ 9.

[5]  Λουκᾶ ιε΄ 31.

[6] Λουκᾶ κγ΄ 42.

[7] «Οὐδέ φοβῇ τόν Θεόν σύ;» Λουκᾶ κγ΄ 40. 

[8] «Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» Λουκᾶ β΄ 34

[9] Ματθαίου ζ΄ 1.

[10]  Ἡσαΐου μγ΄ 26.