logo

Ἰησοῦς Ναζωραῖος

ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων (Ἰωάννου ιθ΄ 19)

Ἐρωτήματα καί Ἀντιρρήσεις πολλῶν γιά τόν Ἐσταυρωμένο

(ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ-ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ 29 Ἀπριλίου 2016)

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 «Οἱ ουδαοι ζητον ς ποδείξεις θαύματα καί ο θνικοί φιλοσοφικές λήθειες. Ἐμεῖς μως κηρύττουμε τό σωτήρα Χριστό, καί μάλιστα σταυρωμένο-κήρυγμα παράδεκτο γιά τίς μεσσιανικές προσδοκίες τν ουδαίων καί νόητο γιά τίς ναζητήσεις τν θνικν· γι’ ατούς μως πού τούς κάλεσε Θεός, ουδαίους καί θνικούς, Χριστός πού κηρύττουμε εναι το Θεο δύναμη καί το Θεο σοφία»[1].

Δυσκολεύεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου νά ἑρμηνεύσει καί νά κατανοήσει τό θάνατο ἐπί σταυροῦ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ πεπερασμένη λογική του ἀποδεικνύεται ἀνίσχυρη νά ἐξιχνιάσει τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί νά δώσει ἀπαντήσεις σέ πλῆθος ἀποριῶν καί ἐρωτημάτων γιά τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Τήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου αὐτή ὁ Ἴδιος ὁ Θεός ἔρχεται νά διαλύσει ἀποκαλύπτοντας καί τόν σκοπό καί τό τρόπο τῶν ἐνεργειῶν Του. Ἔτσι λοιπόν αὐτό πού ἀδυνατοῦσαν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς πού ἔζησε καί σταυρώθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀλλά καί τῶν ἑπομένων γενεῶν νά ἐξηγήσουν, ἐξηγεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος φωτισμένος ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα μέ τό κήρυγμά του καί τίς ἐπιστολές του. Ἀπευθύνεται στούς εἰδωλολάτρες Κορινθίους τῆς ἐποχῆς του καί τούς ἐξηγεῖ γιατί σταυρώθηκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μέ σκοπό νά Τόν ἀποδεχθοῦν καί νά πιστέψουν σ’ Αὐτόν. Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου δίδει ἀπάντηση στούς Ἰουδαίους καί στούς εἰδωλολάτρες  

α΄. Οἱ Ἰουδαῖοι ἀπέρριπταν τόν Ἐσταυρωμένο Κύριο, τόν πάσχοντα Δοῦλο καί Ἐκλεκτό τοῦ Θεοῦ ἄν καί οἱ Προφῆτες ἀναφέρονταν σέ Πάσχοντα Μεσσία (Δαβίδ, Ἠσαΐας, Ἰεζεκιήλ), ἐπειδή ἕνας ἐσταυρωμένος δέν μπορεῖ νά εἶναι βασιλιάς τῶν Ἰουδαίων.

Ἀνέμεναν ἕνα βασιλιά ἔνδοξο καί πολεμιστή σχεδόν ἀήττητο σάν τόν Δαβίδ καί μεγαλοπρεπῆ σάν τόν Σολομώντα πού ζοῦσε μέσα στήν πολυτέλεια.

Ὁ Ἰησοῦς ἀπό τήν Ναζαρέτ δέν πληροῦσε τίς προϋποθέσεις πού οἱ ἴδιοι ἔθεταν, δέν ἀνταποκρινόταν στίς ἐσώτατες ἐπιθυμίες τους γιά ἕνα βασιλιά πού θά ἀνόρθωνε τό διαλυμένο βασίλειο τῶν Ἰουδαίων.

Ἡ ἀπογοήτευση τῶν Ἰουδαίων μετατράπηκε σέ εἰρωνία καί χλεύη πρός τόν Ἐσταυρωμένο

 «Μαζί μ’ αὐτούς κι οἱ ἄρχοντες κορόιδευαν καί ἔλεγαν: «Ἄλλους ἔσωσε, ἄς σώσει καί τόν ἑαυτό του, ἄν αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας ὁ ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ»[2].

Τήν ἴδια ἀντίρρηση προβάλλουν καί πολλοί σύγχρονοι πού ἀναμένουν ἀπό τόν Ἰησοῦ καί τήν Ἐκκλησία Του νά ἀνταποκριθεῖ στίς δικές τους ἐπιθυμίες.

Ὁ Κύριος ὅμως Ἰησοῦς Χριστός θέτει τά δικά Του χαρακτηριστικά τῆς βασιλείας Του. Ἀπορρίπτει τήν ἐγκόσμια δόξα καί ἰσχύ, ἐπειδή εἶναι μολυσμένη ἀπό τόν ἐγωϊσμό, τήν ἔπαρση, τήν ἀλαζονεία τῶν ἐξουσιαστῶν. Περιφρονεῖ τήν κίβδηλη μεγαλοπρέπεια ἐπειδή εἶναι ἀσταθής καί ρέουσα στερημένη τήν καθαρότητα τῆς θείας λαμπρότητας.

Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης περιγράφει τόν ἔνδοξο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό ὅπως Τόν εἶδε μέ εἰκόνες πού φανερώνουν τήν δόξα τοῦ
Ἁγίου καί Δικαίου καί Ἀληθινοῦ.

«Γύρισα πρός τά κεῖ νά δῶ ποιός μοῦ μιλοῦσε. Καί καθώς γύρισα, εἶδα ἑπτά λυχνοστάτες χρυσούς. Ἀνάμεσα στούς ἑπτά λυχνοστάτες εἶδα κάποιον πού ἐμοίαζε μέ ἄνθρωπο, ντυμένο μέ χιτώνα πού ἔφτανε ὡς τά πόδια του μ’ ἕνα χρυσό ζωνάρι πού τοῦ ἔζωνε τό στῆθος. Στό κεφάλι του οἱ τρίχες ἦταν κάτασπρες σάν ὁλόλευκο μαλλί ἤ σάν χιόνι καί τά μάτια του ἦταν σάν τή φλόγα τῆς φωτιᾶς. Τά πόδια του ἐμοίαζαν μέ χρυσάφι πυρωμένο σέ καμίνι. Ἡ φωνή του ἠχοῦσε σάν τή βουή τοῦ καταρράκτη. Στό δεξί του χέρι κρατοῦσε ἑπτά ἀστέρια, κι ἀπό τό στόμα του ἔβγαινε ἕνα αἰχμηρό δίκοπο σπαθί. Τό πρόσωπό του ἔλαμπε σάν τόν ἥλιο σ’ ὅλη του τή λαμπρότητα»[3].

Εἶναι ἡ ἴδια δόξα πού εἶδαν οἱ τρεῖς μαθητές Του καί Ἀπόστολοι στήν Μεταμόρφωση.

* * * * *

β΄. Ὁ Ἑλληνορωμαϊκός κόσμος ἀδυνατοῦσε νά παραδεχθεῖ ὡς βασιλιά ἕνα ἐξουσιοδοτημένο, τραυματισμένο, βυθισμένο στόν πόνο γεμᾶτο πληγές πού τιμωρήθηκε ὡς δοῦλος. Ἡ ἐπικρατοῦσα ἀντίληψη στόν εἰδωλολατρικό περιβάλλον τῆς Ρώμης ἦταν ὅτι ἡ ἰσχύς μετριέται μέ τίς λόγχες καί τήν ἀνελέητη βία. Ἡ ἀγέρωχη Ρωμαϊκή ἐξουσία δέν γνώριζε ὅτι μέ τήν ἀγάπη, τήν θυσία, τήν ταπείνωση, τήν ἀνοχή καί τήν συγχωρητικότητα διοικοῦνται οἱ ψυχές.

Ὁ Κύριος διακήρυξε ὅτι :

«Ἐγώ, ταν θά ψωθ πό τή γ, λους τούς νθρώπους θά τούς τραβήξω κοντά μου»[4].

 Ἀναβαίνοντας στόν σταυρό θά προσέλκυε ὅλους νά ὑποταχθοῦν στίς νέες ἀρχές καί ἀξίες, στόν νόμο τῆς πίστεως, στόν νόμο τῆς ἀγάπης, στόν νόμο τῆς δικαιοσύνης, στόν νόμο τοῦ ἐλέους. Ἀρχές καί ἀξίες πού ἀνέδειξαν μάρτυρες, ὁσίους, ἱεράρχες καί ἐνέπνευσε πλήθη ἀνθρώπων καί λαῶν.

* * * * *

γ΄. Ἀκόμη καί πολλοί, λεγόμενοι Χριστιανοί, δυσκολεύτηκαν καί δυσκολεύονται μέχρι σήμερα νά παραδεχθοῦν ὅτι ὁ Ἐσταυρωμένος εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ.

Ἄλλοι ἀμφισβήτησαν τήν θεότητά Του. Ἄλλοι ἀρνήθηκαν τήν ἀνθρωπότητά Του. Πολλοί τήν Μεσσιανικότητά Του. Συκοφάντησαν τό ἔργο Του. Ἀμφέβαλλαν γιά τά θαύματά Του. Εὐτέλισαν τήν διδασκαλία Του καί πολέμησαν τήν Ἐκκλησία Του. Ἐδίωξαν τούς Μαθητές Του. Ἀρνήθηκαν τίς ἐντολές Του. Χλεύασαν τό θέλημα τοῦ οὐράνιου Πατέρα Του. Ἀπέρριψαν τήν ἐξουσία Του προτιμώντας ἄλλους ἐξουσιαστές πού τούς κατατυρρανοῦν καί τούς καταπιέζουν.

* * * * *

Ὅμως ὁ Ἐσταυρωμένος γιά τούς πιστούς εἶναι ὁ Σωτήρας τους

«Ὁ Ὁποῖος ἔγινε γιά μᾶς πό τό Θεό σοφία δική μας καί δικαίωση καί ξαγιασμός καί πολύτρωση»[5].

Γι’  αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἀφαίρεσε τήν χλευαστική πινακίδα πού ἔγραψε ὁ Πιλᾶτος καί κάρφωσε ἐπάνω στό κεφάλι τοῦ Ἐσταυρωμένου Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοποθέτησε μία ἄλλη πινακίδα πού διακηρύττει τήν πίστης Της ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς εἶναι  

Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ



[1] « Ἐπειδὴ καὶ ᾿Ιουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ ῞Ελληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, ᾿Ιουδαίοις μὲν σκάνδαλον, ῞Ελλησι δὲ μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, ᾿Ιουδαίοις τε καὶ ῞Ελλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν» (Πρός Κορινθίους Α΄ α΄ 22-24).

[2] «Ἐξεμυκτήριζον δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες σὺν αὐτοῖς λέγοντες· ἄλλους ἔσωσε, σωσάτω ἑαυτόν, εἰ οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ τοῦ Θεοῦ ἐκλεκτός» Λουκᾶ κγ΄ 35.

[3] «Καὶ ἐκεῖ ἐπέστρεψα βλέπειν τὴν φωνὴν ἥτις ἐλάλει μετ᾿ ἐμοῦ· καὶ ἐπιστρέψας εἶδον ἑπτὰ λυχνίας χρυσᾶς, καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου, ἐνδεδυμένον ποδήρη καὶ περιεζωσμένον πρὸς τοῖς μαστοῖς ζώνην χρυσῆν· ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ καὶ αἱ τρίχες λευκαὶ ὡς ἔριον λευκόν, ὡς χιών, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς φλὸξ πυρός, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ, ὡς ἐν καμίνῳ πεπυρωμένοι, καὶ ἡ φωνὴ αὐτοῦ ὡς φωνὴ ὑδάτων πολλῶν, καὶ ἔχων ἐν τῇ δεξιᾷ χειρὶ αὐτοῦ ἀστέρας ἑπτά, καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ρομφαία δίστομος ὀξεῖα ἐκπορευομένη, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος φαίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ» Ἀποκαλύψεως α΄ 12-16.

[4] «Ἐάν ὑψωθῶ πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν» Ἰωάννου ιβ΄ 32.

[5] «Ὅς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις» Πρός Κορινθίους Α΄ α΄ 30.