logo

Η ΕΣΧΑΤΗ ΚΑΙ ΥΨΙΣΤΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Καισαριανῆς Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ
κ. Δανιήλ

τήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Κυρίου μας, ὑπάρχουν ἑπτά (7) βασικοί σταθμοί. Εἶναι τά ὁροθέσια στή ζωή τοῦ ‘δευτέρου’ καί ταυτοχρόνως ’ἐσχάτου Ἀδάμ’ κατά τήν Παύλειο θεολογία (Α’ Κοριν. iε’ 4,47). Πρόκειται γιά τά γεγονότα τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ μοναδικοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας μας τό ὁποῖο ἐπραγματοποίησε. Εἶναι: ἡ Γέννησις, τό Βάπτισμα, ὁ Πειρασμός στήν ἔρημο, ἡ Μεταμόρφωσις, ἡ Γεθσημανῆ, ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάστασις. Τά γεγονότα αὐτά ἀποτελοῦν δύο ὁμάδες. Ἀφ’ ἑνός ἡ Γέννησις, τό Βάπτισμα, ὁ Πειρασμός πού ἀφοροῦν στόν ‘δεύτερο Ἀδάμ’. Καί ἀφ’ ἑτέρου ἡ Γεθσημανῆ, ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάστασις πού ἀφοροῦν στόν ‘ἔσχατο Ἀδάμ’. Ἀνάμεσά τους ἡ Μεταμόρφωσις. Συνδέει τήν Γέννησιν καί τήν Φάτνη μέ τήν Ἀνάστασιν καί τό κενό μνημεῖο. Τό νόημα τῆς Μεταμορφώσεως τό ἀνακαλύπτουμε στήν Εὐαγγελική διήγησιν τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ γεγονότος.

1. Ὁ τόπος τῆς Μεταμορφώσεως

Οἱ τρεῖς συνοπτικοί Εὐαγγελιστές δέν ἀναφέρουν τό ὄνομα τοῦ ὄρους ἐπί τοῦ ὁποίου μετεμορφώθη ὁ Κύριος. Λέγουν μόνον ὅτι ὁ Κύριος ἀνέβασε τούς Μαθητές ‘εἰς ὄρος ὑψηλόν κατ’ ἰδίαν μόνους’ (Μάρκου θ¢ 2). Ἀπό τόν 132 (133)ο Ψαλμό καί τόν 88 (89)ο μᾶς εἶναι γνωστό, ὅτι τό ὄρος αὐτό εἶναι τό Θαβώρ. Ὡστόσον δέν ἔχει τόση σημασία νά προσδιορίσουμε τόν τόπο τοῦ γεγονότος, ὅσο τό νά προσέξουμε αὐτό τό ὁποῖο λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὅτι ὁ Κύριος ‘ἀνέβη εἰς τό ὄρος προσεύξασθαι’. Ἡ δέ Μεταμόρφωσις ‘ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτόν’ (θ’ 28-29). Αὐτό φανερώνει ἕνα πνευματικό τόπο. Ἡ προσευχή ἦταν ὁ τόπος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ προσευχή μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο, καθώς ἀντικατοπτρίζεται ἐπάνω του, ἡ δόξα καί ἡ λαμπρότητα τοῦ Κυρίου. Καί γιά νά βεβαιωθοῦμε γιά τήν ἀλήθεια αὐτή, ἄς θυμηθοῦμε τόν Μωυσῆ στό ὄρος Σινᾶ καί ὅτι τό δέρμα τοῦ προσώπου του εἶχε γίνει λαμπερόν, ἐνῷ ἐλάλει μετ' Αὐτοῦ, δηλαδή τοῦ Θεοῦ, (Ἔξοδος λδ’ 29).

Ἡ προσωπική μας μεταμόρφωσις πραγματοποιεῖται πάντα τήν ὥρα τῆς προσωπικῆς μας προσευχῆς πρός τόν Θεό καί Πατέρα μας.

2. Τό πρόσωπο πού μεταμορφώθηκε

Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς διηγεῖται, ὅτι τήν ὥραν κατά τήν ὁποίαν ὁ Κύριος προσηύχετο ἀλλοιώθηκε ἡ ὄψις τοῦ προσώπου του καί τά ἐνδύματά του ἔγιναν λευκά πού ἄστραφταν (θ’ 29). Αὐτός ἦταν ‘ὁ ἔνδοξος’ Κύριος κι ἔδειξε προκαταβολικῶς στούς μαθητές Του, πῶς θά ἦταν μετά ‘τήν ἔξοδόν του διά Σταυροῦ’, μετά τήν ἔξοδόν Του ἐκ τῆς ζωῆς διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου Του. Μία παρόμοια εἰκόνα περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψι βεβαιώνοντάς μας, γιά τήν κατάστασι τῆς δόξης στήν ὁποία εὑρίσκεται τώρα ὁ Κύριος, ὡς ἑξῆς: καί στράφηκα νά δῶ τήν φωνή πού μίλησε μαζί μου· καί καθώς στράφηκα εἶδα λυχνίες, καί στό μέσον ἀπό τίς λυχνίες εἶδα ἕναν, ὅμοιον μέ υἱόν ἀνθρώπου, ντυμένον μέ ποδήρη χιτῶνα, καί περιζωσμένον μέ χρυσαφένια ζώνη κοντά στούς μαστούς · τό κεφάλι του καί οἱ τρίχες ἦσαν λευκές σάν λευκό μαλλί, σάν χιόνι· καί τά πόδια του ὅμοια μέ χαλκολίβανο, σάν νά ἦσαν πυρακτωμένα μέσα σέ καμίνι· καί ἡ φωνή του σάν φωνή ἀπό πολλά νερά. Καί στό δεξί του χέρι εἶχε ἀστέρια· καί ἀπό τό στόμα του ἔβγαινε μιά κοφτερή δίστομη ρομφαία· καί ἡ ὄψη του ἔλαμπε ὅπως λάμπει ὁ ἥλιος μέσα στήν λαμπρότητά του (α’ 12-16). Οἱ εἰκόνες αὐτές καί τά στοιχεῖα τοῦ φωτός, τῆς λευκότητος, τῆς φωτιᾶς καί τά ἄλλα, εἶναι σύμβολα τῆς καθαρότητος καί τῆς ἁγιότητος. Ὅσιος, ἄκακος, ἀμόλυντος, ξεχωρισμένος ἀπό τούς ἁμαρτωλούς (Ἑβρ. Ζ’ 26), ἦταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, γι'αὐτό καί δοξάσθηκε κι ἔγινε ὑψηλότερος ἀπό τούς οὐρανούς (Ἑβρ. Ζ’ 26).

Ἡ θεολογία τῆς Μεταμορφώσεως συνέδεσε τήν πρᾶξιν καί τήν θεωρίαν, τήν ἀρετήν μέ τήν θέωσιν, τήν ἠθικήν μέ τήν ὀντολογίαν. Τήν σύζευξιν αὐτήν καί τό μακάριον τέλος τῆς ἐνθέου ζωῆς ἀναφέρουν οἱ ὕμνοι τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως ὅπως τό τρίτον ἑσπέριον στιχηρόν:

‘Εἰς ὄρος ὑψηλόν
μεταμορφωθείς ὁ Σωτήρ
τούς κορυφαίους ἔχων τῶν Μαθητῶν,
ἐνδόξως ἐξέλαμψας·
δηλῶν ὅτι οἱ τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν
διαπρέψαντες
καί τῆς ἐνθέου δόξης
ἀξιωθήσονται’.

3. Ἡ ἐπώδυνη ἔξοδος

Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι τήν ὥρα τῆς Μεταμορφώσεως ἐμφανίσθηκαν, μετά τοῦ Κυρίου ὁ Μωυσῆς καί ὁ Ἠλίας, νά συζητοῦν. Τό δέ θέμα τῆς συζητήσεώς των ἦταν ‘ἡ ἔξοδος αὐτοῦ ἧν ἔμελλεν πληροῦν ἐν Ἰερουσαλήμ’ (Λουκᾶ θ’ 31). Συζητοῦσαν γιά τό σταυρικό Του θάνατο. Γιατί ἄραγε αὐτή τήν ὥρα ὁ Κύριος ἐπέλεξε αὐτό νά συζητήσῃ μέ τούς δύο κορυφαίους ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Σέ λίγες μέρες θά ἄφηνε τόν κόσμον καί θά ἐπέστρεφε ‘ὅπου ἦν τό πρότερον’ στόν οὐρανό. Ἡ πορεία αὐτή διήρχετο ἀπό τά Ἰεροσόλυμα καί ἰδιαίτερα ἀπό τήν Γεθσημανῆ καί τόν Γολγοθᾶ. Ὁ σκοπός Του ἦταν νά γίνει ‘αἴτιος αἰωνίου σωτηρίας’ (Ἑβρ. Ε’ 9). ΓιÕ αὐτό ὅταν ἀνοίγουν τά μάτια τους οἱ τρεῖς Μαθητές, βλέπουν ‘αὐτόν τόν Ἰησοῦν μόνον’ (Ματθ. iζ’ 8). Βλέπουν τόν ‘ἐκλεγμένον Υἱόν’(Λουκᾶ θ’ 35). Μόνον Αὐτός καί λόγῳ τῆς ἁγιότητός Του, μποροῦσε μετά τήν Μεταμόρφωσιν νά ὑποστῇ τόν διά Σταυροῦ ἐξιλαστήριο γιά μᾶς θάνατο, στήν ‘ἀποκτείνουσα τούς προφῆτες καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ’ Ἰερουσαλήμ. (Ματθ. kγ’ 37).

4. Γιατί ἔφυγαν οἱ ἄλλοι δύο;

Ὅταν οἱ Μαθητές συνῆλθαν, διότι κατά τόν Εὐαγγελιστήν Λουκᾶν ‘ἦσαν βεβαρυμένοι ὕπνῳ’ καί διεγρηγόρησαν, διεπίστωσαν ὅτι οἱ δύο, ὁ Μωυσῆς καί ὁ Ἠλίας, εἶχαν ἀποσυρθεῖ. Εἶχε μείνει ὁ Κορυφαῖος. Ἐκεῖνος πού ἔδωσε τόν Νόμον καί συγχρόνως προφητεύθηκε. Οἱ δύο μέχρι αὐτήν τήν ὥραν ἐχρειάζοντο. Τώρα πού Ἑκεῖνος ἦταν παρών αὐτοί ἔφυγαν, ἀποσύρθηκαν. Καί τότε ἀκούσθηκε τό: ‘Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός ἐν ᾧ εὐδόκησα, αὐτοῦ ἀκούετε ‘ (Ματθ. Ιζ’ 5).

Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ Πατέρα εὐδόκησε νά προσλάβῃ μέσα στήν ὑπόστασι τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Του, τήν ἀνθρώπινη φύσιν καί ἔτσι, μέσα ἀπ’ αὐτή, ἕνα ἀπό τά πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, ἔγινε ἀληθινά ὁρατό καί στούς ἀνθρώπους καί στούς ἀγγέλους. Ἡ θεία εὐσπλαγχνία ἔκανε σάρκα τοῦ Λόγου τήν ἀνθρώπινη φύσιν. Καί ἡ σάρκα τοῦ Λόγου ἐφανέρωσε στούς ἀνθρώπους τόν Θεό καί τούς μετέδωσε πραγματικῶς τήν ζωή Του. Ἡ σάρκωσις εἰσάγει τόν Θεό στήν ἀνθρώπινη ἱστορία. Τοῦ δίδει τήν δυνατότητα νά δράσῃ μέσα στήν ἱστορία, ὄχι πιά μόνο μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του, ἀλλά προσωπικῶς. Καί ἔτσι νά νικήσῃ μέ δίκαιο τρόπο καί διά τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο, τόν θάνατο καί νά σώσῃ τόν ἄνθρωπο.

Ὁ Σωτῆρας ἦλθε. Κι ἐμεῖς τί πρέπει νά πράξουμε;

5. Ἄς κατανοήσουμε τόν Ἰησοῦν

Μᾶς τό φανερώνει ἡ πρός Ἑβραίους ἐπιστολή: Γι’ αὐτό, ἅγιοι ἀδελφοί, μέτοχοι οὐρανίου προσκλήσεως, κατανοήσατε τόν Ἀπόστολο καί Ἀρχιερέα τῆς ὁμολογίας μας, τόν Ἰησοῦν Χριστόν (γ’ 1). Εἶναι ἡ ὑψίστη καί κορυφαία προσφορά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Στήν παραβολή τοῦ ἀμπελῶνος, ὁ Κύριος ὑπογράμμισε, ὅτι ὁ Θεός Πατέρας Ἕναν Υἱόν ἀγαπητόν εἶχεν... καί ἀπέστειλεν αὐτόν ἔσχατον (Μάρκ. Ιβ’ 6).

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ τελευταία, ἡ ἐσχάτη καί ἡ ὑψίστη προσφορά τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλους μας, σέ σένα καί σέ μένα. Ἄλλη δέν θά ἀκολουθήσῃ, οὔτε θά ὑπάρξῃ.

Εἶναι τραγική ἀποκαρδίωσις, δίπλα μας νά συμβαίνουν συγκλονιστικά γεγονότα κι ἐμεῖς νά...κοιμώμαστε, ὅπως οἱ Μαθητές στήν Μεταμόρφωσι, ὅπως οἱ μωρές παρθένες στήν γνωστή παραβολή τοῦ Κυρίου.

Ὁ Χριστός σέ καλεῖ σέ ἀγῶνα κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν μέ μακάριο τέλος τήν ἔνθεη δόξα, τήν δόξα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Φέγγει τῶν ἀρετῶν
ἐκλάμποντες,
προσβῶμεν ἐν ὄρει τῷ ἁγίῳ,
ὀψώμενοι τήν θείαν
Κυρίου Μεταμόρφωσιν.