logo

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΣΑΡΚΩΣΕΩΣ
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη
Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ
κ. ΔΑΝΙΗΛ

«Θεός τό τεχθέν, ἡ δέ Μήτηρ Παρθένος.
Τί μεῖζον ἄλλο καινόν εἶδεν ἡ κτίσις;»

Διαλεγομένη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέ τόν σύγχρονον κόσμον κηρύττει τήν ὑπόθεσιν τῆς μεγάλης Δεσποτικῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων καί συγκαλεῖ ἅπαντες νά χαροῦν καί νά εὐφρανθοῦν, «ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱός, καί ἐδόθη ἡμῖν» (Ἡσαΐου θ' 6). Συγχρόνως ὅμως προσεύχεται κάμπτουσα τά γόνατα ἐνώπιον τοῦ Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δίνει ζωή καί ὕπαρξι σ᾽ ὅλα τά ὄντα, οὐράνια καί ἐπίγεια νά μπορέσουμε «μαζί μέ ὁλόκληρο τόν λαό τοῦ Θεοῦ νά συλλάβουμε ποιό εἶναι τό πλᾶτος καί τό μῆκος, τό βάθος καί τό ὕψος τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας καί νά γνωρίσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού ξεπερνάει κάθε ἀνθρώπινη γνώσι». (Ἐφεσ. γ' 14-19).

Ἐπειδή δέ οἱ Χριστιανοί ἑορτάζουμε τά λυτρωτικά καί σωτηριώδη γιά μᾶς γεγονότα τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας μέ ἔννοιες ἱερές καί σκέψεις θεοπρεπεῖς, σπουδάζουμε στούς μεγάλους διδασκάλους μας τούς ἱερούς Ἀποστόλους τούς αὐτόπτες καί ὑπηρέτες τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τούς λαβόντες «οὐρανίων μυστηρίων ἀποκάλυψιν» γιά νά μάθουμε ἀπ᾽ αὐτούς τήν «ἄγνωστη γνώσι» καί νά φωτισθοῦμε στήν διάνοιά μας. Ὁ θειότατος Ἀπόστολος Παῦλος ὁ οὐρανοβάμων θεολογῶν περί τό μυστήριον τῆς σαρκώσεως γράφει: «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος ἄν καί ἦταν Θεός, δέν θεώρησε τήν ἰσότητά του μέ τόν Θεό ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλά τά ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε δούλου μορφή κι ἔγινε ἄνθρωπος». (Φιλιπ. β' 5-7) Σ᾽ αὐτά θά προσθέσουμε καί τούς λόγους τοῦ κορυφαίου τῶν Ἀποστόλων, τοῦ Πέτρου: «Ἔτσι μᾶς ἔχει δώσει τίς πιό πολύτιμες καί τίς πιό μεγάλες ὑποσχέσεις, μέ τίς ὁποῖες θά γίνετε μέτοχοι τῆς θείας φύσεως, καί θά ἀποφύγετε τήν φθορά πού προκαλοῦν οἱ κοσμικές ἐπιθυμίες». (Β' Πέτρ. α' 4)

Ἐκ τούτων τῶν ἀποστολικῶν λόγων θά μπορούσαμε νά συνθέσουμε μιά τριλογία, τήν ἱερά τριλογία τοῦ μυστηρίου τῆς σαρκώσεως.

Α' Αὐταπάρνησις

Τό πρῶτο αὐτό στοιχεῖο τῆς θεολογικῆς τριλογίας τῆς σαρκώσεως ἀναφέρεται στήν ταπείνωσι ἤ κένωσι τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ.Ἀναφέρεται στήν προαιώνιο ὕπαρξί Του καί στήν κατάστασι τῆς δόξης Του πρίν σαρκωθεῖ καί ζήσει ἐπί τῆς γῆς ἄνθρωπος. Ὑπῆρχε μέ τήν μορφή τοῦ Θεοῦ. Ἦταν Θεός προαιώνιος, ἄναρχος καί δημιουργός τοῦ παντός κόσμου. Διαβάζουμε στό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν, ὅπου ὁμιλεῖ ὁ Υἱός ὡς προσωποποιημένη Σοφία: «Ἐγώ ἡ Σοφία... γεννήθηκα, ὅταν ἀκόμα δέν ὑπῆρχαν οἱ ἄβυσσοι, προτοῦ νά γίνουν οἱ πηγές οἱ νερομάνες. Πρίν νά θεμελιωθοῦνε τά βουνά καί πρίν ὑπάρξουν λόφοι, ἐγώ γεννήθηκα. Δέν εἶχε ἀκόμα κάνει τήν γῆ οὔτε τούς κάμπους οὔτε τόν πρῶτο κόκκο ἀπό τό σύνολο τοῦ σύμπαντος. Ἤμουν ἐκεῖ ὅταν στέριωνε τούς οὐρανούς, ὅταν χάραζε κύκλο τόν ὁρίζοντα στό πρόσωπο τοῦ ὠκεανοῦ· ὅταν ψηλά τά νέφη στέριωνε κι ὁρμητικά ἀναβρύζαν οἱ πηγές τῆς ἀβύσσου· ὅταν ἔβαζε ὅριο στή θάλασσα, ὥστε νά μή τό ξεπερνᾶνε τά νερά· ὅταν τῆς γῆς ἔβαζε τά θεμέλια. Τότε ἤμουν κοντά του σάν μικρό παιδί· κι ἤμουν καθημερινή του εὐχαρίστησι, ἐνῷ στήν παρουσία του χαιρόμουν ἀκατάπαυστα.» (η' 24-30) Στήν ἔνδοξη κατάστασι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πρίν σαρκωθεῖ ἀναφέρονται οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἰωάννης καί Παῦλος. Γράφει ὁ ἀγαπημένος μαθητής καί θεολόγος: «Ἀπ᾽ ὅλα πρίν ὑπῆρχε ὁ Λόγος κι ὁ Λόγος ἦταν μέ τόν Θεό, κι ἦταν Θεός ὁ Λόγος. Ἀπό τήν ἀρχή ἦταν αὐτός μέ τόν Θεό. Τά πάντα δι᾽ αὐτοῦ δημιουργήθηκαν... Αὐτός ἦταν ἡ ζωή». (Ἰωάν. α' 1-4) Ὕμνησε τόν προαιώνιο Λόγο καί ὁ Παῦλος γράφων πρός Κολοσσαεῖς: «Αὐτός εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ, πρίν ἀπό κάθε πλάσμα γεννημένος. Γιατί τά πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἦρθαν στήν ὕπαρξι... Ὑπάρχει αὐτός πρίν ἀπό καθετί κι αὐτός τά πάντα συγκρατεῖ, γιά νά μποροῦν νά ὑπάρχουν. Αὐτός ἡ κεφαλή τοῦ σώματος πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, αὐτός ἀρχή τῆς νέας ἀνθρωπότητας... Γιατί μέσα σ᾽ ἐκεῖνον ἔστερξε ἡ θεότητα ὁλάκερη νά κατοικήσει...» (α' 15-19) Γράφει δέ καί πρός Ἑβραίους: «Ὁ Θεός... σ᾽ αὐτούς ἐδῶ τούς ἐσχάτους καιρούς μίλησε σ᾽ ἐμᾶς μέσῳ τοῦ Υἱοῦ Του. Δι᾽ αὐτοῦ ὁ Θεός δημιούργησε τό σύμπαν καί τόν ὅρισε κληρονόμο τῶν πάντων. Αὐτός εἶναι ἡ ἀκτινοβολία τοῦ θεϊκοῦ μεγαλείου καί ἡ τέλεια ἔκφρασι τῆς θεϊκῆς ὑποστάσεως, κι αὐτός συγκρατεῖ τό σύμπαν μέ τήν θεϊκή δύναμι τοῦ λόγου Του.» (α' 2-3) Στήν προαιώνια ἔνδοξη κατάστασί Του ἀνεφέρθη πολλάκις ὁ Κύριος στούς τελευταίους λόγους τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του ὅπως: «Τώρα λοιπόν ἐσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σου μέ τήν δόξα πού εἶχα κοντά σου προτοῦ νά γίνει ὁ κόσμος». (Ἰωάν. ιζ' 5)

Ὡστόσον ὅλα αὐτά τά μεγαλεῖα τά ἀρνήθηκε. Κι ἔγινε θνητός ἄνθρωπος ὁ ἀθάνατος. Μετέλαβε σαρκός καί αἵματος ὁ εἰπών στήν Σαμαρείτιδα ὅτι «ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα» (Ἰωάν. δ' 24).

Β' Πρόσληψις

Ὁ Θεός λοιπόν ἔγινε ἄνθρωπος. Προσέλαβε τήν πτωχή, ἄδοξη καί ἔρημη φύσι μας γιά νά τῆς δώσει τιμή, ἀξία, εὐπρέπεια, δόξα, ἀθανασία, ἐλευθερία, ἁγιασμό, νά τήν ἀνεβάσει εἰς τήν κατάστασιν τῆς θεότητος. Γιά νά τό ἐπιτύχει αὐτό ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησε. «Ἐπειδή λοιπόν "τά παιδιά" αὐτά ἦταν ἄνθρωποι, ἔγινε κι ὁ Ἰησοῦς ἄνθρωπος... Ἔπρεπε λοιπόν νά γίνει σέ ὅλα ὅμοιος μέ τά ἀδέλφια του...» (Ἑβρ. β' 14, 17) Ὅπως τό προηγούμενο θέμα ἔτσι κι αὐτό τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπό τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπό τά σημαντικώτερα θέματα τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀφοῦ ἀναφέρεται ἀμέσως στήν ὑπόθεσι τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ σωτηρίας μας.

Σύμφωνα λοιπόν μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ προσέλαβε πλήρη, τελεία καί γνησία ἀνθρώπινη φύσι, ἀναμάρτητη, ἀπηλλαγμένη ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, γι αὐτό ἐξάλλου γεννήθηκε ἀπό Μητέρα Παρθένο, ἐκτός τῆς ἁμαρτίας. Εἶχε ψυχή καί σῶμα, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Δέν εἶχε ἁμαρτωλά πάθη, τά ὁποῖα καθιστοῦν τόν ἄνθρωπο ἄξιο κατακρίσεως καί τιμωρίας. Εἶχε δέ ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη, πεῖνα, δίψα, κόπωσι, ἱδρῶτα κλπ. γιά νά πιστοποιοῦν ὅτι ἄν καί διέφερε ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἀφοῦ ἦταν «ἅγιος, ἄκακος, ἀψεγάδιαστος, χωρίς καμμιά σχέσι μέ τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία» (Ἑβρ. ζ' 26) ἐν τούτοις ἦταν πραγματικός καί αὐθεντικός ἄνθρωπος.

Ἐκεῖνο ὅμως μέ τό ὁποῖο ἐκορύφωσε τήν ἐνέργειά Του αὐτή ὁ Θεός Λόγος εἶναι, ὅτι προσέλαβε τήν ἀνθρωπίνη φύσι καί συμμερίσθηκε τήν θέσι καί ἦλθε στήν κατάστασι τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ὁ ἀναμάρτητος, ὁ μή ποιήσας ἁμαρτίαν. Αὐτούς τούς ἱερούς συλλογισμούς διαβάζουμε στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου κεφ. 5 στίχοι 5-11.

Γ' Μετάδοσις

Μέ τήν αὐταπάρνησί Του ὁ Θεός Λόγος καί τήν πρόσληψι τῆς φύσεώς μας μᾶς μετέδωσε τίς τελειότητες τῆς θείας φύσεως καί μᾶς μετέφερε στήν κατάστασι, στήν ὁποία ζεῖ καί ὑπάρχει ἡ μακαρία φύσις τῆς Τρισυποστάτου θεότητος. Ποιές εἶναι αὐτές οἱ τελειότητες: ἡ ἁγιότητα, ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ παντοδυναμία, ἡ ἐλευθερία, ἡ ἀθανασία, ἡ μακαριότης, ἡ ἀφθαρσία καί ὅλες οἱ φυσικές ἰδιότητες τῆς Παναγίας Τριάδος.

Ἡ συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς θείας οὐσίας ἀπετέλεσε τό θέμα τοῦ Ἡσυχασμοῦ κατά τόν 14ον αἰῶνα. Τοῦτο λέγομεν μόνο, ὅτι εἰς αὐτές μετέχουν οἱ σφόδρα κεκαθαρμένοι. Κοινωνοῦντες δέ τῶν φυσικῶν τελειοτήτων τοῦ Θεοῦ θεοῦνται, καί γίνονται θεοί κατά χάριν. Ἡ δέ κοινωνία αὐτή γίνεται κατά συγκατάβασιν Θεοῦ. Μᾶς τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά κοινωνοῦμεν μαζί Του καί νά ἑνούμεθα μετ᾽ Αὐτοῦ.

Ὁ δέ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θεολογεῖ: «Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε γιά νά γίνωμε κοινωνοί τῆς θείας φύσεως καί μέτοχοι τῆς αἰωνιότητάς Του, καί νά φανοῦμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν, θεούμενοι μέσῳ τῆς θείας Χάρης. Γιά τήν θέωση αὐτή συστάθηκαν καί ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν τά ὄντα, καί γι᾽ αὐτήν τά μή ὄντα καρποφόρησαν καί γέννησαν τά ὄντα.» (μβ' κεφ. τῆς Γ' ἑκατοντάδος τῶν θεολογικῶν).

«Ἡμεῖς δέ ἀκαταπαύστως βοῶμεν·
Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη,
ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.»