logo

ΛΟΓΟΣ
ἐκφωνηθείς κατά τήν Συνοδική θεία Λειτουργία
τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας
στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου Ἀθηνῶν
13 Μαρτίου 2011
ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ
«Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

 

«Τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι' ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ » (Πρός Κορινθίους Β΄ β΄ 14)
Ἄς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός πού μᾶς ὁδηγεῖ πάντοτε σέ θριάμβους μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ καί κάνει μέ τό κήρυγμα μας νά διαδίδεται σάν ἄρωμα παντοῦ ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ.

Ἱερῶς καί εὐφροσύνως πανηγυρίζει ἡ ἁγία Ἐκκλησία σήμερα τήν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων (11 Μαρτίου 843 μ.Χ.), μέ τήν ὁποία τερματίσθηκε ἡ ὑπερεκατονταετής (727 ἕως 843 μ.Χ.) περίοδος ταραχῶν στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί διωγμῶν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί πνευματικότητος, κατά τήν ὁποία ἡ Πολιτεία εἰσῆλθε βιαίως στά ἐνδότερα τῆς Ἐκκλησίας ἀποπειραθεῖσα νά ἑρμηνεύσει τήν εὐαγγελική διδασκαλία καί νά ἐπιβάλει τήν ἄποψη της στήν ἐκκλησιαστική ζωή.

Οἱ εἰκονομάχοι αὐτοκράτορες ἔχοντες αἱρετικά φρονήματα ἀπεφάσισαν ἐκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις πού προκάλεσαν τήν ὀξύτατη ἀντιπαράθεση μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, πού εἶναι γνωστή ὡς εἰκονομαχική ἔρις. Συγκεκριμένως μέ διατάγματά τους συντομεύθηκε ἡ θεία Λειτουργία, καταργήθηκαν ἀγρυπνίες καί ἄλλες ἱερές Ἀκολουθίες, νηστεῖες καί ἑορτές, ἁπλοποιήθηκε ἡ ζωή τῶν Μοναστηριῶν, δημεύθηκε ἡ κτηματική περιουσία τους, περιορίσθηκε καί ὁρίσθηκε ὁ ἀριθμός τῶν Ἱερέων καί τῶν Μοναχῶν, ἡ ἐκλογή τῶν Ἐπισκόπων ὑποβλήθηκε στήν κύρωση τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Συμβουλίου. (Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἐκδοτικός οἶκος «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1959, σ.256-257).

Οἱ πιστοί ὑψώνουν εὐχαριστήριο αἶνο καί δοξολογία στόν Τριαδικό Θεό, πού ἐστήριξε τήν πίστη τους στήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν μαρτυρία τους γιά τόν θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως διεκήρυξε ἡ 7η Οἰκουμενική Σύνοδος 786/7μ.Χ.

Κρίναμε κατάλληλο στήν ἱερή καί λαμπρή σύναξή μας νά ἐμβαθύνουμε στήν οὐσία τῆς πανηγύρεως μέ ὁδηγό μας τόν ἀποστολικό λόγο πού προτάχθηκε στήν ὁμιλία μας. Θά ἀναζητήσουμε τό νόημα τῆς πανηγύρεως, ἔχοντες ὑπόψη μας τά ἱστορικά γεγονότα, πού εἶναι καταγεγραμμένα.

 

1. Θρίαμβος

Πρῶτο ἐπιβάλλεται νά προσδιορίσουμε τά χαρακτηριστικά αὐτοῦ τοῦ θριάμβου:

 

α΄ Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θρίαμβος κατά τοῦ ψεύδους. Πολλοί κατά καιρούς χρησιμοποίησαν τό ψεῦδος γιά νά ἐξαπατήσουν τούς πιστούς καί νά ἀλλοιώσουν τό ὀρθόδοξο φρόνημα. Ψεύδη, πλάνες, συκοφαντίες καί ἀπάτες ἐπεχείρησαν καί ἐπιχειροῦν νά νοθεύσουν μέ ἀλλότριες ἀπόψεις καί ἑτεροδιδασκαλίες τήν παραδοθεῖσα στούς ἁγίους πίστη (Ἰούδα 2) καί νά κλονίσουν τήν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων στόν ἀληθινό Θεό καί τόν αἰώνιο λόγο Του , στήν ἁγία Ἐκκλησία Του, στήν ἱερή εὐαγγελική διδασκαλία, στό ὀρθόδοξο ἦθος καί τήν «ἐν Χριστῷ» ζωή. Ὁ πόλεμος αὐτός κατά τῆς ἀληθείας τότε καί σήμερα, στό παρελθόν καί στό παρόν, διεξάγεται μέ πολλά προσχήματα. Ὁ σκοπός ὅμως εἶναι ἕνας νά συσκοτισθεῖ ἡ ἀλήθεια καί νά χαθεῖ τό κριτήριο γιά τό νόημα τῆς ζωῆς, ὥστε ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδή δέν θά στηρίζεται σέ σταθερές ἀρχές νά ζεῖ καί νά συμπεριφέρεται «μή ἔχων ἐλπίδα» (Πρός Θεσσαλονικεῖς δ΄ 13) καί νά παρασύρεται εὔκολα ἀπό διαφόρους ἐξουσιαστές.

Τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ὅσοι καί ὅποιοι καί ἄν τήν πολεμήσουν δέν θά κατορθώσουν νά τήν ἐξαλείψουν, διότι εἶναι τό φῶς τοῦ κόσμου καί θά εὑρίσκεται πάντοτε «ἐπί τήν λυχνίαν διά νά φέγγῃ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθαίου ε΄ 15).

 

β΄ Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θρίαμβος κατά τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία εἶναι προκλητική, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος παρασύρεται πλανώμενος εὔκολα γιά νά τήν διαπράξει (Πρός Ἑβραίους ιβ΄ 1). Ἡ ἁμαρτία ἐξαχρειώνει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος (Γεν. α΄ 27), ὁ ὁποῖος ἐνῷ πρέπει νά ἀντανακλᾶ τήν δόξα τοῦ Δημιουργοῦ του, αὐτός προσκτᾶται τίς θηριώδεις ἰδιότητες τῶν ἐπιρρύτων παθῶν. Μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πού ὁριοθετεῖ τήν ἀρετή καί τήν ἀλήθεια «ὁ τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν ἀμφίστομον μάχαιραν» (Πρός Ἐβραίους δ΄ 12) κατακόπτει τήν ἁμαρτία καί τήν ἐκριζώνει ἀπό τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ἀκυρωθεῖ ἡ δύναμη καί ἡ αὐθεντία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τότε καί ἡ ἁμαρτία δέν ἐλέγχεται, δέν ἀπαγορεύεται, δέν καταδικάζεται, «διά γάρ νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας» (Πρός Ρωμαίους γ΄ 20) καί «ἁμαρτία δέ οὐκ ἐλλογεῖται μή ὄντος νόμου» (Πρός Ρωμαίους ε΄ 13). Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἁγιάζει τίς ψυχές καί προσδίδει σ’ αὐτές τήν θεοειδῆ μορφή τοῦ Χριστοῦ (Πρός Γαλάτες δ΄ 19), πού εἶναι ἡ ἄχραντη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου (Πρός Κολοσσαεῖς α΄ 15).

Μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ἀποκαθιστᾶ ἡ Ἐκκλησία τό ἀνθρώπινο πρόσωπο κατά τό ἀρχέτυπό του αἴρουσα ἀπ’ αὐτό τό κάλυμμα τῶν παθῶν.

Πολλοί ὄχι μόνο τόν λόγο τοῦ Θεοῦ δέν ἀντέχουν νά ἀκούουν, ἀλλά καί τό βλέμμα Του ἐπάνω τους εἶναι βαρύ καί ἀβάσταχτο.

Γι’ αὐτό τό σύστημα τῶν πονηρευομένων πολεμεῖ τήν Ἐκκλησία, ὥστε νά μή γεννᾶ «ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Εὐαγγελίου» (Πρός Κορινθίους Α΄ δ΄15) τέκνα Θεοῦ. Ἀλλά πάντοτε θά θριαμβεύει ἡ ἀλήθεια καί θά ὑψώνεται ἡ ἁγιότητα πού ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἡ Ἐκκλησία θά προσάγει υἱούς καί θυγατέρες διά Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα.

γ΄ Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θρίαμβος κατά τοῦ θανάτου.

Ὁ θάνατος ἁπλώθηκε καί ἐπικράτησε στόν κόσμο γιά νά καταπιεῖ κάθε μορφή ζωῆς, πού ὁ Θεός δίδει. Εἶναι ἑπόμενο νά θέλει νά καταπιεῖ καί νά ἐξαφανίσει τήν Ἐκκλησία, πού γεννᾶ, τήν «ἐν Χριστῷ» ζωή, γιά νά κυριαρχήσει αἰώνια.

Ὁ Κύριος μας ὅμως διαβεβαίωσε μέ τόν ἀψευδέστατο λόγο Του, ὅτι «πῦλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσι τῆς Ἐκκλησίας» (Ματθαίου ιστ΄ 18) δηλαδή οὔτε ὁ θάνατος μπορεῖ νά ἐξαφανίσει τήν Ἐκκλησία.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας γιά νά στηρίξουν τήν «ἐν Χριστῷ» ζωή καί τήν ἐλπίδα τῶν πιστῶν ὑπέστησαν μαρτύρια, ἐξορίες, διωγμούς, ἀποκλεισμούς, φυλακίσεις, δημεύσεις, βασανισμούς, θάνατο, ἀλλά δέν ὑποτάχθηκαν στήν ἀσεβῆ ἐξουσία πού τούς δίωκε καί ἔμειναν σταθεροί ὑποστηρικτές τῆς ἀληθείας. Οἱ ἐχθροί καί διῶκτες τους χάρηκαν μία σύντομη ἐπιτυχία, ὅταν τούς δίωκαν ἤ τούς θανάτωναν, τήν φυσική ἐξόντωσή τους. Τελικῶς ὅμως ἡττήθηκαν ἀπό τήν ἡ δύναμη τῆς ἀλήθειας καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡττήθηκαν ὅπως οἱ σταυρωτές τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πού χάρηκαν μιά πρόσκαιρη καί ἀσήμαντη ἐπιτυχία, ὅταν σταύρωσαν καί θανάτωσαν τόν Κύριο τῆς δόξης Ἰησοῦ Χριστό καί τόν ἔθεσαν στόν τάφο γιά τρεῖς ἡμέρες καί ἡ νίκη τους διαλύθηκε ἀπό τήν αἰώνια δόξα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, ὥστε νά μή διαιωνίζει θάνατος τοῦ γένους τῶν βροτῶν.

Ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία θά γεννᾶ τούς «υἱούς τῆς ἀναστάσεως» (Λουκᾶ κ΄ 36). Θά ἐρωτᾶ καί θά ἐλέγχει μέ τό στόμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ποῦ σου θάνατε τό κέντρον; Ποῦ σου Ἅδη τό νῖκος;» (Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄ 55).

Ποῦ εἶναι θάνατε ἡ δύναμή σου; Ποῦ εἶναι ἡ ἐξουσία σου; Ποῦ εἶναι ἡ νίκη σου; Ὅλα ἐξαφανίσθηκαν μπροστά στόν Κύριο τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας.

Γι’ αὐτά πανηγυρίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό τόν θρίαμβο χαίρεται καί εὐφραίνεται.

 

2. Θρίαμβος μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ «ἐν τῷ Χριστῷ»

 

Ὁμολογοῦμε καί κηρύττουμε, ὅτι ἡ νίκη καί ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἔργο τῆς δυνάμεως τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ. Ὁ Θεός πού εἶναι ὁ Κύριος τῆς ἱστορίας καί κυβερνήτης τῆς ζωῆς ὁδηγεῖ τήν Ἐκκλησία Του σέ θριάμβους, σέ νίκες πνευματικές ἀπό τίς ὁποῖες ἀναδεικνύεται ἡ δύναμη τῆς πίστεως.

Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔγραψε σέ καιρούς χαλεπούς γιά τήν νίκη τῆς πίστεως στόν Ἰησοῦ Χριστό:

«Πᾶν τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τὸν κόσμον· καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν. τίς ἐστιν ὁ νικῶν τὸν κόσμον εἰ μὴ ὁ πιστεύων ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Ἰωάννου ε΄ 4-5).

Ἡ Ἐκκλησία θριαμβεύει καί νικᾶ κηρύττουσα τήν θεότητα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, προσκαλοῦσα τούς ἀνθρώπους νά ἑνωθοῦν μαζί Του μέ τά ἅγια Μυστήρια, ὥστε νά καθαρισθοῦν ἀπό τόν ρύπο τῆς ἁμαρτίας, νά ἀρθοῦν οἱ συνέπειες τῆς παραβάσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί τῆς παρακοῆς στό ἅγιο θέλημά Του, νά ἁγιασθοῦν καί νά δοξασθοῦν ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό στήν αἰώνια βασιλεία Του.

Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας ἑπομένως ὀφείλεται στήν ἔνδοξη ἐσχατολογική προοπτική τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τῆς ζωῆς, στήν δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἑνωθεῖ μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό κατά τήν διδασκαλία της. Αὐτή ἡ καταξίωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου νά ἑνωθεῖ μέ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ προκαλεῖ τήν ἀκλόνητη χαρά, τά πνευματικά σκιρτήματα, τήν θεία εὐφροσύνη.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Νικητής (Ἀποκαλύψεως γ΄ 12,21) πού ἐξῆλθε «νικῶν καί ἵνα νικήσει» (Ἀποκαλύψεως στ΄ 2). Αὐτός θριάμβευσε ὅταν ὑψώθηκε στόν σταυρό «ἀπεκδυσάμενος τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν παρρησίᾳ, θριαμβεύσας αὐτοὺς ἐν αὐτῷ » (Πρός Κολοσσαεῖς β΄15).

Μέ τήν δική Του δύναμη νικοῦν καί οἱ πιστοί, πού ζοῦν «ἐν Χριστῷ», ἐπειδή εἶναι ἑνωμένοι μαζί Του ἐνδυναμώνονται στούς ἀγῶνες τους ὑπέρ τῆς ἀληθείας, ἀνθίστανται στήν ματαιότητα καί φθορά τῆς ἁμαρτίας.

Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά ἡττηθεῖ ὁ Χριστός, τό ἴδιο εἶναι ἀδύνατο νά ἡττηθεῖ καί ἡ Ἐκκλησία πού εἶναι τό ἔνδοξο σῶμα Του, ὅπως θεολογεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος κηρύττοντας «ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καί μέλη ἐκ μέρους» (Πρός Κορινθίους Α΄ιβ΄ 27).

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἐπαναλαμβάνει πρός τούς διῶκτες Αὐτοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του, τούς λόγους Του πρός τόν πρώην διώκτη Του ἀπόστολο Παῦλο «σκληρόν σοι πρός κέντρα λακτίζειν» (Πράξεων κστ΄ 14).

Ἐκεῖνος ὁ ἀκάματος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου καί Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν διεκήρυττε πανηγυρικά πρῶτον μέν, ὅτι αἰσθανόταν ἰσχυρός νά κατορθώσει τά πάντα καί νά ἐπιτύχει τόν σκοπό τῆς ἀποστολῆς του ἀπό τήν κοινωνία καί τήν σχέση του μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό λέγοντας «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ » (Πρός Φιληππησίους γ΄ 13) καί δεύτερον δέ, ὅτι ἀποδεχόταν τόν διωγμό του γιά τόν Χριστό εὐχαρίστως γράφοντας «διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι » (Πρός Κορινθίους Β΄ ιβ΄ 10).

Αὐτά ἀποδεικνύουν, ὅτι ὅσο διώκεται ἡ Ἐκκλησία τόσο δοξάζεται. Ὅσο ὑβρίζεται τόσο λάμπει ἡ ἁγιότητά της. Ὅσο πολεμεῖται τόσο ἰσχυροτέρα ἀποδεικνύεται τῶν δυνάμεων πού Τήν πολεμοῦν.

 

Διαπνεόμενοι καί ἐμπνεόμενοι ἀπό αὐτό τό φρόνημα οἱ ἅγιοι Πατέρες μας διεξήγαγαν τούς ὑπέρ τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ ἀγῶνες καί δέν φοβήθηκαν ἀπειλές καί διωγμούς, στερήσεις καί θάνατο, διότι αἰσθάνονταν ἰσχυροί, ἐπειδή ζοῦσαν ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἑκκλησία ποτέ δέν ἡττήθηκε, οὔτε θά ἡττηθεῖ.

Εἶναι εὔκαιρο καί γιά τήν ἀνάγκη τῆς πανηγύρεώς μας νά ἀναφέρουμε τούς λόγους τοῦ ἁγίου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου πού ἐξαίρουν πανηγυρικότατα τό ἀήττητο καί ἀκλόνητο τῆς Ἐκκλησίας:

«Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία· πολεμουμένη νικᾷ· ἐπιβουλευομένη περιγίνεται· ὑβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα, καί οὐ καταπίπτει ὑπό τῶν ἑλκῶν· κλυδωνίζεται, ἀλλ’ οὐ καταποντίζεται· χειμάζεται, ἀλλά ναυάγιον οὐχ ὑπομένει· παλαίει, ἀλλ’ οὐχ ἡττᾶται· πυκτεύει, ἀλλ’ οὐ νικᾶται. Διά τί οὖν συνεχώρησε τό πόλεμον ; Ἵνα δείξῃ λαμπρότερον τό τρόπαιον». (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθείς Εὐτρόπιος ἀπεσπάσθη, καί περί παραδείσου καί Γραφῶν, καί εἰς τό «Παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου» , P.G. 52,398).

Δηλαδή: «Τέτοιο μεγαλεῖο ἔχει ἡ Ἐκκλησία. Ὅταν τήν πολεμοῦν, νικάει· ὅταν τήν ἐπιβουλεύονται, θριαμβεύει· ὅταν τήν βρίζουν, γίνεται λαμπρότερη· δέχεται τραύματα καί δέν πέφτει ἀπό τίς πληγές· κλυδωνίζεται, ἀλλά δέν καταποντίζεται · δοκιμάζεται ἀπό τρικυμίες, ἀλλά δέν ὑφίσταται ναυάγιο· παλεύει, ἀλλά μένει ἀήττητη· ἀγωνίζεται, ἀλλά δέν νικιέται. Γιατί λοιπόν ἐπέτρεψε τόν πόλεμο; Γιά νά δείξει πιό λαμπρό τρόπαιο ».

«Σκληρὸν γάρ σοι πρὸς κέντρα ὀξέα λακτίζειν. Οὐκ ἀμβλύνεις τὰ κέντρα, ἀλλὰ τοὺς πόδας αἱμάσσεις· ἐπεὶ καὶ τὰ κύματα τὴν πέτραν οὐ διαλύει, ἀλλ' αὐτὰ εἰς ἀφρὸν διαλύονται. Οὐδὲν Ἐκκλησίας δυνατώτερον, ἄνθρωπε. Λῦσον τὸν πόλεμον, ἵνα μὴ καταλύσῃ σου τὴν δύναμιν· μὴ εἴσαγε πόλεμον εἰς οὐρανόν. Ἄνθρωπον ἐὰν πολεμῇς, ἢ ἐνίκησας, ἢ ἐνικήθης. Ἐκκλησίαν δὲ ἐὰν πολεμῇς, νικῆσαί σε ἀμήχανον· ὁ Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ πάντων ἰσχυρότερος. Μὴ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον; μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν; Ὁ Θεὸς ἔπηξε, τίς ἐπιχειρεῖ σαλεύειν; Οὐκ οἶσθα αὐτοῦ τὴν δύναμιν. Ἐπιβλέπει ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ποιεῖ αὐτὴν τρέμειν· κελεύει, καὶ τὰ σειόμενα ἡδράζετο. Εἰ τὴν πόλιν σαλευομένην ἔστησε, πολλῷ μᾶλλον τὴν Ἐκκλησίαν στῆσαι δύναται. Ἡ Ἐκκλησία οὐρανοῦ ἰσχυροτέρα· Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι. Ποῖοι λόγοι; Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ μου τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. Εἰ ἀπιστεῖς τῷ λόγῳ, πίστευε τοῖς πράγμασι. Πόσοι τύραννοι ἠθέλησαν περιγενέσθαι τῆς Ἐκκλησίας; πόσα τήγανα; πόσοι κάμινοι, θηρίων ὀδόντες, ξίφη ἠκονημένα; καὶ οὐ περιεγένοντο. Ποῦ οἱ πολεμήσαντες; Σεσίγηνται καὶ λήθῃ παραδέδονται. Ποῦ δὲ ἡ Ἐκκλησία; Ὑπὲρ τὸν ἥλιον λάμπει » (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Πρό τῆς ἐξορίας, P.G. 52,428)

 

Δηλαδή: «Εἶναι σκληρό γιά σένα νά κλωτσᾶς πρός μυτερά καρφιά. Δέν χαλᾶς τήν αἰχμή τῶν καρφιῶν, ἀλλά τά πόδια ματώνεις· ἐπειδή καί τά κύματα δέν διαλύουν τήν πέτρα, ἀλλά αὐτά διαλύονται σέ ἀφρό. Τίποτε δέν εἶναι δυνατότερο ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἄνθρωπε…Ἐάν ἔχεις πόλεμο μέ ἕναν ἄνθρωπο, ἤ νίκησες ἤ νικήθηκε. Ἀλλά ἐάν ἔχεις πόλεμο μέ τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἀδύνατο νά νικήσεις. Ὁ Θεός στερέωσε, ποιός εἶναι δυνατό νά κλονίσει. Δέν γνωρίζεις τήν δύναμή του; Ρίχνει ἕνα βλέμμα πάνω στήν γῆ καί τήν κάνει νά τρέμει. Δίνει μία ἐντολή, καί ἐκεῖνα, πού σείονται, στερεώνονται. Ἐάν τήν πόλη, πού σείεται ἀπό τόν σεισμό, κράτησε ὄρθια, πολύ περισσότερο μπορεῖ νά κρατήσει ὄρθια τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἰσχυρότερη τοῦ οὐρανοῦ. “ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ θά παρέλθουν, οἱ δέ λόγοι μου δέν θά παρέλθουν”. Ποῖοι λόγοι; “Σύ εἶσαι Πέτρος καί πάνω στόν βράχον αὐτόν (τῆς ἀληθινῆς πίστεως, πού ὠμολόγησες, γενόμενος μέ τήν ὁμολογία αὐτή ὁ πρῶτος λίθος τῆς πνευματικῆς μου οἰκοδομῆς), θά οἰκοδομήσω τήν Ἐκκλησία μου, ὁ θάνα τος καί οἱ ὀργανωμένες δυνάμεις τοῦ κακοῦ δέν θά ὑπερισχύσουν καί δέν θά κατανικήσουν τήν Ἐκκλησία”. Ἐάν πιστεύεις στόν λόγο, νά πιστεύεις στά πράγματα. Πόσοι τύραννοι θέλησαν νά νικήσουν τήν Ἐκκλησία; Πόσα τηγάνια χρησιμοποιήθηκαν γιά αὐτό; Πόσα καμίνια; Δόντια ἀγρίων θηρίων, ἀκονισμένα ξίφη; Καί παρόλα αὐτά δέν νίκησαν. Ποῦ εἶναι ὅσοι πολέμησαν τήν Ἐκκλησία; Δέν γίνεται πλεόν λόγος γιά αὐτούς καί ἔχουν λησμονηθεῖ. Ποῦ εἶναι δέ ἡ Ἐκκλησία; Λάμπει περισσότερο ἀπό τόν ἥλιο».

«Ἀκουέτωσαν Ἕλληνες, ἀκουέτωσαν Ἰουδαῖοι τὰ κατορθώματα ἡμῶν καὶ τὴν προεδρίαν τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπὸ πόσων ἐπολεμήθη ἡ Ἐκκλησία, ἀλλ' οὐδέποτε ἐνικήθη; πόσοι τύραννοι; πόσοι στρατηγοί; πόσοι βασιλεῖς; Αὔγουστος, Τιβέριος, Γάϊος, Κλαύδιος, Νέρων, ἄνθρωποι λόγοις τετιμημένοι, δυνατοί, τοσαῦτα ἐπολέμησαν ἀκμὴν νεάζουσαν, ἀλλ' οὐκ ἐξερρίζωσαν· ἀλλ' οἱ μὲν πολεμήσαντες σεσίγηνται καὶ λήθῃ παραδέδονται, ἡ δὲ πολεμηθεῖσα τὸν οὐρανὸν ὑπεραίρει. Μὴ γάρ μοι τοῦτο ἴδῃς ὅτι ἐν γῇ ἕστηκεν ἡ Ἐκκλησία, ἀλλ' ὅτι ἐν οὐρανῷ πολιτεύεται; Πόθεν τοῦτο δῆλον; Δείκνυσι τῶν πραγμάτων ἡ ἀπόδειξις. Ἐπολεμήθησαν ἕνδεκα μαθηταὶ καὶ ἡ οἰκουμένη ἐπολέμει· ἀλλ' οἱ πολεμηθέντες ἐνίκησαν καὶ οἱ πολεμήσαντες ἀνῃρέθησαν· τὰ πρόβατα τῶν λύκων περιεγένοντο. Εἶδες ποιμένα τὰ πρόβατα ἐν μέσῳ τῶν λύκων ἀποστέλλοντα, ἵνα μηδὲ τῇ φυγῇ τὴν σωτηρίαν πορίσωνται; Ποῖος ποιμὴν τοῦτο ἐργάζεται; Ἀλλ' ὁ Χριστὸς » (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐκ τῆς 4ης ὁμιλίας αὐτοῦ εἰς τό χωρίον Ἡσαΐου στ΄1, P.G. 56, 121-122).

Δηλαδή: «Ἄς ἀκούουν ὅλοι τά κατορθώματα μας καί τήν πρωτοκαθεδρία (τά πρωτεῖα) τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό πόσους πολεμήθηκε ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά ποτέ δέν νικήθηκε; Πόσοι τύραννοι; Πόσοι στρατηγοί ; Πόσοι βασιλεῖς ; Ὁ Αὔγουστος, ὁΤιβέριος, ὁ Γάϊος, ὁ Κλαύδιος, ὁ Νέρων, ἄνθρωποι τιμώμενοι γιά τήν μόρφωσή τους, δυνατοί τόσο πολύ (τήν) πολέμησαν, ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμη στήν νεανική της ἡλικία, ἀλλά δέν τήν ἐξερίζωσαν. Ἀλλά ἐκεῖνοι πού τήν πολέμησαν, δέν ἀκούονται πλέον καί ἔχουν λησμονηθεῖ, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία πού πολεμήθηκε ὑψώνεται ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί νά μήν κοιτάξεις αὐτό, ὅτι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται στήν γῆ ἀλλά ὅτι ἔχει τό πολίτευμά της στόν οὐρανό. Ἀπό ποῦ εἶναι φανερό αὐτό; Τό δείχνει ἡ ἀπόδειξη τῶν πραγμάτων. Πολεμήθηκαν ἕντεκα μαθητές καί ἡ οἰκουμένη πολεμοῦσε, αὐτοί δέ πού πολεμήθηκαν νίκησαν, ἐνῶ αὐτοί πού πολέμησαν καταλύθηκαν (ἀφανίσθηκαν). Τά πρόβατα νίκησαν τούς λύκους. Εἶδες ποιμένα νά ἀποστέλλει πρόβατα ἀνάμεσα σέ λύκους, γιά νά μήν σωθοῦν οὔτε μέ τήν φυγή. Ποιός ποιμένας τό κάνει αὐτό; Ὁ Χριστός.»

Ἡ πεποίθηση αὐτή χαλιβδώνει τήν θέληση τῶν πιστῶν πού χειμάζονται ἀπό τυράννους καί δυνάστες, ἀπό διῶκτες καί ἐπίβουλους νά προτιμήσουν νά μείνουν ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό παρά νά χωρισθοῦν ἀπ’ Αὐτόν καί νά ἔχουν πρόσκαιρη ἀπόλαυση καί ἄνεση.

 

3. Θρίαμβος εἶναι ἡ φανέρωση τῆς γνώσεως αὐτοῦ, ἡ γνώση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

 

Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἀγωνίσθηκαν γιά νά δώσουν στούς ἀνθρώπους τήν δυνατότητα νά γνωρίσουν τόν Ἰησοῦ Χριστό κατά τήν μαρτυρία τῶν μαρτύρων τῆς ἐνσάρκου ζωῆς καί παρουσίας Του στόν κόσμο, δηλαδή τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Μέ τούς ἀγῶνες τους διαφύλαξαν ἀναλλοίωτη καί ἀνόθευτη αὐτή τήν μαρτυρία καί ἐμπειρία τους καί ἐκάλεσαν τούς ἀνθρώπους νά γνωρίσουν τόν Ἰησοῦ Χριστό καί νά ἑνωθοῦν μαζί Του, νά ζήσουν δηλαδή «ἐν Χριστῷ».

Ὁ σκοπός τῆς διακονίας καί ἀποστολῆς τῶν Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά καταρτίσουν τούς πιστούς, ὥστε νά ἀποκτήσουν τήν ἐπίγνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἀποστολικό λόγο:

«Αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ » (Πρός Ἐφεσίους δ΄ 11-13).
Ἑπομένως ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας συνίσταται στό ὅτι πάντοτε θά κηρύττει τήν σωτήρια γνώση καί οὐδείς θά δύναται νά ἐμποδίσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ νά τρέχει, νά διαδίδεται καί νά δοξάζεται, διότι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» (Πρός Τιμόθεον Β΄ β΄ 9) ἔστω κι ἄν οἱ κήρυκες αὐτοῦ τοῦ λόγου κακοπαθοῦν μέχρι δεσμῶν καί χρειάζονται τίς προσευχές τῶν πιστῶν, ὅπως τίς ζητοῦσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τούς Θεσσαλονικεῖς πού τούς προέτρεπε νά προσεύχονται γι’ αὐτόν, ὥστε νά διαδίδει καί νά δοξάζει τόν λόγο τοῦ Κυρίου:

«Τὸ λοιπὸν, προσεύχεσθε, ἀδελφοί, περὶ ἡμῶν, ἵνα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου τρέχῃ καὶ δοξάζηται, καθὼς καὶ πρὸς ὑμᾶς» (Πρός Θεσσαλονικεῖς Β΄ γ΄11).

Ἡ Ἐκκλησία ἑρμηνεύει αὐθεντικά καί ἀλάνθαστα τό πρόσωπο καί τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὥστε αὐτοί πού πιστεύουν νά μή διαψευσθοῦν, οἱ ἀγῶνες τους νά μήν ἀποβοῦν μάταιοι, ἡ ἐλπίδα τους νά μήν χαθεῖ.

Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίσθηκε συγκαλοῦσα Συνόδους γιά νά φυλάξει τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία (Πρός Τιμόθεο Α΄10) γιά νά ἀπαλλάξει τούς ὑγιαίνοντες λόγους (Πρός Τιμόθεο Β΄α΄13) ἀπό ὅ,τι ἀντίκειται σ’ αὐτούς. Αὐτή τήν παρακαταθήκη τῆς θείας ζωῆς παραδίδει σάν πνευματικό θησαυρό καί ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου καί δόξης σ’ ὅσους θέλουν νά σωθοῦν ἐκ τῆς γενεᾶς ταύτης τῆς σκολιᾶς καί διεστραμμένης.

 

4. Ἄρωμα πνευματικό ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ

 

Ἡ γνώση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἁπλώνεται στήν κοινωνία καί σ’ὅλο τόν κόσμο σάν εὐώδης ὀσμή, πού διαλύει τήν ἀποπνυκτική δυσοσμία πού ἀναδίδει ἡ πολύμορφη ἁμαρτία πού μετατρέπει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τόν ἄνθρωπο, σέ δυσώδη δυσείδεια.

Οἱ συμπεριφορές καί οἱ πρακτικές τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀσέβειας, τῆς ἀρνήσεως τοῦ Θεοῦ, τῆς συγχύσεως, τοῦ ψεύδους, ἀναδίδουν ὀσμή θανάτου, πού προκαλοῦν ἐντροπή καί ὅταν ἀκόμη ἀναφέρονται. Οἱ ἀπειθεῖς ὅμως ὄχι μόνο δέν ἐντρέπονται νά πράττουν τά φαῦλα, ἀλλά καί νά καυχῶνται γιά τήν φαυλότητά τους, γιά τήν ἀπιστία τους, γιά τίς αἰσχρές πράξεις τους, γιά τήν ἀσύνετη ζωή τους, ὅπως καυτηριάζει ὁ ἀποστολικός λόγος μοιάζουν μέ «κύματα ἄγρια θαλάσσης ἐπαφρίζοντα τάς ἑαυτῶν αἰσχύνας» (Ἰούδα 13). Ἡ συνέπεια τῆς ἀπειθείας στόν λόγο τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ δυσώδης διαφθορά, πού ἐπικρατεῖ στήν κοινωνία.

Ἀντίθετα ὁ γεμᾶτος ἀλήθεια καί δύναμη λόγος τοῦ Κυρίου ἀρωματίζει τήν ζωή καί τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού εὐωδιάζουν τό ἄρωμα τῆς ἀθανασίας, τό ἄρωμα τῆς ἁγιότητος, τό ἄρωμα τῆς θείας ζωῆς. Αὐτό τό ἄρωμα σκορπίζει ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί ὀσφραίνονται ὅσοι ἀγαποῦν τήν ἀλήθεια καί δέν εὐδοκοῦν στό ψεῦδος καί στήν ἀδικία (Πρός Θεσσαλονικεῖς Β΄ β΄ 11-12).

Ὅσο διαχέεται τό ἄρωμα τῆς γνώσεως τοῦ Κυρίου στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, ἡ κοινωνία μετατρέπεται σέ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ὁποία ἀποκλείονται «οἱ κύνες καὶ οἱ φαρμακοὶ καὶ οἱ πόρνοι καὶ οἱ φονεῖς καὶ οἱ εἰδωλολάτραι καὶ πᾶς ὁ φιλῶν καὶ ποιῶν ψεῦδος» (Ἀποκαλύψεως κβ΄15).

 

 

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διδασκαλία Του εἶναι ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πνευματικότητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἁγιότητα τῶν μελῶν Της εἶναι ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πίστη δοξάζει τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ στολίζει τόν ἄνθρωπο, Ἡ ὑπακοή στό λόγο τοῦ Κυρίου τιμᾶ τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἐπίγνωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καταξιώνει τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἕνωση μαζί Του εἶναι τό ἀκρότατο τῶν ἐφετῶν καί τό νόημα τῆς ζωῆς του καί τοῦ ἀγῶνος του.

Αὐτή τήν ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἀγωνίζεται ἡ Ἐκκλησία νά μεταδώσει μέ λόγους, μέ νοήματα, μέ ἑορτές, μέ σχήματα, μέ εἰκόνες, μέ παραστάσεις. Αὐτή τήν πολύτιμη παρακαταθήκη φυλάσσει καλῶς καί ἀσφαλῶς, ὥστε οὐδείς νά δύναται νά τήν νοθεύσει, οὐδείς νά δύναται νά τήν ἀφαιρέσει, οὐδείς νά δύναται νά τήν πολεμήσει.

Ὅσοι γεύθηκαν τήν χρηστότητα τοῦ Κυρίου ὁμολογοῦν ἀδιάψευστα νῦν καί εἰς τούς αἰῶνες ὅτι :

«Αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἴδομεν ὅτι οὗτος ἐστίν ἀληθῶς ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός» (Ἰωάννου δ΄42).