logo


      
ΑΝΟΙΚΕΙΟΣ ΑΝΑΓΩΓΗ ἤ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΑΝΑΙΤΙΟΛΟΓΗΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟΝ
ΥΠΟΤΙΘΕΜΕΝΩΝ ΚΑΚΟΔΟΞΙΩΝ
Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ ῾Υμηττοῦ Δανιήλ,
Προέδρου τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς ᾿Επιτροπῆς Λειτουργικῆς ᾿Αναγεννήσεως
τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος.

 

Εἰδικὴ Συνοδικὴ ᾿Επιτροπὴ Λειτουργικῆς ᾿Αναγεννήσεως, τὰ μέλη της καὶ τὸ ἔργον της εὑρίσκονται ἀπὸ τῆς συστάσεώς της, ἰδιαιτέρως ὅμως τοὺς τελευταίους μῆνες, εἰς τὸ στόχαστρον ἀδίκων καὶ ἀστηρίκτων ἐπιθέσεων.

Διὰ νὰ πληροφορήσωμεν ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ ἐνημερωθοῦν καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ αὐτοαναγορευθοῦν μερικοὶ εἰσαγγελεῖς τῆς ὀρθοδοξίας, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουν αἱρετικοὺς διὰ νὰ αὐτοδοξασθοῦν ἐν συνεχείᾳ ὡς κατατροπώσαντες αὐτούς, ὡς δῆθεν ἀμύντορες τῆς ὀρθοδοξίας, καταθέτομε τὶς ἀπόψεις μας καὶ τὴν δήλωσιν, ὅτι συμμετέχομε εἰς αὐτὸν τὸν διάλογον ἀπὸ τὶς στῆλες τοῦ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ» διὰ πρώτην καὶ τελευταίαν φοράν. ῾Η ᾿Επιτροπή μας εἶναι γνωμοδοτικὸν καὶ εἰσηγητικὸν ὄργανον τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου. Πρὸς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον ἀπευθυνόμεθα καὶ πρὸς αὐτὴν εἶναι ἡ ἀναφορά μας. Οἱ κατὰ τόπους Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες ἀσκοῦν τὴν ποιμαντικὴν κατὰ τὰ ἐκκλησιολογικῶς ἰσχύοντα.

 

Εἰσαγωγικά.

 

1. Θεωροῦμεν, ὅτι τὰ πρῶτα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπομνήσωμεν εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ οἱ ἁρμοδιότητες τῆς ᾿Επιτροπῆς μας, ὅπως ἀναφέρονται εἰς τὸν Κανονισμὸν συστάσεως καὶ λειτουργίας αὐτῆς· «Σκοπός τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς ᾿Επιτροπῆς εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως καὶ τῶν συγχρόνων πνευματικῶν ἀναγκῶν τῆς ᾿Εκκλησίας μελέτη καὶ προώθησις τῶν κατά περίπτωσιν ληπτέων μέτρων, ἅτινα θὰ συντελέσουν εἰς τὴν «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» (Ιωαν. 4. 24) τέλεσιν τῆς Θείας Λατρείας καὶ εἰς τὴν συνειδητὴν εἰς αὐτὴν συμμετοχὴν τῶν πιστῶν σήμερα».

«῾Η ᾿Επιτροπή ἔχει τὰς κατωτέρω ἁρμοδιότητας·

α. Προσδιορίζει καὶ μελετᾶ συγκεκριμένα προβλήματα τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς ᾿Εκκλησίας σήμερον καὶ γνωματεύει ἐπ᾿ αὐτῶν, ὥστε νὰ ἔχει ἡ ῾Ιερά Σύνοδος ὑπεύθυνον καὶ τεκμηριωμένην ἐνημέρωσιν κατὰ τὴν λῆψιν τῶν ἐνδεικνυομένων ἀποφάσεων.

β. Μὲ ἔγκρισι τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καὶ ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὰς λοιπὰς Συνοδικὰς ᾿Επιτροπάς, τὰς ῾Ιερὰς Μητροπόλεις, τὰς ῾Ιεράς Μονάς καὶ πάντα ἄλλον φορέα, διοργανώνει διαφόρους ἐκδηλώσεις, ὅπως· Συνέδρια, ῾Ημερίδες, Σεμινάρια κ.λπ. ἤ προβαίνει εἰς θεολογικὰς ἐκδόσεις, ἐκλαϊκευτικὰ δημοσιεύματα, παραγωγὴ ὁπτικοακουστικῶν μέσων, ραδιοτηλεοπτικῶν ἐκπομπῶν, ἀξιοποίησιν τῶν δυνατοτήτων τοῦ διαδικτύου (Ιnternet) κ.λπ. τόσον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἐπιμόρφωσιν τοῦ ῾Ιεροῦ Κλήρου ἐπὶ λειτουργικῶν θεμάτων, ὅσον καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς λειτουργικῆς ἀγωγῆς τῶν πιστῶν.

γ. Μὲ τὴν ἔγκρισιν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καὶ ἐν συνεργασίᾳ ἰδιαιτέρως μὲ τὰς ᾿Ορθοδόξους Θεολογικὰς Σχολάς, προγραμματίζει ἐπιστημονικὰς ἐρεύνας, προτείνει τὴν χορήγησιν ὑποτροφιῶν λειτουργικῶν σπουδῶν ἐν ῾Ελλάδι καὶ ἐν τῷ ᾿Εξωτερικῷ, ἀποστέλλει ἐκπροσώπους αὐτῆς εἰς λειτουργικὰ καὶ ἄλλα παρεμφερῆ συνέδρια καὶ γενικῶς ἀναλαμβάνει πᾶσαν πρωτοβουλίαν, ἥτις θὰ συντελέση εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν σπουδὴν τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς ᾿Εκκλησίας ἡμῶν καὶ τὴν ἀνάδειξιν καὶ προβολὴν τοῦ γνησίου ὀρθοδόξου λειτουργικοῦ ἤθους».

2. ᾿Εκ τούτων δείκνυται σαφῶς διὰ ποῖον σκοπὸν συνεστήθη ἡ ᾿Επιτροπή μας καὶ δὲν εἶναι σκοπὸς, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀποδίδεται εἰς αὐτήν, δηλαδὴ ἡ καταστροφὴ καὶ ἀνατροπὴ τῆς παραδόσεως. ᾿Αντιθέτως τὸ ἔργον μας εἶναι νὰ καλλιεργήσωμε τὸ λειτουργικὸν ἦθος τῶν πιστῶν.

Πρὸς τοῦτο ἡ ᾿Επιτροπή μας ἔχει ὀργανώσει ἕως τώρα τέσσερα Λειτουργικὰ Συμπόσια.

Τὸ 1999 εἰς τὴν ῾Ιερὰν Μονὴν Πεντέλης μὲ θέμα τὸ Μυστήριον τοῦ Βαπτίσματος.

Τὸ 2000 εἰς τὸν Βόλον, εἰς τὴν ῾Ιερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος καὶ ῾Αλμυροῦ μὲ θέμα τὴν Λειτουργικὴν ᾿Ανανέωσιν.

Τὸ 2001 εἰς τὴν Νεάπολιν Θεσσαλονίκης, εἰς τὴν ῾Ιεράν Μητρόπολιν Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως μὲ θέμα τὴν Θείαν Λειτουργίαν.

Τὸ 2002 εἰς τὴν ῾Ιερὰν Μητρόπολιν Χαλκίδος, εἰς τὸ Νέον Προκόπιον Εὐβοίας, μὲ θέμα τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου.

Τὰ Πορίσματα καὶ οἱ προτάσεις τῶν Συμποσίων αὐτῶν ἔχουν ὑποβληθεῖ ἁρμοδίως εἰς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος.

Τὰ Πρακτικὰ τῶν Συμποσίων ἑτοιμάζονται νὰ ἐκδοθοῦν διὰ νὰ ἐνημερωθοῦν οἱ πάντες.

Οἱ Εἰσηγητὲς δημοσίως καὶ ἐνώπιον τῶν Συνέδρων ἀνέπτυξαν τὶς ἀπόψεις τους. Εἰς τὶς ἐργασίες τῶν Συμποσίων συμμετεῖχον Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες, Καθηγητὲς τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν μας, Κληρικοὶ καὶ Λαϊκοὶ.

Οὐδεὶς ἀπεκλείσθη νὰ λάβη τὸν λόγον καὶ νὰ διατυπώση τὴν γνώμην καὶ τὶς ἀπόψεις του.

 

Εἰδικά.

 

῾Ο Πρωτοπρεσβύτερος κ. Θεόδωρος Ζήσης εἰς τὴν ἐφημερίδα «᾿Ορθόδοξος Τύπος» φ. 1486 τῆς 27.12.2002, εἰς ἄρθρον του μὲ τίτλον ΝΕΟΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ ῎Η «ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ» ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς ᾿Επιτροπῆς Λειτουργικῆς ᾿Αναγεννήσεως καὶ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς μὲ βαρεῖες κατηγορίες.

᾿Επειδὴ τὸ δημοσίευμα δημιουργεῖ ἐντυπώσεις εἰς ὅσους δὲν γνωρίζουν, διὰ τοῦτο θὰ ἀπαντήσωμεν συνοπτικῶς εἰς τὶς ἀπόψεις τοῦ συντάκτου τοῦ ἄρθρου.

 

α. Διετυπώθη ἡ ἄποψις, ὅτι ἡ λειτουργικὴ ἀναγέννησις μελετᾶται εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν μας «χωρὶς νὰ ὑπάρχει ποιμαντικὴ ἀναγκαιότητα».

Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἄποψις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ τῆς θείας λατρείας ἔχουν καλῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχουν θέματα πρὸς ἔρευναν, πρὸς μελέτην, πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῶν μελῶν τῆς ᾿Εκκλησίας.

᾿Επειδὴ δὲν συμμεριζόμεθα αὐτὴν τὴν ἄποψιν, ἐπιτρέψατέ μας νὰ τὴν κρίνωμεν ὡς ἐσφαλμένην.

῾Υπάρχει ποιμαντικὴ ἀναγκαιότητα νὰ μελετήσωμε τὰ τῆς λατρείας μας καὶ τὸ πῶς ὁ πιστὸς λαὸς θὰ συμμετέχη συνειδητῶς εἰς αὐτήν καὶ πῶς αὐτὴ θὰ τελῆται μετὰ «αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας» (῾Εβρ. ιβ´ 28), πῶς θὰ εἶναι «λογικὴ καὶ εὐάρεστη εἰς τὸν Θεόν» ( πρβλ. Ρωμ. ιβ´ 1).

᾿Επειδὴ τὸ θέμα εἶναι σοβαρὸν καὶ διὰ νὰ δείξωμεν, ὅτι τὴν ποιμαντικὴν ἀναγκαιότητα δὲν τὴν ἐφεῦρεν ἡ ᾿Επιτροπή μας, θὰ παραθέσωμεν ὅσα ἀναφέρει ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Σερβίων καὶ Κοζάνης κυρὸς Διονύσιος εἰς τὸ ῾Υπόμνημά του πρὸς τοὺς Σεβασμιωτάτους ᾿Αρχιερεῖς τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος «Περὶ τῆς θείας Λατρείας» τὸ 1985, τοῦ ὁποίου ἡ εἰδικότης διὰ τὴν λειτουργικὴν καὶ τὴν λατρείαν τῆς ᾿Εκκλησίας μας εἶναι ἀνεγνωρισμένη καὶ ὁ ἴδιος ἔχει συμβάλει εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Γράφει·

«Εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθοῦμε καὶ νὰ τολμήσουμε πολλά σχετικά μέ τήν θεία λατρεία. ᾿Επάνω στήν λατρεία τῆς ᾿Εκκλησίας οἱ αἰῶνες κόλλησαν πολλὴ σκουριὰ κι ἐμεῖς τώρα τὸ ἀκοπώτερο ποὺ κάνουμε εἶναι νὰ τὰ φορτώνουμε ὅλα στὴν παράδοση. Αὐτὴ ἡ παράδοση εἶναι πολὺ μεγάλη κακοτοπιά γιά τήν ᾿Εκκλησία καί τήν ζωή. Τέλος πάντων παράδοση δὲν εἶναι νὰ δεθοῦμε σ᾿ αὐτὴν καὶ νὰ τὴν πᾶμε πίσω, ἀλλὰ γιὰ νὰ πατήσουμε σ᾿ αὐτὴν καὶ νὰ πᾶμε μπροστά. Χρειάζεται πολλὴ μελέτη τῶν πραγμάτων καὶ γνώση γιὰ νὰ συγχρονισθῆ ἡ θεία λατρεία, νὰ τολμήσουμε ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνη. ῎Οχι ἁπλῶς, γιὰ νὰ συγχρονισθῆ ἡ θεία λατρεία καὶ νά προσαρμοσθῆ στίς σύγχρονες συνθῆκες τῆς ζωῆς, ἀλλά γιά νά ξανάβρη τό ἀληθινό περιεχόμενό της καί τήν σεμνή ἐκκλησιαστική της μορφή».

 

Καὶ συμπληρώνει ὁ ἴδιος μακαριστὸς ῾Ιεράρχης·

 

«Θά ἔλεγε κάποιος πῶς ἀντιφάσκουμε· ἀπό τό ἕνα μέρος λέμε πῶς ἡ λατρεία εἶναι ἡ ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἀπό τό ἄλλο προτείνουμε μεταρρυθμίσεις στή θεία λατρεία. Μά ἀκριβῶς, ἐπειδή πιστεύουμε πῶς ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι κυρίως ἡ θεία λατρεία, γι᾿ αὐτό καί ἐπισημαίνομε ὅσα δέν πᾶνε καλά στή θεία λατρεία καί προτείνομε κάποιες μεταρρυθμίσεις, ὄχι γιά νά τήν καταρρίψουμε, ἀλλά γιά νά τήν ἀνακαινίσουμε. ῞Οπως ἔχουν τά πράγματα τώρα ἡ θεία λατρεία οὔτε μᾶς διδάσκει, οὔτε μᾶς μυσταγωγεῖ, γιατί καί νά θέλουμε δέν μποροῦμε νά λατρεύσουμε «μετά αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας».

Τὴν ποιμαντικὴν ἀναγκαιότητα διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους ἐπισημαίνει μὲ τὶς διαπιστώσεις του καὶ ὁ Μητροπολίτης Σηλυβρίας κ. Αἰμιλιανός·

«Στὸ κεφάλαιο τῆς λειτουργικῆς μορφώσεως διαπράττουμε σοβαρὸ μεθοδολογικὸ σφάλμα. Παραπονούμεθα, ὅτι πολλοὶ ἀσυναίσθητα ἐκκλησιάζονται, δὲν συμμετέχουν στὸ Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας καὶ γενικὰ δὲν ἐνδιαφέρονται. Διαπιστώσεις δυσάρεστες, ἀλλὰ πραγματικές.

Διότι ὁ ὁποιοσδήπτε πιστὸς πῶς θὰ ἐκτιμήση τὴν λατρεία καὶ θὰ ἐνδιαφερθῆ δι᾿ αὐτήν, ἐὰν δὲν τὴν ἀγαπήση; ῾Ο καθεὶς ἐνδιαφέρεται διὰ κάποια ὑψηλὴ ἀπασχόλησι διότι τοῦ ἐπέσυραν τὴν προσοχή του, καὶ αὐτὸς τὴν συμπάθησε. Κατὰ συνέπεια ἐνδιαφέρθηκε καὶ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔγινε τμῆμα τῆς ζωῆς του καθημερινό. Αὐτὸ συμβαίνει μὲ ὅλες τὶς ὀντολογικές, μεταφυσικὲς ἀναζητήσεις, ἀκόμα καὶ μὲ πνευματικές ἀπασχολήσεις. ῾Η Πρωτοχριστιανικὴ Κατήχησις ἀπέβλεπε στὸ πῶς νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστὸ ὡς Σωτῆρα, νὰ τὸν ἀγαπήσουν καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Οἱ πλεῖστοι συνήθως προσερχόμενοι στὴ Λατρεία δὲν ὠθοῦνται ἀπό κίνητρα ἀγάπης καί σεβασμοῦ. Οὔτε ὅμως καί ἱκανοποιητικῆς γνώσεως τῶν σημαινομένων καί τελουμένων. ῞Ενα κίνητρο μιᾶς ὑποτυπώδους θρησκευτικότητος τούς παρακινεῖ. Παράδοσι, καλή συνήθεια, μιμητικό παράδειγμα τοῦ ἀμέσου περιβάλλοντος καί μιά ἐποχιακή νοσταλγία, πολύ ὅμως νεφελώδης καί συγκεχυμένη κατά τήν διάρκεια μεγάλων ἑορτῶν». («῾Η σύχρονη ἀσματικὴ ἀκαταστασία καὶ ἡ ἀδικουμένη ὑμνογραφία» ἐν τῷ τόμῳ τῆς Πεντηκονταετηρίδος ῾Εστίας Θεολόγων Χάλκης. ᾿Εν ᾿Αθήναις, 2002 σελ. 67 καὶ ἑξῆς).

 

Εἰς ἄλλον σημεῖον τῆς μελέτης του ἀναφέρεται εἰς τὴν ὑφισταμένην λειτουργικὴν κρίσιν καὶ τὰ αἴτιά της.

 

«῾Η καλπάζουσα σύγχρονη λειτουργικὴ κρίσις ἐγνώρισε πολλὰ στάδια προειδοποιητικὰ ποιμαντικῆς ἐξασθενήσεως στὶς ἐνορίες. Γεγονότα σημαντικὰ προετοίμασαν τὴν σημερινὴ ξηρασία καὶ ἀπόστασι τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν λατρεία» (ὅ. ἄ. σελ. 78).

Παρὰ ταῦτα ὑπάρχουν κάποιοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ μᾶς ἀπαγορεύσουν νὰ προβληματισθῶμεν, νὰ συζητήσωμεν, νὰ σκεφθῶμεν, νὰ ἐρευνήσωμεν, νὰ προτείνωμεν.

Αὐτοὶ ἐπιδιώκουν νὰ ἐμποδίσουν τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον ν᾿ ἀποφασίση τὰ δέοντα. Αὐτοὶ κρίνουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ποιμαντικὸν θέμα καὶ ἀποφασίζουν καὶ διατάσσουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνη οὐδεμία συζήτησις. ῞Οποιον τολμήσει, χαρακτηρίζουν «αἱρετικόν», «παπικόν», ὅτι ἔχει ἐκκοσμικευθεῖ.

Τοιαύτη τακτικὴ δὲν ἀκολουθοῦν καὶ οἱ τρομοκράτες;

Πρὸς ἐπιστήριξιν αὐτῆς τῆς θέσεως διατυπώνεται ἡ ἄποψις, ὅτι ἡ λειτουργικὴ ἀναγέννησις μελετᾶται α) κατὰ τὰ πρότυπα τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου (1962-1965), καὶ β) κατὰ τὴν ἐπιταγὴν τοῦ πνεύματος τοῦ κόσμου (ἐκκοσμίκευσις).

 

Διερωτώμεθα

 

1ο. Πόθεν συνάγεται, ὅτι ὅσα ἀπεφάσισεν ἡ Β´ Βατικανὴ Σύνοδος εἰς τὰ θέματα τῆς λατρείας διὰ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴν ᾿Εκκλησίαν, αὐτὰ εἰσηγήθη ἡ ᾿Επιτροπή μας εἰς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον διὰ νὰ ἐκδοθοῦν οἱ ἀπαραίτητες Συνοδικὲς ᾿Αποφάσεις διὰ τὸν Κλῆρον καὶ τὸ Λαόν;

῾Υπάρχει μία, ἔστω καὶ μία πρότασίς μας, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθημεν, ἀκολουθοῦντες τὶς ἀποφάσεις τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου; ῎Ας μᾶς ὑποδειχθῆ διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν κι ἐμεῖς ὅσα ἄλλοι ἀντιλαμβάνονται.

2ο. ᾿Εμεῖς τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν εἶναι νὰ γίνεται ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ μετὰ «αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας», εὐτάκτως καὶ νὰ εἶναι εὐάρεστη εἰς τὸν Θεὸν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, πῶς αὐτὴ ἡ στόχευσις συνιστᾶ ἐκκοσμίκευσιν καὶ διὰ τοῦτο ἡ προσπάθεια εἶναι ἀπορριπτέα, ἐξωστέα καὶ ἀπαράδεκτος.

Μήπως ὅσα εἰσηγοῦνται οἱ ἐπικριτές μας συμβάλλουν εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ νόθευσιν τῆς λατρείας τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου; Συνιστᾶ ἐκκοσμίκευσιν ἡ μελέτη καὶ ὁ προβληματισμός; Πρέπει νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰ αἰτήματα τῶν πιστῶν; ᾿Ακόμη καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κόσμου, μὲ τὴν θεολογικὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως, δὲν πρέπει ν᾿ ἀπαντήσωμεν διὰ νὰ δώσωμεν τὴν μαρτυρίαν, τὸ ἦθος καὶ τὴν σοφίαν τῆς ᾿Εκκλησίας; ῎Εχει ἤ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ᾿Εκκλησία μας νὰ οἰκονομήση λυσιτελῶς τὰ πράγματα εἰς τὴν θείαν λατρείαν συμφώνως μὲ τίς ἀνάγκες τῶν πιστῶν, τὶς συνθῆκες τῆς ζωῆς καὶ τὴν παράδοσίν της;

᾿Ακόμα καὶ τὸ ὅλα «ἔχουν καλῶς» εἰς τὴν λατρείαν μας πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν κατόπιν ἐρεύνης, διαλόγου, μελέτης.

᾿Εμεῖς δὲν ἐπειγόμεθα νὰ εἴπωμεν τὶς ἀλλαγές, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ γίνουν. Αὐτοὶ δηλώνουν, ὅτι οὐδεμία ἀλλαγὴ γίνεται δεκτή ἀξιωματικῷ τῷ τρόπῳ, μὲ αὐθεντίαν, ἔπαρσιν καὶ αὐτοπεποίθησιν δικτάτορος.

 

β. ᾿Εκατηγορήθη ἡ Εἰδικὴ Συνοδικὴ ᾿Επιτροπὴ Λειτουργικῆς ᾿Αναγεννήσεως, ὅτι σπεύδει, ἐπείγεται νὰ ἀνανεώση πολλὰ στοιχεῖα τῆς λατρείας τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

Παρὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες ὑπάρχουν καὶ εἶναι πιεστικές, τιθέμενες ἐκ τῶν δεδομένων τῆς ἐποχῆς μας, ἐν τούτοις ἡ ᾿Επιτροπή μας δὲν ἐπέδειξε σπουδὴ καὶ δὲν διακατείχετο οὔτε διακατέχεται ἀπὸ τὸ ἄγχος τῶν ἀλλαγῶν καὶ τῶν μεταρρυθμίσεων. ᾿Αντιθέτως οἱ κατήγοροί μας κατελήφθησαν ἀπὸ πανικὸν καὶ ἐξετόξευσαν ἀστήρικτες, ἀβάσιμες καὶ ἀτεκμηρίωτες κατηγορίες κατὰ τὰ φαντασιοκοπήματά τους ἤ κατὰ τὰ μεταδιδόμενα εἰς αὐτοὺς φληναφήματα.

Παρὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι μᾶς ἐχαρακτήρισαν αἱρετικοὺς, δὲν ἐπεκαλέσθησαν οὐδὲν κείμενον τῆς ᾿Επιτροπῆς μας, δὲν ἐσημείωσαν οὐδεμίαν παραπομπὴν εἰς κείμενα τῆς ᾿Επιτροπῆς, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἐθεώρησαν περιττό. ᾿Αφοῦ αὐτοὶ ἀποφαίνονται, κατ᾿ αὐτοὺς περιττεύει πᾶσα περαιτέρω ἔρευνα καὶ ἀπόδειξις.

῾Ο διάλογος, ὅμως δὲν διεξάγεται οὕτως. ᾿Απαιτεῖ νηφαλιότητα, ἐπιχειρήματα, ἀποδείξεις, θέσεις καὶ προτάσεις.

 

γ. ᾿Εκατηγορήθη ἡ ᾿Επιτροπή μας διὰ μεθοδεύσεις.

 

Εἰδικώτερον·

 

Πρῶτον. ῞Οτι ἐχρησιμοποίησε τοὺς εἰδικοὺς ἐπιστήμονες, δηλαδὴ τοὺς λειτουργιολόγους διὰ νὰ εἰσαγάγη τὶς «καινοτομίες» αὐτῆς.

῾Η ᾿Επιτροπή μας πράγματι ἐχρησιμοποίησε τοὺς εἰδικοὺς ἐπιστήμονες καὶ ἐζήτησε τὴν γνώμη τους καὶ τὴν ἄποψίν τους. ᾿Αντὶ νὰ ἐπαινεθῶμεν δι᾿ αὐτὸ, ἠλέγχθημεν.

Καὶ εἰς ποῖον ἔπρεπε νὰ ἀπευθυνθῆ ἡ ᾿Επιτροπή μας καὶ νὰ ἀναθέση τὶς εἰσηγήσεις παρὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τεκμήριον γνωρίζουν, μελετοῦν καὶ εἶναι εἰδικοί ἐπιστήμονες εἰς τὰ θέματα αὐτά;

Διὰ τὸ θέμα αὐτὸ ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Σερβίων καὶ Κοζάνης κυρὸς Διονύσιος εἰς τὸ προαναφερθὲν ὑπόμνημά του διευκρινίζει·

«Προσπαθοῦμε νά εἴμαστε ἐνημερωμένοι ἐπιστημονικά στό ζήτημα τῆς θείας λατρείας καί φροντίζουμε νά ἀποκαταστήσουμε, ὅσο μποροῦμε μερικά πράγματα, ὄχι γιατί φιλοδοξοῦμε νά εἴμαστε ἀνακαινιστές, ἀλλά γιατί μᾶς πιέζουν οἱ ἀνάγκες τῶν καιρῶν».

Αὐτὴν τὴν διευκρίνησιν προσυπογράφομεν κι ἐμεῖς ἅπαντες ἀντιλαμβανόμενοι τὶς μεγάλες εὐθῦνες μας.

Καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ, διότι ἡ ᾿Εκκλησία μας καὶ οἱ Θεολογικὲς Σχολές μας διαθέτουν ἐρευνητὲς καὶ μελετητὲς κύρους, τοὺς ὁποίους ᾿Εκκλησία καὶ Πολιτεία περιβάλλουν μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τους καὶ τοὺς κατέστησαν διδασκάλους.

῎Αν αὐτοὶ δὲν ἔχουν λόγον, ποῖος ἆρέ γε ἔχει λόγον;

Καὶ συλλογιζόμεθα περαιτέρω·

᾿Εὰν εἰς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μελετᾶ τὰ θέματα τῆς θείας λατρείας. ᾿Εὰν οἱ ποιμένες δὲν πρέπει νὰ ἀγωνιοῦν καὶ νὰ θέτουν ἐρωτήματα. ᾿Εὰν οἱ διδάσκαλοι εἶναι ἀναρμόδιοι. Ποῖος τελικὰ εἶναι ἁρμόδιος; εἰς ποῖον ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν καὶ νὰ ὑπακούσωμεν; Ποῖος θὰ ἐκφράση τὴν ὑπεύθυνην ἐκκλησιαστικὴν ἄποψιν καὶ θέσιν;

Εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος νὰ ὑποκαθιστᾶ καὶ τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον τὴν καὶ Θεολογικὴν Σχολὴν καὶ νὰ αὐτοαναγορεύεται ῾Υπέρτατη ᾿Εκκλησιαστικὴ Αὐθεντία κρίνουσα τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς κρινόμενος καὶ μὴ ἀνεχόμενος νὰ κριθῆ ὑπὸ τινος, οὐδὲ καὶ ὑπὸ αὐτῆς τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου;

Καὶ δεύτερον, ὅτι ἀπεκλείσαμε τὶς ἄλλες φωνὲς εἰς τὰ Συμπόσια, τὰ ὁποῖα διωργάνωσεν ἡ ῾Ιερὰ Σύνοδος διὰ τῆς ᾿Επιτροπῆς μας.

Συγκεκριμένως ἐγράφη·

«῾Η ὀργάνωσι τῶν Συνεδρίων δὲν εἶναι ἀντιπροσωπευτικὴ καὶ συνοδική, μὲ τὴν εὐρύτερη ἐκκλησιολογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀλλὰ κατευθυνομένη καὶ τασική.

Καλοῦνται συγκεκριμένοι εἰσηγητὲς καὶ σύνεδροι κληρικοὶ ἀντιπρόσωποι τῶν κατὰ τόπους ῾Ιερῶν Μητροπόλεων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὶς συνέπειες ποὺ θὰ ἔχουν, ἂν ἀντιδράσουν στὴν ἐπίσημη «ἐκκλησιαστική» γραμμή».

῾Η κατηγορία αὐτὴ εἶναι δεινὴ συκοφαντία καὶ ἀθλιότης χαρακτηρίζουσα τὸν ἐκτοξεύσαντα αὐτὴν σκοτεινὸν νοῦν.

Διότι δὲν ἐπέλεξεν ἡ ᾿Επιτροπὴ τοὺς Συνέδρους. Τοὺς Συνέδρους ἀπέστειλεν ἕκαστος Μητροπολίτης κατὰ τὴν ποιμαντικὴν αὐτοῦ κρίσιν καὶ εὐθύνην. ᾿Εξ ἄλλου Συμπόσια Στελεχῶν ῾Ιερῶν Μητροπόλεων διωργανώσαμεν. Καὶ εἴμεθα συνεπεῖς εἰς αὐτὴν τὴν ἐξαγγελίαν μας. ῾Η δὲ συμμετοχὴ τῶν ᾿Εκπροσώπων ἦτο εἰς ὅλα τὰ Συνέδρια ὑπεύθυνος καὶ ἐλευθέρα.

Εἶναι ἄηθες καὶ προσβλητικὸν νὰ γράφεται, ὅτι οἱ Σύνεδροι Κληρικοὶ καὶ ὑπεύθυνοι Ποιμένες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἐκ δειλίας καὶ φόβου δὲν ἔλαβον τὸν λόγον εἰς τὰ Συμπόσια. ᾿Αφοῦ αὐτοὶ δὲν εἶχον λόγον ἀνέλαβον οἱ ἀπολελυμένως χειροτονηθέντες καὶ τιτουλάριοι Πρεσβύτεροι οἱ περὶ τὰ πολλὰ ἐκκλησιαστικὰ μεριμνῶντες καὶ τυρβαζόμενοι, οἱ περιφέροντες τὰ ράκη τῆς ἑαυτῶν ἐκκλησιαστικῆς αὐθεντίας, ὅπως διευθετήσουν τὶς ὑποθέσεις καὶ ἀποκαταστήσουν τὴν τάξιν.

Εἰς τὰ Συμπόσια αὐτὰ συνεδυάσθησαν ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα τῆς λειτουργικῆς παραδόσεώς μας καὶ ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα καὶ πρᾶξις διὰ τὸν πιστὸν λαόν.

Δὲν προσεκαλέσαμε τοὺς ὁμοϊδεάτες μας διὰ νὰ δικαιώσωμεν ἑαυτοὺς καὶ οὔτε ἐπεβάλαμε στοὺς Εἰσηγητὲς ἤ στοὺς Συνέδρους τὶ θὰ εἴπουν καὶ τὶ δὲν θὰ εἴπουν. ῾Εκαστος κατὰ τὴν εἰδικότητά του, τὴν ἔρευνάν του, τὴν γνῶσιν του, τὴν ἐμπειρίαν του, τὴν κατάρτισίν του καὶ τὴν ἀγάπην του διὰ τὴν θείαν λατρείαν συνεισέφερε εἰς τὸν λειτουργικὸν ἀμητόν. ῾Υπάρχει ἄλλη διαδικασία νὰ ἀκολουθήσωμεν πρὶν γνωμοδοτήσωμεν;

Πάντως ἐμεῖς ἀνοίξαμε τὸν διάλογον. Προεκαλέσαμεν καὶ προκαλοῦμε τὸν διάλογον καὶ ἐζητήσαμεν νὰ καταθέσουν, ὅσοι δύνανται καὶ τὸ ἐπιθυμοῦν, τὴν γνώμην τους. ῞Ολα αὐτὰ ἐν συνεχείᾳ θὰ τὰ ἐπεξεργασθῆ ἡ ῾Ιερὰ Σύνοδος, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τὸν τελευταῖον καὶ ὁριστικὸν λόγον διὰ νὰ ἀποφασίση τὰ δέοντα.

Πρὸ αὐτοῦ ἔσπευσαν μερικοὶ νὰ μᾶς καταγγείλουν ὡς αἱρετικοὺς καὶ ἐχθροὺς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.

Βεβαίως δὲν ἠρωτήθην ἕνας, καὶ τὴν αὐθεντίαν αὐτοῦ δὲν ἐθωπεύσαμεν διὰ λόγων κολακείας καὶ αὐτὸς ἐξῆλθεν κραδαίνων τὴν μάχαιραν τοῦ λόγου του, ἡ ὁποία τελικῶς φεῦ! θὰ ἐπιπέση ἐπὶ τῆς ἀδεσπότου καὶ ἀκαλύπτου κεφαλῆς αὐτοῦ.

 

δ. Θρυλεῖται, ὅτι ἔργον τῆς ᾿Επιτροπῆς μας εἶναι οἱ ἑξῆς ἀλλαγές·

«ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ χρησιμοποιουμένου σήμερα μοναστικοῦ τυπικοῦ καὶ ἡ υἱοθέτηση τοῦ ἐγκαταλειφθέντος ἀσματικοῦ τυπικοῦ, ἡ συντόμευση τοῦ χρόνου τῶν ἀκολουθιῶν ποὺ θεωροῦνται μακρὲς καὶ κουραστικές, ἡ μεταφορὰ τοῦ χρόνου ἐνάρξεώς τους ἀργότερα, ὥστε νὰ ξεκουράζονται τὸ πρωὶ οἱ πιστοὶ ποὺ θέλουν νὰ τίς παρακολουθήσουν, ἡ προτίμηση ὄχι ἀργῶν ἀλλὰ συντόμων βυζαντινῶν μελῶν, ἡ τέλεση δεύτερης λειτουργίας τὴν ἴδια ἡμέρα ἀπὸ τὸν ἴδιο ἱερέα, ἡ μετάφραση τῶν λειτουργικῶν κειμένων, ὥστε νὰ γίνονται κατανοητὰ ἀπὸ τὸν λαό, ἡ ἐκφώνιση τῶν εὐχῶν καὶ ὄχι ἡ μυστικὴ ἀνάγνωσή τους, ἡ συμψαλμωδία τοῦ ἐκκλησιάσματος, ἡ κατάργηση τῶν ὑψηλῶν τέμπλων, ἡ συμμετοχὴ τῶν γυναικῶν στοὺς χοροὺς τῶν ἱεροψαλτῶν, ἡ χρήση μουσικῶν ὀργάνων μέσα στὶς ᾿Εκκλησίες, ἡ τετράφωνη ἀπόδοση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, ἡ σύνταξη νέων ἀκολουθιῶν γιὰ τὸν ἀρραβῶνα καὶ τὸν γάμο, ὡς καὶ νέων εὐχῶν γιὰ τὶς γυναῖκες μετὰ τὸν τοκετὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς λοχείας, ἡ μόνιμη στροφὴ τοῦ ἱερέως πρὸς τὸν λαὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ κήδευση τῶν ἀβαπτίστων νηπίων καὶ τῶν αὐτοκτονούντων, ἡ κατάργηση τοῦ ράσου, ἡ ἔμμεση ὑποκατάσταση τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως ἀπὸ ψυχιάτρους καὶ ψυχολόγους καὶ πολλὰ ἄλλα».

Παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς ὑποδειχθῆ εἰς ποίαν ἀπόφασιν τῆς ᾿Επιτροπῆς μας καὶ εἰς ποίαν εἰσήγησίν μας πρὸς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον ἐπροτάθησαν ὅλα αὐτά.

Μερικὰ ἀπὸ τὰ θέματα αὐτὰ ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον μελέτης καὶ ἐρεύνης, θέματα εἰσηγήσεων. Αὐτὸ ἀπαγορεύεται; ῞Οταν μάλιστα διὰ ἀρκετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ θέματα πολλοὶ αὐθαιρετοῦν καὶ προσβάλλουν καὶ τὴν παράδοσιν καὶ τὸ ἦθος τῆς λατρείας τῆς ᾿Εκκλησίας μας;

 

ε. ᾿Εκεῖνο ἐπὶ πλέον τὸ ὁποῖον δὲν δέχεται ἡ ᾿Επιτροπή μας εἶναι, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσίν μας α) ἔχομεν εἰς τὰ πράγματα σύγκρουσιν τῆς ἁγιοπνευματικῆς μυστικοασκητικῆς ὀρθοδόξου ᾿Ανατολῆς καὶ τῆς ὀρθολογιστικῆς καὶ ἐκκοσμικευμένης παπικῆς Δύσεως, ὅτι εἴμεθα Νεοβαρλααμιστὲς καὶ ὅτι ἐπαναλαμβάνεται εἰς τίς ἡμέρες μας ἡ σύγκρουσις τοῦ Βαρλαὰμ μὲ τὸν ῞Αγιον Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶν.

᾿Εὰν τὰ μέλη τῆς ᾿Επιτροπῆς μας εἶναι «ὁ νέος Βαρλαάμ», εὐλόγως διερωτώμεθα, ποῖος εἶναι ὁ «νέος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», ὁ ὁποῖος στηλιτεύει τοὺς ὀρθολογιστὲς καὶ ἐκκοσμικευμένους ὁπαδοὺς τῆς παπικῆς Δύσεως;

᾿Εκπλησσόμεθα διαπιστοῦντες τὴν εὐκολίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖται ἡ διαίρεσις τοῦ ᾿Εκκλησιαστικοῦ Σώματος εἰς «παραδοσιακούς» καὶ «ἀνανεωτάς». ᾿Εμεῖς σεβόμενοι τὴν ἑνότητα αὐτήν, ἀναγνωρίζουμεν μόνον ἀδελφοὺς ἀγωνιῶντες διὰ τὰ θέματα τῆς λατρείας.

 

στ´. Εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορούμεθα, ὅτι ἀπορρίπτομε «τὴν μυστικὴ ὁδὸ τῆς γνώσεως καὶ τῆς προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ διὰ καθάρσεως καὶ τὴν ἐν συνεχείᾳ κοινωνία τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν καταργώντας τὴν κακοπάθεια τοῦ σώματος καὶ ὅλη τὴν ἀσκητικὴ παράδοσι τῆς ᾿Εκκλησίας»;

Μένομεν ἄφωνοι ἐκ τῆς εὐκολίας καὶ τῆς ἐπιπολαιότητος, διὰ τῆς ὁποίας διετυπώθη ἡ φοβερα αὐτὴ κατηγορία. Διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν μελῶν τῆς ᾿Επιτροπῆς μας ἔχει γράψει ἤ ἔχει ἐκφράσει τοιαύτας ἀπόψεις, πολλῷ δὲ μᾶλλον, διότι ἡ ᾿Επιτροπή μας οὐδὲν ἐπρότεινε συντελοῦν πρὸς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον κατηγορεῖται.

Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν εὐλόγως διερωτώμεθα·

 

Πότε ἀπερρίψαμε τὴν μυστικὴν ὁδὸν τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ; Ποῖος ἔγραψεν ἐναντίον τῆς παραδόσεως τῆς ᾿Εκκλησίας; Ποῖος κατήργησε τὴν κακοπάθεια τοῦ σώματος, τὴν νηστείαν καὶ τὴν ἀσκητικὴν παράδοσιν;

Βεβαίως ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου δι᾿ ἀνοικείου καὶ ἀνεπιτρέπτου ἀναγωγῆς πειρᾶται νὰ τεκμηριώση τὴν ἄποψίν του, ἀλλὰ ἡ ἐπιχειρηματολογία του κρίνεται ἕωλος καὶ ἀστήρικτος, διότι καὶ ἡ ἀναγωγὴ εἶναι ἀνεπίτρεπτος καὶ τὰ ἀναγόμενα στοιχεῖα τῶν κατηγοριῶν δὲν εὐσταθοῦν. Δὲν ἔχουν οὕτως τὰ πράγματα. Αὐτὸ τὸ λέγομεν καὶ ἐπικαλούμεθα τὶς ἀναφορές μας πρὸς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον, εἰς τὶς ὁποῖες οὐδὲν τοιοῦτον ὑπάρχει.᾿Εγράφη, ὅτι «κινούμεθα στὴν ἴδια πνευματική καί θεολογική γραμμή τοῦ Βαρλαάμ καί ὅτι δι᾿ ἡμῶν ὁ Βαρλαάμ ἐπιχειρεῖ νά πάρη τήν ρεβάνς ἀπό τόν ῞Αγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ».

 

᾿Αδόκιμος ἡ ταύτισις. Θὰ προσθέσωμεν καὶ βλάσφημος. ῎Οχι ἐπειδὴ ἐμεῖς ταυτιζόμεθα μὲ τὸν κατακριθέντα Βαρλαάμ, ἀλλὰ διὰ ἐκεῖνον ἤ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι «ὑπερφονοῦν παρ᾿ ὃ δεῖ φρονεῖν» (πρβλ. Ρωμ. ιβ´ 3), οἱ ὁποῖοι φαντάζονται τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τοὺς τοποθετοῦν ἰσοστασίους μὲ τὸν ῞Αγιον. Μόνον μὲ θυμηδία δυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτὴν τὴν ἀνοησίαν.

Κατόπιν τούτου δὲν ἀπομένει τὸ νὰ ζητήσουν νὰ ἀποφασίση ἡ ῾Ιερὰ Σύνοδος νὰ εἰσηγηθῆ εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον νὰ προστεθῆ εἰς τὸν οἰκεῖον τόπον τῆς Β´ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, ὅτι τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τιμᾶται ὁ «νέος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», ὁ ἐλθὼν ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅστις ἐπάταξεν τοὺς νεοβαρλααμιστάς.

Τί νὰ εἰπωμεν; Τοῦτο λέγομεν, ὅτι ἐξέλιπεν καὶ ἡ ἐντροπὴ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς ἁγίους.

ζ´. ᾿Εχαρακτηρίσθημεν ὡς αἱρετικοὶ ἀπὸ ἕνα ᾿Αρχιμανδρίτην, πρώην Πρωτοπρεσβύτερον καὶ ἀπὸ ἄλλον ἕνα Πρωτοπρεσβύτερον. ᾿Αποκρούομεν παντὶ σθένει τὴν κατηγορίαν καὶ τὸν ἀτιμωτικὸν τοῦτον χαρακτηρισμόν.

 

α) Διότι δὲν εἴπομεν, ἐγράψαμεν ἤ ἀπεφασίσαμεν ὅσα ἀναφέρουν οἱ κατήγοροί μας, ὅτι ἐπράξαμεν.

β) Διότι οὐδεμίαν εὐαγγελικὴν καὶ συνοδικὴν διδασκαλίαν ἠρνήθημεν καὶ ἀνετρέψαμεν.

γ) Διότι καὶ τὰ ὅσα ἀναφέρονται, ὅτι κατὰ τὴν ἄποψίν τους ἔπραξεν ἡ ᾿Επιτροπή μας, δὲν εἶναι δογματικὰ θέματα, δὲν ἅπτονται τῶν δογμάτων τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν. ᾿Εκ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων ἡ λειτουργικὴ πρᾶξις εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν διαφέρει τοπικῶς καὶ χρονικῶς, χωρὶς νὰ ζημιοῦται ἡ ἑνότης τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἡ σωτηρία τῶν μελῶν της.

῾Ο μέγας Φώτιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως γράφων πρὸς τὸν Πάπαν Νικόλαον διατυπώνει τὴν ἄποψιν, ὅτι «ἡ τῶν λειτουργικῶν ἑτερότης» δὲν ἐμποδίζει τὴν θείαν χάριν νὰ ἐνεργήση·

«῞Ορα δέ, εἰ βούλει, πρὸς τοῖς εἰρημένοις καὶ τὰς τῶν λειτουργικῶν ἑτερότητας τὰς ἐν ταῖς εὐχαῖς, τὰς ἐν ταῖς ἐπικλήσεσι, τὰς ἐν τάξει καὶ ἀκολουθίᾳ, τὰς ἐν τῷ τοῦ χρόνου μήκει, καὶ τῇ βραχύτητι, τὰς ἐν πλήθει καὶ ὀλιγότητι, καίτοι δι᾿ αὐτῶν, ὢ τοῦ θαύματος! ὁ κοινὸς ἄρτος εἰς σῶμα Χριστοῦ μεταβάλλεται, καὶ ὁ κοινὸς οἶνος αἷμα χρηματίζει τοῦ λύτρου ἡμῖν ἐξ οἰκείας πλευρᾶς τοῦτο σὺν ὕδατι βλύσαντος. Καὶ ἡ τῶν εἰρημένων ἑτερότης τε καὶ παραλλαγὴ τὴν ἑνοειδῆ καὶ θεοποιὸν χάριν τοῦ Πνεύματος ἀπληθύντως τε καὶ ἀπαραλλάκτως ὑποδέξασθαι τὰ ἐφ᾿ οἷς ταῦτα τελεῖται οὐ διεκώλυσεν» (Ρ.ὒ. τόμ. 102, στλ. 608).

 

Μάλιστα δὲ ἐκ τῆς ἐποχῆς τῶν ᾿Αποστολικῶν Πατέρων ἡ λειτουργικὴ παράδοσις διέφερεν κατὰ τόπους καὶ συνεφωνήθη ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης καὶ τοῦ Πάπα Ρώμης ᾿Ανικήτου, ὅτι δύναται ἑκάστη τοπικὴ ᾿Εκκλησία νὰ ἔχη τὸ ἰδικόν της τυπικὸν χωρὶς νὰ θίγεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότης καὶ κοινωνία.

«Τοῦ δὲ μακαρίου Πολυκάρπου ἐπιδημήσαντος τῇ ῾Ρώμῃ ἐπὶ ᾿Ανικήτου καὶ περὶ ἄλλων τινῶν μικρὰ σχόντες πρὸς ἀλλήλους, εὐθὺς εἰρήνευσαν, περὶ τούτου τοῦ κεφαλαίου μὴ φιλεριστήσαντες εἰς ἑαυτούς. Οὔτε γὰρ ὁ ᾿Ανίκητος τὸν Πολύκαρπον πεῖσαι ἐδύνατο μὴ τηρεῖν, ἅτε μετὰ ᾿Ιωάννου τοῦ μαθητοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἀποστόλων οἷς συνδιέτρεψεν ἀεὶ τετηρηκότα, οὔτε μὴν ὁ Πολύκαρπος τὸν ᾿Ανίκητον ἔπεισε τηρεῖν, λέγοντα τὴν συνήθειαν τῶν πρὸ αὐτοῦ πρεσβυτέρων ὀφείλειν κατέχειν. Καὶ τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐκοινώνησαν ἑαυτοῖς, καὶ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ παρεχώρησεν ὁ ᾿Ανίκητος τὴν εὐχαριστίαν τῷ Πολυκάρπῳ, κατ᾿ ἐντροπὴν δηλονότι, καὶ μετ᾿ εἰρήνης ἀπ᾿ ἀλλήλων ἀπηλλάγησαν, πάσης τῆς ἐκκλησίας εἰρήνην ἐχόντων, καὶ τῶν τηρούντων καὶ τῶν μὴ τηρούντων» (᾿Εκκλησιαστικὴ ῾Ιστορία Εὐσεβίου Καισαρείας, βιβλ. Ε´ παρ. 24 Ε.Π.Ε. τόμ 2, σελ. 204).

 

δ) Διότι οἱ δύο Πρεσβύτεροι εἶναι ἀναρμόδιοι νὰ μᾶς κρίνουν. ῎Εχομε τὸν Κρίνοντα ἤ ἀκριβέστερον τὴν Κρίνουσά μας. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπροτείναμεν καὶ ἐζητήσαμεν ἀπὸ Αὐτήν, νὰ ζητήση ἐγγράφως νὰ τεκμηριώσουν οἱ κατήγοροί μας τὶς κατηγορίες ἐπὶ δεδομένων τῆς ᾿Επιτροπῆς μας. Νὰ ἀναφέρουν δηλαδὴ ποῦ καὶ πότε ἀπεφασίσαμεν ἤ εἰσηγήθημεν ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἀποδίδουν. Τῷ ὄντι εἴμεθα αἱρετικοὶ ἐπειδὴ τὸ ἀπεφάσισαν οἱ δύο, τὸ ἔγραψαν καὶ τὸ ἐδημοσίευσαν εἰς τὸν «᾿Ορθόδοξον Τύπον»;

῾Η ῾Ιερὰ Σύνοδος γνωρίζει καὶ κρίνει, ἐὰν εἴμεθα αἱρετικοὶ, ὅπως διατείνεται ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου. ᾿Εκείνη κρίνει τὶς εἰσηγήσεις μας, δέχεται ἤ ἀπορρίπτει αὐτὲς καὶ λαμβάνει τὶς ἀποφάσεις.Διὰ τοὺς κατηγόρους μας ἡ ὑπερτάτη καὶ ὑψίστη αὐθεντία, ὁ κανὼν ἀκριβείας εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ Πρεσβύτεροι. Οὔτε Σύνοδος ὑπάρχει. Οὔτε διαδικασία ἰσχύει. Πᾶς ὁ ἀντιλέγων αὐτοῖς, κατ᾿ αὐτοὺς ἀντιπίπτει τῷ Πνεύματι τῷ ῾Αγίῳ καὶ ρίπτεται εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον.

«Ρῦσαι ἡμᾶς Κύριε τῆς γεέννης τοῦ πυρός».

 

῾Η ᾿Επιτροπή μας ἕνα κίνητρον ἔχει· ῾Η θεία Λατρεία νὰ γίνη διὰ τοὺς πιστοὺς τὸ ὑπερῷον τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καὶ τῆς Πεντηκοστῆς.