logo

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΙΣ ΜΑΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ
κ. ΔΑΝΙΗΛ

Ι. Ποιά γνώμη ἔχετε γιὰ τὸν Χριστό;

Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς δύο φορὲς στὴν ἐπίγεια ζωή Του ἔκαμε σφυγμομέτρησι τῆς κοινῆς γνώμης γιὰ τὸ πρόσωπό Του.

Τὴ μία φορὰ ἐρώτησε τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ θρησκευτικοῦ κατεστημένου τῆς ἐποχῆς Του «τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ;» (Τί νομίζετε γιὰ τὸν Μεσσία;) Ματθ. κβ´ 42.
Τὴν ἄλλη φορὰ ἐρώτησε τοὺς μαθητές Του «τίνα μὲ λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» (Ποιός λένε οἱ ἄνθρωποι, πώς εἶμαι ἐγώ, ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου;). Ματθ. ιστ´ 13.

᾿Ασφαλῶς μπορεῖ νὰ ἔχης τὴν μία ἢ τὴν ἄλλη γνώμη γιὰ κάποιον μεγάλο τοῦ κόσμου, χωρὶς ὅμως τοῦτο νὰ ἐπηρεάζη τὴν ζωή σου.

Μὲ τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ ὅμως δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο. ῾Η γνώμη ποὺ ἔχεις γι᾿ Αὐτὸν θὰ ἐπηρεάση ἀμέσως καὶ ἀποφασιστικῶς τὴν ζωή σου.

῾Η ἐνορία σου, ἡ ὁποία σήμερα ἑορτάζει σοῦ προσφέρει αὐτὸ τὸ τευχίδιο γιὰ νὰ γνωρίσης τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό, τὸ ἔργο Του καὶ νὰ Τὸν δεχθῆς Σωτῆρα καὶ Κύριό σου.
῾Η γνωριμία μὲ τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ θὰ γίνη μὲ τὴν βοήθεια τῆς ῾Αγίας Γραφῆς. ᾿Εκεῖνος μᾶς παρέπεμψε σ᾿ αὐτὴ λέγων· «᾿Ερευνᾶτε τὰς Γραφάς... ἐκεῖναι εἰσὶ αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ» (μελετᾶτε τὶς Γραφές... αὐτὲς εἶναι ποὺ δίνουν μαρτυρία γιὰ μένα) Πρβλ. ᾿Ιωάν. ε´ 39.

᾿Απὸ τὴν μελέτη τῆς ῾Αγίας Γραφῆς προκύπτει ὅτι·

Εἶναι μοναδικός, διότι·

α. Κανεὶς δὲν ἐγεννήθη, ὅπως ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπὸ παρθένο μητέρα, ἡ ὁποία συνέλαβε, ἐκύησε καὶ ἐγέννησε διατηρήσασα τὴν παρθενία της μὲ τὴν δύναμι καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ.

«Τοῦ δὲ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ ᾿Ιωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ῾Αγίου». (῾Η γέννηση τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἔγινε ὡς ἑξῆς· ῾Η μητέρα του, ἡ Μαρία, ἀρραβωνιάστηκε μὲ τὸν ᾿Ιωσήφ. Προτοῦ ὅμως συνευρεθοῦν, ἔμεινε ἔγκυος μὲ τὴ δύναμη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος). Ματθ. α´ 18.

Πρὶν εἴκοσι αἰῶνες ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε υἱὸς ἀνθρώπου, ἀντάλλαξε τὸν Οὐρανὸ μὲ τὴν Φάτνη. ῎Ενδοξος καὶ ἰσόθεος ὑπάρχων ἀφαίρεσε ἀπὸ πάνω Του κάθε δόξα καὶ ἔγινε πτωχός, ὅπως ἐμεῖς γιὰ νὰ μεταδώση σὲ μᾶς τὰ πλούσια ἰδιώματα τῆς θείας φύσεώς Του.

῾Η ζωὴ Του ἀπὸ τὴν Φάτνη ὡς τὸν Σταυρὸ ἦταν ἕνα ἐπεισόδιο μόνο, μιᾶς ζωῆς, ποὺ δὲν εἶχε ἀρχὴ καὶ δὲν θὰ ἔχη τέλος.

Εἶναι ἄχρονος, αἰώνιος, ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος.

Μοναδικὸς στὴ γέννησή Του.

β. Κανεὶς δὲν ἔζησε ὅπως ὁ ᾿Ιησοῦς. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἔζησε ἀνάμεσά μας μιὰ πρότυπη, ἀναμάρτητη ζωή.

Διαβάζουμε στὴν πρὸς ῾Εβραίους ἐπιστολὴ, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν «ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος» (ἅγιος, ἄκακος, ἀψεγάδιαστος, χωρὶς σχέση μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἁμαρτία, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε πάνω ἀπὸ τὰ οὐράνια) ῾Εβρ. ζ´ 26.

῾Ο ᾿Απόστολος Πέτρος μᾶς βεβαιώνει, ὅτι ὁ «Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ· ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (῾Ο Χριστὸς πέθανε γιὰ σᾶς, ἀφήνοντάς σας τὸ ὑπόδειγμα γιὰ νὰ βαδίσετε στ᾿ ἀχνάρια του. Αὐτὸς ἁμαρτία δὲν ἔκανε, καὶ δόλος στὸ στόμα του δὲν βρέθηκε) Α´ Πέτρ. β´ 21-22.

῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος ἀνεφώνησε· «τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ποιὸς ἀπὸ σᾶς μπορεῖ νὰ ἀποδείξει πώς ἔκανα κάποια ἁμαρτία;) ᾿Ιωάν. η´ 46 καὶ δὲν ὑπῆρξε ἀντίλογος.

Ξεκαθάρισε μὲ ἀπόλυτο καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο στοὺς μαθητές Του, ὅτι «ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν» (ὁ κυρίαρχος αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἔρχεται νὰ μὲ θανατώσει, ἂν καὶ δὲν ἔχει ἐπάνω μου καμιὰ ἐξουσία) ᾿Ιωάν. ιδ´ 30.

Τρεῖς φορὲς προεῖπε τὸν τρόπο, τὸν χρόνο καὶ τὸ εἶδος τοῦ θανάτου Του. Κι ἐνῷ μποροῦσε νὰ τὸν ἀποφύγη, δὲν τὸ ἔκαμε.

῾Η πρώτη στὴν Καισάρεια τοῦ Φιλίππου.

«᾿Απὸ τότε ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς ῾Ιεροσόλυμα καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι. Καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων· ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο. ῾Ο δὲ στραφεὶς εἶπε τῷ Πέτρῳ· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων». (᾿Απὸ τότε ἄρχισε ὁ ᾿Ιησοῦς νὰ φανερώνει στοὺς μαθητές του πὼς πρέπει νὰ πάει στὰ ῾Ιεροσόλυμα καὶ νὰ πάθει πολλὰ ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ νὰ θανατωθεῖ καὶ ν᾿ ἀναστηθεῖ τὴν τρίτη μέρα. Κι ἀφοῦ τὸν πῆρε κατὰ μέρος ὁ Πέτρος, ἄρχισε νὰ τὸν μαλώνει καὶ νὰ τοῦ λέει· “Θεὸς φυλάξοι, Κύριε! νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ αὐτό!” Κι ὁ ᾿Ιησοῦς γύρισε καὶ εἶπε στὸν Πέτρο· “Φύγε ἀπὸ μπροστά μου, σατανᾶ! ᾿Εσὺ μοῦ γίνεσαι ἐμπόδιο, γιατὶ δὲ σκέφτεσαι ὅπως θέλει ὁ Θεός, ἀλλὰ ὅπως θέλουν οἱ ἄνθρωποι”) Ματθ. ις´ 21-23.

῾Η δευτέρα μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως.

«᾿Αναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· μέλλει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα». (᾿Ενῶ οἱ μαθητὲς περιέρχονταν τὴ Γαλιλαία, τοὺς εἶπε ὁ ᾿Ιησοῦς· “῾Ο Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου, πρόκειται νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων· Θὰ τὸν θανατώσουν, καὶ τὴν τρίτη μέρα θὰ ἀναστηθεῖ”. Καὶ λυπήθηκαν πάρα πολύ) Ματθ. ιζ´ 22-23.

῾Η τρίτη, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν θριαμβευτικὴ εἴσοδό Του στὰ ῾Ιεροσόλυμα.

«Καὶ ἀναβαίνων ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα παρέλαβε τοὺς δώδεκα μαθητὰς κατ᾿ ἰδίαν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς ῾Ιεροσόλυμα, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ, καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν εἰς τὸ ἐμπαῖξαι καὶ μαστιγῶσαι καὶ σταυρῶσαι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται» (Καθὼς ἀνέβαινε ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς τὰ ῾Ιεροσόλυμα, πῆρε ἰδιαιτέρως τοὺς δώδεκα μαθητὲς καὶ πηγαίνοντας τοὺς εἶπε· “᾿Ανεβαίνουμε στὰ ῾Ιεροσόλυμα· ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου θὰ παραδοθεῖ ἐκεῖ στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς γραμματεῖς καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν σὲ θάνατο. Καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στοὺς ἐθνικούς, γιὰ νὰ τὸν περιγελάσουν, νὰ τὸν μαστιγώσουν καὶ νὰ τὸν σταυρώσουν, ὅμως τὴν τρίτη μέρα θ᾿ ἀναστηθεῖ”) Ματθ. κ´ 17-19.

Ποιά ζωὴ μπορεῖ νὰ σταθῆ δίπλα στὴ δική Του ζωὴ καὶ νὰ συγκριθῆ μὲ αὐτή;

Μοναδικὸς καὶ στὴ ζωή Του.

γ´. Κανεὶς δὲν ἐργάσθηκε σὰν τὸν ᾿Ιησοῦ.

Σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς Του ἔδειξε τὴν θεία δύναμί Του.

Στὴ Φύση·

Εἶπε στὴν τρικυμισμένη θάλασσα καὶ στὸ δυνατὸ ἄνεμο· «σιώπα, πεφίμωσο. καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη». (“Σώπα· φιμώσου!” Σταμάτησε τότε ὁ ἄνεμος κι ἔγινε ἀπόλυτη γαλήνη) Μάρκ. δ´ 39.

Στὰ δαιμόνια·

Μ᾿ ἕνα Του λόγο «ἔξελθε», διέταξε μία λεγεώνα δαιμόνων (10.000 δαιμόνια) καὶ ἐλευθέρωσε τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, τὸν ὁποῖον δὲν κρατοῦσαν οἱ ἁλυσίδες καὶ τὸν ὁποῖον εἶδαν «καθήμενον καὶ ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα» (νὰ εἶναι καθισμένος, νὰ φοράει ροῦχα καὶ νὰ φέρνεται λογικά) Μάρκ. ε´ 15.

Στὴν ἀσθένεια·

Λεπροί, τυφλοί, ἀνάπηροι, παράλυτοι, ἐθεραπεύθησαν ἀπ᾿ Αὐτὸν ὁ ὁποῖος «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου, ὅτι ὁ Θεὸς ἦν μετ᾿ αὐτοῦ» (Παντοῦ ὅπου πέρασε, εὐεργετοῦσε καὶ γιάτρευε ὅλους ὅσους κατατυραννοῦσε ὁ διάβολος, γιατὶ ὁ Θεὸς ἦταν μαζί του) Πράξ. ι´ 38.

«Καὶ προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἔχοντες μεθ᾿ ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλούς καὶ ἑτέρους πολλούς, καὶ ἔρριψαν αὐτοὺς παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς, ὥστε τοὺς ὄχλους θαυμάσαι βλέποντας κωφοὺς ἀκούοντας, ἀλάλους λαλοῦντας, κυλλοὺς ὑγιεῖς, χωλοὺς περιπατοῦντας καὶ τυφλοὺς βλέποντας· καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν ᾿Ισραήλ». (Καὶ πῆγε καὶ τὸν βρῆκε κόσμος πολύς, ἔχοντας μαζί τους κουτσούς, τυφλούς, κουλούς, κωφάλαλους κι ἄλλους πολλούς καὶ τοὺς ἔβαλαν μπρὸς στὰ πόδια τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ τοὺς θεράπευσε. ῎Ετσι τὸ πλῆθος θαύμασε ποὺ εἶδε κουφοὺς ν᾿ ἀκοῦν καὶ ἄλαλους νὰ μιλοῦν, κουλούς νὰ γίνονται καλά, κουτσούς νὰ περπατοῦν καὶ τυφλοὺς νὰ βλέπουν· καὶ δόξασαν τὸ Θεὸ τοῦ ᾿Ισραήλ) Ματθ. ιε´ 30-31.

Στὸν θάνατο·

῞Οταν ὁ θάνατος συναντήθηκε μαζί Του, ὅπως στὸ γιὸ τῆς χήρας τῆς Ναΐν (Λουκᾶ ζ´ 11-17), στὴν κόρη τοῦ ᾿Ιαείρου (Λουκᾶ η´ 49-56), στὸ Λάζαρο (᾿Ιωάν. ια´ 1-44) ἐνικήθηκε ἀπὸ ᾿Εκεῖνον ποὺ εἶναι «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ» ᾿Ιωάν. ια´ 25.

Στοὺς πειρασμούς·

Τοὺς πειρασμοὺς Του ἀντιμετώπισε σιωπῶν «Καὶ κατηγόρουν αὐτοῦ οἱ ἀρχιερεῖς πολλά, αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο» (Οἱ ἀρχιερεῖς τότε τὸν κατηγοροῦσαν γιὰ πολλά. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπόκριση) Μάρκ. ιε´ 3.

«Λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως» (Τὶς λοιδορίες δὲν τὶς ἀνταπέδιδε, κι ὅταν ἔπασχε δὲν ἀπειλοῦσε· ἐμπιστευόταν στὸ δίκαιο Κριτή) Α´ Πέτρ. β´ 23.

Μοναδικὸς καὶ στὰ ἔργα Του.

δ´. Κανεὶς δὲν ἐδίδαξε ὅπως ὁ ᾿Ιησοῦς· «῏Ην γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων» (Γιατὶ τοὺς δίδασκε, μὲ αὐθεντία, κι ὄχι ὅπως οἱ γραμματεῖς) ὁμολογεῖ ὁ Ματθαῖος. Κεφ. ζ´ 29.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ τὴ θεία ἐξουσία Του ἔλεγε στοὺς μαθητές Του· «᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις «᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν» (῎Εχετε ἀκούσει τὴν ἐντολὴ ποὺ δόθηκε παλιὰ στοὺς προγόνους «᾿Εγὼ ὅμως σᾶς λέω») Ματθ. ε´ 21, 22 καὶ ἑρμήνευε τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ.

Μόνον αὐτὸς μὲ ἀποκλειστικότητα ἐδήλωσε γιὰ τὸν ἑαυτό Του.

«᾿Εγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς» (᾿Εγὼ εἶμαι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς) ᾿Ιωάν. ς´ 35.

«᾿Εγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (᾿Εγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου) ᾿Ιωάν. η´ 12.

«᾿Εγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰμί» (᾿Εγὼ κατάγομαι ἀπὸ πάνω) ᾿Ιωάν. η´ 23.

«᾿Εγώ εἰμι ἡ θύρα» (᾿Εγὼ εἶμαι ἡ πόρτα) ᾿Ιωάν. ι´ 7.

«᾿Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός» (᾿Εγὼ εἶμαι ὁ καλὸς ποιμένας) ᾿Ιωάν. ι´ 11.

«᾿Εγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου» (᾿Εγὼ θυσιάζω τὴ ζωή μου) ᾿Ιωάν. ι´ 17.

«᾿Εγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (᾿Εγὼ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή) ᾿Ιωάν. ια´ 25.

«᾿Εγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (᾿Εγὼ εἶμαι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή) ᾿Ιωάν. ιδ´ 6.

«᾿Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή» (᾿Εγὼ εἶμαι τὸ ἀληθινὸ κλῆμα) ᾿Ιωάν. ιε´ 1.

«᾿Εγώ εἰμι» (᾿Εγὼ εἶμαι) ᾿Ιωάν. ιη´ 5.

«᾿Εγώ εἰς τοῦτο γεγέννημαι ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ» (᾿Εγὼ γι αὐτὸ γεννήθηκα γιὰ νὰ φανερώσω τὴν ἀλήθεια) ᾿Ιωάν. ιη´ 37.

«᾿Εγώ εἰμι ᾿Ιησοῦς» (᾿Εγὼ εἶμαι ὁ ᾿Ιησοῦς) Πράξ. θ´ 5.

«᾿Εγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου» (᾿Εγὼ εἶμαι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος. ᾿Εγὼ εἶμαι ὁ ζωντανός· μὲ θανάτωσαν, μὰ νὰ ποὺ τώρα ζῶ γιὰ πάντα κι ἐξουσιάζω τὸ θάνατο καὶ τὸ βασίλειό του) ᾿Αποκ. α´ 17-18.

«᾿Εγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ» (᾿Εγὼ εἶμαι τὸ ῎Αλφα καὶ τὸ ᾿Ωμέγα», λέει ὁ Θεός, ὁ Παντοκράτορας Κύριος, αὐτὸς ποὺ ἀληθινὰ ὑπάρχει καὶ ὑπῆρχε καὶ θά ᾿ρθεῖ) ᾿Αποκ. α´ 8.

«᾿Εγὼ τὸ Α καὶ τὸ Ω, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ἀρχὴ καὶ τέλος» (᾿Εγὼ εἶμαι τὸ ῎Αλφα καὶ τὸ ᾿Ωμέγα, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος) ᾿Αποκ. κβ´ 13.

«᾿Εγώ εἰμι ἡ ρίζα καὶ τὸ γένος Δαυΐδ, ὁ ἀστὴρ ὁ λαμπρὸς ὁ πρωϊνός» (᾿Εγὼ εἶμαι ἀπὸ τὴ ρίζα καὶ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ, τὸ ἄστρο τὸ λαμπερό, τὸ πρωϊνό) ᾿Αποκ. κβ´ 16.
῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος σὲ μία του ὁμιλία βάζει ἀκόμη στὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ τὰ ἑξῆς λόγια·

«᾿Εγὼ Πατήρ, (φησίν ὁ Χριστός), ἐγώ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφή, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ρίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. ᾿Εγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. ᾿Εγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος καὶ κεφαλή, καὶ ἀδελφός, καὶ ἀδελφή, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. ᾿Εγώ πένης διὰ σέ, καὶ ἀλήτης διὰ σέ, ἐπὶ σταυροῦ διὰ σέ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ, καὶ ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σύ, καὶ ἀδελφός, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; Τί τὸν οὕτω φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; Τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; Τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;» (᾿Εγὼ εἶμαι πατέρας, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφή, ἐγὼ ἔνδυμα, ἐγὼ ρίζα, ἐγὼ θεμέλιον, κάθε τι τὸ ὁποῖον θέλεις ἐγώ· νὰ μὴν ἔχῃς ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. ᾿Εγὼ καὶ θὰ σὲ ὑπηρετήσω· διότι ἦλθα νὰ ὑπηρετήσω, ὄχι νὰ ὑπηρετηθῶ. ᾿Εγὼ εἶμαι καὶ φίλος, καὶ μέλος τοῦ σώματος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μητέρα, ὅλα ἐγώ· ἀρκεῖ νὰ διάκεισαι φιλικὰ πρὸς ἐμέ. ᾿Εγὼ ἔγινα πτωχὸς διὰ σέ· ἔγινα ἐπαίτης διὰ σέ· ἀνέβηκα ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρὸν διὰ σέ· εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω διὰ σὲ παρακαλῶ τὸν Πατέρα· κάτω εἰς τὴν γῆν ἐστάλην ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς μεσολαβητὴς διὰ σέ.

῞Ολα δι᾿ ἐμὲ εἶσαι σύ· καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος τοῦ σώματος. Τί περισσότερον θέλεις; Διατί ἀποστρέφεσαι αὐτὸν ποὺ σὲ ἀγαπᾶ; Διατί κοπιάζεις διὰ τὸν κόσμον; Διατί ἀντλεῖς νερὸ μὲ τρυπημένο πιθάρι;) ΕΠΕ, τόμ. 12, σελ. 34-35.

῞Οταν οἱ ἐγκάθετοι τῶν Φαρισαίων ἠθέλησαν νὰ Τὸν «παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ» (νὰ Τὸν παγιδέψουν μὲ ἐρωτήσεις) Ματθ. κβ´ 15 ἐπέστρεψαν οἱ ὑπηρέτες μὲ τὴν ὁμολογία «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ποτὲ δὲν μίλησε ἄνθρωπος ὅπως αὐτός) ᾿Ιωάν. ζ´ 46.

Διαβάστε τὸ 15ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου ὅπου μὲ τρεῖς παραβολὲς τοῦ ἀπολωλότος προβάτου, τῆς ἀπολεσθείσης δραχμῆς καὶ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ὡμίλησε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

῍Η τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία Του στὰ κεφάλαια 5, 6 καὶ 7 τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου γιὰ νὰ μυηθῆτε στὸ νέο ἦθος τῶν μαθητῶν Του.

Καὶ ἀκόμη τὸν χρυσοῦν Κανόνα τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων «Πάντα οὖν ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς» (῞Ολα ὅσα θέλετε νὰ σᾶς κάνουν οἱ ἄνθρωποι, αὐτὰ νὰ τοὺς κάνετε κι ἐσεῖς) Ματθ. ζ´ 12.

῞Οποιος μελετήσει τὴν διδασκαλία Του γιὰ τὸν Καλὸ Ποιμένα (᾿Ιωάν. ι´ 11-16), τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου (Λουκᾶ ι´ 25-37) καὶ τὸ ιζ´ κεφάλαιο τοῦ κατὰ ᾿Ιωάννην Εὐαγγελίου τὴν λεγομένη ᾿Αρχιερατικὴ προσευχή Του, θὰ διαπιστώση πόσο ἐφρόντισε τοὺς δικούς Του καὶ θὰ ὁμολογήση, ὅτι ὁ λόγος Του ἐθεράπευσε περισσότερους ἀπὸ τὰ ἔργα Του, ὅπως ὡμολόγησε ὁ Πέτρος· «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις» (Καὶ σὲ ποιόν νὰ πᾶμε, Κύριε; ᾿Εσὺ κατέχεις τὰ λόγια ποὺ ὁδηγοῦν στὴν αἰώνια ζωή.) ᾿Ιωάν. ς´ 68.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ᾿Εκεῖνος μὲ στοργὴ καὶ παρρησία μᾶς εἶπε·

«῾Υμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος, καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ» (᾿Εσεῖς μὲ φωνάζετε ‘‘Διδάσκαλε’’ καὶ ‘‘Κύριε’’, καὶ σωστὰ τὸ λέτε, γιατὶ εἶμαι) ᾿Ιωάν. ιγ´ 13.

῾Υπῆρξε μοναδικὸς καὶ ὑπέροχος δάσκαλος.

ε´. Κανεὶς δὲν ἀπέθανε, ὅπως ὁ ᾿Ιησοῦς.

Στὴ ζωή μας, ὁ θάνατος εἶναι βέβαιος καὶ ἔρχεται, ὡς ἐξόφλησι τοῦ κοινοῦ πανανθρωπίνου χρέους.

Στὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ θάνατός Του, ἦταν ἡ κορωνίδα τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου, ποὺ ὁλοκληρώθηκε ὅταν ἀνεφώνησε τὸ «Τετέλεσται» καὶ συγκλονίσθηκε ὁ ὁρατὸς καὶ ὁ ἀόρατος κόσμος, τὰ ἐπουράνια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ ἀνθρώπινα.

῾Ο θάνατός Του, γιὰ ὅσους Τὸν κατεδίκασαν καὶ Τὸν ἐσταύρωσαν, ἐθεωρήθη, ὡς συντριβὴ καὶ ἐξουθένωσί Του, γιὰ Τὸν ῎Ιδιο εἶναι ἡ δόξα Του καὶ ὁ ἔπαινός Του, γιὰ μᾶς τοὺς δεχομένους τὴν σωτηρία καύχημα καὶ στέφανός μας, γιὰ τοὺς ἀπίστους ἀπώλεια καὶ καταδίκη ἀφοῦ ἀρνήθηκαν νὰ ἐξοφλήσουν τὸ κοινὸ χρέος τῆς ὑπάρξεώς τους μὲ τὴν πίστι καὶ τὴν ἀρετή τους.

῾Ο ᾿Ιησοῦς δὲν ἐσύρθη στὸ θάνατο, ἀλλὰ «προπορευόμενος τῶν μαθητῶν Του» (῾Ο ᾿Ιησοῦς προχωροῦσε μπροστὰ ἀπὸ τοὺς μαθητές Του) Πρβλ. Μάρκ. ι´ 32 πῆγε νὰ τὸν συναντήσει. «Διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην» (Μὰ ἐγὼ γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἦρθα, νὰ περάσω αὐτὴ τὴν ὥρα τῆς ὀδύνης) ᾿Ιωάν. ιβ´ 27 ἐβεβαίωσε τοὺς μαθητές Του καὶ διευκρίνησε ὅτι «οὐδεὶς αἵρει αὐτὴν (δηλ. τὴν ζωήν Του) ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἀλλ᾿ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ᾿ ἑμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν» (Κανεὶς δὲν μοῦ τὴν παίρνει -δηλ. τὴν ζωή του- ἀλλὰ ἐγὼ ἀπὸ μόνος μου τὴν προσφέρω. ᾿Απὸ μένα ἐξαρτᾶται νὰ τὴν προσφέρω κι ἀπὸ μένα ἐξαρτᾶται νὰ τὴν ξαναπάρω) ᾿Ιωάν. ι´ 18.

᾿Απέθανε ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, διότι «ὁ Κύριος ἔθεσε ἐπ᾿ Αὐτὸν τὰς ἁμαρτίας πάντων ἡμῶν» (Καὶ ὁ Κύριος παρέδωκεν αὐτὸν εἰς παθήματα καὶ θάνατο διὰ τὰς ἁμαρτίας μας) Πρβλ. ῾Ησαΐου νγ´ 6. Μὲ τὸν θάνατό Του «ἡμᾶς ποτε ὄντας ἀπηλλοτριωμένους καὶ ἐχθροὺς τῇ διανοίᾳ ἐν τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, νυνὶ δὲ ἀποκατήλλαξεν ἐν τῷ σώματι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ διὰ τοῦ θανάτου, παραστῆσαι ἡμᾶς ἁγίους καὶ ἀμώμους καὶ ἀνεγκλήτους κατενώπιον αὐτοῦ» (῎Αλλοτε ἤσασταν ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸ Θεὸ κι εἴχατε ἀπέναντί Του ἐχθρικὲς διαθέσεις, ὅπως ἔδειχναν τὰ πονηρά σας ἔργα. ᾿Αλλὰ τώρα ὁ Χριστός, πεθαίνοντας ὡς ἄνθρωπος, σᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸ Θεό, γιὰ νὰ σᾶς παρουσιάσει μπροστά Του ἁγίους, ἀψεγάδιαστους κι ἀκατηγόρητους) Κολοσ. α´ 21.

᾿Απέθανε, γιὰ νὰ νικήση «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (αὐτὸν ποὺ ἐξουσίαζε τὸ θάνατο, δηλαδὴ τὸ διάβολο, καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἀπελευθερώσει ὅσους ὁ φόβος τοῦ θανάτου τοὺς εἶχε καταδικάσει νὰ εἶναι δοῦλοι σ᾿ ὅλη τους τὴ ζωή) ῾Εβρ. β´ 14-15.

῎Εγινε «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ Κόσμου» (ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ παίρνει πάνω Του τὴν ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων) ᾿Ιωάν. α´ 29.

Καὶ ὁ θάνατός Του ἔνδοξα μοναδικὸς.

ς´. Κανεὶς δὲν ἀναστήθηκε, ὅπως ὁ ᾿Ιησοῦς.

Τὸ Εὐαγγέλιο στηρίζεται πάνω σ᾿ ἕνα ἄδειο τάφο, τὸ κενὸ μνημεῖο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ λάμπων καὶ ἐξαστράπτων ῎Αγγελος θὰ κηρύττη, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος τὸ φαιδρὸν τῆς ᾿Αναστάσεως κήρυγμα «Οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπε. δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος» (Δὲν εἶναι ἐδῶ, γιατί, ὅπως τὸ εἶπε, ἀναστήθηκε! ᾿Ελᾶτε νὰ δεῖτε τὸ μέρος ὅπου βρισκόταν τὸ σῶμα Του) Ματθ. κη´ 6.
Καμμιὰ θρησκεία, δὲν τὸ ἐτόλμησε αὐτὸ μὰ, οὔτε καὶ θὰ ἐγίνετο πιστευτή, ἂν τὸ ἀποτολμοῦσε. Μόνο ἡ ᾿Εκκλησία ἔχει τὴ χαρὰ τῆς ᾿Αναστάσεως, τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ τὴν διακονία τῆς ἀναστάσεως.

Τὴν ἀνάστασή Του δὲν τὴν ἀρνήθηκαν οὔτε οἱ ἐχθροί Του. ᾿Επλήρωσαν μόνο χρήματα γιὰ νὰ μὴ διαδοθῆ. «Πορευομένων δὲ αὐτῶν ἰδού τινες τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα. καὶ συναχθέντες μετὰ τῶν πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες ἀργύρια ἱκανὰ ἔδωκαν τοῖς στρατιώταις λέγοντες· εἴπατε ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων. καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος, ἡμεῖς πείσομεν αὐτὸν καὶ ὑμᾶς ἀμερίμνους ποιήσομεν. οἱ δὲ λαβόντες τὰ ἀργύρια ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν. καὶ διεφημίσθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ ᾿Ιουδαίοις μέχρι τῆς σήμερον». (῞Οταν ἔφυγαν οἱ γυναῖκες, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φρουροὺς πῆγαν στὴν πόλη κι ἀνέφεραν στοὺς ἀρχιερεῖς ὅλα ὅσα ἔγιναν. Οἱ ἀρχιερεῖς φώναξαν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους, ἔκαναν συμβούλιο κι ἀποφάσισαν· ῎Εδωσαν πολλὰ χρήματα στοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς εἶπαν· “Νὰ πεῖτε πὼς ῾τὴ νύχτα ποὺ ἐμεῖς κοιμόμασταν, ἦρθαν οἱ μαθητές του καὶ τὸν ἔκλεψαν’. Κι ἂν αὐτὸ φτάσει στ᾿ αὐτιὰ τοῦ Ρωμαίου διοικητή, ἐμεῖς θὰ τὸν πείσουμε καὶ θὰ σᾶς ἀπαλλάξουμε ἀπὸ κάθε εὐθύνη”. Οἱ στρατιῶτες πῆραν τὰ χρήματα κι ἔκαναν ὅπως τοὺς δασκάλεψαν. ῎Ετσι κυκλοφόρησε αὐτὴ ἡ φήμη στοὺς ᾿Ιουδαίους ἕως σήμερα) Ματθ. κη´ 11-15.

Τὴν ἀνάστασί Του ὑπεστήριξαν οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι, ἄνθρωποι, ποὺ δὲν εἶχαν κανένα κέρδος, ἀντίθετα ἐφυλακίσθησαν, ἐδιώχθησαν ἢ ἐθανατώθησαν.

῾Η ἀνάστασί Του ἔγινε κίνητρο ζωῆς, ἀγάπης καὶ ὑπηρεσίας.

Τὸ νόημα τῆς ἀναστάσεως ἀναφέρει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος· «῾Ο Χριστὸς παρεδόθη διὰ τὰ παραπτώματα ἡμῶν καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν» (῾Ο ᾿Ιησοῦς παραδόθηκε στὸ θάνατο γιὰ τὶς ἀνομίες μας κι ἀναστήθηκε γιὰ τὴ σωτηρία μας) Ρωμ. δ´ 2.

«Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (῾Η ἀλήθεια ὅμως εἶναι πὼς ὁ Χριστὸς ἔχει ἀναστηθεῖ, κάνοντας τὴν ἀρχὴ γιὰ τὴν ἀνάσταση ὅλων τῶν νεκρῶν) Α´ Κορ. ιε´ 20.

῞Οταν ἡ λύτρωσις ἐπετεύχθη, ὁ Θεὸς Πατέρας «τὸν ἀνέστησε, λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (τὸν ἀνέστησε, ἐλευθερώνοντάς τον ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου) Πράξ. β´ 24.

᾿Αδιαμφισβητήτως μοναδικὸς

καὶ στὴν ἀνάστασί Του.

ζ´. Κανεὶς δὲν ἐλατρεύθηκε, ὅπως ὁ ᾿Ιησοῦς.

Πρώτη Τὸν προσεκύνησε, μετὰ τὴν ᾿Ανάστασί Του, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ μὲ τὸ δακρύβρεκτο καὶ λατρευτικό της «Ραββουνί» (᾿Ιωάν. κ´ 16)· μετὰ οἱ δώδεκα μαθητὲς καὶ ἀπόστολοι (Ματθ. κη´ 17), τελευταῖος ὁ Θωμᾶς (᾿Ιωάν. κ´ 28).

᾿Ακολούθησαν, πλήθη ἀναρίθμητα, πού·

᾿Εγονάτισαν μπροστά Του μὲ μετάνοια καὶ πίστι.

᾿Εθεώρησαν τὰ πάντα σκύβαλα γιὰ νὰ κερδίσουν τὸ Χριστό.

᾿Εμισήθησαν γιὰ τὴν ἀγάπη τους γι᾿ Αὐτόν.

᾿Αντιμετώπισαν φυλακὲς καὶ βασανιστήρια γιὰ τὸ κήρυγμα τῆς ἀγάπης Του.

Τοῦ ἀφιέρωσαν ζωὲς καὶ ὑπάρχοντα.

᾿Εθεώρησαν τιμή τους νὰ λέγωνται δοῦλοί Του.

῾Υψώνουν χέρια προσδοκίας γιὰ τὸν ἐρχομό Του.

ΙΙ. Ποιός εἶναι γιὰ μᾶς ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός;

Μελετῶντες τὰ ἅγια καὶ ἱερὰ Εὐαγγέλια θὰ γνωρίσουμε τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ σὲ σχέσι μὲ μᾶς·

α.- ῾Ως Μεσίτη μας.

«Εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς ᾿Ιησοῦς, ὁ δοὺς ἑαυτὸν ἀντίλυτρον ὑπὲρ πάντων, τὸ μαρτύριον καιροῖς ἰδίοις» (Γιατὶ ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς κι ἕνας ὁ μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ὁ ἄνθρωπος ᾿Ιησοῦς Χριστός, ποὺ πρόσφερε τὴ ζωή του ὡς λύτρο γιὰ χάρη ὅλων. ῎Ετσι, στὸν προσδιορισμένο καιρό, ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴ μαρτυρία του ὅτι θέλει νὰ σώσει τὸν κόσμο) Α´ Τιμ. β´ 5-6.

Τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ ὡς μεσίτου προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο ὡς ἑξῆς· «῾Ο δὲ διὰ τὸ μένειν αὐτὸν εἰς τὸν αἰῶνα ἀπαράβατον ἔχει τὴν ἱερωσύνην· ὅθεν καὶ σώζειν εἰς τὸ παντελὲς δύναται τοὺς προσερχομένους δι᾿ αὐτοῦ τῷ Θεῷ, πάντοτε ζῶν εἰς τὸ ἐντυγχάνειν ὑπὲρ αὐτῶν». (῾Ο ᾿Ιησοῦς, ἐπειδὴ παραμένει αἰώνιος, ἔχει ἱερωσύνη ποὺ δὲ μεταβιβάζεται. Γι αὐτὸ μπορεῖ νὰ σώζει γιὰ πάντα ὅσους μέσω αὐτοῦ πλησιάζουν τὸ Θεό. Ζεῖ αἰώνια, γιὰ νὰ μεσιτεύει γι αὐτούς) ῾Εβρ. ζ´ 24-25.

β.- ῾Ως ᾿Αρχιερέα μας.

῾Ο θεσμὸς τῆς ἱερωσύνης καὶ τοῦ ἱερέα εἰδικώτερον εἶναι τόσο παλαιός, ὅσο καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία.

Τὸ ἔργο τοῦ ἐξ ἀνθρώπων λαμβανομένου ἀρχιερέως εἶναι, «ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν» (νὰ προσφέρει δῶρα καὶ θυσίες γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους) ῾Εβρ. ε´ 1 καὶ ἐκρίθη ἀναγκαῖο καὶ ἀπαραίτητο μετὰ τὴν παρακοὴ καὶ τὴν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου.

Πρὶν ἀπ᾿ αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνοῦσε ἐλευθέρως καὶ προσωπικῶς μὲ τὸν Θεό, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε «τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ» (τὸ τεῖχος ποὺ χώριζε) ᾿Εφεσ. β´ 14. Χωρὶς τὴν ἀνάγκη νὰ προσφέρη θυσίες ὑπὲρ ἁμαρτιῶν καὶ τοῦ εἰδικοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖο θὰ τὴν προσέφερε γιὰ λογαριασμό του.

γ.- ῾Ως Σωτῆρα μας.

῾Ο ῎Αγγελος ἀποκαλύπτει στὸν προβληματισμένο ᾿Ιωσὴφ τὸν Μνήστορα τὸ ὄνομα τοῦ παιδίου, τὸ ὁποῖο θὰ ἐγεννοῦσε ἡ Παρθένος Μαρία «καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Καὶ θὰ τοῦ δώσεις τὸ ὄνομα ᾿Ιησοῦς, γιατὶ αὐτὸς θὰ σώσει τὸ λαό του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους) Ματθ. α´ 21.

᾿Ιησοῦς σημαίνει Σωτῆρας.

῾Η Καινὴ Διαθήκη ἀναφέρει ἀπὸ ποῖα στοιχεῖα σύγκειται αὐτὴ ἡ σωτηρία.

Ι. ᾿Απὸ τὶς ἁμαρτίες μας.

«᾿Εφ᾿ ὅσον πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Γιατὶ ὅλοι ἁμάρτησαν καὶ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ) Πρβλ. Ρωμ. γ´ 23.

ΙΙ. ᾿Απὸ τὴν ἀφοσίωσι καὶ σκλαβιὰ τοῦ παρόντος πονηροῦ αἰῶνος.

ΙΙΙ. ᾿Απὸ τοὺς ἐχθρούς μας.

῾Ο Ζαχαρίας, ὁ πατέρας τοῦ ᾿Ιωάννου, στὸν ὕμνο του ἀνέκραξε, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς θὰ προσέφερε «σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ἡμῶν» (θὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας) Λουκᾶ α´ 71.

῾Ο πιστὸς δὲν εἶναι ἐχθρὸς σὲ κάποιον ἄνθρωπο. ῎Εχει ὅμως ἐχθρούς «μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος» (σᾶς μισεῖ ὁ κόσμος) ᾿Ιωάν. ιε´ 19, εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του.

῾Η στάσις μας εἶναι «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» (Ν᾿ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας) Ματθ. ε´ 44 καὶ ἐλπίσατε στὴν σωτηρία τοῦ Χριστοῦ. Πρβλ. Λουκᾶ α´ 71.

ΙV. ᾿Απὸ τὸ θάνατο.

῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος προσδιορίζει, ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ἐλύτρωσε «ἐκ τοσούτου μεγάλου θανάτου» (ἀπὸ ἕνα τέτοιο θανάσιμο κίνδυνο) Πρβλ. Β´ Κορ. α´ 10.

Οἱ πιστοὶ μετέβημεν «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (ἀπὸ τὸν θάνατον εἰς τὴν ζωήν) ᾿Ιωάν. ε´ 24.

῾Ο Χριστὸς μᾶς ἔσωσε ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο δηλαδὴ τὸν χωρισμὸ ἀπό τὸν Θεό.

V. ᾿Απὸ «τῆς μελλούσης ὀργῆς» (ἀπὸ τὴν ὀργὴ ποὺ πλησιάζει) Λουκᾶ γ´ 7.

῾Ο Παῦλος μᾶς βεβαιώνει γιὰ δύο θέματα·

α) ὅτι «ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας» (ἔρχεται ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ πάνω σὲ ὅσους δὲν τὸν ὑπακούουν) ᾿Εφεσ. ε´ 6 καὶ ὅτι «ἀποκαλύπτεται γὰρ ὀργὴ Θεοῦ ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἀσέβειαν καὶ ἀδικίαν ἀνθρώπων τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικίᾳ κατεχόντων» (᾿Αποκαλύπτεται ὅμως καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ τιμωρήσει κάθε ἀσέβεια καὶ ἀδικία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ μὲ τὰ ἄδικα ἔργα τους συγκαλύπτουν τὴν ἀλήθεια) Ρωμ. α´ 18 καὶ

β) ὅτι «συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. Πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι᾿ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς» (῾Ο Θεὸς ὅμως ξεπερνώντας αὐτὰ τὰ ὅρια ἔδειξε τὴν ἀγάπη του γιὰ μᾶς, γιατὶ ἐνῶ ἐμεῖς ζούσαμε ἀκόμη στὴν ἁμαρτία, ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ μᾶς. Τώρα, λοιπόν, ἀφοῦ ὁ Θεὸς μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν καταδίκη, μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, πολὺ περισσότερο ὁ ἴδιος θὰ μᾶς σώσει κι ἀπὸ τὴ μέλλουσα ὀργή) Ρωμ. ε´ 8-9.

δ.- ῾Ως δικαιοσύνη μας.

῾Ο Παῦλος μᾶς βεβαιώνει ὅτι·

«Δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ ἀποκαλύπτεται» (ἀποκαλύπτεται ὅτι ὁ Θεὸς δικαιώνει τὸν ἄνθρωπο) Ρωμ. α´ 17 καὶ «ἐξ αὐτοῦ δὲ ὑμεῖς ἐστὲ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ὃς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις» (Χάρη σ᾿ αὐτὸν ὅμως ἐσεῖς βρίσκεστε μέσα στὴν πίστη τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐκείνου ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸ Θεὸ σοφία δική μας καὶ δικαίωση καὶ ἐξαγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωση) Α´ Κορ. α´ 30.

῾Ο Εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης ἐπισημαίνει·

«Τεκνία, μηδεὶς πλανάτω ὑμᾶς· ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην δίκαιός ἐστι, καθὼς ἐκεῖνος δίκαιός ἐστιν» (Παιδιά μου, μὴν ἀφήνετε κανέναν νὰ σᾶς παρασύρει· ὅποιος πράττει τὸ σωστό, αὐτὸς εἶναι δίκαιος, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Χριστὸς εἶναι δίκαιος.) Α´ ᾿Ιωάν. γ´ 7 καὶ «ἐὰν εἰδῆτε ὅτι δίκαιός ἐστι, γινώσκετε ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην ἐξ αὐτοῦ γεγέννηται» (᾿Αφοῦ ξέρετε πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι δίκαιος, πρέπει ἐπίσης νὰ ξέρετε πὼς κι ὅποιος πράττει δίκαια εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ) Α´ ᾿Ιωάν. β´ 29.

ε.- ῾Ως ἁγιασμό μας.

῾Ο Χριστὸς μὲ τὸ θαυμαστὸ ἔργο Του, μᾶς κατέστησε «συμπολῖτας τῶν ἁγίων καὶ οἰκείους τοῦ Θεοῦ» (ἀνήκοντας στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, στὴν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ) ᾿Εφεσ. β´ 19.

Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσι μας καὶ ἡ πρόσκλησί μας, «ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται· ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (᾿Αντίθετα, ὅλη σας ἡ συμπεριφορὰ νὰ εἶναι ἅγια, ὅπως ἅγιος εἶναι κι ὁ Θεὸς ποὺ σᾶς κάλεσε. Γιατὶ τὸ λέει ἡ Γραφή· Νὰ γίνετε ἅγιοι γιατὶ ἐγὼ εἶμαι ἅγιος) Α´ Πέτρου α´ 15-16.

Σήμερα ἡ προτροπὴ εἶναι «ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (῎Ας συνεχίσει ὁ ἅγιος τὴν ἁγιοσύνη του) ᾿Αποκ. κβ´ 11.

Ξεχώρησε καὶ ἀποκόψου ἀκόμη πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν «κόσμο» καὶ ἀφιερώσου στὸν Κύριο.

᾿Ατένιζε τὴν ἁγιότητά Του·

Ζῆσε τὴν ἁγιότητά Του.

῎Ας εἶσαι «ἅγιος καὶ ἄμωμος κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπῃ» (ἀψεγάδιαστος στὴν τελική του κρίση) ᾿Εφεσ. α´ 4.

ς.- ῾Ως Σοφία μας.

Σοφὸς στὴν κυριολεξία εἶναι ἐκεῖνος ποὺ βλέπει καθαρῶς, ποὺ κρίνει ὀρθῶς περὶ τῶν πραγμάτων τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀληθινῆς ἀξίας τους.

῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος ἀποκαλεῖ τὸν Σταυρωθέντα ᾿Ιησοῦ Χριστὸ «Θεοῦ σοφία» (τοῦ Θεοῦ ἡ σοφία) Α´ Κορ. α´ 24.

῾Ο ᾿Αδελφόθεος ᾿Ιάκωβος κάνει διάκρισι μεταξὺ θείας σοφίας καὶ ἀνθρώπινης σοφίας ᾿Ιακ. γ´ 13-18.

῾Η θεία σοφία μᾶς κάνει·

«Σοφοὺς τῇ καρδίᾳ» (εἴμαστε ὅταν ἔχουμε μορφωμένη ἀπὸ τὴν θεία σοφία τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά μας). Πρβλ. Παροιμ. β´ 8.

«Σοφοὺς ἐν Χριστῷ» (γινόμαστε σοφοὶ χάρη στὸ Χριστό). Πρβλ. Α´ Κορ. δ´ 10.

«Σοφίσαι εἰς σωτηρίαν» (ὁ Χριστὸς μᾶς κάνει σοφοὺς ὁδηγώντας μας στὴ σωτηρία). Πρβλ. Β´ Τιμ. γ´ 15.

«Σοφοὺς εἶναι εἰς τὸ ἀγαθόν» (οἱ πιστοὶ εἶναι σοφοὶ γιὰ τὴν ἀρετή). Πρβλ. Ρωμ. ις´ 19.

«Σοφοὺς-Φρονίμους ὡς οἱ ὄφεις» (οἱ πιστοὶ, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ εἶναι σοφοὶ-συνετοὶ σὰν τὰ φίδια). Πρβλ. Ματθ. ι´ 16.

῾Η ἀνθρώπινη σοφία μᾶς κάνει·

«Σοφοὺς παρ᾿ ἑαυτοῖς» (νὰ φανταζόμαστε τὸν ἑαυτόν μας ἔξυπνον). Πρβλ. Παροιμ. κη´ 11.

«Σοφοὺς κατὰ σάρκα» (νὰ εἴμαστε σοφοὶ μὲ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια). Πρβλ. Α´ Κορ. α´ 26.

«Σοφοὺς ἐν τῷ αἰῷνι τούτῳ» (νὰ φαινόμαστε σοφοὶ μὲ τὰ μέτρα αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ αἰώνα). Πρβλ. Α´ Κορ. γ´ 18.

«Σοφοὺς μόνον εἰς τὸ κακόν» (νὰ γινόμαστε σοφοὶ μόνον στὸ νὰ κάμουμε τὸ κακό). Πρβλ. ῾Ιερ. δ´ 22.

Δική μας ἡ δυνατότητα καὶ ἡ εὐθύνη νὰ διαλέξουμε. Νὰ τοποθετηθοῦμε. Νὰ διακηρύξουμε.

ζ.- ῾Ως Κύριό μας.

῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριός μας γιὰ πέντε λόγους. Εἶναι δηλαδή «Κτήτωρ» καὶ «Κύριος πάντων».

῞Οταν τὰ ἐνθυμηθοῦμε καὶ τὰ συνειδητοποιήσουμε, ἡ σχέσι μας μαζί Του θὰ εἶναι σωστότερη καὶ ἡ σιγουριὰ, ποὺ θὰ νοιώσουμε μέσα μας θὰ εἶναι μεγαλύτερη·

1. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριός μας ἐπειδὴ εἶναι συνάναρχος μὲ τὸν Πατέρα, ἡ μοναδικὴ ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, Θεὸς καὶ Κύριος.

2. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριός μας ἐπειδὴ εἶναι δημιουργὸς τῶν πάντων «πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲν ἓν ὃ γέγονεν» (τὰ πάντα δι᾿ αὐτοῦ δημιουργήθηκαν κι ἀπ᾿ ὅσα ἔγιναν τίποτα χωρὶς αὐτὸν δὲν ἔγινε) ᾿Ιωάν. α´ 3.

3. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριός μας ἐπειδὴ εἶναι συντηρητὴς τῶν πάντων κατὰ τὸν λόγον τῆς Καινῆς Διαθήκης «φέρων τὰ πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ» (αὐτὸς συγκρατεῖ τὸ σύμπαν μὲ τὴ δύναμη τοῦ λόγου του) ῾Εβρ. α´ 3.

4. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριος τῶν ψυχῶν μας «οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν· ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς» (Δὲν ἀνήκετε στὸν ἑαυτό σας· σᾶς ἀγόρασε ὁ Θεὸς καὶ πλήρωσε τὸ τίμημα) Α´ Κορ. ς´ 19-20.

5. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριος τῆς ᾿Εκκλησίας Του (᾿Εφεσ. α´ 22 )..

῾Η ᾿Εκκλησία εἶναι μία καὶ ἔχει ἕνα Κύριο.

᾿Εμεῖς, ὡς δοῦλοι Χριστοῦ πρέπει νὰ φροντίσουμε, ὁλοψύχως καὶ ταπεινῶς καὶ παντοῦ καὶ πάντοτε·

Νὰ Τὸν ὁμολογοῦμε ὡς Κύριο (Ρωμ. ι´ 9).

Νὰ Τὸν ἀναγνωρίζουμε Κύριο στὴ ζωή μας (Α´ Πέτρου γ´ 15).

Νὰ Τοῦ δίνουμε τὴ θέσι τοῦ Κυρίου στὶς συνάξεις μας.

Νὰ Τὸν προσμένουμε, ὡς τὸν ᾿Ερχόμενο Κύριο (Α´ Θεσ. δ´ 16).

Νὰ τὸν θεωροῦμε ὡς τὸν μόνο Δεσπότη (᾿Ιούδα 4).

᾿Αναζητεῖς ἕνα προσωπικὸ καὶ μοναδικὸ Θεό;

Θὰ Τὸν βρῆς μόνο στὸν ᾿Ιησοῦ τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Γι αὐτὸ κι ἐμεῖς ὅλοι μαζὶ ἡ ἐνορία μας «κηρύττουμε ᾿Ιησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον ᾿Εσταυρωμένον» (κηρύττουμε τὸ Σωτήρα Χριστό, καὶ μάλιστα σταυρωμένο) Α´ Κορ. α´ 23, β´ 2. «᾿Επ᾿ αὐτῷ ἔθνη ἐλπιοῦσι»

῾Ησ. ια´ 10.