Δικαιολογητικά, διαδικασία καὶ ὁδηγίες γιὰ κάθε μυστήριο.
Ἀγαπητοὶ μας ἀδελφοί,
Συμμεριζόμενοι τὴν θλίψη ἀπὸ τὴν ἐκδημία τῶν προσφιλῶν προσώπων σας, ἐπιθυμοῦμε νὰ σᾶς πληροφορήσουμε σχετικὰ μὲ τὰ Ἱερὰ Μνημόσυνα.
Ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας, ὡς ἄλλη στοργικὴ μητέρα, μεριμνᾶ γιὰ τὰ τέκνα τῆς σὲ κάθε περίσταση τοῦ βίου τούς. Ἀπὸ τὴν βιολογικὴ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου μέχρι καὶ τὴν ἔξοδό τοῦ ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη αὐτὴ ζωή, τὸν συνοδεύει μὲ εὐχές, προσευχὲς καὶ δεήσεις. Τὸν φροντίζει καὶ τὸν θρέφει μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ κεφαλῆς τῆς, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ προσφορὰ εἶναι ἡ μέγιστη δωρεὰ καὶ παρηγοριὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τοῦ ὑπενθυμίζει ὅτι Ἐκεῖνος δὲν τὸν ἐγκαταλείπει ποτὲ καὶ τὸν ἀναμένει κοντὰ Τοῦ σὲ ζωὴ αἰώνια ὅπου ὁ θάνατος δὲν ἔχει θέση, δὲν ἔχει ἐξουσία, δὲν ἔχει καμία ἰσχύ.
Μιλῶντας γιὰ Ἱερὰ Μνημόσυνα, μιλᾶμε οὐσιαστικὰ γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τὴν προσφορὰ καὶ μετάληψη τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τοποθετοῦνται τὰ Ἱερὰ Μνημόσυνα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν «μνεία» δηλαδὴ ἀνάμνηση καὶ ὑπενθύμιση τῶν προσώπων ἐκείνων ποὺ ἄφησαν τὴν πρόσκαιρη ζωὴ καὶ ἀναμένουν τὴν κρίση τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν αἰώνια. Συνεπῶς ἡ ἀναίμακτη ἱερουργία προσφέρεται ἐξαιρέτως γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ μνημονεύονται ὀνομαστικὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας ἐνῷ στὸ τέλος τῆς ψάλλονται εἰδικὰ τροπάρια καὶ διαβάζεται ἀπὸ τὸν λειτουργὸ ἡ εἰδικὴ συγχωρητικὴ εὐχή. Μὲ τὰ παραπάνω στοιχεῖα ποὺ παραθέσαμε καταλαβαίνουμε καὶ τὸν διαχωρισμὸ τοῦ Ἱεροῦ Μνημόσυνου ἀπὸ τὸ Τρισάγιο. Τὸ τρισάγιο τελεῖται ὁποτεδήποτε χωρὶς νὰ ἀπαιτεῖται ἡ προηγούμενη τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Εἶναι μιὰ ἐπιτομὴ τοῦ Ἱεροῦ Μνημόσυνου ἀρκετὰ πιὸ σύντομη, ποὺ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει σὲ μέγεθος καὶ ἀξία αὐτὴ τοῦ Μνημοσύνου.
Ὅπως καὶ ἄλλες τελετὲς τῆς ἐκκλησίας μας, ἔτσι καὶ τὰ Ἱερὰ Μνημόσυνα ἀνάγονται ἱστορικὰ καὶ ἀναφέρονται, ἀδιαμόρφωτα ἀκόμα, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὰ βιβλία τοῦ Νεεμία (Νεεμ. θ΄ 20) καὶ τῶν Μακκαβαίων (Β΄ Μακκ. ἰβ΄ 40 – 42) ὅπου ἐκεῖ οἱ Ἰσραηλῖτες παρακαλοῦν τὸν Θεὸ γιὰ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τῶν κοιμηθέντων προγόνων τοὺς ἀλλὰ καὶ τῶν νεκρῶν στρατιωτῶν ποὺ στοὺς χιτῶνες τοὺς βρέθηκαν εἰδωλολατρικὰ «φυλακτὰ» γεγονὸς ποὺ ἀμφισβητοῦσε τὴν μοναδικότητα τῆς πίστης στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει τὴν ἐκκλησία ὡς ἑνιαῖο σῶμα στὸ ὁποῖο ζῶντες καὶ κοιμηθέντες εἴμαστε «μέλη ἐκ μέρους» (Α΄ Κόρ. ἰβ΄ 27). Εἰκονικὰ ἐπίσης, ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται, σὲ μιὰ ψηφιδωτὴ ἀπεικόνιση στὴν Μονὴ τῆς Χώρας στὴν Κωνσταντινούπολη, ὡς ἡ «χώρα τῶν ζώντων» ἀφοῦ «ἐν τῷ Χριστῷ βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ διαμονὴ» καὶ «ἐν αὐτῷ ζῶμεν». Τὰ Ἱερὰ Μνημόσυνα τεκμηριώνονται καὶ ἀπὸ τὸ κανονικὸ δίκαιο τῆς ἐκκλησίας ἀφοῦ στὶς Ἀποστολικὲς Διαταγὲς (Διαταγαὶ ἡ΄ 42, Β.Ε.Π.Ε.Σ., τ.2, 169), ἀναφέρεται ἡ τέλεσή τοὺς καὶ ῥυθμίζεται ἡ περιοδικότητα αὐτῆς.
Στὶς Ἀποστολικὲς Διαταγὲς διαβάζουμε ὅτι μνημόσυνα τελοῦνται τὴν τρίτη, τὴν ἐνάτη καὶ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν ἐκδημία. Τὴν τρίτη ἡμέρα ὡς ἀνάμνηση τῆς τριήμερης ἐγέρσεως τοῦ Κυρίου ἢ ὡς σύμβολο τῆς Ἁγίας Τριάδας (κατὰ τὸν Ἅγιο Συμεῶν, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης). Τὴν ἐνάτη ἡμέρα ὡς ὑπόμνηση γιὰ τοὺς ζῶντες ἢ συμβολικὰ τῶν ἐννέα ἀγγελικῶν ταγμάτων. Τὴν τεσσαρακοστὴ συμβολικὰ τῶν σαράντα ἡμερῶν πένθους τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ γιὰ τὸν Μωυσῆ ἢ — κατ᾽ ἄλλη ἑρμηνεία — γιὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου σαράντα ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή Τοῦ. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀναφέρουμε καὶ μιὰ ἀρχαία παράδοση, μετὰ ἀπὸ ἐκδημία νὰ τελεῖται σαρανταλείτουργο (σαράντα Θεῖες Λειτουργίες). Τέλος ἡ ἐκκλησία ὁρίζει τὰ «ἐνιαύσια» δηλαδὴ τὰ ἐτήσια μνημόσυνα, αὐτὰ ποὺ τελοῦνται ἀκριβῶς στὴν ἐπέτειο συμπληρώσεως ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τὴν ἐκδημία. Πέραν τούτων τῶν ἡμερῶν δὲν ὑπάρχει ἄλλος καθορισμὸς ἢ περιορισμὸς τελέσεώς τοὺς ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι πολλοὶ προβληματίζονται σχετικὰ μὲ τὶς ἡμέρες καὶ ἂν αὐτὲς πρέπει νὰ εἶναι πρὶν ἢ μετὰ τὴν συμπλήρωση κάθε ἐπετείου. Ὁ προβληματισμὸς αὐτὸς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορος χωρὶς καμία θεολογικὴ ἀξία ἢ συνέπεια. Ἡ ἀκρίβεια θέλει κάθε μνημόσυνο νὰ τελεῖται ἀκριβῶς στὴ συμπλήρωση τῶν διατεταγμένων ἡμερῶν.
Μνημόσυνα δὲν τελοῦνται στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτὲς (ἑορτὲς δηλαδὴ ποὺ ἀναφέρονται στὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Θεοτόκου). Σὲ αὐτὲς συμπεριλαμβάνεται ἡ περίοδος ἀπὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου μέχρι καὶ τὴν Κυριακὴ τοῦ Ἀντίπασχα (Θωμᾶ). Γενικότερα, Μνημόσυνα μποροῦν νὰ τελεσθοῦν ὅποτε τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία.
Ὡς κατ᾽ ἐξοχὴν ἡμέρα μνήμης ὅλων τῶν κοιμηθέντων, ἡ ἐκκλησία μας ὅρισε τὸ Σάββατο, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία καὶ ὁ θεάνθρωπος Κύριος παρέμεινε σωματικὰ στὸ μνῆμα. Συνεπῶς ὁ προγραμματισμὸς τοῦ Μνημοσύνου εἶναι προτιμότερος τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Τὰ Σάββατα εἶναι ἐπίσης καὶ ἡμέρα μνήμης τῶν ἁγίων Μαρτύρων ποὺ θυσιάστηκαν γιὰ τὴν πίστη. Συμβολικά, τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἑβδόμη ἡμέρα τῆς δημιουργίας καὶ ἡ ἡμέρα ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος γεύθηκε τὸν σωματικὸ θάνατο ὡς ποινὴ ἀπὸ τὸν Θεό. Στὴν ἴδια συνάφεια καὶ μὲ τὴν ἴδια μητρικὴ μέριμνα, ἡ ἐκκλησία μας ὅρισε δύο Σάββατα τὸν χρόνο νὰ τελεῖ κοινὰ Μνημόσυνα γιὰ ὅλους («Ψυχοσάββατα»): τὸ Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεω καὶ τὸ Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.
Τὸ μὲν Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεω εἶναι ἀφιερωμένο σὲ ἐκείνους ποὺ «ἀπανταχοῦ τῆς γῆς ἐκάλυψε τάφος» καὶ δὲν ἔτυχαν τῶν «νενομισμένων ψαλμωδιῶν καὶ μνημοσύνων». Τὸ Ψυχοσάββατο αὐτό, εἶναι τοποθετημένο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ ἐκείνη στὴν ὁποία διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, τῆς τελικῆς Κρίσεως. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ πιστοί, ἱκετεύουμε γιὰ τὸ Θεῖο Τοῦ ἔλεος πρὸς ἐμᾶς καὶ τοὺς κεκοιμημένους ἀδελφοὺς μας καὶ τὴν κατάταξή τοὺς μὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς τῆς βασιλείας Τοῦ.
Τὸ δὲ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ εἶναι ἀφιερωμένο σὲ ὅλους ὅσοι κοιμήθηκαν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι σήμερα καὶ «τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα καλῶς» δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ ὑπῆρξαν πιστοί, μὲ καθαρότητα βίου, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐκκλησία εὔχεται νὰ ἀξιωθοῦν «τῆς οὐρανίου βασιλείας Αὐτοῦ».
Τὸ βασικὸ προσφερόμενο εἶδος γιὰ τὴν τέλεση τοῦ Ἱεροῦ Μνημοσύνου εἶναι τὸ κόλλυβο, δηλαδὴ τὸ βρασμένο σιτάρι. Κανένα ἄλλο εἶδος δὲν ἔχει θέση στὸ μνημόσυνο. Ὁ συμβολισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὴ λειτουργία τοῦ σπόρου. Ὅπως ὁ σπόρος σπέρνεται στὴ γῆ καὶ βλαστάνει, ἔτσι καὶ οἱ κοιμηθέντες ἐπιστρέφουν στὴ γῆ μὲ τὴν προσμονὴ νὰ ἀναβλαστήσουν στὴν αἰωνιότητα μὲ τὸν δημιουργὸ τοὺς Θεό. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ φράση τοῦ Κυρίου: «Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει» (Ἰωάν. 12,24).
Ἀγαπητοὶ μας, ἐσεῖς ποὺ πενθεῖτε,
«Μὴν βλέπεις ἐκεῖνον ποὺ ἔκλεισε τὰ μάτια καὶ κεῖται ἄφωνος, ἀλλὰ ἐκεῖνον ποὺ ἀνασταίνεται, ποὺ ἀπολαμβάνει δόξα ἀνέκφραστη, συγκλονιστική, θαυμαστὴ καὶ ἀπὸ τὴν παροῦσα θέα στρέψε τοὺς λογισμοὺς σου πρὸς τὴν μελλοντικὴ ἐλπίδα. Πόνεσε, δάκρυσε, ἀλλὰ μὴν ἀπογοητευθῇς, μὴ γογγύσῃς, μὴν ἀγανακτήσῃς. Εὐχαρίστησε Ἐκεῖνον ποὺ τὸν παίρνει, γιὰ νὰ τιμήσεις ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε, καὶ θὰ στείλεις ἔτσι μαζὶ τοῦ λαμπρὰ ἐντάφια δῶρα» (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος).
Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ θεοφόρου Πατέρα εὐχόμαστε ὁ Κύριος νὰ παρηγορεῖ τὶς ψυχὲς σας καὶ νὰ σᾶς στηρίζει μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως μαζὶ Τοῦ, στὴ βασιλεία Τοῦ.
Ἀπαραίτητη εἶναι ἡ ἔγκαιρη ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἱερὸ ναὸ γιὰ τὶς λεπτομέρειες τῆς τελετῆς (προτιμητέα ἡμέρα προγραμματισμοῦ τῶν μνημοσύνων εἶναι τὸ Σάββατο).
Μνημόσυνα δὲν τελοῦνται στὶς Δεσποτικὲς καὶ Θεομητορικὲς ἑορτὲς (συμπεριλαμβάνεται ἡ περίοδος ἀπὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου ἕως τὴν Κυριακὴ τοῦ Ἀντίπασχα — Θωμᾶ), καθὼς καὶ τὴν ἡμέρα τῆς πανηγύρεως τοῦ Ναοῦ. (ἐγκύκλιο σημείωμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καισαριανῆς Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Φ/1/4/182/07.04.2019)
Μνημόσυνα δὲν τελοῦνται ἐπὶ τοῦ τάφου· παρὰ μόνον τρισάγια.