Ἀγαπητοὶ μας ἀδελφοί,
Ἂν κάτι δὲν μπορεῖ νὰ συμβιβάσει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ὕπαρξή τοῦ, μὲ τὴ λογικὴ τοῦ, αὐτὸ εἶναι ὁ θάνατος. Καὶ δικαίως ἀφοῦ ὁ θάνατος δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος δημιουργήθηκε γιὰ νὰ ζεῖ. Ἔτσι ἐξηγεῖται ὁ ἀγώνας καὶ ἡ ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζήσει ὅσο γίνεται περισσότερο. Ἔτσι ἐρμηνεύεται καὶ ὁ ἀνείπωτος πόνος μπροστὰ στὸν θάνατο, μπροστὰ στὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὰ προσφιλὴ μας πρόσωπα.
Μὲ τὸν θάνατο, ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται ἀντιμέτωπος ὑποχρεωτικὰ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ προορισμοῦ τοῦ καὶ καλεῖται νὰ σκεφθεῖ, νὰ φιλοσοφήσει τὴν πορεία τοῦ ἐδὼ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο. ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καὶ ἡ σκέψη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀνώφελη. Ἀντιθέτως. Ἕναν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο θὰ τὸν ὁδηγήσει ἀκόμα καὶ σὲ αὐτὴ τὴ σωτηρία. Στὴν γνώση τοῦ πὼς καὶ τοῦ γιατί, στὴν ἀναθεώρηση τῆς ζωῆς τοῦ καὶ τὸν προσανατολισμὸ τοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τῆς μόνης ἀληθινῆς Ζωῆς. Θὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ἀποφυγὴ τῆς ἁμαρτίας δηλαδὴ τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό. Κάθε στιγμὴ ποὺ συμβαίνει ἕνας θάνατος συντελεῖται καὶ μία κρίση, μία μερικὴ κρίση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ προοιμιάζει τὴν μεγάλη, τὴ γενική, αὐτὴ τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου.
Ποὺ ὅμως θὰ ζήσει παντοτινὰ ὁ ἄνθρωπος; Μὲ ποιους; Πώς; Σὲ ποια κατάσταση; Τὴν ἀπάντηση σὲ αὐτὰ τὰ κρίσιμα ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα τὴν ἔχει μόνο ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ πίστη μας θεματοφύλακας τῆς ὀποίας εἶναι ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία.
Μία ματιὰ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἰδιαίτερα στὸ πρώτο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, αὐτὸ τῆς Γενέσεως, μας ἀποκαλύπτει τὴν εἴσοδο τοῦ θανάτου στὸν κόσμο. Ἡ ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπος πρὸς τὸν δημιουργὸ Τοῦ Θεὸ ποὺ τὸν τοποθέτησε νὰ Τὸν δοξάζει καὶ νὰ Τὸν ἀντικρύζει συνεχώς, ἡ ἐγωιστικὴ τοῦ ἀπόφαση γιὰ χειραφέτηση ἀπὸ τὶς ἐντολὲς Τοῦ, ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν ἀντίδικο διάβολο καὶ σὲ ὅσα ἐκείνος τοῦ εἰσηγήθηκε, τὸν ἔκαναν ἀπὸ ἀθάνατο, θνητό. Καὶ θὰ παρέμενε θνητὸς ἂν δὲν ἐρχόταν ὁ Κύριος, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ λάβει τὴν ἴδια μὲ ἐκείνον σάρκα, ἀναλαμβάνοντας ὅλη τὴν ἀνθρώπινη ἀποστασία νὰ τὴν ἐξοφλήσει ὄντας Ἐκείνος ἀναμάρτητος. ἡ ἐπιστροφὴ πλέον ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωὴ εἶναι δυνατή. Κι αὐτὸ διότι ὁ Χρίστος ἔπαθε ἀπὸ ἐμᾶς ἀντὶ γιὰ ἐμᾶς καὶ ἐπιπλέον ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἔτσι στὸ ἐξῆς ὅσοι ἁμάρτησαν καὶ μετανοοῦν εἰλικρινά, ἔχουν θέση κοντὰ Τοῦ σὲ ζωὴ αἰώνια.
Καταλαβαίνουμε λοιπὸν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς ποὺ ἀντικρίζουμε τοὺς ἀνθρώπους μας νὰ ἀφήνουν αὐτὴ τὴ ζωή, ποὺ ἐπισκεπτόμαστε τὰ κοιμητήρια, ποὺ συμμετέχουμε στὴν κηδεία τούς, ποὺ τελούμε τὰ μνημόσυνα καὶ τὰ τρισάγια στὴ μνήμη τούς, καταλαβαίνουμε ὅτι αὐτὴ ἡ ζωὴ εἶναι μία ἔκπτωση ἀπὸ ἐκείνη τὴν παραδείσια κατάσταση. Εἶναι μία ἀναγκαία ἐπιλογή, μία κατάσταση προσωρινὴ ποὺ κάποτε θὰ λάβει τέλος. Εἶναι ὅμως καὶ ἡ μοναδικὴ εὐκαιρία νὰ ἐξασφαλίσουμε τὴν αἰωνιότητα μὲ τὸν Κύριο. Καὶ αὐτὸ θὰ συμβεῖ ὅταν εἴμαστε κατὰ τὸ δυνατὸν ἔτοιμοι γιὰ τὴν ἔξοδό μας ἀπὸ ἐδὼ πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Σὲ αὐτὴ τὴν πτωτικὴ κατάσταση θὰ συντελεστεῖ ἡ ἐπιστροφὴ μας. Αὐτὴ ἡ ἐτοιμότητα πρέπει νὰ διακατέχει τοὺς ἀνθρώπους γιατὶ εἶναι ἄγνωστη ἡ ὥρα τοῦ θανάτου.
Τὰ ἐφόδια γιὰ τὴ μετάβασή μας στὴν αἰώνια ζωὴ μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἡ καθαρὴ καρδιὰ καὶ ἡ διαρκῆς παρουσία Τοῦ μέσα μας. ἡ καθαρὴ καρδιά, ἡ ἄφεση, ἔρχεται μὲ τὸ Ἱερὸ Μυστήριο τῆς Μετάνοιας καὶ τῆς Ἐξομολόγησης. ἡ διαρκῆς παρουσία Τοῦ μὲ τὴν συνεχὴ Κοινωνία μας μαζὶ Τοῦ στὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς.
Μὲ αὐτὰ τὰ λίγα γενικὰ λόγια προσπαθούμε μέσα στὸ πένθος καὶ τὴν λύπη ποὺ διακατέχει τὴν ψυχὴ σας, νὰ μεταφέρουμε τὴν ἐλπίδα ἢ μάλλον τὴν βεβαιότητα ποὺ ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία κηρύττει. Καὶ τὸ μήνυμα εἶναι ἕνα καὶ μοναδικό: