Επιστροφή στην Αρχική Κιβωτός
ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

Κιβωτός

Τὰ ἄρθρα ποὺ ἀρθρογραφεῖ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ κ. Δανιὴλ στὴν ἐφημερίδα «Κιβωτός».

† Ὁ Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιήλ
300 κειμενα
Κανένα κείμενο δὲν περιέχει αὐτὴ τὴ φράση.
29 Μαΐου 2026

Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν

«Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν»

Δημοσιεύθηκε 28 Μαΐου 2026

Οἱ τρεῖς τελευταῖες Κυριακές (Ἁγίων Πατέρων - Πεντηκοστῆς -Ἁγίων Πάντων) ἀναφέρονται στίς συνέπειες, τά ἀποτελέσματα, τῆς Ἀναστάσεως- καί στήν ὁλοκλήρωση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

Κατά τήν τελευταία αὐτή τριάδα τῶν Κυριακῶν τοῦ Πεντηκοσταρίου: α) Πανηγυρίζεται ἡ καθιέρωση τοῦ δόγματος περί τῆς θεότητος τοῦ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος καί στούς οὐρανούς ἀναληφθέντος Σωτῆρος καί διακηρύσσεται περί αὐτῆς ἀκλόνητη πίστη τῆς Ἐκκλησίας, τήν Κυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων. β) Ἑορτάζεται ἡ ἐπέτειος τῆς ἱερᾶς ἡμέρας κατά τήν ὁποία  ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔκαμε τήν Ἐκκλησία ἱκανή γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ θείου προορισμοῦ της στήν γῆ, τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς  γ) Ἀναπέμπονται, τήν Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, οἱ δοξολογίες τῆς ἐπί τῆς γῆς Ἐκκλησίας πρός τόν Θεῖο  Ἱδρυτή καί Ἀρχηγό της γιά τά κατορθώματα τῶν Ἁγίων Του καί γιά τήν συγκρότηση τῆς ὑπερκοσμίου Ἐκκλησίας τῶν ἐκλεκτῶν, πού θ’ ἀποτελέσει τήν «καινήν γῆν» τήν ὁποία «προσδοκῶμεν».

 Ἀλλά τό ἔργο αὐτό τῆς λυτρώσεως καί τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τό ἔργο-ὅπως λέγεται- τῆς Θείας Οἰκονομίας, εἶναι ἀποκύημα μόνης της θείας Σοφίας, τῆς ὁποίας ἔργον εἶναι καί ὅλη ἡ ὁρατή καί ἡ ἀόρατος δημιουργία. Ἡ Θεία Σοφία τοῦ Δημιουργοῦ, ἡ ὁποία μάλιστα ἐνσαρκώθηκε καί ἐνανθρώπησε ἐν τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ, ἐξυμνεῖται σέ μία ἰδιαίτερη ἑορτή μέ τά μᾶλλον ὑπέροχα σέ πνευματικό περιεχόμενο ἐκκλησιαστικά ἄσματα τοῦ Πεντηκοσταρίου.

Ἐπισφράγισμα τῆς περιόδου ἀποτελεῖ ὁ ὕμνος πού ἐπαναλαμβάνεται σέ κάθε θεία Λειτουργία«Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστην ἀληθῇ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γάρ ἡμᾶς ἔσωσεν».

Πεντηκοστὴ καὶ ᾿Εκκλησία εἶναι δύο ἔννοιες καὶ δύο ζῶσες πραγματικότητες, οἱ ὁποῖες καὶ ἀλληλοεξαρτῶνται καὶ ἀλληλοσυνδέονται καὶ δὲν μπορεῖ ἡ μία νὰ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἄλλη οὔτε κἂν νὰ νοηθεῖ ἡ μία ἐκτὸς τῆς ἄλλης. Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ αἰτία, τὸ μέγα καὶ σωτήριο ξεκίνημα καὶ ἡ Ἐκκλησία ὁ θεῖος καὶ ἀγλαὸς καρπός, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ Πεντηκοστὴ ἡ γεννήτρια ἡμέρα. Ἡ Ἐκκλησία τὸ γέννημα καὶ τὸ θρέμμα. Ἡ Πεντηκοστὴ τὸ θεῖο λίκνο, μέσα στὸ ὁποῖο καὶ γεννήθηκε καὶ ἀνακλίθηκε καὶ μεγάλωσε καὶ μεγαλύνθη καὶ μεγαλύνεται συνεχῶς ἡ «μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ» τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία. Καὶ ἡ ᾿Εκκλησία, ἡ νύμφη τοῦ Χριστοῦ, ζεῖ καὶ ἀνδροῦται καὶ κρατύνεται καὶ βασιλεύει καὶ μεγαλουργεῖ μέσα στοὺς κόλπους καὶ τὴν χάρι τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς, μέσα στὴν αὔρα καὶ δωρεὰ τοῦ Παναγίου Πνεύματος. ᾿Εκκλησία Χριστοῦ λέγεται ἡ ᾿Εκκλησία. Ἡ ὕπαρξη τῆς ᾿Εκκλησίας ἐπισημοποιήθηκε καὶ ἡ ἐνεργὸς παρουσία της καὶ ἡ σωτήριος δράση της ἄρχισε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μὲ τὴν ἐπιφοίτηση, παρουσία καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ αὐτήν. Γι αὐτό ὀρθῶς λέγεται, ὅτι ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔχουμεν ζῶσαν καὶ δρῶσαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ γενέθλιος τῆς ᾿Εκκλησίας ἡμέρα.

  Ἡ Πεντηκοστή εἶναι ἡ τελικὴ καὶ ἔντονη καὶ πλήρης παρουσία καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς. Πρώτη παρουσία τοῦ Θεοῦ Πατρὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη μὲ τὴν προσφορὰ τοῦ Νόμου καὶ τὴν ἵδρυση τῆς ἱερᾶς Συναγωγῆς πρὸς προπαρασκευὴ τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Δευτέρα παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν Καινὴ Διαθήκη μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν προσφορὰ τῆς θείας του ἀληθείας καὶ χάριτος πρὸς ἐνέργειαν τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Τρίτη καὶ τελευταία παρουσία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ παραμονή του στὴν γῆ ἡ ἔκχυσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς ἁγίους τοῦ Κυρίου μαθητές Του καὶ ᾿Αποστόλους Του καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν ᾿Εκκλησίαν πρὸς ὁλοκλήρωση καὶ τελείωση τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας.

Μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοή μας στήν Ἐκκλησία γινόμαστε τέκνα της. Ἐκείνη, ἡ ᾿Εκκλησία, μητέρα μας, καὶ ἐμεῖς, οἱ Χριστιανοί της, τὰ μέλη της, τὰ τέκνα της. Μητέρα μας ἡ ᾿Εκκλησία, Πατέρας μας ὁ Θεός, πρωτότοκος ἀδελφός μας ὁ Χριστός. Καὶ ἂς προσέξουμε νὰ ἔχουμε μητέρα τὴν ᾿Εκκλησία. Διότι ὅποιος δὲν ἔχει μητέρα τὴν ᾿Εκκλησία, δὲν ἔχει Πατέρα τὸν Θεόν, λέγουν οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας. Δὲν ἔχουν ἀδελφὸ τὸν Σωτῆρα Χριστό. Δὲν ἔχουν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τῆς Πεντηκοστῆς τὸ Πνεῦμα. Ἑπομένως δὲν ἔχουν σωτηρία. Διότι ἔξω τῆς ᾿Εκκλησίας, λέγουν πάλι οἱ Πατέρες, δὲν ὑπάρχει ὁ Χριστός, δὲν ὑπάρχει τὸ Πνεῦμα, δὲν ὑπάρχει ἡ χάρις, δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Πατέρας μας ὁ Θεός, μητέρα μας ἡ Ἐκκλησία, ἐμεῖς τέκνα τῆς ᾿Εκκλησίας μὲ ζωντανὴ πίστη, μὲ πλήρη καὶ ἄκρα ὑπακοὴ καὶ πειθαρχία. Τότε ἔχουμε ἀσφαλῆ καὶ βεβαίαν τὴν αἰωνία σωτηρία.

21 Μαΐου 2026

Ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν

«Ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν»

Δημοσιεύθηκε 21 Μαΐου 2026

Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στήν δόξα Του εἶναι ἕνα μυστήριο πού ὑπερβαίνει τήν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖ νά περιορισθεῖ μόνο στό γεγονός τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν. Τά ἱερά κείμενα ἀναφέρονται στό νόημα, τόν χρόνο καί τόν τρόπο τῆς ὑψώσεως τοῦ Χριστοῦ στόν οὐρανό. Στό φῶς τῶν ἱερῶν κειμένων μποροῦμε νά ἀνακαλύψουμε τήν βαθιά πραγματικότητα τοῦ μυστηρίου.

«Κανένας, βέβαια, δέν νέβηκε στόν ορανό παρά μόνο Υός το νθρώπου, πού κατέβηκε πό τόν ορανό, καί πού εναι στόν ορανό» (Ἰωάννου γ΄, 13) Ὅσο κι ἄν προσπαθήσει ὁ ἄνθρωπος νά ἀνεβεῖ στόν οὐρανό οὐσιαστικά ἐπιδιώκει τό ἀνέφικτο. Ἀντίθετα αὐτή τήν ἀπόσταση γεφυρώνει ὁ Θεός πού καταβαίνει ἀπό τόν οὐρανό γιά νά συναντήσει τούς ἀνθρώπους στή γῆ. Ὡς τόπο ἐπιλέγει τά ὄρη στά ὁποῖα ἀναβαίνουν οἱ ἄνθρωποι ὅπως στό Σινᾶ (Ἐξόδου ιθ΄, 20) καί στό Θαβώρ (Ματθαίου ιζ΄, 1-13). Ὁ  Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός πού ὑψώθηκε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ μετά τήν Ἀνάστασή Του ἔπρεπε νά «ἀναβεῖ» στόν οὐρανό.

Ἡ ἀνάβασή Του λοιπόν στόν οὐρανό δέν ἦταν μόνο ὁ θρίαμβος ἑνός ἀνθρώπου πού θεώθηκε, πού προβιβάσθηκε δηλαδή σέ θεία τάξη, ἀλλά ἡ ἐπιστροφή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν οὐράνιο κόσμο ἀπό ὅπου εἶχε ἔλθει. Σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή ὁ Χριστός πρίν ζήσει ἐπάνω στή γῆ ἦταν κοντά στόν Θεό ὡς Υἱός.

Ἡ ὑπεροχή τοῦ Χριστοῦ.

Τά βιβλικά κείμενα τονίζουν τήν ὑπεροχή τοῦ Κυρίου, ὅτι ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνώτερος ἀπό ὅλα τά οὐράνια κτιστά ὄντα ἀφοῦ εἶναι ὁ Δημιουργός τους (Κολοσσαεῖς α΄, 15-19)

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει, ὅτι ὁ Χριστός θριάμβευσε ἐπάνω στίς οὐράνιες δυνάμεις μέ τόν Σταυρό Του, ὅτι ἡ ἀνάβαση τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω ἀπό ὅλους τούς οὐρανούς σημαίνει τήν κυριαρχία Του ἐπάνω στό σύμπαν, τό ὁποῖο «πληροῖ» (Ἐφεσίους δ΄, 10) καί «ἀνακεφαλαιώνει» (Ἐφεσίους α΄, 10) ὡς κεφαλή. Σ’ αὐτή τήν ὑπεροχή Του στηρίζονται οἱ δηλώσεις Του τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως πρός τούς Μαθητές Του: « Θεός μοῦ δωσε λη τήν ξουσία στόν ορανό καί στή γ» (Ματθαίου κη ΄, 18)

Ἡ Ἀνάληψη προοίμιο τῆς Δευτέρας Παρουσίας.

«Ατός ησος, πού ναλήφθηκε πό νάμεσά σας στόν ορανό, τσι θά ’ρθει πάλι, μέ τόν διο τρόπο πού τόν εδατε νά πηγαίνει κε» (Πράξεων α΄, 11)

Αὐτά τά λόγια τῶν Ἀγγέλων συνδέουν στενά τήν ἀνάβαση τοῦ Χριστοῦ στόν οὐρανό μέ τόν ἐρχομό Του πάλι στούς ἔσχατους καιρούς. Ὅσο θά περιμένουμε αὐτή τήν ἐπιστροφή ἡ παραμονή τοῦ Ἰησοῦ στόν οὐρανό εἶναι ὁριστική. Ἔχει ὅμως προσωρινό χαρακτήρα.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός παραμένει ἐκεῖ κρυμμένος γιά τούς ἀνθρώπους ὥς τήν τελική φανέρωσή Του (Κολοσσαεῖς γ΄, 1-4) ὅταν θά ἀποκαταστήσει τά πάντα (Πράξεων γ΄, 11). Τότε θά ἔλθει ὅπως ἔφυγε (Πράξεων α΄, 11) καταβαίνοντας ἀπό τόν οὐρανό (Θεσσαλονικεῖς Α΄ δ΄, 16 καί Β΄, α΄ 7) ἐπάνω σέ νεφέλες (Ἀποκαλύψεως α΄, 7 καί ιδ΄, 14) ἐνῶ οἱ ἐκλεκτοί Του θά ἀνεβοῦν ἐπάνω σέ νεφέλες γιά νά Τόν συναντήσουν (Θεσσαλονικεῖς Α΄ δ΄, 17).

Ἡ βαθιά βεβαιότητα πού προκύπτει ἀπ’ ὅλα αὐτά τά θέματα εἶναι ὅτι ὁ Χριστός θριαμβευτής τοῦ θανάτου, ἐγκαινίασε ἕνα νέο τρόπο ζωῆς κοντά στόν Θεό. Εἰσῆλθε πρῶτος ἐκεῖ γιά νά προετοιμάσει μία θέση γιά τούς ἐκλεκτούς κι ἔπειτα θά ἔλθει καί θά τούς εἰσαγάγει ἐκεῖ γιά νά ζήσουν αἰώνια μαζί Του (Ἰωάννου ιδ΄, 2). 

Περιμένοντας τήν τελική αὐτή φάση οἱ πιστοί Χριστιανοί πρέπει νά μένουν ἑνωμένοι μέ τόν δοξασμένο Κύριό Τους Ἰησοῦ Χριστό μέσω τῆς πίστεως καί τῆς συμμετοχῆς στά ἅγια Μυστήρια. Ἀπό τώρα ἀναστημένοι καί μάλιστα καθισμένοι στούς οὐρανούς μαζί Του (Ἐφεσίους β΄, 6) ἐπιζητοῦν καί φρονοῦν «τά ἄνω» (Κολοσσαεῖς γ΄, 1), γιατί ἡ ζωή τους « κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολοσσαεῖς γ΄, 3). Ἡ πολιτεία τους βρίσκεται στούς οὐρανούς (Φιλιππησίους γ΄, 20). Τό οὐράνιο σκήνωμα πού τούς περιμένει, τό σῶμα πού ποθοῦν νά περιβληθοῦν (Κορινθίους Α΄ ε΄, 1) εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ δοξασμένος Χριστός (Φιλιππησίους γ΄, 21) ὁ «ἐπουράνιος ἄνθρωπος» (Κορινθίους Α΄ ιε΄, 45-49).

Ἀπ’ αὐτή τήν πίστη πηγάζει ἡ πνευματικότητα τῆς Ἀναλήψεως πού ἐπιτρέπει στό χριστιανό νά ζεῖ ἀπό τώρα μέσα στήν πραγματικότητα τοῦ καινούργιου κόσμου, ὅπου βασιλεύει ὁ Χριστός.

Ὡστόσο δέν ἀποσπᾶται ἀπό τόν παλαιό αὐτό κόσμο πού τόν κρατεῖ ἀκόμη. Ἀντίθετα ἔχει ἀποστολή καί ἐξουσία νά ζήσει μέσα σ’ αὐτόν μ’ ἕνα καινούργιο τρόπο, ὥστε νά ὁδηγήσει αὐτόν τόν κόσμο στήν ἔνδοξη μεταμόρφωση στήν ὁποία τόν καλεῖ ὁ Θεός.

                                     

15 Μαΐου 2026

ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη

«ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη»

Δημοσιεύθηκε 14.05.2026

 Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης σχολιάζει τήν συμπεριφορά τῶν συγχρόνων του Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριψαν τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἐδημιούργησε τά πάντα, γιά τόν Ὁποῖο ἐδημιουργήθησαν τά πάντα (Κολοσσαεῖς α΄ 15), γιά τόν Ὁποῖον ὡμιλεῖ ὁλόκληρη ἡ Παλαιά Διαθήκη (Ἰωάννου ε΄ 26).

Ἀδυνατεῖ νά χωρέσει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, τό σκάνδαλο καί τήν πρόκλησι τῆς ἀπορρίψεως τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως γεγονός. Τήν ἐπιτρέπει ὁ Θεός, ἐπειδή σέβεται τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

Τό μυστήριο τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου ὅμως ἔχει καί τήν ἄλλη ὄψη, τήν ὁποία δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε. Ἐμεῖς κυρίως τονίζουμε καί ἀναφερόμεθα στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἐλεύθερος εἶναι ὁ ἄνθρωπος νά ἀπορρίψει τόν Θεό ἔτσι καί ὁ Θεός εἶναι ἐλεύθερος νά ἀπορρίψει τόν ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός ἦλθε, δέν ἐξεβίασε τούς ἀνθρώπους νά Τόν ἀποδεχθοῦν, τούς ἄφησε ἐλευθέρους νά ἀποφασίσουν. Εἶπε “ εἰς τίς θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ” (Ματθαίου ιστ΄, 24) Μερικοί ἀπεφάσισαν νά Τόν ἀπορρίψουν καί νά Τόν θανατώσουν ἐπί τοῦ σταυροῦ. Φοβερωτέρο ὅμως θά εἶναι, ὅταν ὁ Κύριος ὡς ὕψιστος καί τελικός Κριτής πάντων θά ἀπορρίψει ἐν συνεχείᾳ ὅσους τόν ἀπέρριψαν μέ τό “πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ ” (Ματθαίου κε΄ 41).

Μέ ἔπαρση καί ἐγωϊσμό ὁ ἄνθρωπος σηκώνει τό ἀνάστημα του μπροστά στόν Δημιουργό Του καί στόν Κύριο Του καί τοῦ λέγει “Δέν σέ θέλω. Δέν σέ χρειάζομαι”. Ὁ φιλάνθρωπος ὅμως Θεός Πατέρας δέν ἀκούει τήν αὐθάδεια καί ἀφροσύνη τοῦ πλάσματος Του καί συνεχίζει νά τό εὐεργετεῖ μέ τήν φιλανθρωπία Του. Τήν τελική κρίσι Του θά ἐκφέρει, ἀφοῦ παρέλθει ὁ “καιρός δεκτός” τῆς διά μετανοίας καί πίστεως ἐπιστροφῆς (B΄ Κορινθίους στ΄ 2, Λουκᾶ δ΄ 19). Γιά νά στηρίξει αὐτή τήν πορεία ἐπιστροφῆς εἶπε ὅτι “ θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν ” (Α΄ Τιμ. β΄, 4).

                                   

Εἶναι Αὐτός τοῦ Ὁποίου τήν πρός ἐμᾶς Ἀγάπη Του ὑμνεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων στήν β΄ Ἐπιστολή Του πρός Κορινθίους, ὅτι “γινώσκετε γάρ τήν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δι’ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε ” (η΄ 9).

Στήν ἐνανθρώπηση ὁ πλούσιος πτωχεύει καί οἱ πτωχοί γίνονται πλούσιοι. Πλούσιος εἶναι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός, διότι ἔχει τήν ζωή,τήν ἀθανασία, τήν σοφία, τήν δύναμι, τήν ἀγαθότητα, τήν μακροθυμία, τήν ταπείνωση, τήν εὐσπλαγχνία καί ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές. Ὁ ἄνθρωπος οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἔχει. Τί ἔχει ; Θάνατο, ἀσθένεια, φθορά, ματαιότητα, ψεῦδος, πλεονεξία, πορνεία, ἀνηθικότητα, σκληρότητα, θυμό, ἀδιαφορία, καί ὅλες τίς κακίες. Ἔγινε μέ τήν καθοδήγησι τοῦ Διαβόλου πονηρός καί κακός.

Ἦλθε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γιά νά μᾶς καθαρίσει ἀπ’ ὅλα αὐτά τά κακά τῆς πτωχείας μας καί νά μᾶς ἀναπλάσει μέ ὅλα τά ἀγαθά τῆς θείας ζωῆς, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τούς χριστιανούς (Ἐφεσίους δ΄ 22-24).

Εἶναι Αὐτός ὁ Ὁποῖος μᾶς ἐδίδαξε μέ τήν ἐνανθρώπησι καί τήν ζωή Του τί εἶναι ταπείνωση, ἀλλά καί ὅτι δι’ αὐτῆς ὑψοῦται ὁ ἄνθρωπος καί δοξάζεται ὁ Θεός κατά τόν ἴδιο ἀπόστολο  (Φιλιππησίους β΄ 6-11).

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός μᾶς ἔδειξε ὅτι ἀληθινό μεγαλεῖο καί ἀξία εἶναι ἡ ταπείνωση. Οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε ἡ δόξα, οὔτε ἡ ἰσχύς, οὔτε ἡ γνώση, οὔτε ἡ κυριαρχία ὑψώνουν καί τιμοῦν τόν ἄνθρωπο.  Ὅτι ἡ ταπείνωση ὑψώνει τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀνεβάζει στό θρόνο τοῦ Υἱοῦ καί ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν ταπείνωσι καί ὑπακοή Του ἐδόξασε τόν Θεό Πατέρα.          Ἄς στοχασθοῦμε, λοιπόν, μέ αὐτοεξέταση ἐάν θέλουμε νά εἴμαστε ταπεινοί καί ὑπάκουοι στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας. Εἶναι Αὐτός, ὁ Ὁποῖος διεκήρυξε ὅτι “ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι” (Ματθαίου κ΄ 28).

Μέ τούς λόγους Του αὐτούς ὁ Κύριος ἀνύψωσε τήν διακονία τοῦ ἀνθρώπου σέ ἔργο Θεοῦ. Γι’ ὅσους δέν τό ἔχουν καταλάβει αὐτό τό ἔχει διευκρινίσει μέ σαφήνεια, ὅταν ἔνιψε τά πόδια τῶν μαθητῶν Του (Ἰωάννου ιγ΄, 12-15).                                  

Εἶναι Αὐτός στόν Ὁποῖον ἁρμόζει καί ἐπιβάλλεται, ὅπως ὁ Θωμᾶς, νά γονατίσουμε καί νά  ἀναφωνήσουμε μ’ ὅλη τήν δύναμη τῆς ὑπάρξεώς μας “Ὁ Κύριός μου καί Θεός μου” (Ἰωάννου κ΄ 28).           

Στήν ἐρώτηση “τίς ἐστίν οὗτος ; ” ἄς ἀπαντήσουμε ὅπως ἡ ἁγία Γραφή διδάσκει καί μαρτυρεῖ ὅτι “ ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τόν Θεόν, ἀλλ’ ὅτι αὐτός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί ἀπέστειλεν τόν υἱόν αὐτοῦ ἱλασμόν περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ” (Α΄ Ἰωάννου δ΄ 10).

6 Μαΐου 2026

περιπατοῦντες ἐν ἀληθείᾳ

«περιπατοῦντες ἐν ἀληθείᾳ»

Δημοσιεύθηκε 30 Ἀπριλίου 2026

Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὑπογραμμίζει  ἔντονα τό ρόλο τῆς ἀλήθειας στή ζωή τοῦ κάθε πιστοῦ, πού πρέπει νά προσπαθεῖ νά «εἶναι ἐκ τῆς ἀληθείας» (Ἰω. 18,37 1 Ἰω. 3,19  ἀφοῦ μέ τήν πίστη μπόρεσε νά προσεγγίσει μιά γιά πάντα στήν νέα (καινή) ζωή (βλ. Ἰακ. 1,18. Α΄ Πέτρ. 1,22 ἑξ.), ὁ χριστιανός πρέπει νά προσπαθεῖ νά βρίσκεται συνήθως κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση τῆς ἀλήθειας πού παραμένει μέσα του (Ἰω. 2, 4) γιά νά γίνει ἄνθρωπος γεννημένος ἀπό τό Πνεῦμα (Ἰω. 3,5.8)

Μόνο αὐτός πού παραμένει ἔτσι στό Λόγο τοῦ ᾿Ιησοῦ θά φθάσει στό σημεῖο νά γνωρίσει πραγματικά τήν ἀλήθεια καί νά ἐλευθερωθεῖ ἐσωτερικά ἀπό τήν ἁμαρτία χάρη σ΄ αὐτή τήν ἀλήθεια (Ἰω. 8,31 ἑξ.) γιατί ἡ πίστη ἐξαγνίζει (Πράξ. 15, 9) ἑπομένως τό ἴδιο καί ὁ Λόγος τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. 15,3). Μᾶς κάνει νά νικοῦμε τόν Πονηρό (Ἰω. Α΄, 2,14). Ὅταν ὁ πιστός ἀφήσει τή σπορά τοῦ λόγου νά «ἐνοικεῖ» ἐνεργητικά ἐντός του, γίνεται ἀναμάρτητος (Ἰω. Α΄, 3, 9) ἐξαγιάζεται μέσα στήν ἀλήθεια (Ἰω. 17,17.19).

Ἔτσι ὁ Εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης βλέπει τήν ἀλήθεια ὡς τήν ἐσωτερική προϋπόθεση τῆς ἠθικῆς ζωῆς. Δίνει στίς παλαιές βιβλικές ἐκφράσεις μιά πληρότητα χριστιανικοῦ νοήματος: «ποιεῖν τὴν ἀλήθειαν» σημαίνει δέχομαι καί κάνω δική μου τήν ἀλήθεια τοῦ ᾿Ιησοῦ (Ἰω. 3,21) ἤ μεταστρέφομαι σ᾽ αὐτόν, ἀναγνωρίζοντας τόν ἑαυτό μου ἁμαρτωλό (Ἰω. Α΄, 1, 6). «Περιπατεῖν ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰω. 2,  4· Ἰω. 3, 3 ἑξ.) σημαίνει βαδίζω σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης (Ἰω. 2, 6) κατευθύνομαι στίς πράξεις μου ἀπό τήν ἀλήθεια, ἀπό τήν πίστη. ᾿Αγαπᾶμε τούς ἀδελφούς μας «ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰω. Β, 1·  Ἰω. 3, 1) σημαίνει ὅτι τούς ἀγαπᾶμε μέ τή δύναμη τῆς ἀλήθειας πού παραμένει μέσα μας (Ἰω. Β, 1 ἑξ. Βλ. Ἰω. 13,18). Ἡ προσκύνησῃ «ἐν  Πνεύματι καὶ ᾿Αληθείᾳ» (Ἰω. 4, 23 ἑξ.), εἶναι προσκύνηση πού πηγάζει ἀπό μέσα μας. Εἶναι λατρεία πού τήν ἐμπνέει τό Πνεῦμα καί ἡ ἀλήθεια τοῦ ᾿Ιησοῦ, πού τήν ἐνεργοποιεῖ τό Πνεῦμα τῆς ἀλήθειας σ᾽ ὅσους τό Πνεῦμα ἀναγέννησε.

Ὁ Ἰησοῦς - ᾿Αλήθεια γίνεται ἔτσι ὁ νέος Ναός, ὅπου πρέπει νά τελεῖται ἡ χαρακτηριστική λατρεία τῶν μεσσιανικῶν καιρῶν. ᾿Αφοῦ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ ᾿Ιωάννης καλεῖ τούς χριστιανούς νά ἐφαρμόζουν τήν ἀδελφική ἀγάπη. Ἔτσι, γίνονται «συνεργοὶ τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰω. Γ, 8), ἀφήνουν πλήρως νά ἐκφραστεῖ στή ζωή τοὺς ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. Γ, 3,6). Ἡ ἀλήθεια, στή χριστιανική της ἔννοια, δέν εἶναι λοιπὸν ὁ ἁπέραντος χῶρος τοῦ εἶναι, πού θά ἔπρεπε νά κατακτήσουµε µέ µιά προσπάθεια τῆς σκέψεως, εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ἀποκαλυπτικός λόγος τοῦ Πατέρα, πού ὑπάρχει στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί φωτίζεται ἀπό τό Πνεῦμα, πού πρέπει νά τόν δεχτοῦμε μέ πίστη, γιά νά µεταμορφώσει τήν ὕπαρξή µας. Ἡ ἀλήθεια λάμπει γιά μᾶς στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ μεσίτης καί συνάµα ἡ πληρότητα τῆς ἀποκαλύψεως. Κι αὐτή ἡ ἀλήθεια τῆς σωτηρίας μᾶς ἔχει μεταδοθεῖ αὐθεντικά µέσα ἀπό τά ἱερά βιβλία.

Μένοντας ἐν Χριστῷ, πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια, καί μελετώντας τόν ἅγιο Λόγο Του, μένεις κατά τρόπο ὄμορφο καί σίγουρο στό χῶρο τῆς ἀλήθειας. Ἀλήθεια δέ ὄχι µόνον πίστης καί ὁµολογίας, ἀλλά καί διαγωγῆς καί συναλλαγῆς  μέ  τούς γύρω σου. Πού ξέρουν ὅτι τό «ναί» σου εἶναι «ναί» καί τό «ὄχι» σου «ὄχι». Πού τούς ἔµαθες, χωρίς βερµπαλιστικά νά τούς διδάξεις, ὅτι «πᾶν ψεῦδος ἐκ τῆς ἀληθείας οὐκ ἐστίν» (Α΄ Ἰωάν. 2:21). Πού δέν εἶσαι γι’ αὐτούς - βέβαια καί γιά τόν Θεό - στή φοβερή κατηγορία αὐτῶν πού «τήν ἀγάπη τῆς ἀληθείας οὐκ ἐδέξαντο» (Β΄, Θεσ. 2:10). Καί πού, τέλος, ἀνήκεις σέ κείνους πού ὁ Ἰωάννης βρῆκε «περιπατοῦντας ἐν ἀληθείᾳ» (Β΄ Ἰωάν. 4, Γ΄ Ἰωάν. 3, 4).

Στή ζωή μας μπορεῖ νά μᾶς ἐγκαταλείψουν πάρα πολλοί καί εἶναι αὐτό βέβαια κακό. Μπορεῖ νά χάσουμε γονεῖς καί ἡ ἀπώλεια τους εἶναι µεγάλη. Μπορεῖ νά κάµουν φτερά οἱ οἰκονοµίες μας καί ἡ φτώχεια νά γίνει  δυσβάσταχτη. Μπορεῖ ἡ ἀρτιµέλεια καί ἡ ὑγεία ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἀπό ἐμᾶς καί θά ΄ναι τοῦτο ἐπώδυνο γεγονός. Ὅμως, ἄν μᾶς ἔμεινε «τό ἔλεος καί ἡ ἀλήθεια», τότε μᾶς ἔμεινε ἡ ζωή καί ἡ αἰωνιότητα, ἀφοῦ «τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μένει στόν αἰώνα» (Α΄ Παραλ. 16:41). Τότε, µόνο τότε, ἡ πνευματική μας προκοπή  θά ΄ναι σύμμετρη˙ διανοητικά καί σωματικά, ἀλλά καί πνευματικά καί κοινωνικά. Τότε, θά βρίσκεις «χάρη ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων».

6 Μαΐου 2026

Τὸ νῖκος διὰ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ»

«Τὸ νῖκος διὰ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» 

Δημοσιεύθηκε 23 Ἀπριλίου 2026

 

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀνέστη. Μὲ αὐτὴν τὴν νικηφόρο κραυγὴ τὸ εὐαγγέλιο διεδόθηκε σέ ὅλες τίς χῶρες τῆς γῆς. Τὸ κήρυγμα τοῦ σταυροῦ εἶναι συγχρόνως καὶ κήρυγμα τῆς ἀναστάσεως (Πραξ. α᾽ 22, β΄ 32). Σ’ αὐτό τοῦτο ἔγκειται ἡ ἀκατάβλητη δύναμή του.

Μὲ τὴν ἐπάνοδό Του στοὺς οὐρανοὺς χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ ἀπεδεικνύετο πλήρως ὡς ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου (Ψαλ. ις΄ 10). Θὰ εἶχε θριαμβεύσει κατὰ τοῦ θανάτου μόνο πνευματικῶς καὶ ἠθικῶς, ἀλλὰ ἡ νίκη Του κατὰ τοῦ φυσικοῦ θανάτου δὲν θὰ παρουσιαζόταν κατὰ τρόπο βασιλικό. Ἡ νίκη Του θὰ ἦταν ἐλλιπής ἀπέναντι στόν θρίαμβο, ἀλλ᾽ ὄχι ὁ πλήρης θρίαμβος· διότι ἀπὸ τὴν τριπλή προσωπικότητα μόνο δύο μέρη, τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχή, ὄχι ὅμως καὶ τὸ σῶμα, θὰ περιλαμβάνονταν στὸν θρίαμβο τῆς ἀναστάσεώς Του.

Χωρὶς τὴν σωματικὴ ἀνάσταση, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ ἀπεκαλύπτετο ὡς ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Διότι ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἡ παύση τῆς ὑπάρξεως ἀλλ᾽ εἶναι ἡ διάλυση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, δέν εἶναι ἐξόντωση τῆς ὑπάρξεως, ἀλλ᾽ εἶναι ἡ  διάσπαση τῆς συνοχῆς μεταξὺ πνεύματος, ψυχῆς καὶ σώματος. Ἡ νίκη λοιπὸν κατὰ τοῦ θανάτου πρέπει νὰ ἐπιδειχθεῖ μέ τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος, μέ τήν ἀποκατάσταση τῆς ὀργανικῆς συνοχῆς τοῦ πνεύματος, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Γι’ αὐτό χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος δὲν ὑπάρχει κανεὶς τρόπος θριάμβου τῆς ζωῆς (Α΄ Κορ. ιε΄54 - 57), χωρὶς τὴν σωματικὴ ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει πλήρης καρπὸς τῆς νίκης. Μόνο μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι νικήθηκε ὁ θάνατος. Καὶ θὰ εἴχαμε καταλήξει στὴν ἀπόφαση ὅτι δὲν νικήθηκε ὁ θάνατος ἐὰν δὲν εἴχαμεν στὰ τέσσερα Εὐαγγέλια τὴν μαρτυρία περὶ τοῦ κενοῦ τάφου τοῦ Ἰησοῦ (Ματθ. κη΄, Μαρκ. ις΄, Λουκ. κδ΄, Ἰωάν. κ᾽).

«Ἡ πίστις εἶναι ἐξ ἀκοῆς ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. ι΄ 14- 17). ᾿Αλλ’ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ πίστη ἦταν ἐκείνη ἡ ὁποία κατέρρευσε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ (Ἰωάν. κ΄ 19, 25, Λουκ. κδ΄ 21, 22, Μάρκ. ις΄ 14), καὶ ἀνορθώθηκε ἐκ νέου μέ τήν  σωματική ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ἐμφανίσεών Του ποὺ ἐπηκολούθησαν ὡς ᾿Αναστημένου (Ἰωάν. κ΄ 8, 20, Α΄ Πετρ. α΄ 21). Χωρὶς τὴν σωματικὴ ἀνάσταση κανεὶς σκεπτόμενος ἄνθρωπος δὲν θὰ πίστευε ποτὲ στὸν Ἐσταυρωμένο. Διότι τὸ τέλος Του θὰ εὑρίσκετο σέ ἀντίθεση πρὸς τίς προηγούμενες προόσωπικές Του διαβεβαιώσεις περὶ τῆς ἀναστάσεως καὶ τοῦ θριάμβου Του (Ματθ. ιστ΄ 21: ιζ΄ 23, κ᾿ 19).

Ἡ ἀνάσταση λοιπὸν τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ σφραγὶδα τοῦ Πατρὸς ἐπὶ τοῦ προσώπου καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Υἱοῦ (Πραξ. β΄ 32). Ὁ Χριστὸς διὰ τῆς ἀναστάσεώς Του ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ Προφήτης καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. α΄ 4).

Ἡ ἀνάστασις εἶναι ἡ σφραγὶς ἐπὶ

1. τῆς μαρτυρίας τῶν προφητῶν (Ψαλ. ις΄ 10, Ὠσ. στ΄, 2 τὸ «σημεῖον τοῦ Ἰωνᾶ» Ματθ. ιβ΄ 39, 40, Ἡσ. νγ΄ 8 - 10)·

2. τῆς μαρτυρίας τοῦ Ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ (Ματθ. ις΄ 21, Ἰωάν. β΄ 19 - 22)·

3. τῆς μαρτυρίας τῶν ᾿Αποστόλων Του (Α΄ Κορ. ιε΄ 15) ·

4. τῆς ἀλήθειας ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. α΄ 4, Πραξ. ιγ΄ 33)

5. τοῦ Βασιλικοῦ ἀξιώματος τοῦ Ἰησοῦ (Πράξ. ιγ΄ 34)·

6. τῆς ἀπολύτου ἐξουσίας τοῦ Ἰησοῦ ὡς παγκοσμίου Κριτοῦ (Πράξ. ιζ΄ 31)· καὶ ἐγγυᾶται τὴν δική μας μέλλουσα ἀνάσταση καὶ δόξα (Α΄  Θεσ. δ΄ 14).

Στήν πρώτη πρός Κορινθίους ἐπιστολή του ὁ Παῦλος, ἐπικαλούμενος ἑκατοντάδες ζῶντες, θέτει ἐνώπιον τῶν ἀναγνωστῶν, τίς ἑξῆς τέσσερις κυριώτερες ἀποδείξεις:

α) Τὴν  ἀπόδειξη  τῆς   πείρας. Οἱ ἴδιοι οἱ Κορίνθιοι εἶχαν σωθεῖ μέ τό κήρυγμα ποὺ σχετιζόταν μὲ Ἐκεῖνον πού εἶχε τὴν πεῖρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ σώματος (Α΄ Κορ. ιε΄ , 2)·

β) Τὴν ἀπόδειξη   ἀπό τίς  Γραφές. Ὁ Χριστὸς ὄχι μόνον εἶχε ἀποθάνει ἀλλὰ καὶ εἶχε ἀναστηθεῖ «κατὰ τὰς Γραφὰς» (Α΄ Κορ. ιε΄ 3, 4)·

γ)Τὴν   ἀπόδειξη   τῶν   μαρτύρων. Περισσότεροι ἀπὸ πεντακοσίους ἄνθρωποι, καὶ ὑπὸ τὰς πλέον ἀντιξόους περιστάσεις, εἶχαν δεῖ προσωπικῶς τὸν Χριστὸν μετὰ τὴν ἀνάστασίν Του (Α΄ Κορ. ιε΄ 5 - 12)·

δ)Τὴν   ἀπόδειξη   ἀπὸ   τὴν   ἀναγκαιότητα τοῦ   γεγονότος  στὴν   ἱστορία τῆς   σωτηρίας. «Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη, μάταιον ἄρα εἶναι τὸ κήρυγμα ἡμῶν, ματαία δὲ καὶ ἡ  πίστις. Ὁ σταυρωθεὶς ἀπέθανε γιά νὰ ἀναστηθεῖ (Ἰωαν. ι΄ 17), ὁ ᾿Αναστημένος Χριστός ζεῖ γιά πάντα (Α΄ Κορ. β΄ 2, Ἀποκ. ε΄ 6).

23 Ἀπριλίου 2026

Εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν

« Εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν» 

 

Tοῦ γνῶναι αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, εἴ πως καταντήσω εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν

Ἑορτάζοντες εὐφροσύνως καὶ πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι τὴν ἀνάσταση τοῦ ἐνδόξου Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, μνημονεύουμε τῶν λόγων τοῦ οὐρανοβάμονος ἀποστόλου Παύλου ποὺ κήρυξε τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ σὲ ᾽Ιουδαίους καὶ εἰδωλολάτρες, ποὺ ἔγραψε:

«Αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμῶ εἶναι νὰ γνωρίσω τὸν Χριστὸ καὶ τὴν δύναμη τῆς ἀναστάσεώς Του καὶ νὰ μετάσχω στὰ παθήματά Του ἀκολουθώντάς Τον στὸν θάνατο μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ λάβω μέρος στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν»    (Πρὸς Φιλιππησίους γ´ 10-11).

Οἱ ἀποστολικοὶ αὐτοὶ λόγοι συνθέτουν μιὰ τριλογία τῆς πασχάλιας ἐμπειρίας.

1. Γνώση τῆς δυνάμεως τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Aὐτὴ ἡ γνώση ἀποκτᾶται μὲ τὴν πίστη στὸν ἀναστάντα Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ᾽Ενῶ ὁ λαὸς ἦταν θεατὴς τοῦ πάθους καὶ τοῦ θανάτου στὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀνάστασή Του τὴν γνώρισαν μόνο ὅσοι «εἶδον καὶ ἐπίστευσαν» (Ἰωάννου κ´ 8), ἐπειδὴ ὁ κόσμος δὲν ἀποδέχθηκε μὲ πίστη τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ( Ἰωάννου α´ 11.)

Προϋπόθεση γιὰ νὰ γνωρίσει κάθε ἄνθρωπος τὸν ἀναστάντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καὶ νὰ ἀποκτήσει τὴν πείρα τῆς ἀναστάσεως εἶναι νὰ πιστέψει στὴν θεότητά Του καὶ στὴν ἀνάστασή Του.

῾Η σωτηρία χαρίζεται ἀπὸ τὸν Θεό, σ᾽ ὅσους πιστεύουν καὶ ὁμολογοῦν, διακηρύττουν τὴν πίστη τους, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Κοντά σου εἶναι ὁ λόγος, στὸ στόμα σου καὶ στὴν καρδιά σου. Κι ἐννοεῖ τὸν λόγο τῆς πίστεως ποὺ κηρύττομε. Ἂν ὁμολογήσεις μὲ τὸ στόμα σου πὼς ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Κύριος καὶ πιστέψεις μὲ τὴν καρδιά σου πὼς ὁ Θεὸς τὸν ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ βρεῖς τὴν σωτηρία» (Πρὸς Ρωμαίους ι´ 8-9).

2. Κοινωνία τῶν παθημάτων.

῾H συμμετοχὴ στὰ παθήματα τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἐπιτυγχάνεται ἀκολουθώντας Τον στὸν θάνατο κατὰ τοὺς ἑξῆς τρόπους:

α´. Μὲ τὴ συμμετοχὴ στὰ ἅγια Μυστήρια τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος:

«Μὴ  λησμονεῖτε πὼς  τὸ  βάπτισμα στὸ  ὄνομα τοῦ Χριστοῦ σημαίνει συμμετοχὴ στὸν θάνατό Του. Πραγματικὰ τὸ βάπτισμά μας σημαίνει τὴν συμμετο- χὴ στὸν θάνατο καὶ στὴν ταφὴ τοῦ Χριστοῦ. Κι ὅπως ὁ Θεὸς Πατέρας μὲ τὴν δύναμη ἀνέστησε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, τὸ ἴδιο κι ἐμεῖς μποροῦμε νὰ ζήσουμε μιὰ νέα ζωή» (Πρὸς Ρωμαίους στ´ 3-4).

β´. Ζώντας τὴν ζωὴ τῆς ἀναστάσεως ὡς «υἱοὶ τῆς ἀναστάσεως» ( Λουκᾶ κ´ 36) καθὼς διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος «οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἔχουν σταυρώσει τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό τους μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες του» (Πρὸς Γαλάτας ε´ 24.)

Συμμετοχὴ στὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ σημαίνει, ἀγώνας γιὰ νὰ νεκρωθεῖ ἡ δύναμη τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἐνεργεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο, στὴν θέλησή του, στὶς ἐπιθυμίες του, στὶς σκέψεις του, στὰ συναισθήματά του. Μὲ τὰ δύο αὐτὰ βιώνεται ἡ κοινωνία τῶν παθημάτων τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.

3. ᾽Ελπίδα ἀναστάσεως.

Ὡστόσο ζοῦμε ἀκόμη μέσα  στόν κόσμο τῆς φθορᾶς καί στήν κοινωνία τῆς πονηρίας, ὃπου κυριαρχοῦν οἱ πνιγηρές ποικίλες μορφές τοῦ θανάτου κι' ἀναζητοῦμε τρόπο νά ἀνασάνουμε, νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τίς ὠδῖνες τοῦ θανάτου, πού  μᾶς περικυκλώνουν. Χρειαζόμεθα τήν καθαρτική, φωτιστική καί θεωτική Χάρι τοῦ Θεοῦ γιά νά γίνῃ ὁ κόσμος μας, ἡ κοινωνία μας, ἡ ζωή μας, φῶς καί ζωή. Αὐτή μᾶς τήν δίδει ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι ἡ μόνη εὐκαιρία καί δυνατότητα πού μᾶς παρέχεται. Ἂς ἀξιοποιήσουμε  αὐτή τήν εὐκαιρία γιά νά ζήσουμε στήν ἐλευθερία, πού μᾶς ἐχάρισε ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός.

Ἡ Ἐκκλησία μας προτρέπει πατρικά ὅλου νά πιστούς νὰ ἑορτάσουν στὴν γῆ, ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, Πάσχα Κυρίου καὶ στὸν οὐρανὸ αἰώνια ἀναγεννημένοι καὶ ἀνακαινισμένοι ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μαζὶ μὲ τὸν Νικητὴ Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του.

Ἄς ἑορτάσουμε τό Πάσχα μέ πνευματική χαρά καί ἀγαλλίαση. Ἄς γευθοῦμε τήν πλούσια καί ἄπειρη Χάρι τοῦ Ἀναστάτος Κυρίου καί ἄς τόν καλέσουμε νά εἶναι πάντοτε μαζί μας καί νά φωτίζει τήν ζωή μας.

          ῾H ᾽Εκκλησία φυτεύει καὶ συντηρεῖ μέσα στὴν ψυχὴ καὶ τὴν ζωὴ τῶν πιστῶν τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως. Πρόκειται  γιὰ τὴν δεύτερη ἀνάσταση, ὅπως βεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς ᾽Ιωάννης, στὴν ὁποία θὰ συμμετάσχουν ὅσοι πῆραν μέρος στὴν πρώτη ἀνάσταση στοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἔχει καμμιὰ ἐξουσία ὁ δεύτερος θάνατος: «Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἀνάσταση. Μακάριοι καί ἅγιοι αὐτοί πού θά πάρουν μέρος στήν πρώτη ἀνάσταση· σ’ αὐτούς ὁ δεύτερος θάνατος δέν ἔχει καμιά ἐξουσία. Αὐτοί θ’ ἀποτελέσουν τό ἱερατεῖο τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ καί θά βασιλέψουν μαζί Του» (Ἀποκαλύψεως κ΄ 6).

9 Ἀπριλίου 2026

Διά τάς ἀνομίας αὐτῶν παρεδόθη

«Διά τάς ἀνομίας αὐτῶν παρεδόθη»

 

Ἀπό τούς θεοπνεύστους συγγραφεῖς τῆς ἁγίας Γραφῆς καί τούς αὐτόπτες καί αὐτηκόους μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, τούς ἁγίους Ἀποστόλους,  πληροφορούμεθα, ὅτι ὁ Κύριoς σταυρώθηκε :

1. Μέ ἀνόμους, ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους πού δέν ζοῦσαν σύμφωνα μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Δέν ὑπάκουαν τίς ἐντολές καί τό θεῖο θέλημά κατά τίς πνευματικές ἐπιταγές Του.

Νόμος ὀνομάζονται οἱ ἐντολές πού δόθηκαν ἀπό τό Θεό μέ τόν Μωϋσῆ στό Σινᾶ στούς Ἰσραηλῖτες, ὁ γνωστός μας Δεκάλογος. Μ’ αὐτές καλοῦνταν νά πορευθοῦν καί νά ρυθμίζουν τίς σχέσεις τους μέ τόν Θεό Πατέρα τους καί τίς μεταξύ τους σχέσεις.  

Ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐου περί τοῦ Μεσσία ἀνήγγειλε:

 Πρῶτον ὅτι μέ τό πάθος Του θά σήκωνε τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων. Δεύτερον, ὅτι, γι’ αὐτό τόν λόγο θά δοξαζόταν κληρονομώντας πολλούς, ἐννοεῖται ψυχές ἀνθρώπων καί διασκορπίζοντας τά λάφυρα τῶν ἰσχυρῶν, δηλαδή τῶν δαιμόνων. Τρίτον ὅτι θά θεωρηθεῖ ὡς εἰδωλολάτρης.

Οἱ σταυρωτές Του τοῦ ἔκαμαν αὐτή τήν προσβολή νά τόν σταυρώσουν μεταξύ τῶν κακούργων ὡς μή ἀνήκοντα στόν Ἰουδαϊκό λαό, ὅπως προφήτετσε ὁ Ἠσαΐας (νγ΄, 12).

Ὁ Κύριoς ἐπιβεβαιώνει, ὅτι ἡ προφητεία αὐτή θά πραγματοποιηθεῖ στόν Ἴδιο, στό τίμιο προσωπό Του καί τήν ἄμεμπτη βιοτή Του : “Τοῦτο τό γεγραμμένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐμοί, τό καί μετά ἀνόμων ἐλογίσθη” (Λουκᾶ κβ΄, 37)

 Μέ τίς ἀποφάσεις τῶν σταυρωτῶν ἐπαληθεύθηκε ἡ προφητεία τοῦ εὐαγγελιστή Λουκᾶ “Ὅταν ἔφτασαν στό μέρος πού ὀνομαζόταν “Κρανίο”, σταύρωσαν ἐκεῖ τόν Ἰησοῦ καί τούς κακούργους, τόν ἕνα στά δεξιά του καί τόν ἄλλο στά ἀριστερά” (Λουκᾶ κγ΄, 33)

                                 

2. Ἀπό ἀνόμους, ἀπό τούς Ἑβραίους, πού δέν σεβάσθηκαν καί δέν τήρησαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί δίκασαν καί καταδίκασαν ἄδικα καί παράνομα τόν Κύριo σέ θάνατο μέ ἀτιμωτική σταύρωση.

Αὐτή εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, τήν ὁποία μέ μεγάλη παρρησία καί θάρρος κήρυξε στούς ἐκπλήκτους Ἰουδαίους τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μετά τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος “σεῖς τόν Ἰησοῦ τόν θανατώσατε, βάζοντας ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν τό νόμο τοῦ Θεοῦ νά τόν καρφώσουν στό σταυρό. Σᾶς παραδόθηκε γιατί ἔτσι ὅρισε ὁ Θεός, πού τό θέλησε καί τό γνώριζε. Ὁ Θεός ὅμως τόν ἀνάστησε, ἐλευθερώνοντας τόν ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου, γιατί ἦταν ἀδύνατο νά τόν κρατήσει ὁ θάνατος ” (Πράξεων β΄, 23)

Τήν ἴδια ἄποψη ἐπανέλαβε καί ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος ἐνώπιον τοῦ ἰουδαϊκοῦ Δικαστηρίου, πού τόν ἐδίκαζε καί τόν καταδίκασε στόν θάνατο μέ λιθοβολισμό  : “ Ποιόν ἀπό τούς προφῆτες δέν καταδίωξαν οἱ προπάτορές σας; Θανάτωσαν αὐτούς πού προφήτεψαν τόν ἐρχομό τοῦ Δίκαιου Μεσσία, πού κι ἐσεῖς τώρα γίνατε προδότες καί φονιάδες του ” (Πράξεων ζ΄, 52)

3.Γιά ἀνόμους γιά μᾶς πού δέν ἐλάβαμε καί ἀγνοούσαμε τόν νόμο, τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ γιά νά δικαιωθοῦμε μέ τήν χάριτι τῆς θυσίας Του, νά ἀποκατασταθοῦμε στόν πνευματικό κόσμο:

Γιατί ὁ Χριστός, παρ’ ὅλο πού ἤμασταν ἀκόμη ἀνίκανοι νά κάνουμε τό καλό, πέθανε γιά μᾶς, τούς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους, στόν προκαθορισμένο καιρό ” (Ρωμαίους ε΄ 6, Α΄ Πέτρου γ΄ 18).

Ἄνομοι στήν γλῶσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης θεωροῦνται κατά κύριο λόγο οἱ εἰδολωλάτρες, ἐπειδή δέν ἔλαβαν καί δέν γνώριζαν τόν νόμο δηλ. τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὅπως τίς ἐγνώριζαν οἱ Ἰσραηλῖτες.

Ὁ Χριστός ἐσταυρώθη καί γιά τούς Ἰσραηλῖτες καί γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ζοῦν ἁμαρτωλά, ἄνομα, κάθε ἐποχῆς.

Ὁ σταυρός τῶν Χριστιανῶν

          Οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ταυτίζονται μέ τόν Διδάσκαλό τους κατά τήν ἀπαίτηση :

          «Ε τις θλει πσω μου λθεν, παρνησσθω αυτν κα ρτω τν σταυρν ατο κα κολουθετω μοι» (Ματθαίου ιστ΄, 24 ).

            Μέ τούς λόγους αὐτούς ὁ Χριστός ζητεῖ ἀπό τούς μαθητές Του νά πεθάνουν γιά τόν ἑαυτό τους, νά πεθάνουν γιά τόν κόσμο διακόπτοντας ὅλους τούς φυσικούς δεσμούς μέ τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καί νά εἶναι ἕτοιμοι νά δεχθοῦν νά τοῦς πάρουν τήν ζωή ἕνεκα τοῦ Ἰησοῦ. Αὐτά ὅμως συνιστοῦν τήν δόξα του.

          Ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ γίνεται στήν ζωή τοῦ Χριστιανοῦ τό σύνορο ἀνάμεσα στούς δύο κόσμους, αὐτόν τῆς σάρκας καί αὐτόν τοῦ πνεύματος.         Ὁ πιστός πού ἀποδέχεται καί σηκώνει τόν σταυρό του ἀκολουθώντας τόν Ἐσταυρωμένο Χριστό ζώντας τήν ἐσταυρωμένη ζωή μπορεῖ μαζί μέ τόν ἀπόστολο Παύλο νά ἀναφωνεῖ ὑπερήφανα:

          «Ὅσο γιά μένα, δέ θέλω ἄλλη ἀφορμή γιά καύχηση ἐκτός ἀπό τό σταυρό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό σταυρό πού πάνω του πέθανε ὁ κόσμος γιά μένα κι ἐγώ γιά τόν κόσμο» (Πρός Γαλάτας στ΄, 14).

2 Ἀπριλίου 2026

«Καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς … ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην»

«Καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς … ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην»

Δημοσιεύθηκε 02 Ἀπριλίου 2026

          Ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Ἑβδομάδας πρέπει νά μᾶς καλεῖ σέ περίσκεψη γιά μιά διαφορετική οὐσιαστική βίωση τοῦ Πάθους, τῆς Σταυρώσεως, τῆς Ταφῆς καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μακριά ἀπό τήν ἐκκοσμίκευση, τήν συνήθεια καί τήν ματαιότητα. Ἔτσι τό Πάσχα θά ἀναδεικνύεται πάντα «καινόν», «ἱερόν», καί «μυστικόν».

          Γιά νά βιώσουμε «τό ἡμέτερον Πάσχα» ὀφείλουμε νά ὑπακούσουμε στίς προτροπές τῶν θεοκηρύκων Ἁγίων Ἀποστόλων.    

  1. Ἡ πρώτη προτροπή πού μᾶς ἀπευθύνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι τό «ἐκκαθάρατε». Καθαρισθῆτε ἀπό τήν πονηρία καί τήν κακία γιά νά ἑορτάσετε τό Πάσχα. Ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι γιά νά ἑορτάσουν τό Πάσχα καθάριζαν ὅλη τήν οἰκία τους ἀπό ὅ, τιδήποτε ἦταν ἔνζυμο, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἔτσι καί μεῖς γιά νά ἑορτάσουμε «τό ἡμέτερον Πάσχα» ὑποχρεούμαστε νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη μέ τά ὁποῖα ἐνεργεῖ καί ἐκδηλώνεται.

Ἐπανειλημένως ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τήν ἀνάγκη τῆς καθάρσεως τῆς ψυχῆς πού μολύνεται καί ρυπαίνεται ἀπό λόγους, πράξεις, συναισθήματα, ἐπιθυμίες, σκέψεις, συλλογισμούς, ἀποφάσεις πού ἀντιστρατεύονται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἔχει γίνει γνωστό μέ τίς ἐντολές πού μᾶς ἔδωσε γιά νά ζήσουμε : «ς καθαρίσουμε τούς αυτούς μας πό καθετί πού μολύνει τό σμα καί τήν ψυχή. ς ζήσουμε μία για ζωή μέ φόβο Θεο». (Πρός Κορινθίους Β΄ ζ΄, 1).

Τήν ἴδια σύσταση μᾶς ἀπευθύνει καί ἡ ὑμνολογία τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας καθώς εἰσερχόμαστε στήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα 

«Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι' αὐτόν» (Στιχηρό τῶν Αἴνων τοῦ α΄ ἤχου τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Δευτέρας).

Μέ καθαρές τίς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς θά ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε καί τόν ἔνδοξο ἀπαστράπτοντα ἀναστάντα Κύριός μας καί «μέ καθαρές τίς αἰσθήσεις θά ἀντικρύσουμε μέσα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς Ἀναστάσεως τόν Χριστό ὁλόλαμπρο καί θά τόν ἀκούσουμε καθαρά νά μᾶς λέει, χαίρετε, ἐνῶ θά ψάλλουμε ἐπινίκιο ὕμνο»

2.Ἡ δεύτερη προτροπή γιά τήν βίωση τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι τό «ἐπακολουθήσατε» πού μᾶς ἀπευθύνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Νά μιμηθοῦμε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό  πού ἐνῷ δέν ἦταν ἔνοχος σέ τίποτε δέχθηκε μέ τήν θέλησή Του τό μαρτύριο τοῦ Σταυροῦ. Αὐτό σημαίνει γιά μᾶς, ὅτι ἐπειδή εἴμαστε ἔνοχοι πολλῶν ἁμαρτιῶν ὀφείλουμε νά θυσιάσουμε πρόθυμα καί μέ τήν θέλησή μας κάθε ἁμαρτία καί τήν ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας ἠδονή : «Γιατί Χριστός πέθανε γιά μας, φήνοντάς σας τό πόδειγμα γιά νά βαδίσετε στ’ χνάρια του. Αὐτός μαρτία δέν κανε, καί δόλος στό στόμα τόν δέν βρέθηκε» (Α΄ Πέτρου β΄ 21-22).

3. Τρίτη προτροπή νά «ζήσουμε τήν νέα ζωή» μέ συνέπεια γιά νά μετάσχουμε καί στήν δόξα τοῦ ἀναστάντος Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Πρός Ρωμαίους στ΄ 4-14)

4. Ἡ ὑπέρβαση τῶν ὑπαρξιακῶν ὁρίων μας.

Μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπερβήκαμε τά ὅρια τῆς πεπερασμένης ὕπαξεώς μας διαβιβασθήκαμε ἐκ τοῦ θανάτου πρός τήν ζωή καί ἐκ τῆς γῆς πρός τόν οὐρανό κατά τόν ὕμνο πού ψάλλουμε:

«Ἡμέρα Ἀναστάσεως σήμερα, ἄς λάμψουμε ἀπό χαρά ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Εἶναι Πάσχα, τοῦ Κυρίου τό Πάσχα. Γιατί ὁ Χριστός ὁ Θεός ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί ἀπό τη γῆ στόν οὐρανό διεβίβασε ἐμᾶς πού ψάλλουμε γι’ αὐτό ἐπινίκιο ὕμνο» (Καταβασία τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα). Μέ τήν ἀνάσταση ὑπερβαίνουμε τά ὅρια τῆς κτιστῆς καί θνητῆς ὑπάρξεώς μας. Τό ἕνα ὅριό μας εἶναι ὁ θάνατος, εἴμαστε θνητοί. Οὐδείς ἄνθρωπος δύναται νά ἐξαιρεθεῖ ἀπ’ αὐτό τόν σκληρό πανανθρώπινο νόμο πού κυριαρχεῖ σ’ ὅλη τήν δημιουργία. Τά πάντα φθείρονται καί ἀποθνήσκουν, ὀργανικά καί ἀνόργανα, τά ζῶα, τά φυτά, τό νερό, ὁ ἀέρας ἀκόμη καί οἱ πέτρες καί ἀνάμεσα σ’ ὅλα καί ὁ ἄνθρωπος. Σ’ αὐτόν τόν σκληρό νόμο ὑποτάχθηκε καί ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀπό φιλανθρωπία καί δικαιοσύνη ἄν καί ἠδύνατο νά ἐξαιρεθεῖ ὡς ἀναμάρτητος. Ὁ θάνατος εἶναι συνέπεια τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ κατά τό «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γενέσεως β΄, 17). Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὄχι μόνο δέν παρέβη στήν ζωή Του τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ Πατέρα ἀλλά καί τίς ἐτήρησε ὅλες, πρᾶγμα ἀκατόρθωτο, ὅπως ὁμολογεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τούς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἔγινε ἄνθρωπος θνητός καί ἔζησε στίς συνθῆκες τῶν κτιστῶν δημιουργημάτων Του (βλ. Πρός Ἐβραίους β΄ 14-15). 

19 Μαρτίου 2026

Ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ … δύναμις Θεοῦ ἐστι

«Ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ … δύναμις Θεοῦ ἐστι»

 

Δημοσιεύθηκε 19 Μαρτίου 2026

῾Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή εὑρίσκεται στό κέντρο καί στήν κορυφή τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι περίοδος ἐκτενοῦς καί συντονισμένης προσευχῆς. Ἡ πολιορκούμενη ἀπό τίς ἁμαρτίες ψυχή μας στρέφεται πρός τόν Κύριο μέ ἐμπιστοσύνη γιά νά ζητήσει προστασία καί βοήθεια ἀπό τούς ὁρατούς καί ἀοράτους ἐχθρούς πού τήν ἀπειλοῦν.

Λαμβάνοντες ἀφορμή ἀπό τήν γ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν -τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ἐπισημαίνουμε τά σχετικά περί τοῦ νοήματος τοῦ Σταυροῦ στήν ζωή καί τήν ἐν Χριστῷ πορεία μας.

Ἡ Σταύρωση καί ἡ Ἀνάστασή Του εἶναι τά δύο ἐκεῖνα μυστήρια τῆς κενώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, τά ὁποῖα συγκεντρώνουν τήν σκέψη καί τό στοχασμό ὅλων. Κεντρίζουν τά συναισθήματά μας καί γενικά ἐπηρεάζουν ὄχι μόνο τή ζωή μας τοῦτες τίς ἡμέρες πού εὑρίσκονται στό κέντρο τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί ὁλόκληρη τήν πνευματική ζωή μας. Ὅλοι θά σταθοῦν μπροστά στό Σταυρό τοῦ Κυρίου μας, ἄλλοι γιά νά βλασφημήσουν καί ἄλλοι γιά νά δακρύσουν. Ἄλλοι γιά νά χλευάσουν κι ἄλλοι γιά νά κλαύσουν. Ἄλλοι γιά νά ὑβρίσουν κι ἄλλοι γιά νά προσκυνήσουν. Ἄλλοι γιά νά ζητήσουν τήν ἄφεση, τήν λύτρωση, τόν ἁγιασμό, τήν συγχώρηση. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀνακεφαλαιώνοντας τήν συμπεριφορά ὅλων μπρός στήν Σταύρωση τοῦ Κυρίου θά παρατηρήσει: «Ὁ λόγος γάρ τοῦ Σταυροῦ τοῖς μέν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστι, τοῖς δέσωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι» (Κορινθίους Αʹ αʹ 18). Πραγματικά τό κήρυγμα τοῦ Σταυροῦ γιά ἐκείνους πού βαδίζουν τόν δρόμο τῆς ἀπώλειας, καί ἀπορρίπτουν τήν χριστιανική πίστη εἶναι μωρία. Γιά ἐκείνους ὅμως πού πορεύονται τόν δρόμο τῆς σωτηρίας, γιά ἐκείνους πού ἔχουν ὁδηγό τόν Χριστό καί τήν διδασκαλία Του, εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ πού σώζει. Ὁ Κύριός μας μέ τή Σταύρωσή Του ἔκανε τό μεγαλύτερο κήρυγμα γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό κι ὁ Σταυρός εἶναι τό ἀποκορύφωμα τῆς θείας ἀγάπης καί τό σύμβολο τῆς θυσίας καί τοῦ θριάμβου.

Πάνω στό Σταυρό πού ὑψώθηκε στό Γολγοθᾶ, σταυρώθηκε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, ἡ ἀλήθεια τῆς ζωῆς, ὁ εὐεργέτης ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ ἀπόρριψη καί ἡ προδοσία τοῦ Χριστοῦ, τό μαρτύριό Του στόν Γολγοθᾶ προετοιμάστηκε καί ἐκτελέσθηκε ἀπό ἐκείνους πού εὐεργετήθηκαν ἀπ’ Αὐτόν. Ἡ κοινωνία εὔκολα ἀναζητεῖ κάποιο γιά νά θυσιάσει, κάποιο θῦμα γιά νά δημιουργήσει πάντα ἕνα καινούργιο Γολγοθᾶ. Ἡ ἀλήθεια, ἡ ἀγάπη, ἡ εὐεργεσία, ἡ ἀρετή ἀνεβαίνουν συνήθως στό σταυρό. Οἱ φορεῖς τους διώκονται, πληγώνονται, θανατώνονται καί τέλος ἐξαφανίζονται γιά νά ζήσουν ἀργότερα. Ἡ παρουσία τους εἶναι γιά τήν κοινωνία ἔλεγχος, γιά τόν ἄδικο δικαιοσύνη, γιά τό σκοτάδι φῶς.

Ἡ ἐποχή μας προκλητικά σταυρώνει κάθε ἀρετή, κάθε αἰώνια ἀξία. Ἀρνεῖται συστηματικά τήν ἀθανασία, τήν ἁγιότητα, τήν αἰωνιότητα, τήν ἀρετή. Ἀγνοεῖ τήν προειδοποίηση τοῦ Κυρίου «σκληρόν σοί πρός κέντρα λακτίζειν» (Πράξεων κστʹ 14). Παντοῦ ἔχουν στηθεῖ ἀμέτρητοι σταυροί πού σταυρώνονται ψυχές, ἀρχές, ἀξίες, θεσμοί ἱεροί. Ἰδιαιτέρως σταυρώνεται καί τιμωρεῖται ἀνελέητα ἡ νεολαία πού εὐθύνεται λιγότερο. Ὁ ὑλισμός, ὁ μηδενισμός, ὁ ἡδονισμός, τά ναρκωτικά, οἱ ἐξαρτήσεις πνίγουν ἀσφυκτικά τούς νέους. Εἶναι οἱ κεραυνοί πού κτυποῦν τίς ψυχές τους γιά νά μετατραπεῖ ἡ ζωή τους σέ ζωή μέ ψεύτικο περιεχόμενο, χωρίς νόημα γιά νά ἐπέλθει ὁ διχασμός καί ἡ σύγκρουση. Τραχύς ὁ Γολγοθᾶς, πικρά τά καρφιά καί μαρτύρια τῆς σταυρώσεως, ὅπως ἡ ἠθική αὐτοκτονία, ἡ ἠθική κατάπτωση, ἡ σήψη τῶν ἠθῶν, ἡ ταπεινή ζωή μακριά ἀπό τήν χριστιανική ἀρετή, χωρίς αὐτοσεβασμό καί ἀξιοπρέπεια.

Σημαδεμένος ὁ ἄνθρωπος ἰδιαίτερα ὁ νέος ἀπό τήν κενότητα τοῦ κόσμου, μαραζώνει ἀπό τό ἄγχος, τήν ἀπελπισία, τήν ἀνασφάλεια, τήν ἀστάθεια κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου μοιάζει νά εἶναι: «κάλαμος ὑπό ἀνέμου σαλευόμενος» (Ματθαίου ιβʹ 17), ἄνικμο κι ἄφυλλο δέντρο πού μαραίνεται παράκαιρα. Ὁ κορμός του θά γίνει ξύλο σταυροῦ, Γολγοθᾶς γιά νά φιλοξενήσει κάποια προδοσία. Πάνω του ἴσως σταυρωθεῖ κάποια ἀλήθεια, κάποιο ἰδανικό, κάποια ἀξία, κάποιο αἰώνιο πιστεύω. Ὁ Κύριος ἐμψυχώνει ὅλους τούς σταυρωμένους τῆς ζωῆς «θαρσεῖτε ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμο» (Ἰωάννου ιστʹ 33) μέ τό Σταυρό. Στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, τόν Σταυρό ἀκολούθησε ἡ Ἀνάσταση. Ἄν θέλουμε νά μή μείνουμε σταυρωμένοι, ἀλύτρωτοι, ἄς πλησιάσουμε τόν Χριστό γιά νά μᾶς ἀναστήσει, γιά νά μᾶς ζωοποιήσει. Εἶναι ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν Ἀνάσταση. Ἄν τόν ἀρνηθοῦμε, ἄν τόν περιφρονήσουμε θά μείνουμε γιά πάντα νεκροί. Ἄν τόν ἀκολουθήσουμε καί τόν πιστεύσουμε θά ἀναστηθοῦμε σέ μία νέα πραγματικότητα, ὅπως ὑποσχέθηκε καί προανήγγειλε ὁ Ἀναστάς Κύριός μας «ἰδού καινά ποιῶ τά πάντα» (Κορινθίους Βʹ εʹ 17).

12 Μαρτίου 2026

«Νεκρώσατε» καί  «Ἀποθέσθαι»

«Νεκρώσατε» καί  «ποθσθαι»

Δημοσιεύθηκε 12 Μαρτίου 2026

          Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή πού διανύουμε αὐτήν τήν περιόδο μᾶς δίδει ἕνα ἄριστο πνευματικό ἐρέθισμα νά διεγείρουμε πρῶτα τούς ἑαυτούς μας σέ ἄσκηση καί σέ πνευματικό ἀγῶνα καί στή συνέχεια νά καλέσουμε ὡς κληρικοί καί διάκονοι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ τούς πιστούς νά εἰσέλθουν μέ προθυμία καί ἔνθεο ζῆλο στό “στάδιο τῶν ἀρετῶν ”.

          Θέτουμε ὡς βάση πάντα τό ἀφυπνιστικό καί πάντοτε ἐπίκαιρο σάλπισμα τῆς Γραφῆς πού μᾶς καλεῖ σέ πνευματική ἐγρήγορση  (βλ. Πρός Ρωμαίους ιγ΄, 11, Πρός Ἐφεσίους ε΄, 14).

          Μέ τούς λόγους αὐτούς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς καλεῖ νά ἐγερθοῦμε καί νά ἀνανήψουμε ἀπό τόν πνευματικό λήθαργο.

          Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός καλεῖ τούς μαθητές Του σέ ἐγρήγορσι γιά νά μήν περιπέσουν σέ κατάστασι πνευματικοῦ ὕπνου καί νεκρώσεως τῆς ψυχῆς τους μέ τούς λόγους Του : “Προσχετε δ αυτος μποτε βαρηθσιν μν α καρδαι ν κραιπλ κα μθ κα μερμναις βιοτικας, κα αφνδιος φ' μς πιστ μρα κενη” (Λουκᾶ κα΄, 34).

Ἔτσι, συνάγεται, ὅτι οἱ ψυχές μας περιέρχονται σέ κατάστασι πνευματικοῦ λήθαργου, ἀδιαφορίας, ἀναισθησίας καί πνευματικῆς πορώσεως :

α) Ὅταν ζοῦμε σέ κραιπάλη καί μέθη. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἡ ἐπικίνδυνη αὐτή κατάστασι τῆς πνευματικῆς ναρκώσεως εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀχαλίνωτης ἐπιθυμίας πρός ἀπόλαυσι τῶν ἡδονῶν καί τῶν τέρψεων ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας.  

β) Ἀπό τίς βιοτικές μέριμνες. Ἐντύπωση προκαλεῖ ἡ ἐπισήμανση αὐτή τοῦ Κυρίου μας πού ἐξισώνει ὡς πρός τίς συνέπειες στή πνευματική ζωή μας τήν ἀπόλαυσι τῶν ἡδονῶν ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας μέ τήν ζάλη πού προκαλοῦν οἱ βιοτικές μέριμνες.

Τό ἐγερτήριο σάλπισμα τῆς Ἐκκλησίας ἀφορᾶ ὄχι μόνον σ’ αὐτές τίς ἡμέρες τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά σ’ ὁλόκληρη τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου.

Γιά νά ἀνανήψει πνευματικά ὁ ἄνθρωπος καί νά ἀποτινάξει τήν νάρκωσι τῆς ψυχῆς του πρέπει νά νεκρώση τήν δύναμη τῆς ἁμαρτίας, μέ τήν ὁποία γεννιέται καί τήν ὁποία φέρει καί θά ἐνεργῆ στή ζωή του μέχρι τοῦ θανάτου του πρόκειται γιά τήν συνέπεια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Αὐτή τήν ἰσχυρή ροπή, φορά πρός τήν ἁμαρτία ὀνομάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἕτερο νόμο (Πρός Ρωμαίους ζ΄ 23).

Ἰδού πώς περιγράφει αὐτή τήν πνευματική κατάστασι ὁ θεηγόρος Ἀπόστολος :  

«Συνεπώς, η πείρα δείχνει ότι, ενώ εγώ θέλω να κάνω το καλό, οι πράξεις μου δείχνουν πως κάνω το κακό.  Ἐσωτερικά συμφωνώ και χαίρομαι με όσα λέει ο νόμος του Θεού.  Διαπιστώνω όμως πως η πράξη μου ακολουθεί έναν άλλο νόμο, που αντιστρατεύεται το νόμο με τον οποίο συμφωνεί η συνείδησή μου: Είναι ο νόμος της αμαρτίας που κυριαρχεί στην ύπαρξή μου και με κάνει αιχμάλωτό της. Τί δυστυχισμένος, αληθινά, που είμαι! Ποιος μπορεί να με λυτρώσει από την ύπαρξη αυτή, που έχει υποταχθεί στο θάνατο; » (Πρός Ρωμαίους ζ΄ 22-24).

Αὐτή φθείρει τήν ψυχή μας κατά τόν θεόπνευστο λόγο του “ τά γάρ ὀψώνια  τῆς ἁμαρτίας θάνατος ” (Πρός Ρωμαίους στ΄ 23).

Ἡ νέκρωσι τῆς ἁμαρτίας εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο πού ἐνεργεῖται ἀφ’ ἑνός ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅταν συμμετέχουμε συνειδητά καί ἀκατάγνωστα τά ἅγια μυστήρια καί ἀφ’ ἑτέρου συντηρεῖται μέ τόν προσωπικό πνευματικό ἀγῶνα μας.

          Αὐτή ἡ νέκρωσι ὀφείλεται μέν στήν σταυρική θυσία καί τήν ἔνδοξη ἀνάστασι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τήν διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Πρός Ρωμαίους η΄ 3).           Βιοῦται δέ ὅταν συμμετέχουμε στήν ζωή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τά ἅγια Μυστήρια. Τότε ἡ ἁμαρτία νεκρώνεται καί ἀπελευθερωνόμαστε ἀπ’ αὐτή.

Ὁ πιστός πού ζεῖ ἐν τόπῳ καί χρόνῳ συγχρόνως ζῆ καί ἐν Χριστῷ ἑνωμένος δηλαδή μέ τόν Χριστό καί δι’ αὐτοῦ μέ τόν Θεό κατά τόν ἀποστολικό λόγο : «πεθνετε γρ, κα ζω μν κκρυπται σν τ Χριστ ν τ Θεῷ ” (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 3).

ἐν Χριστῷ ζωή γιά νά συντηρηθεῖ ἀπαιτεῖ συνεχῆ ἀγῶνα γιά τήν νέκρωσι τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑπενθυμίζει καί προτρέπει συνεχῶς καί ἐπιτακτικῶς : “Νεκρώσατε οὖν τά μέλη ὑμῶν τά ἐπί τῆς γῆς”  (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 5), καί “Ἀποθσθαι μς κατ τν προτραν ναστροφν τν παλαιν νθρωπον» (Πρός Ἐφεσίους δ΄ 22 καί Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 8-10).

Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ἀγῶνος μας κατά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἡ νέκρωσι τῆς ἁμαρτίας. Γιά νά ἐπιτύχουμε αὐτό τόν σκοπό ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας θέτει στήν διάθεσι μας ὅλα τά μέσα· τήν προσευχή, τήν πνευματική μελέτη καί οἰκοδομή, τήν νηστεία, τήν ἐλεημοσύνη καί ἄλλα.

6 Μαρτίου 2026

Αἴτησις τῶν ἀμεινόνων

«Ατησις τν μειννων»

Δημοσιεύθηκε 05 Μαρτίου 2026

          ῾Η ῾Αγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι περίοδος ἐντόνου προσευχῆς. Τοῦτο μαρτυροῦν ἡ ποικιλία καὶ ὁ πλοῦτος τῶν ῾Ιερῶν ᾿Ακολουθιῶν, τὰ ἀναγνώσματα, οἱ ὕμνοι. Ὀφείλουμε νὰ ἐπισημάνουμε, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ νηστεύει, ὅταν προσεύχεται, ἀγωνίζεται μὲ περισσότερη δύναμι. Σημειώνει ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος « εχμενος μετ νηστεας διπλς χει τς πτρυγας, κα τν νμων ατν κουφοτρας (πιό ἐλαφρές)» (῾Ομιλία νζ´ εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Ε.Π.Ε., τ. 11, σελ. 302-304). «Πντοτε ββαια εναι μεγλη δναμι τς προσευχς, ταν μως συνοδεεται κα π νηστεα, ττε κμνει δυναττερη τν ψυχ. Διτι ττε ναπμπεται π τ λρα πι εχριστη κα ξιλογη μελωδα» (Τοῦ Ἰδίου, ῾Ομιλία εἰς τὴν Μεγάλην ῾Εβδομάδα, Ε.Π.Ε., τ. 35, σελ. 542).

          ῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δίδει τὸν ὁρισμὸ τῆς προσευχῆς ὡς «ατησις τν μειννων» (δηλ. αἴτησις τῶν ἀνωτέρων καὶ καλλιτέρων (῎Επη Θεολογικά, Ποίημα λδ´, ῞Οροι Παχυμερεῖς Ε.Π.Ε., τ. 9, σελ. 438) καθώς καί ὅτι «δι᾿ εχς πρς Θεν κδημομεν» (μὲ τὴν προσευχὴ μεταφερόμαστε στὸν Θεό) (Λόγος κζ´, Θεολογικὸς Α´ Ε.Π.Ε., τ. 4, σελ. 22).        ῾Ο Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει: «῞Οταν προσεύχεσαι, πρόσεχε μὴ ζητήσης ἄλλα ἀντὶ ἄλλων καὶ προκαλέσης τὴν ὀργὴ τοῦ Κυρίου· μὴ ζητήσης δηλαδὴ χρήματα, ἀνθρωπίνη δόξα, ἐξουσία ἢ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ παρερχόμενα, ἀλλὰ νὰ ζητῆς τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸς θὰ σοῦ παράσχη ὅ,τι χρειάζεται τὸ σῶμα, ὅπως λέγει ὁ Κύριος· «ζητετε τν βασιλεαν το Θεο κα τν δικαιοσνην ατο, κα λα ατ θ προστεθον ες μς» (Ματθ. 6, 33). Τῆς προσευχῆς ὑπάρχουν δύο τρόποι· ὁ ἕνας εἶναι τῆς δοξολογίας μετὰ ταπεινοφροσύνης, ὁ δεύτερος εἶναι τῆς αἰτήσεως, ποὺ ἀκολουθεῖ. ῞Οταν προσεύχεσαι λοιπόν, μὴν ἀρχίζης ἀμέσως μὲ τὴν αἴτησι· ἄλλως γίνεσαι ὕποπτος ὡς πρὸς τὴν προαίρεσι, ὅτι προσεύχεσαι στὸν Θεὸ πιεζόμενος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη. Στὴν ἀρχὴ τῆς προσευχῆς λησμόνησε τὸν ἑαυτόν σου, τὴν γυναῖκα, τὰ παιδιά· ἄφησε τὴν γῆ, πέταξε στὸν οὐρανό, ἄφησε ὅλη τὴν ὁρατὴ καὶ ἀόρατο κτίσι καὶ ἄρχισε νὰ δοξολογῆς τὸν ποιήσαντα τὰ πάντα· ὅταν δὲ δοξολογῆς αὐτόν, νὰ μὴ περιπλανᾶται ὁ νοῦς σου ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, οὔτε νὰ μυθολογῆς»

Ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει νὰ εἴμεθα ἐπίμονοι καὶ ζηλωτὲς στὴν πίστι, ὥστε νὰ μάθουμε νὰ μὴ ἀποκάμνουμε ποτέ. Ὅταν ζητήσουμε καὶ δὲν λάβουμε, νὰ μὴ σταματήσουμε, μέχρις ὅτου λάβουμε, ἐὰν βεβαίως ζητοῦμε, ὅσα ὁ Θεὸς θέλει. Δέν πρέπει νά ἀπελπιζόμαστε, ὅταν δέν ἱκανοποιοῦνται τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς μας. Πρέπει νὰ προσφέρη κανεὶς ὅλες τὶς δυνάμεις του καὶ νὰ παρακαλῆ ἐντόνως τὸν Θεὸν νὰ συμμαχήση μαζί του. Διότι, ἐὰν κάποιος ἀπὸ ὀκνηρία παραδοθῆ στὶς ἐπιθυμίες καὶ προδώση τὸν ἑαυτό του στοὺς ἐχθρούς, ὁ Θεὸς δὲν συμμαχεῖ μαζί του οὔτε τὸν εἰσακούει, διότι πρόλαβε καὶ ἀποξένωσε τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς ἁμαρτίας. Διότι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ βοηθῆται ἀπὸ τὸν Θεὸ, δὲν ἐγκαταλείπει τὸ καθῆκον του· ἐκεῖνος δὲ ποὺ δὲν ἐγκαταλείπει τὸ καθῆκον του, δὲν ἐγκαταλείπεται ποτὲ ἀπὸ τὴν θεία συμμαχία. Πρέπει λοιπὸν νὰ μὴ τὸν καταδικάζη γιὰ τίποτε ἡ συνείδησίς του καὶ ἔτσι νὰ ἐπικαλεῖται τὴν θεία συμμαχία. Πρέπει νὰ στέκεται κανεὶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μὲ φόβο καὶ τρόμο, ἔχοντας στραμμένη ὅλη τὴν προσοχή του πρὸς αὐτὸν μόνο καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ. Διότι αὐτὸς δὲν βλέπει μόνο τὸν ἐξωτερικὸ ἄνθρωπο, ὅπως οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐσωτερικὸ ἐξετάζει. ᾿Εὰν στέκεσαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως πρέπει, καὶ προσφέρης ὅλες σου τὶς δυνάμεις, μὴ φύγης, ἕως ὅτου λάβης αὐτὸ ποὺ ζητεῖς· ἐὰν δὲ μᾶς κατακρίνη ἡ συνείδησή μας ὡς ὑπερήφανους καὶ ἐάν, ἐνῶ μποροῦμε, δὲν προσευχόμαστε συγκεντρωμένοι, μὴν τολμήσουμε νὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μὴ γίνη ἡ προσευχή μας ἁμαρτία. ᾿Εὰν ὅμως, ἐπειδὴ ἐξηντλήθηκαμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, δὲν μποροῦμε νὰ προσευχόμαστε ἀπερισπάστως, ἄς σταθοῦμε ἐπιμόνως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας προσηλωμένο τὸν νοῦν μας σ’ Αὐτὸν καὶ προσκαλώντας Αὐτὸν πλησίον μας, καὶ ὁ Θεὸς συγχωρεῖ, διότι ἀδυνατοῦμε νά σταθοῦμε, ὅπως πρέπει, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὄχι ἀπὸ περιφρόνησι, ἀλλὰ ἀπὸ ἀσθένεια. Ἐπιμόνως ἄς κρούουμε τὴν θύρα Του, ζητώντας τὴν ἐκπλήρωσι τοῦ αἰτήματός μας, «διτι πς ατν λαμβνει κα ζητν ερσκει».

          ῾Ο Θεὸς γνωρίζει τὴν καρδιὰ τῶν προσευχομένων. ῾Ο Θεὸς γνωρίζει τί χρειαζόμαστε καὶ μᾶς παρέχει πλουσίως ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ πρὸς ἀπόλαυσιν καί, ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθός, βρέχει γιὰ τοὺς δικαίους καὶ τοὺς ἀδίκους καὶ ἀνατέλλει τὸν ἥλιό του γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἀγαθούς, καὶ πρὶν νὰ τὰ ζητήσουμε ἐμεῖς      (βλ. Μ. Βασιλείου, ᾿Ασκητικαὶ Διατάξεις Ε.Π.Ε., τ. 9, σελ. 402-416).

26 Φεβρουαρίου 2026

«᾿Αρχαία γὰρ ἦν ἡ ἐντολή»

«᾿Αρχαα γρ ν ντολ»

Δημοσιεύθηκε 26 Φεβρουαρίου 2026

Περίοδος ἐντόνου πνευματικῆς ἀσκήσεως εἶναι ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς· περίοδος νήψεως, πνευματικῆς καί σωματικῆς νηστείας.

Ἡ πατερική σκέψη κατανόησε καί κατέγραψε τό νόημα τῆς νηστείας γιά τόν πιστό ἄνθρωπο, χωρίς ὑπερβολές καί ἀκρότητες, καί τήν ἐνέταξε μέσα στήν Ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.

῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐξηγεῖ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς νηστείας: «᾿Αναγκαστκαμε ν νηστψουμε, πειδ δν νηστψαμε, κα μς κατενκησε πιθυμα τς γεσεως το καρπο το δνδρου τς γνσεως. Διτι ντολ ταν παλι κα σγχρονη μ᾿ μς, να μσο διαπαιδαγωγσεως τς ψυχς κα σωφρονισμο π πολασεις. Τν λβαμε μλιστα ελογα γι ν πολασουμε, φο τν τηρσουμε, κενο πο χσαμε, πειδ δν τν τηρσαμε» (Λόγος ΜΕ´ εἰς τὸ Πάσχα Ε. Π. Ε., τ. 5, σελ. 214). Περὶ τῆς ἀξίας αὐτῆς ὁμιλεῖ ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος· «Μητρα λων τν γαθν κα διδσκαλος τς σωφροσνης κα κθε λλης ρετς» (῾Ομιλία Α´ εἰς τὴν Γένεσιν, Ε. Π. Ε., τ. β´, σελ. 14 ).

          Οἱ Πατέρες διευκρινίζουν ὅτι ἀληθὴς νηστεία εἶναι ἡ παράλληλος πρὸς τὴν ἀποχὴ τῶν τροφῶν, ἀποχὴ ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας. ῾Η ἀποχὴ ἀπὸ τὰ κακά χαλιναγωγεῖ τὸν θυμό, διδάσκει τὴν ἐπιείκεια καὶ τὴν πραότητα, ἔχει συντετριμμένη τὴν καρδιά. Πρέπει νὰ εἶναι μετριόφρων, ἥσυχος, ἥμερος, ταπεινὸς καὶ νὰ περιφρονῆ τὴν δόξα τῆς παρούσης ζωῆς. Νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ἐξομολογῆται στὸν Θεό, καὶ ὅσο μπορεῖ νὰ βοηθῆ τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν ἐλεημοσύνη. ( Ἰ. Χρυσοστόμου, ῾Ομιλία Η´ εἰς τήν Γένεσιν, Ε. Π. Ε. τ. 2 σελ. 208-210).       

          ῾Η νηστεία εἶναι φάρμακο, ἀλλὰ τὸ φάρμακο ὅσο καὶ ἂν εἶναι ὠφέλιμο, πολλὲς φορὲς γίνεται ἄχρηστο ἐξ αἰτίας τῆς μὴ σωστῆς χρήσεως αὐτοῦ, ποὺ τὸ χρησιμοποιεῖ. Πρέπει νὰ γνωρίζη τὸν χρόνο στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἐπιθέση τοῦτο, τὴν ποσότητα τοῦ φαρμάκου, τὴν κατάστασι τοῦ σώματος, ποὺ πρόκειται νὰ τὸ πάρη, καὶ τὴν φυσικὴ τοῦ τόπου κατάστασι, τὴν ὥρα τοῦ ἔτους, τὴν κατάλληλο δίαιτα τοῦ ἀσθενοῦς καὶ πολλὰ ἄλλα, ἀπὸ τὰ ὅποῖα, ἂν κάτι παραλειφθῆ, θὰ βλάψη ὅλα τὰ ἄλλα. (Ἰ. Χρυσοστόμου, Λόγος Γ´ Εἰς τὴν ἀποδημίαν τοῦ ᾿Επισκόπου Φλαβιανοῦ, Ε. Π. Ε., τ. 32, σελ. 26, στίχ. 17-25).

          ῾Ο ῞Αγιος Βασίλειος ἔχει δύο ὁμιλίες περὶ νηστείας στὶς ὁποῖες συνοψίζει τὴν διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας μας περὶ αὐτῆς. (Ε. Π. Ε., τ. 6, ἡ Α´ ῾Ομιλία σελ. 22-52, ἡ Β´ ῾Ομιλία σελ. 54-74).  Στὴν πρώτη ὁμιλία γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῆς ἀληθοῦς καὶ τῆς ψευδοῦς νηστείας καὶ ἐκτίθενται οἱ προϋποθέσεις τοῦ πιστοῦ γιὰ τὴν τήρησι τῆς νηστείας, λέγοντος, ὅτι αὐτὴ νομοθετήθηκε στὸν Παράδεισο καὶ συνεπῶς εἶναι «συνηλικιτις τς νθρωπτητος» καὶ ὅτι ὅλες οἱ μεγάλες προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐνήστευαν. ῾Η ζωὴ στὸν Παράδεισο εἶναι εἰκόνα τῆς νηστείας, ἡ δὲ ἐξ αὐτοῦ ἔξωσις τοῦ ἀνθρώπου σχετίζεται μὲ τὴν παράβασι τοῦ νόμου τῆς νηστείας. ῾Ο ἄνθρωπος μὲ τὴν νηστεία ὀφείλει ν᾿ ἀποκτήση ὅ,τι ἔχασε. ῾Η νηστεία εἶναι ἀντίθετος μέ κάθε ὑλική ὑπερβολή, ποὺ εἰσῆλθε στὴ ζωὴ μας μετὰ τὴν ἀποτυχία μας νὰ πραγματοποιήσουμε τὴν τελείωσή μας. Πρότυπα νηστευτῶν εἶναι· ῾Ο Μωϋσῆς, ὁ Σαμψών, ἡ ῎Αννα, μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, ὁ Δανιήλ, ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ τέλος ὁ Κύριος, ὁ ῾Οποῖος μὲ τὴν νηστεία καθώπλισε τὴν σάρκα στὰ παλαίσματα κατὰ τοῦ διαβόλου.

          Ἡ νηστεία, ὡς ὅπλο τοῦ πιστοῦ κατὰ τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας, ἀναπτύσσεται στήν δεύτερη Ὁμιλία. Καὶ στὶς δύο ὁρίζεται ὡς ἀληθὴς νηστεία ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ὡρισμένες τροφὲς καὶ ἡ ἀλλοτρίωσις ἀπὸ τὰ κακὰ, «ργ κα λγ». ῾Η πρώτη χώρις τὴν δεύτερη δὲν ἔχει καμμία ἀξία καὶ χαρακτηρίζεται ᾿Ιουδαϊκή. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν νηστεία ἀπέρριψαν οἱ Προφῆτες καὶ ὁ Κύριος, ὡς ψευδῆ. Καὶ στὶς δύο ὁμιλίες τονίζεται ἡ καθολικότητα τῆς νηστείας, διότι ἀφορᾶ ὅλους.

Τονίζουμε ὅτι ἡ νηστεία προβάλλεται ἀπὸ τὸν ῞Αγιο Βασίλειο ὡς καθολικὴ ἐγκράτεια τοῦ πιστοῦ καὶ σὰν ἀσκητικὴ τοποθέτησι αὐτοῦ ἔναντι τῶν ὑλικῶν στοιχείων τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ ἀποφύγη ὁ πιστὸς νὰ ὑποταχθῆ σ᾿ αὐτὰ καὶ νὰ προσανατολίση τὴν βούλησί του στὸν Θεό καὶ νὰ ὑποτάξη αὐτὴ στὸ θέλημα Του.

          Μὲ τὴν νηστεία ὁ ῞Αγιος προσπαθεῖ νὰ καταπολεμήση καὶ νὰ περιορίση τὰ κακὰ τῆς μέθης καὶ τῆς ἀκολασίας καὶ γενικώτερα τὴν χλιδὴ τοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων, παράλληλα νὰ διαπλάση ἕνα τύπο ἀνθρώπου, ποὺ νὰ ἔχη τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς λιτότητος, τῆς ἁπλότητος, τῆς σοβαρότητος, τῆς ἀξιοπρεπείας· ἕναν ἄνθρωπο ἐλεύθερο κατὰ τὸ φρόνημα ἀπὸ τὰ κοσμικὰ στοιχεῖα, ἄξιο τέκνο τῆς θείας εἰκόνος.

26 Φεβρουαρίου 2026

«Στροφὴν πρὸς τὰ κρείττονα»

«Στροφν πρς τ κρεττονα»

 

᾿Εντὸς ὀλίγων ἡμερῶν εἰσερχόμαστε στὴν ῾Αγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τὴν ἱερωτέρα περίοδο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.

            ῾Ο ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει, ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου «συνελθντες θσπισαν τεσσαρκοντα μρας νηστεας, προσευχς, κροσεων, ερν κηρυγμτων, λατρευτικν συνξεων, στε φο κατ᾿ ατς τς μρας καθαρισθμεν λοι πιμελς κα δι προσευχν κα δι λεημοσνης κα δι νηστεας κα δι γρυπνιν κα δι δακρων κα δι ξομολογσεως κα δι᾿ λων τν λλων μσων, οτω μ καθαρν συνεδησιν, σον τ δυνατν ες μς» νὰ ἑορτάσουμε τίς ἅγιες ἡμέρες τῶν Παθῶν καὶ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου, προσερχόμενοι στὰ ἅγια Μυστήρια, πού αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς ἡμέρες ὁ Ἴδιος παρέδωσε.

            Στὴν ἀρχὴ τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά καί κατὰ τὴν διάρκεια αὐτῆς χρειαζόμαστε περισσότερη πνευματική ἐνίσχυση στὸν προσωπικό πνευματικὸ ἀγῶνα μας. Κατὰ τὴν παράδοσι τῆς ᾿Εκκλησίας ἡ Τεσσαρακοστὴ εἶναι περίοδος μετανοίας. ᾿Εφ᾿ ὅσον κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας ἡ ἁμαρτία χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό, ἐξυπακούεται, ὅτι ἡ μετάνοια ἀποκαθιστᾶ τὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. ῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δίδει τὸν ὁρισμὸ τῆς μετανοίας· «Τν μετνοιαν νει στροφν πρς τ κρεττονα» (νὰ ἀντιλαμβάνεσαι, ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι στροφὴ πρὸς τὰ καλλίτερα) (῎Επη θεολογικὰ, Ε.Π.Ε. τ. 9, σελ. 444).

            Παρατηρεῖ, ὅτι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους “εναι μεγλο πργμα, στω κα ν δν τηρσουν τ πρτο σκλος τς ντολς, τ ν μν μαρτνουν δηλαδ, τ ν τηρσουν τολχιστον τ λλο σκλος, τ ν πανλθουν στν προηγομενη κατστασι φο μαρτσουν” (Λόγος Β´ ᾿Απολογητικὸς τῆς εἰς τὸν Πόντον φυγῆς Ε.Π.Ε. τ. 1 σελ. 78). Καὶ προσθέτει γιὰ τὴν ἀνάγκη τῆς μετανοίας· «Ας ναγνωρσουμε, τι τ ν μν μαρτση κανες καθλου, εναι πργματι πνω π τς νθρπινες δυνμεις κα γνρισμα μνο το Θεο... Τ ν μνη μως κποιος θερπευτος εναι γνρισμα μνο τς πονηρς κα ντιθτου πρς τν Θε φσεως κα τν νεργειν, πο προρχονται π ατ. Τ ν πιστρφουν κενοι πο χουν μαρτσει, εναι γνρισμα νθρπων γαθν, πο νκουν στν μερδα κενων πο σζονται. Διτι κα ν κμη σρκα προσελκη κτι π τν κακα, κα ν κμη τ χωματνιο σμα παρασρη τν νον πρς τ κτω, ν προχωρε πρς τ πνω, τολχιστον χει δημιουργηθ γι ν πορεεται πρς τ πνω, μως θεα εκνα ς πομακρνη πλι τν λσπη κα ς ναγκση τν σρκα, πο εναι ποταγμνη στν διο ζυγ ν στραφ πρς τ πνω...» (Λόγος ιστ´, εἰς τὸν Πατέρα Σιωπῶντα ... Ε. Π. Ε. τ. 5 σελ. 352).

            ῾Ο Μέγας Βασίλειος διδάσκει, ὅτι ἡ ψυχὴ θεραπεύεται πραγματικά, ἀληθινὰ καὶ καθολικά, ὅταν ἀποχωρήση ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἀναφέρει : «Γενικ μως πι ληθιν θεραπεα εναι πομκρυνσις π τν μαρτα. Ωστε κενος πο θτησε τν θεα χρι γι τν δον τς σαρκς θ μς ποδεξη τελεως τν θεραπεα του μ τ ν πομακρυνθ π τς δονς, πο τν κατστρεψαν, δι τς συντριβς τς σαρκς, κα τς πλρους δουλαγωγσες της, πως παιτε γκρτεια. Πρπει λοιπν ν γνωρζουμε κα τ δο, κα τν κανονικ κρβεια κα τν κατ συνθεια πρακτικ, ν᾿ κολουθομε δ τος παραδοσιακος τπους στς περιπτσεις πο δν νχονται τν αστηρτητα τν καννων» (᾿Επιστολὴ 188, Πρὸς ᾿Αμφιλόχιον, Ε.Π.Ε. τ. 1 σελ. 190-192).

            ῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος καθορίζει τὶς ὁδοὺς τῆς μετανοίας στὶς ἐννέα ὁμιλίες του «Περ Μετανοας». Πρώτη ὁδός· ῾Η αὐτοπροαίρετος ἐξομολόγησις «Λγε σ πρτος τς νομας σου, να δικαιωθς». Δευτέρα ὁδός· Τὸ πένθος τῆς ἁμαρτίας. Τρίτη ὁδός· ῾Η ταπεινοφροσύνη. Τετάρτη ὁδός· ῾Η ἐλεημοσύνη. Πέμπτη ὁδός· ῾Η προσευχή. ῞Εκτη ὁδός· Δάκρυα μετανοίας «κλασον π τ μαρτίᾳ σου» (Ε.Π.Ε. τ. 30 σελ. 112 κ. ἕξ.).

            ῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὡς σοφὸς καὶ διακριτικὸς διδάσκαλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς θέτει ἕνα κανόνα, τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ προσέχουν οἱ Ποιμένες, ὅταν πρέπει νὰ οἰκονομήσουν ἕνα ἐξομολογούμενο. Ἀναφέρει : «᾿Εξ σου εναι κακ κα συγχρησις πο γνεται χωρς σωφροσνη κα καταδκη πο γνεται χωρς συγχρησι, πειδ μν πρτη φνει τελεως λεθερα τ χαλινρια, ν δετερη προκαλε πγνωσι μ τν σκληρτητ της. Δεξε μου τν καθαρτητ σου, κα ττε θ δεχθ ν περηφανεεσαι. Τρα μως φοβομαι μπως, ν εσαι γεμτος π πληγς, βλης μσα κενο τ ποο παραμνει θερπευτο... » (Ε.Π.Ε. τ. 5 Λόγος λθ´ εἰς τὰ ῞Αγια Φῶτα σελ. 108).

῾Η μετάνοια κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, τὸ ὁποῖο συντηρεῖ τὴν σχέσι τοῦ ἀνθρώπου με τὸν Θεό.

26 Φεβρουαρίου 2026

«Ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη»

«Ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη»

 

Ἡ πορεία τοῦ Ἀσώτου, ὅπως ὁ Κύριος μᾶς τήν περιέγραψε στήν γνωστή παραβολή του σημαδεύει τίς ἀνθρώπινες ζωές σέ παγκόσμια κλίμακα. Ἴσως καί τή δική μας, ἐνῶ ἀκοῦμε τοῦτο τό κήρυγμα. Ἄς προσέξουμε καί ἄς παρακαλουθήσουμε τά πνευματικά μηνύματα πού μᾶς παραδίδει η παραβολή αὐτή, πολύ σημαντικά γιά τήν πνευματική πορεία μας καί τόν ἀγῶνα μας τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

α΄. «δός µου» (Λουκᾶ ιε΄, 12)

Εἶναι τοῦτο  τό ρῆμα - φιλοσοφία πολλῶν, ἰδιαίτερα τῶν νέων. Πού νιώθουν αὐτοί μόνοι νά ΄χουν ἀπαιτήσεις ἀπ᾽ ὅλους καί ὅλοι ὑποχρεώσεις σ’ αὐτούς. Ἄχαρος μονόδρομος πού ᾿ναι µιά τέτοια ζωή. Ξεκίνημα πού προδικάζει ἀδιέξοδα καί ἀπογοητεύσεις. Μάλιστα ὅταν τοῦτο κυριαρχήσει στή σχέση τοῦ ἀνθρώπου µέ τόν Θεό. Ὅταν, τά χέρια τοῦ Δωρητή κι’ ὄχι τό πρόσωπο κοιτάζουµε. Ὅταν «ὁ ἄρτος ὁ ἐπιούσιος» εἶναι τό μόνο αἴτημά μας. Ὅταν - τό χειρότερο - τ᾽ ἀγαθά μακρυά κι᾽ ἀνεξάρτητα (ἤ καί ἐνάντια) ἀπό τόν Δότη, ἀπαιτοῦμε ν᾿ ἀπολαύσουμε.

β΄. «διεσκόρπισε» (Λουκᾶ ιε΄, 13)

Ἔρχεται πάντοτε, ἔπειτα ἀπό τό «δός μου». Κοντά στόν Δοτήρα, τά δῶρα παίρνουν τή σωστή τους διάσταση καί χρήση καί γίνονται χαρά κι’ ὄχι ἄγχος. Εὐλογία κι’ ὄχι κατάρα. Πάρτε λ.χ. τό δῶρο τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἠθικῆς ὀμορφιᾶς, πού ὁ Θεός ἐμπιστεύεται σέ κάθε νέο καί νέα. Κοντά στόν Θεό, πανώριο κι’ ἀνεκτίμητο μένει. Μακρυά Του, ὁδηγεῖ σέ φοβερό ἀποπροσανατολισμό καί ἐκτράχυνση τῆς πανσεξουαλικότητας τῆς ἐποχῆς µας. Μακρυά ἀπό τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος σκορπίζει.

γ΄. «ἄρχισε νά στερεῖται» (Λουκᾶ ιε΄, 14)

Εἶναι ἡ στιγµή πού ὁ ἄνθρωπος συνειδητοποιεῖ τό κενό µέσα του. Ὅτι δηλαδή, χορτασµός μακρυά ἀπό τόν Πατέρα δέν ὑπάρχει. Ὅτι τό «συναγαγών πάντα», δέν τόν παίρνει πολύ μακρυά. Ὅτι «τά αὐτοῦ πάντα», λίγα εἶναι. Καί γίνονται ἀπογοητευτικά ἐλάχιστα, ἄν θελήσεις νά τά ξοδέψεις μακρυά ἀπό τόν Πατέρα. Τό «πλούσιοι πτωχεύουν καί πεινοῦν», δέν εἶναι ἀποτύπωση μιᾶς µόνον ὑλικῆς εἰκόνας. Ἔχει καί πνευματική ἐφαρμογή. Ὅπως καί τό «οἱ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, δέν στεροῦνται οὐδενός ἀγαθοῦ» (Ψαλμός λδ΄,10). Λέει ἕνας ὕμνος: «ἡ ἁμαρτία θέλγητρα ἔχει, μά στερεῖται τή χαρά».

δ΄. «ἐπιθυμοῦσε νά γεμίσει τό στομάχι του» (Λουκᾶ ιε΄, 16)

Νά ᾽θελαν καί οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας μέ τούς «πίθους τῶν Δαναΐδων», τούτη τήν ἀλήθεια ν᾿ ἀπεικονίσουν; Τήν ἀπύθµενη ἀνθρώπινη καρδιά, πού τά ὅποια καί ὅσα ξυλοκέρατα, πῶς νά τή χορτάσουν; Δές τό χρῆμα, τή σάρκα, τή φιλοδοξία, τή µέθη καί τά ὅμοια τους. Ποιός εἶπε ποτέ: «φτάνει, γέμισα, χόρτασα»! ᾿Επιθυμοῦσε, σηµαίνει σκυµένος ἰσόβια στό λασποπήγαδο, χωρίς νά ᾿ρθει ποτέ ὁ ξεδιψασµός. Χωρίς ποτέ τήν ὁμολογία ὅτι «τό ποτήρι µου ξεχειλίζει» («καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον» Ψαλμός κβ΄, 5).

ε΄. «κανένας δέν τοῦ ᾿δινε» (Λουκᾶ ιε΄, 16)

᾽Από γιός νά καταντήσεις ζητιάνος, εἶναι βέβαια ἕνα κατάντηµα. ᾿Από τό «τέκνον πάντα τά ἐμά σά ἐστίν» στά ξυλοκέρατα τῶν χοίρων εἶναι μιά ἀπόσταση πού ἡ τραγικότητα μιᾶς ζωῆς χωρίς Χριστό μπορεῖ νά καλύψει. Ὅμως εἶναι καί οἱ ὑψωμένοι ὦμοι. Εἶναι καί ἡ ἀδιαφορία τῶν χθεσινῶν φίλων. Εἶναι ἡ µάταιη ἐπαιτεία. Κι’ ὅλα αὐτά µιά χιονοστιβάδα, πού ξεκίνησε ἀπό τό «δός µοι» καί γοργοκύλησε «εἰς χώραν μακράν». Δηλαδή, κάτι πού μποροῦσε ν᾿ ἀποφευχθεῖ. Καρπός ὁλόπικρης, ἠθελημένης πεισματικῆς ἀνταρσίας.

στ΄. «Χάνομαι ἀπό τήν πεῖνα» (Λουκᾶιε, ιε΄ 17)

Τρισευλογημένη ἡ στιγµή πού ὁ ἄνθρωπος - ὁ ὅποιος ἁμαρτωλός - «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν». Στά βήµατα πού ὁδηγοῦν στή σωτηρία, δέν εἶναι ὁ πρῶτος ἀλλά ὁ δεύτερος σταθµός. Πρῶτα, ἔρχεσαι στήν ἀνάγκη. Αὐτή σέ σφίγγει ἀπό κάθε µεριά. Χάνεις τό βιός σου, τούς φίλους σου, τήν πίστη στόν ἑαυτό σου καί στόν ἄνθρωπο. Τότε κάποιοι σταματοῦν ἐδῶ καί καταποντίζονται. Ὁ Ἄσωτος ἀφοῦ ἦλθε στήν ἀνάγκη, ἔπειτα ἦλθε στόν ἑαυτό του. Αὐτογνωσία, πού ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση καί μεταμέλεια.

ζ΄. «Κάμε µε» (Λουκᾶ ιε΄, 19)

Τώρα, ἔρχεται στόν Πατέρα. Ποῦ ἀλλοῦ! Μόνον Αὐτός ἔχει, ὅταν... «οὐδείς ἐδίδου». Κι' ἔρχεται μέ κεφάλι σκυμένο. Δέν βλέπει ἄπληστα κι ἀπαιτητικά τά χέρια. Σκύβει καί φιλεῖ τά πόδια. Τό αἴτημα εἶναι τώρα «κάμε µε». «Ποίησόν με». Καί ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα στό «δός μου» καί «ποίησόν με» εἶναι τόσο μεγάλη, ὅση ἡ μεταμέλεια καί ὁ συγκλονισμός τούτου τοῦ νέου. Ὅμοια καί σύ. Πάψε νά κυττάζεις τοῦ Θεοῦ τά χέρια καί ἀτένισε στήν καρδιά Του. Πού σ' ἀγάπησε. Πού ᾿στειλε τόν Χριστό γιά σένα. Πού σέ περιμένει μέ τόση καί ἴδια ἀγάπη, ὅπως ὁ πατέρας τοῦ Ἀσώτου.

4 Φεβρουαρίου 2026

γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν

«γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν»

Δημοσιεύθηκε 5 Φεβρουαρίου 2026

 

Νηστεύω σηµαίνει ἀπέχω ἀπό κάθε φυσική τροφή. Στήν Καινή Διαθήκη συνδέεται µέ τό πένθος (Ματθαίου 9:14-15) καί τήν προσευχή (Λουκᾶ 2:37,  Πράξεων 14:23). Σ’ αὐτές τίς περικοπές ἡ νηστεία συνόδευε τήν προσευχή σάν ἐπιβεβαίωση τῆς προσπάθειας κάποιου νά διακρίνει τό θέληµα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ νηστεία δέν προσφέρει κανένα πλεονέκτημα ὅσον ἀφορᾶ στή σωτηρία,  οὔτε προσδίδει στόν χριστιανό μεγαλύτερη περιωπή µπροστά στόν Θεό. Ὁ Φαρισαῖος καυχιόταν ὅτι νήστευε δυό φορές τήν ἑβδομάδα: ὅµως, αὐτή ἡ νηστεία δέν μπόρεσε νά τοῦ ἐξασφαλίσει τή δικαίωση, πού τόσο ἀποζητοῦσε (Λουκᾶ 18:12, 14). Ὅταν ὅµως ἕνας χριστιανός νηστεύει μυστικά καί τό κάνει σάν πνευματική ἄσκηση, ὁ Θεός βλέπει καί ἀνταµείβει. Στήν Καινή Διαθήκη ἐνθαρρύνεται µέ τήν ὑπόσχεση τῆς ἀνταµοιβῆς ἀπό τόν Θεό, βοηθώντας κάποιον στή ζωή του ἀφαιρώντας του τήν νωθρότητα ἤ τή νύστα, ὥστε νά µπορεῖ νά προσευχηθεῖ ἀδιαλείπτως.

Ἡ δύναμή της εἶναι ἀνεκτίµητη σέ κρίσιµες περιόδους, ὅταν ὁ πιστός προσπαθεῖ νά διακρίνει τό θέληµα τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας µεγάλη ἀξία στήν καλλιέργεια τῆς αὐτοπειθαρχίας. Χάνει ὅμως ἐντελῶς τήν ἀξία της ὅταν ἐπιβάλλεται ἀπ’ ἔξω ἤ ὅταν ὑποκινεῖται ἀπό λάθος κίνητρα.

Σάν ὅπλα τῆς πίστεως παρουσιάζονται στή περικοπή τῆς θεραπείας τοῦ παιδιοῦ, πού εἶχε καταληφθεῖ ἀπό δαιμονικό πνεῦμα (Μάρκου θ΄, 14-29), ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία. Ὅπλα τόσο ἀπαραίτητα γιά τήν ζωή τοῦ πιστοῦ ἰδιαίτερα στήν περίοδο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὅταν οἱ Μαθητές ρώτησαν τόν Ἰησοῦ «κατ’ ἰδίαν», γιατί δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τό παιδί, ἡ ἀπάντησή Του ἦταν: «τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ» (Μάρκου θ΄, 29).

Ὁ Χριστός ἐφιστᾶ τήν προσοχή τῶν Μαθητῶν στήν προσευχή στή νηστεία ὡς ὅπλα τῆς πίστεως κατά τοῦ Πονηροῦ, θέλει νά παρουσιάσει τή δική Του τακτική ὡς παράδειγμα στούς Μαθητές Του. Δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τό δαιμονισμένο παιδί, γιατί ἡ πίστη τους ἦταν λειψή, γιατί εἶχαν ἀμελήσει τήν προσευχή καί τή νηστεία.

Δέν πρέπει νά μᾶς κάνει ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνιδιοτελής πάλη τοῦ ἀνθρώπου κατά τῶν πονηρῶν δυνάμεων, ὄχι ἀπό τό «ἐγώ» τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ἀπό ἀλλοῦ πρέπει νά ἀντλήσει τήν πίστη καί τή δύναμη. Ἡ προσευχή μᾶς συνδέει μέ τήν πηγή ἐκείνη τῆς δυνάμεως πού καθαίρει τό ἐγώ μας, τό ὑποτάσσει καί τό κατευθύνει πρός τή δημιουργία μιᾶς νέας ζωῆς. Εἶναι τόσες οἱ ἐπιρροές ἐπάνω στό ταλαίπωρο ἐγώ μας, πού, ἄν δέν συνδεθεῖ διά τῆς προσευχῆς σέ μία συνεχή ἐπαφή καί ἐπικοινωνία μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ νά διεξαγάγει νικηφόρο πόλεμο κατά τοῦ Πονηροῦ. «Τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ» (Μάρκου θ΄, 29). Ἡ προσευχή σημαίνει ὅτι ἡ πάλη πού κάνουμε εἶναι ὄχι μόνο δικός μας ἀγώνας, ἀλλά καί ἀγώνας τοῦ Θεοῦ κατά τοῦ Πονηροῦ, κι ὅτι, ὅση κι  ἄν εἶναι ἡ δύναμη τοῦ κακοῦ, ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ πού ἕλκει ἡ προσευχή, εἶναι μεγαλύτερη.

Ἡ παράδοση τῆς  Ἐκκλησίας ἔχει συνδέσει τήν προσευχή καί τή νηστεία μέ τήν οὐσία της ὀρθόδοξης εὐσέβειας. Οἱ ἅγιολι μας ἦταν ὅλοι ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας.

Τό νά στεροῦμε τό ἐγώ μας ἀπό τήν ἱκανοποίηση ὁρισμένων ἐπιθυμιῶν του, αὐτό εἶναι μία ἄσκηση καί γυμνασία ἀπαραίτητη γιά τόν ἀγώνα μας κατά τοῦ κακοῦ. Ἔτσι κατανοοῦσε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία τή σημασία τῆς νηστείας στή ζωή μας. Ὅπως οἱ ἀθλητές περνοῦν ἀπό ὁρισμένη δίαιτα πρίν τούς ἀγῶνες, ἀπό πολύ προσεκτικώτερη καί οὐσιαστικώτερη δίαιτα πρέπει νά περάσει ἐκεῖνος πού ἔχει ἀναλάβει ἕνα πνευματικό ἀγώνα. Ἡ νηστεία δέν εἶναι ἐκδήλωση ἀρνήσεως τῆς ζωῆς ἤ τῶν ἱκανοποιήσεών της. Εἶναι μόνο προσωρινή στέρηση, μέ σκοπό τήν ἄσκηση τοῦ «ἐγώ», τήν κάθαρση καί τήν ἐνδυνάμωσή του γιά ψηλότερες καί οὐσιαστικώτερες κατακτήσεις καί ἱκανοποίησεις μέσα στή ζωή. Ἡ νηστεία δέν εἶναι ἄρνηση, εἶναι θέση. Μόνο ὡς θέση ἡ νηστεία ἔχει χριστιανικό χαρακτήρα. Ὡς ἄρνηση τή νηστεία γνωρίζουν ἄλλες θρησκεῖες, ὄχι ὁ Χριστιανισμός.

Στό ἀγωνιστικό ἔργο μας κατά τοῦ Πονηροῦ τήν πίστη στηρίζουν καί προάγουν ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία, ἡ κοινωνία μέ τή δύναμη τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ἡ πρόθυμη διάθεση νά στερηθοῦμε τήν ἱκανοποίηση πολλῶν ἐπιθυμιῶν μας, ἀφοῦ αὐτό ἀσκεῖ καί προάγει τίς δυνάμεις μας στόν ἀγώνα κατά τοῦ κακοῦ.

Μέ τό τέλος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀκολουθεῖ ἡ  Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Στό τέρμα τοῦ ἀγώνα τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ δική τους ἀνάσταση καί ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου μέ τό βασίλειο τοῦ Θεοῦ.

29 Ἰανουαρίου 2026

ἐλάλησαν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ

«ἐλλησαν τν λγον το Θεοῦ»

Δημοσιεύθηκε 29 Ἰανουαρίου 2026

 

Ἡμέρα εὐφροσύνης καί ἑορτή πανσεβάσμιος θά ἀνατείλει (30 Ἰανουαρίου). Ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει σεμνοπρεπῶς τήν μνήμη τῶν ἁγίων τριῶν Ἱεραρχῶν Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Τούς τρεῖς αὐτούς θεοφόρους μεγίστους Πατέρες, ἐπειδή μέ τίς συγγραφές τους καί τίς διδασκαλίες τους ἐφώτισαν τούς πιστούς ἀνεγνώρισε ἡ Ἐκκλησία μας ὡς Οἰκουμενικούς Διδασκάλους, δηλαδή Διδασκάλους ὅλων τῶν χριστιανῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἡ ἑλληνική Πολιτεία ἀναγνωρίζοντας τήν ὑπέρμετρη συμβολή τους στήν καλλιέργεια τῶν Γραμμάτων καί τῆς Παιδείας τούς ἔθεσε Προστάτες διότι ἀνέπτυξαν τό μορφωτικό ἰδεώδες πού καταξιώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ὥστε οἱ νέοι μας καί γενικώτερα οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας μας νά ἀσκηθοῦν καί νά διαπαιδαγωγηθοῦν σύμφωνα μέ τό παιδευτικό ἰδεῶδες τῶν μεγάλων Παιδαγωγῶν καί Οἰκουμενικῶν αὐτῶν Διδασκάλων.

Γιά τήν μεγάλη αὐτή ἑορτή τους εἶναι ἐπίκαιροι οἱ λόγοι τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος προτρέπει τούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας μας, μάλιστα δέ τούς νέους, διδάσκοντάς τους : «Νά ἐνθυμῆσθε πάντοτε τό ἅγιον παράδειγμα τῶν πνευματικῶν ἀρχηγῶν καί προεστῶν σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐδίδαξαν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ. Αὐτῶν νά ἀναλογίζεσθε καί νά μελετᾶτε τό ἅγιον καί θεάρεστον τέλος τοῦ βίου καί τῆς συμπεριφορᾶς καί νά μιμεῖσθε τήν πίστη τους».

Σ’ αὐτούς τούς λόγους ὁ ἀπόστολος Παῦλος δίδει τρεῖς πνευματικές προτροπές:  

α΄.  Μνημονεύετε

Νά ἐνθυμεῖσθε τήν ἁγία ζωή τῶν πνευματικῶν Πατέρων σας. Οἱ ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες ἔλαμψαν μέ τήν ἁγία βιοτή τους, τηροῦντες τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑπερασπιζόμενοι τήν ὀρθόδοξη πίστη, βιοῦντες εὐαγγελικῶς.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προσδιόρισε τά χαρακτηριστικά τῆς πνευματικῆς πατρότητας τῶν ἁγίων Πατέρων. Οἱ πνευματικοί Πατέρες γεννοῦν πνευματικά παιδιά «ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ εὐαγγελίου» (Πρός Κορινθίους Α΄ δ΄ 15). Γεννοῦν  δηλαδή πνευματικά παιδιά κηρύσσοντες τό εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διδάσκοντες τόν θεῖο λόγο τοῦ Θεοῦ.

Μή λησμονεῖτε, προτρέπει τούς νέους ὁ ἀπόστολος Παῦλος, αὐτούς πού σᾶς ἐδίδαξαν τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, αὐτούς πού φώτισαν τήν ζωή σας, αὐτούς πού σᾶς καλλιέργησαν ἀληθινά, αὐτούς πού στόλισαν τήν ζωή σας, αὐτούς πού σᾶς ὕψωσαν καί σᾶς τίμησαν, αὐτούς πού σᾶς εὐεργέτησαν, αὐτούς πού συνέβαλλαν στήν πνευματική κατάρτισή σας.

Αὐτή ἡ ὑποχρέωση καί αὐτό τό καθῆκον γίνονται στίς ἡμέρες μας περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή ἀναγκαῖα, προκειμένου οἱ νέοι μας νά μήν παρασυρθοῦν ἀπό κούφιες ἰδέες καί ἐπιζήμιες ἀπόψεις.

Ἡ μνήμη προϋποθέτει διάκριση. Τό κριτήριο γιά νά διακρίνουμε τούς γνήσιους καί ἀληθινούς πνευματικούς Πατέρες εἶναι ἡ διδαχή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Αὐτούς τούς καλούς Ποιμένες ὀφείλουν νά ἀκολουθοῦν τά λογικά πρόβατα καί νά ὑπακούουν σ’ αὐτούς κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «Τά πρόβατα ναγνωρίζουν τή φωνή του· τά φωνάζει τό καθένα μέ τ’ νομά του καί τά δηγε ξω. Ὅταν τά βγάλει λα ξω, μπαίνει ατός μπροστά καί τά πρόβατα τόν κολουθον, γιατί ναγνωρίζουν τή φωνή του» (Ἰωάννου ι΄ 3-4).

β΄ Ἀναθεωροῦντες

Ἡ δεύτερη προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τούς πιστούς, πρός τούς νέους, εἶναι νά μελετοῦν προσεκτικά, νά ἐξετάζουν ὄχι μόνο πώς ἔζησαν, ἀλλά καί μέ ποιό τρόπο τελείωσαν τήν ζωή τους οἱ μεγάλοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι.

Ὁ πνευματικός Πατέρας καί Διδάσκαλος τοῦ εὐαγγελίου γνωρίζει νά ζεῖ εὐαγγελικά, γνωρίζει νά ἀγωνίζεται εὐαγγελικά, γνωρίζει καί νά ἀποθνήσκει χριστιανικά.

Καί οἱ τρεῖς μέ τόν θάνατό τους ἐπισφράγησαν τήν ἁγία ζωή τους, τήν βαθειά πίστη τους, τήν ἐσχατολογική προοπτική τους, ὅπως τήν διατυπώνει  ὁ ἀπόστολος Παῦλος,  ὅτι οἱ χριστιανοί ζοῦν στό παρόντα κόσμο μέ τό βλέμμα καί τήν προσοχή στραμμένη στήν μέλλουσα ζωή, γράφοντας ὅτι:

«Οὐ γάρ ἔχομεν ᾧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλουσαν ἐπιζητοῦμεν»  (Πρός Ἑβραίους ιγ΄ 14).

γ΄ Μιμεῖσθε

Οἱ πνευματικοί Πατέρες καί Διδάσκαλοι εἶναι τά πρότυπα ζωῆς.  Πρότυπα γνήσια καί αὐθεντικά πού κηρύττουν καί μέ τήν ἅγια ζωή τους τό εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κατά τόν ἀποστολικό λόγο γίνονται τύποι τῶν πιστῶν «ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνοίᾳ» (Πρός Τιμόθεον Α΄δ΄ 12)

Στήν ἐποχή μας, πού οἱ ἀξίες ἔχουν εὐτελισθεῖ, πού κήβδιλοι καί ἀσήμαντοι κυριαρχοῦν στόν κόσμο μας, πού ἐπικρατεῖ τό εὐτελές ἦθος τῶν συμβιβασμένων ἀνθρώπων, πού ἡ ἀρετή χλευάζεται καί ἀπαξιώνεται ἀπό τούς ἄπιστους  ἀνθρώπους οἱ ἅγοιοι τρεῖς Ἱεράρχες δείχνουν στούς νέους μας καί σ’ ὅλους μας, ὅτι ἡ ἀρετή εἶναι ἀπόκτημα δύσκολο μέν ἀλλά ἐπίζηλο πού ἡ λάμψη του παραμένει στούς αἰῶνες.

Ἡ μίμηση τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν καταξιώνει καί δοξάζει ἐκεῖνον πού ἀγωνίζεται νά ἀκολουθήσει τά ἴχνη τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων Πατέρων.

                            

      

22 Ἰανουαρίου 2026

Κύριος ἐπεσκέψατο τόν λαόν αὐτοῦ

«Κύριος ἐπεσκέψατο τόν λαόν αὐτοῦ»

Δημοσιεύθηκε 22 Ἰανουαρίου 2026

 

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὑπενθυμίζει στόν μαθητή Του καί ἐπίσκοπο Ἐφέσου (Πράξεων ιστ΄, 1) Τιμόθεον νά μή λησμονεῖ να ἀναζωπυρεῖ τά χάρισμα τοῦ Θεοῦ (Β΄ Πρός Τιμόθεον α΄, 6). Ἡ ἱεραποστολική ἐργασία στήν Ἐκκλησία ἀπαιτεῖ ἡ φλόγα τῆς διακονίας μας νά εἶναι ζωηρή. Τό θεμιτό ἀποτέλεσμα θά πρέπει νά ἀποσκοπεῖ στήν ἀναζωπύρηση τοῦ ποιμαντικοῦ ἐνδιαφέροντός μας ἰδιαιτέρως γιά ὅλους, ὅσοι διακονοῦν στήν Ἐκκλησία ὡς ποιμένες.

Ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, κι ὅταν μάλιστα ἐργάζεται μεταξύ τῶν νέων, ὀφείλει νά λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του πρός σχεδιασμό τῆς διακονίας του σύγχρονα δεδομένα, τήν ἐπικρατοῦσα κατάσταση στόν κόσμο καί στήν κοινωνία, τίς σύγχρονες τάσεις, τά ἰδεολογικά ρεύματα, τούς παράγοντες  πού διαμορφώνουν τήν κοινή γνώμη καί τό ἦθος τῶν πολιτῶν.

  Δέν ἐπιμένουμε περισσότερο στήν ἀνάγκην αὐτή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μιά ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν ἄσκηση τῆς ποιμαντικῆς καί τήν προσδοκία καρπῶν. Οὔτε ὁ Κύριος, οὔτε οἱ Ἀπόστολοι, οὔτε οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀγνοοῦσαν τήν ἐποχή τους, τά σύγχρονα γι’ αὐτούς προβλήματα καί τίς ἰσχυρές τάσεις πού ἐπικρατοῦσαν. Ἀντίθετα τά ἐλάμβαναν ὑπ’ ὄψιν τους καί ἐπεδίωκαν νά τά φωτίσουν μέ τό φῶς τῆς θείας ἀλήθειας ἤ νά τά ἐπιλύσουν κατά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί τό ἅγιο θελημά Του

Καλούμεθα λοιπόν νά ἀπαντήσουμε ποιές εἶναι οἱ σύγχρονες τάσεις πού ἐπηρρεάζουν θετικῶς ἤ ἀρνητικῶς τό ἔργο μας;

Θά ἐπιδιώξουμε νά ἀπαριθμήσουμε ὅσες μπορέσουμε νά προσδιορίσουμε:

α. Ἡ πρώτη τάση ἡ ὁποία δημιουργεῖ μάλιστα κι ἕνα κλίμα εὐνοϊκό εἶναι ἡ πνευματική ἀφύπνιση ὅλων, ἰδιαιτέρως δέ τῶν νέων. Κι εἶναι πράγματι ἀπόδειξη τῆς δυνάμεως πού ἔχει ἡ πίστη τοῦ πιστοῦ στόν Θεό, ἡ ὁποία ἄντεξε καί διατηρήθηκε κάτω ἀπό συνθῆκες διωγμοῦ καί μαρτυρίου ἀνά τούς αἰῶνες. Αὐτή ἡ τάση δημιουργεῖ ἕνα εὐνοϊκό κλίμα καί καλές συνθῆκες γιά τήν ποιμαντική ἐργασία μας. Σέ μᾶς ἐναπόκειται νά ἀξιοποιήσουμε αὐτό τό πολύ θετικό στοιχεῖο στήν ποιμαντική ἐργασία μας.

β. Ἡ κατάρρευση τῆς ἀθεΐας. Τήν πτώση της προεφήτευσε καί προεδήλωσε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψη μέ τήν ὄραση τῆς μυστηριώδους «πόρνης τῆς μεγάλης πού ἐκάθητο ἐπάνω σέ πολλά νερά μέ τήν ὁποίαν ἐπόρνευσαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καί ἐμέθυσαν οἱ κάτοικοι τῆς γῆς ἀπό τό κρασί τῆς πορνείας της» (Ἀποκαλύψεως ιζ΄, 1). Στίς μέρες μας ἔχουμε τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά διαπιστώσουμε τήν θαυμαστή δύναμη τοῦ μεγάλου Θεοῦ τοῦ Παντοκράτορος, ὁ Ὁποῖος «καθεῖλεν δυνάστας ἀπό θρόνων καί ὕψωσε ταπεινούς» (Λουκᾶ α΄, 51). Ἡ κατάρρευση τῶν ἀθέων καθεστώτων εἶναι ἔργο τῆς πανσθενοῦς Δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, «ὅστις ἐπεῖδεν ἐπί τήν ταπείνωσιν καί ἐξουδένωσιν τοῦ λαοῦ Του».

Ποιός μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ αὐτήν τήν θεία δύναμη καί μεγαλειότητά Του. Κι ἐμεῖς ὀφείλουμε νά κηρύξουμε πανταχοῦ μετά δυνάμεως καί σθένους ὅτι «Κύριος ἐπεσκέψατο τόν λαόν αὐτοῦ καί οὐκ ἐγκατέλειπεν αὐτόν».

Ἡ πείνα καί ἡ δίψα τῶν πιστῶν γιά ἐμπειρίες καί ἀληθινό νόημα ζωῆς. Στίς ἡμέρες μας διαπιστώνουμε, ὅτι ἀνθοῦν φαινόμενα παραθρησκείας καί καταστροφικῶν λατρειῶν καί αἱρέσεων. Διάφοροι σύγχρονοι «Μεσσίες» «Χριστοί» «Φωτισμένοι» Διδάσκαλοι ἔχουν ἀναλάβει τό ὑψηλό ἔργο νά σώσουν τήν ἀνθρωπότητα καί ὄχι πάντως δωρεάν. Κοινόβια, Σχολές, Ὀργανώσεις καί πολλά ἀλλ’ ὑπόσχονται στούς πιστούς νά τούς λύσουν ὅλα. Τά προβλήματα αὐτόματα καί ἄμεσα. Ὅλα αὐτά δείχνουν μιά ἀναζήτηση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅλα αὐτά μᾶς προκαλοῦν γιά νά ἐπέμβουμε δυναμικά καί ἀποφασιστικά προσφέροντας τήν γνησιότητα τῆς θείας ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας μας, πληρώνοντας τό ἐσωτερικό κενό τῶν ψυχῶν τῶν πιστῶν μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού κάνει τόν ἀνθρωπο ὄχι ἁπλῶς εὐτυχισμένο ἀλλά «υἱό Θεοῦ» δηλαδή κατά χάριν.

Ποιός ἀπό μᾶς μπορεῖ νά ἀγνοήση τήν κραυγή τῆς ἀγωνίες τῶν ἀνθρώπων   πού παγιδεύοντας καθημερινά ἀπό τούς ψευδόχριστους καί ψευδοπροφῆτες.

Ἡ πάση φύσεως ἐξαρτήσεις (ὑλικές καί τεχνολογικές), Τά Ναρκωτικά, ἡ θεοποίση τῆς πορνείας καί πάσης ἀκαθαρσίας καί ἄλλα φαινόμενα παρακμῆς μαρτυροῦν τήν ἔκπτωση τῆς ζωῆς μας. Ἡ Ἐκκλησία μέ τούς ἐργάτες της τούς καλούς Σαμαρεῖτες της ὀφείλει νά σκύψει μέ στοργή πάνω ἀπό τούς ἡμιθανεῖς γιά νά τούς παριθάλψει καί θεραπεύσει ἀπό τίς ὀδυνηρές πληγές τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς τους. Πῶς μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε τήν προσφορά αὐτῆς τῆς διακονίας;

Πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά νά δώσουμε τήν μαρτυρία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς σέ τόσα ἑκατομμύρια ἀνθρώπων πού τήν ἀναζητοῦν.

Ἡ ἔκρηξη τῆς τεχνολογίας, ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἐπιστημῶν, ἡ πλήθυνση τῆς γνώσεως (μέ τήν ἐξειδίκευσή της), οἱ ἐπιδόσεις καί τά ἐπιτεύγματα ὅλων τῶν ἐπιστημῶν ἀκόμη κι αὐτῶν πού ἀναφέρονται στήν ἱερά ὑπόθεση τῆς ἀναπαραγωγῆς τῶν ἀνθρώπων μᾶς καλοῦν σέ προβληματισμούς καί ἀποφάσεις. Προκαλούμαστε νά ἑτοιμαστοῦμε γιά νά προσφέρουμε τό εὐαγγέλιο τήν μοναδική πρόταση ζωῆς.

Τό νέο ἦθος στήν ἐποχή μας θά πρέπει νά ἔχει ἐκκλησιαστική καί σωτηριολογική προοπτική γιά τόν ἄνθρωπο, πού μόνο βιώνοντας τήν ἐν Χριστῷ καί κατά Χριστόν ζωή μπορεῖ νά ἐλπίζει στήν σωτηρία του.

15 Ἰανουαρίου 2026

Ἡ πνευματική ἄθληση

Ἡ πνευματική ἄθληση

Δημοσιεύθηκε 15 Ἰανουαρίου 2026

Πῶς ἀποκτᾶται τό ὀρθόδοξο βίωμα; Kατά τόν λόγον τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὁ πιστός καλεῖται νά βιώσει τήν ἐν Χριστῷ ζωή, τό ὀρθόδοξο βίωμα γνήσια, ὥστε νά ἀναγεννηθεῖ κατά τό: «Τό γάρ γράμμα τοῦ νόμου ἀποκτέννει, τό δέ πνεῦμα ζωοποιεῖ» (Β΄ Κορινθίους γ΄, 6). Ὁμιλοῦμε περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἡ ὁποία συγκροτεῖται καί τελειοποιεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Χωρίς αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει ὀρθόδοξο βίωμα, χριστιανική ζωή. Τό Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς ἀναγεννᾶ. Μᾶς δίδει χαρίσματα. Μᾶς ἁγιάζει. Κατακαίει καί συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας. Καλλιεργεῖ τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου νά προτιμᾶ καί νά ἐργάζεται τίς ἀρετές.       Τό Ἅγιο Πνεῦμα λαμβάνουμε διά τῶν Μυστηρίων. Κυρίως δέ ἐφ’ ὅσον ὁμιλοῦμε περί βαπτισμίων, μέ τήν ἱερά ἐξομολόγηση καί τήν θεία Εὐχαριστία. Ἐκ τούτων συνάγεται ἡ ἀναγκαιότητα συμμετοχῆς στά Μυστήρια καί ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος γιά τήν τήρηση στήν ζωή μας τῶν ἀγλαῶν καρπῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία δέν εὑρίσκονται αὐτόματα καί μέ αὐτοματοποιημένες διαδικασίες. Χρειάζεται νά τονίσουμε τήν σημασία τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος ὑπενθυμίζοντας τούς ἀγῶνες τῶν ἁγίων καί τήν καταξίωσή τους. Ἡ πνευματική ἄθληση εἶναι χαρακτηριστικό στοιχεῖο τοῦ ὀρθόδοξου βιώματος. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος τονίζει: «Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ σταυρός καθημερινός ἐστίν. Οὐδείς γάρ ἐν τῷ οὐρανῷ ἀνῆλθεν μετά …Οὐ γάρ δίδωσι ὁ Θεός χάρισμα μέγα, χωρίς μεγάλου πειρασμοῦ. Κατά γάρ τούς πειρασμούς καί τά χαρίσματα ὡρίσθησαν ὑπό τοῦ Θεοῦ κατά τήν σοφίαν αὐτοῦ» καί ὁ Σοφός Σειράχ «Τέκνον εἰς προσέρχη δουλεύειν τῷ Κυρίῳ ἑτοίμασον τήν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν» (β΄13).Μέ τήν κατηχητική μέθοδο τῶν καταξιωμένων χριστιανῶν παιδαγωγῶν μας πρός τό ποίμνιό μας καί τήν ἔμπνευση καί εὐαισθησία μας, δημιουργοῦμε τίς σιδηροτροχιές πάνω στίς ὁποῖες θά κινηθοῦν ἡ ἔμπνευση, ἡ εὐαισθησία, ἡ εὐρηματικότητα, ἡ φαντασία μας γιά τό ἔργο αὐτό.

Στό πολύ σημαντικό ἔργο αὐτό θά λάβουμε ὑπ’ὄψιν μας τίς ἐν συνεχείᾳ πνευματικές προϋποθέσεις :

-τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Εἴμεθα διάκονοι στό ἔργο τοῦ Θεοῦ καί ὀφείλουμε νά διακονοῦμε ἐν φόβῳ καί τρόμῳ τήν σωτηρίαν τῶν νέων βλαστῶν τῆς Ἐκκλησίας.

-τῆς Χριστοκεντρικότητας. Διακονοῦμε σ΄ ἕνα ἔργο τό ὁποῖο ἔχει ἀποκλειστικό σκοπό νά μορφώσει τούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας μας καί/κατά τό πρότυπον τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ Αὐτόν ἀναφερόμαστε. Σ’ αὐτόν καταφεύγουμε. Πέριξ αὐτοῦ κινούμεθα. Χριστός καί μόνον Χριστός καταγγέλεται ἀπό ἐμᾶς.

-τῆς αὐτενέργειας. Δέν πρέπει οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας μας νά συνηθίζουν σέ μία παθητική σχέση μέ τήν ἐνορία. Πρέπει νά τούς δοθεῖ ἡ δυνατότητα νά δραστηριοποιηθοῦν καί νά δραστηριοποιοῦνται συνεχῶς προοδευτικά.

  -τῆς ἐποπτικότητος. Ὁ πιστός τῆς Ἐκκλησίας μας πρέπει νά ἔχει προσλαμβάνουσες παραστάσεις ἀπό ὅλη τήν ἐνοριακή ζωή (λατρευτική, ἱεραποστολική, κατηχητική, λειτουργική) γιά νά βοηθηθεῖ νά ἐνταχθεῖ συνειδητῶς σ’ αὐτή.

-τῆς προσωποκεντρικῆς προσέγγισης. Χρειάζεται νά λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψιν τίς πραγματικές ἀνάγκες τόσο τοῦ πιστοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ καθενός ξεχωριστά. Νά μήν μᾶς διαφεύγει ἡ ἡλικία του, ἡ οἰκογενειακή κατάστασή του, τό περιβάλλον πού ζεῖ καί δραστηριοποιεῖται. Ἔτσι θά τό βοηθήσουμε ἀποτελεσματικότερα, συνολικά καί ὑπεύθυνα.

-τοῦ «ἐθισμοῦ» στήν ἐκκλησιαστική ζωή

Ὅλοι οἱ πιστοί θά πρέπει νά μάθουν νά συμμετάσχουν οὐσιαστικά καί γνήσια  καί ὄχι τυπικά καί ἐπιδερμικά στήν ζωή τῆς ἐνορίας μας. Ἡ ἐνορία μας εἶναι τό σπίτι, ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ στόν ὁποῖο συγκεντρώνονται τά παιδιά τοῦ Θεοῦ. Μή τό παραμελοῦμε καί ἄς μήν τό ξεχνοῦμε αὐτό.

Ὅλα αὐτά συμβάλλουν νά συντείνουν στό νά μορφωθεῖ ὁ Ἰησοῦ Χριστός μας ἐντός ὅλων μας καί νά ζήσουμε ἐν Χριστῷ ὥστε νά ἀποκτήσουμε γνήσιο καί ἀνόθευτο τό ὀρθόδοξο βίωμα.

  Στόν σύγχρονο μεταβαλλόμενο πολύ γρήγορα ἀλλά καί αὐριανό κόσμο μας πού μᾶς ἐπιφυλάσσει ἐκπλήξεις καί πρωτόγνωρα πράγματα ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει μιά πολύ ξεχωριστή, ἰδιάζουσα πρωτόβουλη, πρωτοποριακή καί ὑπεύθυνη ἀποστολή.

Στίς μέρες μας πού πλεονάζει ἡ ἐναγώνια μετανάστευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ἰδεολογία σέ ἰδεολογία, ἀπό τόν ἕνα τρόπο ζωῆς στόν ἄλλο, ἐμεῖς οἱ πεῖραν λαβόντες τοῦ καινοῦ (νέου) τρόπου ζωῆς πιστεύουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησίας μας ἀτενίζει τό μέλλον ἄφοβα γιά τήν ἀναμέτρηση της στό χῶρο τῆς ἀλήθειας καί τῶν ἀξιῶν. Γνωρίζουμε πού πορευόμεθα ἀρκεῖ νά μένουμε στό σωστό δρόμο τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος καί στή σωστή ἐμπειρία τοῦ ὀρθόδοξου ἤθους.

Πεποίθησή μας εἶναι ὅτι : Ἡ Ἐκκλησίας μας ἀποτελεῖ τήν σύγχρονη πρόκληση γιά κάθε πνεῦμα πού ἀναζητεῖ λύση, γιά κάθε ψυχή πού ἐπιποθεῖ τήν ἀνεκλάλητη χαρά πού χαρίζει ἡ εἰρήνη μέ τόν ἑαυτό μας, ἡ ἀγάπη γιά τούς ἄλλους καί ἡ συμφιλίωση μέ τό Θεό.

  

              

8 Ἰανουαρίου 2026

«ἔδωκα τό πνεῦμα μου ἐπ’ αὐτόν»

«ἔδωκα τό πνεῦμα μου ἐπ’ αὐτόν»

Δημοσιεύθηκε 08.01.2026

Στή Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ φανερώθηκε στόν κόσμο τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος: ὁ Υἱός βαπτίζεται στόν Ἰορδάνη, ἡ φωνή τοῦ Πατρός ἀκούγεται νά δίδει μαρτυρία σχετικά μέ τό ποιός εἶναι ὁ Χριστός, τό Ἅγιο Πνεῦμα  μέ τήν μορφή περιστερᾶς κατεβαίνει στόν βαπτιζόμενο Υἱό τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά ἕνα εἶδος θεοφάνειας, ὅπως τοῦ Μωϋσῆ στό Σινά, ἤ ὁμοίως κατά τήν κλήση Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στό προφητικό ἀξίωμα.

Στή ζωή τοῦ Χριστοῦ ἡ Βάπτισή Του καί τά θεοφάνεια, πού συνδέονται μ’ αὐτή, σημαίνουν τήν προβολή Του στόν κόσμο ὡς Μεσσία καί Λυτρωτή. Αὐτό εἶναι ἐντελῶς φανερό ἀπό τίς εἰκόνες πού ἀπαρτίζουν τά θεοφάνεια καί ἀπό τή φωνή τοῦ Πατρός στή Βάπτιση, «οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου» (Ματθαίου γ΄, 17). Ἀλλά ἡ φωνή τοῦ Πατρός προσθέτει καί τίς λέξεις «ὁ ἀγαπητός, ἐν ὧ εὐδόκησα», πού θυμίζουν τά λόγια του Θεοῦ πρός τόν Μεσσία - Δοῦλο Του στό βιβλίο τοῦ Ἡσαΐα: «ὁ ἐκλεκτός μου, προσεδέξατο αὐτόν ἡ ψυχή μου· ἔδωκα τό πνεῦμα μου ἐπ’ αὐτόν» (Ἡσαΐου μβ΄, 1). Ἡ φωνή τοῦ Πατρός πού ἀκούγεται κατά τή Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ὑποδηλώνει τήν ἐνθρόνισή Του σάν τοῦ μόνου καί ἀληθινοῦ βασιλιᾶ καί κυρίου τῆς ἀνθρωπότητας. Συγχρόνως ὅμως μέ τίς λέξεις, πού προέρχονται ἀπ’ τό βιβλίο τοῦ Ἡσαΐα, δηλώνεται ὅτι ὁ βασιλιάς αὐτός δέν θά εἶναι ἔνδοξός μέ τήν ἔννοια πού ὁ κόσμος δίνει στήν δόξα, ἀλλά θά εἶναι παθητός, Ἐσταυρωμένος. Ἡ Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ εἰσάγει στόν κόσμο ἕνα νέο εἶδος ἐξουσίας: τήν ἐξουσία καί δύναμη, πού πηγάζει ἀπό τήν ἀγάπη καί τά παθήματα γιά χάρη τῶν ἄλλων.

Ὅτι γι’ αὐτό πρόκειται, δέν φαίνεται μόνο ἀπό τή φωνή τοῦ Πατρός. Μαρτυρεῖ γί  αὐτό καί τό Πνεῦμα, πού «ἐν εἴδει περιστερᾶς» κατεβαίνει πάνω στόν Ἰησοῦ καί τόν χρίζει βασιλιά. Ἡ εἰκόνα μᾶς θυμίζει τήν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ ἐμέ...» (Ἡσαΐου ξα΄, 1). Ἐδῶ γίνεται λόγος γιά δυό πράγματα: γιά τήν ἐνθρόνιση καί χρίση τοῦ Χριστοῦ ὡς Βασιλιά ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου ἀπό τή μία κι ἀπό τήν ἄλλη γιά τό εἶδος τῆς ἐξουσίας πού θά ἀσκεῖ ὁ νέος βασιλιάς. Ὁ Χριστός Κυρίου ἐδῶ ἀναγγέλει τήν ἀποστολή του ὅτι εἶναι ὁ εὐαγγελισμός τῶν φτωχῶν, ἡ θεραπεία ἐκείνων πού ἡ καρδιά τους ἔχει συντριβεῖ ἀπό τήν ἀδικία καί τά κακά πού γίνονται στόν κόσμο, ἡ ἀπελευθέρωση τῶν αἰχμαλώτων καί ἡ κήρυξη μίας γενικῆς χάριτος ἀπό τό Θεό, γιά ὅλους τούς ὀφειλέτες ἀνθρώπους.

Ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριος ἐνθρονίζεται βασιλιάς μιᾶς νέας ἐποχῆς, συνδέεται μέ τά θεοφάνεια ἤ  ἐπιφάνεια. Ἡ ὅλη σκηνή τῆς Βαπτίσεως καί τῶν θεοφανείων δέν σημαίνει μόνο ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι βασιλιάς, ἀλλά δείχνει πολύ καθαρά στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποιός εἶναι ὁ Θεός ὡς βασιλιάς τοῦ κόσμου, καί τί εἴδους εἶναι ἡ βασιλεία καί ἐξουσία Του, δείχνωντας τό βαθύτερο χαρακτήρα τοῦ νόμου, πού κυβερνάει τόν κόσμο. Ὁ Θεός βασιλεύει μέσα στήν ἀγάπη, πού δέν εἶναι καθόλου αἰτία παθητικότητας, ἀλλά εἶναι δυναμική καί δημιουργική δύναμη τῆς ζωῆς. Τά θεοφάνεια ἀποκαλύπτουν στόν κόσμο ἕνα Θεό διάκονο, ἕνα Θεό σταυρωμένο γιά χάρη τῶν ἀνθρώπων καί γι’ αὐτό ἐξουσιαστή ἐπί τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας.

Ἡ Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ ἤ τά Θεοφάνεια δέν ἦταν μόνον ἕνα γεγονός στή ζωή τοῦ Ἰησοῦ εἶναι κυρίως καί κατεξοχήν ἕνα γεγονός στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν πιστῶν της. Γιατί ὅποια ἦταν ἡ θεοφάνεια κατά τή Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ, τέτοια εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, πού δέχεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν βαφτίζεται στό  Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν γιορτάζουμε τή βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ καί τά ἅγια θεοφάνεια, στήν οὐσία ἀναπολοῦμε καί διακηρύττουμε τήν οὐσία τοῦ δικοῦ μας βαπτίσματος. Οἱ πιό πολλοί νομίζουν, πώς τό βάπτισμα εἶναι μία τελετή, μέ τήν ὁποία γινόμαστε μέλη τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, παίρνουμε ὄνομα καί μία ταυτότητα. Ναι, ὅμως ἡ οὐσίατοῦ βαπτίσματος εἶναι ἡ θεοφάνεια ἤ τά ἐπιφάνεια. Τό βάπτισμα δέν εἶναι ἁπλῶς μία τελετή, εἶναι μία νέα ὅραση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἀναγνώριση τοῦ Χριστοῦ ὡς βασιλιᾶ τοῦ κόσμου μέ τήν ἔννοια πού προαναφέραμε· εἶναι ἡ υἱοθέτηση τῆς ζωῆς ὄχι σάν νά πρόκειται γιά ἄσκηση δυνάμεως καί ὑπεροχῆς στούς ἄλλους, ἀλλά σάν εὐκαιρία ἐθελούσιας διακονίας καί προσφορᾶς, πού βρίσκει τήν ὑπεροχή στήν ὑποταγή στό συμφέρον του ἄλλου.

Αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τῶν θεοφανείων, τῆς Βαπτίσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη, ἀλλά καί τοῦ δικοῦ μας Βαπτίσματος.

31 Δεκεμβρίου 2025

«Ὡς καιρὸν ἔχομεν»

«Ὡς καιρὸν ἔχομεν»

Δημοσιεύθηκε 01 Ἰανουαρίου 2026

Ἀπὸ ὅλα τὰ πλάσματα μόνο ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι πλασμένος κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, ἔχει συναίσθηση τοῦ χρόνου. Μόνο αὐτὸς μπορεῖ νά ἐνθυµηθεῖ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ λυπηθεῖ γιὰ ὅ,τι κληρονόμησε ἀπ’ αὐτὸ ἢ συνειδητὰ ἐπισώρευσε στὸ παρόν του. Μόνο ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὲ θέση νά τοποθετήσει τὸ μέλλον στὸ παρόν, κάνοντας μὲ τὴ φαντασία του πραγματικότητα ἐκεῖνο, ποὺ θὰ ἀκολουθήσει αὔριο. Κανένα ἄλλο πλάσμα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ: «ὑπέφερα ἐξαιτίας ἐκείνου τοῦ κακοῦ καὶ θὰ ὑποφέρω ἀκόμα». Μόνο ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, ὁ προικισμένος μὲ διάνοια, θέληση, κρίση καὶ µνήµη ἔχει πλήρη ἰδέα καὶ συναίσθηση τοῦ χρόνου. Γι’ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος καὶ ἰδιαίτερα ὁ χριστιανὸς ὀφείλει στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου νὰ συλλογίζεται, νὰ μελετᾶ, νὰ συγκρίνει, καὶ τὸ παρελθὸν νὰ τοῦ γίνεται μάθημα γιὰ τὸ μέλλον.

Βρισκόμαστε στὴν ἐναλλαγὴ τοῦ χρόνου. Πρὶν ἀπὸ λίγες ὧρες ἕνας χρόνος ἔδυσε καὶ ἕνας νέος χρόνος ἀνέτειλε. Ὁ Θεός, ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς, μᾶς ἀξίωσε νά ζήσουμε καὶ νὰ δοῦμε τή διαδοχή αὐτοῦ τοῦ χρόνου.

 Ἡ ἀξία τοῦ χρόνου

Ὁ καιρὸς εἶναι γιὰ μᾶς τούς χριστιανούς πνευματικό χρυσάφι, ἀνεκτίμητο δῶρο. Ὁ χρόνος ἀγοράζεται μὲ ζωή, μὲ ἐμπειρίες καλὲς καὶ κακὲς.  Μὲ αὐτὸν κερδίζουμε τὴν αἰωνιότητα. Ὁ Θεὸς μᾶς τὸν δίδει γιὰ νὰ ἐργασθοῦμε γιὰ τὸ καλό, γιὰ τὴν δόξα Του. Ὁ χρόνος, οἱ ὧρες, οἱ στιγμὲς δὲν μᾶς ἀνήκουν, εἶναι τὸ τάλαντο ποὺ μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός. Ὀφείλουμε νὰ τὸ πολλαπλασιάσουμε καὶ σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἡμέρας νά εἴμαστε σὲ θέση  σὲ ὅποιο μᾶς ρωτᾶ τὶ κάνουμε, ν᾿ ἀπαντήσουμε, ὅτι ἐκτελοῦμε τὸ καθῆκον μας, γιατὶ ὅπως κάθε ψῆγμα χρυσοῦ εἶναι πολύτιμο, ἔτσι καὶ κάθε λεπτὸ τοῦ χρόνου ἔχει τὴν ἀξία του.

Ὁ ἅγιος Παῦλος συμβούλευε τοὺς πρώτους χριστιανούς: «ὡς καιρὸν ἔχομεν ἐργαζόμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας μάλιστα δὲ πρὸς τοὺς οἰκείους τῆς πίστεως» (Γαλάτας στ΄, 10).

Ἄν οἱ ἅγιοι πού βρίσκονται στὸν οὐρανὸ μποροῦσαν νά λυπηθοῦν γιά κάτι, θὰ ἦταν αὐτὸ, ὅτι δὲν χρησιμοποίησαν καλὰ ὅλο τὸ χρόνο τους γιὰ νὰ ἐκτελέσουν μεγαλύτερα ἔργα ἀγάπης.

Τὴν ἀξία τοῦ καιροῦ, λέγουν οἱ πνευματικοί, θά τὴν αἰσθανθοῦμε στὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς μας, ὅταν θὰ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἔχουμε ἀκόμη λίγες ὧρες ζωῆς γιὰ νὰ προετοιμαστοῦμε καλύτερα γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Τότε ὅμως θὰ εἶναι ἀργά. Ὅ,τι κερδίσαµε, ἐκεῖνο θά ἔχουμε. Ἡ κρίση θὰ γίνει σύμφωνα μὲ ὅ,τι θὰ παρουσιάσουμε.

Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ κάνει μεγαλύτερη ἐντύπωση σὲ ὅποιο μελετᾶ τὴν ἀξία τοῦ καιροῦ εἶναι ὅτι ὁ καιρὸς δὲν ξαναβρίσκεται, δὲν ἐπιστρέφει πίσω. Ἡ σπατάλη τοῦ πλούτου ἐπανορθώνεται, τῆς ὑγείας σπανίως, τοῦ χρόνου ὅμως ποτέ. Ὅταν κανεὶς χάσει μιὰ εὐκαιρία, τὴν χάνει γιὰ πάντα. Ἡ νέα ποὺ θὰ τοῦ δοθεῖ εἶναι καινούργια.

Θὰ δώσουμε λόγο, γιατὶ ὁ χρόνος µᾶς δόθηκε γιά νά ἐξαγοράσουµε τήν αἰώνια εὐτυχία τοῦ Παραδείσου μὲ τὰ καλά μας ἔργα. Μιὰ στιγμὴ ἐξαγοράζει μιά αἰωνιότητα (Ἐφεσίους ε΄, 16· Γαλάτας δ΄, 5).

Ποιά ἡ στάση μας στὸ νέο χρόνο ποὺ ἀνατέλλει

Γεμάτοι αἰσιοδοξία καὶ θάρρος γιὰ τὴ ζωή, μὲ τελεία ὑποταγὴ στὸ ἅγιο θέληµα τοῦ Θεοῦ ἄς ἀντικρύσουμε τὸν καινούργιο χρόνο. ᾿Απὸ τώρα ἂς δεχθοῦμε ὅ,τι κι ἂν μᾶς στείλει ὁ Θεὸς καὶ ἂς ποῦμε: «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου». Μιὰ πρέπει νά εἶναι ἡ ἀπόφασή µας, νά γίνουμε «δορυφόροι τοῦ Χριστοῦ». Ἐμεῖς, ποὺ ἐπιθυμοῦμε νὰ ζοῦμε τὴ ζωή μας χριστιανικά, παίρνουμε τὴν ἀπόφαση, νά ζήσουμε ὅλο τὸ Νέο Ἔτος κοντὰ στὸν Χριστό, στὴ χάρη Του, πιστοὶ στὶς ὑποχρεώσεις μας καὶ στὰ καθήκοντά μας.

Κάθε ὥρα ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Θεὸς εἶναι κέρδος γιὰ μᾶς. Πρέπει νὰ ξέρουμε νὰ τὴν ἐκμεταλλευθοῦμε γιὰ τὴν πρόσκαιρη ζωή, ἀλλά προπαντὸς γιὰ τὴν αἰωνιότητα.

Μὲ αὐτὲς τὶς ἀρχές, μὲ τέτοιες βάσεις ἀρχίζοντας τὸν καινούργιο χρόνο εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι θὰ τὸν περάσουμε καλὰ καὶ εὐτυχισμένα, γιατὶ ἡ εὐτυχία μας συνίσταται στὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό, καὶ στὴν πιστὴ ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντός μας.

Στὴν αὐγὴ τοῦ Νέου Ἔτους, ἄς ἀποφασίσουμε: Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει τὸ μῖσος, ἄς θέσουμε τὴν ἀγάπη. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ προσβολή καὶ ἡ ἐκδίκηση, ἄς θέσουμε τὴ συγγνώμη. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ ἔριδα καὶ ἡ ἀπομάκρυνση, ἄς θέσουμε τὴν ἕνωση. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ πλάνη, ἄς θέσουμε τὴν ἀλήθεια. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀμφιβολία, ἄς θέσουμε τὴν ἐμπιστοσύνη. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀπελπισία, ἄς θέσουμε τὴν ἐλπίδα. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει τὸ σκότος, ἄς θέσουμε τὸ φῶς.

Καλή καί εὐλογημένη Χρονιά.

11 Δεκεμβρίου 2025

«Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ»

«Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ»

Δημοσιεύθηκε 11 Δεκεμβρίου 2026

Μιὰ ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς πτώσεως τῶν ἀνθρώπων στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἔκπτωσή τους ἀπὸ τὴν κοινωνία τους μὲ τὸν Θεό, εἶναι ἡ ἄγνοια, ποὺ σκότισε τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ κατέστησε τὸν ἄνθρωπο τυφλὸ καὶ κωφὸ πνευματικά.

῾Ο Θεὸς ὅμως δὲν ἐγκατέλειψε τὸ δημιούργημά Του καὶ ἐνεργώντας μὲ διάφορους τρόπους παιδαγώγησε τὸν ἄνθρωπο, ὑπενθυμίζοντάς του τὸν νόμο Του. ῎Ετσι τοῦ ἔδωσε πνευματικὸ κριτήριο γιὰ τὸ τί εἶναι ἀρετὴ καὶ τί κακία. Τὸ ἔργο αὐτὸ ὁλοκλήρωσε ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός, καὶ τὸ  ἐπεσήμανε, ὅταν τελείωσε τὴν διακονία Του, μὲ τὰ λόγια «εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (᾿Ιωάννου ιε´ 23). Γιὰ τὴν ἀποτελεσματικὴ δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος·

«῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικός, πιὸ κοφτερὸς καὶ ἀπὸ κάθε δίκοπο σπαθί· εἰσχωρεῖ βαθιά, ὣς ἐκεῖ ποὺ χωρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ κόκκαλο ἀπὸ τὸ μεδούλι, καὶ κρίνει τοὺς διαλογισμοὺς καὶ τὶς προθέσεις τῆς καρδιᾶς. Δὲν ὑπάρχει δημιούργημα στὸν κόσμο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὸν Θεό· ὅλα εἶναι γυμνὰ καὶ φανερὰ μπροστὰ στὰ μάτια του· σ᾿ Αὐτὸν θὰ δώσουμε λόγο» (῾Εβραίους δ´ 12-13). ῾Οδηγούμενοι ἀπὸ τὸν ἀποστολικὸ αὐτὸ λόγο θά πρέπει νά προσπαθοῦμε νὰ ρίξουμε τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ σὲ μεγάλα θέματα τῆς ζωῆς μας, ὅπως τοῦ γάμου, τῆς οἰκογένειας, τῶν σχέσεων ἄνδρα καὶ γυναίκας, τῆς παρθενίας, τῆς τεκνογονίας, τῆς πατρότητας, τῆς μητρότητας, καὶ τῶν σχέσεων παιδιῶν μὲ τοὺς γονεῖς καὶ γονέων μὲ τὰ παιδιά. Τὸ φῶς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει ὅλη τὴν τραγικότητα τῆς περιπέτειας τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων «ἐν τῇ πτώσει» καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς «ἐν Χριστῷ» καταξιώσεως καὶ πληρώσεώς της.

Ὁ μελετητὴς τῆς ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, ὀφείλει νὰ γνωρίζει ὅτι τὰ θέματα τῆς ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου ὅπως αὐτὰ ποὺ προαναφέρθηκαν, ρυθμίζονται ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε ἐποχή, ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ δεχθοῦν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ἕνα σκοπό, μὲ μία προοπτική, νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος «ἐν Θεῷ», σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Μετὰ τὴν πτώση τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν διακοπὴ τῆς κοινωνίας τους μὲ τὸν Θεό ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας, ὁ Θεὸς ἀναλαμβάνει νὰ ἐπανορθώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος, νὰ τοῦ δώσει τὸ ἀρχέγονο κάλλος καθαίροντάς το ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πονηρία καὶ νὰ τὸ ἐπαναφέρει στὴν ἔνδοξη κατάσταση ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέπεσε.

Αὐτὴ ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπινου γένους διέρχεται ἀπὸ διάφορες φάσεις πτώσεως καὶ ἀνορθώσεώς του. ῾Ο Θεὸς καθοδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς δείχνει τὸν σκοπὸ καὶ τὸ τέλος τῆς πορείας τους. ῾Ο ἄνθρωπος ἄλλοτε ἀκολουθεῖ ἀποδεχόμενος  τὴν «παιδεία Κυρίου» καὶ ἄλλοτε ἀπειθεῖ παραπαίοντας στὴν ζωὴ τῆς ἁμαρτίας. ῾Ο Θεὸς ὅμως δὲν μεταβάλλει τὶς ἀρχές Του, ὅσο ἔντονη καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόρριψη τοῦ θελήματός Του ἀπὸ τοὺς ἀνθρωπους. Παραμένει ἀμετάβλητος καὶ ἀναλλοίωτος στοὺς αἰῶνες. Φροντίζει μὲ πατρικὴ στοργὴ τὸν πεσμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν ἐνισχύσει μὲ τὴν δύναμί Του, νὰ τὸν θεραπεύσει μὲ τὴν Χάρι Του, νὰ τοῦ δώσει νέες δυνάμεις γιὰ νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα του δείχνοντας τὸν τελικὸ προορισμό του. Μερικοὶ ἄνθρωποι, ὅταν μελετοῦν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, θεωροῦν, ὅτι οἱ νόμοι τοῦ Θεοῦ εἶναι πολὺ αὐστηροὶ καὶ δὲν προσιδιάζουν στὴν ἐποχή μας. Στὶς δύο αὐτὲς ἀπόψεις ἀπαντᾶμε ὡς ἑξῆς· οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ἐξασφαλίζουν τὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ σὲ κάθε ἐποχή. ῾Η παράβαση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ συνεπάγεται τὴν διακοπὴ τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ φαίνονται αὐστηρὲς σ᾿ ὅσους ἔχουν ἐκτραπεῖ καὶ ἀλλοιωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐξέπεσαν ἢ ἐξετράπησαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθουν στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ μὲ τὴν μετάνοιά τους. Βασικὴ διδασκαλία περὶ τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ ῎Ιδιος μάλιστα ἀποκάλυψε, εἶναι ὅτι εἶναι ἀμετάβλητος στὴν φύση Του καὶ στὸ θέλημά Του. Μὲ τὶς ἐνέργειές Του ἐπιδιώκει νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ δεχθεῖ τὸ θέλημά του γιὰ νὰ ζήσει αἰώνια σὲ κοινωνία μαζί Του, στὴν βασιλεία Του. ῞Ολες οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκτίθενται στὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου, σ᾿ αὐτὸ ἀποβλέπουν· νὰ καταστήσουν τὸν ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰ ζήσει «ἐν Θεῷ», ἑνωμένος μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἄρουν τὸ ἐμπόδιο αὐτῆς τῆς κοινωνίας ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία. 

4 Δεκεμβρίου 2025

῾Η «κατὰ πνεῦμα» πατρότητα

῾Η «κατὰ πνεῦμα» πατρότητα

Δημοσιεύθηκε 4 Δεκεμβρίου 2025

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος χωρὶς νὰ ἀγνοεῖ τὴν λειτουργία τῆς φυσικῆς «κατὰ σάρκα» πατρότητας στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς, ἐπικεντρώνει τὴν προσοχή του στὴν πνευματικὴ πατρότητα. Κατὰ τὸν ᾿Απόστολο οἱ ἐπαγγελίες ποὺ δόθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς πατέρες τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, στοὺς πατριάρχες ᾿Αβραάμ, ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἀφοροῦσαν στὸν Χριστό· «Οἱ ἐπαγγελίες δόθηκαν ὡς διαθήκη στὸν ᾿Αβραὰμ καὶ στὸν ἀπόγονό του. ῾Η Γραφὴ δὲν λέει καὶ στοὺς ἀπογόνους, ὅπως θὰ ἔκανε ἂν ἐννοοῦσε πολλούς, ἀλλὰ μιλάει γιὰ ἕναν, καὶ στὸν ἀπόγονό σου. Αὐτὸς ὁ ἀπόγονος εἶναι ὁ Χριστός» (Γαλάτας γ΄, 16). Οἱ ἐπαγγελίες, λοιπόν, δόθηκαν ὡς διαθήκη στὸν ᾿Αβραὰμ καὶ στὸν ἀπόγονό του. ῾Η Γραφὴ δὲν λέει καὶ στοὺς ἀπογόνους, ὅπως θὰ ἔκανε ἂν ἐννοοῦσε πολλούς, ἀλλὰ μιλάει γιὰ ἕναν, καὶ στὸν ἀπόγονό σου. Αὐτὸς ὁ ἀπόγονος εἶναι ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ δὲν θεωροῦνται μόνον κληρονόμοι τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ οἱ γιοὶ καὶ οἱ φυσικοὶ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Αβραάμ,   ἀλλὰ θεωροῦνται καὶ ὅσοι δείχνουν τὴν ἴδια ἐμπιστοσύνη στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ ὁ ᾿Αβραάμ (Ρωμαίους δ΄, 16). Ὅσοι πιστεύουν στὸν Θεὸ εὐλογοῦνται μαζὶ μὲ τὸν πιστὸ ᾿Αβραάμ, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε τῆς εὐλογίας, διότι πίστεψε. ῎Ετσι ἀντὶ τῆς φυσικῆς συγγένειας ἀναδεικνύεται ἡ πνευματικὴ συγγένεια. ᾿Αντὶ τῆς ἐξ αἵματος συγγένειας εἰσάγεται ἡ ἐκ πίστεως συγγένεια. ῾Ο ᾿Αβραὰμ θεωρεῖται πατέρας αὐτῶν ποὺ πιστεύουν, ἔστω καὶ ἂν οἱ πιστοὶ δὲν εἶναι φυσικοὶ ἀπόγονοί του (Ρωμαίους δ΄, 11). ῾Ο θεμελιωτὴς τῆς ἔννοιας τῆς πνευματικῆς πατρότητας εἶναι ὁ ἀπόστολος τῶν ᾿Εθνῶν, ὁ ὁποῖος μὲ αὐτὸ τὸν πνευματικὸ νόμο ἄνοιξε τὶς θύρες τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς σωτηρίας στοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν καιρὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ξένοι καὶ ἀλλότριοι τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ (Ἐφεσίους β΄, 11-13). Τελικὰ γιὰ τὸν ᾿Απόστολο ἡ πίστη στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς σωτηρίας ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς πνευματικῆς δουλείας ποὺ εἶναι ἡ ἀπιστία (Γαλάτας δ΄, 21-31). Χαρακτηριστικά ἀναφέρει : « Ἐσεῖς ποὺ θέλετε νὰ ζεῖτε ὑπόδουλοι στὸν νόμο, δὲν ἀκοῦτε τί διακηρύττει ὁ ἴδιος ὁ νόμος; λέει δηλαδὴ ἡ Γραφὴ πὼς ὁ ᾿Αβραὰμ ἀπέκτησε δύο γιούς, ἕναν ἀπὸ τὴν δούλη κι ἕναν ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη γυναίκα του. ῾Ο γιὸς τῆς δούλης ὅμως γεννήθηκε σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους, ἐνῶ ὁ γιὸς τῆς ἐλεύθερης σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ καταλάβετε σὰν μιὰ εἰκόνα. Οἱ γυναῖκες δηλαδὴ εἶναι οἱ δύο διαθῆκες· ῾Η μιὰ στὸ ὄρος Σινᾶ, ποὺ γεννάει δούλους καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ῎Αγαρ. ῾Η ῎Αγαρ συμβολίζει τὸ ὄρος Σινᾶ στὴν ᾿Αραβία, καὶ ἀντιστοιχεῖ στὴν τωρινὴ ῾Ιερουσαλήμ, ποὺ πραγματικὰ εἶναι ὑπόδουλη, αὐτὴ καὶ τὰ παιδιά της. ᾿Αντίθετα, ἡ οὐράνια ῾Ιερουσαλὴμ εἶναι ἐλεύθερη, καὶ αὐτὴ εἶναι μητέρα ὅλων μας. Λέει σχετικὰ ἡ Γραφή· Νὰ χαίρεσαι, στείρα, ἐσὺ ποὺ δὲν γεννᾶς. Φώναξε καὶ κράξε μὲ χαρά, ἐσὺ ποὺ δὲν ἔχεις πόνους τοκετοῦ! Γιατὶ εἶναι περισσότερα τὰ παιδιὰ σ᾿ ἐσένα ποὺ εἶσαι ἔρημος ἀπὸ ἐκείνης ποὺ ἔχει τὸν ἄνδρα. ᾿Εμεῖς ἀδελφοί μου, εἴμαστε παιδιὰ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ ᾿Ισαάκ. ῞Οπως ὅμως τότε ὁ γεννημένος σύμφωνα μὲ τὴν φυσικὴ τάξη καταδίωκε τὸν γεννημένο σύμφωνα μὲ τὴν πνευματικὴ τάξη, ἔτσι γίνεται καὶ τώρα. ᾿Αλλὰ τί λέει ἡ Γραφή; διῶξε τὴν δούλη καὶ τὸν γιό της, γιατὶ δὲν θὰ γίνει κληρονόμος ὁ γιὸς τῆς δούλης μαζὶ μὲ τὸν γιὸ τῆς ἐλεύθερης. Δὲν εἴμαστε, λοιπὸν ἀδελφοί μου, παιδιὰ δούλης, ἀλλὰ τῆς ἐλεύθερης γυναίκας». Τὴν πνευματικὴ πατρότητά του διεκδίκησε ἀπὸ τοὺς Κορινθίους ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἔγραψε· «Γιατὶ καὶ ἂν ἀκόμα ἔχετε χιλιάδες δασκάλους στὴν ζωή σας μὲ τὸν Χριστό, δὲν ἔχετε ὅμως πολλοὺς πατέρες, ἀλλὰ μόνον ἕνα. Στὴν σωτήρια οἰκονομία τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ σὰν πατέρας σᾶς γέννησα μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου» (Α΄ Πρός Κορινθίους δ΄, 15). Μὲ πατρικὴ εὐαισθησία ὁ ἴδιος ᾿Απόστολος νουθετοῦσε τοὺς Γαλάτες «τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Γαλάτας δ΄, 19), δηλαδή, παιδιά μου, γιὰ σᾶς πάλι περνῶ τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ, ὥσπου νὰ διαμορφωθεῖ μέσα σας ὁ Χριστός, καί «ἐγενήθημεν ἤπιοι ἐν μέσῳ ὑμῶν, ὡς ἂν τροφὸς θάλπῃ τὰ ἑαυτῆς τέκνα» (Α΄ Θεσσαλονικεῖς β΄, 7), δηλαδή· ἀπεναντίας ἤμασταν στοργικοὶ πρὸς ἐσᾶς, σὰν τὴν μητέρα ποὺ φροντίζει τὰ παιδιά της. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια οἱ ἅγιοι θεωροῦνται πατέρες τῶν πιστῶν.  Τὸ πλήρωμα τῆς φυσικῆς, τῆς «κατὰ σάρκα» πατρότητας εἶναι ἡ πνευματικὴ πατρότητα. Πατέρας θεωρεῖται αὐτὸς ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς ἀπογόνους του στὴν πίστη καὶ στὴν σωτηρία.

27 Νοεμβρίου 2025

« Ἵνα τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ»

« να τηρσς ατος κ το πονηροῦ»

Δημοσιεύθηκε 27 Νοεμβρίου 2025

 

Ἐκκλησία καί Κόσμος εἶναι δύο πνευματικές δυναμικές καί διαχρονικές καταστάσεις μέ ἀντίθετα χαρακτηριστικά πού ἡ μία ἀναιρεῖ τήν ἄλλη. Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει καί ἐργάζεται γιά νά μετατρέψει τόν Κόσμο σέ Ἐκκλησία. Ὁ Κόσμος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ (Ἰωάννου Α΄ ε΄ 19) καί ἐξουσιάζεται ἀπό τόν κοσμοκράτορα Διάβολο (Ἰωάννου ιβ΄ 31 καί ιδ΄ 30). Ὁ Κόσμος ἀντιστέκεται στό θέλημα τοῦ Παναγάθου Θεοῦ μας καί ἐπιδιώκει νά ἀλλοιώσει, νά ἐκκοσμικεύσει μέ τό φρόνημά του τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Ἐκκλησία μας ?ο,ως ἐπικρατεῖ τό πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πού «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας». Στόν Κόσμο κυριαρχεῖ τό πνεῦμα τῆς ἀποστασίας καί παρακοῆς στίς ἐντολές το[υ Θεοῦ. Στήν Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι ἁγιάζονται καί θεώνονται μέ τά ἱερά ἁγιοσωστικά Μυστήριά της. Τό φρόνημα τοῦ Κόσμου μολύνει καί φθείρει ὑπαρξιακά, ψυχοσωματικά τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀποκλείει τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό.

Ὁ ἄνθρωπος προσκαλεῖται νά ἀρνηθεῖ τίς κοσμικές ἐπιθυμίες, τήν κοσμική συνήθεια καί συμπεριφορά, τήν ματαία ἀναστροφή καί νά διαχωρισθεῖ ἠθικά καί πνευματικά ἀπό κάθε πονηρία καί ἀκαθαρσία κατά τήν ἐντολή :   «Γι’ ατό Κύριος λέει: φύγετε μακριά π’ ατούς καί ξεχωρίστε. Μήν γγίζετε κάθαρτο πράγμα, κι γώ θά σς δεχτ. Θά εμαι γιά σς Πατέρας, κι σες θά εστε γιοί καί θυγατέρες μου, λέει κόμα παντοκράτορας Κύριος» (Πρός Κορινθίους Β΄ στ΄ 17-18). Γιά νά κατανοήσουμε βαθύτερα καί οὐσιαστικώτερα τήν σχέση τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν Κόσμο, ὀφείλουμε νά μελετήσουμε τά κείμενα τῆς ἁγίας Γραφῆς στήν ὁποία ἡ λέξη Κόσμος χρησιμοποιεῖται μέ ἀμφισημία.

Ἡ μία ἔννοια περιγράφει τόν Κόσμο (στολίδι) ὡς τό ἔξοχο δημιούργημα πού ἔπλασε ὁ Θεός στίς ἄρχες τῆς δημιουργίας μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Λόγου Του, μέ σκοπό νά μαρτυρεῖ γιά τόν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος ξεπερνᾶ τήν ἀξία ὁλοκλήρου τοῦ Κόσμου κατά τήν γνήσια διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας.

Στήν δεύτερη ἔννοιά του ὁ Κόσμος ἀναφέρεται ὡς ἀλληλέγγυος μέ τόν ἁμαρτωλό καί βρίσκεται στήν ἐξουσία τοῦ Διαβόλου. Συνεχῶς ἀποκαλύπτεται ἡ ἁμαρτία τοῦ Κόσμου, μία συσσωρευμένη κατάσταση ἀπό ἀρχές μίσους καί ἀπιστίας, πέτρα σκανδάλου γιά ὅποιον ἤθελε νά εἰσέλθει στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Μέ τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει μία νέα περίοδος γιά τόν Κόσμο. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦλθε γιά νά νικήσει τόν Κόσμο τοῦ κακοῦ πού τόν κυβερνᾶ ὁ Διάβολος καί νά ἄρει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, ὥστε νά λυτρωθεῖ ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ Διαβόλου καί νά ἀνανεωθεῖ Σέ σχέση μέ τόν Κόσμο οἱ Χριστιανοί βρίσκονται στήν ἴδια περίπου κατάσταση πού βρισκόταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στήν διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του. Δέν ἀνήκουν στόν Κόσμο κι ὅμως ζοῦν στόν Κόσμο. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δέν παρακαλεῖ τόν Πατέρα Του νά τούς ἀποσύρει «κ το κόσμου», ἄλλα μόνο νά τούς φυλάξει «κ το πονηρο». Οἱ Χριστιανοί ζοῦν χωρισμένοι ἀπό τόν Κόσμο. Χρησιμοποιοῦν τόν Κόσμο σάν νά μήν τόν χρησιμοποιοῦν. Οἱ Μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν πρέπει νά ὑποδουλώνονται στήν πονηρή ἐξουσία τοῦ Κόσμου καί νά ἐξαρτῶνται ἀπ’ αὐτή κατά τόν ἀποστολικό κανόνα. «Μερικοί μεταξύ σας λένε: «Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται». Σωστά· ὅλα ὅμως δέν εἶναι πρός τό συμφέρον. Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἐγώ ὅμως δέ θά ἀφήσω τίποτα νά μέ κυριέψει» (Πρός Κορινθίους Α΄ στ΄ 12)

Ὁ κανόνας αὐτός ὅπως διατυπώθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο «χρώμενος τόν κόσμον ἀλλ’ οὐ καταχρώμενος» (Πρός Κορινθίους Α΄ ζ΄ 29 καί ἑξῆς) δηλώνει τήν βαθιά ἀποδέσμευση τοῦ πιστοῦ ἀπό τόν Κόσμο πού κορυφώνεται στήν ἀποταγή του κατά τήν μοναχική καθιέρωση.

Οἱ Χριστιανοί ἀναλαμβάνουν καί μία ἱερή ἀποστολή γιά τόν Κόσμο πού εἶναι αἰχμάλωτος τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Χριστιανός στέλνεται στόν Κόσμο γιά μία μαρτυρία ὅμοια μ’ ἐκείνη τοῦ Κυρίου, καλεῖ τούς ἀνθρώπους νά ἀπορρίψουν  τόν Κόσμο πού ἐξουσιάζεται ἀπό τόν Διάβολο καί νά ἐνταχθοῦν στήν Ἐκκλησία πού ἔχει ὡς κεφαλή τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅσο θά διαρκεῖ ἤ παροῦσα ζωή ἀνάμεσα στόν Κόσμο καί στούς Χριστιανούς, θά ἐπικρατεῖ μία ἔνταση πού ὁ Κόσμος θά πολεμεῖ κατά τῶν πιστῶν. Ὡστόσο ὡς τήν Ἡμέρα τῆς ὁριστικῆς διαλογῆς οἱ ὑπήκοοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί οἱ ὑπήκοοι τοῦ πονηροῦ θά παραμένουν ἀνακατεμένοι, ὅπως τό σιτάρι μέ τά ζιζάνια στόν ἀγρό τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ δημιουργία Του.

Τήν Ἡμέρα ἐκείνη τήν ἔνδοξη καί ἐπιφανῆ ὁ Θεός θά κρίνει τόν Κόσμο καί θά καλέσει τούς ἐκλεκτούς νά ζήσουν καί νά κληρονομήσουν αἰώνια ἕνα ἀνανεωμένο Κόσμο.

                                                                              

22 Νοεμβρίου 2025

«Ἐκκλησιαστικές προτροπές» Β΄ μέρος

«Ἐκκλησιαστικές προτροπές» Β΄ μέρος

Δημοσιεύθηκε 20 Νοεμβρίου 2025

῾Η Θεία Εὐχαριστία ἐμφανίζεται στὴν Καινὴ Διαθήκη ὡς τὸ μυστήριο ποὺ συνάγει “εἰς ἕν” τὰ διεσκορπισμένα παιδιὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τὸ εὐφρόσυνο μυστήριο τῆς ἑνώσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νέο λαό Του, τὸ μυστήριο ὅπου ἐπιγινώσκεται ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, τὸ μυστήριο ποὺ προσεγγίζεται διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὸ μυστήριο μέσα στὸ ὁποῖο αἴρεται ἡ τυραννία τοῦ θανάτου. Διαπιστώνονται συχνά προβλήματα ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ αὐτοὺς ποὺ προσέρχονται στὸ μυστήριο τοῦ Γάμου σήμερα, ὅπως εἶναι ἡ τάση ἐκκοσμίκευσης τῶν ἱερῶν μυστηρίων, ἡ παρεμβολὴ ἀρνητικῶν λαϊκῶν ἐθίμων, τὰ σύγχρονα «Φιλελεύθερα» νομικὰ πλαίσια συμβιώσεως, καὶ ἡ ἑκάστοτε ἀναφαινόμενη οἰκονομικὴ κρίση.         Τέτοιοι τρόποι καὶ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ λειτουργικὴ ἀγωγὴ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας ὅπως αὐτός τοῦ Γάμου καὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐχελαίου, ὅπως καὶ τῶν λοιπῶν ἁγιαστικῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν,

          Πολύ σημαντικὸ ρόλο στὴ λειτουργικὴ ἀγωγὴ τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας διαδραματίζει καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἑορτολόγιο μὲ τὴν ἐπιτέλεση τῶν Δεσποτικῶν, Θεομητορικῶν ἑορτῶν καὶ τῶν μνημῶν τῶν ἁγίων της ποὺ οἰκοδομοῦν τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς συνδέουν ἄρρηκτα μὲ τοὺς ἁγίους.

          Ἐπίσης, σημαντικὸ θέμα τῆς λειτουργικῆς ἀγωγῆς εἶναι καὶ ἡ διδασκαλία περὶ θανάτου, ὅπως αὐτὴ κυρίως ἀποτυπώνεται στὰ γεγονότα καὶ τὴν διδασκαλία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς. Κύριος ἄξονας τῆς λειτουργικῆς ἀγωγῆς γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ κύριο σημεῖο ἀναφορᾶς στὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου καὶ στὴν ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἀπορρέουσα παιδεία θανάτου τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

          Οἱ περιστατικὲς εὐχὲς ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ὑλικὴ κτίση καὶ τὸ φυσικὸ περιβάλλον, προσλαμβάνουν σήμερα μία ἰδιαίτερη σημασία ἐξαιτίας τῆς ὀξύτητας ποὺ προσέλαβε τὰ τελευταῖα χρόνια τὸ οἰκολογικὸ πρόβλημα. Γι᾿ αὐτὸ ἡ διὰ μέσου τῶν εὐχῶν αὐτῶν ἀσκουμένη λειτουργικὴ ἀγωγὴ ἀποτελεῖ πρώτης τάξεως οἰκολογικὴ ἀγωγή, δικαιώνοντας ἔτσι τὸ χαρακτηρισμὸ τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας ὡς τῆς οἰκολογικῆς ἐκδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν οἰκολογικὸς ἄνθρωπος εἶναι ὁ δοξολογικὸς ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται τὸν κόσμο ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτόν, τὸν ὁποῖο καὶ προσφέρει ὡς θυσία πνευματικὴ στὸ Θεό του.

          Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρέπει σήμερα νὰ ἐπιτελέσει τὸ δύσκολο, ἀλλὰ καθοριστικῆς σημασίας μορφωτικὸ καὶ ἀνθρωπιστικό του ἔργο, μέσα σὲ ἕνα πολυδαίδαλο ἐκπαιδευτικὸ τοπίο, σὲ μία ἐποχὴ εὐρύτερης συνειδητοποιήσεως τῶν ἀνθρωπολογικῶν, κοινωνικῶν, πολιτισμικῶν καὶ πνευματικῶν λειτουργιῶν τῆς θρησκείας καὶ ἐνόψει τῶν μεγάλων προκλήσεων τῶν καιρῶν. Στὴ χώρα μας τὸ μάθημα ἔχει ἀλλάξει ὄψη τὶς τελευταῖες δεκαετίες. ᾿Αποβλέπει στὸ θρησκευτικὸ ἐγγραμματισμὸ τῶν μαθητῶν καὶ μαθητριῶν στὴ βάση τῶν κεντρικῶν ἀληθειῶν τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς παραδόσεως. ῎Οχι μόνον δὲν μπορεῖ κατὰ ταῦτα νὰ θεωρηθεῖ “ξένο σῶμα” στὸ σύγχρονο σχολεῖο, ἀλλὰ συμβάλλει στοὺς γενικότερους ἀνθρωπιστικοὺς στόχους τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐνισχύει τὸν παιδαγωγικὸ προσανατολισμὸ τοῦ σχολείου.  ῾Ο ᾿Ορθόδοξος Ναὸς εἶναι τὸ κέντρο τῆς λατρείας καὶ ἐν Χριστῷ ζωῆς. Εἶναι φυσικό, ἑπομένως, κάθε μορφὴ τέχνης μέσα σὲ αὐτὸν νὰ ὑπηρετεῖ τὴ λατρεία καὶ τὴν λειτουργικὴ ἀγωγή.

          ῾Η Ἐκκλησία μας υἱοθέτησε κάθε μορφὴ τέχνης στὴν θεία λατρεία καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν σημασία ποὺ ἔδινε καὶ ἀσφαλῶς θὰ πρέπει νὰ δίνει, στὴν αἰσθητικὴ ἀγωγὴ τῶν πιστῶν, ὡς μέσο γιὰ τὴν λειτουργικὴ ἀγωγή τους.

          ῾Η ἱερὴ ψαλμωδία εἶναι παγκόσμιος διαχρονικὸς θεσμός, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἀφ᾿ ἐνὸς ἐκφράζονται τὰ θρησκευτικὰ συναισθήματα τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό, ἀφ᾿ ἑτέρου χρησιμοποιεῖται ὡς μέσον παιδαγωγίας τῆς θρησκευτικῆς κοινότητος μέσῳ τοῦ λόγου, τοῦ μέλους καὶ τοῦ ρυθμοῦ.

          ῾Η αἰσθησιακὴ ἀντίληψη περὶ τῆς ψαλτικῆς μορφῆς, τόσο στὴ Δύση ὅσο καὶ στὴν ᾿Ανατολή, πρέπει νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τῶν θεολογικῶν καὶ καλλιτεχνικῶν ἀρχῶν, οἱ ὁποῖες θὰ καταστήσουν τὴν ψαλμωδία οὐσιῶδες μέσον προσευχῆς, δοξολογίας, λατρείας καὶ ἐν Χριστῷ σωτηριολογικῆς παιδαγωγίας. ῾Η εὐταξία τῆς θείας λατρείας μετὰ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ καταγραφὴ καὶ τὴν πεῖρα τῶν ἁγίων μᾶς διδάσκει τὸ ἀληθινὸ χριστιανικὸ ἦθος, αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ὑπακοή, ταπείνωση, ἐγρήγορση, προσοχή, σεβασμὸ στὴν προσωπικότητα τοῦ ἀδελφοῦ, ἐπίγνωση τῆς σημασίας τῆς ἱεραρχικῆς δομῆς τῆς ᾿Εκκλησίας. Θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς εὐταξίας τῆς θείας λατρείας εἶναι ἡ ἀναγνώριση τοῦ γεγονότος, ὅτι κανεὶς δὲν εἰσέρχεται στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μόνος. ᾿Επειδὴ στὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς ᾿Εκκλησίας μας χρησιμοποιοῦνται πάμπολλα βιβλία, ὅπως τὸ ῾Ωρολόγιο, τὰ Μηναῖα, τὸ Πεντηκοστάριο κ. ἄ., μετατρέποντας τὰ βιβλία σὲ ἠλεκτρονικὴ μορφὴ διευκολύνεται ἡ πρόσβαση σὲ αὐτά. ῾Η τεχνολογία καὶ οἱ τέχνες γιὰ νὰ εἶναι χρήσιμες στὴν λειτουργικὴ ἀγωγὴ τῶν πιστῶν πρέπει νὰ ἀποκαθαίρονται ἀπὸ τὰ μὴ λειτουργικὰ καὶ πνευματικὰ στοιχεῖα τους.

13 Νοεμβρίου 2025

«Ἐκκλησιαστικές προτροπές» Α΄ μέρος

«Ἐκκλησιαστικές προτροπές» Α΄ μέρος

Δημοσιεύθηκε 13.11.2025

Πολλοὶ ἀπό τούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας μας ἐκλαμβάνουν τὴν προσέλευσή τους στὶς ῾Ιερὲς ᾿Ακολουθίες ὡς τυπικὴ ὑποχρέωση καὶ ὄχι ὡς συμμετοχὴ στὴν σύναξη τῶν πιστῶν καὶ τὴν φανέρωση τῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς μέθεξη στὴν θεία ζωὴ ἀπὸ τὴν ὁποία καθαρίζονται, ἁγιάζονται, φωτίζονται, καὶ δοξάζονται μαζὶ μὲ τὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό.

          ῎Αλλοι πάλι ὑποτάσσουν τὶς ῾Ιερὲς ᾿Ακολουθίες καὶ τὰ ῾Ιερὰ Μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας στὶς ἀπαιτήσεις γήινων καὶ ματαίων ἐπιδιώξεων ποὺ ὁ Θεὸς βδελύσσεται καὶ ἀποστρέφεται. Μία ἄλλη μερίδα πιστῶν ἔχει ἀναπτύξει μιὰ ἐθελοθρησκεία μὲ δικούς της τύπους καὶ μορφές, στὴν ὁποία ἀναφέρεται ὁ ἀποστολικὸς λόγος·

          «Αὐτές οἱ ἀπαγορεύσεις ἀναφέρονται σέ πράγματα πού εἶναι καταδικασμένα νά φθαροῦν μετά τή χρήση τους· πρόκειται γιά κανόνες πού στηρίζονται σέ ἀνθρώπινες διατάξεις καί διδασκαλίες. Βέβαια, αὐτές οἱ διατάξεις ἔχουν μία ἐξωτερική ἐμφάνιση σοφίας, πού ἐκδηλώνεται σάν θρησκεία στηριγμένη στό ἀνθρώπινο θέλημα, σάν ψευτοταπεινοφροσύνη καί περιφρόνηση τοῦ σώματος. Δέν ἔχουν ὅμως καμία ἀξία καί τό μόνο πού κάνουν εἶναι νά ἱκανοποιοῦν τό ἁμαρτωλό φρόνημα» (Κολοσσαεῖς β´ 22-23).

Εἶναι ἐπιβεβλημένη γιὰ θεολογικούς-σωτηριολογικοὺς λόγους ἡ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς  ᾿Εκκλησίας καὶ ἡ συνειδητοποίηση ὅτι κάθε πιστὸς μετέχει στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς του. ῾Υποχρέωση τῶν Ποιμένων εἶναι νὰ κατανοήσουν τὴν ἀξία τῆς κατηχήσεως στὴ λατρεία καὶ τὶς ὠφέλειες ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν οὐσιαστικὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν σ᾿ αὐτή.

          Χρέος ὅλων εἶναι ἡ ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ ἡ ἐπίγνωση τῆς Θεοφάνειας καὶ τῆς Χριστοφάνειας μέσα στὰ λειτουργικὰ δρώμενα. Στὴ λατρεία ἀποκαλύπτεται ὁ ᾿Ενσαρκωμένος λόγος τοῦ Θεοῦ. Τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιώνονται ὡς ἕνα διαρκὲς παρόν. ῾Ο Χριστὸς διδάσκει, θαυματουργεῖ, σταυρώνεται, ἀνίσταται καὶ δοξάζεται γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. ῎Ετσι πραγματώνεται ὁ σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει ἡ λειτουργικὴ ζωή, ὅπως τὸν ὁρίζει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν λέγει «Χριστῷ συνταφῆναί με δεῖ Χριστῷ συναναστῆναί με, συγκληρονόμον Αὐτῷ γενέσθαι» (Λόγος εἰς τὸ Πάσχα).

          Στοὺς παράγονες ποὺ συμβάλλουν στὴ διαμόρφωση τῆς λειτουργικῆς ἀγωγῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ᾿Ενορία, περιλαμβάνονται ἡ οἰκογένεια καὶ τὸ σχολεῖο, ποὺ ὡστόσο δὲν ἀποτελεῖ αὐτονόητα θετικὰ στοιχεῖα στὴν καλλιέργεια τῆς λειτουργικῆς ἀγωγῆς, ἀλλὰ ὁ ρόλος τους ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν βούλησή τους γιὰ μιὰ συνειδητὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Οἱ ῾Ιεροὶ Ναοὶ εἶναι κατ᾿ ἐξοχὴν χῶροι τῆς λειτουργικῆς ἀγωγῆς τῶν πιστῶν. Στὴ νέα γενιὰ πρέπει νὰ δοθοῦν εὐκαιρίες, οὕτως ὥστε νὰ ἔλθει σὲ ἐπίγνωση τοῦ τί γίνεται καὶ πῶς πρέπει ὁ πιστὸς νὰ συμμετέχει στὰ τελούμενα. Στὴν λατρεία τοῦ Θεοῦ συμβάλλει καταλυτικὰ ἡ οἰκογένεια, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ καλλιεργήσει τὰ λειτουργικὰ βιώματα. ῾Η λειτουργικὴ ἀγωγὴ εἶναι βίωμα ποὺ ἀρχίζει μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας. Κρίνεται ἀπαραίτητη ἡ συνεργασία τῶν Ποιμένων τῆς ᾿Εκκλησίας μὲ τὶς ἁρμόδιες ἐκπαιδευτικὲς ἀρχές, ὥστε στὰ πλαίσια τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης καὶ συνεργασίας νὰ δημιουργηθοῦν οἱ κατάλληλες συνθῆκες καὶ προϋποθέσεις, γιὰ νὰ ξαναβρεῖ ἡ λειτουργικὴ ἀγωγὴ τὴν θέση της στὸ σύγχρονο σχολεῖο.

          Μὲ βάση τὴν πατερικὴ καὶ λειτουργική μας παράδοση ἀποδεικνύεται ὅτι διαχρονικὸ μέλημα τῆς ᾿Εκκλησίας ἦταν ἡ βαπτισματικὴ ἀγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐκπαίδευσή του γύρω ἀπὸ τὸ βαθύτερο νόημα τῶν τελουμένων κατὰ τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ ἡ μυσταγωγία του στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ περιεχόμενο τῆς βαπτισματικῆς ἀγωγῆς συνίσταται κυρίως στὴν καλλιέργεια λειτουργικοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους  στὰ μέλη της, στὴν ἀνάλυση καὶ ἐμπέδωση τῶν θεολογικῶν ἀληθειῶν τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ μυστηρίου τῆς καινῆς γεννήσεως καὶ ἀναπλάσεως, τῆς συνταφῆς καὶ συναναστάσεως μὲ τὸν Χριστό, τοῦ φωτισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τῆς νέας πορείας του μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ἀνακαινισμένη ἀνθρωπότητα ποὺ εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία.

          Στὴν ἐκκοσμικευμένη κοινωνία μας, ὅπου ἡ λειτουργικὴ κρίση εἶναι ἐμφανὴς καὶ ἡ κατανόηση τῶν συμβόλων καὶ τῶν τελουμένων κατὰ τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος εἶναι καθόλου ἱκανοποιητική, ἀναδεικνύεται ἡ ἱερατικὴ διακονία τῆς λειτουργικῆς ἀγωγῆς τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Οἱ ὑπεύθυνοι αὐτοῦ τοῦ ἔργου ἱερεῖς, στηριγμένοι στὴν παράδοση ὀφείλουν νὰ ἀναδείξουν στὸ σύγχρονο κόσμο (ἀναδόχους, οἰκογένεια, ἐνορία) τὴ σπουδαιότητα τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ὡς θεμελίου τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς καὶ τῆς ἐν Χριστῷ καταξιώσεώς μας.

          Τὸ ἴδιο τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, μὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της, ἄγει τοὺς πιστοὺς στὸν Πατέρα, δι᾿ Υἱοῦ, ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὅμως, ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις ἐπιδείξεως ἀντί - εὐχαριστιακοῦ ἤθους σὲ ἄμεσες ἢ ἔμμεσες εὐχαριστιακὲς συνάφειες (᾿Ιούδας, Πέτρος, Κυριακὰ Δεῖπνα στὴν Κόρινθο κλπ.).

6 Νοεμβρίου 2025

Λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν

«Λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν» 

Δημοσιεύθηκε 06 Νοεμβρίου 2025

Ὁ ἄγγελος Κυρίου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός σέ μιά πρό τῆς ἐνσάρκωσης ἐμφάνιση. Ὅταν ἐμφανίστηκε στήν Ἄγαρ, ἐκείνη ἀναγνώρισε ὅτι βρισκόταν στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, καί ἀναφέρθηκε σ' αὐτόν ὡς «ὁ Θεός πού μέ βλέπει» (Γενέσεως 16:13). Μιλώντας στόν Ἀβραάμ στό ὄρος Μοριά, ὁ ἄγγελος εἶπε ὅτι ἦταν «ὁ Κύριος» (Γενέσεως 22: 16). Ὁ Ἰακώβ ἄκουσε τόν ἄγγελο νά συστήνεται ὡς «ὁ Θεός τῆς Βαιθήλ» (Γενέσεως 31: 11-13). Ὅταν εὐλόγησε τόν Ἰωσήφ, ὁ Ἰσραήλ χρησιμοποίησε ἐναλλακτικά τά ὀνόματα «ὁ Θεός» καί «ὁ ἄγγελος» (Γενέσεως  48:15-16). Στή φλεγόμενη βάτο φανερώθηκε «ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου» (Ἐξόδου 3:2), ἀλλά ὁ Μωυσῆς «σκέπασε τό πρόσωπό του, γιατί φοβόταν νά κοιτάξει τόν Θεό» (Ἐξόδου 3:6). Ὁ Κύριος πού προπορευόταν τοῦ Ἰσραήλ σέ μία στήλη νεφέλης (Ἐξόδου 13 :21) δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τόν «ἄγγελο Κυρίου» (Ἐξόδου 14:19).

Ὁ Γεδεών φοβήθηκε ὅτι θά πεθάνει ἐπειδή, βλέποντας τόν ἄγγελο Κυρίου, εἶχε δεῖ τόν Θεό (Κριτῶν 6:22- 23). Ὁ ἄγγελος Κυρίου εἶπε στόν Μανωάχ ὅτι τό ὄνομά του εἶναι «θαυμαστός» (Κριτῶν 13: 18),  ἕνα ἀπό τά ὀνόματα τοῦ Χριστοῦ (Ἡσαΐου 9:6). Ὅταν ὁ Ἰακώβ πάλεψε μέ τόν ἄγγελο, πάλεψε μέ τόν Θεό (Ὠσηέ 12:3-4). Αὐτά ἀποτελοῦν πειστικές ἀποδείξεις γιά τό γεγονός πώς ὅταν ἀναφέρεται ὁ ἄγγελος Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη  εἶναι ἀναφορά στή θεότητα.

 Τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Τριάδος εἶναι ὁ ὁρατός Θεός τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ ἄγγελος Κυρίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν ἐμφανίζεται πιά μετά τήν ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ λέξη πού μεταφράζεται Ἄγγελος καί στίς δυό Διαθῆκες σημαίνει «ἀγγελιοφόρος» πρόκειται γιά τόν Ἀγγελιοφόρο τοῦ Κυρίου. Συνεπῶς, ὅπως εἶναι «ἄγγελος» μόνο ὡς πρός τήν ὑπηρεσία πού ἐπιτελεῖ.

Πρῶτοι ἀπό ὅλα τά δημιουργήματα κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας δημιουργήθηκαν οἱ Ἄγγελοι ἐκ τοῦ μηδενός ἀπό τόν Θεό (Κολοσσαεῖς α΄, 16). Ἔργο τῶν ἀγαθῶν Ἀγγέλων εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί ἡ διακονία στήν διακυβέρνηση τοῦ κόσμου καί ἡ ὅλη ἐκπλήρωση τοῦ θείου θελήματος, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἡ προστασία τῶν ἀνθρώπων καί ἡ χρησιμοποίησή τους ἀπό τόν Θεό «γιά νά ὑπηρετοῦν ἐκείνους πού πρόκειται νά κληρονομήσουν τήν αἰώνια ζωή» (Ἑβραίους α΄, 14).

Στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη παρακολουθοῦμε μέ θαυμασμό τήν πορεία τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ. Ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς Δημιουργίας αὐτοί πρωτοστατοῦν στή χαριτόβρυτη Ἐδέμ, φυλάσσοντας τίς πύλες τοῦ Παραδείσου μέ τό πλῆθος τῶν Ἀγγέλων, πού ἀσίγητα ὑμνοῦν τήν Τρισήλιο Θεότητα. Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ ἐμφανίζεται ὡς ὁ δυνατός, ὁ ἄρχων πολεμιστής καί διώκτης παντός κακοῦ, πού κατά τήν ἐπανάσταση τοῦ Ἑωσφόρου ἀναφωνεῖ πρός τά ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων τό βροντερό: «Στῶμεν καλῶς», πού σήμαινε τήν ὑποταγή στόν μέγα Κυβερνήτη τοῦ Ἀπείρου. Στέλλεται στόν Ἀβραάμ, ἐντολοδόχος στή θυσία τοῦ Ἰσαάκ, καί κρατᾶ τό χέρι τοῦ πατέρα, καθώς ἑτοιμάζεται νά βυθίσει τό  μαχαίρι στόν τράχηλο τοῦ παιδιοῦ. Σώζει τόν Λώτ καί τήν οἰκογένειά του ἀπό τό πῦρ τῶν Σοδόμων, λυτρώνει τόν πατριάρχη Ἰακώβ ἀπό τά δολοφονικά χέρια τοῦ Ἠσαῦ. Προπορεύεται ὡς ὁδηγός καί προστάτης στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ κατά τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν Αἰγυπτίων καί μέ τή στήλη τοῦ πυρός καί τῆς νεφέλης διευκολύνει τήν ὁδοιπορία του στήν ἔρημο. Στόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὅταν τόν ἐρωτᾶ ποιός εἶναι, ἀπαντᾶ μέ ἀληθινή μεγαλοπρέπεια: « Ἐγώ Ἀρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα». Ἐμψυχώνει τόν Γεδεών καί τόν Δανιήλ, ὅταν μπροστά σέ ὑπέρτερους ἐχθρούς στέκουν ἀδύναμοι. Τό ὄνομά του συμβολίζει τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ καί ἡ παρουσία τοῦ χαρίζει νικηφόρα τρόπαια κατά τῶν ἐναντίων καί χαλυβδώνει τήν ψυχή στόν ἀγώνα κατά τοῦ κακοῦ. Εἶναι ἐκεῖνος, πού στέκει στήν ἐπιθανάτια κλίνη τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ὁδηγήσει τήν ψυχή του στόν κόσμο τῆς αἰωνιότητος.

Ἄν αὐτός εἶναι ὁ Ἀρχιστράτηγος πολεμιστής μέ τήν πύρινη ρομφαία, ἰσότιμος στέκει ὁ πανεύμορφος Ἀρχάγγελος τῆς χαρᾶς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ θαυμαστός Γαβριήλ, πού τ’ ὄνομά του σημαίνει «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ». Στήν Παλαιά Διαθήκη φανερώνεται στό ὅραμα τοῦ Δανιήλ κι’ ἀκόμα προλέγει στόν ἴδιο τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὕστερα ἀπό τετρακόσια ἐνενήντα χρόνια (ἑβδομήκοντα ἑβδομάδας ἐτῶν). Τόν βλέπομε ἰδιαίτερα νά πρωτοστατεῖ στήν Καινή Διαθήκη, ὅταν φέρνει τό μήνυμα τῆς χαρᾶς στόν πρεσβύτη Ζαχαρία, ἀναγγέλλοντάς του τή γέννηση τοῦ Προδρόμου. Παίρνοντας μέρος στό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, διασχίζει τά γαλάζια πλάτη καί κατεβαίνει στή Ναζαρέτ καί προσφέρει τόν χαιρετισμό τῶν Οὐρανῶν στήν ἁγνή Μαρία, φέρνοντας καί τό μεγάλο μήνυμα τῆς σωτηρίας μέ τήν γέννηση τοῦ Κυρίου.

30 Ὀκτωβρίου 2025

Πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἐκκλησίας

«Πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἐκκλησίας»

Δημοσιεύθηκε 30.10.2025

Τὸ Εὐαγγέλιο, στὴν παραβολὴ τοῦ ἀμπελῶνος (βλ. Ματθαίου κ΄, 1), ὁμολογεῖ ὅτι ὁ κόσμος μοιάζει μὲ ἀμπέλι, καὶ ὁ πανάγαθος Θεὸς Πατέρας μας μὲ ἕναν οἰκοδεσπότη ποὺ μᾶς προσλαμβάνει ἀπὸ τὴν ἀγορὰ ὡς ἐργάτες γιὰ νά καλλιεργήσουμε τό δικό του ἀμπέλι. Τὴν ἴδια ἀλήθεια δίδαξε ἀνοιχτὰ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γράφοντας στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του ἐκεῖνο τὸ γεμᾶτο θεολογία καὶ κοινωνικὴ σημασία κείμενο: «Συνεργοὶ τοῦ Θεοῦ εἴμαστε», καὶ παρομοιάζοντας τοὺς Χριστιανοὺς μὲ ἐργάτες ποὺ χτίζουν ἕνα μυστικὸ οἰκοδόμημα, θεμελιωμένο στὸ Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ εἶναι ὁ ἀκρογωνιαίος λίθος.

Ἕνας προσφέρει χρυσὸ γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση αὐτοῦ τοῦ θαυμαστοῦ οἰκοδομήματος, ἄλλος ἀσήμι, ἄλλος πολύτιμους λίθους, ἄλλοι ξύλα, χόρτο ἢ καλάμι. Ποιὸ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ὑλικὸ σταθερό, ἀνθεκτικὸ καὶ παντοτινό; Καὶ ποιὸ θὰ καταστραφεῖ ὡς μιὰ μάταιη κι ἀνόητη προσπάθεια; Αὐτὸ θὰ τὸ φανερώσῃ ἡ τρομερὴ ἡμέρα τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ ἔλθει ὡς κατακαυστικὸ πῦρ (βλ. Α΄ Κορινθίους γ΄, 12-15).

Ἀλλὰ ἀφοῦ, ἐκτελώντας τὶς συνηθισμένες βιοποριστικὲς μας ἐργασίες, γινόμαστε συνεργοὶ τοῦ Θεοῦ, ὀφείλουμε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἐπιλέξουμε προσεκτικὰ τὸ ἐπάγγελμά μας. Ἐὰν σὲ κάθε κρίσιμη καὶ καθοριστικὴ στιγμή τῆς ζωῆς μας —γέννηση, ἀρρώστια, ταξίδι, γάμος— ἀπευθυνόμαστε στὸν Θεὸ μὲ προσευχὲς ζητώντας τὴ βοήθειά Του, πολύ περισσότερο πρέπει μὲ προσευχὲς καὶ δεήσεις νὰ ποτίσουμε (πνευματικὰ) ἐκείνη τὴ μεταβατικὴ περίοδο, ὅταν, ἀφήνοντας τὴν ἥσυχη πατρικὴ στέγη, βγαίνουμε στὸν κοινωνικὸ στίβο, γιὰ νὰ ἀναλάβουμε τὴν θέση ποὺ μᾶς ὄρισε ἡ Πρόνοια τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ μας.

Ἐνίοτε μέσα ἀπὸ τίς περιστάσεις, ἄλλοτε μέσα ἀπὸ τὴν φυσικὴ ἔμφυτη ροπὴ καὶ κλίση, συχνὰ δὲ μὲ τὴν φωνὴ τῆς συνειδήσεως, ὁ Θεὸς μᾶς μιλᾶ, συστήνοντάς μας τὴν πρέπουσα ἐργασία. Ὅμως, ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐνδείξεις, πιὸ σαφὲς κριτήριο γιὰ τὴν ἐκλογὴ ἐπαγγέλματος πρέπει νὰ εἶναι ἡ φωτισμένη συνείδησή μας.

Ὁ κόσμος, ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι καλός· ἀλλὰ μέσα στὸ δημιούργημα εἰσχώρησε ἡ ἁμαρτία. Γι’ αὐτὸ, ἡ χριστιανικὴ ὑπόδειξη εἶναι: «Νὰ εἶστε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀπλοῖ ὡς αἱ περιστεραὶ» (Ματθαίου ι΄, 16)· δηλαδὴ συνιστᾶ προσοχὴ καί ὥριμη σκέψη σὲ κάθε μας βῆμα. Ὑπάρχουν ἐπαγγέλματα γεμάτα πειρασμοὺς καὶ ἠθικοὺς κινδύνους, ὅπως τοῦ ἠθοποιοῦ, τοῦ ζυθοπώλου, τοῦ νυκτερινοῦ μουσικοῦ καί διάφορα ἄλλα σχετικά. Καὶ ὁ πραγματικὸς Χριστιανὸς δὲν θὰ ριχθεῖ τυφλὰ σ᾽ αὐτὰ, ἐπιλέγοντας τα.

Ἀλλὰ ἐὰν εἴμαστε πιστοί καί εἰλικρινεῖς συνεργάτες τοῦ Θεοῦ Πατρός μας, τότε δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ σωστὴ ἐκλογὴ τοῦ ἐπαγγέλματός μας· πρέπει καὶ στὴν ἐκτέλεσή του νὰ κρατοῦμε στάση ἀντάξια συνεργατῶν τοῦ Θεοῦ: νὰ ἀγαποῦμε τὴν ἐργασία μας, νὰ βλέπουμε σ’ αὐτὴ θεία ἀποστολή, καὶ νὰ χρησιμοποιοῦμε μέσα ποὺ δὲν θὰ δυσαρεστοῦσαν τὸν Κύριό μας καί Θεό μας.

Γιὰ τὸν Θεὸ δὲν ὑπάρχει ταπεινὸ, ἀκάθαρτο ἢ ἀσήμαντο ἔργο. Εἶσαι γεωργός, μεταλλωρῦχος, μπαλωματής, οἰκοδομικός ἐργάτης, ὑπηρέτης ἢ λοῦστρος; Δὲν πειράζει. Κράτα τὴν ἀξιοπρέπειά σου καί τά ἰδανικά σου ψηλά. Κοίτα ψηλά καί νά συνεργάζεσαι μὲ τὸν Θεό!

Δὲν εἶναι ὅλοι πλοίαρχοι σ’ ἕνα καράβι· ὁ πλοίαρχος εἶναι ἕνας, ἀλλὰ τὸ πλήρωμα ἀποτελεῖται ἀπὸ μηχανικοὺς, θερμαστὲς, ναῦτες, πλοηγούς καὶ ἄλλους. Δὲν πειράζει ἂν εἶσαι ναύτης· ὁ ναύτης εἶναι χρήσιμος καί μερικές φορές ἀνάλογα τίς περιστάσεις καί πιό χρήσιμος ἀπό ὅλους.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «Τὰ μέλη τοῦ σώματος ποὺ φαίνονται ἀσθενέστερα εἶναι ἀναγκαῖα· καὶ ὅσα θεωροῦμε ἀτιμότερα, σ’ αὐτὰ δίδομε μεγαλύτερη τιμή· καὶ τὰ ἀσχήμονα καλύπτονται μὲ περισσὴ εὐπρέπεια» (βλ. Α΄ Κορινθίους ιβ΄, 23).

Τὸ ὑψηλὸ λειτούργημα τῆς ἱερωσύνης —για το ὁποῖο ἐπιλέγονται ὀρισμένες ἐκλεκτὲς ψυχές ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα μας— ἔγινε ἀφορμὴ νὰ χωριστοῦν τὰ ἐπαγγέλματα σὲ ἱερὰ καὶ βέβηλα. Ὅμως, στὴν πραγματικότητα, βέβηλο ἐπάγγελμα δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴ δουλεία στὸν διάβολο.

Κάθε χάρισμα δίνεται ἀπὸ τὸν Θεό· καὶ ὁ Θεὸς, στὸν κάθε εὐσυνείδητο ἐργάτη, θὰ ἀπευθύνῃ τὸ: «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε στὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου σου» (Ματθαῖος κε΄, 21).

Χιλιάδες ἄνθρωποι ποὺ ἐργάζονταν στὴν ἀρχαιότητα πληρώνονταν γιὰ νὰ χτίσουν μιὰ πυραμίδα, γιὰ νὰ μπει ἐκεῖ ἕνας μουμιοποιημένος Φαραώ. Ἐμεῖς ὅμως συνεργαζόμαστε ἐλεύθεροι μὲ τὸν ζῶντα Θεό· καὶ κάθε σταγόνα ἱδρώτα μας εἶναι ἕνα λιθάρι ποὺ προστίθεται στὴν προοδευτικὴ ἀνοικοδόμηση τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τοὺς Κορινθίους νὰ φροντίζουν γιὰ τὴ θεία οἰκοδομή, γράφοντας:

«Ἔτσι θὰ συμβῇ καὶ μ’ ἐσᾶς· ἀφοῦ ἐπιδεικνύετε μεγάλο ζῆλο γιὰ τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος, πρέπει νὰ ἐπιδιώκετε νὰ ξεχωρίζετε σὲ ἐκεῖνα ποὺ ὠφελοῦν καὶ οἰκοδομοῦν τὴν Ἐκκλησία» (Α΄ Κορινθίους ιδ΄, 12).

23 Ὀκτωβρίου 2025

Ὑμεῖς κλητοὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ

«Ὑμεῖς κλητοὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ»

Δημοσιεύθηκε 23 Ὀκτωβρίου 2025

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός καλεῖ κοντά Του τούς πρώτους μαθητές Ἀνδρέα, Πέτρο, Φίλιππο, Ναθαναήλ γιά νά γίνουν μάρτυρες τοῦ σωτηριώδους ἔργου Του καί κήρυκες τοῦ λόγου Του μετά τήν ἀνάστασή Του (βλ. Ἰωάννου α΄ 35-51). Ἐπίσης, καλεῖ τούς διψασμένους γιά τήν ἀλήθεια, τήν ἀληθινή ζωή, τήν δικαιοσύνη, τήν εἰρήνη, τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τήν ἀποκατάσταση στόν πνευματικό κόσμο, τήν ἀπολύτρωση (βλ. Ἰωάννου ζ΄ 37-39). Κάλεσε τόν ἀπόστολο Ματθαῖο γιά νά ἀλλάξει ζωή καί ἐπάγγελμα : «κολούθησε μέ». Κι κενος σηκώθηκε καί τόν κολούθησε  (βλ. Μάρκου β΄ 13-17). Καλεῖ τούς κουρασμένους ἀπό τίς μέριμνες καί τίς θλίψεις καί τίς ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς καί φορτωμένους ἀπό ἐνοχές, ἀπογοητεύσεις καί μέριμνες (Ματθαίου ια΄ 28-30). Ἀπευθύνθηκε καί κάλεσε στόν πλούσιο νέο πού ζητοῦσε τήν τελειότητα, ἀλλά ἀπαιτοῦσε νά κάνει θυσίες (βλ. Ματθαίου ιθ΄ 16-22). Κάλεσε τόν Ζακχαῖο πού μέ τήν συμπεριφορά του ξεπέρασε κοινωνικά στερεότυπα καί ἐσωτερικές ἀναστολές (βλ. Λουκᾶ ιθ΄ 1-10). Κάλεσε τόν Σαῦλο τῆς Ταρσοῦ γιά νά τοῦ ἀναθέσει νά κηρύξει στά ἔθνη, ὡς ἀπόστολος Παῦλος πλέον: Σήκω μως καί μπές στήν πόλη· κε θά σοῦ πονε τί πρέπει νά κάνεις»  (Πράξεων θ΄ 4-6). Κάλεσε στό μεγάλο δεῖπνο τῆς Βασιλείας Του ὅλους τούς ἀνθρώπους (Λουκᾶ ιδ΄ 15-24). Ἀπεύθηνε κάλεσμα σ’ ὅλους τούς πιστούς νά δεχθοῦν τήν σωτηρία πιστεύοντες στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό : «Σ’ ατούς νήκετε κι σες, φο σς κάλεσε ησος Χριστός» (Πρός Ρωμαίους α΄ 6). Ὅπως ἔστειλε τόν ἀπόστολο Φίλιππο στόν Αἰθίοπα ἀξιωματοῦχο πού ἡ καρδιά του εἶχε ἑτοιμασθεῖ νά δεχθεῖ τήν πίστη στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό (Πράξεων η΄ 26-39)

Μέ τά δημιουργήματά Του ὁ πανάγαθος Θεός μᾶς καλεῖ νά Τόν γνωρίσουμε : «Παρ’ ,τι εναι όρατες καί αώνια δύναμη το Θεο καί θεϊκή του διότητα μποροσαν νά τίς δον μέσα στή δημιουργία, πό τότε πού γινε κόσμος»  (Πρός Ρωμαίους α΄ 20)

Τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι κλήση πρός τήν σωτηρία διά τῆς πίστεως στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό : «Σᾶς κάλεσε στή σωτηρία μέ τό δικό μας κήρυγμα, στε νά μετάσχετε στή δόξα το Κυρίου μς ησο Χριστο» (βλ. Πρός Θεσσαλονικεῖς Β΄ β΄ 13-14)

Ὁ Θεός μᾶς καλεῖ κοντά Του νά γευθοῦμε καί ἐμεῖς τήν χάρη Του καί τήν αἰώνια Βασιλεία Του, πού ἀποτελεῖ καί τό οὐσιαστικό περιεχόμενο τῆς πίστεώς μας. Γιά τήν κοινωνία μετά τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφόσον  : «Ὁ Θεός, πού σς κάλεσε νά ζετε σέ κοινωνία μέ τόν Υό του, τόν ησο Χριστό τόν Κύριό μας, κρατάει τίς ποσχέσεις του» (Α’ Πρός Κορινθίους α΄ 9) Γιά ἁγιασμό, ἐφόσον  «Ὁ Θεός μς κάλεσε γιά νά γίνουμε χι θικά σύδοτοι, λλά γιοι» (Α΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς δ΄ 7). Γιά ἐλευθερία, ὅμως μέ ὅρια καί προϋποθέσεις διότι : «Ὁ Θεός, λοιπόν, δελφοί μου, σς κάλεσε γιά νά ζήσετε λεύθεροι. Μόνο νά μή γίνει λευθερία φορμή γιά μαρτωλή διαγωγή, λλά μέ γάπη νά πηρετετε νας τόν λλο» (Πρός Γαλάτας ε΄ 13) Γιά εἰρήνη, ἐφόσον  «Ἡ ερήνη το Θεο, στήν ποία χετε κληθε λοι σάν να σμα, ς κατευθύνει τίς καρδιές σας. Γιά λα νά εγνωμονετε τό Θεό» (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 15). Γιά τήν αἰώνια δόξα τοῦ Χριστοῦ, διότι  «Μᾶς κάλεσε στή σωτηρία μέ τό δικό μας κήρυγμα, στε νά μετάσχετε στή δόξα το Κυρίου μς ησο Χριστο» (Β΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς β΄ 14)

Γιά τήν αἰώνια ζωή, διότι παράγγειλε σ’ ὅλους μας «Νά ἀγωνίζεσαι τόν ὡραῖο ἀγώνα τῆς πίστεως. Κατάκτησε ἔτσι τήν αἰώνια ζωή, στήν ὁποία καί σέ κάλεσε ὁ Θεός, γιά τήν ὁποία ὁμολόγησες τήν καλή ὁμολογία μπροστά σέ πολλούς μάρτυρες» (Πρός Τιμόθεον Α΄ στ΄ 12) Ὁ Κύριος μας μᾶς δίδαξε νά ζοῦμε μέ τρόπο ἀντάξιο Ἐκείνου πού μᾶς κάλεσε «Σς παρακαλ, …νά ζετε μέ τρόπο ντάξιο κείνου πού σς κάλεσε  στή νέα ζωή. Νά ζετε μέ ταπείνωση, πραότητα καί πομονή· νά νέχεστε μέ γάπη νας τόν λλο καί νά προσπαθετε νά διατηρετε, μέ τήν ερήνη πού σς συνδέει μεταξύ σας, τήν νότητα πού δίνει τό Πνεμα το Θεο. Ἕνα σμα ποτελετε λοι κι να πνεμα σς νώνει, πως καί μία εναι λπίδα σας γιά τήν ποία σς κάλεσε Θεός. Ἕνας Κύριος πάρχει, μία πίστη, να βάπτισμα. Ἕνας Θεός καί Πατέρας λων, πού κυριαρχε σ’ λους, νεργε μέσα π’ λους καί κατοικε σέ λους σας » (Πρός Ἐφεσίους δ΄ 1-6)

 

 

17 Ὀκτωβρίου 2025

Εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι

«Εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι»

Δημοσιεύθηκε 16 Ὀκτωβρίου 2025

Αἰώνιο τίθεται μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τό προσωπικό πρόβληµα παντός ἀνθρώπου: Πῶς ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί Σωτῆρας τοῦ ἀνθρώπου σώζει ἐµέ καί τήν ἀνθρωπότητα;

Ὁ Κύριός μας πού γεννήθηκε στήν Παλαιστίνη ὑπό τόν Ρωµαϊκό ζυγό ἐπί αὐτοκράτορος Αὐγούστου καί πέθανε ἐπί αὐτοκράτορος Τιβερίου ἐξακολουθεῖ νά θέτει ἕνα πρόβληµα, ὅπως τό ἔθεσε στούς συγχρόνους Του. Τό πρόβληµα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ γεννᾶται σέ κάθε ἄνθρωπο ὅταν ἀκούσει γιά τό πρόσωπό Του καί τήν διδασκαλία Του. Κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ἐλλόγως τήν ἱστορική ὕπαρξη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ οὔτε τά χαρακτηριστικά τοῦ βίου Του σύµφωνα µέ τίς ἱστορικές πηγές πού ἀποκλείουν τήν ἀµφισβήτηση ὅτι οἱ πληροφορίες αὐτές εἶναι καρπός φαντασίωσης µιᾶς θρησκευτικῆς κοινότητος πού ἐµφανίσθηκε τόν Α΄ αἰώνα.

Ὅταν γίνει δεκτή ἡ ἱστορική ὕπαρξη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅπως µᾶς τήν προβάλλουν τά ἱερά Εὐαγγέλια, ἀνακύπτει τό ἑπόµενο πρόβληµα, αὐτό τῆς ἑρµηνείας τοῦ βίου Του. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός παρουσιάζεται ὅτι ὁµιλεῖ ἐξ ὀνόµατος τοῦ Θεοῦ, ὡς ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ Θεοῦ πρός τό ἀνθρώπινο γένος. Εἶναι Ἐκεῖνος µέ τόν Ὁποῖο ὁ Θεός πού ἀποκαλύφθηκε στήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τώρα ἀποκαλύπτεται τελείως καί ὁριστικῶς. Σ' αὐτόν πού φέρει ἕνα µήνυµα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ ἐνστικτωδῶς νά φανερώσει ὅτι ὁ Θεός εἶναι µαζί του καί νά περιβληθεῖ τό κῦρος ἀξιοπίστων µαρτύρων. Ἕνα γρήγορο βλέµµα στόν βίο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στά γεγονότα τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τήν θεία διδασκαλία Του, τά μεγάλα θαύµατά Του, βεβαιώνει ὅτι Οὗτος περιβαλλόταν ἀπό µάρτυρες, πού µετέδωσαν τόν λόγο Του καί ἀπέδειξε µέ τά θαύµατά Του ὅτι ὁ Θεός ἦταν πάντοτε µαζί Του.

Ὅποιος ἀναγιγνώσκει τά Ἱερά Εὐαγγέλια, ἔστω µέ τόν πιό ἀφηρηµένο τρόπο, ἀναζητεῖ σ' αὐτά µία ἀπάντηση στό πρόβληµα τῆς δικῆς του ζωῆς. Ζητεῖ ὁ βίος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ νά λύσει τά δικά του προσωπικά ὑπαρξιακά προβλήµατα. Ζητεῖ νά τόν σώσει ὁ Ἰησοῦς Χριστός διότι τοῦτο εἶναι τό προσωπικό πρόβληµα παντός ἀνθρώπου: τό νά σωθεῖ. Ἔτσι τό πρόβληµα τῆς ἑρµηνείας τοῦ βίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συµπίπτει µέ τό πρόβληµα παντός ἀνθρώπου πού ἀναζητεῖ τήν σωτηρία του.

Πῶς ὅμως ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός σώζει ἐµέ καί τήν ἀνθρωπότητα;

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός πράγµατι ἐµφανίζεται ὡς ὁ Σωτήρας πού ἔχει στόν Ἑαυτό Του τόν µόνο ζωντανό Θεό. Σ' Αὐτόν ὑπάρχει ὁ Κύριος πού ἐξακολουθεῖ νά προσφέρει τήν σωτηρία στόν κάθε ἄνθρωπο. Ὁ βίος τοῦ Ἰησοῦ προβάλλει ὡς µία συνεχής καί προοδευτική ἐνσάρκωση καί προσφορά τοῦ Θεοῦ πρός σωτηρία τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός θέλει νά προεκτείνει ἀνά τούς αἰῶνες τήν σωτήρια ἐπίδρασή Του µέ ἕναν θεσµό, στόν ὁποῖο θά παραµένει παρών καί ὅπου κάθε ἄνθρωπος θά δύναται νά ζητήσει τήν σωτηρία. Αὐτός ὁ θεσµός εἶναι ἡ Ἐκκλησία Του.

Ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ βρίσκονται δύο κατηγορίες ἀνθρώπων. Αὐτός παραµένει στό κέντρο ἀπό τό Ὁποῖο πολλοί ἀποµακρύνονται καί στόν Ὁποῖο ἄλλοι πλησιάζουν κατά τήν Προφητεία τοῦ Συµεών τοῦ Ἱεροσολυµίτου στήν ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν Ναό τῶν Ἱεροσολύµων: «Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σηµεῖον ἀντιλεγόµενον» (Λουκᾶ β΄, 34). Δηλαδή ««Αὐτός θά γίνει αἰτία νά καταστραφοῦν ἤ νά σωθοῦν πολλοί Ἰσραηλίτες. Θά εἶναι σημεῖο ἀντιλεγόμενο». Ἀπό τό ἕνα µέρος οἱ Μαθητές µέ συνεχῆ προσπάθεια διεισδύουν στό µυστήριό Του ὁδηγούµενοι ἀπό τόν Ἴδιο. Ἀπό τό ἄλλο µέρος οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ λοιποί πνευµατικοί καί θρησκευτικοί Ἡγέτες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀποµακρύνονται προοδευτικῶς γιά νά Τόν ὁδηγήσουν στό τέλος στόν θάνατο. Ὁ καθένας εἶναι δυνατό νά διερωτηθεῖ ποιά ὑπῆρξε ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς διαφορετικῆς στάσης ἔναντι τοῦ Ἰησοῦ καί πρός ποίαν πλευράν πρόκειται νά τοποθετηθεῖ γνωρίζοντας ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός θά εἶναι γι' αὐτόν ἤ ἡ σωτηρία ἤ ἡ ἀπώλεια.

Μία προσεκτική ἐξέταση τῶν κειµένων φανερώνει  τόν βαθύ λόγο τῆς ἀρνήσεως τῶν µέν καί τῆς µακαριότητος τῶν δέ. Ὁ καθένας ἀντιλαµβάνεται ὅτι γιά νά διεισδύσει στό µυστήριο τοῦ Ἰησοῦ χρειάζεται ἡ πίστη, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ εὐθεία καί καθαρά καρδιά τῶν ἁγνῶν ψυχῶν πού Τόν ἀγάπησαν καί τόν ἀκολούθησαν. Ἡ ἀποδοχή τοῦ µυστηρίου τούτου πραγµατοποιεῖται µέ τήν πίστη πού φέρει καρπό τήν σωτηρία. Αὐτή εἶναι ἕνα φαινόµενο καί ἕνα γεγονός κάθε ἐποχῆς καί κάθε τόπου.

Τά Εὐαγγέλια ὁδηγοῦν στήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό. Μέ τήν πίστη καί τά Μυστήρια ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἑνώνεται µέ τόν ἄνθρωπο καί τόν σώζει. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ θέωσή του.

10 Ὀκτωβρίου 2025

Ὅς ἐπικαλέσητε τὸ ὄνομά Του σωθήσεται

«Ὅς ἐπικαλέσητε τὸ ὄνομά Του σωθήσεται»

Δημοσιεύθηκε 09 Ὀκτωβρίου 2025

Ὁ Κύριος μᾶς ἔδειξε πῶς νὰ προσευχόμαστε. ῞Οταν τὸν εἶδαν οἱ Μαθητές Του νὰ προσεύχεται ἀμέσως Τὸν παρεκάλεσαν νὰ τοὺς διδάξει πῶς νὰ προσεύχονται. Διαπιστώνουμε ὅτι ἡ ὑποδειγματικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου μας προκαλεῖ ἐπιθυμία γιὰ προσευχή, εἶναι κάτι ποὺ τὸ μαθαίνουμε· «δίδαξον ἡμᾶς  προσεύχεσθαι», πρέπει νὰ εἶναι σύντομη· «προσευχόμενοι μὴ βαττολογήσητε», πρέπει νά προσευχόμεθα μ᾿ ἐγκαρδιότητα, νά προσευχόμαστε σὰν ἀδέλφια  «ἡμῶν», νά προσευχόμαστε μὲ σεβασμό «ποὺ εἶσαι στὸν οὐρανό», νά προτάσσουμε αἰτήματα γιὰ τὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεό «ἂς ἁγιασθεῖ τὸ ῎Ονομά σου, ἂς ἔλθει ἡ Βασιλεία σου, ἂς γίνει τὸ θέλημά σου». Ἔπειτα ἀκολουθοῦν τὰ αἰτήματα γιὰ τὶς ἀνάγκες μας· «δός μας τὸ ψωμί μας τὸ καθημερινό», «συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες μας», «μὴ μᾶς φέρεις σὲ πειρασμό», «ἐλευθέρωσέ μας ἀπὸ τὸν πονηρό» (βλ. Ματθαίου στ΄, 11-13 καί Λουκᾶ ια, 1-4) καί τέλος ἀφοῦ πρῶτα συμφιλιωθοῦμε μὲ τοὺς ἀδελφούς μας (βλ. Ματθαίου ε΄, 23-24). Ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου μας προκύπτει ἡ θέση καὶ ἡ σημασία ποὺ ἔχει ἡ προσευχὴ στὴν ζωὴ Του. ῾Ο Κύριος συχνὰ προσεύχεται στὸ ὄρος «κατ’ ἰδίαν» (Ματθαίου ιδ΄, 23), «μόνος» (Λουκᾶ θ΄, 18) ἀκόμη καὶ ὅταν ὅλος ὁ κόσμος Τὸν ἀναζητεῖ (Μάρκου α΄, 37). ῾Η προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ ἀφορᾶ στὴν ἀποστολή Του ἢ στὴν παιδαγωγία τῶν μαθητῶν, ποὺ καὶ τὰ δύο μνημονεύονται σὲ τέσσερις ἀναφορὲς προσευχῆς ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ· Στὴν βάπτισή Του (γ´, 21), πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκλογὴ τῶν Δώδεκα ᾿Αποστόλων (στ´, 12), στὴν Μεταμόρφωσί Του (θ´, 29), πρὶν ἀπὸ τὴν διδακαλία τοῦ «Πάτερ ἡμῶν» (ια´, 1). Ὁ Χριστός προσευχήθηκε γιὰ τὴν πίστι τῶν δικῶν Του. «᾿Εδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου» (Λουκᾶ κβ΄, 32), εἶπε στὸν ἀπόστολο Πέτρο στὸ ὑπερῶο τῆς ῾Ιερουσαλήμ, ποὺ ἔγινε ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος.

῾Η στενὴ σχέση ἀνάμεσα στὴν προσευχὴ καὶ στὴν ἀποστολή Του γίνεται φανερὴ τὴν περίοδο τῶν σαράντα ἡμερῶν στὴν ἔρημο ποὺ παρέμεινε νηστεύοντας καὶ προσευχόμενος, μὲ τὶς ὁποῖες ἐγκαινίασε τὴν ἀποστολή Του καὶ τὸ ἔργο Του. ῾Η ἀποφασιστικὴ δοκιμασία εἶναι ἡ δοκιμασία τοῦ τέλους, τότε ποὺ ὁ ᾿Ιησοῦς προσευχήθηκε καὶ ζήτησε νὰ προσευχηθοῦν μαζί Του καὶ οἱ μαθητές Του στὸ ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν. ῾Η ὥρα αὐτὴ συνοψίζει ὅλη τὴν χριστιανικὴ προσευχὴ μὲ τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά· Εἶναι υἱική, ἀφοῦ ἀρχίζει μὲ τὴν προσφώνησι «ἀββᾶ» δηλαδή «Πάτερ», δείχνει ἐμπιστοσύνη ὅταν λέει «πάντα δυνατά σοι», ἐκφράζει τὴν ὑπακοή Του στὴν δοκιμασία ποὺ δηλώνεται, μὲ τό «ἀλλ’ οὐ τί ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ εἴ τι σύ» (Μάρκου ιδ΄, 36). ῾Η προσευχή Του τέλος εἰσακούεται πέρα ἀπὸ κάθε προσδοκία. ῾Η ἐνίσχυση τοῦ ᾿Αγγέλου (Λουκᾶ κβ΄, 34) εἶναι ἡ ἄμεση ἀπάντηση ποὺ δίνει ὁ Πατέρας γιὰ τὴν παροῦσα στιγμή. ῾Η πρὸς ῾Εβραίους ὅμως ἐπιστολὴ μᾶς δείχνει μὲ ριζοσπαστικὸ καὶ τολμηρὸ τρόπο, ὅτι μὲ τὴν ᾿Ανάσταση εἰσακούσθηκε αὐτὴ ἡ τόσο ἀληθινὰ ἀνθρώπινη προσευχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. «῾Ο Χριστός, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του ἔκανε, μὲ δυνατὲς κραυγὲς καὶ δάκρυα, προσευχὲς καὶ ἱκεσίες στὸν Θεό, ποὺ μποροῦσε νὰ Τὸν σώσει ἀπὸ τὸν θάνατο. Καὶ εἰσακούσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν εὐλάβειά του» (Πρός Ἑβραίους ε΄, 7). ῾Η ᾿Ανάσταση τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἡ ἀπάντηση σ᾿ αὐτὴ τὴν προσευχὴ τοῦ Θεανθρώπου ποὺ ἐπαναλαμβάνει ὅλα τὰ ἀνθρώπινα αἰτήματα τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας, ὅπως διατυπώνονται στὸν 2ο Ψαλμό (στ. 2) μὲ τὴν προτροπή «αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ καὶ δώσω σοι». Στόν Μυστικό Δεῖπνο ὁ Χριστός, ἀφοῦ εἶπε πῶς πρέπει νὰ προσεύχονται οἱ Μαθητές Του, προσεύχεται καὶ ὁ ῎Ιδιος. Στὴν ἀποχαιρετιστήριο ὁμιλία Του τόνισε πρὸς τοὺς Μαθητές Του τὴν βεβαιότητα ὅτι ὁ προσευχόμενος εἰσακούεται. Μὲ τὸν ὅρο «ἐν τῷ ὀνόματί μου» δίνει νέα διάστασι καὶ προοπτικὴ στὴν προσευχὴ μας. Νὰ προσεύχεται κανείς «ἐν τῷ ὀνόματι» τοῦ Χριστοῦ προϋποθέτει κάτι περισσότερο ἀπὸ μία διατύπωση. Προϋποθέτει ἕνα ἀληθινὸ δεσμὸ μ᾿ αὐτὸν τὸν ἄλλον. Σημαίνει ὅτι θέλει ἐκεῖνο ποὺ θέλει κι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός. ῾Η θέλησις ὅμως τοῦ ᾿Ιησοῦ Χροστοῦ εἶναι ἡ ἀποστολή Του· Θέλει ἡ ἑνότητά Του μὲ τὸν Πατέρα Του νὰ γίνει τὸ θεμέλιο τῆς ἑνότητος ὅλως ἐκείνων ποὺ κάλεσε «ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» (Ἰωάννη ιζ΄, 22). Σημαίνει ἐπίσης νὰ ζεῖ κανεὶς σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του. ῾Η ἀγάπη λοιπὸν εἶναι τὸ πᾶν στὴν προσευχή, ἡ προϋπόθεσις καὶ τὸ τέλος της. Μ᾿ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις πραγματοποιεῖται καὶ ἐπαληθεύεται ὁ προφητικὸς λόγος «Πᾶς ὃς ἐπικαλέσητε τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ἰωήλ γ΄, 5 καί Πρός Ρωμαίους α΄, 13).

2 Ὀκτωβρίου 2025

Τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ

«Τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ»

Δημοσιεύθηκε 2.10.2025

Ἡ θεωρία, δηλαδή ἡ νοερή γνώση, εἶναι δῶρο καί ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος στούς πιστούς. «τό γάρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ» (Κορινθίους Α΄ β΄, 10). Γι’ αὐτό λοιπόν τό ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλύπτει τίς μυστικές θεωρίες καί σοφίες τοῦ Θεοῦ, τόσο στούς Ἀγγέλους ὅσο καί στούς ἀνθρώπους.

Ὅπως δέν δύναται κάποιος ἄλλος νά γνωρίσει τά κρύφια τοῦ ἀνθρώπου καί ἐγκάρδια, παρά μόνο τό πνεῦμα του, δηλαδή ἡ συνείδηση του, ἔτσι καί τά τοῦ Θεοῦ κρύφια κανένας δέν γνωρίζει, παρά μόνο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό οἱ λογικοί ἄνθρωποι ἐλάβαμε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γιά νά γνωρίσουμε τά πνευματικά μυστήρια, πού χαρίσθηκαν σ’ ἐμᾶς ἀπό τόν Θεό κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο (βλ. Κορινθίους Α΄ β΄, 11).

Μέ ὅλη του τή συμπεριφορά ὁ Χριστός ἐκδηλώνει τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύµατος µέσα Του (Λουκᾶ 4, 14). «Ἐν Πνεύματι» ἀντιμετωπίζει τό διάβολο (Ματθαίου 4, 1) καί λυτρώνει τά θύματά του (Ματθαίου 12, 28), φέρνει στούς φτωχούς τό χαρμόσυνο ἄγγελμα καί τό Λόγο τοῦ Θεοῦ (Λουκᾶ 4, 18). «Ἐν Πνεύματι» ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Πατέρα (Λουκᾶ 10, 21). Τά θαύματά του πού κατανικοῦν τό κακό καί τό θάνατο, ἡ δύναμη καί ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου του, ἡ ἄμεση οἰκειότητά του μέ τό Θεό, εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι πάνω του «ἀναπαύεται τὸ Πνεῦμα» (Ἡσαΐου 61, 1) καί ὅτι αὐτός εἶναι ταυτόχρονα ὁ Μεσσίας πού λυτρώνει, ὁ ἀναμενόμενος προφήτης καί ὁ ἀγαπημένος Δοῦλος. Κανείς ποτέ δέν κατεῖχε τό Πνεῦμα ὅσο ἐκεῖνος, «οὐκ ἐκ μέτρου» (Ἰωάννου 3, 34).

Γιά νά ἐκπληρώσει τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς δέ χρειάζεται τό Πνεῦμα. Ὄχι ὅτι θά μποροῦσε νά κάνει ποτέ δίχως αὐτό, ὅπως δέν μπορεῖ νά κάνει χωρίς τόν Πατέρα, ἀλλά, ὅπως ὁ Πατέρας «μετ᾽ αὐτοῦ ἐστιν» (Ἰωάννου 8, 29), ἔτσι καί τό Πνεῦμα δέν μπορεῖ ποτέ νά τοῦ λείψει. Ἡ ἀπουσία στόν ᾿Ιησοῦ τῶν συνηθισμένων ἀπηχήσεων τοῦ Πνεύματος εἶναι σημεῖο τῆς θεότητάς του. Δέν αἰσθάνεται τό Πνεῦμα σάν μιά δύναμη πού θά τόν κατέκλυζε ἀπό ἔξω, ἀλλά σάν κάτι δικό του. Τό Πνεῦμα τοῦ ἀνήκει, εἶναι τό δικό του τό Πνεῦμα (Ἰωάννου 16, 14 ἑξ).

Μολονότι εἶναι πλήρης Πνεύματος καί δέν ἐνεργεῖ παρά μόνο δι᾽ αὐτοῦ, ὁ ᾿Ιησοῦς δέ μιλάει ποτέ γι᾿ αὐτό. Τό φανερώνει σέ ὅλα του τά ἔργα, δέν μπορεῖ ὅμως νά τό παρουσιάσει ξεχωριστά ἀπό τόν ἑαυτό του, ὅσο ζεῖ ἀνάμεσά μας. Γιά νά διαχυθεῖ καί νά ἀναγνωριστεῖ τό Πνεῦμα, πρέπει νά ἀποσυρθεῖ ὁ ᾿Ιησοῦς (Ἰωάννου 7, 39· 16,7). Τότε θά ἀναγνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τί εἶναι τό Πνεῦμα καί ὅτι ἀποστέλλεται ἀπό αὐτόν. Γι᾿ αὐτό ὁ ᾿Ιησοῦς δέ μιλάει στούς δικούς του γιά τό Πνεῦμα παρά μόνο ὅταν χωρίζεται ὡς αἰσθητή παρουσία ἀπό αὐτούς προσωρινά (Ματθαίου 10, 20) ἤ γιά πάντα (Ἰωάννου 14, 16 ἑξ.· 16,13 ἑξ.).

Στούς Συνοπτικούς (Ματθαῖο, Μάρκο καί Λουκᾶ), τό Πνεῦμα φαίνεται ὅτι δέ θά πρέπει νά ἐκδηλώνεται παρά μόνο σέ σοβαρές περιπτώσεις, στό μέσο θριαμβευτῶν ἀντιπάλων (Μάρκου 13, 11). ᾿Αλλά οἱ ἐκμυστηρεύσεις τοῦ ᾿Ιησοῦ στό λόγο του μετά τό Μυστικό Δεῖπνο εἶναι πιό συγκεκριμένες. Ἡ ἐχθρότητα τοῦ κόσμου πρός τόν ᾿Ιησοῦ δέν εἶναι τυχαία, καί, μολονότι δέν ἐκδηλώνεται καθημερινά μέ βίαιους διωγμούς, οἱ μαθητές ὡστόσο θά αἰσθάνονται καθημερινά νά βαραίνει ἡ ἀπειλή της πάνω τους (Ἰωάννου 15, 18-21), γι᾿ αὐτό καί καθημερινά τό Πνεῦμα θά εἶναι μαζί τους (Ἰωάννου 14, 16 ἑξ.). Ὅπως ὁ ᾿Ιησοῦς ὁμολόγησε τόν Πατέρα του μέ ὅλη του τή ζωή (Ἰωάννου 3,41· 8, 50· 12, 49), ἔτσι καί οἱ μαθητές θά πρέπει νά δώσουν μαρτυρία γιά τόν Κύριο (Μάρκου 13, 9· Ἰωάννου 15, 27). Ὅσο ὁ ᾿Ιησοῦς ζοῦσε κοντά τους, δέν εἶχαν νά φοβηθοῦν τίποτα, ἦταν ὁ Παράκλητός τους, πάντα κοντά τους γιά νά τούς ὑπερασπιστεῖ καί νά τούς βγάλει ἀπό τίς δύσκολες περιστάσεις (Ἰωάννου 17, 12). Ὅταν ἐκεῖνος φύγει, τό Πνεῦμα θά πάρει τή ϑέση του γιά νά εἶναι ὁ Παράκλητός τους (Ἰωάννου 14, 16· 16, 7). Διακρίνεται ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ, δέ θά μιλήσει ὅμως στό δικό του τό ὄνομα, ἀλλά πάντα στό ὄνομα τοῦ ᾿Ιησοῦ ἀπό τόν ὁποῖο εἶναι ἀχώριστο καί τόν ὁποῖο θά «δοξάσει» (Ἰωάννου 16, 13 ἑξ.). Τό Πνεῦμα θά ἐπαναφέρει τούς μαθητές στά ἔργα καί στά λόγια τοῦ Κυρίου καί θά τούς δώσει τήν ἱκανότητα νά τά καταλάβουν (Ἰωάννου 14, 26), θά τούς δώσει τή δύναμη νά ἀντιμετωπίσουν τόν κόσμο στό Ὄνομα τοῦ ᾿Ιησοῦ.

 

 

25 Σεπτεμβρίου 2025

ἔσται μέγας ἐνώπιον Κυρίου

«ἔσται μέγας ἐνώπιον Κυρίου»

Δημοσιεύθηκε 25 Σεπτεμβρίου 2025

Ἡ σεβάσμια ἑορτή τῆς συλλήψεως τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Προφήτου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου (23 Σεπτεμβρίου) συγκαλεῖ τούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας μας νά τιμήσουν τό μέγα πρόσωπό του καί τήν μεγάλη του καί σημαντική διακονία του στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

          Ὅταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ ἐπισκέφθηκε τόν Πατέρα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, τόν Προφήτη Ζαχαρία, τόν ἱερέα γιά νά τοῦ ἀναγγείλει τήν γέννηση τοῦ υἱοῦ του, εἶπε :  «Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία, γιατί ἡ προσευχή σου εἰσακούστηκε καὶ ἡ γυναίκα σου ἡ Ἐλισάβετ θὰ σοῦ γεννήσει γιό, καὶ θὰ τοῦ δώσεις τὸ ὄνομα Ἰωάννης (Λουκᾶ α΄ 13). Ἡ γέννησή του θά γίνει πρόξενος χαρᾶς καί εὐφροσύνης σέ πολλούς ἀνθρώπους, ἕνεκα τοῦ ὅτι ὅπως εἶχε προαναγγελθεῖ θά εἶναι ὁ Πρόδρομος τοῦ Μεσσία. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος θά ἀναδεικνύετο μέγας μπροστά στό Θεό, δηλαδή κατά τήν ἐκτίμηση τοῦ Θεοῦ. Πράγματι ὁ Κύριος μας ἐπιβεβαίωσε αὐτή τήν προφητεία λέγοντας γιά τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο ὅτι «οκ γγερται ν γεννητος γυναικν μεζων ωννου το βαπτιστο» (Ματθαίου ια΄ 11). Ὁ Ἰωάννης δέν ἔπινε οἶνο καί ποτά, ἀπεῖχε ἀπό τίς ἡδονές τῆς ἁμαρτίας καί ἦταν πεπληρωμένος Πνεύματος ἁγίου, ἐνῶ ἀκόμα εὑρίσκετο στήν κοιλιά τῆς μητέρας του. Μέ τό κήρυγμά του θά ἀποκαταστήσει τίς σχέσεις τῶν Ἰουδαίων μέ τόν Θεό, διδάσκοντάς τους τήν οὐσία τῆς θρησκείας τους.   

Στόν δημόσιο διάλογο πού διηξήχθη μεταξύ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν Φαρισαίων τήν ἑπομένη  τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου στόν Ναό τῶν Ἱεροσολύμων, τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, οἱ Φαρισαῖοι ρώτησαν τόν Κύριό μας νά τούς δικαιολογήσει ὅσα εἶχαν συμβεῖ τήν προηγουμένη ἡμέρα. Ὁ Κύριός μας τούς ἔθεσε ὅρο γιά νά τούς ἀπαντήσει νά Τοῦ δώσουν ἀπάντηση στό ἐρώτημά Του γιά τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, ἐάν ἦταν ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἤ ἀνθρώπινη ἐπινόηση. Τότε οἱ Φαρισαῖοι ἀποστομώθηκαν, διότι ὅπως γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὅποια ἀπάντηση κι’ ἄν ἔδιδαν θά ἐλέγχονταν (βλ. Ματθαίου κα΄ 23-27). Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὅμως ἀποτυπώνει καί τήν ἐκτίμηση πού εἶχε ὁ Ἰουδαϊκός λαός γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη πού τόν ἐγνώριζαν καί οἱ Φαρισαῖοι  (βλ. Ματθαίου κα΄ 26). Τό κήρυγμά τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ἱκανοποιοῦσε τόν λαό.

Οἱ Ἰουδαῖοι δόξαζαν τόν Θεό ἀκούοντας τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ πού ἱκανοποιοῦσε τόν νοῦ καί τήν καρδιά τους. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπεδείκνυε ὅτι ὁ Θεός δέν τούς εἶχε ἐγκαταλείψει (βλ. Λουκᾶ ζ΄ 29). Ὁ Ἰουδαϊκός λαός ἀποδεχόταν τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου καί ἔπραττε σύμφωνα μ’ αὐτό.

Ἀπό τίς ἀναφορές τῶν Εὐαγγελιστῶν συνάγεται, ὅτι ὁ Ἰουδαϊκός λαός ἐκτιμοῦσε τόν ἅγιο Ἰωάννη, ἐπειδή τόν θεωροῦσε προφήτη. Ἀκόμη οἱ σύγχρονοι του Ἰουδαῖοι τόν θεωροῦσαν ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας (Λουκᾶ γ΄15). Γι’ αὐτό καί ἀποδέχονταν τό κήρυγμα του καί προσήρχοντο νά βαπτιστοῦν ἐξομολογούμενοι τίς ἁμαρτίες τους (Ματθαίου γ΄5-6).

Οἱ Ἰουδαῖοι ἔδειχαν τήν ἱκανοποίησή τους δοξάζοντας τόν Θεό πού τούς ἔστειλε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Βαπτιστή (βλ. Λουκᾶ ζ΄ 29). Οἱ πνευματικοί Ἡγέτες τῶν Ἰουδαίων δέν λάμβαναν ὑπ’ ὄψι τους ὅσα κήρυττε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής.

Ὁ Κύριος στηλίτευσε τούς ἀρχιερεῖς (θρησκευτικοί ἡγέτες) καί τούς πρεσβυτέρους (πολιτικοί ἡγέτες) τῶν Ἰουδαίων πού δέν ἀνταποκρίθηκαν στό κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ νά μετανοήσουν καί νά βαπτιστοῦν.  «Γιατί ἦρθε σ’ ἐσᾶς ὁ Ἰωάννης κηρύττοντας τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, καὶ δὲν τὸν πιστέψατε οἱ τελῶνες ὅμως καὶ οἱ πόρνες τὸν πίστεψαν ἐνῶ ἐσεῖς, παρ’ ὅλο πού τοὺς εἴδατε, δὲ μετανιώσατε οὔτε τότε γιὰ νὰ τὸν πιστέψετε» (Ματθαίου κα΄32)

Ὁ κυβερνήτης τῆς Γαλιλαίας καί τῆς Ὑπεριορδανίας, τῆς περιοχῆς στήν ὁποία ὑπάγονταν καί ἡ περιοχή πού ἐκήρυττε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ὁ Ἠρώδης ὁ Ἀντίπας ἐσέβετο τόν ἅγιο Ἰωάννη, ἄκουε εὐχάριστα τό κήρυγμά του, ἀλλά δέν ἐφήρμοζε αὐτά πού ἄκουε. Ἡ προσοχή του ἦταν ἐπιφανειακή, ρηχή, χωρίς οὐσιαστική ἀποδοχή. Γι’ αὐτό καί ὅταν κλήθηκε νά τηρήσει τήν ὑπόσχεση του πρός τήν ἀνεψιά του Σαλώμη (ἦταν θυγατέρα τοῦ ἑτεροθαλοῦς ἀδελφοῦ του Φιλίππου) δέν δίστασε νά ἀποκεφαλίσει τόν ἅγιο.  «Γιατί ὁ Ἡρώδης φοβόταν τὸν Ἰωάννη, ἐπειδὴ ἤξερε ὅτι ἦταν δίκαιος κι ἅγιος ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ τὸν προστάτευε, ἔκανε πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ πού τὸν ἄκουσε νὰ λέει καὶ τὸν ἄκουγε εὐχαρίστως»  (Μάρκου στ΄ 20).  «Ὁ βασιλιὰς λυπήθηκε, ἐξαιτίας ὅμως τοῦ ὅρκου ποῦ εἶχε δώσει μπροστὰ στοὺς καλεσμένους δὲν ἤθελε νὰ τῆς τὰ ἀρνηθεῖ. Ἔστειλε τότε ἀμέσως ὁ βασιλιὰς ἕνα στρατιώτη τῆς φρουρᾶς μὲ τὴ διαταγὴ νὰ φέρει τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννη »  (Μάρκου στ΄ 26-27)

 

18 Σεπτεμβρίου 2025

ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς

«ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς»

Δημοσιεύθηκε 18 Σεπτεμβρίου 2025

Τήν Κυριακή πρό τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἑκάστου ἔτους ἐπιτελοῦμε τήν μνήμη τῶν Ἐθνοϊερομαρτύρων Μητροπολιτῶν Σμύρνης Χρυσοστόμου, Μοσχονησίων Ἀμβροσίου, Κυδωνιῶν Γρηγορίου, Ἰκονίου Προκοπίου καί Ἐπισκόπου Ζήλων Εὐθυμίου καί τῶν λοιπῶν Κληρικῶν καί Λαϊκῶν πού ὑπέστησαν βίαιο καί μαρτυρικό θάνατο κατά τήν Μικρασιατική Καταστροφή (1922), πού κατά τό διανυόμενο ἔτος συμπληρώνονται 103 χρόνια. Θυμώμαστε καί τιμᾶμε τούς  Ἐθνοϊερομάρτυρες Ἱεράρχες:

α) Τόν κορυφαῖο Ἐθνοϊερόμαρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο πού κατακρεουργήθηκε τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου τῆς 27ης Αὐγούστου 1922 ἀπό σκληρούς καί ἀνελέητους δημίους. Ἡ βαρβαρότητά τους συγκλόνησε τό ποίμνιό του, τούς Ἕλληνες, τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Παραδόθηκε ὡς ἐξιλαστήριο θῦμα ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος μας στόν μαινόμενο κατ’ αὐτοῦ Τουρκικό ὄχλο, ἀπό τόν ὁποῖο δεινῶς προπηλακιζόμενος ἀνεσκολοπίσθη βάναυσα καί φρικτά. Θυσιάσθηκε ὡς θῦμα ἄμωμο καί ἑκούσιο, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νά δεχθεῖ τήν προσφερθεῖσα σ’ αὐτόν διάσωση μέ τήν φυγή, διότι βάρυνε στήν ἀρχιερατική συνείδηση του ὁ λόγος τοῦ Κυρίου γιά τόν καλό Ποιμένα (Ἰωάννης ι΄ 12-13).

β) Τόν Κυδωνιῶν Γρηγόριο. Ὁ Ἱεράρχης αὐτός προστάτεψε τό ποίμνιό του ἀπό τούς διωγμούς τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν καί ἔσωσε πολλούς φυλακισμένους καί μελλοθανάτους. Φυγάδευσε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ποιμνίου του σέ ἀσφαλεῖς τόπους ἔξω τῶν Τουρκικῶν συνόρων. Συγκακουχούμενος ὁ ἴδιος μέ τούς ὑπόλοιπους ἐκτοπίσθηκε μαζί τους τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἔτους 1922. Ἐνῶ ἑτοιμάσθηκε ὁ λάκκος πού εἶχαν σκάψει γιά αὐτόν οἱ δημιοί του γιά νά τόν θάψουν ζωντανό ξεψύχησε ἀπό ἐγκεφαλική συμφόρηση, τελειωθείς ἐν Κυρίῳ ὡς νεομάρτυς τήν 3η Ὀκτωβρίου 1922.

γ) Τόν Μοσχονησίων Ἀμβρόσιο. Ὁ Ἱεράρχης αὐτός  μαρτύρησε, ἀφοῦ βασανίσθηκε μέ τό πετάλωμα τῶν ποδιῶν του καί τήν κατατεμάχηση τοῦ σώματός του, μαζί μέ ἄλλους Ἱερεῖς πού συμμαρτύρησαν μαζί του καί ἄλλους πιστούς τῆς Ἐπαρχίας του.

δ) Τόν Ἰκονίου Προκόπιο. Στό μέσο τῆς καταδυναστεύσεως τοῦ ποιμνίου του καί τῶν Ποιμένων του ἀπό τίς Ἀρχές τῶν Νεοτούρκων, καί τῶν ἀπεγνωσμένων κραυγῶν τοῦ λαοῦ ὁ Ποιμενάρχης παρέδωκε τό πνεῦμα στό Μέγα Ἀρχιερέα καί Σωτῆρα Χριστό προμαχώντας καί συμπάσχοντας μέ τούς στενάζοντες Ἕλληνες Χριστιανούς τῆς Ἀνατολίας.

καί ε)Τόν Ζήλων Εὐθύμιο. Ὁ Ἱεράρχης ἐνῶ ἦταν φυλακισμένος στήν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου ὡς κατηγορούμενος γιά ἐσχάτη προδοσία τοῦ Τουρκικοῦ Ἔθνους τό Πάσχα τοῦ ἔτους 1921 μετέδιδε στούς κρατούμενους μαζί μέ τόν πασχάλιο χαιρετισμό καί τό μήνυμα τῆς ἐθνικῆς ἀναστάσεως. Ὑφίστατο καθημερινά γιά 41 ἡμέρες πολυώδυνα μαρτύρια ἀπό τά ὁποῖα ὑπέκυψε σέ θάνατο τήν 29η Μαΐου 1921. Τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του ἔψαλλε μόνος του τήν νεκρώσιμη Ἀκολουθία γιά τόν ἑαυτό του καί μετέστη πρός Κύριον ὡς Ἐθνομάρτυρας καί Ἱερομάρτυρας.  

Θυμώμαστε ἐπίσης τά ἄμωμα θύματα τῆς σκληρῆς καί ἀπάνθρωπης  θηριωδίας ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐξοντώθηκαν οἱ Ἕλληνες τῆς Τουρκίας πού κατοικοῦσαν στόν Πόντο, στήν Θράκη στά παράλια τῆς Μαύρης θάλασσας καί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τήν ὀκταετία 1914-1922 καί ἔχουν καταγραφεῖ σέ εἰδικές ἐκδόσεις τά δεδομένα αὐτῆς τῆς Γενοκτονίας.

Θυμώμαστε ὅτι ἐνῶ οἱ σεβάσμιοι Πρόγονοί μας διώχθηκαν μέ ἀγριότητα καί βαρβαρότητα ἀπό τίς πατρογονικές πατρίδες τους δέν ἐξαφανίσθηκαν. Ἐφοδιασμένοι μέ τήν πίστη στό Θεό καί στίς ἀρχές καί ἀξίες τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Γένους μας ἐπεβίωσαν δημιουργώντας τίς νέες λαμπρές πατρίδες στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα μέ κόπο, μόχθο καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος χωρίς περιουσία ζεῖ χωρίς Θεό καί Πατρίδα ὅμως δέν ζεῖ, ὅπως διεκήρυξε ὁ Κύριός μας «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάννου ιε΄, 5).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποτύπωσε τήν αὐτοθυσία τῶν Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας μας: «Μᾶς διώκουν, ὁ Θεός ὅμως δέν μᾶς ἐγκαταλείπει, μᾶς ρίχνουν κάτω, μά δέν χάνουμε τόν ἀγῶνα. Συνεχῶς ὑποφέρουμε σωματικά μετέχοντες ἔτσι στό θάνατο τοῦ Κυρίου γιά νά φανερωθεῖ στό πρόσωπό μας ἡ ζωή τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ. Δηλαδή εἴμαστε ζωντανοί ἀλλά ἐκθέτουμε συνεχῶς τόν ἑαυτό μας στό θάνατο γιά χάρη τοῦ Ἰησοῦ » (Πρός Κορινθίους Β΄, στ΄, 9-11)

Ὅλοι αὐτοί οἱ σεβάσμιοι μάρτυρες τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος εἶναι ἡ πολύτιμη προσφορά καί ἱερή θυσία τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων στόν Τριαδικό Θεό. Ἐκεῖνος εὐλόγησε καί ἔδωκε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς πιστούς καί ζύμωσε τόν νοῦ καί τίς καρδιές τους στήν τέλεια ἀγάπη καί ἀλλοίωσε τά φρονήματά τους πρός εὐσέβεια, κατά τό : «ἕνεκα σου θανατούμεθα ὅλην τήν ἡμέραν ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς» (Ψαλμοῦ μγ΄ 23)· ἐμπνεόμενοι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἀντιμετώπισαν μέ καρτερία τά παθήματά τους καί αὐτόν τόν θάνατο διότι πίστευαν ὅτι ἡ θυσία τους θά τούς χαρίσει αἰώνια δόξα, τιμή καί ζωή.

12 Σεπτεμβρίου 2025

καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ

«καυχσθαι ε μ ν τ σταυρ»

Δημοσιεύθηκε 11.09.2025

                        Ἄλλοι ἴσως καυχῶνται γιὰ τὴν καταγωγὴ τους ἀπὸ ἔνδοξους προγόνους, ἢ γιὰ τὰ πλούτη τους ἢ γιὰ τὴ σοφία τους· ὅμως γιὰ ἐμᾶς τοὺς πιστούς, τὸ καύχημα τῶν καυχημάτων εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας. Διότι σὲ αὐτόν, σὰν σὲ ἕνα σύμβολο ποὺ περιλαμβάνει μὲ πληρότητα τὴ θρησκεία μας, βρίσκουμε συμπυκνωμένο ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο. Σὲ αὐτὸν μελετᾶμε τὴ βαθιά μας πτώση, σὲ αὐτὸν συναντᾶμε τὴν ἄρρητη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, σὲ αὐτὸν διαβάζουμε τὴ λύση τῶν βασάνων ποὺ ταλαιπωροῦν τὴ ζωή μας.

Καὶ ἔτσι ἄνοιξε γιὰ τὸν πεσμένο ἄνθρωπο ἡ σωτηρία, καὶ αὐτὴ ἡ σωτηρία ἄνοιξε μέσῳ τοῦ Σταυροῦ. Ἀποτροπιαστικό, φρικτὸ καὶ ἀτιμωτικότατο ἦταν αὐτὸ τὸ φονικὸ ὄργανο, ἐπάνω στὸ ὁποῖο κρεμοῦσαν μόνο τοὺς χειρότερους κακούργους, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς γδύνανε, τοὺς μαστιγώνανε στὴν πλάτη καὶ τοὺς ποτίζανε ναρκωτικὸ ποτό, γιὰ νὰ τοὺς καρφώσουν χέρια καὶ πόδια στὸ ξύλινο σταυρὸ καὶ νὰ τοὺς ρίξουν στὴν κόλαση ἀβάσταχτων πόνων, ἀτελείωτων βασάνων, συνεχῶν σπασμῶν καὶ σφαδασμῶν.

Ὅμως ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὸ ὑπέρτατο μαρτύριό Του, ἁγίασε αὐτὸ τὸ φρικτὸ Ξύλο, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπάνω του, σὰν σὲ θάλαμο βαμμένο μὲ πορφύρα, ἐκπλήρωσε τὸ μυστήριο τῆς ἄρρητης ἀγάπης Του καί, συμφιλιώνοντας τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια, ἔκανε ἀπὸ τότε τὸν οὐρανὸ βατὸ γιὰ τὴ γῆ. Ἄς κοιτάξουμε τὸν Σταυρό καί μὲ ταπεινὴ ὑπόκλιση νά μάθουμε τὸν δρόμο ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε στὴ ζωή μας, ἂν δὲν ἦταν μάταιο νὰ χυθεῖ γιὰ ἐμᾶς τὸ πανάκριβο Αἷμα τοῦ Λυτρωτή μας. Μ’ αὐτὸ νίκησε τὴ σάρκα, τὸν κόσμο, τὸν διάβολο, τὰ πάθη, τὶς ἡδονές, τὶς θλίψεις, τὸ ψέμα, τὴν ἀμέλεια, τὴ νωθρότητα. Ὁ Χριστός πέθανε σταυρωμένος. Ὁ σταυρός πού ὑπῆρξε τό ὄργανο τῆς ἀπολυτρώσεως, ἔγινε μαζί μέ τόν θάνατο, τόν πόνο καί τό αἷμα, μία ἀπό τίς οὐσιώδεις λέξεις πού φέρνει στό νοῦ τήν σωτηρία μας. Ὁ σταυρός δέν εἶναι πιά ὄνειδος, ἀλλά ἀπαίτηση καί τίτλος δόξας, πρῶτα γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό καί ἔπειτα γιά τούς μαθητές Του, τούς Χριστιανούς.

            Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζει τήν αὐθόρμητη ἀντίδραση κάθε ἀνθρώπου μπροστά στό σταυρό τῆς ἀπολυτρώσεως στά λόγια : «μες δ κηρσσομεν Χριστν σταυρωμνον, ουδαοις μν σκνδαλον, λλησι δ μωραν»

               Ἦταν δυνατό ἡ σωτηρία νά προέλθει κατά τήν ἀντίληψη πού ἐπικρατοῦσε στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν σταύρωση, αὐτό τό μαρτύριο γιά σκλάβους πού δέν ἀποτελοῦσε μόνο ἕνα σκληρό τρόπο θανατώσεως, ἀλλά καί ντροπή;

            Ἦταν δυνατό ἡ ἀπολύτρωση νά δοθεῖ κατά τήν ἀντίληψη τῶν Ἑβραίων ἀπό ἕνα πτῶμα, πού ἐθεωρεῖτο τόσο ἀκάθαρτο πού ἐπεβάλλετο νά ἀπαλλαγοῦν ἀπ’ αὐτό ὅσο τό δυνατό γρηγορώτερα, ἤ ἀπό ἕνα κατάδικο κρεμασμένο στό ξύλο πού ἔφερνε ἐπάνω του τό σημάδι τῆς θεϊκῆς κατάρας καί τιμωρίας;

            Ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Κυρίου μας ἀποτελεῖ τόν πυρήνα τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων καί τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου κρύβει ἕνα μυστήριο τό νόημα τοῦ ὁποίου ἀποκάλυψε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός ἐπικαλούμενος τήν μαρτυρία τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα : «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» (Ἡσαΐου νγ΄, 4). Στό νόημα τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου μας ἀναφέρεται ὁ ἀπόστολος Πέτρος : «Αὐτός σήκωσε τίς ἁμαρτίες μας  μέ τό ἴδιο του τό σῶμα στό σταυρό, γιά νά πεθάνουμε κι ἐμεῖς  ὡς πρός τήν ἁμαρτία, καί νά ζήσουμε μέσα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μέ τίς πληγές τοῦ Χριστοῦ γιατρευτήκατε».        Γιά τόν Χριστό ὁ σταυρικός Του θάνατος ἔγινε ἡ αἰώνια δόξα Του. Οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ταυτίζονται μέ τόν Διδάσκαλό τους κατά τήν ἀπαίτηση :   «Ε τις θλει πσω μου λθεν, παρνησσθω αυτν κα ρτω τν σταυρν ατο κα κολουθετω μοι». Μέ τούς λόγους αὐτούς ὁ Ἰησοῦς Χριστός ζητεῖ ἀπό τούς μαθητές Του νά πεθάνουν γιά τόν ἑαυτό τους, νά πεθάνουν γιά τόν κόσμο διακόπτοντας ὅλους τούς φυσικούς δεσμούς μέ τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καί νά εἶναι ἕτοιμοι νά δεχθοῦν νά τοῦς πάρουν τήν ζωή ἕνεκα τοῦ Ἰησοῦ. Αὐτά ὅμως συνιστοῦν τήν δόξα του.

            Ὁ σταυρός τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γίνεται στήν ζωή τοῦ Χριστιανοῦ τό σύνορο ἀνάμεσα στούς δύο κόσμους, αὐτόν τῆς σάρκας καί αὐτόν τοῦ πνεύματος.   Ὁ πιστός πού ἀποδέχεται καί σηκώνει τόν σταυρό του ἀκολουθώντας τόν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ ζώντας τήν ἐσταυρωμένη ζωή μπορεῖ μαζί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο νά ἀναφωνεῖ ὑπερήφανα:         «μο δ μ γνοιτο καυχσθαι ε μ ν τ σταυρ το Κυρου μν ησο Χριστο, δι' ο μο κσμος σταρωται κγ τ κσμ» (Γαλάτας στ΄, 14).

4 Σεπτεμβρίου 2025

Πάντα πρὸς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε

 «Πάντα πρὸς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε»

Δημοσιεύθηκε 04 Σεπτεμβρίου 2025

Μὲ αἰσιοδοξία καὶ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ ἀρχίζει τὸ νέο Ἐκκλησιαστικό Ἐτος (1 Σεπτεμβρίου) γιά τό ὁποῖο εὐχόμαστε νά εἶναι ἔτος πνευματικῆς προόδου.

᾿Απὸ αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἄς ἀποφασίσουμε, ὅτι θὰ δεχόμαστε ὅ,τι κι ἂν μᾶς στείλει ὁ Πανάγαθος Θεός, μὲ ὅποια δοκιμασία θέλει νὰ μᾶς δοκιμάσει, λέγοντάς «Γεννηθήτω τὸ θέλημά σου...». Μιὰ ἄς εἶναι ἡ ἐπιθυμία μας, νὰ ζήσουμε στὴ χάρη Του καὶ νὰ ἐκτελοῦμε τὰ πάντα κατὰ τοὺς νόμους, κατὰ τὸ ἅγιο θέλημά Του.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἄς ἀφιερώνουμε στὸν Θεὸ ὅλες τὶς πράξεις μας σύμφωνα μὲ τὴ συμβουλή τοῦ ἁγίου Παύλου «εἴτε ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε ἄλλο τι καλὸ ποιεῖτε πάντα πρὸς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε» (Πρὸς Κορινθίους Α΄, ι΄, 31). Ἡ πρόθεσή μας ἄς εἶναι ὅλες οἱ πράξεις μας νὰ ἔχουν τελικὸ σκοπὸ τὸν Θεό, γιατὶ ὅπως λέγει ἡ Γραφή «ἐν αὐτῷ κινούμεθα καὶ ἐσμέν» (Πράξεων ιζ΄, 28). Ἡ καλή αὐτὴ πρόθεσή μας ἄς περιβάλλει κάθε πράξη μας κι ἀπὸ τιποτένια καὶ μηδαμινή, ἢ ἀδιάφορη ἄς τὴν κάνει ἐπαινετὴ καὶ βραβεύσιμη, ἄξια νὰ γραφεῖ στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς καὶ νὰ ἀποτελέσει διαμάντι στὸ στέφανο δόξης ποὺ μᾶς περιμένει.

Μὲ αὐτὲς τὶς ἀρχὲς ὁ ἐκκλησιαστικός χρόνος θὰ εἶναι εὐλογημένος, γεμᾶτος ἀπό τήν χάρη καί τούς πλούσιες δωρεές Του.

Ὁ χρόνος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μία προνομιοῦχος ἐποχή. Εἶναι ὁ χρόνος τοῦ Πνεύματος (Ἰωάννου ιστ΄, 5-15·Πρός Ρωμαίους η΄, 15 καί ἑξῆς), ὁ χρόνος ὅπου τό Εὐαγγέλιο ἀναγγέλλεται σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὥστε νά μπορέσουν ὅλοι νά ἐπωφεληθοῦν ἀπό τή σωτηρία. Ἡ μεταστροφή στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ γιά κάθε ἄνθρωπο μία ἀλλαγή ἐποχῆς: εἶναι ἕνα πέρασμα ἀπό τόν «παρόντα κόσμο» στό «μέλλοντα κόσμο». Ἡ σπουδαιότητα τοῦ χρόνου τῆς Ἐκκλησίας προέρχεται ἀπό τό γεγονός ὅτι καθιστᾶ δυνατό αὐτό τό πέρασμα. Εἶναι ὁ «δεκτός» καιρός «ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας», πού τίθεται στό ἑξῆς στή διάθεση ὅλων (Β΄ Πρός Κορινθίους στ΄, 1 καί ἑξῆς). Εἶναι τό «σήμερα» τοῦ Θεοῦ, στή διάρκεια τοῦ ὁποίου κάθε ἄνθρωπος προσκαλεῖται στή μεταστροφή κι ἔχει τεράστια σημασία νά ἀκούσει κανείς μέ προσοχή τή θεία φωνή (Πρός Ἑβραίους γ΄, 7-δ΄,11).

Στήν Παλαιά Διαθήκη, τό σχέδιο τῆς σωτηρίας ἐκτυλισσόταν σύμφωνα μέ τίς μυστηριώδεις βουλές τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί ὁ χρόνος τῆς Ἐκκλησίας ὑπακούει κι αὐτός σέ ὁρισμένο σχέδιο, διακρίνοντας ἔτσι τήν οἰκονομία Του. Θά ὑπάρξουν στήν ἀρχή «καιροί ἐθνῶν» πού θά περιλαμβάνουν δύο ὄψεις: ἀπό τή μία, ἡ «Ἱερουσαλήμ [σύμβολο τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ] ἔσται πατουμένη ὑπό ἐθνῶν» (Λουκᾶ κα΄, 24), ἀπό τήν ἄλλη, αὐτά τά ἴδια «ἔθνη» θά μεταστραφοῦν προοδευτικά στό Εὐαγγέλιο (Πρός Ρωμαίους ια΄, 25). Ἔπειτα θά ἔρθει ὁ καιρός τοῦ Ἰσραήλ: τότε μέ τή σειρά του «πᾶς Ἰσραήλ σωθήσεται» (Πρός Ρωμαίους ια΄, 26), καί «ἔσται τό τέλος». Αὐτό εἶναι, σ' ὅλη του τήν ἀνέλιξη, τό µυστήριο τοῦ χρόνου πού καλύπτει ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ὁ Ἰησοῦς, πού τόν ἐξουσιάζει, εἶναι ὁ μόνος ἱκανός ν’ ἀνοίξει τό βιβλίο μέ τίς ἑπτά σφραγίδες, στό ὁποῖο εἶναι γραμμένα τά πεπρωμένα τοῦ κόσμου (Ἀποκαλύψως ε΄).

Ὁ χρόνος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ἱερός, καί μόνο ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀνήκει στό «μέλλοντα κόσμο». Γιά νά εἶναι ἀποτελεσματική ἡ ἱεροποίηση τοῦ χρόνου ἀπό τούς ἀνθρώπους πρέπει νά φανερώνεται μέ ὁρατά σημεῖα: τίς ἅγιες μέρες καί τίς θρησκευτικές γιορτές, πού ἡ ἐτήσια ἐπανάληψή τους συμβαδίζει μέ τούς ρυθμούς τοῦ κοσμικοῦ χρόνου. Ἀπό τόν καιρό τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἰησοῦ στή γῆ τά γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν ἔχουν πιά παρά μόνο τυπική ἀξία, ἀφοῦ τό γεγονός τῆς σωτηρίας εἰσχώρησε στόν ἱστορικό χρόνο. Αὐτό τό μοναδικό γεγονός ἡ  Ἐκκλησία τό καθιστᾶ τώρα ἐπίκαιρο μέσα στούς κόλπους τοῦ λειτουργικοῦ της ἡμερολογίου, προκειμένου νά ἁγιάσει τόν ἀνθρώπινο χρόνο. Κάθε Κυριακή,  Ἡμέρα τοῦ Κυρίου (Ἀποκαλύψεως α΄, 10· Πράξεων κ, 7· Α΄ Πρός Κορινθίους ιστ΄, 2), ἀποβαίνει, στό πλαίσιο τῆς ἑβδομάδας, ἕνας ἑορτασμός τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ ἑορτασμός παίρνει πιό ἐπίσημο χαρακτήρα, ὅταν κάθε χρόνο ἐπανέρχεται ἡ ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ἡ κατ’ ἐξοχήν γιορτή (Α΄ Πρός  Κορινθίους ε΄, 8), ἐπέτειος τοῦ θανάτου καί τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου (Α΄ Πρός Κορινθίους ε΄, 7). Στήν Καινή Διαθήκη βρίσκουμε τά πρῶτα στοιχεῖα τῶν χριστιανικῶν λειτουργικῶν κύκλων, πού θά ἀναπτυχθοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὅλη ἡ ἀνθρώπινη ζωή θά συσχετιστεῖ ἔτσι μέ τό μυστήριο τῆς σωτηρίας πού συνέβη στή διάρκεια τῆς ἱστορίας καί πού ἀποτελεῖ τόν πραγματικό παραδειγματικό χρόνο, πού ἀντικατέστησε ἐπιτέλους τόν «ἀρχέγονο χρόνο» τῶν μυθολογιῶν τῆς εἰδωλολατρίας.

 

 

 

3 Σεπτεμβρίου 2025

Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου

«Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου»

            Δημοσιεύθηκε 28.08.2025

Ἀπό τούς ἱερούς Εὐαγγελιστές πληροφορούμαστε ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ζοῦσε στήν ἔρημο βίο λιτό ἀποφεύγοντας τήν πολυτέλεια καί τήν τρυφηλή ζωή: «Τό παιδί μεγάλωνε καί τό πνεῦμα του δυνάμωνε. Ζοῦσε στίς ἐρημιές, ὥς τήν ἡμέρα πού ἐμφανίστηκε στό λαό τοῦ Ἰσραήλ» (Λουκᾶ α΄ 80). Ἐπίσης «Ὁ Ἰωάννης φοροῦσε ροῦχα ἀπὸ τρίχες καμήλας καὶ ζώνη δερμάτινη στὴ μέση του. Ἡ τροφὴ του ἦταν ἀκρίδες καὶ μέλι ἀπὸ ἀγριομέλισσες» (Ματθαίου γ΄ 4).

Ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης ὑπῆρξε ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνος, ποὺ μὲ τὸ λόγο του καὶ τὸ παράδειγμά του προκήρυξε τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία, ἐκεῖνος, ποὺ κήρυξε στὰ πλήθη τοῦ Ἰσραὴλ νὰ ἑτοιμασθοῦν μὲ πράξεις μετάνοιας γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦν τὸ Φῶς καὶ τὸ Λυτρωτὴ τοῦ κόσμου.

Ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης ἦταν ὁ ἐκλεκτὸς τῆς θείας Προνοίας, μὲ ὑψηλὴ καὶ ἅγια ἀποστολή. Χρόνια νωρίτερα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὸν προφήτη Ἡσαΐα προεῖπε γι᾿ αὐτόν: «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου» (Μάρκου α΄, 2).

Καὶ εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής μεγάλος στὴν κλήση, μεγάλος στὸ κήρυγμα, μεγάλος στὸ βίο, γιατὶ εἶχε κλήση θεϊκή, κήρυγμα ἅγιο, βίο ἄμεμπτο.

Τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν καρποφόρο καὶ ἀποτελεσματικὸ στὶς καρδιὲς τῶν συγχρόνων του, γιατὶ ὁ κήρυκας τῆς ἐρήμου καλλιεργοῦσε στὴν ἰδιωτική του ζωὴ τὶς δυὸ ἀπαραίτητες ἀρετές: Τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου, πού ἔφθανε ὡς τὴν αὐταπάρνηση τοῦ βίου καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη ποὺ κατέληγε στὴν πλήρη ἀναγνώριση τῆς ἀτομικῆς μηδαμινότητας.

Ὁ Βαπτιστής ᾽Ιωάννης ζοῦσε μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο. Ζοῦσε στὴν ἔρημο, ὅπου ἡ ψυχή του εὐκολώτερα ἑνωνόταν μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔμενε βυθισμένη στὴ μελέτη τῶν θείων δωρεῶν. Ἡ ἔρημος ἦταν ἀνέκαθεν ὁ διδάσκαλος τῶν μεγάλων πνευμάτων. Ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ τὴ σιωπὴ καὶ τὴ μοναξιὰ δὲν μπορεῖ νὰ μορφωθεῖ ὑπερφυσικά. Ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται στὶς πλατεῖες καὶ δὲν μιλάει μέσα στὸ θόρυβο. Γιά ν᾽ ἀκουσθεῖ ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ πρέπει νά σιωπήση ἡ φωνὴ τῶν πλασμάτων.

Ἡ ἐνδυμασία τοῦ Βαπτιστοῦ ἦταν ἁπλούστατη καί ἡ τροφή του λιτότατη. Ἦταν ντυµένος μὲ «τρίχας καμήλου» καὶ μιὰ ζώνη δερμάτινη στὴ μέση. Ἡ ἐνδυμασία του καὶ ἡ τροφή του ἦταν ὁ πιὸ αὐστηρὸς ἔλεγχος γιὰ τοὺς ᾿Ιουδαίους, ποὺ ζητοῦσαν τὴν καλοπέραση καὶ τὴν πολυτέλεια.

Ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τοῦ Προδρόμου ἔκανε τὰ πλήθη νὰ τρέχουν καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ θεόπνευστο κήρυγμά του καὶ νὰ ἐρωτοῦν ποῖος εἶναι. «Μήπως εἶσαι ὁ Μεσσίας;» τὸν ρωτοῦσαν, καὶ ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε «δὲν εἶμαι». «Μήπως εἶσαι ὁ Ἠλίας;» - «Δὲν εἶμαι» – «Μήπως εἶσαι ὁ προφήτης;» - Ὄχι. Ποῖος εἶσαι, λοιπόν, γιά νά δώσουμε μιὰ ἀπάντηση σὲ κείνους, ποὺ μᾶς ἔστειλαν καὶ μᾶς ἐρ-ωτοῦν. ᾿Εγὼ εἶμαι, ἀπαντοῦσε ταπεινὰ ὁ Πρόδρομος, «ἡ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» (Ἰωάννου α’, 23). Δὲν εἶμαι ὁ Χριστός, ἀλλ᾽ ὁ ἀπεσταλμένος Του. Δὲν εἶμαι ὁ Κύριος, ἀλλ᾽ ὁ φίλος τοῦ Νυμφίου. Ἐκεῖνος θά ἔλθει ἀπό ψηλά, ἐγὼ ἔρχομαι ἀπὸ τὴ γῆ. Ἐκεῖνος πρέπει νὰ αὐξάνει καὶ ἐγὼ νὰ ὀλιγοστεύω. Σὲ Ἐκεῖνον, ποὺ ἔρχεται, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σκύψω καὶ νὰ λύσω τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων του! Δὲν εἶμαι ἱκανὸς ἔλεγε νά σκύψω καὶ νὰ λύσω τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ  ἔλεγε αὐτός, ποὺ μὲ τὰ ἀσκητικά του χέρια ἀξιώθηκε  νά ἀγγίξει τὴν ἀκήρατη κορυφὴ τοῦ Δεσπότου. Δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ ὀνομαστεῖ Προφήτης, ἐκεῖνος, γιά τόν ὁποῖον ὁ ἀλάθητος Κύριος εἶπε: «Μεγαλύτερος προφήτης ἀπ’ ὅσους ὑπῆρξαν μέχρι σήμερον δὲν ἔχει φανερωθεῖ» (Ματθαίου ια΄, 11) καὶ ὁ ᾿Ιωάννης θὰ εἶναι ἡ κατακλείδα ὅλων τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἄν ὁ ἰσάγγελος ᾽Ιωάννης, ὁ αὐστηρὸς ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ὁ μεγάλος στὴν κλήση, στὸ κήρυγμα καὶ στὸ βίο σκέπτεται καί μιλάει ἔτσι γιά τὸν ἑαυτό του, ἐμεῖς πῶς πρέπει νά σκεφθοῦμε καὶ τί νὰ ποῦμε γιὰ τὸν ἑαυτὸ μας;

Τό κήρυγμα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιωάννη τοῦ Βαπτιστοῦ ἄς γίνει σὲ μᾶς δίδαγμα. Ὁ Ἰωάννης ἐπιθυμοῦσε νὰ ζεῖ στὴν ἔρημο καὶ τὴ σιωπὴ κι ἐμεῖς ἄς μὴν ἀναμιχθοῦμε στὸ θόρυβο τοῦ κόσμου μέσα στὶς ἀφορμὲς τῆς ἁμαρτίας. Ἐκεῖνος ἔδειξε τέτοια ἡρωϊκὴ τόλμη, καὶ δὲν δίστασε νὰ ἀνέβει τὶς σκάλες τοῦ μεγάλου Ἡρώδου καὶ νὰ τοῦ πεῖ τὸ «Οὐκ ἔξεστι» (Ματθαίου ιδ΄, 4) κι ἐμεῖς ἄς μὴν δειλιάζουμε νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν πίστη καὶ τὴν Ἐκκλησία μας. Ἐκεῖνος ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν κι ἐμεῖς ἄς μὴν ἀρνηθοῦμε νὰ κάνουμε κάθε προσπάθεια γιὰ νὰ νικήσουμε ἕνα πειρασμό.

2 Σεπτεμβρίου 2025

Εὐλογημένη ἐν γυναιξί

«Εὐλογημένη ἐν γυναιξί»

                                                        Δημοσιεύθηκε 14.08.2025

Ἡ ἐκκλησιαστική περίοδος τοῦ Δεκαπενταυγούστου θέτει στό κέντρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν τό πρόσωπο τῆς Παρθένου Μαρίας. Τόν ἕκτο μῆνα ἀπό τῆς συλλήψεως τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ὁ ἄγγελος Γαβριήλ ἀπεστάλη ἀπό τόν Θεό πρός μία κόρη Παρθένο πού ὀνομαζόταν Μαριάμ καί ἦταν μνηστευμένη μέ τόν Ἰωσήφ καί κατοικοῦσαν στήν Ναζαρέτ τῆς Γαλιλαίας νά ἀναγγείλει στήν Μαρία τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (Λουκᾶ α΄ 26, 27 )

Ἡ Παρθένος Μαρία δέχθηκε μέ πολύ ταπεινό πνεῦμα καί πλήρη ὑποταγή, τήν θεία κλήση νά ὑπηρετήσει τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, δηλώνοντας : «δο δολη Κυρου· γνοιτ μοι κατ τ ῥῆμ σου» (Λουκᾶ α΄ 38). Μέ τήν δήλωσή Της αὐτή συγκατατέθηκε στήν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ καί ἀποδέχθηκε τήν ἀποστολή πού ἀνέθεσε σ’ Αὐτήν καί συνεργάσθηκε γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν βουλῶν Του.

          Οἱ Γραφές μᾶς προσφέρουν  πληροφορίες γιά τήν «Κεχαριτωμένη» καί «Εὐλογημένη ἐν γυναιξί», τό εὐλογημένο «σκεῦος ἐκλογῆς» πού ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ χρησιμοποίησε γιά τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του καί τήν εἴσοδό Του στόν κόσμο (Λουκᾶ α΄ 28). Σ’ αὐτές τίς πληροφορίες στηρίχθηκε ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί διεμόρφωσε τήν διδασκαλία της γιά τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτή στηρίζεται ἡ Χριστολογία καί ἡ Σωτηριολογία Ὁ τίτλος «Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ» προσδιορίζει τό λειτούργημά τῆς Παρθένου Μαρίας, τήν ἀποστολή  Της στό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.

Στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπευθύνθηκαν οἱ καλεσμένοι στόν γάμο τῆς Κανᾶ καί Τήν παρακάλεσαν νά μεσολοβήσει καί νά παρακαλέσει τόν Υἱό Της νά θαυματουργήσει γιά νά μήν τούς λείψει ὁ οἶνος ἀπό τήν γαμήλια ἑορτή. Ἐκείνη ἀμέσως προθυμότατα ἀνταποκρίθηκε καί ἀνέφερε στόν Υἱό Της τό αἴτημά τους. Ὁ Κύριός μας δέχθηκε τήν παρέμβασή Της καί ἱκανοποίησε τό αἴτημα τῶν καλεσμένων μεταβάλλοντας τό νερό σέ οἶνο (Ἰωάννου β΄ 1-11). Συνεπῶς ἐφ’ ὅσον ζῶσα μεσίτευε στόν Υἱό Της καί Κύριό μας, ἀσφαλῶς συνεχίζει νά μεσιτεύει ὡς ἀκαταίσχυντη Προστασία τῶν Χριστιανῶν καί παρεδρεύουσα στόν θεϊκό Θρόνο Του κατά τό «παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν Σου» (Ψαλμοῦ μδ΄ (με΄) 44, 9), ἀποδεχόμενη τήν δέηση καί ἱκεσία τῶν προστρεχόντων μέ πίστη σ’Αὐτή ζητώντας τήν βοήθειά Της.

Ὅταν ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μας εἰδοποιήθηκε μέ Ἄγγελο ἐξ οὐρανοῦ κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση γιά τήν κοίμηση καί τήν ταφή Της πού διασώθηκε σέ ὁμιλίες τους στήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀνδρέα ἐπίσκοπο Κρήτης (βλ. Λόγοι ιβ΄, ιγ΄, ιδ΄, PG 97, 1045-1089) καί Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό (βλ. Ὁμιλίαι η΄, θ΄, ι΄, PG 96, 700-753),  ὅτι πρόκειται μετά τρεῖς μέρες νά ἀναχωρήσει γιά τούς οὐρανούς, παρεκάλεσε τόν Κύριο καί Υἱό της νά συναχθοῦν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι γιά νά ψάλουν τά ἐξόδια ἄσματα. Ὁ Υἱός Της καί Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀμέσως ἱκανοποίησε τό αἴτημα τῆς Μητέρας Του καί μεταφέρθηκαν θαυματουργικῶς καί ὑπερκοσμίως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μέ νεφέλες ἀπό τούς τόπους ὅπου εὑρίσκοντο στά Ἱεροσόλυμα γιά νά παραστοῦν στήν κοίμηση τῆς Μητέρας Του καί νά ἐνεργήσουν τήν ταφή τοῦ εὐλογημένου καί κεχαριτωμένου θεοδόχου Θεομητορικοῦ σκηνώματος.

 Ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας κέκτηται μητρική παρρησία πού ἐπειδή εἶναι Μητέρα τοῦ Κυρίου μας ἔχει ἰδιαίτερη δύναμη ἡ δέησή Της καί ἡ ἱκεσία Της στόν Υἱό Της καί Κύριό μας.

Ἀπό μητρική μέριμνα καί πρόνοια δέεται γιά μᾶς πού εἴμαστε τά κατά χάρι τέκνα Της, οἱ υἱοί Της καί οἱ θυγατέρες Της, ἐφ’ ὅσον ὁ Κύριος ἀπευθυνόμενος ἀπό τό ὕψος τοῦ σταυροῦ ἔδειξε τήν Μητέρα Του στόν Μαθητή Του Ἰωάννη καί κατ’ ἐπέκταση σέ κάθε μαθητή Του, λέγοντας «Ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ἰωάννου ιθ΄ 27).

 Ὡς ἄνθρωπος στήν ἐπίγεια ζωή Της γεύθηκε πολλές θλίψεις καί πικρίες, ὥστε νά κάμπτεται ἀπό τίς δεήσεις τῶν θλιβομένων στήν ζωή καί νά σπεύδει νά τούς παρηγορήσει γιά νά μήν ἀπελπισθοῦν καί χαθοῦν ἀπό τήν ἀπόγνωση πού προκαλοῦν οἱ πειρασμοί.  Γι’ αὐτό οἱ πιστοί μέ ἐμπιστοσύνη ἀπευθύνονται στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας προσευχόμενοι

Ἡ Παρθένος Μαρία καί Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, ἔχουσα ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς Της ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ ὅτι θά γεννοῦσε τόν λυτρωτή καί σωτῆρα τοῦ κόσμου διαπιστώνει ὅτι οἱ γενεές τῶν ἀνθρώπων πού θά δέχονται τήν σωτηρία τους θά Τήν εὐγνωμονοῦν καί θά Τήν μακαρίζουν, θά Τήν ἐπαινοῦν καί θά Τήν τιμοῦν ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ «δο γρ π το νν μακαριοσ με πσαι α γενεα» (Λουκᾶ α΄ 48)

2 Σεπτεμβρίου 2025

ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ

«ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ»

Δημοσιεύθηκε 07.08.2025

Ὁ Κύριός μας διαχειρίζεται σοφὰ καὶ ὠφέλιμα τὴν οἰκοδομὴ καὶ τὸ ὄφελος τῶν Ἀποστόλων, ὅπως φαίνεται ὅταν τούς εἶπε: «Ἂν κάποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθεῖ» Ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴ ζωή του, θὰ τὴ χάσει· ἀλλὰ ὅποιος χάσει τὴ ζωή του γιὰ χάρη μου, θὰ τὴ βρεῖ» (Μάρκου η΄, 34-35). Ὡστόσο, οἱ Μαθητὲς δὲν εἶχαν ἀκόμη λάβει τὴ δύναμη ἀπὸ τὸν οὐρανὸ· ἦταν λογικὸ νὰ νιώθουν κάποιες ἀνθρώπινες ἀδυναμίες κατανόησης.

Γιὰ νὰ τοὺς ἐμπνεύσει τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὴν ἀνδρεία ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ μελλοντική τους δόξα, εἶπε: «Ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ στέκονται ἐδῶ, ποὺ δὲν θὰ γευτοῦν τὸν θάνατο, μέχρι νὰ δοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Μάρκου θ΄, 1).

Βασιλεία ἐννοεῖ τὸ ὅραμα τῆς δόξας Του, κατὰ τὸ ὁποῖο καὶ ὁ Ἴδιος θὰ φανερωθεῖ, ὅταν λάμψει στὴ γῆ μὲ τὴν ἔνδοξη παρουσία τοῦ Θεοῦ Πατέρα.  Πῶς ἔκανε θεατὲς αὐτοῦ τοῦ θαύματος ὅσους ἔλαβαν τὴν ὑπόσχεση;

Ἀνέβηκε στὸ ὄρος, παίρνοντας μαζί του τρεῖς ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς μαθητές. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε, ἀποκτώντας μιὰ θεϊκὴ καὶ λαμπρὴ μορφή, τόσο ὥστε ἀκόμη καὶ τὰ ροῦχα του φάνηκαν νὰ λάμπουν ἀπὸ φῶς. Κατόπιν, παρουσιάστηκαν δίπλα του ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, πού συνομιλοῦσαν μαζί του.

Ὁ νόμος μέσῳ τοῦ Μωυσῆ καὶ ὁ λόγος τῶν Προφητῶν προανήγγειλαν τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ — ὁ Μωυσῆς μὲ σύμβολα καὶ σκιάσεις, σὰν νὰ τὸ ζωγράφιζε πάνω σὲ πίνακα, οἱ προφῆτες τὸ διακήρυξαν μὲ διάφορους τρόπους. Ὅτι δηλαδὴ θὰ ἐμφανιζόταν κάποτε μὲ ἀνθρώπινη μορφή, καὶ ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων θὰ ὑπέφερε θάνατο πάνω στὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ.

Ἡ παρουσία τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ Ἠλία, καὶ τὸ ὅτι συνομιλοῦσαν μεταξύ τους, δείχνει καθαρὰ μιὰ θεϊκὴ οἰκονομία: ὅτι ὁ Χριστὸς συνοδευόταν καὶ ἐπικυρωνόταν ἀπὸ τὸν νόμο καὶ τοὺς προφῆτες, παρουσιάζοντάς τον ὡς Κύριο καὶ τῶν δύο.

Δὲν ὑπάρχει διαφωνία ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ ποὺ εἰπώθηκαν μέσῳ τοῦ νόμου καὶ σὲ ἐκεῖνα τῶν προφητῶν· Συνομιλοῦν μεταξύ τους ὁ Μωυσῆς, ὁ μέγιστος τῶν ἱερέων, καὶ ὁ Ἠλίας, ὁ σπουδαιότερος τῶν προφητῶν. Ἐπειδὴ τὰ πλήθη ἔλεγαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Ἠλίας, ἢ ὁ Ἰερεμίας ἢ κάποιος ἀπὸ τοὺς προφῆτες, τοὺς φέρνει μπροστά του γιὰ νὰ δείξουν τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν «δοῦλο» καὶ τὸν Κύριο.

Ἐπειδὴ συχνὰ τὸν κατηγοροῦσαν γιὰ παραβίαση τοῦ νόμου καὶ τὸν θεωροῦσαν βλάσφημο ἐπειδὴ ἰσχυριζόταν ὅτι ἔχει θεϊκὴ δόξα, φέρνει ἐνώπιόν τους αὐτοὺς ποὺ ἔδωσαν τὸν νόμο καὶ τοὺς προφῆτες, γιὰ νὰ δείξει πὼς τίποτα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθές. Γιατί ἂν ὁ Μωυσῆς, ποὺ ἔδωσε τὸν νόμο, ἔβλεπε ὅτι αὐτὸς παραβαίνει τὸν νόμο καὶ εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ τὸν τιμοῦσε μὲ τὴν παρουσία του. Οὔτε ὁ Ἠλίας, ποὺ ἦταν ζηλωτὴς γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν πλησίαζε ἂν δὲν ἦταν πράγματι αὐτὸ ποὺ ἰσχυριζόταν: Θεὸς ἴσος μὲ τὸν Πατέρα.

Ἀκόμη γιὰ νὰ δείξει πὼς ἔχει ἐξουσία πάνω στὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο, καθὼς φέρνει κοντὰ τοῦ ἕναν ζωντανὸ (Ἠλία) καὶ ἕναν ποὺ εἶχε πεθάνει (Μωυσῆ).

Οἱ μακάριοι μαθητὲς ἀποκοιμήθηκαν γιὰ λίγο, ἐνῷ ὁ Χριστὸς προσευχόταν. Ἦταν μιὰ ἀνθρώπινη ἀδυναμία στὸ πλαίσιο τῆς θείας οἰκονομίας. Ξυπνῶντας, ἔγιναν μάρτυρες αὐτῆς τῆς σεβαστῆς καὶ θαυμαστὴς ἀλλαγῆς. Ὁ Πέτρος, ἴσως νομίζοντας ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐνθουσιάζεται καὶ προτείνει νὰ φτιάξουν τρεῖς σκηνὲς· Δὲν ἦταν ὅμως ἀκόμη ὁ καιρὸς γιὰ τὴν τελείωση τοῦ κόσμου, οὔτε γιὰ τοὺς ἁγίους νὰ πάρουν τὴ μερίδα τῆς ἐπαγγελίας.

Δίπλα στὸ θαυμαστὸ γεγονός παρουσιάστηκε καὶ ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ σημεῖο: νεφέλη θεϊκή, φωτεινή, σκέπασε τοὺς Μαθητές. Ἀπὸ τὴ νεφέλη ἀκούστηκε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ποὺ ἔλεγε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου Υἱὸς· σὲ αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε!» Ἐννοώντας ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ νομοθέτης καὶ τῶν δύο· ὄχι ὑπηρέτης, ἀλλὰ Υἱὸς· ὄχι δοῦλος, ἀλλὰ Κύριος· ὄχι προφήτης, ἀλλὰ Θεὸς Λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει πάντοτε μὲ ἐμένα καὶ ἀπὸ ἐμένα γεννήθηκε.

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔγινε μπροστὰ στοὺς Μαθητές Του, δὲν ἔγινε χωρὶς σκοπό, ἀλλὰ εἶχε παιδαγωγικὸ καὶ σωτήριο χαρακτῆρα. Ἦταν ἡ πρόγευση τῆς δόξας ποὺ τοὺς περίμενε, ἡ βεβαίωση ὅτι τὰ πάθη τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι ντροπὴ, ἀλλὰ εἶναι σχέδιο Θεοῦ, καὶ τέλος, ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ἁπλῶς κάποιος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς ἀληθινός, ἰσότιμος μὲ τὸν Πατέρα, ὁ ὁποῖος ἀξίζει νὰ λατρεύεται καὶ νὰ ἀκολουθεῖται μὲ ὅλη τὴν καρδιά.

31 Ἰουλίου 2025

Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω

«Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω»

Δημοσιεύθηκε 31.07.2025

Σημειώνουμε τίς τρεῖς πολύ σημαντικές περιπτώσεις πού ὁ Ἐπουράνιος Θεὸς καὶ Πατέρας μας ἔδωσε μαρτυρία ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό: α΄. ῞Οταν βαπτίστηκε στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἀπὸ τὸν Πρόδρομο Ἰωάννη καί Βαπτιστή: «Ἀκούστηκε τότε μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὰ οὐράνια ποὺ ἔλεγε: Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου Υἱός, Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐκλεκτός μου» (Ματθαίου γ΄ 17). β΄. ῞Οταν μεταμορφώθηκε ἐνώπιον τῶν προκρίτων μαθητῶν Του. «Ἐνῶ μιλοῦσε ἀκόμα, ἕνα φωτεινὸ σύννεφο τοὺς σκέπασε, καὶ μέσα ἀπὸ τὸ σύννεφο ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ ποὺ ἔλεγε: Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου Υἱός, ὁ ἐκλεκτός μου· Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. ῞Οταν τὸ ἄκουσαν οἱ μαθητές, ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ καὶ φοβήθηκαν πολύ» (Ματθαίου ιζ΄, 5-6). γ΄. Ὅταν δίδασκε στὸν Ναὸ τῶν ῾Ιεροσολύμων ἐνώπιον τῶν Ἰουδαίων, εἶπε: «Πατέρα δόξασε τὸ ὄνομα Σου. Ἦρθε τότε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό: Καὶ δόξασα καὶ πάλι θὰ δοξάσω» (Ἰωάννου ιβ΄, 28).

Στὴν σημασία αὐτῶν τῶν πολύ σημαντικῶν μαρτυριῶν ἀναφέρθηκε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας μιλώντας στοὺς Ἰουδαίους, καί λέγοντας σ’ αὐτούς ὅτι τὰ ἔργα ποὺ μοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεός Πατέρας νὰ τελειώσω, αὐτὰ τὰ ἔργα ποὺ ἐπιτελῶ, μαρτυροῦν γιὰ μένα πὼς εἶμαι σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό Πατέρα. ῾Ο Πατέρας, εἶπε, ποὺ μὲ ἔστειλε, Αὐτὸς ὁ ῎Ιδιος ἔχει δώσει μαρτυρία γιὰ μένα. Ἐσεῖς ὅμως οὔτε τὴν φωνή Του ἔχετε ποτὲ ἀκούσει οὔτε τὴν μορφή Του ἔχετε δεῖ, καὶ τὸν λόγο Του δὲν τὸν ἔχετε μόνιμα μέσα στὴν καρδιά σας, γιατὶ δὲν πιστεύετε στὸν ἀπεσταλμένο Του. Ἐσεῖς μελετᾶτε μὲ ζῆλο τὶς Γραφές, μὲ τὴν πεποίθηση πὼς σ’ αὐτὲς βρίσκει κανεὶς τὴν αἰώνια ζωή· ἀκριβῶς ὅμως αὐτὲς εἶναι ποὺ δίνουν μαρτυρία γιὰ μένα. Καὶ ὅμως δὲν εἶστε πρόθυμοι νὰ ἔρθετε κοντά μου, γιὰ νὰ βρεῖτε τὴν ἀληθινὴ ζωή. Δὲν ἐπιζητῶ νὰ μὲ τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἐσᾶς ὅμως σᾶς ξέρω· ξέρω πὼς μέσα σας δὲν ἀγαπᾶτε τὸν Θεό. Ἐγὼ ἦρθα ἐξουσιοδοτημένος ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, ἐσεῖς ὅμως δὲν μὲ παραδέχεσθε· ἂν ἔρθει κάποιος ἄλλος ἀπὸ δική του πρωτοβουλία, αὐτὸν θὰ τὸν δεχθεῖτε. Πῶς ὅμως μπορεῖτε ἐσεῖς νά πιστέψετε, ἀφοῦ ἀποζητᾶτε τὸν ἔπαινο ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου καὶ δὲν ἐπιδιώκετε τὸν ἔπαινο τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ; Μὴ νομίσετε ὅτι ἐγὼ θὰ σᾶς κατηγορήσω μπροστὰ στὸ δικαστήριο τοῦ Πατέρα· ὑπάρχει ὁ κατήγορός σας, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Μωυσῆς, στὸν ὁποῖο ἔχετε στηρίξει τὶς ἐλπίδες σας. Γιατί, ἂν πράγματι πιστεύατε ὅσα ἔγραψε ὁ Μωυσῆς, θὰ πιστεύατε καὶ σὲ μένα, ἀφοῦ γιὰ μένα ἐκεῖνος ἔγραψε. Ἂν ὅμως δὲν πιστεύετε σὲ ὅ,τι ἔγραψε ἐκεῖνος, πῶς θὰ πιστέψετε στὰ λόγια τὰ δικά μου; (βλ. Ἰωάννου ε΄, 31-47). Οἱ μαρτυρίες αὐτὲς ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἐπισφραγίζουν τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι εἶναι: Υἱὸς ἀγαπητός, Υἱὸς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ Πατέρα, στὸν ῾Οποῖο ὀφείλουμε νὰ ὑπακούουμε καὶ Τὸν ῾Οποῖο θὰ δοξάσει ὁ ᾽Επουράνιος Θεὸς καὶ Πατέρας. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καλεῖται Υἱὸς ἀγαπητὸς καὶ Υἱὸς εὐδοκίας, ἐπειδὴ εἶναι Υἱὸς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Ἐπουράνιου Πατέρα ῾Η δόξα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ συνέπεια τῆς ταπεινώσεως καὶ ὑπακοῆς Του στὸ θέλημα τοῦ Ἐπουράνιου Πατέρα κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο (βλ. Πρός Φιλιππησίους β΄, 6-11). Ἐμεῖς ὀφείλουμε νά προοδεύουμε στὴν χάρη καὶ στὴν γνώση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ Σωτήρα μας, ἐπειδή σ’ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τώρα καὶ γιὰ πάντα (βλ. Β΄ Πέτρου γ΄, 18).

Αὐτό τόν Κύριο καί Θεό ἀναγνωρίζει, προσκυνεῖ, ὑπηρετεῖ, ὁμολογεῖ καί δοξάζει ἡ Ἐκκλησία. Ὅποιος δέν τά πιστεύει αὐτά, δέν τά ὁμολογεῖ καί δέν προσκυνεῖ τόν Ἰησοῦ Χριστό Κύριο καί Θεό του δέν μπορεῖ νά ὑποστηρίζει ὅτι πιστεύει στό Θεό καί στήν Ἐκκλησία Του. 

          Ἡ κατά Χριστόν ζωή στεφανώνεται ἀπό τήν τελική καί ὁλοκληρωτική νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας καί ὁδηγεῖ στήν δόξα τόν ἄνθρωπο. Οἱ Ἀπόστολοι βεβαιώνουν τούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας ὅτι θά δοξασθοῦν μαζί μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό στήν αἰώνια καί οὐράνια Βασιλεία Του, ἐφόσον νικήσουν καί νεκρώσουν τόν παλαιό ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού εἶναι ἡ ἀληθινά ζωή μας, φανερωθεῖ, τότε κι ἐμεῖς, στήν παρουσία Του, θά φανερωθοῦμε μαζί του δοξασμένοι (βλ. Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 4). Τώρα εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ. Τί πρόκειται νά γίνου­με στό μέλλον δέν ἔχει ἀκόμα φανερωθεῖ, ἀκόμη.  Ξέρουμε ὅμως πώς ὅταν ὁ Χριστός φανερωθεῖ στή δευτέρα παρουσία Του, θά γίνουμε ὅμοιοι μ’ αὐτόν, γιατί θά τόν δοῦμε ὅπως πραγματικά εἶναι (βλ. Α΄ Ἰωάννου γ΄ 2).

25 Ἰουλίου 2025

Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι

«Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι»

Δημοσιεύθηκε 24.07.2025 

 

῾Ο Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς μιλώντας αὐθεντικὰ γιὰ Αὐτὸν τὸν ῎Ιδιον στοὺς Ἰουδαίους παρατήρησε: «Ἐσεῖς μελετᾶτε μὲ ζῆλο τὶς Γραφές, μὲ τὴν πεποίθηση πὼς σ’ αὐτὲς βρίσκει κανεὶς τὴν αἰώνια ζωή· ἀκριβῶς ὅμως αὐτὲς εἶναι ποὺ δίνουν μαρτυρία γιὰ μένα. Καὶ ὅμως δὲν εἶστε πρόθυμοι νὰ ἔρθετε κοντά μου γιὰ νὰ βρεῖτε τὴν ἀληθινὴ ζωή» ( Ἰωάννου ε´ 39).

Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ἀναδεικνύουν τὴν σημασία τῆς μελέτης τῶν θείων λόγων τῆς ἁγίας Γραφῆς, ποὺ μαρτυρεῖ γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας, τὴν θεία ἀποστολή Του στὸν κόσμο, τὴν ὕψιστη διακονία Του, τὴν ἅγια ζωή Του καὶ τὴν διδασκαλία Του καὶ οὐσιαστικὰ μᾶς ὁδηγεῖ σ’ Αὐτόν. Ὅσοι μέ καλή προαίρεση καί ζῆλο ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ ἐπιθυμοῦν τὴν αἰώνια ζωὴ ἐρευνοῦν, μελετοῦν τὴν ἁγία μας Γραφή, ποὺ βεβαιώνει γιὰ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ὁδηγεῖ στὴν ζωὴ καὶ χαρίζει τὴν ζωή σέ ὅλους αὐτούς τούς ἀνθρώπους. Πολλοί πιστοί τῆς Ἐκκλησίας μας διακόνησαν στὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καί οἱ ὁποῖοι ἀναφέρθηκαν στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ, φωτισμένοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πληροφορώντας μας ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα νὰ γνωρίζουμε γι’ Αὐτὸν, τό πρόσωπό Του καί τήν ἀποστολή Του γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων μας. Αὐτοί ἐπιθύμησαν νά γνωρίσουν βαθύτερα τὸ πρόσωπο καί τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ καταρτισθοῦν περισσότερο, νὰ στερεώσουν τὴν πίστη τους καὶ νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 8).

          Ὁ Κύριός μας καθώς δίδασκε στὸν ναό, φώναξε δυνατά: «Καὶ μένα γνωρίζετε καὶ ἀπὸ ποῦ κατάγομαι γνωρίζετε· ὅμως δὲν ἔχω ἔρθει ἀπὸ μόνος μου, ἀλλὰ ὑπάρχει ᾽Εκεῖνος, ὁ ῾Οποῖος μὲ ἀπέστειλε, τὸν ῾Οποῖο ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε» (Ἰωάννου ζ΄, 28). Σ’ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Κύριος, μιλώντας δημόσια πρὸς τοὺς Ἰουδαίους στὸν Ναό, ὑποστηρίζει τὴν θεία καταγωγή Του. Καί στήν συνέχεια μαρτυρεῖ ὁ Ἴδιος «ὁ Ἰησοῦς ᾽Εγὼ εἶμαι, (ὁ Μεσσίας), ποὺ μιλάω μαζί σου» (Ἰωάννου δ΄, 25-26).Στὴν συζήτηση πού ἔγινε μὲ τὴν Σαμαρείτιδα ὁ Κύριος φανερώνει ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας (Ἰωάννου ιγ΄, 13). Στοὺς λόγους Του πρὸς τοὺς μαθητές Του δέχεται, ὅτι εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλός τους. «Τοῦ λέει (στὸν Κύριο) ὁ Φίλιππος : Δεῖξε μας τὸν Πατέρα καὶ αὐτὸς μᾶς ἀρκεῖ. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Τόσον καιρὸ εἶμαι μαζί σας, Φίλιππε, καὶ δὲν μὲ ἔχεις γνωρίσει; Αὐτὸς ποὺ ἔχει δεῖ ἐμένα, ἔχει δεῖ καὶ τὸν Πατέρα. καὶ πῶς ἐσὺ λὲς δεῖξε μας τὸν Πατέρα; Δὲν πιστεύεις ὅτι ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατέρας μέσα σὲ μένα; Τὰ λόγια τὰ ὁποῖα σᾶς λέω ἐγώ, δὲν τὰ λέω ἀπὸ μόνος μου. ῾Ο Πατέρας ὁ ὁποῖος μένει μέσα μου, Αὐτὸς κάνει τὰ ἔργα. Νὰ μὲ πιστεύετε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατέρας μέσα σὲ μένα· Ἀλλιῶς, νὰ μέ πιστεύετε ἐξαιτίας τῶν ἴδιων τῶν ἔργων» (Ἰωάννου ιδ΄, 8-11). Στοὺς λόγους αὐτοὺς πρὸς τὸν ἀπόστολο Φίλιππο φανερώνει τὴν σχέση ἑνότητας ποὺ ἔχει μὲ τὸν ᾽Επουράνιο Θεὸ καὶ Πατέρα. Ἐπίσης ὁ Ἴδιος πρός τόν Ἀρχιερέα μαρτυρεῖ γιά τόν Ἑαυτό Του καί ὁμολόγησε καὶ παραδέχθηκε, ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας καὶ ὁ Θεός: «Τὸ εἶπες ᾽Εσύ. Σᾶς λέω δέ, ἀπὸ τώ ρα θὰ βλέπετε τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ κάθεται στὰ δεξιά τῆς Δυνάμεως καὶ νὰ φέρεται πάνω στὰ σύννεφα τοῦ οὐρανοῦ» (Ματθαίου κστ΄ 63-64). Ἐπίσης καί πρός τόν Πιλᾶτο ἐξηγεεῖ ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του, εἶναι νὰ βεβαιώσει τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν Ἀλήθεια (βλ. Ἰωάννου ιη΄). Ὅταν  ἦρθε στὴν Ναζαρέτ, ὅπου εἶχε ἀνατραφεῖ, τὸ Σάββατο πῆγε, ὅπως συνήθιζε, στὴν συναγωγὴ καὶ σηκώθηκε νὰ διαβάσει. Καὶ Τοῦ δόθηκε βιβλίο τοῦ προφήτου ῾Ησαΐα καὶ ἀφοῦ ξετύλιξε τὸ βιβλίο, βρῆκε τὸ μέρος ὅπου ἦταν γραμμένο: Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἐπάνω μου, διότι μὲ ἔχρισε. Μὲ ἀπέστειλε νὰ φέρω χαρούμενο ἄγγελμα στοὺς φτωχούς, νὰ θεραπεύσω τοὺς πληγωμένους στὴν καρδιά, νὰ ἀναγγείλω στοὺς αἰχμαλώτους ἀπελευθέρωση καὶ στοὺς τυφλοὺς ἀπόκτηση τῆς ὁράσεως, νὰ ἀποστείλω τοὺς ἀναπήρους ὑγιεῖς, ν’ ἀναγγείλω εὐλογημένη ἐποχή τοῦ Κυρίου (βλ. Ἡσαΐου ξα΄, 1-2, νη΄, 6). Στοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Κύριος ἐφαρμόζει στὸ πρόσωπό Του τὴν προφητεία τοῦ ῾Ησαΐα, ποὺ εἰπώθηκε γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μεσσία. Οὐσιαστικὰ ἀναφέρεται στὴν ἀποστολή Του καὶ στὸ ἔργο ποὺ ἦρθε νὰ ἐπιτελέσει στὸν κόσμο (Λουκᾶ δ΄ 16-21).

17 Ἰουλίου 2025

Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου

«Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»

Δημοσιεύθηκε 17.07.2025

Σκοπὸς τῆς μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι νὰ βοηθήσει τοὺς πιστοὺς νὰ ἀποκτήσουν ἐπίγνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ: «Ἔτσι θά καταλήξουμε ὅλοι στήν ἑνότητα πού δίνει ἡ πίστη κι ἡ βαθιά γνώση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, θά γίνουμε ὥριμοι καί θά φτάσουμε στήν τελειότητα πού μέτρο τῆς εἶναι ὁ Χριστός» (Πρὸς Ἐφεσίους δ´ 13). Εἶναι χαρακτηριστικὲς οἱ μαρτυρίες τῶν Ἀποστόλων γιὰ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, μὲ τὶς ὁποῖες ἐκφράζουν αὐτὰ ποὺ πίστευαν γιὰ τὸν Διδάσκαλό τους. Βεβαίως, ἡ μαρτυρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων γιὰ τὸν Κύριὀ μας Ἰησοῦ Χριστὸ ἀναφέρεται σὲ ὅλα τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης (Εὐαγγέλια - Ἐπιστολές - Ἀποκάλυψη).

Ἀναφέρουμε τὶς μαρτυρίες ἐκείνων ποὺ παρότι δὲν ἔγραψαν κείμενα τὶς ἀναφέρουν οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι.

1. Τοῦ Φιλίππου

«Βρίσκει ὁ Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ τοῦ λέει: Αὐτὸν ποὺ προανήγγειλε ὁ Μωυσῆς στὸν νόμο καὶ οἱ προφῆτες, Τὸν βρήκαμε· εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ» ( Ἰωάννου α΄, 46).

Ὁ ἀπόστολος Φίλιππος ἀνακοινώνει στὸν ἀπόστολο Ναθαναήλ, ὅτι στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ, ἀναγνώρισε τὸν Μεσσία ποὺ εἶχε ἀναγγελθεῖ ἀπὸ τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς Προφῆτες.

2. Τοῦ Ναθαναήλ

«Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ναθαναὴλ καὶ Τοῦ εἶπε: Διδάσκαλε, Ἐσὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Ἐσὺ εἶσαι ὁ βασιλέας τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰωάννου α΄, 50). Ὁ ἀπόστολος Ναθαναήλ, ὅταν συνάντησε γιὰ πρώτη φορὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀπέδωσε στὸ πρόσωπο τοῦ Διδασκάλου τοὺς μεσσιανικοὺς τίτλους τῆς ἰουδαϊκῆς παραδόσεως, ὅτι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ.

3. Τοῦ Ἀνδρέα

«Αὐτὸς βρίσκει σὲ λίγο τὸν ἀδελφό του τὸν Σίμωνα καὶ τοῦ λέει: Βρήκαμε τὸν Μεσσία, ποὺ σημαίνει τὸν Χριστό» ( Ἰωάννου α΄ 42). Ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας ἀναγγέλλει μὲ χαρὰ στὸν ἀδελφό του, ἀπόστολο Πέτρο, ὅτι βρῆκαν τὸν Μεσσία.

Στὶς τρεῖς αὐτὲς μαρτυρίες ποὺ ἀναφέραμε, καταγράφονται οἱ πρῶτες ἐντυπώσεις καὶ ἀντιλήψεις τῶν Ἀποστόλων κατὰ τὴν κλήση τους νὰ γίνουν μαθητὲς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δείχνουν ἀκόμη τὴν πνευματικὴ καλλιέργειά τους καὶ τὴν εὐσέβειά τους. Ἀνέμεναν τὸν Μεσσία, σύμφωνα μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ παράδοση καὶ ὅταν Τὸν συνάντησαν Τὸν ἀναγνώρισαν καὶ Τὸν ἀκολούθησαν.

4. Τοῦ Πέτρου

«῾Ο Σίμων Πέτρος ἀπάντησε: Ἐσὺ εἶσαι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ» (Ματθαίου ιστ΄, 16). Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐκφράζει τὴν πίστη τῶν μαθητῶν, ὅτι ὁ Διδάσκαλός τους εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ αὐθεντικὴ πίστη πάνω στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ σωτηρία ὅλων μας. ῾Ο διάλογος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς μαθητές Του ποὺ ἔγινε μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐρώτηση τοῦ Κυρίου «τίνα μὲ λέγουσι οἱ ἄνθρωποι εἶναι;»  Οἱ Μαθητὲς ποὺ παρακολούθησαν τὸ δημόσιο κήρυγμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ Τὸν εἶδαν νὰ θαυματουργεῖ, νὰ θεραπεύει, ποὺ ἔζησαν μαζί Του καὶ Τὸν γνώρισαν, ἐπισφράγισαν ὁλόκληρη αὐτὴ τὴν ἐμπειρία τους μὲ τὴν ὁμολογία τους, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. ῾Η ὁμολογία αὐτὴ δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα ἐκβιασμοῦ καὶ πιέσεως, ἀλλὰ αὐθόρμητη ἔκφραση τῆς βαθειᾶς πεποιθήσεως καὶ ἀντιλήψεως ποὺ διαμόρφωσαν ἀκολουθώντας τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

5. Τοῦ Θωμᾶ

«Καὶ ἀποκρίθηκε τότε ὁ Θωμᾶς: Εἶσαι ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (Ἰωάννου κ΄, 28). ῾Ο ἀπόστολος Θωμᾶς ὁμολογεῖ καὶ προσκυνεῖ τὸν ἀναστημένο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Κύριο καὶ Θεό. Μετὰ τὰ σχόλιά μας στὴν προηγούμενη μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ ἐπιβεβαιώνει, ὅτι οἱ Μαθητὲς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶχαν σταθερὴ πεποίθηση, ὅτι ὁ ἀναστημένος Κύριος εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεός.

Αὐτὴ ἡ ὁμολογία ἔγινε μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, περιεχόμενο τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων. Εἴδαμε ὅτι οἱ Μαθητές Του, ὅταν κλήθηκαν ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, ὁμολόγησαν ὅτι στὸ πρόσωπό Του συνάντησαν τὸν Μεσσία, Τὸν ἀναγνώρισαν ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Βλέπουμε, λοιπόν,  ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντίληψη καλλιεργήθηκε τὸν χρόνο ποὺ ἔζησαν μαζὶ μὲ τὸν Κύριό μας καὶ ἐπισφραγίστηκε μὲ τὴν ἴδια ὁμολογία.  Οἱ Ἀπόστολοι, δηλαδή, ἀπὸ τότε ποὺ γνώρισαν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μέχρι τὸν θάνατό Του καὶ τὴν ἀνάστασή Του, παρὰ τὴν ἀμφισβήτηση τῶν πνευματικῶν ἡγετῶν τῆς ἰουδαϊκῆς κοινότητας, ἔμειναν σταθεροὶ στὴν ἐμπειρία τους καὶ τὴν πεποίθησή τους, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα δὲ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως ἐκθέσαμε στὰ προηγούμενα, τοὺς βοήθησε νὰ ξεκαθαρίσουν στὴν σκέψη τους ὅλους τοὺς μεσσιανικοὺς τίτλους, ἀποκαλύπτοντας τὸ πρόσωπό Του καὶ τὴν ἀποστολή Του.

10 Ἰουλίου 2025

«ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ»

«ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ»

Δημοσιεύθηκε 10.07.2025

Ἡ ἀναμονή τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ, στά χρόνια πού ἔζησε ὁ Χριστός ἦταν γενική. Ὁ Βαπτιστής ᾿Ιωάννης τήν ἐπικαλεῖται, ὅταν ἀπειλεῖ τούς ἀκροατές του µέ τή μελλοντική ὀργή καί τούς πιέζει νά δεχτοῦν τό βάπτισμά του ὡς σημεῖο μετανοίας (Ματθαίου γ΄, 7-12). Τό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ καί κατόπι τῶν ᾿Αποστόλων, μολονότι συνδέεται στενά μέ ὅσα κήρυξε ὁ Ἰωάννης, τροποποιεῖ σηµαντικά τά δεδοµένα τους, ἀφοῦ ἀπό τή στιγµή πού ὁ ᾿Ιησοῦς ἐμφανίζεται στόν κόσµο ἐγκαινιάζονται οἱ ἔσχατοι καιροί.

 Τό κήρυγμα τοῦ ᾿Ιησοῦ στά Εὐαγγέλια ἀναφέρεται συχνά στήν κρίση τῆς ἔσχατης ἡμέρας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά πρέπει τότε νά λογοδοτήσουν (Ματθαίου κε΄, 14-30). Μιά αὐστηρή καταδίκη περιμένει τούς ὑποκριτές γραμματεῖς (Μάρκου ιβ΄, 40 ), καί σέ ὅσους δέν ἔδωσαν προσοχή στό κήρυγμά Του (Ματθαίου ια΄, 20-24), τήν ἄπιστη γενιά πού δέ μετάνιωσε στό ἄκουσμά Του (Ματθαίου ιβ΄, 30-42), τίς πόλεις πού δέ θά δεχτοῦν τούς ἀπεσταλμένους Του (Ματθαίου ι΄, 14 ἑξ.). Ἡ κρίση τῶν Σοδόµων καί τῆς Γοµόρρας δέ θά εἶναι τίποτα μπροστά στή δική τους κρίση (Ματθαίου ι΄, 23 ἑξ.). Θά ὑποστοῦν τήν Κρίση πού καταδικάζει στή Γέεννα (Ματθαίου κγ΄, 33). Αὐτές οἱ διδασκαλίες, φαντάζουν ἀπειλές, τονίζουν τό βασικό κριτήριο τῆς θεϊκῆς Κρίσεως σύμφωνα μέ τήν στάση πού τήρησαν οἱ ἄνθρωποι ἀπέναντι στό Εὐαγγέλιο. Ἡ συμπεριφορά ἀπέναντι στόν πλησίον θά ὑπολογιστεῖ σύμφωνα μέ τό Μωσαϊκό Νόμο, κάθε ἀνθρωποκτόνος ἔπρεπε νά παραδοθεῖ στήν ἀνθρώπινη κρίση. Μέ τόν εὐαγγελικό Νόμο, δέ χρειάζεται καί τόσο γιά νά παραδοθεῖ κανείς στή Γέεννα (Ματθαίου ε΄, 21). Θά πρέπει νά λογοδοτήσει κανείς γιά κάθε συκοφαντία (Ματθαίου ιβ΄, 36). Ὁ καθένας θά κριθεῖ σύμφωνα μέ τό µέτρο πού θά ἔχει ἐφαρμόσει γιά τόν πλησίον του (Ματθαίου ζ΄, 1-5). Καί ἡ εἰκόνα αὐτῶν τῶν ἐπίσηµων συνεδριάσεων, ὅπου ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου θά ἔχει τό ρόλο τοῦ δικαστῆ (Ματθαίου κε΄, 31-46), δείχνει τούς ἀνθρώπους νά γίνονται δεκτοί στή Βασιλεία ἤ νά καταδικάζονται στήν αἰώνια τιμωρία, ἀνάλογα µέ τήν ἀγάπη ἤ τήν ἀδιαφορία πού θά ἔχουν δείξει στούς ἄλλους.

Ὑπάρχει ὅμως ἕνα ἔγκλημα πού, περισσότερο ἀπό ὅλα τά ἄλλα, ἐπισύρει τή θεϊκή Κρίση. Εἶναι αὐτό διά τοῦ ὁποίου ἡ ἀνθρώπινη ἀπιστία ἔφθασε στό ἀποκορύφωμα τῆς κακίας της σέ µιά παρωδία νόµιµης κρίσεως. Ἡ δίκη καί ἡ καταδίκη σὲ θάνατο τοῦ Χριστοῦ (Μάρκου ιδ΄,63, Λουκᾶ κδ΄, 20, Πράξεων ιγ΄, 28). Στή διάρκεια αὐτῆς τῆς ἄδικης κρίσεως, ὁ Ἰησοῦς ἐμπιστεύεται τόν Ἑαυτό του σ᾿ ᾿Εκεῖνον πού κρίνει δίκαια (Α΄ Πέτρου β΄, 23). Γι’ αὐτό, ἀνασταίνοντάς Τον, ὁ Θεός τόν ἀποκατέστησε στά δικαιώματά Του. Ἡ ἐκτέλεση ὅμως μιᾶς τόσο ἄδικης ἐτυμηγορίας ἐπέσυρε, σέ ἀντάλλαγμα, µιά ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ ἐνάντια στήν ἔνοχη ἀνθρωπότητα. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό πλαίσιο, ὅπου τό εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου τοποθετεῖ τό θάνατο τοῦ Ἰησοῦ, συμπίπτει µέ τό παραδοσιακό σκηνικό τῆς Κρίσεως στήν ἐσχατολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Ματθαίους κζ΄, 45.51 ἑξ.). Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ στιγµή ὅπου κρίνεται ὁ κόσµος. Ἡ μετέπειτα ἱστορία, ὥς τήν ἔσχατη Ἡμέρα, θά καθιστᾶ ἁπλῶς σαφή αὐτή τήν καταδίκη. Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ, ἡ καταδίκη αὐτή θά ἀφορᾶ πρῶτα «τοὺς ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ», τούς πρώτους ἐνόχους (Ματθαίου κδ΄, 15 ἑξ.). Αὐτό ὅμως θά εἶναι µόνο προοίμιο καί σημεῖο, πού θά ἀναγγείλει τήν τελική ἐπάνοδο τοῦ Υἱοῦ τοῦ ᾿Ανθρώπου, κριτή τῆς μεγάλης Ἡμέρας (Ματθαίου κδ΄, 29 ἑξ.).  Ὁ κατάδικος τοῦ Πάθους, θύμα τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, θά ἐπιβάλει τότε στόν ἁμαρτωλό κόσµο µιά ἐντυπωσιακή καταδίκη.

Ὁ Χριστός κήρυκας καί ἑρμηνευτής τῆς δικαιοσύνης

          Στό κήρυγμα τοῦ Κυρίου ἡ δικαιοσύνη διατηρεῖ τίς ἔννοιες τῆς Παλαιοδιαθηκικῆς εὐσέβειας, δηλαδή τῆς ὑπακοῆς στίς θεῖες ἐντολές.

          Ὁ Ἰησοῦς στό κήρυγμά Του κατεδίκασε μία ἀνθρώπινη καί ἀλαζονική  εὐσέβεια πού ἐκπροσωποῦσαν οἱ Φαρισαῖοι τῆς ἐποχῆς Του μέ τήν ὑποκριτική τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἀπεκάλυψε τό ἀληθινό νόημα τῆς εὐσέβειας του  (Ματθαίου κγ΄ 1-10). Ἀντίστροφα, ἡ ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία Του προσδιορίζει τήν ἀληθινή δικαιοσύνη τῶν Μαθητῶν Του  (Ματθαίου ε΄, 17-48)

Ἀπαλλαγμένη ἀπό μία στενή καί κατά τούς ἐξωτερικούς τύπους ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν, ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ στόν Θεό ἀποτελεῖ ὡστόσο δικαιοσύνη, δηλαδή πιστότητα στούς νόμους Του, ὅπως αὐτοί οἱ νόμοι στήν νέα παρουσίασή τους καί ἐφαρμογή τους ἀπό τόν Κύριο ἀποκαλύπτουν τό πνεῦμα τῆς Μωσαϊκῆς Νομοθεσίας, πού εἶναι τό καθαρό καί τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τέλος, ἀπαιτοῦν τήν βίωση τῆς ἀρετῆς σ’ ὅλα τά στάδια τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή σκέψη, ἐπιθυμία, συγκατάθεση, ἐνέργεια, λόγος, πράξη.

10 Ἰουλίου 2025

«Ἀποστέλλω τοὺς ἁλιεῖς, ἁλιεύσουσιν»

«Ἀποστέλλω τοὺς ἁλιεῖς, ἁλιεύσουσιν»

Δημοσιεύθηκε 03.07.2025

Οἱ διηγήσεις γιά τήν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν (Ματθαίου δ΄, 18-22) προφανῶς δέν ἔχουν τό στόχο νά εἶναι ἱστορικές, δηλαδή νά παρέχουν ἁπλές πληροφορίες καί γνώσεις γενικοῦ ἐνδιαφέροντος ἀλλά στόχο ἔχουν νά προτρέψουν τούς ἀναγνῶστες τῶν εὐαγγελίων νά ἀκολουθήσουν τό Χριστό, τήν διδακαλία Του καί μεγάλο προσφερθέν παράδειγμά Του. Οἱ ἀπαντήσεις στίς προτροπές τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ὑποδειγµατικές. Στό κατά Ἰωάννη εὐαγγέλιο, ὅπως καί στά ἄλλα εὐαγγέλια, οἱ δυό πρῶτοι πού ἀνταποκρίνονται στό κάλεσμα τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος. Μόνο ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης δίνει τήν πληροφορία ὅτι αὐτοί οἱ δυό ἦταν προηγουμένως µαθητές τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ. Δέν εἶναι παράξενο ὅτι περιγράφονται νά μεταφέρουν τήν ἀφοσίωσή τους στό νέο θεῖο νόµο. Ξανά, τό κίνητρο τοῦ εὐαγγελιστῆ εἶναι νά ἐνθαρρύνει τούς ἀναγνῶστες καί πιστούς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης συνεχίζει μιλώντας γιά τήν κλήση τοῦ ἀποστόλου Φίλιππου καί τοῦ ἀποστόλους Ναθαναήλ (Ἰωάννου α΄, 35-51). Τά ἄλλα εὐαγγέλια μιλοῦν γιά τήν κλήση τοῦ ἀποστόλου Ἰάκωβου καί τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννη. Ὑπάρχουν ἐπίσης διηγήσεις γιά τίς ἑπόµενες κλήσεις -ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος μιλάει γιά τῶν κλήση τοῦ τελώνη (Ματθαίου θ΄, 9) καί ὁ Μᾶρκος γιά τήν κλήση τοῦ Λευί (Μάρκου β΄, 14).

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός λέει στούς µαθητές Του: «θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (βλ. Ματθαίου δ΄, 19 καί Μάρκου α΄, 17). Παρόλη τήν ἀμφιλεγόμενη σημασία αὐτῆς τῆς ἔκφρασης, τό πλαίσιο, ἡ κλήση τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα καί τοῦ ἀποστόλου Πέτρου νά γίνουν µαθητές τοῦ Ἰησοῦ, κάνει προφανές ὅτι ὁ στόχος τῆς κλήσης εἶναι νά ἐγκαταλείψουν τή γήινη-κοσμική ἐνασχόλησή τους, δηλαδή τό ἐπάγγελμά τους, τό ψάρεμα, γιά νά ἀσχοληθοῦν µέ τήν ἀνώτερη ἀποστολή νά καλέσουν τούς ἀνθρώπους γύρω ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀναφορές στά ψάρια καί στήν ἐργασία τοῦ ψαρέματος, καθώς καί ἱστορίες γιά µία ἀπίστευτη ψαριά (Λουκᾶ ε΄, 1-11 καί Ἰωάννου κα΄, 4-14) εἶναι ἀναπόφευκτες στή πόλη τῆς Γαλιλαίας, ὅπου τό ψάρεμα ἦταν ἡ κυριότερη ἀπασχόληση τῆς τοπικῆς κοινότητας, πού ἀποτελοῦνταν ἀπό τούς ἀνθρώπους πού ζοῦσαν στήν περιοχή ἐκείνη.

Στό εὐαγγελιστή Ματθαῖο, ὑπάρχει µία παραβολή γιά τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν πού εἶναι σάν δίχτυ µέσα στή θάλασσα. Τά ψάρια συγκεντρώνονται καί κρίνονται, τά ἄχρηστα πετάγονται στό καµίνι τῆς φωτιᾶς, ὅπου θά κλαῖνε καί θά τρίζουν τά δόντια τους (Ματθαίου ιγ΄, 47-50).  Αὐτό τό χωρίς συμβιβασμούς μήνυμα, παρόμοιο  μέ  τῶν ἐπικριτική ὁμιλία ὁ τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ (Ματθαίου γ΄, 10-12) εἶναι ἐσχατολογικό. Ἔτσι κι ἐδῶ, ἡ ἐντολή νά «ἁλιεύσετε ἀνθρώπους» (Ματθαίου δ΄, 19)  φέρει ἕνα μήνυμα γιά τή Δευτέρα Παρουσία -γιά τήν ὁποία οἱ µαθητές τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πρέπει νά προετοιμάσουν τούς ἀνθρώπους, πού εἶναι πλέον ἕτοιμοι νά δεχθοῦν τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἀπό αὐτούς. Ἐπειδή ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ Καινή Διαθήκη βασίζονται τόσο πολύ καί βαθιά στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι πιθανό πίσω ἀπό τήν εἰκονογραφία ἐδῶ νά βρίσκεται ἡ κρίση τοῦ Ἰερεμία γιά τόν Ἰούδα: «Θά στείλω πολλούς ψαράδες, λέει ὁ Κύριος, πού θά συλλάβουν τό λαό τοῦ Ἰούδα [τούς παραβάτες τοῦ νόμου]» (βλ. Ἰερεμίου ιστ΄, 16). Οἱ µαθητές τοῦ Κυρίου μας  πρωτίστως ἀναλαμβάνουν μία τέτοια ἀποστολή. Ἀργότερα, ἡ Χριστιανική εἰκονογραφία χρησιμοποίησε τῶν εἰκόνα τῶν ψαράδων ὡς σύμβολο γιά τό βάπτισµα, σέ ἀναλογία  μέ  τήν εἰκονογραφία πού χρησιµοποιεῖται ἐδῶ, καθώς ὁ Ἰησοῦς ἀναθέτει στούς µαθητές του τή διάδοση τῆς διδασκαλίας του σέ ὅλο τόν κόσµο.

Σύμφωνα μέ τό κήρυγμα καί τή μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας κληθήκαμε σέ κοινωνία μετά τοῦ Θεοῦ. Νά γίνουμε ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, τά παιδιά Του. Νά γίνουμε οἱ κατά χάριν υἱοί Του καί θυγατέρες Του στούς ὁποίους ὁ Θεός Πατέρας θά προσφέρει κληρονομία τήν αἰώνια ζωή, τά αἰώνια ἀγαθά τῆς Βασιλείας Του τόν ὑπεράρρητον πλοῦτο τῶν χαρισμάτων Του, τήν ὑπεράφθονη Χάρη Του καί τό ἔλεός Του. Τό προσφερθέν τό θεῖο δῶρο Του εἶναι: νά γίνουμε «κοινωνοί θείας φύσεως» μέτοχοι τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σ’ αὐτό ἐξαντλοῦνται οἱ ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες. Δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἀνώτερο γιά νά ἐπιθυμήσει ὁ ἄνθρωπος. Κι αὐτό εἶναι τόσο ὑπέροχο, τόσο τέλειο, τόσο πλῆρες, τόσο ἀγαθό, τόσο ἅγιο, τόσο ἔνδοξο, τόση εὐτυχία, τόση μακαριότητα, πού δέν ὑπάρχει περισσότερη γιά νά τήν ἐπιθυμήσει νά τήν δοκιμάσει ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ἀπόλαυση τῆς υἱοθεσίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό εἶναι «τῶν ἐφετῶν τῶν ἀκρότατον». Ἄς ἀνταποκριθοῦμε στήν ἅγια κλήση Του καί στό θεῖο κάλεσμά Του γιά νά ἀπολαύσουμε τά αἰώνια καί πανάγαθα δωρήματά Του.

27 Ἰουνίου 2025

Σύ εἶ Πέτρος

«Σύ εἶ Πέτρος»

Δημοσιεύθηκε 26 Ἰουνίου 2025

Ὅταν ρώτησε ὁ Κύριος τοὺς μαθητές Του: «Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε: «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθαίου ιστ´, 16-17). Ὁ Πέτρος, μὲ τὴ θεολογική του ὁμολογία, ἀπέδειξε καὶ τὰ δύο: ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ταυτόχρονα Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ ἀποκαλοῦνται «Χριστοί», «Υἱοὶ» ἢ «Θεοί», ἐνῶ μόνο ἕνας εἶναι ἀληθινὰ καὶ ἀπὸ τὴ φύση του τέτοιος, γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος δὲν εἶπε ἁπλῶς: «Ἐσὺ εἶσαι Χριστός», ἀλλὰ «ὁ Χριστός», οὔτε εἶπε «Υἱός», ἀλλὰ «ὁ Υἱός», οὔτε ἁπλῶς «Θεοῦ», ἀλλὰ «τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ἐπειδὴ τὰ εἶπε ὅλα μὲ τὸ ὁριστικὸ ἄρθρο, ἔδειξε καθαρὰ τὴ μοναδικότητα τῆς θείας φύσεως. Γι’ αὐτὸ κι ἔγινε ἄξιος τοῦ μακαρισμοῦ: «Μακάριος εἶσαι, Σίμων γιέ Βάρ Ἰωνᾶ».

Ὅπως ὁ Πέτρος εἶναι φύσει γιὸς τοῦ πατέρα σου Ἰωνᾶ, ἔτσι κι ἐγὼ εἶμαι φύσει καὶ κατ’ οὐσίαν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα. Ὁ Κύριος τοῦ εἶπε «ἐσὺ εἶσαι Πέτρος, καὶ πάνω σ’ αὐτὴν τὴν πέτρα θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου»

Ἐσύ θὰ γίνεις ἡ πέτρα τῆς λογικῆς πίστης, τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς οἰκοδομῆς. Πάνω σὲ αὐτὴν τὴ ὁμολογία σου –ὅτι εἶμαι ταυτόχρονα Υἱὸς Θεοῦ καὶ Υἱὸς ἀνθρώπου– θὰ θεμελιωθεῖ ἡ Ἐκκλησία.

«Καὶ θὰ σοῦ δώσω τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν»

Δὲν λέει «σοῦ δίνω τώρα», ἀλλὰ «θὰ σοῦ δώσω», ἀναφερόμενος στὸ χρόνο μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὅταν τοῦ ἔδωσε τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν ἐξουσία νὰ δεσμεύει καὶ νὰ λύνει, καὶ τὸν καθιέρωσε ποιμένα τῶν λογικῶν προβάτων. Ἀλλὰ ποιές εἶναι οἱ κλεῖδες καὶ ποιές θῦρες ἀνοίγει ὁ Πέτρος; Ἡ θύρα εἶναι ὁ Χριστός, ποὺ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα». Καὶ τὸ κλειδὶ αὐτῆς τῆς θύρας εἶναι ἡ πίστη, πού ἔδωσε στὸν Πέτρο.

Δίνει τὰ κλειδιὰ στὸν Πέτρο καὶ στοὺς διαδόχους του, ὥστε γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς ἡ θύρα νὰ εἶναι ἀπρόσιτη, ἐνῷ γιὰ τοὺς πιστοὺς προσπελάσιμη. Οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστης εἶναι οἱ πύλες τοῦ Ἅδη, ἐνῷ ὁ Κύριος εἶναι ἡ θύρα καὶ ἡ πύλη τῆς βασιλείας.

Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Πέτρος γιά ὅλα τοῦτα νὰ ἀρνηθεῖ τρεῖς φορὲς τὸν διδάσκαλό του;

Ἡ ἄρνηση τοῦ Πέτρου ἔγινε μὲ θεϊκὴ παραχώρηση. Ἐπειδὴ ὑπερηφανεύτηκε περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητὲς λέγοντας πὼς θὰ πέθαινε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, χωρὶς νὰ σκεφτεῖ καλὰ τὴν ἀδυναμία τῆς σάρκας, ἔπρεπε καὶ αὐτὸς νὰ ἐλεγχθεῖ ὡς ἄνθρωπος καὶ νὰ δείξει ὁ Κύριος πὼς ὅσα εἶπε ἦταν ἀληθινά.

Ἡ ἄρνηση τοῦ Πέτρου ἦταν οἰκονομία (δηλ. θεϊκὴ πρόνοια). Ἂν θέλουμε νὰ μιλήσουμε καὶ πιὸ μυστηριακά, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ ἄρνηση τοῦ Πέτρου ἦταν συμβολική. Ὅσο ὁ Πέτρος ἔκαιγε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Διδάσκαλο, ἦταν γενναῖος καὶ δὲν τὸν φόβιζαν οὔτε οἱ φρουρές, οὔτε οἱ στρατιῶτες, οὔτε τὰ ξίφη, οὔτε οἱ δᾶδες. Πλησιάζοντας τὴν φωτιὰ ποὺ ἄναψαν οἱ στρατιῶτες, τότε ἔγινε παιχνίδι στὰ χέρια μιᾶς δούλας. Ὅσο ἐμεῖς εἴμαστε ζεστοὶ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ θυμόμαστε τὴ φωτιὰ τῆς αἰώνιας κόλασης, δὲν μᾶς τρομάζουν τὰ ξίφη, οἱ πειρασμοὶ ἢ οἱ στρατιὲς τῶν δαιμόνων. Ἂν πλησιάσουμε στὴ φωτιὰ τῶν ἡδονῶν, ποὺ ἀνάβουν οἱ στρατιῶτες τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου, εὔκολα ὁ ἐχθρὸς θὰ μᾶς ἀποσπάσει ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ μιὰ ἀσήμαντη δούλη μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀρνηθοῦμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεό.   

Ὁ Πέτρος θερμαινόμενος ἀπὸ ἄλλη φωτιά –ὄχι τοῦ θείου ἔρωτα, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν ὑλική, τὴν κοσμικὴ φωτιά, ποὺ ἄναψαν οἱ στρατιῶτες – ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ φλόγα καὶ κατέληξε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Διδάσκαλο. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς συμβολικῆς αὐτῆς σκηνῆς: ὅποιος πλησιάζει στὴ φωτιὰ τῶν ἀπολαύσεων τοῦ κόσμου, γρήγορα πέφτει στὰ χέρια τοῦ ἐχθροῦ.

Ὁ Πέτρος, βλέποντας τὴ φωτιὰ καὶ ἀκούγοντας τὰ λόγια μιᾶς παιδίσκης, ὑποχώρησε. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἦταν μέσα στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ· γιατί μέσα ἀπὸ τὴν πτώση του, διδάχτηκε ταπείνωση, κατανόηση καὶ συμπόνια γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἔγινε ἱκανὸς νὰ ποιμάνει τὰ λογικὰ πρόβατα, ὄχι μὲ αὐστηρότητα, ἀλλὰ μὲ εὐσπλαχνία, ἔχοντας πεῖρα προσωπική τό πόσο εὔκολα πέφτει ὁ ἄνθρωπος.

Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἔλαβε τὴν ἐξουσία νὰ δεσμεύει καὶ νὰ λύνει ἁμαρτίες, δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἄγευστος ἀπὸ τὴ μετάνοια· καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ ποιμάνει, πρέπει νὰ ἔχει μάθει πρῶτα νὰ συγχωρεῖ. Ὁ Πέτρος λοιπόν, ἀφοῦ ἔκλαψε πικρὰ γιὰ τὴν πτώση του, ἔλαβε μεγαλύτερη χάρη· καὶ ἔγινε στήριγμα τῆς Ἐκκλησίας, παράδειγμα μετανοίας, καὶ θερμὸς ὑπερασπιστὴς τῆς ἀληθινῆς πίστης.

17 Ἰουνίου 2025

τὸ εὐαγγέλιον δι' ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ

«τὸ εὐαγγέλιον δι' ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ»

Δημοσιεύθηκε 12 Ἰουνίου  2025

Τό προφητικό κήρυγμα τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου ἀπετέλεσε τήν ἀναγκαία εἰσαγωγή στό ἔργο τοῦ Λυτρωτοῦ μας, πρός τόν Ὁποῖο ὁδήγησε ὅλους ἐκείνους πού μέ τήν ἀληθινή ἐπίγνωση τῆς καταστάσεώς τους καί μέ τόν ἄσβεστο πόθο τῆς λυτρώσεώς τους προετοιμάσθηκαν σ’ αὐτή μέ τό βάπτισμα τῆς μετανοίας. Καί «τότε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Γαλάτας δ΄, 4), καί ἐμφανίσθηκε πιά στόν κόσμο ὁ Χριστός, γιά νά κηρύξει αὐτοπροσώπως ὅτι ἔφθασε πλέον ὁ καιρός τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί νά καλέσει σ’ αὐτήν ὅλους τούς ἀνθρώπους.

Τό ἔργο τοῦ Κυρίου δέν ἦταν δυνατό νά σταματήσει ἕως ἐκεῖ. Φρόντισε γιά τήν ἐξακολούθησή του «μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθαίου κδ΄, 3). Πρίν φύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό σωματικά, ἔδωσε στούς Ἀποστόλους τήν ἐντολή νά συνεχίσουν τό κήρυγμά Του σέ ὅλο τόν κόσμο: «Κηρύξατε τό εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκου ιστ΄, 15), εἶπε στούς Ἀποστόλους, ὅταν θριαμβευτής ἐμφανίσθηκε σ’ αὐτούς μετά τήν Ἀνάστασή Του. Πρίν ἀναληφθεῖ τούς εἶπε πάλι : «Καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες… ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξεων α΄, 8). Πρός τόν σκοπό αὐτό τούς ἐφοδίασε μέ τήν χάρη καί τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού τούς ὁδήγησε «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάννου ιστ΄, 13).

             Τό θεῖο κήρυγμα εἶναι μία συνέχεια τοῦ διδακτικοῦ ἔργου, πού προπαρασκευαστικῶς ἄρχισαν οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τελειοποίησε ὁ Χριστός καί ἀπ’ Αὐτόν παρέλαβαν καί κατ’ ἐντολή Του ἐξακολούθησαν οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Στηρίζεται καί θεμελιώνεται πάνω στά λόγια τῶν Προφητῶν, τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων καί στήν γνήσια καί ἀνόθευτη παράδοση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.  

Ὁ λόγος αὐτός δέν εἶναι λόγος ἀνθρώπινος πού νά ἐπιδέχεται ἀλλαγές, ἐκσυγχρονισμούς ἤ καί ἀπόρριψη.  Τήν ταυτότητα τοῦ λόγου αὐτοῦ προσδιορίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος :  «Τό εαγγέλιο πού σς κήρυξα δέν προέρχεται πό νθρωπο. Γιατί κι γώ οτε τό παρέλαβα οτε τό διδάχτηκα πό νθρωπο, λλά μοῦ  τό ποκάλυψε ησος Χριστός» (Γαλάτας α΄ 11-12).

            Αὐτά πού κηρύττουν οἱ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου δέν τά ἐπινόησαν οὔτε τά ἐξήγγειλαν ἄνθρωποι. Εἶναι λόγος Θεοῦ, λόγος μέ αἰώνιο κῦρος καί θεία αὐθεντία. Ὁ Θεός παιδαγωγεῖ τόν ἄνθρωπο γιά νά τόν κάμει μέτοχο τῆς δόξας Του καί πολίτη τῆς βασιλείας Του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου νά ἐννοήσει τό βάθος καί τό πλάτος καί τό ὕψος του χρειάζεται νά ἑρμηνευθεῖ. Ὁ Κύριος ἑρμήνευσε μέ αὐθεντικότητα τό Νόμο πού δόθηκε ἀπό τόν Θεό στόν Μωϋσῆ πάνω στό ὄρος Σινᾶ, ὅπως διαβάζουμε στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία Του (Ματθαίου ε΄, στ΄, ζ΄). Ὁ Κύριος ἐπίσης ὑποσχέθηκε στούς Μαθητές Του πρίν ἀναληφθεῖ καί  ἐπιστρέψει στούς οὐρανούς θά τούς ἀποστείλει τό ἅγιο Πνεῦμα γιά νά τούς ὁδηγήσει στήν ἀλήθεια νά κατανοήσουν δηλαδή τό βάθος τῆς διδασκαλίας Του (Ἰωάννου ιστ΄ 13).

            Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στούς πιστούς, ὅτι μέ τό κήρυγμά του  γέννησε τά πνευματικά παιδιά μέ τήν χάρη πού τοῦ ἔδωσε ἡ κοινωνία καί ἡ σχέση του μέ τόν Χριστό (Πρός Κορινθίους Α΄, δ΄ 15). Μέ τό κήρυγμα γεννιοῦνται τά πνευματικά παιδιά, τά παιδιά πού πιστεύουν στό Θεό πού ζοῦν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐφαρμόζοντας τίς ἐντολές Του.

            Ἡ πνευματική γέννηση πού ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καί κυρίως τῆς σταυρικῆς θυσίας Του (Ἑβραίους β΄, 10).

            Τό ἔργο αὐτό γιά νά ἐπιτελεσθεῖ ἀπαιτεῖ ὑπηρέτες καί συνεργάτες τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἀνθρώπους γιά νά διαπαιδαγωγήσουν τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί νά τούς φθάσουν στήν πνευματική ὡριμότητα, τελειότητα πού εἶναι νά ἀποκτήσουν τόν τέλειο χαρακτήρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὑψηγορεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος : «Ἔτσι θά καταλήξουμε λοι στήν νότητα πού δίνει πίστη κι βαθιά γνώση το Υο το Θεο, θά γίνουμε ριμοι καί θά φτάσουμε στήν τελειότητα πού μέτρο της εναι Χριστός. Δέ θά εμαστε πιά νήπια» (Ἐφεσίους δ΄ 13-14)

            Ὁ χαρακτῆρας τοῦ κηρύγματος εἶναι Χριστολογικός καί ἀναφέρεται στήν προΰπαρξη τοῦ Χριστοῦ, στίς προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γι’ Αὐτόν. Τό κήρυγμα ἀναφέρεται στήν ζωή Του, στήν  ἐποχή Του, στόν χαρακτῆρα Του, στά ἔργα Του, στά σημεῖα, τίς ἀποδείξεις δηλαδή τῆς καταγωγῆς Του καί τῆς δυνάμεώς Του, στήν διδασκαλία Του, στόν σταυρικό θάνατό Του, στήν ἀνάστασή Του, στήν ἀνάληψή Του, στήν δευτέρα παρουσία Του.

            Συνεπῶς μέ τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου οἱ πιστοί ὁδηγοῦνται βαθμηδό στήν ἐπίγνωση τοῦ Χριστοῦ καί στήν κατανόηση τῶν ἀληθειῶν τῆς διδασκαλίας Του. 

5 Ἰουνίου 2025

καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν

«κα λλον παρκλητον δσει μν»

Δημοσιεύθηκε 05 Ἰουνίου 2025

Ὁ Κύριός μας στήν ἀποχαιρετιστήρια ὁμιλία Του πρός τούς μαθητές Του, σύμφωνα μέ τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ὑπόσχεται ὅτι θά στείλει τό ἅγιο Πνεῦμα μετά τόν θάνατό Του, τήν ἀνάστασί Του καί τήν ἐπιστροφή Του στόν οὐρανό « κα λλον παρκλητον δσει μν, να μνει μεθ' μν ες τν αἰῶνα, τ Πνεμα τς ληθεας» (Ἰωάννου ιδ΄ 15-17).

Μετά τήν ἀνάστασή Του ἐπανάλαβε αὐτή τήν ὑπόσχεσή Του: «Κι γ θ σς στείλω ατό ποὺ σς ποσχέθηκε Πατέρας μου. σεῖς καθίστε στὴν ερουσαλμ σότου Θες σς πλίσει μ τν δύναμή του» (Λουκᾶ κδ΄ 49). Ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς, ὁ συγγραφέας τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρει αὐτή τήν ὑπόσχεσι τοῦ Κυρίου ἐξιστορῶν τά μετά τήν ἀνάστασί Του (Πράξεων α΄  1-8).

Κατά τήν πεντηκοστή ἡμέρα ἀπό τῆς ἡμέρας τῆς ἀναστάσεώς Του ἐστάλη στούς ἁγίους Μαθητές καί Ἀποστόλους Του, ὅπως τούς εἶχε ὑποσχεθεῖ τό ἅγιο Πνεῦμα, πού φανερώθηκε μέ τή μορφή πυρίνων γλωσσῶν, πού ἐκάθησαν πάνω στά κεφάλια τους ὅπως μαρτυροῦν τό γεγονός οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (β΄ 1-4). Ἔκτοτε τό ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ στήν ἱστορία:

Γιά τή συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας.

Μέ τή δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος οἱ Ἀπόστολοι συγκέντρωσαν τούς πιστούς ἐντάσσοντας τους στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πού κατά τή διδασκαλία τῶν θεοφόρων Πατέρων καί Διδασκάλων Της εἶναι ἡ ταμειοῦχος τῆς θείας Χάριτος, ἡ κιβωτός καί ὁ λιμένας τῆς σωτηρίας, τό σῶμα τοῦ ἐνδόξου Χριστοῦ, ἡ δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Τά πάντα στήν Ἐκκλησία ἐνεργεῖ τό ἅγιο Πνεῦμα πού κατά τόν γνωστό ὕμνο τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας».

Αὐτό τό πανάγιο Πνεῦμα, πού ἔλαβαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι λαμβάνουν ὅλοι οἱ πιστοί ὅταν βαπτίζονται στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου (Ματθαίου η΄ 19) μέ τό ἅγιο καί ἱερό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος καί ἔτσι ἐνσωματώνονται στήν Ἐκκλησία καί  γίνονται «Σῶμα Χριστοῦ»(Κορινθίους Α΄ ιβ΄ 27).

Στούς πιστούς.

Κατά τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας τό ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ  στούς πιστούς μέ τούς ἑξῆς τρόπους:

α΄. Γιά τήν κάθαρσή τους ἀπό τήν ἁμαρτία καί τίς συνέπειές της.

Στόν ὡραῖο ὕμνο «Βασιλεῦ Οὐράνιε» πού ἀπαγγέλλουμε συνεχῶς ὅταν προσευχόμαστε καί ψάλλουμε ἀπευθυνόμενοι στό ἅγιο Πνεῦμα, ἱκετεύουμε καί δεόμαστε.

«Ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος».

Γιά νά καθαρισθοῦμε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας ἀπαραιτήτως κατά τόν ἀπόστολο Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστή πρέπει νά ὁμολογήσουμε τίς ἁμαρτίες μας. Ἑπομένως ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ἡ ὁμολογία τους (Α΄ Ἰωάννου α΄ 9).

Καθαριζόμαστε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας ὅταν συμμετέχουμε στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί κοινωνοῦμε τοῦ ἁγίου Σώματος καί Αἵματός Του (Ματθαίου κστ΄ 27-28).

Γιά τόν φωτισμό τους.

Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε καί διαβεβαίωσε τούς μαθητές Του:

Ὅταν ὅμως θὰ ἔρθει ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς Ἀλήθειας, θὰ σᾶς ὁδηγήσει σὲ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Γιατὶ δὲν θὰ μι­λήσει ἀπὸ μόνος του, ἀλλὰ θὰ πεῖ ὅσα θ’ ἀκούσει, καὰ θὰ σᾶς ἀναγ­γείλει αὐτὰ ποὺ μέλλουν νὰ συμβοῦν ” (Ἰωάννου ιστ΄ 13).

Οἱ πιστοί πού ἀναζητοῦν τήν ἀλήθεια τῆς ζωῆς θά γνωρίσουν τήν ἀλήθεια ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ καί αὐτή θά τούς ἐλευθερώσει ἀπό κάθε σκοτάδι καί πλάνη κατά τό λόγο τοῦ Κυρίου: «Καί θά γνωρίσετε τήν ἀλήθεια καί ἡ ἀλήθεια θά σᾶς ἐλευθερώσει» (Ἰωάννου η΄ 32).

Γιά τήν θέωσή τους.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος κηρύττει πανηγυρικά σ’ ὅλους τούς πιστούς Ἐκκλησίας μας ὅτι: «Γιατὶ τὸ Πνεῦμα ποὺ σᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς δὲν ἐμπνέει φόβο γιὰ τὸν Θεὸ οὔτε κάνει τοὺς ἀνθρώπους δούλους, ἀλλὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα μᾶς δίνει τὸ θάρρος νὰ λέμε τὸν Θεό: «Ἀββᾶ, Πατέρα μου!» (Ρωμαίους η΄ 15).

Ἐνισχυόμενοι ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα οἱ πιστοί ἀγωνιζόμαστε γιά νά μήν ἐκπέσουμε ἀπό τήν κατάσταση τῆς θείας ζωῆς καί στερηθοῦμε τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν σύμφωνα μέ τό Μέγα Βασίλειο: «Μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀποκατάσταση στὸν παράδεισο, ἡ ἄνοδος στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἡ ἐπανάκτηση τῆς υἱοθεσίας, τὸ θάρρος νὰ ὀνομάζουμε τὸν Θεὸ Πατέρα μας, τὸ νὰ γίνουμε μέτοχοι τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἀποβοῦμε τέκνα φωτὸς, νὰ μετέχουμε τῆς αἰώνιας δόξας καὶ γενικὰ νὰ ἀπολαμβάνουμε τὸ σύνολο καὶ κατὰ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ κατὰ τὴ μέλλουσα. Ἔτσι τὴ χάρη τῶν ἀγαθῶν ποὺ σὰν ὑποσχέσεις μόνο μᾶς ἔχουν δοθεῖ καὶ ποὺ πιστεύουμε ὅτι θὰ τὰ ἀπολαύσουμε τὴν βλέπουμε σὰν σὲ καθρέπτη, σὰν εἶναι ἤδη παρόντα». (Μεγάλου Βασιλείου, Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, P.G. 32, 132 Β-C).

29 Μαΐου 2025

Διέστη …ἀναφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν

«Διέστη …ἀναφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν»

                                                                Δημοσιεύθηκε 29.05.2025

Ἡ ᾿Ανάληψη ὡς ἑορτὴ  ἐκφράζει τὸ πασχάλιο μυστήριο µέσα ἀπὸ μιὰ προοπτική ποὺ εἶναι Μεσσιανική, Εἶναι ἡ γιορτή τῆς βασιλικῆς ἀποκατάστασης τοῦ Μεσσία.

Ὁ Κύριος μετά τήν Ἀνάστασή Του παρέμεινε ἀκόμα σαράντα ἡμέρες στή γῆ γιά νά σταθεροποιήσει τούς Ἀποστόλους Του στήν πίστη τῆς Ἀναστάσεώς Του, γιά νά τούς ἀπευθύνει τίς τελευταῖες ὁδηγίες Του, καί νά τούς προετοιμάσει γιά τήν ἀναχώρησή Του στόν οὐρανό. Εἶχε ἐκπληρώσει τήν ἀποστολή Του στή γῆ. Μποροῦσε νά ἐπαναλάβει τά λόγια πού εἶπε πρός τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα Του: «Ἐγώ φανέρωσα τή δόξα σου πάνω στή γῆ, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσα τό ἔργο πού μου ἀνέθεσες νά κάνω» .

Εἶχε ἱδρύσει τήν Ἐκκλησία, εἶχε ἐξαγοράσει τό γένος τῶν ἀνθρώπων μέ τόν θάνατό Του, κατάργησε μέ τό σταυρό Του τήν ἐξουσία τοῦ Διαβόλου. Ἡ ὥρα τοῦ θριάμβου εἶχε ἔλθει γιά τήν ὁποία προσευχήθηκε στόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα. Ἡ τεσσαρακοστή ἡμέρα μετά τήν Ἀνάστασή Του ἔφθασε. Ἐμφανίσθηκε στήν Ἱερουσαλήμ, τούς προανήγγειλε τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούς παρήγγειλε νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλη τή γῆ καί τούς ὁδήγησε ἔπειτα ἔξω τῆς πόλεως, στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, πού πρίν ἀπό σαράντα δύο ἡμέρες ἦταν μάρτυς τῆς ἀγωνίας τοῦ Ἰησοῦ  ἔγινε τώρα μάρτυρας τοῦ θριάμβου Του. Ὅταν ὁ ὅμιλος τῶν Mαθητῶν ἔφθασε στήν κορυφή τοῦ λόφου, ὁ Ἰησοῦς ὕψωσε τά χέρια Του στόν οὐρανό κι ἴσως ἐπανέλαβε τά λόγια πού εἶχε πεῖ καί σέ ἄλλη εὐκαιρία: «Τώρα δέν εἶμαι πιά μέσα στόν κόσμο ἐνῶ αὐτοί μένουν μέσα στόν κόσμο, κι ἐγώ ἔρχομαι σ’ ἐσένα. Ἅγιε Πατέρα, διατήρησέ τους στήν πίστη μέ τή δύναμη τοῦ ὀνόματός σου πού μοῦ χάρισες, γιά νά μείνουν ἑνωμένοι ὅπως ἐμεῖς». «Καθώς τούς εὐλογοῦσε, ἄρχισε ν’ ἀπομακρύνεται ἀπ’ αὐτούς καί ν’ ἀνεβαίνει στόν οὐρανό» . Εὐλογώντας, σιγά-σιγά ὑψώθηκε ὄχι σάν τόν Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα, ἄλλα μέ τήν προσωπική δύναμή Του. Οἱ Μαθητές Τόν παρακολουθοῦσαν μέ τά μάτια τους, ἐνῶ οἱ καρδιές τους ἐπάλλοντο ἀπό χαρά καί συγκίνηση. Ἀσφαλῶς ἐπιθυμοῦσαν νά Τόν ἀκολουθήσουν στούς αἰθέρες, ἀλλά φωτεινή νεφέλη Τόν σκέπασε καί ἔπαυσαν νά Τόν διακρίνουν.

Οἱ Μαθητές Του πού Τόν εἶχαν ἀκολουθήσει στήν θριαμβευτική εἴσοδό Του στά Ἱεροσόλυμα τώρα βλέπουν τήν θριαμβευτική ἄνοδό Του στόν οὐρανό.

Ὅλοι οἱ Δίκαιοι πού ἔζησαν πρό Χριστοῦ, καί οἱ ψυχές τους βρίσκονταν αἰχμάλωτες καί δέσμιες στόν Ἅδη, καί γιά τούς ὁποίους ὁ Παράδεισος ἦταν κλειστός, ἀφοῦ ἐλευθερώθηκαν ἀπό τόν Σωτήρα μέ τήν Ἀνάστασή Του Τόν συνώδευσαν στόν οὐρανό. Μαζί Του ἀνῆλθαν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, οἱ Πρωτόπλαστοι οἱ πρῶτοι μετανοημένοι, οἱ Πατριάρχες πού τόσο πόθησαν τόν ὑποσχεμένο Μεσσία, οἱ Προφῆτες, πού προεῖπαν τήν ἔλευση τοῦ Λυτρωτοῦ, τίς ταπεινώσεις Του, τή νίκη Του, τό θρίαμβό Του.

Ἡ Ἐκκλησία ἐφαρμόζει τήν μεσσσιανική  προφητεία τοῦ Ἡσαΐου γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς Ἱερουσαλήμ στήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Κύριος ἔνδοξος νικητής «εἰσῆλθε εἰς τὴν χαρά Του»  καί μαζί Του ἔφερε τό λαό Του «εἰς ὄρος ἁγιάσματος αὐτοῦ». Ταπεινώθηκε, ὑπέφερε, θρήνησε, πολέμησε, ἐξαγίασε τή γῆ μέ τήν ἀναζήτηση τῶν ἁμαρτωλῶν γιά τή σωτηρία τους καί κατέπαυσε ἀπό πάντων τῶν ἔργων Αὐτοῦ . 

Ὅταν ὁ Κύριός μας ἀνῆλθε στόν οὐρανό ὁ ἄναρχος Πατέρας Τόν τοποθέτησε στά δεξιά Του καί Τόν στεφάνωσε μέ τήν δόξα. Ὑπέφερε, πρέπει τώρα νά δοξασθεῖ. Τόν προσκαλεῖ ἐπειδή «ταπεινώθηκε θεληματικά ὑπακούοντας μέχρι θανάτου. Καί μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός τόν ἀνέβασε πολύ ψηλά καί τοῦ χάρισε τό ὄνομα πού εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα τά ὀνόματα. Κι ἔτσι, στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ὅλα τά ἐπουράνια, τά ἐπίγεια καί τά ὑποχθόνια θά προσκυνήσουν, καί κάθε γλώσσα θά ὁμολογήσει ὅτι Κύριος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός,  γιά νά δοξάζεται ἔτσι ὁ Θεός Πατέρας» .

Χαρίζει σ’ Αὐτόν ὄνομα «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» μπροστά στό ὁποῖο θά κάμψει κάθε ἐπίγεια (ἄνθρωποι), ἐπουράνια (ἄγγελοι) καί καταχθόνια (δαίμονες) δύναμη. Ὁ  Ἰησοῦς ἔχει σάν ὑποπόδιο τῶν ποδῶν Του ὑποτεταγμένους ὅλους τούς ἔχθρούς Του .

Ποῦ εἶναι οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, οἱ Ἄρχοντες τοῦ κόσμου, οἱ ἐπηρμένοι ἰσχυροί γιά τά πλούτη τους, τήν σοφία τους, τήν δύναμή τους καί τή δόξα τους; Οἱ αἰῶνες τούς ἐκμηδένισαν καί ὁ Χριστός μένει εἰς τόν αἰῶνα «χθὲς καὶ σήμερα ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» . Οἱ ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας παρέρχονται. Ὁ Χριστός ὅμως πάντα θριαμβεύει «ἐξῆλθεν νικῶν καί ἵνα νικήσῃ». Ἀπολαμβάνει ἀπό τήν τιμητική θέση Του τήν ἀτελείωτη δόξα τοῦ Οὐρανοῦ.

22 Μαΐου 2025

ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς

«ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς»

Δημοσιεύθηκε 22.05.2025

 

Στὴν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ, ὅταν εἶδαν τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό : «Ραββί, τὶς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ» ἡ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Κύριο εἶναι, ὅτι: «οὔτε αὐτὸς ὁ ἀτυχὴς οὔτε οἱ γονεῖς του εἶχαν ἁμαρτήσει καὶ ὅτι ἡ μοναδικὴ ἐκείνη περίπτωση ἐπετράπη γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ.  Συμπληρώνει καί τό ἑξῆς: «Ὅταν ἐν τῷ, κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου» (Ἰωάννου θ΄, 5). Μετά ὁ Ἰησοῦς ἔπτυσε στὴ γῆ, ἔκανε μὲ τὸ σάλιο λίγη λάσπη, ἔβαλε αὐτὴ τὴ λάσπη στὰ μάτια του καὶ ἔπειτα τοῦ εἶπε «Πήγαινε, πλύσου στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ».

Ὁ θεραπευμένος καί διωγμένος ἀπὸ τούς Ἰσραηλῖτες τυφλὸς μετὰ ἀπὸ ἔντονο διάλογο μαζί τους, συνάντησε κατόπιν τὸν Ἰησοῦ, ποὺ τοῦ εἶπε : «Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;. Ὁ θεραπευμένος ἀπήντησε : «Καὶ τὶς ἐστιν, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;». Ὁ Ἰησοῦς πρόσθεσε : «Καὶ ἑώρακας αὐτὸν (ὑπαινισσόμενος τὴν θεραπεία) καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνὸς ἐστιν». Τότε ὁ θεραπευμένος φώναξε : «Πιστεύω, Κύριε», καὶ τὸν προσκύνησε. Ὁ ᾿Ιησοῦς πρόσθεσε : «Εἰς κρῖμα (γιὰ νὰ γίνη κάποια κρίσις καὶ ξεχώρισμα) ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσιν καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται».

Οἱ ἄνθρωποι κάθε ἐποχῆς ἀναζητοῦν τὸ πραγματικὸ φῶς τῆς ζωῆς γιὰ νὰ πορευθοῦν στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ νὰ μὴ χαθοῦν, ζημιωθοῦν, ἀπογητευθοῦν ἀπὸ τὶς ἐπιλογές τους παγιδευόμενοι στὰ σκοτάδια τῆς ἄγνοιας, τῆς πλάνης καὶ τῶν ποικίλων συγχύσεων.

Ἀνταποκρινόμενος σ’ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη καὶ τὸ ὑπαρξιακὸ αἴτημα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς διεκήρυξε: «Ἐγὼ εἶμαι το φῶς τοῦ κόσμου· ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ δὲ θὰ πλανιέται μέσα στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει το φῶς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωὴ» (Ἰωάννου η΄, 12). Φῶς ἀληθινὸ εἶναι ἡ πίστη μας στὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὁ Χριστὸς ὁδήγησε καὶ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στὴν θεογνωσία, νὰ γνωρίσουν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ (Ἰωάννου α’, 18). Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἐπιβεβαίωσε αὐτὴ τὴν διακονία Του ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Πατέρα Του λέγοντας «Φανέρωσα τὸ ὄνομά σου στοὺς ἀνθρώπους» (Ἰωάννου ιζ 6). Σ’ αὐτὴ τὴν ἀποκάλυψη ἀναφέρεται καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας: «Ὁ Θεὸς ποὺ εἶπε: «Μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι νὰ λάμψει τὸ φῶς», αὐτὸς ἔλαμψε μέσα στὶς καρδιές μας καὶ μᾶς φώτισε νὰ γνωρίσουμε τὴ δόξα του στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ » (Πρὸς Κορινθίους Β’, δ΄, 6). Φῶς ἀληθινὸ εἶναι ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ ὁ πιστὸς μὲ εὐγνωμοσύνη ψάλλει καὶ ὁμολογεῖ: « Σημειώθηκε σὲ μᾶς το φῶς τοῦ προσώπου σου » (Ψαλμοῦ δ΄, 7). Μὲ τὰ παθήματά Του ὁ Κύριος μᾶς φώτισε τὸν κόσμο δείχνοντας τὴν δύναμη τῆς ταπείνωσης, τῆς αὐτοθυσίας, τῆς ὑπομονῆς, τῆς μακροθυμίας. Μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ σφραγίζονται οἱ πιστοὶ καὶ πᾶν ὅτι ἀνήκει στὸ Θεό.

Φῶς ἀληθινὸ εἶναι τὰ καλὰ ἔργα. Καλὰ ἔργα θεωροῦνται ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὑπέδειξε ὁ Κύριος στοὺς μαθητὲς Τοῦ μὲ τὸν λόγο Του : «Ἔτσι νὰ λάμψει καὶ τὸ δικό σας φῶς μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξολογήσουν τὸν οὐράνιο Πατέρα σας» (Ματθαίου ε΄, 16). Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν τὸ δῶρο τοῦ ζῆν, πλουτίζονται μ’ ἕνα ἀκόμη θεῖο δῶρο τὸ εὖ ζῆν, ποὺ εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸ ἀεὶ ζῆν δηλαδὴ τὴν αἰώνια ζωή.

Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔρχονται πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, εἴτε ἀπὸ ραθυμία εἴτε ἀπὸ ἄγνοια, εἴτε ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἐπιτρέπουν τὰ πάθη τους καὶ τὰ φαῦλα ἔργα τους, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Κάθε ἄνθρωπος ποὺ πράττει ἔργα φαῦλα μισεῖ το φῶς καὶ δὲν ἔρχεται στὸ φῶς, γιατί φοβᾶται μήπως φανοῦν τὰ ἔργα του καὶ κριθοῦν» (Ἰωάννου γ΄, 20). Δὲν ἀναζητοῦν τὸν ἀληθινὸ Θεό, ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν σταυρικὴ θυσία Του, ἀποφεύγουν τὰ καλὰ ἔργα, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη λάμψη τῶν ἐφημέρων φώτων καὶ ἀκολουθοῦν τοὺς σκοτισμένους στὸ νοῦ. Κι ὅταν τὰ ψεύτικα αὐτὰ φῶτα χαθοῦν ἐγκαταλείπονται παγιδευμένοι οἱ ἄνθρωποι στὰ ὑπαρξιακὰ ἀδιέξοδα τους ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀδυνατοῦν νὰ ἐξέλθουν.

Γι’ αὐτὸ εἶναι ἐπίκαιρη ἡ ἐπισήμανση καὶ προτροπὴ τοῦ Κυρίου «Γιὰ ὅσο λοιπὸν διάστημα ἔχετε το φῶς ἀνάμεσά σας περιπατεῖτε κάτω ἀπὸ τὴν ὁδηγία του καὶ τὸν φωτισμό του γιὰ νὰ μὴν σᾶς κατακυριεύσει τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς πλάνης. Διότι ἐκεῖνος ποὺ περιπατεῖ στὸ σκοτάδι δὲν ξέρει ποὺ πηγαίνει» (Ἰωάννου ιβ΄, 35).

15 Μαΐου 2025

Φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα

«Φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα»

Δημοσιεύθηκε 15 Μαΐου 2025

Κατά τήν ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἀναγιγνώσκεται στήν θεία Λειτουργία  ἡ εὐαγγελική περικοπή ἀπό τό κεφάλαιο ζ΄ τοῦ κατά Ἰωάννη εὐαγγελίου.

Τά ἀναφερόμενα ἀποτελοῦν τό τελετουργικό τῆς Ἰουδαϊκῆς ἑορτῆς τῆς Σκηνοπηγίας. Ἑπομένως γιά νά κατανοήσουμε τούς λόγους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ἀναχθοῦμε στά τελούμενα κατά τήν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων στήν ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας. 

Ἡ ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας ἀνήκει στό κύκλο τῶν ἐτησίων μεγάλων Ἰουδαϊκῶν ἑορτῶν. Ἡ ἑορτή αὐτή καλοῦνταν τῆς Σκηνοπηγίας, γιατί κατ’ αὐτήν παρέμεναν σέ σκηνές πού κατασκεύαζαν ἀπό μύρτους, φοίνικες, λεῦκες κ.λπ. γιά ἑπτά ἡμέρες καί ὀνομαζόταν ἐπίσης καί ἑορτή τῆς Συγκομιδῆς (Ἐξόδου 23, 26 καί 34, 22). Ἡ παραμονή αὐτή θύμιζε στούς Ἰσραηλῖτες τήν παραμονή τους σέ σκηνές στήν ἔρημο καί προσέδωσαν στό ἔθιμο αὐτό ἱστορικό χαρακτῆρα, ἀλλά κατά τό περιεχόμενό της εἶχε πρωτίστως γεωργικό χαρακτῆρα. Συγκεντρώνοταν, λοιπόν, γιά νά εὐχαριστήσουν τόν Θεό γιά τήν συγκομιδή τῶν καρπῶν καί γιά νά τόν παρακαλέσουν νά καταπέμψει ἐν ὄψει τῆς νέας σπορᾶς τήν βροχή, ὥστε νά ἀποβεῖ πλουσιώτερο σέ καρπούς τό νέο ἔτος. Κατά τήν ἑορτή πού διαρκοῦσε ἑπτά ἡμέρες (Λευϊτικό 23, 34) συνήθιζαν νά προσφέρουν τήν δεκάτη τῶν καρπῶν καί τοῦ οἴνου ὅπως καί τά πρωτότοκα τῶν ζώων (Λευϊτικό 23, 36. 39). Κατά οἰκογένειες καί γένη ἀνέβαιναν στά Ἱεροσόλυμα γιά νά ἑορτάσουν.

Εἶχε ὅμως ἡ ἑορτή αὐτή καί χαρακτῆρα σοβαρό γιατί κατ’ αὐτήν οἱ Ἰσραηλῖτες θυμόντουσαν τά μεγάλα γεγονότα τῆς πορείας τους στήν ἔρημο καί παρακαλοῦσαν τό Θεό νά καταπέμψει ἔγκαιρα τήν φθινοπωρινή βροχή. Τήν πρώτη μέρα προσέφεραν θυσίες ἀνάμεσα σέ πολύ πλῆθος πού πανηγύριζε. Περί τό τέλος τῆς ἡμέρας αὐτῆς συναθροίζονταν στήν αὐλή τῶν γυναικῶν καί τήν ὥρα πού ἔπεφτε τό σκοτάδι καί ἔκλειναν οἱ πῦλες τοῦ ναοῦ γινόταν μεγάλη φωταψία μέ φανούς καί λαμπάδες. Κατά τήν διάρκεια τῆς νύχτας τά μέλη τῆς χορωδίας τοῦ ναοῦ στέκονταν μέ μουσικά ὄργανα πάνω στίς βαθμίδες πού ὁδηγοῦσαν ἀπό τήν αὐλή τῶν γυναικῶν στήν ἐσωτερική αὐλή καί ἔψαλλαν τούς Ψαλμούς (120-134) τῶν Ἀναβαθμῶν καθόλη τήν νύχτα. Αὐτή τήν φωταψία πιθανῶς ὁ Κύριός μας ἀντιπαραβάλλει πρός τό αἰσθητό φῶς τό πνευματικό, λέγοντας τό  «ἐγώ εἰμί τό φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν μοι οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάννου 8, 12). Τώρα μιλοῦσε γιὰ τὸ φῶς μὲ ἀνάλογη ἀναφορά, Οἱ Φαρισαῖοι τοῦ ἀπήντησαν ὅτι κανένας δὲν ὑποχρεωνόταν  νά  Τὸν πιστεύση, γιατὶ ὁ Ἴδιος μαρτυροῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό Του καὶ ἡ μαρτυρία Του δὲν ἦταν ἀληθινή. ᾽Ακολούθησε συζήτηση (Πρβλ. Ἰωάννου 8, 20-21 - 8, 30- 31).  Ἡ φωταψία ἔχει συμβολικό χαρακτῆρα. Ὅπως τώρα νέο φῶς ἀνάβοταν ἔτσι καί ὁ Θεός ἄς χαρίσει νέο φῶς κατά τό ἐπικείμενο νέο ἔτος στούς ἀνθρώπους.

Ὁ Χ ρ ι σ τ ό ς   ἀ π ο κ α λ ύ π τ ε τ α ι   ὡ ς   φ ῶ ς.

Ὡστόσο βλέπει κανείς ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτεται ὡς Φῶς τοῦ κόσμου, κυρίως μέ τίς πράξεις καί  τά λόγια Του. Οἱ θεραπεῖες τυφλῶν (Μάρκου η΄, 22-26) ἔχουν στό θέμα αὐτό ἰδιαίτερη σημασία, ὅπως τὸ ὑπογραμμίζει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅταν ἀναφέρει τήν θαυματουργική θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ (Ἰωάννου θ΄). Ὁ Ἰησοῦς Χριστός διακηρύττει τότε: «Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὧ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου» (Ἰωάννου θ΄, 5) καί «ἐγώ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ» (Ἰωάννου ιβ΄, 46). Ἡ καταυγαστική δράση του ἀπορρέει ἀπό αὐτό πού ὑπάρχει ἐντός Του, πού εἶναι ὁ Ἴδιος μέσα Του ἀπό τήν θεότητά Του πού κρύπτεται στήν εὐτέλεια τῆς ἀνθρωπότητάς Του. Ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωή καί φῶς τῶν ἀνθρώπων, ἀληθινό φῶς πού φωτίζε κάθε ἄνθρωπο ὅταν ἔρχεται σ᾿ αὐτό τὸν κόσμο (Ἰωάννου α΄, 4.9). Γι’ αὐτό, τό δράμα πού ἐκτυλίσσεται γύρω Του εἶναι μιά σύγκρουση τοῦ φωτός καί τοῦ σκότους: τό φῶς λάμπει μέσα στά σκότη (Ἰωάννου α΄, 4), καί ὁ κόσμος τοῦ κακοῦ προσπαθεῖ νά τό πνίξει, γιατί οἱ ἄνθρωποι προτιμοῦν τό σκότος ἀπὸ τὸ φῶς, ὅταν τά ἔργα τους εἶναι πονηρά (Ἰωάννου γ΄, 19). Τήν ὥρα τοῦ Πάθους, ὅταν ὁ Ἰούδας βγαίνει ἀπὸ τὸ χῶρο τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου γιά νά παραδώσει τόν Ἰησοῦ, ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης σημειώνει σκόπιμα: «ἦν δὲ νὺξ» (ιγ΄, 30), καί ὁ Ἰησοῦς, τή στιγμή τῆς συλλήψεώς Του, δηλώνει: «αὕτη ἐστὶν ὑμῶν ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους» (Λουκᾶ κβ΄, 53).

 

9 Μαΐου 2025

Ἐγώ εἰμί τό φῶς

«Ἐγώ εἰμί τό φῶς»

Δημοσιεύθηκε 080.05.2025

Κορυφαῖα ἀνάμεσα στὶς πέντε αἰσθήσεις μας ἀναμφίβολα εἶναι ἡ ὅραση. Αὐτὴ  μᾶς φέρνει σ᾽ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἔξω κόσμο. Αὐτὴ μας ἱκανώνει νά ἀπολαμβάνουμε τὸ πανόραμα τῆς θείας Δημιουργίας Του. Γι' αὐτὸ κι ὁ ὅρκος πού λέμε πολλὲς φορὲς «μὰ τὸ φῶς  μου» ἤ «τὸν προσέχει σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ». Ὅμως, φτὰνουν τὰ μάτια μας κι ὑλικὸς κόσμος γύρω, γιὰ νὰ ὑπάρξει ἡ ἐπικοινωνία! Ἀσφαλῶς, ὄχι. Ἀπόδειξη, μιὰ ἀφέγγαρη σκοτεινὴ νύχτα. Χρειάζεται βασικά, τὸ φῶς. Κι ὁ Χριστὸς διακὴρυξε ἀνάμεσα στά «ἐγὼ εἰμί» του,  τὸ «ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς  τοῦ κόσμου» (Ἰωάννης η΄, 12). Ἂς Τὸν πλησιάσουμε, μὲ τὴν βέβαιότητα ὅτι «ἐν τῷ φωτί Του ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμὸς λε΄, 9).

Ἡ πηγὴ τοῦ φωτὸς

Ὁ Ἰωάννης στὴν Α΄ ἐπιστολὴ του (α΄,  5) μᾶς δίνει τὸν ἑξῆς ὁ ὁρισμὸ γιά τόν Θεό «ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία». Ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅμοια κι ἴσα, εἶναι καὶ τό φῶς. Καμιὰ σκιὰ στὸ χαρακτῆρα του. Κανένα ἐρωτηματικό, στὶς διακηρύξεις του. Ὅποιος Τὸν πλησιάσει στό δικό του φῶς, «ἐνέβλεψε τηλαυγῶς ἅπαντας» (Μάρκου η΄, 25). Ἔξω ἀπὸ τον Θεὸ καὶ τήν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψὴ Του, δέν  ἔχουμε παρὰ σκοτάδι καί βαθύτατη ἄγνοια.  Ὁ Θεὸς δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ εἶναι φῶς, ἀλλὰ εἶναι ὁ χορηγὸς τοῦ φωτός. Τὰ πρῶτα λόγια του στὴ Βίβλο, εἶναι «γενηθήτω φῶς» (Γένεση α΄, 3). «Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους, τὸν φωστῆρα τὸν μέγαν εἰς ἀρχὰς τῆς ἡμέρας καὶ τὸν φωστῆρα τὸν ἐλάσσω εἰς ἀρχὰς τῆς νυκτός, καὶ τοὺς ἀστέρας» (Γένεση α΄, 16). Ὅλα ἀπό τότε κάθε μέρα, λούζονται, ξυπνᾶνε καὶ χαίρονται, στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὅλα λάμπουν ἀπό καί στό δικό του φῶς. Παράλληλα ὅμως, μᾶς δώρησε μέγιστο καὶ μοναδικὸ πνευματικὸ φωστῆρα, γιὰ τῶν ψυχῶν μας τὰ μάτια, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Εἶναι «τὸ φῶς πού φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον στὸν κόσμο» (Ἰωάννης α ΄, 9). Μετὰ τήν σημείωση ὅτι, «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον», ὁ  Χριστὸς πρόσθεσε «ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα » (Ἰωάννου γ΄,19). Προτίμησαν ν᾿ ἀνάψουν δικὰ τους «φῶτα». Ἐπινόησαν φιλοσοφίες, κοινωνικὰ συστήματα, μύριες θρησκεῖες, ποὺ παρόλο πού «ἦσαν φῶτα, δὲν ἤτανε τὸ φῶς, τό ἀληθινό. Ἔτσι, «φάσκοντες εἶναι σοφοὶ, ἐμωράνθησαν,» (Ρωμαίους α΄, 22). Ἔτσι,  ποὺ τίποτα νὰ μὴ μπορεῖ νὰ φωτίσει καὶ νὰ ἱκανοποιήσει κανέναν ποὺ εἰλικρινὰ ζητάει τό φῶς. Ὁ κόσμος βρισκόταν ὅπως ὁ Ἠσαΐας τὸν περιγράφει σάν «λαὸς περιπατῶν ἐν σκότει... καὶ καθήμενος ἐν σκιᾷ θανάτου» (θ΄, 2). Ὁ Θεὸς ἀπό ἄκρα ἀγάπη γιά τό δημιούργημά του ἔστειλε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ διαβεβαίωσε ὅτι: «εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶ ὅποιος τὸν ἀκολουθήσει δὲν θά περπατήσει στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει τὸ φῶς τῆς ζωῆς»  (Ἰωάννου η΄, 12). Τό φῶς του μᾶς βγάζει ἀπό τὸ σκοτάδι, τοὺς φόβους του, τὴν ἀδυναμία μας, τὴν ἀδράνειά μας καί μᾶς ὁδηγεῖ στό πνευματικό ξημέρωμα σύμφωνα μέ τό Παύλειο : «ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Κορινθίους Β΄, δ΄, 6).  Τὸ φῶς συμβολῖζει τὴ γνώση, ὅπως τὸ σκοτάδι τήν ἄγνοια. «Τὸν Θεὸ κανεὶς δὲν τὸν εἶδε ποτέ» ἐξήγησε ὁ  Χριστὸς. Ποιός λοιπὸν μπορεῖ νὰ μᾶς τὸν γνωρίσει; Καί συνεχίζει, «ὁ μονογενὴς υἱὸς πού εἶναι στόν κόλπο τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος μᾶς τὸν φανέρωσε» (Ἰωάννου α΄, 18). Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ διακήρυξή του στὸν ἀπόστολο Φίλιππο: «Ὅποιος γνώρισε ἐμέ, γνώρισε τὸν Πατέρα» (Ἰωάννου ιδ΄, 9). Τὸ φῶς, συμβολίζει τή δικαιοσύνη, ὅπως τὸ σκοτάδι τήν ἁμαρτία. «Φῶς σπέρνεται γιὰ τὸν δίκαιο» βεβαιώνει ὁ Δαβὶδ (Ψαλμός 96, 11), ὥσπου « ἐξοίσει ὡς φῶς τὴν δικαιοσύνην σου καὶ τὸ κρῖμά σου ὡς μεσημβρίαν» (λε΄,  6). Ἔτσι ὁ Χριστὸς ἔγινε γιά ἐμᾶς «ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν» (Κορινθίους Β΄, γ΄, 9)  εἶναι Ἐκεῖνος πού βεβαιώνει ὅτι «ὅποιος μέ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ περπατήσει στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάννης η΄, 12). Ὁ Ἴδιος μᾶς προσκαλεῖ  νά ζήσουμε στό φῶς του καί μέ τό φῶς του «ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός» (Ἐφεσίους ε΄, 14) καθώς καί νά περιπατήσουμε «ἐν τῷ φωτὶ» (Ἐφεσίους ε΄,  8) σὰν «υἱοί φωτὸς καὶ υἱοί ἡμέρας» (Θεσσαλονικεῖς Α΄, ε΄, 5).

30 Ἀπριλίου 2025

«Ἀπεκδυσάμενος … θριαμβεύσας»

«Ἀπεκδυσάμενος … θριαμβεύσας»

Δημοσιεύθηκε 1 Μαΐου 2025

 

Ἀναστήθηκε δέν εἶναι ἐδῶ, ἀναγγέλλει ὁ λευκοφόρος Ἄγγελος. «Εἴδαμε τόν Κύριον», βεβαιώνουν οἱ Μαθητές Του. «Μᾶς φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς» λένε οἱ γυναῖκες. «Χριστός ἀνέστη» ἐπαναλαμβάνουν ὅλοι οἱ πιστοί. Ἡ πλάκα τοῦ  τάφου δέν μπόρεσε νά κρατήσει φυλακισμένο τόν ἀρχηγό τῆς ζωῆς, τόν πρωτότοκο τῶν ἀναστημένων, τό φῶς τοῦ  κόσμου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ ἀνάσταση, ἡ ζωή, τό φῶς, ἡ ἀλήθεια, ἡ ἐνσάρκωση τῆς Ἀλήθειας. Καί ἡ Ἀλήθεια οὔτε ἁλυσσοδένεται, οὔτε θανατώνεται, οὔτε ἔχει γιά κατοικία Της τάφους, ἀλλά τούς αἰθέρες, τόν οὐρανό.

Σήμερα κατατροπώθηκε ὁ Ἅδης καί ἐπαληθεύθηκε ὁ προφητικός λόγος : «Στείλε τίς συμφορές σου θάνατε· δείξε τήν δύναμή σου Ἄδη! Ἐξαφανίσθηκε ἡ συμπόνια ἀπό τά μάτια μου» (Ὠσηέ ιγ΄ 14) διότι «Ὁ θάνατος ἀφανίστηκε· ἡ νίκη εἶναι πλήρης! Θάνατε, ποῦ εἶναι τό κεντρί τῆς δύναμής σου; Ἅδη, ποῦ εἶναι ἡ νίκη σου;» (Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄ 54-55) πανηγυρίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. 

Νικήθηκε ὁ θάνατος γιατί ἡ ζωή καί ἡ ἀγάπη φάνηκαν πολύ πιό δυνατές ἀπό τό θάνατο. «Πραγματικά ἀναστήθηκε ὁ Κύριος» (Λουκᾶ κδ΄ 34.)  μαρτυροῦν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Τόν εἴδαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι λένε. Τόν εἶδαν οἱ γυναῖκες, πού πῆγαν στόν τάφο νά ἀλείψουν τό σῶμα Του μέ τά μύρα τῆς ἀγάπης τους, Τόν εἶδαν δυό Μαθητές, πού πήγαιναν στούς Ἐμμαούς.

Χαροποιά καί εὐφρόσυνα ἀνατέλλει ἡ ἡμέρα τοῦ  Πάσχα. Οἱ καμπάνες ἀναγγέλλουν χαρμόσυνα τήν ἀνάσταση τοῦ  Κυρίου. Ἡ φύση σκορπᾶ πλουσιοπάροχα τά πρῶτα χαμόγελα τῆς Ἀνοίξεως καί τό ξύπνημα τῆς ζωῆς συμπίπτει μέ τήν ἔγερση τοῦ  Κυρίου. Ὅλα συμβάλλουν στό μεγαλεῖο τῆς ἑορτῆς αὐτῆς, γιατί εἶναι πραγματικά ἡμέρα θριάμβου καί ἐλπίδας.

Τό Πάσχα εἶναι ἡ δημοσία πανήγυρη μίας μεγάλης, ὑπέροχης καί θριαμβευτικῆς νίκης. Ὁ θρίαμβος ἀπό μία μεγάλη μάχη πού νικήθηκαν προαιώνιοι ἐχθροί τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀντιμετώπισε τίς καταχθόνιες δυνάμεις τοῦ  μίσους καί τῆς κακίας. Ἀναμετρήθηκε μαζί τους. Γιά μία στιγμή φάνηκε ὅτι νικήθηκε ἀπ’ αὐτές καί ὅτι τό ἀπολυτρωτικό ἔργο Του πῆγε στά χαμένα. Πέθανε βέβαια σάν ἥρωας καί κέρδισε τήν μεγαλύτερη νίκη. Ὅταν τό πανάγιο Σῶμα Του κλείστηκε μέ τήν παγερή πλάκα τοῦ  τάφου, ὅλοι νόμισαν ὅτι τό ἔργο Του τάφηκε μαζί Του.

Ἡ ἧττα αὐτή ἦταν φαινομενική, γιατί μέ τό θάνατό Του νίκησε τό θάνατο. Ὅταν κανείς προσφέρει στόν Θεό τίς ἀγωνίες του, τίς στενοχώριες του, τά βάσανά του, τό αἷμα του, τή ζωή του, αὐτό δέ λέγεται θάνατος, ἀλλά ζωή, νίκη, θρίαμβος. Ὅπως ὁ κόκκος τοῦ  σίτου, πού ρίχνεται στή γῆ δέν φυτρώνει ἄν δέ σαπίσει[1] ἔτσι συμβαίνει καί μέ τίς ἀξίες τῆς ζωῆς.

Ὁ Ἅδης καυχᾶται ὅτι κρατᾶ δέσμιο τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ἄρχοντες τοῦ  Λαοῦ πιστεύουν ὅτι ματαίωσαν τό ἔργο τοῦ  Ναζωραίου. Ἀπό ἀνθρώπινη φρόνηση μάλιστα σφραγίζουν τόν τάφο Του καί βάζουν φρουρά. Ὁ Θεός ὅμως δέν φυλακίζεται ἀπό σφραγίδες καί ὁπλισμένους στρατιῶτες. Ἄν ὅλα τά στρατεύματα τοῦ  κόσμου μαζί μέ τίς ἀτομικές βόμβες δέν μποροῦν νά ἐμποδίσουν τήν ἀνατολή τοῦ  ἥλιου, πόσω μᾶλλον ἀδυνατοῦν νά ἐξαφανίσουν τόν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης (βλ. Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων). Ὅταν ἔφθασε ἡ ὥρα τοῦ θριάμβου, προτοῦ ἀκόμα ροδίσει ἡ αὐγή, ὁ Ἴδιος ἐξῆλθε τοῦ  μνήματος ἔνδοξος νικητής

Οἱ Ἄγγελοι τοῦ  οὐρανοῦ κατέρχονται γιά νά παραυρεθοῦν καί νά συνγιορτάσουν. Πρῶτοι αὐτοί θά ἀναγγείλουν τήν χαρμόσυνη εἴδηση στίς ἀπαρηγόρητες γυναῖκες καί στούς φοβισμένους Μαθητές. Σέ λίγο ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός θά ἐμφανισθεῖ στά ἀγαπημένα Του πρόσωπα πού θά ἀποκτήσουν τέτοια ἀγάπη καί πίστη σ’ Αὐτόν, ὥστε καί τήν ζωή τους ἀκόμα θά θυσιάσουν γιά τή δόξα Του καί γιά νά μαρτυρήσουν ὅτι ἀληθινά ἀναστήθηκε.

Γιά τό γεγονός αὐτό τῆς Ἀναστάσεως ὁ Ἅγιος Πρόκλος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀναφέρει:

«Οὐδέποτε σέ τρία μερόνυχτα ἡ φύσις γέννησε τήν Ἀνάσταση. Ὁ Χριστός ὅμως μετά τρεῖς ἡμέρες ἕνωσε καί πάλιν τήν ψυχή καί τό σῶμα μέ τήν Ἀνάστασή Του. Καί τώρα ἔγιναν ὅλα καινούρια. Καινούριος οὐρανός, πού εὐλόγησε μέ τήν ἄνοδό Του. Καινούρια γῆ, πού ἁγίασε μέ τήν γέννηση Του καί τό Αἷμα Του. Καινούρια ζωή, πού τήν ἀπάλλαξε ἀπό τόν πόλεμο καί τήν ἐγέμισε μέ γαλήνη. Καινούρια ἀνθρωπότης, πού τήν ἔπλυνε μέ νερό καί τήν ἀνακαίνισε μέ τήν φωτιά τοῦ Πνεύματος. Καινούρια, θρησκεία, πού λάμπει ἡ πίστις καί δοξάζει καί ἀνυμνεῖ μία θεϊκή οὐσία σέ τρεῖς ὑποστάσεις. Ὅλα αὐτά φανερώνουν ὅτι τῆς σαρκός ἦτο τό πάθος, τῆς θεότητος ὅμως τό κράτος» (ΡG 65, στ. 790).

24 Ἀπριλίου 2025

κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος

«κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος»

Δημοσιεύθηκε 24.04.2025

Oἱ πιστοὶ στὸν Θεὸ ἑορτάζουμε μὲ πνευματικὴ χαρὰ καὶ θεία εὐφροσύνη τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ Στὰ αὐτιά μας ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅτι τὸ Πάσχα ὁ Χριστὸς μας θυσιάστηκε γιὰ μᾶς, γιὰ νὰ ἀναγεννηθοῦμε, νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του, ὥστε νὰ ζήσουμε αἰώνια στὴν βασιλεία τοῦ Πατέρα Του καὶ Πατέρα μας: «Καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός» (πρὸς Κορινθίους Αʹ εʹ 7).

Μέ τήν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός νίκησε τόν θάνατο ἀφοῦ ἄν καί πέθανε ὡς γνήσιος καί αὐθεντικός δηλαδή πραγματικός ἄνθρωπος ἐν τούτοις οὔτε ἡ ψυχή Του ἐγκαταλήφθηκε στόν Ἅδη χωρισμένη ἀπό τόν Θεό οὔτε τό σῶμα Του διαλύθηκε καί φθάρηκε στόν τάφο, ὅπως διεκήρυξε ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀπό τό ὑπερῶο τῆς Πεντηκοστῆς : «Ἰησοῦν τόν Ναζωραῖον ὁ Θεός ἀνέστησε, ἐλευθερώσας ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου γιατί ἦταν ἀδύνατο νά τόν κρατήσει ὁ θάνατος» (Πράξεων β΄, 24).

Ἔτσι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε ἀρχή τῆς νέας ἀνθρωπότητος πού ἐλευθερώθηκε ἀπό τόν θάνατο, ὁ πρωτοαναστημένος ἀπό τούς νεκρούς ὥστε νά γίνει σ’ ὅλα Ἐκεῖνος πρῶτος (Πρός Κολοσσαεῖς α΄, 18). Ὅσο κι ἄν ὁ θάνατος ὡς λέων ὀρυόμενος ζητεῖ νά καταπιεῖ τήν ζωή (Α΄ Πέτρου ε΄, 8) δέν θά τό ἐπιτύχει. Θά θριαμβεύσει ὁ ἀναστημένος Κύριος Ἰησοῦς. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος αὐτό τόν θρίαμβο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου πανηγυρίζει μέ τούς λόγους τοῦ προφήτου Ἡσαΐου «ὁ θάνατος ἀφανίσθηκε˙ ἡ νίκη εἶναι πλήρης» (Πρός Κορινθίους Α΄, ιε΄, 54).

Συγκεντρωμένοι μὲ τὴν στολὴ τῆς πίστεως καὶ φέροντες ὡς λαμπρὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας τὶς ἀρετὲς ἑορτάζουμε τὴν ἀνάπλασή μας καὶ τὴν καινὴ ζωὴ ποὺ ἀνέτειλε ἀπὸ τὸν ζωοδόχο τάφο καὶ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Γι᾽ αὐτὸ μᾶς συνιστᾶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ’ ἐν ἀ ζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας»(πρὸς Κορινθίους Αʹεʹ8). Αὐτὴ οἱ πνευματοφόροι καί προτρεπτικοὶ λόγοι περιέχουν τὸ ἑξῆς νόημα. ῞Οσοι εἶναι ζυμωμένοι μὲ τὴν ἁμαρτία, ἔχουν διαφθαρεῖ.

῞Οπως οἱ μύκητες καταστρέφουν τὸ προζύμι καὶ τὸ ἀχρηστεύουν, ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία μολύνει καὶ καταστρέφει τὸν ἄνθρωπο. Μέ αὐτό τόν τρόπο τὸν ὁδηγεῖ στὸν θάνατο ἀφοῦ «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν»(πρὸς Ρωμαίους στ´ 23), δηλαδὴ οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς εἶναι ὁ θάνατος καὶ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος. Συνεπῶς στὴν ἑορτὴ τῆς ἀνακαινίσεως τῆς ζωῆς δὲν μποροῦμε νὰ φέρουμε μέσα μας τὴν φθορὰ καὶ τὴν δυσοσμία τῆς ἁμαρτίας. Στὴν ἑορτὴ τῆς μακροθυμίας, τῆς ἀνεξικακίας καὶ τῆς συγγνώμης δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἑορτάζουμε ἔχοντες κακία καὶ μῖσος στὶς ψυχές μας. Σ’ αὐτή τὴν ἑορτὴ τῆ ἁγιότητας καὶ τῆς ἀθωότητας δὲν προσερχόμαστε μὲ πονηρία καὶ δολιότητα. Αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ἀποβάλουμε, «ἵνα ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (πρὸς Ρωμαίους στ´ 4) ὥστε νὰ ἑορτάζουμε καθαροὶ ἀπὸ αὐτά, μοιάζοντας μὲ τὸ ψωμὶ ποὺ δὲν ἔχει ζυμωθεῖ μὲ προζύμι χαλασμένο. Τὸ Πάσχα οἱ πιστοὶ ἑορτάζουμε α) τὴν ἀπελευθέρωσή μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο, β) τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Σταυρωμένο καὶ ᾽Αναστημένο Χριστό, γιὰ νὰ μοιρασθοῦμε μαζί Του τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ γ) τὴν ἀναμονὴ τῆς βεβαίας καὶ ἔνδοξης Ἐλεύσεώς Του. Τὸ ἐπίγειο Πάσχα μᾶς προετοιμάζει γιὰ νὰ εἰσέλθουμε καὶ νὰ μετάσχουμε στὴν πανήγυρι τῶν πρωτοτόκων ποὺ θὰ ἑορτάζουν τὸ αἰώνιο Πάσχα στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

Ὡστόσο ζοῦμε ἀκόμη μέσα  στόν κόσμο τῆς φθορᾶς καί στήν κοινωνία τῆς πονηρίας, ὃπου κυριαρχοῦν οἱ πνιγηρές ποικίλες μορφές τοῦ θανάτου κι' ἀναζητοῦμε τρόπο νά ἀνασάνουμε, νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τίς ὠδῖνες τοῦ θανάτου, πού  μᾶς περικυκλώνουν. Χρειαζόμεθα τήν καθαρτική, φωτιστική καί θεωτική Χάρι τοῦ Θεοῦ γιά νά γίνῃ ὁ κόσμος μας, ἡ κοινωνία μας, ἡ ζωή μας, φῶς καί ζωή. Αὐτή μᾶς τήν δίδει ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι ἡ μόνη εὐκαιρία καί δυνατότητα πού μᾶς παρέχεται. Ἂς ἀξιοποιήσουμε  αὐτή τήν εὐκαιρία γιά νά ζήσουμε στήν ἐλευθερία, πού μᾶς ἐχάρισε ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός.

Ἡ Ἐκκλησία μας προτρέπει πατρικά ὅλου νά πιστούς νὰ ἑορτάσουν στὴν γῆ, ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, Πάσχα Κυρίου καὶ στὸν οὐρανὸ αἰώνια ἀναγεννημένοι καὶ ἀνακαινισμένοι ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μαζὶ μὲ τὸν Νικητὴ Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του.

Ἄς ἑορτάσουμε τό Πάσχα μέ πνευματική χαρά καί ἀγαλλίαση. Ἡ Χάρις τοῦ Ἀναστάτος Κυρίου νά εἶναι πάντοτε μαζί μας καί νά φωτίζει τήν ζωή μας.

17 Ἀπριλίου 2025

Τόν σταυρόν σου προσκυνοῦμεν

«Τόν σταυρόν σου προσκυνοῦμεν»

Δημοσιεύθηκε 17 Ἀπριλίου 2025

Εὑρισκόμαστε στήν ἑβδομάδα τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ  Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσκαλεῖ νά προσκυνήσουμε τό Σεπτό Πάθος τοῦ Λυτρωτοῦ καί Σωτῆρα μας καί νά ἐμβαθύνουμε, ἀναλογιζόμενοι τήν αἰτία, γιά ποιό λόγο ἔγινε καί ἐάν χρειαζόταν νά γίνει. Προστρέχουμε στήν θεόπνευστη Γραφή πού μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔπαθε, θυσιάστηκε καί πέθανε γιά τούς ἑξῆς λόγους: Ἔπαθε καί πέθανε θυσιαζόμενος γιά μᾶς.           Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ προβλέπει, ὅτι ἡ παράβασή του προκαλεῖ ὀδυνηρές συνέπειες ἀναπόφευκτες γιά τόν παραβάτη. Ὁ Θεός ὅμως δέν ἐπέβαλε στούς ἁμαρτάνοντες ὡς τιμωρία τίς συνέπειες τῶν παραβάσεων τῶν ἐντολῶν Του. Προέκυψαν ἀπό τίς ἐπιλογές τῶν παραβατῶν τῶν θείων ἐντολῶν. Γι’ αὐτό ἐνήργησε ἀπό ἄκρα ἀγαθότητα γιά νά ἄρει τίς συνέπειες θυσιάζοντας τόν πρωτότοκο μονογενῆ καί ἀγαπητό Υἱό Του. Ἀπό τόν καιρό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶχε γεννηθεῖ ἕνας προβληματισμός πώς εἶναι δυνατόν ὁ ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ νά πάσχει, νά ὑποφέρει, νά ταπεινώνεται, νά ἐξουθενώνεται; Ἀπάντηση σ’ αὐτό τό βαθύ προβληματισμό δίδει ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἐξηγώντας ὅτι ὁ Χριστός δέν ὑπέφερε ἐπειδή παρέβη τούς νόμους τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἐπειδή τιμωρήθηκε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ἔπαθε γιά μᾶς. (Ἠσαΐου νγ΄4-5)

Τό πάθος τοῦ Ἐκλεκτοῦ τοῦ Θεοῦ ἦταν ἀκατανόητο γιά τούς Ἰουδαίους πού τό θεωροῦσαν σκάνδαλο, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Πρός Κορινθίους Α΄ α΄ 23)

Ἔπαθε γιά νά ἀφήσει παράδειγμα νά Τόν ἀκολουθήσουμε, νά Τόν μιμηθοῦμε στήν αὐτοθυσία στήν καρτερία, στήν ὑπομονή, στήν μακροθυμία, στήν ἀνεξικακία, στήν συγχωρητικότητα, στήν εὐεργετικότητα, ὅπως τονίζει ὁ ἀπόστολος Πέτρος (Α΄ Πέτρου β΄ 21).

Ἔπαθε γιά νά πεθάνουμε ὡς πρός τήν ἁμαρτία καί νά ζήσουμε μέσα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει.

Ἀφοῦ ἡ ἁμαρτία ἐπιφέρει φοβερές συνέπειες πού οὐδείς ἄνθρωπος δύναται νά ἀντέξει, ἦλθε ὁ Κύριος καί θυσιάσθηκε γιά νά μᾶς βοηθήσει νά νικήσουμε τήν ἁμαρτία καί νά τηρήσουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πού ἐκφράσθηκε μέ τίς σωτήριες ἐντολές Του κατά τόν ἀπόστολο Πέτρο (Α΄ Πέτρου β΄ 24)

Αὐτή ἡ βοήθεια πού μᾶς πρόσφερε ὁ Χριστός δέν ἔχει χαρακτήρα ἠθικό ὅπως ἐνδεχομένως πολλοί νά ἀντιλαμβάνονται, ἀλλά ὑπαρξιακό χαρακτήρα. Πρόκειται γιά νέα γέννηση, γιά νέα ὕπαρξη, γιά νέα κατάσταση. Ὅλα αὐτά ἀναπτύσσονται καί ἀναλύονται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο  στίς ἐπιστολές του (Πρός Κολοσσαεῖς β΄ 12-15).

Οὐσιαστικά μέ τήν θέλησή του ὁ ἄνθρωπος διαμορφώνει τό ἦθος τῆς ζωῆς του, τήν ἠθική του, τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἀνανεώνει τήν ὕπαρξη του μέ τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐνεργεῖ μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. 

Ἐλπίδα σωτηρίας.

Μέ τό πάθος, τόν θάνατο Του καί τήν θυσία τῆς ζωῆς Του ἀνέλαβε τίς εὐθύνες γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων μας. Ὅσοι ἀναγνωρίσουν αὐτή τήν θυσία Του μέ τήν ὁποία ἀντιμετώπισε τήν ἁμαρτία καί Τόν ἀναμένουν μέ εὐγνωμοσύνη θά τούς ἀπαλλάξει αἰωνίως ἀπό κάθε εὐθύνη (Πρός Ἑβραίους θ΄ 28)

Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή ἀποτελεῖ τήν ὕψιστη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς καθώς διακηρύσσει ὁ ἀπόστολος καί εὐαγγελιστής Ἰωάννης :«Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στό θάνατο τό μονογενῆ του Υἱό γιά νά μή χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτόν ἀλλά νά ἔχει ζωή αἰώνια» (Ἰωάννου γ΄).

Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἡ σταυρική θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ βεβαία καί ἀναμφισβήτητη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά  μᾶς τούς ἁμαρτωλούς πού προκαλεῖ θαυμασμό καί εὐγνωμοσύνη στίς ψυχές μας :«Ὁ Θεός ὅμως ξεπερνώντας αὐτά τά ὅρια ἔδειξε τήν ἀγάπη του γιά μᾶς, γιατί ἐνῶ ἐμεῖς ζούσαμε ἀκόμα στήν ἁμαρτία, ὁ Χριστός ἔδωσε τη ζωή του γιά μᾶς» (Πρός Ρωμαίους ε΄ 8).

Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή εἶναι σύμβολο εἰρηνεύσεως, καταλλαγῆς τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων μέ τόν ἅγιο καί δίκαιο ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα. Σ’ αὐτή τήν ὑπηρεσία τῆς συμφιλιώσεως μας μέ τό Θεό Πατέρα ἀναφέρεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος : «Παρ’ ὅ,τι ἤμασταν ἐχθροί μέ τό Θεό, μᾶς συμφιλίωσε μαζί του ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Υἱοῦ του· πολύ περισσότερο τώρα πού συμφιλιωθήκαμε, ἡ ζωή του θά μᾶς χαρίσει τη σωτηρία» (Πρός Ρωμαίους ε΄ 10) (βλ. καί Πρός Κορινθίους Β, ε΄ 18-19).  Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή μέ τήν θυσία Του μᾶς χάρισε τήν πνευματική ἐλευθερία μας: «Ὁ Χριστός μᾶς ἐξαγόρασε ἀπό τήν κατάρα τοῦ νόμου». (Πρός Γαλάτες γ΄ 13).

«Τόν σταυρόν σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καί τήν ἁγίαν σου ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν»

11 Ἀπριλίου 2025

Ἐν ψυχῇ συντετριμμένῃ

«Ἐν ψυχῇ συντετριμμένῃ»

Δημοσιεύθηκε 10 Ἀπριλίου 2025

 Κατά τήν πέμπτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν λάμπει στό πνευματικό στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας ἡ μορφή τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Διαβάζουμε γι’ αὐτή στό Συναξάριο ὅτι κατήγετο ἀπό τήν Αἴγυπτο ζοῦσε στήν πρότερη νεανική ἡλικία της, βίο ἀκόλαστο μέ πορνεῖες καί κάθε ἡδονική ἐκτροπή.

Πλησίον τοῦ τέλους τῆς ζωῆς της συνήντησε ἕνα ἐρημίτη ὀνομαζόμενο Ζωσιμᾶ πού εἶχε μεταβεῖ στήν ἔρημο πρός μείζονα ἄσκηση τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ὅπως συνηθιζόταν στά  Κοινόβια τῆς Παλαιστίνης. Σ’ αὐτόν διηγήθηκε τήν ἁμαρτωλή ζωήν της, ἐξομολογήθηκε μέ δάκρυα εἰλικρινοῦς μετανοίας καί τόν παρακάλεσε νά τῆς φέρει τά ἄχραντα Μυστήρια, νά κοινωνήσει δηλαδή τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτή τήν ἐπιθυμία της τήν ἱκανοποίησε τήν Μεγάλη Πέμπτη τοῦ ἑπομένου ἔτους πού συναντήθηκε μέ τήν Ὁσία. Τό ἀκολουθοῦν ἔτος ἐπανῆλθε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς καί βρῆκε αὐτή νεκρά ἐπί τῆς γῆς ἁπλωμένην καί πλησίον αὐτῆς ἦτο γραμμένα αὐτά: «Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, θᾶψον ὧδε τό σῶμα τῆς ἀθλίας Μαρίας. Ἀπέθανον τήν αὐτήν ἡμέραν, καθ' ἥν ἐκοινώνησα τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Εὔχου ὑπέρ ἐμοῦ». Ὁ θάνατός της ἁγίας τάσσεται κατά τό ἔτος τοη΄ (378 μ.Χ.). Ἀπό τήν μελέτη τοῦ βίου, ἀλλά περισσότερο ἀπό τήν μεταστροφή τοῦ βίου τῆς Ὁσίας, λαμβάνουμε τά ἑξῆς ὑψηλά πνευματικά μηνύματα:

1) Τά πάθη τῆς ἁμαρτίας καί μεταξύ αὐτῶν τά ρυπαρά πάθη τῆς πορνείας ἐμποδίζουν τήν κοινωνία μας μέ τό πανάγιο Τριαδιό Θεό.

2)  Ἡ κοινωνία ἀποκαθίσταται μέ τήν μετάνοια, τήν θεληματική ἄρνηση καί ἀπόρριψη τῆς ἁμαρτίας. Αὐτή εἶναι ἐσωτερική ἐργασία μας.

3) Ἡ μετάνοια φανερώνεται, ἐκδηλώνεται ἐξωτερικά μέ τήν διακοπή τῆς πράξεως τῆς ἁμαρτίας μας.

 4) Ὁ Θεός δίδει χάρη, εὐλογία καί ἐνίσχυση στόν μετανοοῦντα ἀξιώνοντάς του νά δέχεται ποικίλες δωρεές πού τόν ἐνισχύουν ἀκόμη περισσότερο στή ζωή, στήν θεοφιλῆ ζωή.

Στήν περίπτωση τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας ἀναφέρεται ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅτι «οὗ δέ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερπερίσσευσε ἡ χάρις» (Πρός Ρωμαίους ε΄, 20).

Τό νόημα αὐτοῦ τοῦ ἀποστολικοῦ λόγου εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐπειδή ἐπερίσσευσε ἡ ἁμαρτία αὐξήθηκε καί πολλαπλασιάσθηκε, διά τοῦτο ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπερίσσευσε ὑπέρ τήν ἁμαρτία δηλαδή ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ αὐξήθηκε καί πολλαπλασιάσθηκε περισσότερο ἀπό τήν ἁμαρτία διά μέσου τοῦ Χριστοῦ πού δέν ἐλευθέρωσε τούς ἀνθρώπους μόνον ἀπό τίς ἁμαρτίες τους, ἀλλά καί τούς ἐδικαίωσε, τούς ἀποκατέστησε καί τούς ἐδόξασε κάνοντάς τους ἀπό γήϊνους καί φθαρτούς οὐράνιους καί ἀθανάτους καί ἀπό δούλους τῆς ἁμαρτίας σέ Υἱούς καί κληρονόμους τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Τό «ὑπερεπερίσσευσεν» δηλώνει τό πλῆθος τῆς χάριτος καί τήν ἀφθονία, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ὁ Θεός μέ τήν ἐνέργειά Του καί τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας θέλει νά φανερώσει αἰωνίως «τόν ὑπερβάλλοντα πλοῦτο τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος» (Πρός Ἐφεσίους β΄, 7)

Τῆς μετανοίας ἄνοιξον μου πύλας Ζωοδότα ” προσεύχεται ἱκετευτικά ὁ πιστός κατά τήν ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Ἡ μετάνοιά μας εἶναι βίωμα ζωῆς ὄχι μόνο κατά τήν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά διαρκής καί συνεχής τρόπος ζωῆς καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ ἐπιγείου βίου μας, ἐφ’ ὅσον πολεμούμαστε ἀπό τήν πολυειδῆ καί πολύμορφη ἁμαρτία. Ἡ πνευματική πτώση μας δέν εἶναι ἁπλῶς πιθανή, ἀλλά τραγική κατάληξη ἕνεκα τοῦ εὐολίσθου τοῦ νοῦ μας καί τῶν ἐπιθυμιῶν τῆς ἁμαρτίας πού γεννιοῦνται στή ψυχή μας.

Ἡ ἁμαρτία σ’ ὅλη τήν πορεία τῆς διαπράξεως της, ἀπό τήν προσβολή μέχρι τήν ἐκδήλωση της μέ ἔργα ἤ λόγους, μολύνει τόν ἄνθρωπο, διακόπτει τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό καί τόν ὁδηγεῖ στήν αἰώνια κατάκριση.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔκλαυσε πικρά μετά τήν τριττή ἄρνηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ “καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ῥήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με· καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς” (Ματθαίου κστ΄ 75). Ἡ πόρνη γυναῖκα, πού γονάτισε μπροστά στόν Κύριο καί ἔπλυνε τά πόδια Του μέ τό ἀκριβό μύρο καί τά ἀκριβότερα δάκρυα της (Λουκᾶ ζ΄ 36-50). Ἔτσι ἡ πίστη της τήν ἔσωσε, ἡ ἀγάπη της τήν ὁδήγησε στήν μετάνοια κι ἔγινε παράδειγμα μετάνοιας καί σωτηρίας.

Ὁ Κύριός μας πού δέχεται τῶν ἁμαρτωλῶν τήν μετάνοια ἐνῶ ἀντίθετα ἀποκρούει τήν Φαρισαϊκή ὑποκριτική νοοτροπία ἐκείνων, πού δέν αἰσθάνωνται καμμία εὐγνωμοσύνη πρός τόν Φιλάνθρωπο Κύριο, ἐπειδή θεωροῦν ὅτι δέν ὀφείλουν στόν Θεό τίποτε. 

Ὅλο αὐτό τό βίωμα μετανοίας ἐκφράζεται καί στό τροπάριο τῆς Στ΄ Ὥρας τῆς Μεγάλης Δευτέρας :

Ἐν ψυχῇ συντετριμμένῃ προσπίπτομεν σοι καί δεόμεθα σου, Σωτήρ τοῦ κόσμου · σύ γάρ εἶ ὁ Θεός τῶν μετανοούντων

6 Ἀπριλίου 2025

ἐπιστράφηθι πρός με…γνῶθι τὴν ἀδικίαν σου

«ἐπιστράφηθι πρός με…γνῶθι τὴν ἀδικίαν σου»

Δημοσιεύθηκε 03 Ἀπριλίου 2025

 Μέ ἀφορμή τήν Ἀκολουθία τοῦ μεγάλου, ψυχωφελέστατου καί κατανυκτικοῦ Κανόνος (Τετάρτη τῆς Πέμπτης Ἑβδομάδος Νηστειῶν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς), καί μελετώντας ὅλοι μας αὐτό τό ὑψηλό πνευματικό γύμνασμα πρός εὐσέβεια καί μετάνοια, ἐντείνεται ὁ πόθος μας γιά οὐσιαστική μετάνοια. Τό μεγαλιεῶδες κείμενο αὐτό ἀναμφιβήτητα προκαλεῖ μεγάλη κατάνυξη στίς ψυχές μας καί προτρέπει τούς Χριστιανούς νά ἐπιθυμοῦν καί νά μιμοῦνται μέ ἱερό ζῆλο τά ἀγαθά καί νά ἀποφεύγουν τά φαῦλα καί συνεχῶς νά ἀνατρέχουν πρός τόν Θεό διά μετανοίας, διά δακρύων καί ἐξομολογήσεως καί νά ἐπιδιώκουν τήν εὐαρέσκεια τοῦ Θεοῦ μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν καί τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν.

Ὁ Κανόνας αὐτός λέγεται μέγας καί πρός τό νόημά του καί τά παραδείγματα πού φέρει. Ὁ συγγραφέας του καλλιεργεῖ τήν ψυχή συνθέσας κατ’ ἄριστον τρόπο τούς λόγους, τίς ἱστορίες, τίς προτροπές, τά παραδείγματα. Ὀνομάσθηκε μέγας διότι προκαλεῖ μεγάλη κατάνυξη στίς ψυχές πού ἀγωνίζονται κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Παράλληλα ἡ μελέτη του ὁδηγεῖ στήν συναίσθηση τῆς πτώσεως τοῦ πιστοῦ πού ἐπιθυμεῖ ταυτόχρονα καί τήν σωτηρία του καί λύτρωσή του. Ἡ πτώση του ἡ πνευματική, δέν ἀποτελεῖ τόσο ἕνα περιστατικό, ἔστω κι ἄν ξεκινάει συχνά ἀπ’ αὐτό, ὅσο μιά φθίνουσα πορεία. Ἕνα κάποιο ἐμπόδιο στήν πηγή τοῦ νεροῦ, μπορεῖ τελικά νά ἐκτρέψει ὁλόκληρη τήν πορεία ἑνός ποταμοῦ. Μία ἁμαρτία «μέσα» στήν καρδιά, μπορεῖ ν’ ἀλλάξει τήν πορεία μιᾶς ζωῆς. Ἄς ἐμβαθύνουμε σέ τούτη τήν ἀλήθεια, μελετώντας τό λόγο τοῦ Κυρίου, ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἱερεμία. (βλ. κεφάλαια β΄ καί γ΄) Ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθοῦσε τό θεῖο θέλημα. Ζοῦσε χρόνια ἁγιότητας, γιατί ὅλη ἡ καρδιά του ἀνῆκε σ᾽ Αὐτόν καί μέσα της δέν ὑπῆρχε θέση γιά τίποτε ἄλλο. Χρόνια ἀφθονίας, ζώντας δίπλα «στήν πηγή τῶν ζώντων ὑδάτων». Ζουσε σέ χρόνια καρποφορίας, ἀφοῦ ἤταν «ἄμπελος ἐκλεκτή» στόν Κύριο. Ὅμως ἐπῆλθε θλιβερή ἐκτροπη. Εἶναι λογικά ἀδιανόητο, ἄν καί πνευματικά δυστυχῶς δυνατό νά μή ἔχουμε γνωρίσει τήν πηγή καί νά ψάχνουμε στά λασπόνερα γιά ξεδίψασμα. Ὅμως νά «ἐγκαταλίπεις τήν πηγή τῶν ζώντων ὑδάτων καί νά σκάβεις λάκκους»!.. Νά προσπαθοῦμε νά συγκρατήσουμε νερό, σέ σπασμένα σταμνιά! Σέ κάτι πού τό γνωρίζεις ὅτι εἶναι ἁμαρτία! Ἄς προσέξουμε τά ρήματα «ἀπεμακρύνθηκαν... ἐμιάνατε... ἐγκατέλιπον» (στ. 5, 7, 13). Δέν σημαδεύουν μιά φθίνουσα πορεία τοῦ πιστοῦ; Ταυτόχρονα μᾶς ὁδηγοῦν σέ μία ἀποκαρδιωτική σύγκριση πού τήν κάνει ὁ Θεός καί προτρεπόμαστε ταπεινά νά τήν δεχτοῦμε γιά τή ζωή μας; «σέ ἐφύτευσα ἄμπελον ἐκλεκτήν... μετεβλήθης εἰς παρεφθαρμένον κλῆμα» (στ. 21). Αὐτό δέν εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς μόνης πράξης. Εἶναι τό συμπέρασμα μιᾶς φθίνουσας πολύχρονης πορείας. Δέν μείναμε «ἐρριζωμένοι ἐν Χριστῷ» (Κολοσσαεῖς β΄, 7). Δέν θά πρέπει νά ὁδηγούμεθα σέ ἄκαρπες προσπάθειες πού γίνονται μακρυά ἀπό τόν Θεό καί στηρίζονται στόν ἄνθρωπο. «Καί ἐάν πλυθῇς μέ νίτρο... ἡ ἀνομία σου μένει» (στ. 22). Τό μόνο φάρμακο γιά τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία, εἶναι... τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ» (Α΄ Ἰωάννου α΄, 7). Συνεπεία τούτων συχνά ὁδηγούμαστε στήν ἐπικάλυψη πού ὁδηγεῖ στήν πόρωση. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος στίς ἐπιλογές του, ὄχι ὅμως καί στίς συνέπειές τους. «Ὁ σπείρων εἰς τήν σάρκαν ἑαυτοῦ, θέλει θερίσει ἐκ τῆς σαρκός φθοράν» (Γαλάτες στ΄, 8). Καί ὁ Θεός ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ χαλάρωση τῆς σχέσης μας μαζί Του, σημαίνει ἀποτυχία στόν πνευματικό ἀγώνα μας, πού τήν τρέχουσα περίοδο θά πρέπει νά ἔχει ἔνταση καί σθένος γιά τήν πορεία μας πρός τήν Ἀνάστασή Του.  Γι’ αὐτό ἡ ἄκρα φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ πρός τό κτίσμα του πού τό ἀγαπᾶ ἀναφέρεται στό κεφάλαιο γ΄, 12, 13. «Ἐπιστράφηθι πρός με, ἡ κατοικία τοῦ ᾿Ισραήλ, … καὶ οὐ στηριῶ τὸ πρόσωπόν μου ἐφ ὑμᾶς· ὅτι ἐλεήμων ἐγώ εἰμι, …., καὶ οὐ μηνιῶ ὑμῖν εἰς τὸν αἰῶνα. πλήν, γνῶθι τὴν ἀδικίαν σου, ὅτι εἰς Κύριον τὸν Θεόν σου». Μέ πλήρη καί ἐνσυναίσθητη συντριβή ἄς τό ἀναγνωρίσουμε καί ὁλόψυχα ἄς ἐπιστρέψουμε πρός τόν Κύριο, «ὅτι (ἐπειδή) ἐλεήμων ἐγώ εἰμι, λέγει Κύριος» (γ΄, 12). Χωρίς τόν Ἰησοῦ Χριστό (Ἰωάννης ιε΄, 5), ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται μόνιμα σέ κίνδυνο, σάν τό χαμένο πρόβατο (Λουκᾶς ιε΄,  4-6). Μαῦρος σάν τόν Αἰθίοπα (Ἱερεμίας ιγ΄, 23). Αἰσθάνεται καί εἶναι ἀπερριμμένος στή µέση μιᾶς ἔρημης πεδιάδας (Ἰεζεκιήλ ιστ΄, 5-8), συνάμα δέ καί ἀβοήθητος σάν ἕνας λεπρός (Μᾶρκος α΄, 40), ἀλλά καί ἄχρηστος σάν σάπιο δέντρο (Ματθαῖος ζ΄, 18), φτωχός δέ σάν χρεωκοπημένος ὀφειλέτης (Ματθαῖος ιη΄, 24-27). Τέλος, ἐπίσης μένει οὐσιαστικά ἄκαρπος σάν ἕνα ἀποκομμένο ἀπ᾿ τό δέντρο κλαδί (Ἰωάννης ιε΄, 5).

27 Μαρτίου 2025

Καρπούς ἀξίους  μετανοίας

«Καρπούς ἀξίους  μετανοίας»

Δημοσιεύθηκε 27.3.2025

Ἡ διανυόμενη περίοδος μεστή πνευματικῶν ἀγώνων καί συνεπακόλουθα πειρασμῶν καί δοκιμασιῶν δίδει στόν πιστό τήν εὐκαιρία καί τήν δυνατότητα νά ἀγωνισθεῖ καί νά παλέψει πρωτίστως μέ τόν ἑαυτό του καί τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες του κατά τήν πορεία του πρός τό Πάσχα καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Γίνεται ὅμως γίνεται καί ἄριστη ἀφορμή ὡς μία τεράστια πρόσκληση καί μοναδική πρόκληση τῆς σωτηρίας του. Ἔτσι, ἡ δύσκολη καί ἀνηφορική αὐτή πορεία του ἀπαιτεῖ συντριβή καρδιᾶς καί συναίσθηση ἁμαρτωλότητας, γεγονός πού θεωρεῖται καί καταγραφέται στήν Ἐκκλησία μας ὡς ἐνσυνείδητη ἐπιλογή ἀλλαγῆς ἀπό τήν ἕως τότε, μακριά ἀπό τόν Θεό πορείας του, δηλαδή ὡς μετάνοια.

Ἡ μετάνοια υνοδεύεται ἀπό συντριβή Ὁ Ἰώβ ἔπειτα ἀπό τήν ἄσοφη ἀντιδικία του μέ τον Θεό, θέτει τό χέρι του στό στόμα του καί δηλώνει, ὅτι «μετανοεῖ ἐν χώματι καί σποδῷ» (Ἰώβ 42, 6). Ἀλήθεια ἔχουμε ποτέ σκεφθεῖ καί κατανοήσει πόσο συντριπτική εἶναι ἡ δική μας μετάνοια, ἐνώπιον του ἁγίου καί μακρόθυμου καί παναγάθου Τριαδικοῦ Θεοῦ μας; Τό γεγονός αὐτό ὁδηγεῖ στήν πίστη μας πρός τόν Χριστό. Σαφῶς βεβαιώνει γιά τοῦτο ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν καί πρώην διώκτης τῶν Χριστιανῶν Παῦλος, ὅταν γράφει στούς  Πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου ὅτι παντοῦ κήρυττε τήν «εἰς τόν Θεό μετάνοια καί πίστη στόν Χριστό" (Πράξεις 20, 21). Ἄν ἡ μετάνοια δέν γίνει δρόμος πρός τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, θά γίνει τάφος θλιμμένης θρησκευτικότητας, καί γυμνῆς ἐκκλησιαστικότητας μέ βασανιστικά ἀδιέξοδα, πού δέν ὁδηγοῦν πουθενά. Ἡ μετάνοια πρέπει νά ἔχει ὡς ἀπαραβίαστη προϋπόθεση τή συγνώμη. Ἡ πρόταση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου μετά τή θεραπεία τοῦ χωλοῦ, ἦταν σαφής, «μετανοήσατε... γιά νά ἐξαλειφθοῦν οἱ ἁμαρτίες σας» (Πράξεις 3, 19). Ὄχι δέ μόνον γιά τοῦ Θεοῦ τή συγνώμη, ἀλλά καί τοῦ συνανθρώπου μας πιστοῦ ἀδελφοῦ μας (Λουκᾶς 17, 3, 4). «Καί ἐάν... ἑπτάκις ἐπιστρέψει λέγων μετανοῶ, θά τόν συγχωρήσεις». Λείπει συχνά ἡ μετάνοια, στίς ανθρώπινες σχέσεις καί στήν καθημερινότητά μας. Ὑπάρχει καιρός γιά μετάνοια, πάντοτε, καθόλη τήν διάρκεια τοῦ βίου μας. Καί διότι ὑπάρχει «καιρός παντί πράγματι» γενικά κατά τά σοφά λόγια τοῦ Ἐκκλησιαστή (Ἐκκλησιαστής 3, 1) καί διότι- κατά τόν ἴδιο--εἰδικά στά πράγματα τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται ἐποχή πού λές "δέν ἔχω εὐχαρίστηση εἰς αὐτά» (Ἐκκλησιαστής 12, 1). «Τῆς ἔδωκα καιρό νά µετανοήσει... καί δέν μετενόησε», γράφει ὁ Κύριος στήν Ἐκκλησία στά Θυάτειρα γιά τήν Ἰεζάβελ (Ἀποκάλυψη 2, 21). Φοβερό εἶναι, νά μᾶς δίδει ὁ Θεός μας τήν δυνατότητα αὐτή καί τήν μοναδική εὐκαιρία τῆς μετανοίας καί τῆς συγχωρήσεως καί ἐμεῖς νά ἀδιαφοροῦμε, ὑποτιμώντας τόσο τήν χάρη Του καί τό δῶρο Του, ἀλλά καί τήν ἀξία πού μᾶς χαρίζει μετά τίς λανθασμένες ἐπιλογές μας, ὅταν ἐπιτελοῦμε τήν ἁμαρτία. Ὑπάρχει ὅμως καί τόπος μετάνοιας. Ἄς θυμηθοῦμε τί ἔπαθε ὁ Ἠσαῦ γιά τον ὁποῖο διαβάζουμε στήν Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή 12, 17, ὅτι «μετέπειτα... δέν βρῆκε τόπον µετανοίας, καίτοι µετά δακρύων τήν ἐξεζήτησε". Ὅταν γεμίζουμε τήν ψυχή μας μέ πράγματα καί σκέψεις πού δέν ὠφελοῦν πνευματικά δέ χωρᾶ πλεόν ὁ Χριστός καί ἡ χάρη Του. Ἡ μετάνοια ἀποδεικνύεται ἀπό τούς πλούσιους, πολλούς καί μεστούς καρπούς της. Ἡ μετάνοια, δέν εἶναι ἁπλά μία ἄνυδρη πορεία. Εἶναι, ἀντίθετα, σταµάτημα, συναίσθηση, ἀπόφαση καί στροφή. Σταµάτηµα ὁριστικό καί καταδίκη τῆς παλιᾶς ἕως τώρα ζωῆς μας καί τῶν ἐπιλογῶν μας. Καί συνάμα καινή (νέα) ἀφετηρία µιᾶς νέας τοποθέτησης καί θεώρησης, τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῆς ζωῆς μας, τῶν ἐπιλογῶν μας. Εἶναι ἐκεῖνο τό «θεώρησα καί θεωρῶ σκύβαλα, ὅσα λογάριαζα κέρδη» (Πρός Φιλιππησίους 3, 7). Μιά τέτοια μετάνοια... παράγει οὐσιαστικά καί ὀντολογικά ζωή. «Ποιήσατε οὖν καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας, καί μή ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τόν Ἀβραάμ· λέγω γάρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεός ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ» δηλαδή : «Μόνον τό βάπτισμα δέν σᾶς ὠφελεῖ. Ἐάν λοιπόν θέλετε νά σωθῆτε ἀπό τήν ὀργήν, κάμετε ἔργα ἀγαθά, τά ὁποῖα εἶναι καρποί ἄξιοι τῆς ἀληθοῦς μετανοίας, καί δείξατε μέ πράξεις ἐναρέτους τήν εἰλικρινή μετάνοιάν σας καί μήν ἀρχίσετε νά λέγετε μέσα σας· Πατέρα ἔχομεν τόν Ἀβραάμ· διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Θεός ἔχει τήν δύναμιν ἀπό τό πλέον ἀκατάλληλον ὑλικόν, ἀκόμη καί ἀπό τούς λίθους αὐτούς νά ἀναστήσῃ ἀπογόνους εἰς τόν Ἀβραάμ». (βλ. Ματθαῖος 3, 8. Λουκᾶς 3, 8). Ἡ μετάνοια, δέν εἶναι ἐπιστροφή. Οὖτε ὅμως καί ἡ  σωτηρία μας. Εἶναι ὀρθή ἐκτίµηση καί συναισθανόμενη παραδοχή. Εἶναι μάχη πνευματικῆς τοποθέτησης. Ἀφοῦ συντελεστεῖ θά ὁδηγήσει στήν ἐξάλειψη τῶν ἁμαρτιῶν μας.

13 Μαρτίου 2025

οὕτως ἐμάθετε τὸν Χριστόν

«οὕτως ἐμάθετε τὸν Χριστόν»

Δημοσιεύθηκε 13.03.2025

 

Ἡ ἁγία Ἐκκλησία, προτρέπει τούς πιστούς νά ἀγωνισθοῦν κατά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή γιά νά ἀποκτήσουν τίς ἀρετές πού διδάσκωνται καί προβάλλονται ἀπό τό Εὐαγγέλιο. Στόν πνευματικό ἀγῶνα τῆς περιόδου καθοδηγούμαστε ἀπό τόν πρωταθλητή τοῦ εὐαγγελικοῦ στίβου ἀπόστολο Παῦλο.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς στίχους τοῦ τετάρτου κεφαλαίου στ. 7 καί ἑξῆς τῆς Πρός Ἐφεσίους ἐπιστολῆς του ἀρχίζει μία πειστικότατη ἔκκληση γιά μία νέα ἠθική, μία ἔκκληση πού ἐκτείνεται µέχρι τό ε΄, 21. Δίνοντας τή μαρτυρία του στό ὄνοµα τοῦ Κυρίου, δηλαδή, μέ τήν ἐξουσία τοῦ ὀνόµατος τοῦ Κυρίου καί µέ τή θεοπνευστία πού διέθετε, παροτρύνει τούς χριστιανούς ν’ ἀποβάλουν κάθε ἴχνος τῆς παλιᾶς τους ζωῆς, καί νά φορέσουν τίς ἀρετές καί τίς ἀξίες τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Νά µήν ζεῖτε πιά ὅπως ζοῦν οἱ εἰδωλολάτρες, λέει. Δέν ἦταν πιά εἰδωλολάτρες, ἦταν χριστιανοί. Θά ἔπρεπε νά ὑπάρχει μία ἀντίστοιχη ἀλλαγή στή ζωή τους. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔβλεπε τά ἔθνη χωρίς τόν Χριστό νά βυθίζονται στήν ἄγνοια καί στήν ἐξαχρείωση. Οἱ ἄνθρωποι µακριά ἀπό τόν Χριστό. Ἀκολουθοῦσαν τούς µάταιους διαλογισµούς τους. Ἡ ζωή τους ἦταν ἄδεια, χωρίς νόηµα καί καρπό. Ὑπῆρχε πολλή δραστηριότητα, ἀλλά καμία πρόοδος (βλ. Πρός Ἐφεσίους δ΄, 18). Τό µυαλό τους ἦταν σκοτισµένο. Πρῶτον, εἶχαν μία ἐκ γενετῆς ἀνικανότητα νά κατανοήσουν τίς πνευµατικές ἀλήθειες, κι ἔπειτα, ἐπειδή ἀπέρριψαν τή γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὑπέφεραν ἀπό τύφλωση πού τούς βρῆκε σάν κρίση ἀπό τόν Κύριο. Εἶχαν ἀποξενωθεῖ ἀπό τή ζωή πού δίνει ὁ Θεός, μ’ ἄλλα λόγια βρίσκονταν σέ µεγάλη ἀπόσταση ἀπ’ αὐτόν. Αὐτό ἔλαβε χώρα ἐξαιτίας τῆς ἑκούσιας, βαθιᾶς ἄνοιάς τους καί τῆς σκληρότητας τῆς καρδιάς τους. Εἶχαν, ἀπορρίψει τό φῶς πού τούς ἔστελνε ὁ Θεός μέσα ἀπό τή δηµιουργία καί μέσα ἀπ’ τή συνείδησή τους, καί εἶχαν στραφεῖ στήν εἰδωλολατρία. Στή συνέχεια ἀπομακρύνονταν ὅλο καί περισσότερο ἀπό τόν Θεό. Συνειδητά ἐπιδίδονταν στήν ἀσέλγεια. Ἡ κυριότερη ἁμαρτία τῶν εἰδωλολατρῶν ἦταν ἡ σεξουαλική ἀνηθικότητα. Εἶχαν ἐξοκείλει σέ µία ἀνεπανάληπτη ἀχρειότητα. Ποτέ δέν ἱκανοποιοῦνταν. Ποτέ δέν εἶχαν ἀρκετά. Ἡ ἁμαρτία τούς δημιούργησε μέσα τους μιά τεράστια ὄρεξη νά θέλουν πιό πολύ καί πιό πολύ νά δοκιμάζουν ὅλο ἀπό τά ἴδια. Σημειώνει ἐπίσης ὅτι «Ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως ἐμάθετε τὸν Χριστόν» (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 20)

Πόσο διαφορετικά ἦταν ὅλα αὐτά ἀπό τόν Χριστό πού οἱ Ἐφέσιοι εἶχαν γνωρίσει καί ἀγαπήσει Ἐκεῖνος ἦταν ἡ προσωποποίηση τῆς καθαρότητας καί τῆς ἁγνότητας. Δέν γνώρισε ἁμαρτία, δέν ἁμάρτησε ποτέ, δέν ὑπῆρξε ἡ παραμικρή ἁμαρτία µέσα του. «Εἴγε αὐτὸν ἠκούσατε καὶ ἐν αὐτῷ ἐδιδάχθητε, καθώς ἐστιν ἀλήθεια ἐν τῷ ᾿Ιησοῦ»  (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 21). Ὅλοι ἐκεῖνοι πού εἶχαν ἀκούσει τόν Χριστό καί εἶχαν διδαχτεῖ ἀπ’ αὐτόν, τόν εἶχαν γνωρίσει σάν τήν οὐσία τῆς ἁγιότητας καί τῆς εὐσέβειας. Τό νά ἔχεις «ἀκούσει» τόν Χριστό σηµαίνει νά τόν ἔχεις ἀκούσει μέ τήν ἀκοή πού ὁδηγεῖ στήν πίστη -νά τόν ἔχεις δεχτεῖ ὡς Κύριο καί Σωτήρα. Συγκρίνοντας τήν ἄψογη ζωή πού ἔζησε ὡς ἄνθρωπος σ’ αὐτό τον κόσµο, βλέπουμε τήν ἀντίθεση τῆς ζωῆς τῶν εἰδωλολατρῶν τούς ὁποίους μόλις περιέγραψε ὁ Παῦλος.

Τό κατ’ ἐξοχήν ζωντανό πρόσωπο πού προβάλλεται σέ μᾶς τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πρός μίμηση εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος καί ὡς ἄνθρωπος, ὤν, «πεπειραμένος κατά πάντα καί καθ’ ὁμοιότητα χωρίς ἁμαρτίας» (Πρός Ἑβραίους δ΄, 15) ἐνσάρκωσε στόν ἑαυτό Του  τά βιώματα πού προβάλλονται καί ἀφῆκε σέ μᾶς «ὑπογραμμόν» «ἵνα ἰσχύος πολιτευσώμεθα αὐτοῦ». «ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀφείλει, καθὼς ἐκεῖνος περιεπάτησε, καὶ αὐτὸς οὕτω περιπατεῖν» (Α΄ Ἰωάννου β΄, 6). Ὁ Χριστός ἀποτελεῖ ὑπόδειγμα γιά ὅλες τίς ἀρετές πού καλεῖται νά βιώσει ὁ πιστός ὄχι μόνο τήν περίοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἀλλά καί σέ ὁλόκληρη τήν διάρκεια τοῦ βίου του.

Ὁ ὕμνος πού ἀναφέρεται στά πρότυπα πού μνημονεύονται ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρει: 

«Τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἅπαντας παρήγαγον σοι ψυχή πρός ὑπογραμμόν· μίμησαι τῶν δικαίων τάς φιλοθέους πράξεις· ἔκφευγε δέ πάλιν τῶν πονηρῶν τάς ἁμαρτίας». Τό Τριώδιο «προτρέπει ... πᾶσαν ψυχήν ὅσα μέν ἀγαθά τῆς ἱστορίας ζητοῦν καί μιμεῖσθαι κατά δύναμιν, ὅσα δέ τῶν φαύλων ἀποφεύγειν καί ἀεί πρός Θεόν ἀνατρέχειν».

Οἱ «θεοφόροι πατέρες διά τοῦ Τριωδίου πάντας τούτοις» «τούς ἐν ἀσκήσει λάμψαντας ἁγίους ἄνδράς τε καί γυναίκας εἰς μέσον προτίθεται ὡς ἄν, διά τάς αὐτῶν μνείας καί τῶν παλαισμάτων, εὐτυχεστέρως ἡμᾶς ποιήσωσι τό στάδιον, ἔχοντας τούς ἐκείνους βίους ὑπογραμμόν καί ὁδηγόν» δοθέντος ὅτι καί οὗτοι «τῆς αὐτῆς ἡμῖν φύσεως ἐκοινώνησαν»

28 Φεβρουαρίου 2025

«εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ» Δημοσιεύθηκε 27.02.2025 Νηστεύω σηµαίνει ἀπέχω ἀπό συγκεκριμένη τροφή ὅπως τήν ἔχει ὁρίσει ἡ Ἐκκλησία μας γιά τούς πιστούς της κατά τήν διάρκεια τοῦ ἔτους καί πιό ἰδιαίτερα σέ περιόδους πνευματικῆς ἐγρήγορσης, ὅπως τῆς ἐπικ

«εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ»

Δημοσιεύθηκε 27.02.2025

Νηστεύω σηµαίνει ἀπέχω ἀπό συγκεκριμένη τροφή ὅπως τήν ἔχει ὁρίσει ἡ Ἐκκλησία μας γιά τούς πιστούς της κατά τήν διάρκεια τοῦ ἔτους καί πιό ἰδιαίτερα σέ περιόδους πνευματικῆς ἐγρήγορσης, ὅπως τῆς ἐπικείμενης Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Στήν Καινή Διαθήκη συνδέεται µέ τό πένθος (Ματθ. 9:14-15) καί τήν προσευχή (Λουκ. 2:37,  Πράξ. 14:23). Σ’ αὐτές τίς περικοπές ἡ νηστεία συνόδευε τήν προσευχή σάν ἐπιβεβαίωση τῆς προσπάθειας κάποιου νά διακρίνει τό θέληµα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ νηστεία δέν προσφέρει κανένα «πλεονέκτημα» καί καμμία «ὑπεροχή» ὅσον ἀφορᾶ στή σωτηρία μας,  οὔτε προσδίδει στόν χριστιανό μεγαλύτερη περιωπή µπροστά στόν Θεό. Κάποτε ἕνας Φαρισαῖος καυχιόταν ὅτι νήστευε δυό φορές τήν ἑβδομάδα: ὅµως, αὐτή ἡ νηστεία δέν μπόρεσε νά τοῦ ἐξασφαλίσει τή δικαίωση, πού τόσο ἀποζητοῦσε (Λουκ. 18:12, 14). Ὅταν ὅµως ἕνας χριστιανός νηστεύει μυστικά καί τό κάνει σάν πνευματική ἄσκηση, ὁ Θεός βλέπει καί ἀνταµείβει. Στήν Καινή Διαθήκη ἐντούτοις ἐνθαρρύνεται µέ τήν ὑπόσχεση τῆς ἀνταµοιβῆς ἀπό τόν Θεό.

Ἡ δύναμή της εἶναι ἀνεκτίµητη σέ κρίσιµες περιόδους, ὅταν ὁ πιστός προσπαθεῖ νά διακρίνει τό θέληµα τοῦ Θεοῦ. Καί ἔχει µεγάλη ἀξία στήν καλλιέργεια τῆς αὐτοπειθαρχίας. Χάνει ἐντελῶς τήν ἀξία της ὅταν ἐπιβάλλεται ἀπ’ ἔξω ἤ ὅταν ὑποκινεῖται ἀπό λάθος κίνητρα.

Σάν ὅπλα ἐνισχύσεως τῆς πίστεως μας παρουσιάζονται σύμφωνα μέ τήν  περικοπή τῆς θεραπείας τοῦ παιδιοῦ πού εἶχε καταληφθεῖ ἀπό δαιμονικό πνεῦμα (Μάρκου θ΄, 14-29),  ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία. Ὅπλα τόσο ἀπαραίτητα γιά τήν ζωή τοῦ πιστοῦ ἰδιαίτερα γιά τήν περίοδο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς! Ὅταν οἱ Μαθητές ρώτησαν τόν Ἰησοῦ «κατ’ ἰδίαν», γιατί δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τό παιδί, ἡ ἀπάντησή Του ἦταν: «τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ» (Μᾶρκος θ΄, 29).

Τά δύο αὐτά, ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία, στήν Παλαιά Διαθήκη σημαίνουν μετάνοια. ὉἸωνᾶς στάλθηκε νά κηρύξει μετάνοια στή Νινευή, καί διέταξε προσευχή καί νηστεία γιά τούς κατοίκους της. Ὅταν ὁ Χριστιανός μέ τήν προσευχή ἀνοίξει τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του, ὥστε οἱ σκέψεις καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ νά γίνουν σκέψεις καί θέλημα δικό του ὅταν μέ τή νηστεία ἀσκεῖται ὥστε νά μήν ὑποκύπτει στό πρῶτο δέλεαρ τοῦ κόσμου, εἶναι ἕτοιμος σάν στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ νά πολεμήσει τίς δυνάμεις τοῦ Πονηροῦ.

Ὁ Χριστός μόλις εἶχε κατέβει μέ τούς τρεῖς Μαθητές Του ἀπό τό  ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, ὅταν συνάντησε στούς πρόποδες τό δαιμονισμένο παιδί, τό δύστυχο πατέρα του καί τούς ὑπόλοιπους ἀνήμπορους Μαθητές. Ὅταν ἐφιστᾶ τήν προσοχή τῶν Μαθητῶν στήν προσευχή καί τή νηστεία ὡς ὅπλα τῆς πίστεως κατά τῆς δυνάμεως τοῦ Πονηροῦ, θέλει νά παρουσιάσει τή δική Του τακτική ὡς παράδειγμα στούς Μαθητές Του. Δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τό δαιμονισμένο παιδί, γιατί ἡ πίστη τους ἦταν λειψή, γιατί εἶχαν ἀμελήσει τήν προσευχή καί τή νηστεία.

Τό νά στεροῦμε τό ἐγώ μας ἀπό τήν ἱκανοποίηση ὁρισμένων ἐπιθυμιῶν του, αὐτό εἶναι μία ἄσκηση καί γυμνασία ἀπαραίτητη γιά τόν ἀγώνα τοῦ ἀνθρώπου κατά τοῦ κακοῦ. Ἔτσι ἀντελήφθη πάντοτε ἡ Ὀρθοδοξία τή σημασία τῆς νηστείας στή ζωή μας. Ὅπως οἱ ἀθλητές περνοῦν ἀπό ὁρισμένη δίαιτα πρίν ἀπ’ τούς ἀγῶνες, ἀπό πολύ προσεκτικώτερη καί οὐσιαστικώτερη δίαιτα πρέπει νά περάσει ἐκεῖνος πού ἔχει ἀναλάβει ἕνα πνευματικό ἀγώνα. Ἡ νηστεία δέν εἶναι ἐκδήλωση ἀρνήσεως τῆς ζωῆς ἤ τῶν ἱκανοποιήσεών της. Εἶναι μόνο προσωρινή στέρηση, μέ σκοπό τήν ἄσκηση τοῦ «ἐγώ», τήν κάθαρση καί τήν ἐνδυνάμωσή του γιά ψηλότερες καί οὐσιαστικώτερες κατακτήσεις καί ἱκανοποιήσεις μέσα στή ζωή. Ἡ νηστεία δέν εἶναι ἄρνηση, εἶναι θέση. Μόνο ὡς θέση ἡ νηστεία ἔχει χριστιανικό χαρακτήρα. Ὡς ἄρνηση τή νηστεία γνωρίζουν ἄλλες θρησκεῖες, ὄχι ὁ Χριστιανισμός. Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίοδος γιά τέτοιους πνευματικούς ἀγῶνες. Χρειάζεται ὅμως, σέ ἀντίθεση μέ τά φαινόμενα, παρά τήν ἐπιβλητικότητα καί τήν ποικιλόμορφη δικτύωση τοῦ κακοῦ, ἐμπιστοσύνη στή δύναμη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τόλμη καί ἀγωνιστικότητα.

Στό ἔργο της αὐτό τό ἀγωνιστικό κατά τοῦ Πονηροῦ τήν πίστη στηρίζουν καί προάγουν ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία, ἡ κοινωνία μέ τή δύναμη τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ἡ πρόθυμη διάθεση νά στερηθοῦμε τήν ἱκανοποίηση πολλῶν ἐπιθυμιῶν μας, ἀφοῦ αὐτό ἀσκεῖ καί προάγει τίς δυνάμεις μας στόν ἀγώνα κατά τοῦ κακοῦ.

Στό τέλος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ  Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Στό τέρμα τοῦ ἀγώνα τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ δική τους ἀνάσταση καί ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου μέ τό βασίλειο τοῦ Θεοῦ.

28 Φεβρουαρίου 2025

«εὐχαῖς καί ἱκετηρίαις»

«εὐχαῖς καί ἱκετηρίαις»

Δημοσιεύθηκε 20.02.2025

Οἱ πιστοί στό Θεό ἔχουμε ἱερό καθῆκον νά προσευχόμαστε γιά ὅλους ἐκείνους πού μετέβησαν ἀπό τήν παροῦσα πρόσκαιρη ζωή στήν αἰώνια πατρίδα (Ἑβραίους ια΄, 14) καί ζωή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί προηγήθηκαν στό ταξίδι τῆς αἰωνιότητος. Ἰδιαίτερα ὀφείλουμε νά προσευχόμαστε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους.

Ὅσοι δέν σκέπτονται τούς κεκοιμημένους, ἐπειδή δέν πιστεύουν, ἔχασαν τήν πίστη, ἀλλά ὅσοι πιστεύουν καί δέν τούς βοηθοῦν μέ τίς προσευχές τους, ἔχασαν τήν ἀγάπη.

Πιστεύουμε, ὅτι τά λουλούδια μαραίνονται, τά δάκρυα ἐξατμίζονται καί μόνο οἱ προσευχές μας ὑψώνονται στό θρόνο τοῦ Θεοῦ κι ἔχουν ἀποτέλεσμα. Ἡ Ἐκκλησία μέ τήν θέσπιση τοῦ Ψυχοσαββάτου πρό τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω πού εἶναι ἀφιερωμένη στήν μέλλουσα κρίση μᾶς δίδει τήν εὐκαιρία νά ἐκδηλώσουμε τήν πίστη καί τήν ἀγάπη μας γιά ὅλους τούς προκοιμηθέντες πατέρες καί ἀδελφούς, νά ἑνωθοῦμε μέ τά ὑπόλοιπα μέλη τῆς Ἐκκλησίας γιά νά παρακαλέσουμε γιά τήν ἀνάπαυση ὅλων τῶν «ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως καί ζωῆς αἰωνίου μεταστάντων»

Μέ τίς προσευχές μποροῦμε ν’ ἀνακουφίσουμε ἐκείνους, πού σύμφωνα μέ τή δικαιοτάτη κρίση τοῦ Θεοῦ ἔχουν ἀνάγκη. Ἄν βλέπαμε ἕνα ἀγαπητό πρόσωπο νά ὑποφέρει δέ θά τοῦ δίναμε ὅ,τι μᾶς ἦταν εὔκολο νά τό ἀνακουφίσουμε; Ἄς κάνουμε τό ἴδιο μέ τίς προσευχές γιά τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς πατέρες, μητέρες, ἀδελφούς, συζύγους, ἀναδόχους στήν πίστη, διδασκάλους καί εὐεργέτες.

Οἱ Χριστιανοί πιστεύουμε α΄. στήν μετά τόν θάνατο ζωή, β΄. στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, γ΄. στόν θάνατο σωματικό, πνευματικό, αἰώνιο, δ΄. στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ε΄. στήν μέλλουσα κρίση στ΄. στόν Παράδεισο καί στήν Κόλαση

Μόλις ἐπέλθει ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα ἡ ψυχή παρουσιάζεται στόν Πλάστη, ὅπως ἡ ἄκτινα στό κάτοπτρο, καί τοποθετεῖται ἀνάλογα μέ τήν κατάστασή της. Ἄν εἶναι σέ κατάσταση χάριτος εἰσέρχεται στή δόξα τοῦ Θεοῦ καί προγεύεται τήν αἰώνιο εὐτυχία γι’αὐτό καί οἱ Ἅγιοι ἀποκαλοῦνται «Ἔνδοξοι, Μάρτυρες, Ἱεράρχες, κλπ». Ἄν ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή ἀμετανόητοι ἡ ψυχή προγεύεται τόν αἰώνιο ἀποκλεισμό ἀπό τήν δόξα καί τήν χαρά τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Ὅλοι πάντως ἔχουμε ἀνάγκη τῆς μακροθυμίας καί τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ γιά νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας ἐφ’ ὅσον κατά τήν πίστης μας οὐδείς εἶναι ἀναμάρτητος ἔστω καί ἄν εἶναι ἡ ζωή του μία ἡμέρα.

Γι’ αὐτό τό λόγο παρακαλοῦμε τόν Δικαιοκρίτη Κύριο γιά ὅλες τίς ψυχές ἐπειδή δέν γνωρίζουμε σέ ποιά κατάσταση εὑρίσκονται.

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς κοινωνίας τῶν ἁγίων μᾶς λέγει ὅτι μποροῦμε νά βοηθήσουμε τούς κεκοιμημένους, γιατί ἐξακολουθοῦμε ὅλοι νά ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα μέ ἀρχηγό καί κεφαλή τόν Χριστό. Τά διάφορα μέλη, πού βρίσκονται ἑνωμένα μέ τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μποροῦν νά ἀλληλοβοηθοῦνται.  Τό ἕνα μπορεῖ νά φροντίζει καί νά βοηθεῖ τό ἄλλο.

Ἔτσι μᾶς διδάσκει ἡ πίστη. Αὐτό παραλάβαμε ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρας.

Στήν Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε πώς ὅταν πέθανε ὁ Μωϋσῆς κι ὁ  Ἀαρών προσφέρθηκαν ἐπί τριάντα ἡμέρες θυσίες στόν Θεό (Δευτερονομίου λδ’, 8). Στόν θάνατο τοῦ βασιλέως τῶν Ἰουδαίων Σαούλ καί τῶν τριῶν παιδιῶν του ὅλος ὁ λαός τῶν Ἰουδαίων νήστευσε ἑπτά ἡμέρες (Α΄ Βασιλειῶν λα΄, 13). Ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος, ἀρχηγός τῶν  Ἰουδαίων μετά ἀπό μία πολύνεκρη μάχη συνάθροισε ἀπό τούς στρατιῶτες πού ἀπέμειναν σεβαστό ποσό χρημάτων καί τό ἔστειλε στήν Ἱερουσαλήμ γιά νά προσφέρουν θυσίες στόν Θεό γιά νά συγχωρηθοῦν ἐπειδή ὁ Θεός φανέρωσε ὅτι εἶχαν ἁμαρτήσει παραβαίνοντας τήν ἐντολή Του νά μή προσκυνήσουν εἴδωλα καί νά ἀναπαυθοῦν οἱ ψυχές, ἐκείνων πού ἔπεσαν στή μάχη (Β΄ Μακκαβαίων ιβ΄, 39-45)

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος σέ ἕνα λόγο τοῦ πρός τόν λαό τῆς Ἀντιοχείας ἔλεγε:

«Καί βοηθεῖν, ὡς οἷόν τε ᾖ οὐ δακρύειν, ἀλλ’ εὐχαῖς καί ἱκετηρίαις καί ἐλεημοσύναις καί προσφοραῖς»

Δηλαδή: «Πρέπει νά βοηθοῦμε τούς νεκρούς ὄχι μέ τά δάκρυα, ἀλλά μέ τίς προσευχές μας» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τήν Α΄ Πρός Κορινθίους Ἐπιστολή,  (ΜΑ΄) PG 61, 361)

Ἔχουμε, βέβαια  ὑποχρέωση νά μή λησμονοῦμε ὅλους τούς νεκρούς μέ τούς ὁποίους ἔχουμε συνδεθεῖ μέ τούς δεσμούς αἵματος καί φιλίας, ἀλλά δέν πρέπει νά λησμονοῦμε καί ὅλες τίς ἐγκαταλελειμμένες ψυχές, γιά τίς ὁποῖες κανείς δέν προσεύχεται ξεχωριστά. Γιά ὅλες αὐτές ἡ Ἐκκλησία σάν στοργική καί φιλότεκνη Μητέρα παρακαλεῖ τό θεῖο Ἵδρυτή της σέ κάθε θεία λειτουργία πού τελεῖται νά τίς δεχθεῖ «ἐν χώρα ζώντων», ἐκεῖ ὅπου ἐπισκοπεῖ τό φῶς τοῦ προσώπου Του ἐπειδή πιστεύουμε, ὅτι ὁ  Ἰησοῦς Χριστός «ἀπέθανε καί ἀνέστη καί ὁ Θεός τούς κοιμηθέντας διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἄξει σύν αὐτῶ» (Θεσσαλονικεῖς Α΄, δ΄, 13).

 

15 Φεβρουαρίου 2025

Ἐν δάκρυσι…

«Ἐν δάκρυσι…»

 

Αὐτή τήν ἐκκλησιαστική περίοδο ὁ πνευματικά ζῶν ἄνθρωπος βιώνει μία ἐσωτερική συντριβή γιά τήν ἁμαρτωλή ὕπαρξή του καί τό γεγονός αὐτό ἐκδηλώνεται συχνά μέ δάκρυα πού ἔχουν στήν χριστιανική ζωή τή θέση τους καί τό νόημά τους. Σημειώνουμε ἐνδεικτικά, ὅτι καί ὁ Κύριός μας ἔκλαψε «Ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾿ αὐτῇ» (Λουκᾶ  ιθ΄, 41).

Ἄς θυμηθοῦμε, τήν δύναμη τῶν δακρύων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ κατά τήν  Ἁγία Γραφή:

Δάκρυα τῆς ὑπηρεσίας

Ἐκείνου πού ὁ ἀγῶνας του στήν πνευματική ζωή καί στήν διακονία του στό ἔργο τοῦ Θεοῦ δέν ἀφίνει ἀνέγγιχτη τήν καρδιά του. Οἱ δυσκολίες πού προκύπτουν καί ἀπειλοῦν μέ καταστροφή τῆς προσπάθειας ὑπερβαίνονται ἀπό τήν διαβεβαίωση τοῦ Θεοῦ  «οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσι ἐν ἀγαλιάσσει θερειοῦσι» (Ψαλμοῦ ρκε΄ (ρκστ΄) 6). Σ’ αὐτή τήν διαβεβαίωση θά ἀναζητήσει βοήθεια καί ἐλπίδα γιά νά μή ἀπογητευθεῖ καί νά μήν ἐγκαταλείψει τήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός ἐκπληρώνει τά αἰτήματα  ἐκείνου πού εὑρίσκεται  στήν ὑπηρεσία Του καί τόν κινεῖ  ἡ ἀγάπη γιά τόν συνάνθρωπο.

Δάκρυα τῆς μεσιτείας

᾿Εκείνου πού πονάει καί κλαίει, γιά ὅσους πορεύονται γύρω του σέ δρόμους ἀπωλείας. Τά δάκρυα αὐτά ἔχουν τήν δύναμη νά ἑλκύσουν τήν συμπάθεια τοῦ Θεοῦ. Τά δάκρυα αὐτά μεταθέτουν τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ὅπως μαρτυροῦν τά λόγια «ἐπειδή ἔκλαυσας ἐνώπιόν µου... ἐγώ ἐπήκουσα... δέν θέλουσι ἰδεῖ οἱ ὀφθαλμοί σου» (Β΄ Παραλειπομένων λδ΄, 27, 28).

Δάκρυα τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης

Ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ ὅταν ἐνέσκυψε λιμός στήν Χαναάν προέτρεψε τά παιδιά του μέ «μεγάλη φωνή» νά πᾶτε στήν Αἴγυπτο πού ὑπάρχει σιτάρι νά ἀγοράσουν καί νά φέρουν. Ἐκεῖ ὅμως Ἄρχοντας ἦταν ὁ ἀδελφός τους Ἰωσήφ τόν ὁποῖον εἶχαν πουλήσει (Γένεση με΄,  2).

Κι ὅταν ἔφθασαν στήν Αἴγυπτο σ’ ὅλο τό παλάτι τοῦ Φαραώ ἄκουσαν τά δάκρυα τοῦ Ἰωσήφ ἀπό τήν συγκίνηση ὅταν συναντήθηκε μέ τά ἀδέλφια του.

Δάκρυα τῆς µεταμέλειας

Σχεδόν χαιρέκακα καί χωρίς ἀποκρυβόμενη φυσίωση, μιλοῦµε συχνά γιά τήν µεγάλη πτώση τοῦ Πέτρου πού ἀρνήθηκε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Πόσες ὅμως φορές σκεφτόμαστε τά τόσο πολλά του δάκρυα τῆς μετανοίας; τήν συντριπτικά µεγάλη µεταμέλειά του; τό «ἔκλαυσεν πικρῶς» (Λουκᾶ κβ΄, 69); Μακάρι νά  γινόµαστε καί μιμητές τῆς μετανοίας του πού τόν ἀποκατέστησε στόν ἱερό σύλλογο τῶν Ἀποστόλων, ὅπως τήν περιγράφει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης :  «ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ἀρνία μου.  λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων ᾿Ιωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων ᾿Ιωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· βόσκε τὰ πρόβατά μου» (Ἰωάννου κα΄, 15-17)

Δάκρυα τῆς ἐξομολόγησης (Λουκᾶ ζ΄,  36 – 50)

Πολλές οἱ ἁμαρτίες τῆς «ἁμαρτωλῆς» πού συντετριμμένη εἰσῆλθε στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου καί τοῦ ἔφερε ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο μέ μύρο, στάθηκε πίσω κοντά στά πόδια Του καί κλαίγοντας ἔβρεχε μέ τά δάκρυά της τά πόδια Του καί τά σκούπιζε. Μέ τά μαλλιά της τά φιλοῦσε καί τά ἄλειφε μέ τό μύρο.

Ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Φαρισαῖο :

«Γι’ αὐτό, λοιπόν, σέ βεβαιώνω πώς οἱ πολλές της ἁμαρτίες συγχωρήθηκαν, ὅπως δείχνει ἡ πολλή εὐγνωμοσύνη της. Σ’ ὅποιον συγχωροῦνται λίγες ἁμαρτίες, αὐτός δείχνει λίγη εὐγνωμοσύνη».

Καί εἶπε στή γυναίκα: «Οἱ ἁμαρτίες σου συγχωρήθηκαν». Ὅσοι κάθονταν μαζί μέ τόν Ἰησοῦ στό τραπέζι ἄρχισαν νά λένε μεταξύ τους: «Ποιός εἶναι αὐτός πού ἀκόμη καί ἁμαρτίες συγχωρεῖ:» Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε στή γυναίκα: «Ἡ πίστη σου σ’ ἔσωσε πήγαινε στό καλό».

Γι’ αὐτό καί καυτά τά δάκρυα τῆς ἐξομολόγησής της «πλησίον τῶν ποδῶν αὐτοῦ ὀπίσω».

7. Τά δάκρυα τῆς λυτρωτικῆς ἀγάπης

 Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δάκρυσε μπροστά στόν τάφο τοῦ Λαζάρου (Ἰωάννου ια΄, 35). Ἔκλαυσε μπροστά στό μεγάλο δράμα πού οἱ ἄνθρωποι μέ δάκρυα ἀπόγνωσης ἀντιμετώπιζαν τόν θάνατο. Ἀγαποῦσε ὁ Χριστός τή Μάρθα καί τήν ἀδελφή της καί τόν Λάζαρο», πού ᾽χε πεθάνει. Ἡ ἀγάπη Του ἐκφρασμένη στό «ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς», ἦταν κάτι σάν μαρτυρία καί πάλη µαζί. Στό «γιατί τῆς πτώσεως» ἀπαντᾶ ἡ σωτηρία πού σέ λίγο θά προσέφερε μέ τό «Λάζαρε, Δεῦρο ἔξω».

Σέ ἐποχή πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ψυχρότητα τῆς καρδιᾶς  « διά τό πληνθυνθῆναι τήν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθαίου κδ΄, 12), ὅταν ὑπάρχει τό «ἐκάθησα καί ἔκλαυσα» τότε ὁ Θεός ἐπεμβαίνει λυτρωτικά πρός τό δημιούργημά Του

7 Φεβρουαρίου 2025

Ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

Ὁ  ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

                                                                       

Μέ τόν Κύριός μας Ἰησοῦ Χριστό ὁ ἄνθρωπος ὑπερνικᾶ τόν θάνατο καί ἀνέρχεται στόν οὐρανό καί, σύμφωνα πρός τήν βιβλική διδασκαλία, «καθέζεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός»! Καί, ὅπως θαυμάσια εἶπε ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, «εἶδον  Ἀρχάγγελοι ὁ πάλαι ἐπεθύμουν, τήν φύσιν τήν ἡμετέραν ἀπό τοῦ θρόνου ἀστράπτουσαν τοῦ βασιλικοῦ, δόξη καί κάλλει στίλβουσαν ἀθανάτω (Ἰωάννου Χρυστόμου, Ὁμιλία εἰς τήν Ἀνάληψιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 50, 448). Διότι εἶπε ὁ Θεός, κατά τό ψαλμικό, «Κάθου ἐκ δεξιῶν μου» πρός τήν φύσιν ἐκείνην τήν ἀκούσασαν ἄλλοτε τό «Γῆ εἰ καί εἰς γῆν ἀπελεύσει» (Γενέσεως γ΄, 19).

Στήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί στήν Ἀνάληψή Του βλέπουμε ὄχι μόνον τήν ψυχή Του, ἀλλά καί τό σῶμα Του, τό ἀνθρώπινο καί ἀληθινό νά δοξάζεται καί νά τιμᾶται. Καί πάρα πολύ δίκαια, διότι τό ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι τό πολύτιμο σκεῦος, ἐντός τοῦ ὁποίου φυλάσσεται ἡ θεία «εἰκών» τοῦ Πλάστου, κατοικεῖ ἡ πνοή τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τό σκεῦος, γιά τήν πλάση τοῦ ὁποίου ἔδειξε ἰδιαίτερη φροντίδα ὁ Θεός, κατά τήν βιβλική διδασκαλία. Καί αὐτό χρησιμεύει ὡς τό ἀπαραίτητο ὄργανο, μέ τό ὁποῖο ἡ πνευματική ψυχή ἐκδηλώνεται στόν κόσμο καί πραγματοποιεῖ τόν σκοπό, γιά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκε, δηλαδή τήν βαθμιαία σχετική Θέωση καί μέ αὐτή τήν δόξα τοῦ Δημιουργοῦ.

Ἡ Ἁγία Γραφή διάσπαρτα καί σ’ ἄλλες πολλές περιπτώσεις ἐκδηλώνει τήν ἐκτίμησή της πρός τό ἀνθρώπινο σῶμα, χάριν τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖ σεβασμό καί εὐλαβῆ φροντίδα. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχουμε τήν ρητή ἀπαγόρευση τοῦ φόνου τόσον στόν μωσαϊκό Δεκάλογο, ὅσο καί σέ μία προγενέστερη ἀπειλητικώτατη δήλωση τοῦ Θεοῦ πρός τόν Νῶε, ὅτι «ὁ ἐκχέων αἷμα ἀνθρώπου, ἀντί τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκχυθήσεται» (Γενέσεως θ΄, 6) καί, ἀκόμη πολύ προηγουμένως, στήν τρομερή ἐκείνη κατάρα τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἀδελφοκτόνο Κάϊν. Ἐπί πλέον δέ στίς διατάξεις τοῦ Λευϊτικοῦ αὐστηρά ἀπαγορεύεται στούς Ἑβραίους τό νά κάνουν «ἐντομίδας» καί «γράμματα στικτά» στά  σώματά τους, καί πολύ δίκαια, διότι ἀπαιτεῖται σεβασμός πρός τό ἔργο τοῦ Δημιουργοῦ, τό ὁποῖον ἐπ’ οὐδενί λόγω εἶναι ἀνεκτό νά ἀσχημίζει ὁ ἄνθρωπος.

Στήν Καινή Διαθήκη ὁ  Ἀπόστολος Παῦλος πρό πάντων, ἀπαιτεῖ ἀπό τούς χριστιανούς νά σέβωνται τά σώματά τους, τά ὁποῖα προτρέπονται νά παραστήσουν «Θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῶ» (Πρός Ρωμαίους ιβ΄, 1), προφυλάσσοντας  αὐτά ἀπό κάθε μολυσμό, πού προέρχεται ἀπό τήν σαρκική, πρό παντός, ἁμαρτία. «Ναόν δέ τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος» (Α΄ Πρός Κορινθίους. στ΄, 19) καί «Ναόν Θεοῦ» (Α΄ Πρός Κορινθίους γ΄, 17) ὀνομάζει τό σῶμα τῶν εἰς Χριστόν βατιτισθέντων ὁ ἴδιος Ἀπόστολος, προωρισμένον γιά τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ: «Δοξάσατε δή τόν Θεόν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν» (Α΄ Πρός Κορινθίους στ΄, 20). Καί συνιστᾶ, ὅτι πρέπει ὁ καθένας νά γνωρίζει «τό ἑαυτοῦ σκεῦος κτᾶσθαι ἐν ἁγιασμῶ καί τιμῇ» (Α΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς δ΄, 4), ἀπειλεῖ ὅτι θά ἐλθει φθορά σ’αὐτούς πού φθείρουν τό σῶμα: «Εἰ τίς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός» (Α΄ Πρός Κορινθίους γ΄,  17).

Ἀκόμη ἡ Ἱερή Βίβλος καί ἴδια ἡ Καινή Διαθήκη κηρύσσει τήν μέλλουσα καθολική ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπινων σωμάτων, μέ νέα μορφή ἄφθαρτη καί ἀνώτερη ἀπό τίς σημερινές συνθῆκες τῆς ζωῆς, ὥστε ὁλοκληρωμένος ὁ Ἄνθρωπος ν’ ἀπολαύσει τίς συνέπειες τῆς διαγωγῆς του στόν κόσμο αὐτό.

Κατά τήν πνευματοφόρα πατερική σκέψη ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπος γιά νά θεωθεῖ.

Καταγράφουμε μερικά ἀποσπάσματα ἀπό τήν σκέψη τῶν Πατέρων τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας μας πού ἀναφέρονται στό θέμα αὐτό μέ θελογική σαφήνεια ἀλλά καί δογματική ἀκρίβεια.

«Ἄς γίνουμε ὅπως ὁ Χριστός, ἐφόσον καὶ ὁ Χριστός ἔγινε ὅπως ἐμεῖς. Ἄς γίνουμε θεοὶ γι᾿ αυτόν, ἐφόσον κι Ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς. Πῆρε τό χειρότερο, γιά νά δώσει τό καλύτερο. Φτώχεψε, γιά νά πλουτίσουμε ἐμεῖς μὲ τή δικὴ Του φτώχεια. Ἔλαβε μορφὴ δούλου, γιά νά ἀπολαύσουμε ἐμεῖς τήν ἐλευθερία. Κατέβηκε γιά νά ὑψωθοῦμε. Πειράσθηκε, γιά νά νικήσουμε» (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος).

« Ἔγινε Υἱός ανθρώπου, ἐνῶ ἦταν γνήσιος Υἱός τοῦ Θεοῦ, γιά νά κάνει τοὺς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τέκνα Θεοῦ» (Ἰωάννης Χρυσόστομος).

«Γι’ αὐτὸ γίνεται ἀληθινὰ ἄνθρωπος, γιά νά μᾶς κάνει κατὰ χάρη θεοὺς» (Μάξιμος Ὁμολογητής).

«Ἰησοῦ, νὲε Ἀδάμ, ξὲντυσε μὲ τόν παλιὸ ἄνθρωπο, καί ντῦσε μὲ Ἐσένα τόν νέο Ἰησοῦ πού ἔγινες πραγματικὰ ἄνθρωπος, κάνε με μὲ τή χάρη Σου μέτοχο τῆς δικῆς Σου θεώσεως»(Νικόδημος Ἁγιορείτης).

«Αὐτὸς ἐνανθρώπισε γιά νά θεοποιηθοῦμε ἐμεῖς» (Μ. Ἀθανάσιος).

«Ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά μᾶς θεοποιήσει στόν ἑαυτὸ Του» (Μ. Ἀθανάσιος).

30 Ἰανουαρίου 2025

Ἀνευφημήσωμεν» θεοφόρους Πατέρες

Ἀνευφημήσωμεν» θεοφόρους Πατέρες

           

Στήν ἐποχή μας πού τά πάντα ἀμφισβητοῦνται καί γίνονται ἀνακατατάξεις καί ἀναθεωρήσεις σ’ ὅλους τούς τομεῖς τῆς ζωῆς καί κυρίως τά παραδεδομένα περνοῦν αὐστηρή δοκιμασία ἐπιβιώσεως, ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας μᾶς καλεῖ νά

Ἀκόμη, καί σήμερα μετά ἀπό χίλια ἑξακόσια χρόνια περίπου, ὁ κάθε μελετητής καί «ἐραστής» τῶν λόγων καί τῆς «βιοτῆς» τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί Οἰκουμενικῶν διδασκάλων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μπορεῖ νά ἐπικοινωνήσει καί νά διαλεχθεῖ μαζί τους.

Ἀναγνωρίσ0ηκαν ὡς «τά πάγχρυσα στόματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».   Ἔλαβαν ἀντάξια τή θέση τῶν «παιδαγωγῶν καί μεγάλων διδασκάλων τῆς οἰκουμένης». Ὡς μεγάλοι Ἱεράρχες διακόνησαν τό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου ὡς «ἐπίγειοι   Ἄγγελοι».

Ὁ «μέγας ἱεροφάντωρ Βασίλειος», «ὁ θεορρήμων Γρηγόριος» καί «ὁ Ἰωάννης ὁ χρυσοῦς τήν γλῶττα» διατηροῦνται στή μνήμη τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ὡς οἱ κατεξοχήν ἅγιοι Πατέρες Της.

Συχνά ἀκούγεται ὁ λόγος γιά ἐπιστροφή στούς Πατέρες· στή μελέτη τῶν κειμένων τους· στή σπουδή τῆς θεολογίας τους· στή γνωριμία τῆς βιοτῆς τους. Τί ὅμως εἶναι ὁ ἅγιος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας Ἰδιαίτερα γιά μᾶς τούς Ἑλληνορθοδόξους οἱ ἅγιοι Πατέρες «δέν πρέπει νά ἀποτελοῦν μία παρακαταθήκη... δέν εἶναι παλαιά εἰκονίσματα ἑνός ἱστορικοῦ ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Οὔτε ἀποτελοῦν φυλακτά γιά φύλαξη καί συντήρηση. Εἶναι ζωντανές πηγές γιά ἄντληση ζωῆς. Εἶναι κεφάλαια γιά ἐκμετάλλευση. Εἶναι κατεξοχήν ὁδηγοί, γιατί ἀσχολήθηκαν μέ φλέγοντα ζητήματα καί ἀγωνίσθηκαν στό κέντρο τοῦ ἀνθρώπινου στίβου» (Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἄνθρωπος, Ἠλίας Μαστρογιαννόπουλος, Ἀθήνα 1979, ἔκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων ἡ «Ζωή» σελ. 6).

Ὅπως πολύ σωστά ἔχει γραφεῖ οἱ Πατέρες τῆς  Ἐκκλησίας θεωροῦνται ἐκεῖνα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τά ὁποῖα, λόγω τῆς ταπεινοφροσύνης τους ἐνώπιον τῆς ἀλήθειας, τῆς εὐρύτητος καί γνησιότητος τῆς πίστεώς τους, δέχονται τό δῶρο τῆς θείας Χάριτος ὄχι μόνο νά ἀφομοιώσουν, ἀλλά καί νά ἐκφράσουν πιστά τή καθολική συνείδηση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Γιατί ἐκεῖνο πού ἐκφράζουν δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀτομική σκέψη τους ἤ οἱ προσωπικές τους πεποιθήσεις, ἀλλά ἡ συνείδηση ὁλόκληρης της Ἐκκλησίας.

Οἱ Πατέρες μιλοῦν ἀπό τά βάθη τοῦ καθολικοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ θεολογία τους κινεῖται καί ἀναπτύσσεται στό ἐπίπεδό της καθολικότητος· ἔχει τίς ρίζες καί τά θεμέλιά της στήν κοινωνία ὅλων τῶν πραγμάτων. Μέ τήν ἄσκηση, τήν προσευχή, τή νήψη, τήν κοινωνία στά ἐκκλησιαστικά μυστήρια καί μέ τήν ὅλη πολιτεία τους ἔχουν διευρύνει τόσο πολύ τήν καρδιά τους, τό νοῦ, τήν ψυχή τους, ὥστε ἔχουν ἐπιτύχει νά αἰσθάνονται καί νά σκεπτονταί καί νά ἐνεργοῦν μ' ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶναι προφῆτες τῆς «ζώσης ἀληθείας». Δέν εἶναι «ἀκαδημαϊκοί» διδάσκαλοι καί σοφοί τοῦ κόσμου. Κατά τόν μέγαν Μακάριον τόν Αἰγύπτιον, εἶναι «οἱ φιλόσοφοί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἡ πορεία τούς κατευθύνεται καί μέ τή διάσταση τῆς αἰωνιότητος. «Οἱ πύρινες γλῶσσες τοῦ ὑπερώου τῆς Πεντηκοστῆς ἐκάθησαν καί ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν» καί αὐτοί «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου»(Πράξεων β΄, 3). Γι’ αὐτό καί ἡ θεολογία τους δέν εἶναι ἐγκεφαλική καί διανοητική, ἀλλά βιωματική «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι».

Ἡ γνησιότητά τους βρίσκεται στήν πατερική σκέψη, στήν πατερική νοοτροπία, στό πατερικό φρόνημα. Καί βέβαια αὐτή ἡ ἐπιστροφή ἀπαιτεῖ διευκρινίσεις. Ἡ προσκόλληση τῶν ὀρθοδόξων στούς Ἁγίους Πατέρες δέν εἶναι ἁπλή προσκόλληση στό παρελθόν καί τήν ἀρχαιότητα. Ἐκεῖνο πού ἀναζητοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι πρώτιστα στούς Πατέρες εἶναι ἡ πλήρης καί ἀνόθευτη  Ἀποστολική Διδαχή. Οἱ Πατέρες ἐνδιαφέρουν τούς Ὀρθοδόξους ὄχι τόσο ὡς μάρτυρες τῆς ἀρχαιότητος, τῆς ἀρχαίας πίστης, ὅσο τούς ἐνδιαφέρουν ὡς μάρτυρες τῆς ἀληθοῦς πίστης. Αὐτή τήν ἀλήθεια τήν παρέλαβαν ἀπό τόν Κύριο καί τήν παρέδωσαν σέ μᾶς οἱ  Ἀπόστολοι. Μάρτυρες δέ καί ἐγγυητές αὐτῆς τῆς Παραδόσεως εἶναι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί μας ἐγγυῶνται καί μᾶς βεβαιώνουν ὅτι ἡ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀνθρώπινη ἐπινόηση ἤ δική μας ἐφεύρεση.  Ἀλλά μαρτυροῦν πώς ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀλήθειά τοῦ Κυρίου, πού Αὐτός μέ τούς Ἀποστόλους παρέδωκε στήν  Ἐκκλησία. Νά ὁ λόγος πού ἡ  Ὀρθοδοξία ἐπιμένει στήν ἀνάγκη νά ἀποκτήσουμε τόν νοῦν καί τό φρόνημα τῶν Πατέρων.

Ἡ μνήμη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, καί μάλιστα ὡς τῶν κατεξοχήν μεγάλων ἁγίων Πατέρων τῆς  Ἐκκλησίας μας, ἔχει αὐτή τήν ἐπικαιρότητα γιά τό σημερινό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ὡς οἱ γνησιότεροι μάρτυρες καί ἐγγυητές τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσής μας μᾶς καταθέτουν τά μέτρα καί τά ὅρια, μέσα στά ὁποῖα πρέπει νά κινεῖται καί νά ἐνεργεῖ καί νά δραστηριοποιεῖται ἡ ὅλη βέβαια ζωή μας, ἀλλά κυρίως τό παιδευτικό καί ἀναμορφωτικό ἔργο τοῦ σχολείου, τῆς οἰκογένειας καί τῆς  Ἐκκλησίας.

25 Ἰανουαρίου 2025

συμπολῖται τῶν ἁγίων

«συμπολῖται τῶν ἁγίων»

 

Ἡ πατρίδα «ἡ γῆ τῶν πατέρων», ἀνήκει στίς οὐσιώδεις πτυχές τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀνθρώπου. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ ἔννοια τῆς πατρίδας κατέχει μιά σημαίνουσα θέση στήν πίστη καί τήν ἐλπίδα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προπαρασκευάζονται ἀπό τήν ἔννοια τῆς ἐπίγειας πατρίδας νά ἀποδεχθοῦν τήν ὕπαρξη μιᾶς ἄλλης πατρίδας, τῆς οὐράνιας γιά τήν ὁποία προορίζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.     Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐπειδή εἶναι πλήρης καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀπέκτησε καί τήν ἐμπειρία τῆς πατρίδας.

            Ἡ δική Του πατρίδα δέν ἦταν ὁποιασδήποτε χώρα, ἀλλά ἡ γῆ πού εἶχε δώσει ὁ Θεός ὡς κληρονομία στόν λαό Του. Ἀγάπησε αὐτή τήν πατρίδα μ’ ὅλη τήν ψυχή Του κι ἀκόμη περισσότερο, ἐπειδή ἡ ἀποστολή Του  θά γινόταν γι’ αὐτή ἡ ἀφορμή ἑνός καινούργιου δράματος.

            Πράγματι, ὅπως στό παρελθόν ἡ ἰουδαϊκή πατρίδα εἶχε παρακούσει τήν φωνή τῶν Προφητῶν, ἔτσι περιφρονεῖ τελικά κι Αὐτόν πού  ἀποκαλύπτει σ’  αὐτή τήν ἀληθινή κλήση της. Στήν Ναζαρέτ πού ἔζησε ὁ Ἴδιος καί ἡ μητέρα Του, ὁ Ἰησοῦς ἀπορρίπτεται, ἐπιβεβαιώνοντας ὅτι ὅλοι οἱ Προφῆτες δέν ἀναγνωρίζονται στήν πατρίδα τους, ὅπως ἀναφέρεται στόν Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου : «Πῆγε στήν πατρίδα του καί τούς δίδασκε στή  συναγωγή τους, κι ατοί ποροσαν Κι λεγαν: «πό πο πέκτησε ατός τή σοφία τούτη κι ατές τίς θαυματουργικές δυνάμεις; Αὐτός δέν εναι γιός το ξυλουργο; μητέρα του δέν λέγεται Μαριάμ καί ο δερφοί το άκωβος, ωσς, Σίμων καί ούδας; Κι ο δερφές του δέ μένουν λες στόν τόπο μας; πό πο, λοιπόν, τά κατέχει λα ατά;» Κι ατό τούς δημιουργοσε μπόδιο νά τόν πιστέψουν. Τότε ησος τούς επε: «Δέν πάρχει προφήτης πού νά μήν τόν περιφρονον ο συμπατριτες του κι οκογένειά του». Καί δέν κανε κε πολλά θαύματα ξαιτίας τς πιστίας τους» (Ματθαίου ιγ΄ 54-57· βλ. Ἰωάννου δ΄ 44). Στήν Ἱερουσαλήμ τήν πρωτεύουσα τοῦ ἔθνους Του ξέρει ὅτι πηγαίνει γιά νά πεθάνει: «αὐτά θά γίνουν σήμερα κι αὔριο, καί τήν ἑπομένη θά συνεχίσω τήν πορεία μου, γιατί δέ συνηθίζεται νά σκοτώνουν προφήτη ἔξω ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ. Ἰερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἐσύ πού σκοτώνεις τούς προφῆτες καί λιθοβολεῖς ὅσους στέλνει ὁ Θεός σ’ ἐσένα! Πόσες φορές θέλησα νά συνάξω τά παιδιά σου, ὅπως ἡ κλώσα τά κλωσόπουλά της κάτω ἀπό τίς φτεροῦγες της. Κι ἐσεῖς δέν τό θελήσατε! Γι’ αὐτό θά ἐρημωθεῖ ὁ τόπος σας. Σᾶς βεβαιώνω πώς δέ θά μέ δεῖτε, ὥσπου νά ἔρθει καιρός νά πεῖτε, εὐλογημένος νά ’ναι αὐτός πού ἔρχεται σταλμένος ἀπό τόν Κύριο!» (Λουκᾶ ιγ΄ 33-35). Γι’ αὐτό κλαίει γιά τήν ἔνοχη πόλη πού δέν ἀναγνώρισε τήν στιγμή τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ.

            Ἡ ἀπόρριψη τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς ὁμοεθνεῖς Του σημαίνει ὅτι ἡ ἐπίγεια πατρίδα τῶν Ἰουδαίων βαδίζει ἀκάθεκτα πρός τήν καταστροφή της, ἐπειδή δέν ἐπλήρωσε ἐκεῖνο πού περίμενε ὁ Θεός ἀπ’        αὐτή. Ἡ νέα καταστροφή θά σημαίνει γιά ὅλους ὅτι ὁ Θεός ἀποσύρει ἀπ’ αὐτή τήν ἀποστολή μέ τήν ὁποία ἦταν ὡς τότε ἐπιφορτισμένη μέσα στό σχέδιο τῆς σωτηρίας (Μάρκου ιγ΄ 14-19· Λουκᾶ ιθ΄ 43 καί ἑξῆς· κα΄ 20-23).

            Ὁ νέος λαός τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας, πού ἀποτελεῖται ἀπό τούς πιστούς μαθητές τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν καταργεῖ τό ρίζωμα τῶν ἀνθρώπων σέ μιά ἐπίγεια πατρίδα, ὅπως τό ἐπιχειροῦν ὁρισμένες σύγχρονες ἰδεολογίες. Ἡ φιλοπατρία θά παραμένει πάντα γι’ αὐτό τόν νέο λαό ἕνα καθῆκον, προέκταση τῆς οἰκογενειακῆς ἀγάπης. Ἔτσι οἱ ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς Χριστιανοί παραμένουν πιστοί ὅπως καί ὁ Χριστός στήν πατρίδα τοῦ Ἰσραήλ. Σ’ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο ὁ ἀπόστολος Παῦλος διεκδικεῖ τά δικαιώματα τῆς ρωμαϊκῆς ὑπηκοότητας, πού ἔχει ἐκ γενετῆς (Πράξεων κβ΄ 27 ἕξ.). Ἀλλά ἡ πατρίδα τοῦ Ἰσραήλ ἔχει χάσει πιά τήν ἱερή σημασία της καί τώρα ἡ ἔννοια τῆς πατρίδος μεταφέρεται σέ μιά πιό ὑψηλή πραγματικότητα.

            Γιά τούς Χριστιανούς ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν τά τέκνα αὐτῆς (Πρός Γαλάτες γ΄ 26), ὅπως οἱ Ἰσραηλίτες ἦταν τέκνα τῆς ἐπίγειας Ἱερουσαλήμ. Σ’ αὐτή τήν πατρίδα εἶναι πολιτογραφημένοι (Πρός Φιλιππησίους γ΄ 20). Μ’ αὐτό τόν τρόπο ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά συμμετάσχουν στήν ἐμπειρία τῆς νέας πατρίδος τους. Στό παρελθόν οἱ εἰδωλολάτρες ἦταν ἀποξενωμένοι ἀπό τήν ἰθαγένεια τοῦ Ἰσραήλ (Πρός Ἐφεσίους β΄ 12).

            Στήν Ἐκκλησία πρώην εἰδωλολάτρες καί πρώην Ἰουδαῖοι μοιράζονται τήν τιμή νά εἶναι συμπολίτες τῶν ἁγίων «οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Πρός Ἐφεσίους β΄ 19).

Ἔτσι ἡ ἀληθινή πατρίδα εἶναι ὁ οὐρανός.

             

25 Ἰανουαρίου 2025

Συγκατάβασις θεϊκὴ

«Συγκατάβασις θεϊκὴ»

 

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ δευτέρου τῆς Παναγίας Τριάδος προσώπου, αὐτὴ εἶναι ἡ συγκατάβαση. Θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι ἀφ᾽ ἧς στιγμῆς, πρὸ χρόνων αἰωνίων, λαμβάνεται ἡ ἀπόφαση τῆς ἐνανθρωπήσεως αὐτῆς, ἀπὸ τότε ἀρχίζει ἡ συγκατάβαση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ᾿Απὸ τὴν ὥρα ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται τὸ μέγα μήνυμα ἀπὸ τὸν ᾿Αρχάγγελο τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν Παρθένο Μαρία, καὶ τῆς ἀγγέλεται ρητῶς ὅτι «συλλήψει ἐν γαστρὶ καὶ τέξει υἱόν» (Λουκ. α΄ 31), ἀπὸ τότε ἀρχίζει οὐσιαστικῶς ἡ συγκατάβαση. Καὶ τὸ μέγα καὶ θεῖο γεγονὸς ποὺ ἑορτάζουμε κατὰ τὴν μεγάλη ἡμέρα τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς συγκαταβάσεως.

Συγκατάβαση εἶναι τὸ νὰ καταδεχθεῖ ὁ μέγας νὰ γίνει μικρός. Ὁ πλούσιος πτωχός. Ὁ ἐπίσημος ἄσημος. Ὁ τιμώμενος καὶ ὑμνούμενος καὶ δοξαζόμενος θεληματικῶς νὰ καταλήξει περιφρονούμενος καὶ βλασφημούμενος καὶ ἀτιμαζόμενος. Ὁ πανίσχυρος καὶ ἔνδοξος βασιλεὺς ἑκουσίως νὰ βρεθεῖ στοὺς δρόμους παραπεταμένος, χωρὶς ἐξουσία, χωρὶς πορφύρα βασιλική, χωρὶς αἴγλη καὶ δόξα ἡγεμονική, χωρὶς ὑπηκόους, χωρὶς στρατούς, χωρὶς βασιλικὴ ἐμφάνιση καὶ εὐπρέπεια. Χωρὶς τὰ σύμβολα τῆς βασιλικῆς μεγαλειότητός του. Νὰ βρεθεῖ πτωχὸς καὶ γυμνὸς καὶ ἔρημος, ὁ βασιλεύς. Γεμᾶτος χλεύη καὶ ὀνειδισμούς. Μὲ κατάρες καὶ ἀναθέματα καὶ ἀπειλές, μὲ ἐμπτυσμοὺς καὶ ραπίσματα καὶ σταυροὺς καὶ θανάτους. Ὁ καλός, ὁ ἀγαθός, ὁ δίκαιος, ὁ προστάτης καὶ ὁ ὑπερασπιστὴς τοῦ λαοῦ του. Καὶ ὅπως εἴπαμε, ὄχι βιαζόμενος, ἀλλ᾽ ἑκουσίως νὰ ρίχνει τόσο κάτω τὸν ἑαυτόν του, μόνος του, θεληματικῶς ὑποβάλλοντας τὸν ἑαυτόν του στὴν ἄκρα ταπείνωση, στὴν ἐσχάτη πτωχεία, σέ ἀπερίγραπτη στέρηση. Μόνος του καὶ πρὸς ἕνα μέγα, μέγιστο, ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο σκοπό. Νὰ σώσει. Νὰ σώσει ἄλλους ἀπὸ τὴν πτωχεία καὶ τὴν στέρηση. Νὰ τοὺς σώσει ἀπὸ τὴν κατάρα καὶ τὸν ὀνειδισμό. ᾿Απὸ τὴν καταδίκη. ᾿Απὸ τὸν θάνατο τὸν οἰκτρό. Γιὰ νὰ σώσει τοὺς δούλους του, νὰ σώσει τοὺς ὑπηκόους του, αὐτοὺς τοὺς ἐχθρούς του, αὐτοὺς νὰ σώσει, τοὺς ἐχθρούς του νὰ ἀνυψώσει. Γιὰ τὸν λόγο τοῦτο γίνεται ὁ μέγας μικρός. Καὶ ὁ πλούσιος πτωχὸς καὶ ἔρημος καὶ γυμνός. Καὶ ὁ ἔνδοξος, ὁ πανένδοξος ἄσημος καὶ ἄδοξος καὶ περιφρονημένος. Καὶ φθάνει ἀπὸ τὸ σπήλαιο καὶ τὴν φάτνη ὥς τὸν σταυρὸ καὶ τὸν θάνατο. ᾿Απὸ τὰ σπάργανα ὡς τὸν ἀκάνθινο στέφανο. ᾿Απὸ τὸ ψῦχος τοῦ σπηλαίου στὴν παγερότητα τοῦ τάφου. Αὐτὸ εἶναι συγκατάβαση. Ὅλη αὐτὴ ἡ μεγάλη καὶ μακρὰ καὶ ὀδυνηρὰ χειρονομία καὶ προσφορά του στὸν ἄνθρωπο, αὐτὴ εἶναι ἡ συγκατάβασή του.

Συγκατάβαση, μόνο γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ γίνεται ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπον, μόνο γι᾽ αὐτὸν δύναται νὰ λογισθεῖ καὶ νὰ λεχθεῖ. Σέ ἄνθρωπο πῶς νὰ λογισθεῖ συγκατάβαση; Ὅσο ὑψηλὰ καὶ ἂν στέκει ὁ ἄνθρωπος καὶ ὅσο χαμηλὰ καὶ ἂν καταβεῖ, καὶ βασιλιᾶς  πανίσχυρος καὶ ἔνδοξος ἂν εἶναι καὶ γίνει δοῦλος, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς ὑπηκόους του, οὐσιαστικῶς δὲν συγκαταβαίνει. Δείχνει ἐπιείκεια, δείχνει στοργὴ καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ δὲν συγκαταβαίνει. Γιατί; Διότι ἄνθρωπος εἶναι καὶ αὐτός, ὅπως καὶ οἱ ὑπήκοοί του. Θνητὸς καὶ γυμνὸς καὶ ἀσθενὴς ὅπως καὶ ὅλοι οἱ συνάνθρωποί του. Καὶ δοῦλος ἂν γίνει, δὲν συγκαταβαίνει, διότι δοῦλος εἶναι καὶ αὐτός, τῆς αὐτῆς φύσεως καὶ οὐσίας, μὲ τοὺς ὑπηκόους του, σύνδουλος τους. Ἡ συγκατάβαση, λοιπόν, μόνο στὸν Θεὸ βλέπεται καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ πραγματοποιεῖται. Συγκατάβαση, ὄχι ἁπλῶς νοητή, ἀλλὰ συγκατάβαση πραγματική, ἀσυλλήπτου βάθους καὶ ἐκτάσεως καὶ ἀξίας. Δὲν τὴν χωρεῖ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς τὴν συγκατάβαση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὸ μυστήριο τοῦτο, τὸ ὁποῖο ἁπλῶς λέγει πῶς ὁ ἄπειρος καὶ ἄναρχος Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος σαρκούμενος ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ γεννώμενος «ἐν τῷ Σπηλαίῳ», γιὰ νὰ σώσει τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, τὸ μυστήριον τοῦτο εἶναι ἀσύλληπτο καὶ ἀκατανόητο. Ποτὲ δὲν θὰ τὸ συλλάβει ὁ ἀνθρώπινος νοῦς τὸ μυστήριο τοῦτο. «Κεκρυμμένον μυστήριον καὶ ἀγγέλοις ἀγνώριστον», «τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Κολοσ. α΄ 26). Εἶναι μυστήριο συγκαταβάσεως. Εἶναι συγκατάβαση συγκινητικὴ καὶ διδακτική. Καὶ ἡ γέννηση ἡ ἐμφανὴς συγκατάβαση, ἡ πρώτη βαθμίδα, ἡ ἀφετηρία τῆς συγκαταβάσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Λοιπόν, «Δεῦτε, πιστοί, ἐπαρθῶμεν ἐνθέως καὶ κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκὴν ἄνωθεν ἐν Βηθλεὲμ πρὸς ἡμᾶς ἐμφανῶς». Συγκατάβαση θεϊκή. Καὶ συγκατάβασις πρὸς ἐμᾶς. Ὁ Θεὸς «ἐπτώχευσε πλούσιος ὦν» καὶ γίνεται ἄνθρωπος, ὁ Δεσπότης δοῦλος, ὁ Κύριος διάκονος καὶ ὑπηρέτης, ὁ ᾿Αθάνατος θνητός, ὁ Βασιλεὺς τῶν ᾿Αγγέλων δοῦλος τῶν ἀνθρώπων, «ἵνα ἡμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσωμεν» (Β΄ Κορινϑ. η΄ 9).

9 Ἰανουαρίου 2025

«ἰδοὺ ἐγώ, πάρειμι»

«ἰδοὺ ἐγώ, πάρειμι»

Τὸ ὄρος Σινᾶ καὶ ὁ ποταμὸς ᾿Ιορδάνης. Οἱ δύο μεγάλοι καὶ ἱστορικοὶ σταθμοὶ τῆς θείας ᾿Αποκαλύψεως. Στὸ Σινᾶ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Ἑνός, τοῦ Μόνου, τοῦ ᾿Αληθινοῦ Θεοῦ. Στὸν Ἰορδάνην «ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις». Στὸ Σινᾶ ἐν μέσῳ ἀστραπῶν καὶ βροντῶν καὶ γνόφου καὶ θυέλλης-σύμβολα τῆς θείας παντοδυναμίας-ἀκούεται ἡ φωνὴ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ: «Ἄκουε, ᾿Ισραήλ· Κύριος ὁ Θεός σου εἷς ἐστί».- Καὶ «Ἐγώ εἶμι Κύριος ὁ Θεός σου» (Ἐξόδου κ΄ 2). Κτυπᾶται ἡ πλάνη καὶ διαλύεται ἡ πολυθεΐα, γιά νά ἀναστηλωθεῖ στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων ἡ ἀληθινὴ θεογνωσία, ἡ πίστη στὸν Ἕνα, τὸν Μόνον, τὸν ἀληθινὸν Θεόν. Στὸν ᾿Ιορδάνη διακηρύσσεται ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἐν τῷ Σινᾷ ἀποκαλυφθέντα Θεόν, ἡ τελεία, ἡ πλήρης ἀλήθεια καὶ γνώση τοῦ Ἑνὸς μὲν ὡς πρὸς τὴν οὐσία καὶ θεότητα, Τριαδικοῦ ὅμως ὡς πρὸς τίς ὑποστάσεις καὶ τὰ πρόσωπα ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός, βροντοφωνεῖ τὸ Σινᾶ. Τριαδικὸς εἶναι ὁ «εἷς Θεός, Τριὰς ὁμοούσιος καὶ ἀδιαίρετος, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα», διακηρύττει ὁ ᾿Ιορδάνης. Πιστεύετε στὸν ἕνα Θεόν, λέγει σ’ ὅλους μας τὸ Σινᾶ. Προσκυνεῖτε Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον, διακελεύεται πρὸς ὅλους μας ὁ ᾿Ιορδάνης.

Δύο ἀποκαλύψεις πρὸς φωτισμὸ καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ᾿Αλλ᾽ οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ δευτέρα θὰ ἐλάμβανε χώρα, ἂν ὁ ἄνθρωπος κρατοῦσε καλά, ἀπρόσβλητον καὶ ἀμείωτον, τὸ «κατ᾽ εἰκόνα» καὶ προχωροῦσε σταθερὰ στὸ «καθ᾽ ὁμοίωσιν». Διότι θεόπλαστος ὁ ἄνθρωπος, θεοειδῆ εἶχε καὶ τὴν ψυχήν του ἄκακη, ἁγνή, καθαρή ἀπὸ ἁμαρτωλοὺς ρύπους, μὲ θετικὴ φορὰ πρὸς τὸν ἅγιον Θεὸν καὶ Πατέρα, τὸν πάνσοφον Πλάστην, τὸν πανάγαθον Δημιουργόν του. Αὐτὸ ἦταν τὸ φυσικό. Ἀλλ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔμεινε στὴν φυσική του κατάσταση ἀθῶος, ἄκακος, φυσιολογικός, ὅπως τὸν ἔπλασε ὁ ἀγαθὸς Θεός. Ὁ ἄνθρωπος ἀντί, ὅπως τό φυσικό, νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν Θεόν, στράφηκε πρὸς τὸν πονηρόν· τὸν πονηρόν πρόσεξε, τὸν πονηρὸν ἄκουσε, στὸν πονηρόν ἐμπιστεύθηκε τὸν ἑαυτό του. Καὶ ἔπεσε. Ἁμάρτησε καὶ ἔπεσε. Σκοτίσθηκε ψυχικῶς, γιὰ νὰ μὴ βλέπει «καθώς ἐστι» τὴν ἀλήθεια, νὰ μὴ τὴν ἀποδέχεται, νὰ μὴ τὴν πιστεύει. Ἐλάτρευσε τότε «τὴν κτίσιν παρά τὸν κτίσαντα». Προσκύνησε ψευδεῖς θεούς. Ἔτσι ἔχασε τὸν Θεόν του, ἀπεμακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα του. Νὰ τὸν ἐπανεύρει µόνος του ἀδύνατον. Μόνος του ὁ ἄνθρωπος ἀδύνατον νὰ τὸ ἐπιτύχει. Παρὰ τὸν πόθο ποὺ εἶχε, δὲν τὸν εὕρισκε τὸν Θεόν. Χρειαζόνταν ὁ Θεὸς νὰ βρεῖ τὸν ἀνθρωπον· νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ, νὰ αὐτοφανερωθεῖ. Νά πεῖ ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπον· «ἰδοὺ ἐγώ, πάρειμι». Ἔπρεπε ὁ Θεὸς ὁ ἐπουράνιος νὰ γίνει ἐπίγειος ἄνθρωπος· νὰ συγκαταβεῖ, νὰ γίνει ὅμοιος μὲ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ ζήσει µαζί τους, νὰ συμµερισθεῖ τοὺς πόνους καὶ τοὺς κόπους τους, νὰ λαλήσει στήν ψυχή τους, νὰ λαλήσει στὴν καρδία τους, νὰ τοὺς ὑψώσει πρὸς τὸν Πατέρα καὶ νὰ τοὺς φανερώσει «τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλεν Ἰησοῦν Χριστόν», νὰ κάνει τὴν πλήρη καὶ τελεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἀποκάλυψη, γιὰ νὰ παύσει ἡ πλάνη τοῦ πονηροῦ καὶ ἐπικρατήσει τοῦ Θεοῦ ἡ ἀλήθεια.

Καὶ αὐτὸ ἔγινε μέ τίς δύο ἀποκαλύψεις. Ἡ πρώτη στὸ Σινᾶ, ἡ δευτέρα στὸν Ἰορδάνην. Ἡ πρώτη δι’ ἀνθρώπου, τοῦ προφήτου Μωϋσέως. Ἡ δευτέρα διὰ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεανθρώπου Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἡ πρώτη ἀτελής, τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἀποκαλύψεως. Ἡ δευτέρα πλήρης καὶ τελεία. Ἡ πρώτη εἶναι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἡ ἀποκάλυψις. Ἡ δευτέρα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Κατὰ τὴν πρώτη ἀκούει ἡ ἀνθρωπότητα, ὅτι «ὁ Θεὸς εἷς ἐστι». Κατὰ τὴν δευτέρα βλέπει στὸν ᾿Ιορδάνη πλῆρες τῆς ἀληθείας τὸ φῶς, καὶ προσκυνεῖ τὸν Υἱὸν βαπτιζόµενον, τὸν Πατέρα μαρτυροῦντα τὴν υἱότητα τοῦ Σωτῆρος, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον βεβαιοῦν τὴν θεότητα τοῦ βαπτιζομένου. ᾽Αποδεχόμενος ὁ ἄνθρωπος τὴν πρώτην ἀποκάλυψιν γίνεται ᾿Ισραηλίτης. Ἐγκολπούμενος τὴν δευτέρα γίνεται Χριστιανός, καὶ ἀγωνιζόμενος τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἀναδεικνύεται Χριστιανὸς «τέλειος καὶ ὁλόκληρος, ἐν μηδενὶ λειπόµενος», σέ πίστη καὶ εὐσέβεια καὶ ἀρετή, μέτοχος τῆς σωτηρίας, ἄξιος τῆς θείας, τῆς αἰωνίου βασιλείας «ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ἰωάν. α΄ 17).

Εἶναι μεγίστη, ἀνεκτίμητος δωρεὰ τοῦ Θεοῦ ἡ ἀληθινή, ἡ Ὀρθόδοξος Πίστη.  Μέγα ἀσύγκριτο προνόµιο νὰ εἴμαστε Ὀρθόδοξοι καὶ ζωντανὰ µελη τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας. Ἄς κρατήσουμε τὴν πίστη αὐτή, γιὰ νὰ κρατήσουμε καὶ τὴν σωτηρία. Μὲ τὴν βάπτιση τοῦ Κυρίου καὶ τὴν διακήρυξη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς στὸν Ἰορδάνη «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν».

9 Ἰανουαρίου 2025

Ὁ διακρατῶν καί διακυβερνῶν

Ὁ διακρατῶν καί διακυβερνῶν

Ὁ καιρούς καί χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος Κύριος τοῦ σύμπαντος κόσμου διακρατῶν καί διακυβερνῶν αὐτόν μέ τήν σοφία Του, τήν ἀγαθότητά Του, τήν παντοδυναμία Του καί τήν δικαιοσύνη Του μᾶς ἀξιώνει νά εἰσέλθουμε στό νέο ἔτος 2025.

Μέ εὐγνωμοσύνη καί δοξολογία Τόν εὐχαριστοῦμε καί γι’ αὐτή τήν δωρεά Του καί Τόν παρακαλοῦμε νά εὐλογήσει τό νέο ἔτος τῆς χρηστότητός Του νά εἶναι εἰρηνικό καί σωτήριο, νά μᾶς ἀξιώσει νά ζήσουμε μέ εὐσέβεια καί σεμνότητα κατά τό ἅγιο θέλημά Του καί νά ἐπιδείξουμε βίο ἄμεμπτο καί ἐνάρετο τηρώντας τίς ἐντολές καί τά προστάγματά Του.

Ὀφείλουμε νά ἐπισημάνουμε ὅτι γιά νά προφυλαχθοῦμε ἀπό τά ἀπατηλά, τά πρόσκαιρα καί φθαρτά τοῦ παρόντος κόσμου μέ τά ὁποῖα ὁ πονηρός μᾶς δελεάζει καί μᾶς ἐξαπατᾶ, ὅτι αὐτά μᾶς χαρίζουν τήν εὐτυχία καί εὐημερία ἡ Γραφή μᾶς ἐπισημαίνει ὅτι ὁ «κόσμος παρέρχεται καί ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ».

Ὁ λόγος αὐτός ἀναφέρεται στό ἐφήμερο τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου. Ὁ «πειράζων» μᾶς προσφέρει κάποιο δόλωμα, κάποιο θεαματικό ἀντικείμενο, πού θέλγει ἑλκύει τό σωματικό μάτι ἤ τήν διάνοια καί σπεύδουμε νά τό πιάσουμε, ἀλλά καθώς εἴμαστε ἕτοιμοι νά τό ἁρπάξουμε ἐκεῖνο φεύγει. Ὁ «πειράζων» ἀκόμη μᾶς κολακεύει ἐξαπατώντας μας, ὅτι εἴμαστε τάχα σπουδαῖοι καί αὐτός μᾶς προσφέρει τά πάντα.

Σήμερα ὅμως πρέπει νά βεβαιωθοῦμε ὅτι ἡ δόξα, τά ὑλικά ἀγαθά, οἱ τιμές καί οἱ ἡδονές εἶναι παροδικά καί ἐφήμερα, πιό ἐφήμερα καί ἀπό τά ἴδια τά πράγματα. Μόνο ὁ Κύριός μας μένει σταθερός καί ἀμετάβλητος, ἡ πρόνοιά Του, ἡ ἀγάπη Του, ἡ μακροθυμία Του.

Αὐτός εἶναι ὁ ἀσάλευτος λίθος τό θεμέλιο τῆς ζωῆς μας στό ὁποῖο οἰκοδομοῦμε καί στηρίζουμε τήν ζωή μας : «Πρὸς ὃν προσερχόμενοι, λίθον ζῶντα, ὑπὸ ἀνθρώπων μὲν ἀποδεδοκιμασμένον, παρὰ δὲ Θεῷ ἐκλεκτόν, ἔντιμον, καὶ αὐτοὶ ὡς λίθοι ζῶντες οἰκοδομεῖσθε οἶκος πνευματικός, ἱεράτευμα ἅγιον, ἀνενέγκαι πνευματικὰς θυσίας εὐπροσδέκτους τῷ Θεῷ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» .

Ὅταν ὁ Κύριος διευκρίνησε στούς ἔκπληκτους μαθητές Του πού εἶδαν τούς ἀνθρώπους νά γυρίζουν τήν πλάτη τους στό θεῖο Διδάσκαλο ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά Τόν ἀκούσουν ὅτι μποροῦσαν νά ἀπομακρυνθοῦν κι αὐτοί ἄν ἤθελαν, ἐκεῖνοι μέ ἐμπιστοσύνη ὁμολόγησαν : «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις· καὶ ἡμεῖς πεπιστεύκαμεν καὶ ἐγνώκαμεν ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» .

Ὅσοι καί ὅποιοι κι ἄν εἶναι αὐτοί πού καί σήμερα γυρίζουν τήν πλάτη τους στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ἐπειδή ἀδυνατοῦν νά ἐννοήσουν τήν διδασκαλία Του, οἱ πιστοί ὀφείλουμε  νά μένουμε σταθεροί, ἑδραῖοι καί ἀμετακίνητοι «ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν Χριστόν» .

Ἄν παρατηρήσουμε τόν κόσμο καί τά ἐν τῷ κόσμῳ θά διαπιστώσουμε, ὅτι παρά τήν ἐργώδη προσπάθεια τῆς ἀνθρωπότητος γιά πρόοδο καί ἀνάπτυξη ἡ κοινωνία μας ἀντί νά εὐημερεῖ εἶναι μία κοινωνία δυστυχίας καί ἴσως γίνει ἀκόμη πιό δυστυχισμένη. Ἴσως νά μήν ἔχουμε φθάσει στήν σκοτεινότερη ὥρα.

Τά δάκρυα τῶν ἀδικουμένων καί καταπιεζομένων, τῶν μικρῶν παιδιῶν, τῶν τρομαγμένων προσφύγων, τῶν ὑποφερόντων ἀπό τό ἄπληστο ἐμπόριο καί τούς μεθυσμένους ἀπό ἐξουσία τυράννους τῆς γῆς σχηματίζουν τό ποτάμι τῆς ὀδύνης.

Ἡ αἰτία γιά τό ὅτι ὁ κόσμος μετεβλήθη σέ «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος»  εἶναι προφανής κατά τήν Ἁγία Γραφή ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι διάλεξαν νά ὑπηρετοῦν τήν ἁμαρτία καί τό Ἐγώ. Ἐπειδή ἔστρεψαν τά νῶτα πρός τόν Θεό γιά τόν Ὁποῖο δημιουργήθηκαν καί ὁ καθένας τράβηξε τό δικό του δρόμο. Γι’ αὐτό κληρονομοῦν τώρα τά δάκρυα, τόν πόνο, τά ἀγκάθια τοῦ θανάτου. Ζοῦν ἐγκλωβισμένοι σέ ποικίλα ἀδιέξοδα. Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ὑποφέρουν πολλοί ἀθῶοι ἐξ αἰτίας ἄλλων .

Ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε τόν Κύριό Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτός μᾶς ὁδηγεῖ. Αὐτόν ἀκολουθοῦμε. Αὐτός εἶναι ἡ σωτηρία μας. Ἡ Γραφή ἐπισημαίνει «Μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» .

Ὁ Θεός ὅμως ἦλθε μέ τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του νά μᾶς σπογγίσει τά δάκρυά μας καί νά μᾶς δώσει ζωή «Ἦλθον ἵνα ζωήν ἔχωσι καί περισσόν ἔχωσιν»  καί ἐλπίδα, ὅπως βεβαιώνει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης :

«Ὅτι τὸ ἀρνίον τὸ ἀνὰ μέσον τοῦ θρόνου ποιμανεῖ αὐτούς καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν»

Σήμερα προσευχόμαστε ἰδιαιτέρως καί θερμῶς παρακαλώντας ὁ Ἐλεήμων καί Φιλάνθρωπος Θεός νά ἐξαλείψει τά δάκρυα ἀπό τά μάτια τῶν στεναζόντων, τῶν πενθούντων, τῶν καμνόντων, νά τούς χαρίσει ζωή καί ὅλα τά ἀγαθά Του εἰρήνη, ἐπάρκεια καί ἀφθονία ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀσφάλεια καί εὐημερία. 

26 Δεκεμβρίου 2024

«ἔτεκεν Θεόν ἐνανθρωπήσαντα»

«ἔτεκεν Θεόν ἐνανθρωπήσαντα»

Τὸ μέγα γεγονὸς καὶ ὕψιστον θαῦμα τῆς θείας δυνάμεως καὶ ἀγαθότητος καὶ σοφίας διακηρύττει ὁ ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης : «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. α΄ 14). Καὶ τοῦτο τὸ ὕψιστον θαῦμα καὶ γεγονὸς ἑορτάζομεν οἱ πιστοὶ κατὰ τὴν πανέορτον καὶ κοσμοχαρμόσυνον τῶν Χριστουγέννων ἡμέραν. Ὁ Λόγος, τὸ δεύτερον πρόσωπον τῆς Θεότητος, τῆς Παναγίας Τριάδος ὁ Εἷς, ὁ συμπαρεδρεύων τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, αὐτὸς ὁ Θεός-Λόγος ἔγινε σάρξ. Χωρὶς νὰ ἀποβάλει καὶ τὸ ἐλάχιστον μέρος τῆς θείας του φύσεως καὶ χάριτος καὶ ἐξουσίας καὶ χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψει οὐδ᾽ ἐπὶ στιγμὴν τὸν Οὐρανὸν καὶ τὸν θρόνον τῆς θεότητός του, συγκατέβει μέχρις ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, «ἄνθρωπος γενόμενος διὰ φιλανθρωπίαν». Ἐνηνθρώπησεν ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου καὶ ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος, ὅπως ἦταν καὶ τέλειος Θεός, καὶ γεμᾶτος χάριν καὶ ἀλήθειαν, λέγει ὁ ᾿Απόστολός του, «κατῴκησε μαζί μας», ὡσὰν ἕνας ὅμοιός μας καὶ ἐμεῖς οἱ μαθητές του, μολονότι βλέπαμε καθημερινῶς ἄνθρωπον νὰ μᾶς συναναστρέφεται καὶ νὰ μᾶς ὁμιλεῖ, ἐν τούτοις εἴδαμε μὲ τὰ μάτια μας καὶ τὰ μεγαλεῖα τῆς θεότητός του, τὴν δύναμιν καὶ ἐξουσίαν του, τὴν δόξαν καὶ ὑπεροχήν του, ποὺ ἔδειχναν καθαρὰ πὼς αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός.

Στό δεύτερον τροπάριον τῶν Αἴνων τῶν Χριστουγέννων, ἀνυμνεῖται τὸ μέγα τῆς σωτηρίας γεγονός. «Ὁ Πατὴρ ηὐδόκησεν, ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο· καὶ ἡ Παρθένος ἔτεκε Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα. ᾿Αστὴρ μηνύει: Μάγοι προσκυνοῦσι· Ποιμένες θαυμάζουσι· καὶ ἡ κτίσις ἀγάλλεται». Ὁ Θεός-Λόγος, ὁ Κύριός μας, ἔγινεν ἄνθρωπος καί, Θεὸς ὦν, ἐγεννήθη ὡς ἄνθρωπος ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου, γιὰ νὰ σώσει τὸν πεσόντα στὴν ἄβυσσον τῆς ἀπωλείας ἄνθρωπον. ᾿Αλλὰ τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ προαιώνιος βουλὴ καὶ εὐδοκία τοῦ Πατρός. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶδε κυλιόμενον καὶ πνιγόμενον στὰ πάθη καὶ τὴν ἐνοχήν του τὸν ἄνθρωπον, ὁ Πατὴρ τὸν εὐσπλαγχνίσθηκε τὸν ἁμαρτωλόν, ὁ Πατὴρ ἐπόνεσε τὸν παραβάτην καὶ ἔνοχον καὶ ὁ Πατὴρ στήν ἄπειρή του φιλανθρωπία καὶ ἀγάπη ἀπεφάσισε νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπον καὶ «ὁ Πατὴρ ἀπέσταλκε τὸν υἱὸν σωτῆρα τοῦ κόσμου»! Ὁ Υἱὸς πάλιν ἔκαμε τὴν συγκατάβασιν αὐτήν, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὸ θέλημα καὶ τὴν εὐδοκίαν τοῦ Πατρός του. Καὶ  «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Καὶ ὁ Θεός-Λόγος γεννᾶται ὡς ἄνθρωπος μέσα στὸ Σπήλαιον καὶ ὡς ὁ πάμπτωχος τῶν ἀνθρώπων ἀνακλίνεται στὴν φάτνην. Ὅμως παρὰ τὴν πτωχείαν τῆς συγκαταβάσεώς του, κινοῦνται ἅγιοι Ἄγγελοι καὶ εὐλαβεῖς ἄνθρωποι, ᾿Αστὴρ καὶ Μάγοι καὶ Ποιμένες γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὴν εὐδοκίαν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ τὴν συγκατάβασιν.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Τὸ εἴπαμε θαῦμα καὶ ἀνερμήνευτον μυστήριον. Τὸ μέγα καὶ μοναδικὸν θαῦμα τῆς θείας ἀγαθότητος καὶ δυνάμεως καὶ σοφίας θαῦμα. Τὸ νὰ γίνει ὁ Θεὸς ἄνθρωπος, δηλαδὴ νὰ γίνει ὁ ἄπειρος πεπερασμένος, ὁ παντοδύναμος ἀδύνατος, ὁ πλούσιος πτωχός, ὁ παντέλειος Θεὸς ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδενός, ἄνθρωπος ποὺ ἔχει τοῦ κόσμου τίς ἀνάγκες καὶ χρειάζεται καὶ νὰ τρώγει καὶ νὰ πίνει γιὰ νὰ συντηρεῖται, νὰ κοιμᾶται γιὰ νὰ ἀναπαύεται, εἶναι μυστήριον καὶ θαῦμα. Καὶ νὰ εἶναι ὁ ἴδιος συγχρόνως καὶ τὴν ἴδιαν ὥραν καὶ στιγμὴν καὶ στὸν Οὐρανὸν καὶ στὴν γῆν, καὶ περιωρισμένος στὸ Σπήλαιον καὶ τὴν Φάτνην, ἀλλὰ καὶ πανταχοῦ παρών, καὶ πτωχὸς καὶ πλούσιος, καὶ ἀδύνατον νήπιον καὶ παντοδύναμος Κύριος, καὶ πάνσοφος καὶ παντογνώστης, τοῦτο τὸ µυστήριον τό ἀκατάληπτον, τοῦτο τὸ θαῦμα τὸ ἀνεξερεύνητον εἶναι ἔργον τῆς θείας ἀγαθότητος καὶ δυνάµεως καὶ σοφίας. Ἐχρειάζετο ἡ θεία ἀγαθότης καὶ εὐσπλαγχνία, ἡ θεία δύναμις καὶ χάρις, ἡ θεία γνῶσις καὶ σοφία γιὰ νά τὸ δηµιουργήσει τοῦτο τὸ θαῦμα. Νὰ βρεῖ αὐτὸν τὸν συνδυασμὸν καὶ μέ τόν τρόπο αὐτό νὰ συνδυάσει τὰ πράγματα καὶ νὰ κάμει τὸν Θεὸν ἄνθρωπον, ἕνα Θεανδρικὸν πρόσωπον, αἶρον τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. Νὰ ἐξαποστείλει τὸν Θεὸν στὴν γῆν. Νὰ παρουσιάσει τὸν Θεὸν ἀπὸ τὴν Φάτνην, νὰ τὸν παρουσιάσει φτωχὸν καὶ γυμνὸν καὶ ἔρημον, ἀλλὰ καὶ ὑμνούμενον καὶ δοξαζόµενον ὑπὸ οὐρανίου στρατιᾶς ᾽Αγγέλων καὶ ᾽Αρχαγγέλων. Πράγματι «ὁ Πατὴρ ηὐδόκησεν, ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καὶ ἡ Παρθένος ἔτεκε Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα».

Ἑορτή παμμεγίστη καί πανήγυρις. Ἑορτὴ καὶ πανήγυρις τῆς θείας εὐδοκίας καὶ τῆς θείας συγκαταβάσεως καὶ τῆς θείας σωτηρίας, ἀφοῦ τὴν σωτηρίαν καὶ λύτρωσιν μᾶς ἐπρόσφερεν ἡ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἡ συγκατάβασις. Δόξα ἐγκάρδιος καὶ προσκύνησις καὶ λατρεία στὸν Πανάγαθον καὶ φιλάνθρωπον Θεόν, «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

13 Δεκεμβρίου 2024

«προσδοκία ἐθνῶν»

«προσδοκία ἐθνῶν»

 

            Ὁδεύουμε πρός τήν ἑορτή τῆς κατά σάρκα γεννήσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρός τήν γενέθλια ἡμέρα τοῦ Λυτρωτοῦ καί Σωτῆρος μας, καί κατευθυνόμαστε νοερῶς πρός τήν Βηθλεέμ γιά νά προσκυνήσουμε τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔπραξαν οἱ Ποιμένες μετά τήν προτροπή τοῦ Ἀγγέλου (Ματθαίου β΄, 13-20).

Ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ, τήν ὁποία μετά ἀπό λίγες μέρες θά ἑορτάσει ὁ Χριστιανικός κόσμος, εἶναι ἀληθῶς ὁ ἄξονας, γύρω ἀπό τόν ὁποῖο στρέφεται ἡ παγκόσµια ἱστορία. Ἔταμε τήν ἱστορία σέ δυό περιόδους τήν πρό Χριστοῦ καί τήν μετά Χριστόν ἐποχή. Τό γεγονός αὐτό ἐξηγεῖ γιατί ὁ Χριστός ἦταν, εἶναι καί θά εἶναι «προσδοκία ἐθνῶν» (Γενέσεως µθ΄, 10) καί γιατί «ἐπί τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσιν» (Ἡσαΐου µβ΄, 4) ἤ θά Τόν ἀναζητοῦν, ἐάν ἤδη δέν Τόν ἔχουν γνωρίσει.

1. Ἡ θεόθεν διδομένη ὑπόσχεση τῆς ἐλεύσεως τοῦ Μεσσία

Ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ σημαίνει πραγματικά πλήρωση μιᾶς πανανθρώπινης καί «παγκοσμίου θεανθρωπικῆς προσδοκίας» Τό Πρωτευαγγέλιο πού δόθηκε στούς Πρωτοπλάστους περί τοῦ Λυτρωτοῦ, «Ὅστις θά συντρίψῃ τήν κεφαλήν τοῦ ὄφεως» (Γενέσεως γ΄, 14-15), μετεδιδόταν ἀπό στόμα σέ στόμα σέ ὅλους τούς λαούς καί ἀνεζωπυρεῖτο τόσο ἀπό τό φῶς τῆς εἰδικῆς ὑπερφυσικῆς θείας ἀποκαλύψεως στήν Παλαιά Διαθήκη, ἡ ὁποία καθοδηγοῦσε τόν Ἰουδαϊκό λαό στήν ὁδό τῆς ἀληθοῦς θεογνωσίας, ὅσο καί ἀπό τό φῶς τοῦ καθολικοῦ «σπερματικοῦ  λόγου», πού εἶναι ἔκφανση τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ ἀσάρκου Λόγου, ὁ Ὁποῖος καί κατά τήν πρό τοῦ Χριστοῦ ἐποχή «ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὁ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» Ἰωάννου α΄, 9. Ἔτσι  ἡ πτώση ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας δέν ἐσήμαινε καί πλήρη πνευματική νέκρωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος δύναται στό φῶς αὐτό νά βλέπει στόν κόσμο τά ἀόρατα τοῦ Θεοῦ, τήν ἀΐδιον αὐτοῦ δύναμη καί θειότητα (Πρός Ρωμαίους α΄, 19-20) καί νά συμμορφώνει τήν ζωή του πρός τίς οὐσιώδεις  διατάξεις τοῦ φυσικοῦ ἠθικοῦ νόμου (Πρός Ρωµαίους β΄, 14-15) καί νά προσδοκᾶ τήν ἔλευση τοῦ Σωτῆρος.

Ὁ ἄνθρωπος κατά τόν Θεόφιλο Ἀντιοχείας διετήρησε τήν δυνατότητα τοῦ «ἀναπλάσσεσθαι εἰς τό γενέσθαι καινόν καί ὁλόκληρον» (Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλυκον βιβλίον Β΄, §26).

2. Οἱ ἐμπνεύσεις τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης

Ὅ,τι ὁραματίσθηκαν μέ τίς ἀπαράμιλλες συλλήψεις τῆς φαντασίας τους οἱ ποιητές τῆς προχριστιανικῆς ἀνθρωπότητος· ὅ,τι περιέγραφαν οἱ μεγάλοι Προφῆτες μέ τίς ὑπέροχες ἐμπνεύσεις τῆς Θεοπνεύστου διάνοίας τους - ὅλα αὐτά ἐμψυχώνονται ἀπό τήν προσδοκία τοῦ Λυτρωτοῦ.

Στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ μητέρα τοῦ Σαμουήλ Ἄννα προσδοκᾶ, ὅτι ὁ Κύριος «ὑψώσει κέρας Χριστοῦ αὐτοῦ» Α΄  Βασιλειῶν β΄, 10. Ὁ Ψαλμωδός ἀναγγέλλει τήν γέννηση τοῦ Σωτῆρος ὡς κυριάρχου τῶν ἐθνῶν Ψαλµοῦ ρθ΄, 3 ἕξ. Ὁ Σολομών ἀναμένει τήν ἔλευση στόν κόσμο τῆς προσωπικῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ Παροιμοιῶν η΄ , 22· θ΄, 6. Ὁ Ἡσαΐας προαναγγέλλει ὅτι ὁ Σωτήρας, ὁ  Ὁποῖος θά «γεννηθῆ ἐκ Παρθένου» Ἡσαΐου ζ ΄, 14), θά εἶναι «φῶς τοῖς ἐν σκότει, φῶς ἐθνῶν» Ἡσαΐου θ΄ ,1 ἑξ: μθ΄, 6 ἑξ. «ὁ ποιμήν» Ἡσαΐου  μ΄, 11. ὁ λυτρωτής ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου Ἡσαΐου κε΄ , 6 ἑξ, ὁ ὁποῖος θά ἐγκαινιάσει χρυσή ἐποχή στή γῆ Ἡσαΐου λε΄ , 6, 11 ἑξ. Ὁ Ἱερεμίας προλέγει τήν «καταφύτευσιν καινήν», τήν ὁποία θά πραγματοποιήσει ὁ Προσδοκώμενος Ἱερεμίου κγ΄ , 5-6· λη΄ , 22. Στό βιβλίο τοῦ Βαρούχ προφητεύεται ἡ ἐνσάρκωση τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ: «ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» Βαρούχ γ΄, 38. Ὁ Ἰεζεκιήλ νοσταλγεῖ τόν αἰώνιο Ποιμένα Ἰεζεκιήλ λδ΄, 23-31· κεφ. λζ΄, 24-25.   Ὁ Δανιήλ προλέγει, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ  Ἀνθρώπου θά  «βασιλεύσει αἰωνίως ἐπί πάντων τῶν λαῶν» Δανιήλ ζ΄, 13-14) Ὁ  Μιχαίας βλέπει τούς λαούς συρρέοντας στήν Ἱερουσαλήµ (Μιχαίου κεφ. δ΄)

Ὁ πιστός χαίρεται καί πανηγυρίζει γιά τίς ἀνερμήνευτες καί μεγαλειώδεις ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, μέ τίς ὁποῖες ἐκδηλώνονται οἱ ἀΐδιες ἰδιότητες Του, ὅπως ἡ μεγαλειότητα Του, ἡ σοφία Του, ἡ παντοδυναμία Του, ἡ δικαιοσύνη Του, ἡ ἀγάπη Του.

Σ’ αὐτές τίς σωτηριώδεις ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀναφέρεται στήν συνέχεια ὁ ὕμνος πού ἐξυμνεῖ τό «μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον». Ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο μέ τό ὁποῖο ὁ Θεός Πατέρας μᾶς λύτρωσε, ὅπως κηρύττει ὁ οὐρανοβάμονας ἀπόστολος Παῦλος : «Καί ὅπως ὁμολογοῦμε, εἶναι μεγάλο τό μυστήριο τῆς πίστεως πού μᾶς ἀποκαλύφθηκε: Ὁ Θεός φανερώθηκε ὡς ἄνθρωπος, τό Πνεῦμα ἀπέδειξε ποιός ἦταν· φανερώθηκε στούς ἀγγέλους, κηρύχθηκε στά ἔθνη, τόν πίστεψε ὁ κόσμος, ἀναλήφθηκε μέ δόξα» (Πρός Τιμόθεον Α΄γ΄16).

 

5 Δεκεμβρίου 2024

«Πορεύου, ὅτι ἐγὼ ἐξαποστελῶ σε»

«Πορεύου, ὅτι ἐγὼ ἐξαποστελῶ σε»

Στούς ἀποστολικούς αὐτούς λόγους τονίζεται ὅτι τό σχέδιο τῆς συμφιλιώσεως καί ἡ πραγματοποίησή του προέρχεται ἀπό τόν Θεό πού μᾶς συμφιλίωσε μαζί Του διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεός εἶναι Αὐτός πού στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ συμφιλίωσε τόν κόσμο μαζί Του, ἀπαλάσσοντας τούς ἀνθρώπους ἀπό τίς συνέπειες τῶν παραπτωμάτων τους. Οἱ νόμοι Του δέν ἀκυρώθηκαν, δέν καταργήθηκαν. Ἀλλά νομοθέτησε νέο νόμο. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος δήλωσε «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι» (Ματθαίου ε΄, 17).

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διευκρινίζει, ὅτι μέ τήν μετάνοια καί τήν πίστη στόν Χριστό δέν καταργοῦνται οἱ ἐντολές, ἀλλά μέ τήν πίστη τίθεται σέ ἰσχύ ἕνας νέος νόμος ἡ ἄφεση πού δίδεται μέ τήν μετάνοια (Πρός Ρωμαίους γ΄, 31)

Ἐξάλλου ὁ Θεός παιδαγωγικῶς στόν καιρό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στούς ἀνθρώπους ἔδωσε διαφόρους νόμους, τέλος ὅμως στήν Καινή Διαθήκη ἔδωσε τό  Εὐαγγέλιο μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό πού ἀνακεφαλαιώνει ὅλους τούς προηγουμένους νόμους. Ὁ Κύριός μας, Αὐτός πού δέν γνώρισε τήν ἁμαρτία, δέν διέπραξε ἁμαρτία, δέχθηκε νά ὑποστεῖ τίς συνέπειες ὡς ἔνοχος γιά ὅλες τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἐμεῖς ἀνταποκρινόμαστε σ’ αὐτή τήν σωτήρια ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ νά ὑπαχθοῦν στόν νόμο τῆς πίστεως μέ τήν μετάνοια.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στούς πιστούς λέγοντας ὅτι μέσα ἀπό τό ἀποστολικό κήρυγμα ὅτι εἶναι σάν νά σᾶς παρακαλεῖ ὁ Θεός. Στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, λοιπόν σᾶς παρακαλοῦμε : Συμφιλιωθεῖτε μέ τόν Θεό. Αὐτόν πού δέν εἶχε γνωρίσει (διαπράξει) ἁμαρτία, Τόν φόρτωσε ὁ Θεός μέ ὅλη τήν ἁμαρτία (δηλαδή τόν κατέστησε ὑπόλογο καί ἔνοχο) γιά χάρη μας, γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς μέσῳ Ἐκείνου νά βροῦμε τήν σωτηρία κοντά στό Θεό.

Ἀπόστολος τοῦ  Ἰησοῦ Χριστοῦ

Σέ κάθε εὐκαιρία καί ἐπιστολή ὁ ἀπόστολος Παῦλος δηλώνει τήν ἀποστολή του, τήν ὑπηρεσία του, τήν διακονία του μεταξύ τῶν Ἐθνῶν, τῶν λαῶν τῆς οἰκουμένης διαχρονικῶς, ὅπως δηλώνει ὁ συγγραφεύς τῶν Πράξεων Ἀπόστολος Λουκᾶς ὅτι : «ατόν τόν διάλεξα γώ γιά νά τόν χρησιμοποιήσω ς ργανο πού θά μέ κάνει γνωστό στά θνη καί στούς ρχοντές τους καί στόν σραηλιτικό λαό. Κι γώ θά το δείξω πόσα θά πρέπει νά πάθει γιά χάρη το νόματός μου» (Πράξεων θ΄, 15-16)

Ἀπό Αὐτόν (δηλαδή τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό) ὑποστηρίζει ὅτι ἔλαβε τήν χάρη καί τήν ἀποστολή νά ὁδηγήσει ὅλα τά Ἔθνη στήν πίστη καί τήν ἀποδοχή τοῦ εὐαγγελίου γιά νά δοξασθεῖ τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Πρός Ρωμαίους α΄, 5)

Τόν Παῦλο, ἄν καί καυχόταν γιά τήν Ἰουδαϊκή καταγωγή του καί ἀνατροφή του, δέν μπορεῖς νά τόν χαρακτηρίσεις Ἰουδαῖο.

Ἄν καί διακρίθηκε γιά τήν ἑλληνική μόρφωσή του καί ἐκπαίδευσή του δέν μπορεῖς νά τόν ἀποκαλέσεις Ἕλληνα.

Ἄν καί ἦταν Ρωμαῖος πολίτης δηλαδή ἀπολάμβανε πολιτική καί κοινωνική ἐλευθερία καί δικαιώματα δέν ἀνήκει στούς Ρωμαίους.

Ὅλα αὐτά χρησίμευαν γιά νά ἀνέβη ψηλότερα ἀνώτερα ἀπό τά ἐφήμερα καί παροδικά ὅσο λαμπερά καί θελκτικά καί ἄν εἶναι.

Ὁ Παῦλος ἀνήκει στήν Ἐκκλησία καί στούς Χριστιανούς. Εἶναι ὁ Παῦλος ὁ Χριστιανός πού καυχήθηκε γιά τήν πίστη του  στόν Ἰησοῦ Χριστό, πού κήρυξε τόν Ἰησοῦ Χριστό σ’ ὁλόκληρη τήν ζωή του, πού καυχήθηκε γιά τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου μας καί γιά τά παθήματα καί τίς ἀσθένειές του,   πού θυσιάσθηκε καί μαρτύρησε γιά τόν Χριστό

Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἔτρεφε ἀπεριόριστο θαυμασμό, τιμή καί ἀγάπη πρός τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Τοῦτο ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος λέγων:

«Ἅπαντας μέν φιλῶ τούς ἁγίους, μάλιστα δέ τόν μακάριον Παῦλον, τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, τήν σάλπιγγα τήν οὐράνιον τόν νυμφαγωγόν τοῦ Χριστοῦ» (Ὁμιλία εἰς τό Ὄφελον ἀνέχεσθαι μου μικρόν τῇ ἀφροσύνῃ, §α΄, Migne PG, τ. 51 σ. 301).

            Ἡ ζωή του ὁλόκληρη συμπυκνοῦται καί συνοψίζεται μέ τόν λόγο του : «᾿Εμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος»  (Πρός Φιλιππησίους α΄, 21)

Καί στό τέλος τῆς διακονίας του πρό τοῦ ἐπικειμένου θανάτου του θά γράψει στόν πολυαγαπημένο μαθητή του ἐπίσκοπο Ἐφέσου Τιμόθεο : «γώ ἦρθε ἡ ὥρα νά χύσω τό αἷμα μου σπονδή στό Θεό, ἔφτασε ὁ καιρός νά φύγω ἀπό τόν κόσμο. Ἀγωνίστηκα τόν ὡραῖο ἀγώνα, ἔτρεξα τό δρόμο ὡς τό τέλος, φύλαξα τήν πίστη. Τώρα πιά μέ περιμένει τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πού μ’ αὐτό θά μέ ἀνταμείψει ὁ Κύριος ἐκείνη τήν ἡμέρα ὁ δίκαιος κριτής. Κι ὄχι μόνο ἐμένα, ἀλλά κι ὅλους ἐκείνους πού περιμένουν μέ ἀγάπη τόν ἐρχομό του» (Πρός Τιμόθεον Β΄, δ΄, 7-8)

14 Νοεμβρίου 2024

τότε νηστεύσουσιν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις

«τότε νηστεύσουσιν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις»

Ἡ Ἐκκλησία μας, ἔχει θεσπίσει τήν περίοδο αὐτή τῶν 40 ἡμερῶν (15 Νοεμβρίου -24 Δεκεμβρίου) μέχρι τά Χριστούγεννα τό -ἱερό σαρανταλείτουργο-, τό ὁποίο μᾶς ἐνισχύει πολύ στόν πνευματικό ἀγῶνα μας, τόν καθένα μας ξεχωριστά στό βαθμό βέβαια κατά τόν ὁποῖο μποροῦμε νά συμμετέχουμε στίς θεῖες λειτουργίες, πού τελοῦνται καθημερινῶς. Στήν προσπάθειά μας παράλληλα τελοῦμε νηστεία.

Νηστεία σημαίνει ἀπέχω ἀπό κάθε φυσική τροφή. Ἡ νηστεία μπορεῖ νά εἶναι προαιρετική ὅπως σέ αὐτή τήν περικοπή (Ματθαίου 6, 16-19) ἤ παρά τή θέλησή μας ὅπως στό Πράξεων 27,3 ἤ στό Β΄ πρός Κορινθίους 11,27). Στήν Καινή Διαθήκη συνδέεται μέ τό πένθος (Ματθαίου 9,14-15) καί τήν προσευχή (Λουκᾶ 2,37 καί Πράξεων 14,23). Σέ αὐτές τίς περικοπές ἡ νηστεία συνόδευε τήν προσευχή σάν ἐπιβεβαίωσή τῆς προσπάθειας κάποιου νά διακρίνει τό θέλημά τοῦ Θεοῦ. Ἡ νηστεία δέν προσφέρει κανένα πλεονέκτημα ὅσον ἀφορᾶ τή σωτηρία, οὔτε προσδίδει στόν Χριστιανό μεγαλύτερη περιωπή μπροστά στόν Θεό. Ὁ Φαρισαῖος τῆς περικοπῆς καυχιόταν ὅτι νήστευε δυό φορές τήν ἑβδομάδα, ὅμως, αὐτή ἡ νηστεία δέν μπόρεσε νά τοῦ ἐξασφαλίσει τή δικαίωση, πού τόσο ἀποζητοῦσε (Λουκᾶ 18,12,14).  Ὅταν ὅμως ἕνας χριστιανός νηστεύει μυστικά καί τό κάνει σάν πνευματική ἄσκηση, ὁ Θεός βλέπει καί ἀνταμείβει. Μπορεῖ νά βοηθήσει κάποιον στή ζωή του, ἀφαιρώντας του τήν νωθρότητα, ὥστε νά μπορεῖ νά προσευχηθεῖ ἀδιαλείπτως. Ἡ δύναμή της εἶναι ἀνεκτίμητη σέ κρίσιμες περιόδους ὅταν ὁ πιστός προσπαθεῖ νά διακρίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί ἔχει μεγάλη ἀξία στήν καλλιέργεια τῆς αὐτοπειθαρχίας. Χάνει ἐντελῶς τήν ἀξία της ὅταν ἐπιβάλλεται ἀπ’ ἔξω ἤ ὅταν ὑποκινεῖται ἀπό λάθος κίνητρα

Μαζί μέ τήν προσευχή καί τήν ἐλεημοσύνη, θεωρεῖται µιά ἀπό τίς πιό οὐσιώσεις πράξεις πού ἐκφράζουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τήν ταπεινοφροσύνη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου.᾿Αφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχή καί σῶμα, δὲ θά χρησίμευε σὲ τίποτα νά φανταστεῖ κανείς µιά θρησκεία καθαρά πνευματική: ἡ ψυχή, γιά νά ἐνεργήσει ὑπεύθυνα, χρειάζεται τίς πράξεις καὶ τίς στάσεις τοῦ σώματος. Ἡ νηστεία, πού συνοδεύεται πάντα ἀπό τήν ἱκετήρια προσευχή, χρησιμεύει γιά νά ἐκφράσει τήν ταπεινότητα µπροστά στό Θεό: νηστεύω σηµαίνει ταπεινώνω τήν ψυχή µου (Λευ. 16, 29,31). Δέν εἶναι ἀσκητικό κατόρθωμα οὔτε ἔχει σκοπό νά δημιουργήσει κάποια κατάσταση ψυχολογικοῦ ἤ θρησκευτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ.

Στρέφεται κανείς πρός τόν Κύριο (Δαν. 9, 3)  μὲ διάθεση ἐξαρτήσεως καί ὁλοκληρωτικῆς ἐγκαταλείψεως: α) πρίν ἀναλάβει ἕνα δύσκολο ἔργο (Κριτῶν 20, 26), β) γιά νά ἐπικαλεστεῖ τή συγγνώμη γιά κάποιο σφάλμα (Γ΄ Βασιλειῶν 21, 27), γ)γιά νά ζητήσει τήν ἴαση (Β΄ Βασιλειῶν 12,16.22), δ)γιά νά θρηνήσει σέ περίπτωση ἐνταφιασμοῦ (Α΄ Βασιλειῶν 31, 13)  ἤ χηρείας (Ἰουδίθ 8,5) ε) µετά ἀπό µιά ἐθνική συμφορά (Α΄ Βασιλειῶν 7,6 ) στ)γιά νά ἐπιτύχει τήν κατάπαυση μιᾶς θεοµηνίας (Ἰωήλ 2, 12-17), ζ)γιά νά δεχτεῖ τό θεῖο φωτισμό (Δανιήλ 10, 12), η)γιά νά περιμένει τή χάρη πού ἀπαιτεῖται γιά τήν ἐκπλήρωση κάποιας ἀποστολῆς (Πράξ. 13, 2), θ) γιά νά ἑτοιμαστεῖ γιά τή συνάντηση μέ τό Θεό (Ἐξ. 34, 28).

Ἐκεῖνο πού ἐνδιαφέρει εἶναι νά τοποθετηθεῖ κανείς μέ πίστη σὲ µιά κατάσταση ταπεινοφροσύνης, ὥστε νά δεχτεῖ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί νά σταθεῖ ἐνώπιόν Του. Αὐτή ἡ σοβαρή πρόθεση ἀποκαλύπτει τό νόηµα τῶν σαράντα ἡμερῶν πού πέρασαν χωρίς τροφή ὁ Μωυσῆς (Ἐξ. 34, 28)  καί ὁ Ἠλίας (Γ΄ Βασιλειῶν 19, 8). Ὅσο γιά τίς σαράντα ἡμέρες τοῦ ᾿Ιησοῦ στήν ἔρημο, πού ἀκολουθοῦν τό πρότυπο αὐτῶν τῶν δύο περιπτώσεων, σκοπός τους δὲν εἶναι νά Τόν προετοιµάσουν γιά νά δεχτεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας εἶναι πλήρης Πνεύματος (Λουκᾶ 4, 1). Τό Πνεῦμα τόν ὁδηγεῖ σ᾿ αὐτή τή νηστεία, γιά νά ἐγκαινιάσει τή µεσσιανική του ἀποστολή μέ µιά πράξη ἐγκαταλείψεως γεµάτης ἐμπιστοσύνη στόν Πατέρα του (Ματθαίου 4, 1-4).

Ἡ ᾿Εκκλησία ἔμεινε πιστή σ᾿ αὐτή τήν παράδοση, προσπαθώντας μέ τήν ἄσκηση τῆς νηστείας νά ὁδηγήσει τούς πιστούς σ᾿ ἕνα ὁλοκληρωτικό ἄνοιγµα στή χάρη τοῦ Κυρίου, ἐνῶ ἀναμένουν τήν ἐπάνοδό Του. Ὁ ᾿Ιησοῦς, ὑποστηρίζοντας, ἐνάντια στούς Φαρισαίους, τούς Μαθητές του πού δέ νήστευαν, εἶπε : «Ὅσον καιρό εἶναι μαζί τους ὁ γαμπρός δέν μποροῦν νά νηστεύουν. Θά ’ρθεῖ ὅμως καιρός πού θά τούς πάρουν ἀπό κοντά τούς τό γαμπρό, καί τότε θά νηστέψουν ἐκεῖνες τίς ἡμέρες» (Μάρκου 2, 19 ἑξ.). Περιμένοντας τήν ἐπάνοδο τοῦ Νυμφίου, ἡ νηστεία πού γίνεται μέ μετάνοια, ἑκουσίως καί μέ γνήσια κία ἀληθινά κριτήρια ἔχει τή θέση της στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

7 Νοεμβρίου 2024

Οἱ κραταιόταται χεῖρες

«Οἱ κραταιόταται χεῖρες»

 

Στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη παρακολουθοῦμε μέ θαυμασμό τήν πορεία τῶν δύο Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ. Ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς Δημιουργίας αὐτοί πρωτοστατοῦν στή χαριτόβρυτη Ἐδέμ, φυλάσσοντας τίς πύλες τοῦ Παραδείσου. Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ ἐμφανίζεται ὡς ὁ δυνατός, ὁ ἄρχων πολεμιστής καί διώκτης παντός κακοῦ, πού κατά τήν ἐπανάσταση τοῦ Ἑωσφόρου ἀναφωνεῖ πρός τά ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων τό βροντερό: «Στῶμεν καλῶς», πού σήμαινε τήν ὑποταγή στόν Θεό μας. Ὁ ἴδιος στέλλεται στόν Ἀβραάμ, ἐντολοδόχος στή θυσία τοῦ Ἰσαάκ, καί κρατᾶ τό χέρι τοῦ πατέρα, καθώς ἑτοιμάζεται νά βυθίσει τό  μαχαίρι στόν τράχηλο τοῦ ἀνήμπορου παιδιοῦ του. Σώζει τόν Λώτ καί τήν οἰκογένειά του ἀπό τό πῦρ τῶν Σοδόμων, λυτρώνει τόν πατριάρχη Ἰακώβ ἀπό τά δολοφονικά χέρια τοῦ Ἠσαῦ. Προπορεύεται ὡς ὁδηγός καί προστάτης στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ κατά τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν Αἰγυπτίων καί μέ τή στήλη τοῦ πυρός καί τῆς νεφέλης διευκολύνει τήν ὁδοιπορία του στήν ἔρημο. Στόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὅταν τόν ἐρωτᾶ ποιός εἶναι, ἀπαντᾶ μέ ἀληθινή μεγαλοπρέπεια: « Ἐγώ Ἀρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα». Ἐμψυχώνει τόν Γεδεών καί τόν Δανιήλ, ὅταν μπροστά σέ ὑπέρτερους ἐχθρούς στέκουν ἀδύναμοι. Ὅπως τ’ ὄνομά του συμβολίζει τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί ἡ παρουσία τοῦ χαρίζει νικηφόρα τρόπαια κατά τῶν ἐναντίων καί χαλυβδώνει τήν ψυχή στόν ἀγώνα κατά τοῦ κακοῦ. Εἶναι ἐκεῖνος, πού, καθώς πιστεύει ὁ λαός μας, στέκει στήν ἐπιθανάτια κλίνη τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ὁδηγήσει τήν ψυχή του πρός τόν κόσμο τῆς αἰωνιότητος.

Δίπλα του, ἰσότιμος στέκει ὁ πανεύμορφος Ἀρχάγγελος τῆς χαρᾶς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ θαυμαστός Γαβριήλ, πού τ’ ὄνομά του σημαίνει «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ». Πολλές εὐεργεσίες πρόσφερε στήν ἀνθρωπότητα. Στήν Παλαιά Διαθήκη φανερώνεται στό ὅραμα τοῦ Δανιήλ κι’ ἀκόμα προλέγει στόν ἴδιο τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὕστερα ἀπό τετρακόσια ἐνενήντα χρόνια (ἑβδομήκοντα ἑβδομάδας ἐτῶν). Τόν βλέπομε ἰδιαίτερα νά πρωτοστατεῖ στήν Καινή Διαθήκη, ὅταν φέρνει τό μήνυμα τῆς χαρᾶς στόν πρεσβύτη Ζαχαρία, ἀναγγέλλοντάς του τή γέννηση τοῦ Προδρόμου. Παίρνοντας μέρος στό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, διασχίζει τά γαλάζια πλάτη καί κατεβαίνει στή Ναζαρέτ καί προσφέρει τόν χαιρετισμό τῶν Οὐρανῶν στήν ἁγνή Μαρία, φέρνοντας καί τό μεγάλο μήνυμα τῆς σωτηρίας μέ τήν γέννηση τοῦ Κυρίου.

Φτάνοντας στή στέγη τῆς Παρθένου, εὐαγγελίζεται τό μέγα μυστήριο λέγει : «Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σου !» Αὐτός εὐαγγελίζεται στίς Μυροφόρους τήν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος· καί στήν Ἀνάληψη καταβάς προλέγει στούς Ἀποστόλους τήν δευτέρα ἔλευση τοῦ ἀναληφθέντος Χριστοῦ.

Ὁμοίως καί ὁ θεῖος Μιχαήλ φαίνεται νά λύτρωσε τόν Ἀπόστολο Πέτρο ἀπό τήν φυλακή, καί νά ἐπάταξε τόν Ἡρώδη, καί ἔγινε σκωληκόβρωτος. Ὁ Μιχαήλ καί ὁ Γαβριήλ στάθηκαν οἱ δύο ἐξαίρετοι ὑπηρέται τῶν ἐξαιρέτων ἐνεργειῶν καί ἔργων τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Μιχαήλ καί ὁ Γαβριήλ, εἶναι οἱ δύο φωτεινότατοι ὀφθαλμοί τοῦ παντεπόπτου Θεοῦ, μέ τούς ὁποίους βλέπει καί φωτίζει ὅλον τόν ὁρατό καί ἀόρατο κόσμο, εἶναι αἱ δύο «κραταιόταται χεῖρες» τοῦ Παντοκράτορος, μέ τίς ὁποίας διοικεῖ ὅλα τά πάντα, οὐράνια καί ἐπίγεια, εἶναι οἱ δύο ταχύτατοι καί μυριόπτεροι πόδες τοῦ πανταχοῦ παρόντος Κυρίου, μέ τούς ὁποίους περιέρχεται καί ἐμπεριπατεῖ ὄχι μόνο τήν οἰκουμένη ὅλη, ἀλλά ἕως καί τίς ἄϋλες ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Γιά τόν λόγο αὐτό σέ μία στιγμή τούς βλέπεις νά βρίσκωνται στό ἕνα ἄκρο τοῦ κόσμου, καί στήν ἄλλη στιγμή νά βρίσκωνται στό ἄλλο ἄκρο. Μιχαήλ, ὁ Ἄγγελος τοῦ Θείου φόβου. Γαβριήλ, ὁ Ἄγγελος τῆς Θείας χαρᾶς. Μιχαήλ, ἡ παιδευτική ἀριστερά τοῦ Δικαίου. Γαβριήλ, ἡ ἐλεημονική δεξιά τοῦ Φιλανθρώπου. Μιχαήλ, ὁ ἐπί τῶν δυνάμεων· Γαβριήλ, ὁ ἐξ ἀπορρήτων. Μιχαήλ, τό βλοσυρόν βλέμμα τοῦ Κριτοῦ· Γαβριήλ, τό ἥμερο βλέμμα τοῦ Προνοητοῦ. Μιχαήλ, οἱ φοβερές φωνές, καί βροντές, καί ἀστραπές, καί σάλπιγγες, τῆς καταβάσεως τοῦ Θεοῦ στό ὄρος Σινᾶ·  Γαβριήλ, οἱ ἐρχόμενες σταγόνες τῆς καταβάσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, στήν κοιλίαν τῆς Μαριάμ. Μιχαήλ, ὁ ἔξοχος διάκονος τοῦ Παλαιοῦ Νόμου. Γαβριήλ, ὁ ἐκλεκτός ὑπηρέτης τῆς νέας Χάριτος τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Μιχαήλ εἶχε λόγον τῆς εἰσαγωγικῆς πράξεως, διατί ὑπηρετεῖ στόν Νόμο, Ὁ  Γαβριήλ εἶχε λόγον τῆς τελειωτικῆς θεωρίας, γιατί ὑπηρέτησε στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μιχαήλ ἦταν ἀρχή, καί ὁ Γαβριήλ τέλος. Ὁ Μιχαήλ προπαιδευτής, καί ὁ Γαβριήλ τελειωτής. Ὁ Μιχαήλ ἄλφα, καί ὁ Γαβριήλ ὠμέγα (Πρβλ. Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου «Λόγος ἐγκωμιαστικός εἰς τούς δύο μεγίστους Ἀρχαγγέλους Μιχαήλ καί Γαβριήλ», στό Τρεῖς Ἐγκωμιαστικοί Λόγοι, Ἐπιμέλεια ἱερομονάχου Νεκταρίου Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα-Ἅγιον Ὄρος 1991.

1 Νοεμβρίου 2024

Προσδοκῶσι τήν τροφήν

«Προσδοκῶσι τήν τροφήν»

 

Μὲ τὴν ἐργασία του ὁ ἄνθρωπος παίρνει τὴν τροφή, ποὺ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοῦ χαρίζει. Δοξολογεῖ μὲ εὐχαριστία ἀπευθυνόμενος στὸν Κυβερνήτη καὶ Συντηρητὴ τοῦ κόσμου Κύριο (Ψαλμοῦ 103, 27-28) «ὅλα ἀπὸ σένα περιμένουν γιὰ νὰ τοὺς δώσεις τὴν τροφή τους στὴν κατάλληλη στιγμή». ῾Ο Κύριος μᾶς προτρέπει στὴν Κυριακὴ Προσευχὴ νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα μας «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον» (Ματθαίου στ΄, 11).  Ὁ Θεὸς ἔθρεψε·  

Τοὺς ᾿Ισραηλίτες μὲ τὸ μάννα στὴν ἔρημο σαράντα χρόνια μὲ ἕνα θαυμαστὸ τρόπο, προφυλάσσοντάς τους ἀπὸ τὴν πλεονεξία (Ἐξόδου ιστ΄, 18) «ὑπελόγιζαν κατόπιν τὴν ποσότητα  ποὺ μάζευαν καὶ εἶδαν ὅτι αὐτὸς ποὺ μάζεψε πολύ, δὲν εἶχε περισσότερο ἀπὸ ὅσο χρειαζόταν· καὶ ἐκεῖνος ποὺ μάζεψε λίγο, δὲν εἶχε λιγότερο ἀπὸ τὸ ἀπαραίτητο. ῾Ο καθένας μάζεψε ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες του»

Τὴν χήρα στὰ Σαρεπτὰ ἐπειδὴ σὲ καιρὸ πείνας δέχθηκε νὰ φιλοξενήσει τὸν προφήτη ᾿Ηλία καὶ νὰ μοιρασθεῖ μαζί του τὰ λιγοστὰ τρόφιμά της. ῾Ο Προφήτης τὴν πληροφορεῖ γιὰ τὴν ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ (Γ΄ Βασιλειῶν ιζ΄, 14) «τὸ ἀλεύρι τοῦ σταμνιοῦ δὲν θὰ ἐξαντληθεῖ καὶ τὸ δοχεῖο τοῦ ἐλαίου δὲν θὰ λιγοστέψει μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ ὁ Κύριος θὰ στείλει βροχὴ στὴν γῆ».

Τοὺς πέντε χιλιάδες ἄνδρες μὲ τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ἰχθύων (Ματθαίου ιδ΄, 13-21)  «᾿Αργὰ δὲ τὸ ἀπόγευμα προσῆλθαν οἱ μαθητὲς καὶ Τοῦ εἶπαν· ὁ τόπος εἶναι ἔρημος καὶ ἡ ὥρα ἔχει περάσει· διάλυσε τὰ πλήθη, ὥστε νὰ πᾶνε στὰ γύρω χωριὰ καὶ νὰ ἀγοράσουν γιὰ αὐτούς τροφές. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τοὺς εἶπε· δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ πᾶνε· δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φάγουν. ᾿Εκεῖνοι δὲ τοῦ εἶπαν· ἐδῶ δὲν ἔχουμε παρὰ μόνο πέντε ἄρτους καὶ δύο ψάρια. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπε· φέρετέ τα ἐδῶ σὲ μένα. Καὶ ἀφοῦ συνέστησε στὰ πλήθη νὰ καθήσουν ἐπάνω στὰ χορτάρια πῆρε τοὺς δύο ἄρτους καὶ τὰ δύο ψάρια, σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν οὐράνιο Πατέρα, εὐλόγησε, ἔκοψε τοὺς ἄρτους σὲ κομμάτια καὶ τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητὲς καὶ οἱ μαθητὲς στὸ πλῆθος. ῎Εφαγαν δὲ ὅλοι καὶ χόρτασαν καὶ μάζεψαν ὅ,τι περίσσευσε ἀπὸ τὰ κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. ᾿Εκεῖνοι δὲ ποὺ ἔφαγαν ἦταν πέντε περίπου χιλιάδες, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά.

Οὐσιαστικὸ ρόλο ἔπαιξαν, στὸν καιρὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀφ᾿ ἑνὸς οἱ θυσίες καὶ οἱ προσφορὲς ζώων καὶ καρπῶν καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου οἱ ἀπαγορεύσεις νὰ τρώγονται διάφορες τροφές, γιὰ νὰ διατηρήσει ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ζωντανὴ τὴν ἐμπιστοσύνη του στὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὴν συνείδησι ὅτι τρέφεται ἀπὸ τὰ χέρια Του.

Κατὰ τὴν παράδοσι αὐτή, τὰ πλούσια γεύματα καὶ τὰ ἑορταστικὰ φαγητά, παρέχονται ἀφοῦ ἀνεβεῖ ὁ ἄνθρωπος στὸν βωμὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ θυσιάσει ἕνα ζῶο, γιὰ νὰ προσφέρει τὰ πρῶτα στάχυα καὶ τοὺς πιὸ ὡραίους καρποὺς τῆς σοδιᾶς κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Δευτερονομίου, στοὺς ὁποίους διαβάζουμε καὶ τὰ ἑξῆς (Δευτερονομίου ιστ΄, 10-11) «καὶ τότε θὰ γιορτάζεις τὴν γιορτὴ τῶν ῾Εβδομάδων, τὴν Πεντηκοστή, πρὸς τιμὴ τοῦ Θεοῦ σου. ᾿Ανάλογα μὲ τὶς εὐλογίες ποὺ αὐτὸς θὰ σοῦ δώσει, θὰ φέρεις τὶς προαιρετικὲς προσφορές σου, στὸν τόπο ποὺ αὐτὸς θὰ ἔχει διαλέξει γιὰ νὰ λατρεύεις τὸ ὄνομά του ἐκεῖ. Καὶ θὰ εὐφραίνεσαι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐσύ, οἱ υἱοί σου καὶ οἱ θυγατέρες σου, οἱ δοῦλοι σου καὶ οἱ δοῦλες σου, οἱ Λευίτες ποὺ κατοικοῦν στὶς πόλεις σας, οἱ ξένοι, τὰ ὀρφανὰ καὶ οἱ χῆρες ποὺ κατοικοῦν ἀνάμεσά σας.

῾Ο Κύριος διαχώρισε τὰ ζῶα σὲ καθαρά “ἐσθιόμενα” καὶ ἀκάθαρτα “μὴ ἐσθιόμενα”. ῾Η ἀπαγόρευσις νὰ μὴ τρῶνε οἱ ᾿Ιουδαῖοι τὰ ἀκάθαρτα ζῶα, ὅπως ἀναφέρεται στὸ 11ο κεφάλαιο τοῦ Λευϊτικοῦ, διατηρεῖ σ᾿ αὐτὸ τὸν σημαντικὸ τομέα τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ποὺ εἶναι ἡ τροφή, τὸν σεβασμὸ τῆς κυριαρχίας τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Στὴν Καινὴ Διαθήκη αὐτὸ τὸν σεβασμὸ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ ἐξυπηρετεῖ ἡ νηστεία, τὸν τρόπο τῆς ὁποίας συνέστησε ὁ Κύριος στὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. «῞Οταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί …ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθαίου στ΄, 16-18).  ῾Η διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀπαγορεύσεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τῆς νηστείας ποὺ ἔχει ὁρίσει ἡ Καινὴ Διαθήκη εὑρίσκεται στὴν ἑκούσια ἀποδοχή. ῾Η νηστεία ἐπιλέγεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο ἐλεύθερα, ὡς ἄσκησις τῆς θελήσεώς του.

24 Ὀκτωβρίου 2024

ὕδωρ σοφίας ποτίσει

«ὕδωρ σοφίας ποτίσει»

Δημοσιεύθηκε 24.10.2024

  Ὁ κατ’ ἐξοχήν σοφός εἶναι ἔμπειρος στήν τέχνη τοῦ εὖ ζῆν. Ρίχνει στόν κόσμο πού τόν περιβάλλει ἕνα καθαρό καί χωρίς ψευδαισθήσεις βλέμμα. Γνωρίζει τά ἐλαττώματά του, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει, ὅτι τά ἀποδέχεται. Γι’ αὐτούς ἀναφέρει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: “Ἕνας κάνει τόν πλούσιο καί τίποτα δέν ἔχει· καί ἄλλος φαίνεται φτωχός κι ἔχει ἀγαθά πολλά” (Παροιμιῶν ιγ΄ 7). Ὁ σοφός εἶναι γνώστης τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, διότι γνωρίζει τί κρύβεται στήν ἀνθρώπινη καρδιά, τί εἶναι γι’ αὐτή ἡ χαρά καί ἡ λύπη, “ὁ θάνατος εἶναι τό τέλος κάθε ανθρώπου κι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά τό θυμᾶται αὐτό ὅσο ζεῖ…Οἱ σοφοί βρίσκονται ἐκεῖ πού οἱ ἄνθρωποι πενθοῦν καί οἱ ἀνόητοι ἐκεῖ πού γλεντοῦν…Καλύτερα ν’ ἀκούει κανείς τήν ἐπίπληξη ἑνός σοφοῦ, παρά τούς ἐπαίνους τῶν ἀνοήτων” (Ἐκκλησιαστής ζ΄ 2-6).

Ὁ ἄνθρωπος δέν παραμένει ὅμως σ’ αὐτό τό ρόλο τοῦ παρατηρητή χαράζει τούς κανόνες τῆς ζωῆς σύμφωνα μέ τό θεϊκό θέλημα, ὅπως σύνεσι, μετριοπάθεια στίς ἐπιθυμίες, ἐργασία, ταπεινοφροσύνη, ἰσορροπία, σεμνότητα, ἐντιμότητα γλώσσας κ.λπ. Ὅλη ἡ ἠθική τοῦ Δεκαλόγου διέρχεται ἀπ’ αὐτές τίς πρακτικές συμβουλές.

Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ πλάθει τόν ἄνθρωπο ἐλεήμονα κατά τήν ἐντολή: “Καί πτωχῷ ἔκτεινον τήν χεῖρά σου, ἵνα τελειωθῇ ἡ εὐλογία σου …μή ὄκνει (δηλ. μήν ἀμελεῖς)  ἐπισκέπτεσθαι ἄρρωστον…ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις σου μιμνήσκου τά ἔσχατά σου, καί  εἰς τόν αἰῶνα οὐχ ἁμαρτήσεις ” (Σοφία Σειράχ ζ΄ 32)

Ἐπίσης τοῦ ἐπιβάλλει νά σέβεται τήν δικαιοσύνη “ἐκεῖνος πού τόν ἔνοχο τόν ἀθωώνει κι ἐκεῖνος πού καταδικάζει τόν ἀθῶο, εἶναι κι οἱ δύο ἐξίσου μισητοί στόν Κύριο” (Παροιμιῶν ια΄ 1, ιζ΄ 15) καί νά ἀγαπᾶ τούς πτωχούς “Ἄν καταπιέζεις τόν φτωχό τόν πλάστη του προσβάλλεις, ἐνῶ ὅταν τό φτωχό ἐλεεῖς τόν πλάστη του τιμᾶς” (Παροιμιῶν ιδ΄ 31).

Ἡ προσωποιημένη σοφία τοῦ Θεοῦ. 

Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ καθορίζει στόν ἄνθρωπο τούς σοφούς κανόνες τῆς ζωῆς. Ἡ  ἀναζήτησι τῆς σοφίας καί ἡ κατάκτησί της ὁδήγησε τόν κινούμενο ἀπό τόν Θεό ἀνήσυχο ἄνθρωπο νά προσωποποίησει τήν σοφία. Μελετώντας τά κείμενα τῆς θείας ἀποκαλύψεως ἔκπληκτοι διαπιστώνουμε, ὅτι ἡ προσωποιημένη σοφία εἶναι ἡ πολυαγαπημένη πού τήν γυρεύει κάποιος ἄπληστα “πίσω της τρέχει σάν ἀνιχνευτής καί στήνει γιά τό διάβα της καρτέρι” (Σοφία Σειράχ ιδ΄ 22). Εἶναι ἡ προστάτρια μητέρα καί τροφοδότισσα σύζυγος “πού σάν μάνα θά βγεῖ νά τόν προϋπαντήσει καί σάν παρθένα νύφη θά τόν καλοδεχθεῖ. Τῆς φρονιμάδας τό ψωμί θά τόν ταΐσει καί τῆς σοφίας θά τόν ποτίσει τό νερό. Ὁ εὐσεβής ἐπάνω της θά στηριχθεῖ καί δέν θά λυγίσει.  Θά τήν κρατήσει σταθερά καί θά προσκολληθεῖ σ’ αὐτήν καί ἔτσι δέν θά ντροπιασθεῖ ποτέ. Θά τόν ἀνυψώσει ὑπεράνω ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἐν μέσῳ συνάξεως τοῦ λαοῦ θά ἀνοίξει τό στόμα του γιά νά μιλήσει τά πρέποντα. Ἡ σοφία θά δώσει ὡς κληρονομία της σ’ αὐτόν χαράν, στέφανον ἀγαλλιάσεως καί ὄνομα αἰώνιον καί ἔνδοξον” (βλ. Σοφία Σειράχ ιε΄ 2 )

Εἶναι ἡ φιλόξενη οἰκοδέσποινα πού προσκαλεῖ στό συμπόσιό της “ Ἡ Σοφία ἔχτισε τό σπίτι της μέ τούς ἐφτά ὡραίους στύλους του. Τά ζῶα της ἔσφαξε, τό κρασί της ἀνάμειξε κι ἔστρωσε τό τραπέζι της. Ἔστειλε τίς δοῦλες της καί καλεῖ πάνω ἀπό τά ψηλώματα της πόλης. Ὁ ἀμαθής ἄς ἔρθει κατά ’δῶ!» καί στούς ἀνόητους λέει: «Ἐλᾶτε, φᾶτε ἀπ’ τό ψωμί μου καί πιέστε ἀπ’ τό κρασί πού ἀνάμειξα! Ἐγκαταλεῖψτε τήν ἀμάθεια καί θά ζήσετε· βαδίστε ἴσια στῆς νόησης τό δρόμο»” (Παροιμιῶν θ΄ 1-6).

Ὅλα αὐτά σημαίνουν, ὅτι ἡ σοφία πού ἀναζητεῖ ὁ ἄνθρωπος ἔχει θεϊκή πηγή. Ὁ Θεός μπορεῖ νά τήν μεταδώσει σ’ ὅποιον Ἐκεῖνος θέλει, ἐπειδή ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ Σοφός.

Οἱ ἱεροί συγγραφεῖς θαυμάζουν στό Θεό αὐτή τήν Σοφία, ἀπό τήν ὁποία ἀπορρέει ἡ σοφία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ θεϊκή πραγματικότητα πού ὑπάρχει προαιωνίως καί θά ὑπάρχει αἰωνίως : «Ὁ Κύριος μέ δημιούρησε πρίν ἀπό ὅλα τά ἔργα του » (Παροιμιῶν η΄ 22). Αὐτή ἡ Σοφία εἶναι ἀπόρροια τοῦ στόματος τοῦ Ὑψίστου, ὅπως ἡ ἀνάσα καί ὁ Λόγος Του (Σοφίας Σολομῶντος ζ΄ 25). Αὐτή ἡ Σοφία κατοικεῖ στόν οὐρανό (Σοφία Σειράχ κδ΄ 4),  μοιράζεται τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ  (Σοφίας Σολομῶντος θ΄ 4), καί ζεῖ πολύ κοντά στόν Θεό (Σοφία Σολομῶντος η΄ 3). Αὐτή ἡ Σοφία δέν εἶναι ἕνα ἀδρανές ἀξίωμα, διότι ἔχει σχέσι μέ τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ  στόν κόσμο.

Αὐτή ἡ Σοφία εἶναι γιά τούς ἀνθρώπους ἕνας θησαυρός ἀνώτερος ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους.

17 Ὀκτωβρίου 2024

Ἀρχή σοφίας

«Ἀρχή σοφίας»

 

Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό τόν Θεό δυνάμενος νά Τόν γνωρίζει, δηλ. μέ θεογνωσία καί νά κατέχει πολλές γνώσεις, ὅπως διαπιστώνεται στά τρία πρῶτα κεφάλαια τῆς Γενέσεως.

Ἡ θεογνωσία τοῦ Ἀδάμ ἀποδεικνύεται ἀπό τό γεγονός, ὅτι ἔχων κοινωνία μετά τοῦ Θεοῦ ἀναγνώρισε τήν φωνή Του “περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τό δειλινόν” (Γενέσεως γ΄ 8) καί ὅταν ὁ Θεός τόν ἀναζήτησε καί τοῦ ἀπηύθυνε τήν ἐρώτησι “Ἀδάμ πού εἶ ” (γ΄ 9) ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε.

Ἡ κατοχή τῶν πολλῶν γνώσεων τοῦ Ἀδάμ ἀποδεικνύεται ἀπό τό γεγονός, ὅτι ὁ Ἀδάμ ἔδωσε κατά παραχώρησι τοῦ Θεοῦ τά ὀνόματα στά δημιουργήματά Του “πλασεν ὁ Θεός ἔτι ἐκ τῆς γῆς πάντα τά θηρία τοῦ ἀγροῦ καί πάντα τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ καί ἤγαγεν αὐτά πρός τόν Ἀδάμ, ἰδεῖν τί καλέσει αὐτά καί πᾶν ὅ ἐάν ἐκάλεσεν αὐτό Ἀδάμ ψυχήν ζῶσαν, τοῦτο ὄνομα αὐτῷ ” (γ΄ 19-20). Μετά τήν πτώσι του ὁ ἄνθρωπος ἀπώλεσε τήν θεογνωσία καί περιέπεσε στήν εἰδωλολατρία, ἀπώλεσε τίς γνώσεις του, ἐσκοτίσθη καί κατελήφθη ἀπό ἄγνοια καί λήθη.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει μέ σαφήνεια αὐτή τήν τραγική ἐξέλιξι ὡς ἑξῆς: “Γιατί ἐνῶ γνώρισαν τό Θεό μέσα ἀπό τή δημιουργία, οὔτε τόν δόξασαν οὔτε τόν εὐχαρίστησαν ὡς Θεό. Ἀντίθετα, ἡ σκέψη τούς ἀκολούθησε λαθεμένο δρόμο, καί ἡ ἀσύνετη καρδιά τούς βυθίστηκε στό σκοτάδι τῆς πλάνης. Ἔτσι, … κατάντησαν ἀνόητοι, ὡς τό σημεῖο, ἀντί γιά τό δημιουργό ἀθάνατο Θεό, νά προσκυνοῦν εἴδωλα πού παρασταίνουν θνητούς ἀνθρώπους, πουλιά, τετράποδα ζῶα κι ἑρπετά. Γι’ αὐτό τούς παρέδωσε ὁ Θεός στίς βρωμερές ἐπιθυμίες τους καί τούς ἄφησε νά ἀτιμάζουν μόνοι τους τά σώματά τους ” (Ρωμαίους α΄ 21-24).

Συνέπεια τῆς εἰδωλολατρίας εἶναι ἡ σκότισις τοῦ νοῦ καί ἡ ὑποταγή στά πάθη τῆς ἁμαρτίας, πού ντροπιάζουν καί ἐξευτελίζουν τήν ἀνθρώπινη εὐπρέπεια καί ἀξία.

Ἔκτοτε τό ἀνθρώπινο γένος θεωρεῖται “λαός καθήμενος ἐν σκότει…ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου” (Ματθαίου δ΄ 13). Ὁ θεόπνευστος λόγος διαπιστώνει “Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν παρεσυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς ” (Ψαλμός (μη΄) 48, 13). Οἱ ἁγιογραφικές διαπιστώσεις αὐτές περιγράφουν τήν κατάστασι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εὑρισκομένου στήν πτώσι ἀπομακρυσμένου ἀπό τόν Θεό καί ἀποξενομένου ἀπό τήν ζωή Του. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀπομάκρυνσης καί ἀποξένωσης εἶναι νά ἀναπτυχθοῦν ὅλων τῶν μορφῶν οἱ Ἀποκρυφισμοί καί Ἐσωτερισμοί σέ ὅλες τίς ἐποχές καί σ’ ὅλα τά συστήματα. Ὁ ἄνθρωπος εὑρισκόμενος στό σκότος τῆς ἀγνοίας ἐρωτᾶ “τίς εἰμί ἐγώ, Κύριε μου Κύριε καί τίς ὁ οἶκος μου ” (Β΄ Βασιλειῶν ζ΄ 18).

Τά ζητοῦντα ἀπάντησι ὑπαρξιακά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου διατυπώνονται ἀπό τόν Κλήμεντα τόν Ἀλεξανδρέα: “τίνες ἦμεν; τί γεγόναμεν; ποῦ ἦμεν; ποῦ ἐνεβλήθημεν; ποῦ σπεύδομεν; πόθεν λυτρούμεθα; τί γέννησις; τί ἀναγέννησις; ” (Ἐπιτομαί Θεοδότου §78,2 PG 9 στ. 696).

Ἡ ἀπάντησι στά ἐρωτήματα αὐτά συνιστᾶ τήν ἀλήθεια πού ζητεῖ ἐναγωνίως καί ἐργωδῶς ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν τήν ἀποκτήσει γίνεται σοφός.

 

Ἡ ἀναζήτησις τῆς ἀλήθειας, τῆς σοφίας, εὑρίσκεται σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὅλοι ἐπιθυμοῦν νά μάθουν. Στήν ἁγία Γραφή περιγράφεται αὐτή ἡ προσπάθεια πού πολλές φορές ἀπογοήτευσε τούς ἀναζητοῦντες, ἐπειδή δέν συνήντησαν τήν σοφία.

Συγχρόνως μέ τήν ἀναζήτησι τῆς σοφίας προκύπτει καί ἕτερο ἐρώτημα ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή σοφία. Διότι ὑπάρχει ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ  καί ἡ σοφία τοῦ κόσμου.  Ὁ ἀληθινός Θεός εἶναι ἡ πηγή τῆς σοφίας. Ἀπό τήν μελέτη τῶν πηγῶν τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας προκύπτει, ὅτι ὁ ἀληθινός Θεός εἶναι ἡ πηγή τῆς σοφίας.

Ἡ παιδεία τοῦ Κυρίου κατευθύνει τόν ἀγωνοῦντα καί ἀναζητοῦντα τήν σοφία ἄνθρωπο νά ἀντιληφθεῖ σταδιακῶς καί νά γνωρίσει τήν σοφία τοῦ Θεοῦ καί νά ζήσει “ἐν ἐπιγνώσει” τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἁγία Γραφή βοηθεῖ τόν ἄνθρωπο νά συνειδητοποιήσει, ὅτι ἡ ἀληθινή σοφία προέρχεται ἀπό τόν Θεό. Αὐτός δίνει στόν ἄνθρωπο καρδία “τοῦ συνιεῖν ἀνάμεσον τοῦ ἀγαθοῦ καί κακοῦ ” (Γ΄ Βασιλειῶν γ΄ 9).

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τήν τάσι, ὅπως ὁ προπάτοράς τους Ἀδάμ νά καταχρασθοῦν αὐτό τό θεϊκό πρόνομιο, ν’ ἀποκτήσουν μέ τίς δικές τους δυνάμεις “τήν γνῶσιν τοῦ καλοῦ καί πονηροῦ ” (Γενέσεως γ΄ 15). Εἶναι ἡ ἀπατηλή σοφία πρός τήν ὁποία τούς ἕλκει ἡ πονηρία τοῦ ὄφεως.

Θεμέλιο τῆς ἀληθινῆς σοφίας εἶναι ὁ θεϊκός νόμος πού καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο σοφό καί συνετό ὅπως τόν Ἰσραήλ (Δευτερονόμιον δ΄ 6). Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι βασική ἀρχή καί ἐπιστέγασμά τῆς κατά Θεό σοφίας κατά τό: “ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου, καί βουλή ἁγίων σύνεσις, τό δέ γνῶναι νόμον διανοίας ἐστίν ἀγαθῆς ” (Παροιμιῶν θ΄ 10).

10 Ὀκτωβρίου 2024

Καὶ Αὐτὸς ἰάσεταί σε

«Καὶ Αὐτὸς ἰάσεταί σε»

Μελετώντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἀνακαλύπτουμε τέσσερις κανόνες, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν θεραπεία.

α´. ῾Ο Θεὸς ἔδωσε τὴν ἰατρική

Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπαγορεύεται νὰ προσφεύγει στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. ῾Ο προφήτης ῾Ησαΐας (Δ΄Βασιλειῶν κ΄, 7) μὲ κατάπλασμα ἀπὸ σῦκα θεράπευσε τὸν βασιλέα τῶν ᾿Ιουδαίων ᾿Εζεκία (726-699 π. Χ.)

῾Ο ἄγγελος Ραφαήλ (ποὺ σημαίνει ὁ Θεὸς θεραπεύει) θεράπευσε τὴν τύφλωσι τοῦ Τωβὶτ μὲ τὴν χολὴ τοῦ ψαριοῦ (Τωβίτ ια΄, 3). 

 ῾Η Σοφία Σειρὰχ πλέκει ἕνα ὡραῖο ἐγκώμιο στὸ ἰατρικὸ ἐπάγγελμα (λη΄, 1-8, 12-15) «Τίμα τὸν ἰατρό, ὅπως τοῦ ἁρμόζει, ἔχοντας ἄλλωστε ὑπ᾿ ὄψιν σου τὶς ὑπηρεσίες του στὶς ἀνάγκες σου, διότι ὁ Κύριος ἔκαμε αὐτόν. ᾿Απὸ τὸν Θεὸ προέρχεται ἡ θεραπεία, ποὺ δίδει ὁ ἰατρός, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς ἀκόμη θὰ λάβει δῶρα γιὰ τὴν ἰατρική ἐπιστήμη του. ῾Η ἰατρικὴ ἐπιστήμη θὰ ἀναδείξει τὸν ἰατρό, καὶ ἐνώπιον ἐπισήμων ἀνθρώπων θὰ ἀποκτήσει δόξα. ῾Ο Κύριος ὅρισε νὰ φυτρώνουν φαρμακευτικὰ βότανα ἀπὸ τὴν γῆ, ὁ δὲ φρόνιμος ἄνθρωπος δὲν τὰ ἀποστρέφεται… ῾Ο Θεὸς ἔδωσε στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ὥστε νὰ δοξάζεται μὲ τὰ θαυμαστὰ αὐτοῦ ἔργα. Διὰ τῶν ἰατρῶν καὶ τῶν φαρμάκων θεραπεύει ὁ Θεὸς καὶ ἀφαιρεῖ τὶς ἐνοχλήσεις τοῦ ἀσθενοῦς... Νὰ προσφύγεις καί στὸν ἰατρό, διότι ὁ Θεὸς τὸν δημιούργησε καὶ τὸν ἀνάδειξε. Μὴ τὸν ἀπομακρύνεις ἀπὸ κοντά σου, διότι ἔχεις τὴν ἀνάγκη του. Πολλὲς φορὲς ἡ θεραπεία τῆς ἀσθένειας καὶ ἡ κατευόδωσις τῆς ὑγείας εἶναι στὰ χέρια τῶν ἰατρῶν, διότι καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν σειρά τους προσεύχονται στὸν Κύριο, νὰ κατευοδώσει τὶς προσπάθειές τους καὶ νὰ ἐπιτύχουν ἐλάφρυνσι καὶ θεραπεία τῆς νόσου γιὰ τὴν συνέχεια τῆς ζωῆς. Μάθε ὅτι ἐκεῖνος πού ἁμαρτάνει ἐνώπιον τοῦ Δημιουργοῦ, θὰ ἀσθενήσει καὶ θὰ περιέλθει στὰ χέρια τοῦ ἰατροῦ»

β´. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀναφέρεται ὅτι χρησιμοποιοῦνται συχνὰ φάρμακα

῾Ο Θεὸς ἐκφράζει τὸ παράπονό του στὸν προφήτη ῾Ησαΐα, ἐπειδὴ Τὸν ἐγκατέλειψε ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁμοιάζει μὲ ἄνθρωπο ποὺ γέμισε πληγὲς ἀθεράπευτες, γιατὶ δὲν ὑπάρχουν φάρμακα γι᾿ αὐτές (βλ. Ἠσαΐας α΄, 6). Στὴν Σοφία Σολομῶντος διακηρύσσεται ὅτι ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε τὶς θεραπευτικὲς ἰδιότητες τῶν ριζῶν τῶν φυτῶν· «αὐτὸς γάρ μοι ἔδωκε τῶν ὄντων γνῶσιν ἀψευδῆ εἰδέναι σύστασιν κόσμου καὶ ἐνέργειαν στοιχείων, ... φύσεις ζͺͺῴων καὶ θυμοὺς θηρίων, πνευμάτων βίας καὶ διαλογισμοὺς ἀνθρώπων, διαφορὰς φυτῶν καὶ δυνάμεις ῥιζῶν» (Σοφία Σολομῶντος ζ΄, 17, 20). Ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τὴν ἀληθινὴ γνῶσι τῶν ὅσων ὑπάρχουν, ὥστε νὰ γνωρίζουμε πῶς ἔγινε καὶ συνίσταται ὁ κόσμος καὶ πῶς ἐνεργοῦν τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως· ... καθώς καὶ τὰ διάφορα γένη τῶν ζώων καὶ τὰ ἄγρια ἔνστικτα τῶν θηρίων, τὶς βίαιες πνοὲς τῶν ἀέρων καὶ τὶς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, τὶς διαφορὲς τῶν φυτῶν καὶ τὶς φαρμακευτικὲς ἰδιότητες τῶν ριζῶν.

γ´. ᾿Απαγόρευσις τῆς μαγείας

῾Ο Θεὸς ἀπορρίπτει τὴν χρῆσι τῆς μαγείας καὶ ἀποτρέπει τὸν ἄνθρωπο νὰ καταφεύγει σ᾿ αὐτὴ γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του. ῾Η περίπτωση τοῦ βασιλέως τῆς Σαμάρειας ᾿Οχοζία (υἱὸς καὶ διάδοχος τοῦ ᾿Αχαάβ, διώκτου τοῦ προφήτου ᾿Ηλία, καὶ ὄγδοος βασιλέας τοῦ ᾿Ισραήλ, 885 π. Χ.) εἶναι εὔγλωττος καὶ σαφής (Δ΄ Βασιλειῶν 1-6, 16). Τὸ μήνυμα εἶναι σαφὲς σὲ ὅσους καταφεύγουν στοὺς μάγους. «Εἰ παρὰ τὸ μὴ εἶναι Θεὸν ἐν ᾿Ισραὴλ σὺ πορεύῃ ἐπιζητῆσαι ἐν τῷ Βάαλ μυῖαν θεὸν ᾿Ακκαρών;» Αὐτὸ σημαίνει· γιατί καταφεύγετε στοὺς μάγους; Δὲν ὑπάρχει ὁ ζωντανὸς καὶ ἀληθινὸς Θεός;

δ´. ῾Ο Θεὸς θεραπεύει

῾Η ῾Αγία Γραφὴ μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι κύριος τῆς ζωῆς μας καὶ θεραπευτὴς τοῦ ἀνθρώπου. (Σοφία Σειράχ λη΄, 9-14) Γι’ αὐτό μᾶς προτρέπει : «Παιδί μου στὴν ἀσθένειά σου μὴ παραμελεῖς καὶ μὴ ἀδιαφορεῖς, ἀλλὰ προσευχήσου στὸν Κύριο καὶ Αὐτὸς θὰ σὲ ἰατρεύσει. … Καὶ στὸν ἰατρὸ δῶσε θέσι, διότι ὁ Κύριος ἐποίησε αὐτὸν καὶ ἂς μὴ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ σένα, διότι τὸν ἔχεις ἀνάγκη. ῾Υπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποία καὶ στὰ χέρια τῶν ἰατρῶν ὑπάρχει ἐπιτυχία καὶ κατευόδωσις τῆς θεραπευτικῆς προσπάθειας. Διότι καὶ αὐτοὶ θὰ παρακαλέσουν τὸν Κύριο, γιὰ νὰ κατευοδώσει καὶ κατευθύνει μὲ ἐπιτυχία τὶς προσπάθειές τους πρὸς ἀνάπαυσι καὶ θεραπεία ἀπὸ τὴν νόσο, πρὸς ἐπιβίωσι καὶ ἐξακολούθησι τῆς ζωῆς τοῦ πάσχοντος.

Οἱ θεραπεῖες ποὺ ἀναφέρονται στήν Ἁγία Γραφή καὶ ἔγιναν ἀπὸ τοὺς προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους εἶναι θαύματα ποὺ ἔγιναν γιὰ ἕνα σκοπό. Νὰ δείξουν ὅτι ὁ Θεὸς σκύβει ἐπάνω στὴν ἀνθρωπότητα ποὺ ὑποφέρει, γιὰ νὰ τὴν ἀνακουφίσει ἀπὸ τὰ δεινά της, ὅπως πρῶτος ἐδίδαξε, ὅταν «διῆλθε εὐεργετῶν καί ἰώμενος» (Πράξ. 10,38).

3 Ὀκτωβρίου 2024

«πνεύματι καὶ στοιχῶμεν»

«πνεύματι καὶ στοιχῶμεν»

    

Κατὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Πατερικῆς σκέψης καί Παραδόσεως τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας ὁ ἄνθρωπος εἶναι διφυής, συγκείμενος ἀπὸ δύο συστατικά στοιχεῖα· τὴν ψυχή, ποὺ εἶναι πνευματικὴ καὶ τὸ σῶμα, ποὺ εἶναι ὑλικό. Καθένα ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ συστατικά στοιχεῖα, ἔχει τὶς δικές του ἀνάγκες καὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸ σύμφυτο μ᾿ αὐτὸ στοιχεῖο ἱκανοποιεῖ τὶς ἀνάγκες του, ἄλλοτε εὐεργετικὰ γιά τόν ἄνθρωπο καὶ ἄλλοτε ἐπιζήμια γι’ αὐτόν.

᾿Αφ᾿ ὅτου εἰσῆλθε ἡ ἁμαρτία στὸν ἄνθρωπο, ἀνετράπη ἡ τάξις, ἡ θέσις καὶ ἡ σχέσις τῶν δύο αὐτῶν ὑπαρξιακῶν καί οὐσιαστικῶν  συστατικῶν του. ῾Ο θεῖος ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει λεπτομερῶς, στὴν ἐπιστολή του πρὸς τοὺς χριστιανοὺς τῆς Γαλατίας, αὐτὴ τὴν κατάστασι τῆς πνευματικῆς καὶ ὑπαρξιακῆς ἀκαταστασίας τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἑξῆς  «῾Η σάρκα, ἐπιθυμεῖ ἀντίθετα πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ δὲ πνεῦμα ἐπιθυμεῖ ἀντίθετα πρὸς τὴν σάρκα. Αὐτὰ δὲ ἀντιτίθενται καὶ ἀνταγωνίζονται τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, ὥστε νὰ μὴ πράττετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλετε» (Πρός Γαλάτας ε΄, 17).

῾Ο ᾿Απόστολος συμβουλεύει ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅλων τῶν ἐποχῶν πού ἐπιθυμοῦν νά ἔχουν σχέση μέ τόν Θεό, δίνοντας τὴν λύσι γιὰ τὴν ἀποκατάστασι τῆς τάξεως, ὅπως ἐτέθη ἀπὸ τὸν Ἴδιο τόν Θεό.

«ἐὰν ὁδηγεῖσθε καὶ ἐμπνέεσθε ἀπὸ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα, δὲν εἶσθε πλέον κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸ τοῦ Νόμου. ... ᾿Εὰν πράγματι ζοῦμε τὴν ζωὴ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ πορευόμαστε σύμφωνα μὲ ὅσα τὸ Πνεῦμα μᾶς διδάσκει» (Πρός Γαλάτας ε΄, 18-25).

῾Ο ἴδιος ἐξηγεῖ τὶς τραγικὲς συνέπειες αὐτῆς τῆς διαμάχης τῶν δύο θελημάτων, τοῦ θελήματος τῆς σαρκός, δηλαδή τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ· Αὐτό ἀπηχεῖ σέ κάθε ἄνθρωπο πού συναισθάνεται τήν διαμάχη αὐτή μέσα του καί στήν ζωή του γενικά καί παλεύει νά ἰσοροπήσει γιά νά πορευθεῖ ὀρθά πρός τήν κατά χάριν Θεοῦ σωτηρία. Σύμφωνα μέ τό ἀπόσπασμα ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του μποροῦμε καί ἐμεῖς νά σχολιάσουμε κατ’ ἐπέκταση:  

«Ὁ ἄνθρωπος δὲν ξέρει οὐσιαστικὰ τί κάνει· δὲν πράτει αὐτὸ ποὺ θέλει ἀλλά, ἀντίθετα, ὅ,τι ἀποστρέφεται τοῦτο καί πράττει. Κάνοντας ὅμως αὐτὸ ποὺ κατὰ βάθος δὲν θέλει, ἀναγνωρίζει ἔμπρακτα πὼς οἱ ἐντολὲς τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι πολύ σωστές. ῎Ετσι φθάνει στὸ σημεῖο νὰ μὴ διαπράττει ἐγὼ ὁ ἴδιος τὸ κακό, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ ἔχει ἐγκατασταθεῖ μέσα του. ῾Η ἴδια ἡ συνείδησίς του μαρτυρεῖ γι᾿ αὐτό· Δὲν κατοικεῖ μέσα του, δηλαδὴ στὸ «εἶναι» του στήν ὕπαρξή του, τὸ καλό. ᾿Απόδειξις εἶναι πὼς ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ κάνει τὸ καλό, δὲν εὑρίσκει ὅμως τὴν δύναμη νὰ τὸ μετατρέψει σὲ πράξη κατά τήν καθημερινή βιοτή του. Κι ἔτσι, δὲν κάνει τὸ καλὸ ποὺ θὰ ἤθελε, ἀλλὰ ὑπηρετεῖ τὸ κακό, ποὺ δὲν θέλει. ῍Αν ὅμως κάνει αὐτὸ ποὺ δὲν θέλει, τότε τὴν πράξη του δὲν τὴν καθορίζει πιὰ αὐτός ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ ὑπάρχει μέσα του. Συνεπῶς, ἡ πείρα δείχνει ὅτι ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος θέλω νὰ κάνει τὸ καλό, οἱ πράξεις του δείχνουν πὼς κάνει τὸ κακό. ᾿Εσωτερικὰ συμφωνεῖ καὶ χαίρεται μὲ ὅσα λέγει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Διαπιστώνει ὅμως πὼς ἡ πράξη του ἀκολουθεῖ ἕναν ἄλλο νόμο, ποὺ ἀντιστρατεύεται τὸν νόμο μὲ τὸν ὁποῖο συμφωνεῖ ἡ συνείδησίς του. Εἶναι ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας ποὺ κυριαρχεῖ στὴν ὕπαρξή του καὶ τόν κάμει αἰχμάλωτό της. Τί δυστυχισμένος ἀλήθεια, ποὺ εἶναι! Ποιός μπορεῖ νὰ τόν  λυτρώσει ἀπὸ τὴν ὕπαρξη αὐτή, ποὺ ἔχει ὑποταχθεῖ στὸν θάνατο; ῍Ας εὐχαριστήσουμε τὸν Θεὸ ποὺ τὸ ἔκανε αὐτό, μὲ τὸ σωτήριο ἔργο τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, Λυτρωτοῦ καί Σωτῆρος μας. ῎Αρα, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ὁ ἴδιος, ἐνῶ συμφωνεῖ θεωρητικὰ μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, στὴν πράξη εἶναι ὑποταγμένος στὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας» (Πρβλ. Πρός Ρωμαίους ζ΄, 15-25)

῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ τοποθετεῖ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, τίς σκέψεις καί τήν καθημερινή πρακτική του στὶς σωστές βάσεις κατὰ τὸ θεῖο θέλημα, γιὰ νὰ μὴ ταλαιπωρεῖται ἀπὸ τὴν ἀκαταστασία, τήν φθορά καί τόν πνευματικό του ἀποπροσανατολισμό ποὺ προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία ὡς ἐπιλογή του.

Μὲ τὸ φῶς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ κατ’ ἐφαρμογήν τῶν ἐντολῶν Του καί μέ τήν μετοχή μας στό τίμιο Αἷμα Του καί Σῶμα Του θὰ ἐξέλθουμε ἀπὸ τὴν ὑπαρξιακὴ ἀκαταστασία, τήν φθορά καί τόν πνευματικό του ἀποπροσανατολισμό μας καὶ θὰ ὑπερβοῦμε τὰ κτιστὰ, φθαρτά καὶ πτωτικὰ ὅρια τῆς ζωῆς μας, ὥστε νικώντας τόν θάνατο νά ὁδηγηθοῦμε πρός τήν ἄπειρη ἀγάπη Του, τό ἔλεός Του καί τήν φιλανθρωπία Του πρός σωτηρία.

26 Σεπτεμβρίου 2024

Ἀνεξερεύνητα τά κρίματα Αὐτοῦ

Ἀνεξερεύνητα τά κρίματα Αὐτοῦ

       

Οἱ ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἐποχῶν ἐναγωνίως ἀναζήτησαν τὴν αἰτία τῆς ἀσθένειας καί τῶν πειρασμῶν, τὴν σημασία καὶ τοὺς τρόπους ὑπερβάσεώς τους δίδοντας ἀναλόγως διάφορες ἀπαντήσεις.

῎Αλλοτε ἐξήγησαν ὅτι ἡ ταλαιπωρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὶς ἀσθένειες καί τούς πειρασμούς ὀφείλετο σὲ πονηρὲς καὶ κακοποιὲς δυνάμεις, τὶς ὁποῖες ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἐξευμενίσουν μὲ προσφορὲς καὶ θυσίες γιὰ νὰ ἐξορκίσουν τὸ κακό, νὰ ἀπομακρύνουν τὸ κακὸ ἀπὸ τὴν ζωή τους. Εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς μαγείας. ῎Αλλοτε ὑποστήριξαν ὅτι τὰ αἴτια τῶν ἀσθενειῶν καί τῶν πειρασμῶν ἐξηγοῦνται ἐπιστημονικὰ καὶ ἑπομένως ἡ ἴασις καὶ ἡ θεραπεία τους εἶναι θέμα τῆς ἐπιστήμης καὶ μόνο. Εἶναι ἡ ἀντίληψις τῶν φυσιοκρατῶν καὶ ὀρθολογιστῶν. Οἱ θεωρίες αὐτὲς δὲν ἀπαντοῦν πλήρως στὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἀσθένειας καί τῶν πειρασμῶν, τὴν σημασία τους καὶ πῶς ἐπιτυγχάνεται ἡ θεραπεία τους. ῾Η ῾Αγία Γραφή, χωρὶς νὰ ἀγνοεῖ ὅλες αὐτὲς τὶς ἑρμηνεῖες καὶ θεωρήσεις, στρέφει τὴν προσοχή της στὴν σημασία τῆς ἀρρώστιας, τῶν πειρασμῶν καὶ τῆς θεραπείας τους στὰ πλαίσια τοῦ σχεδίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ μὲ τὴν ἀσθένεια καί τούς πειρασμούς ἐκδηλώνεται ἡ τυραννικὴ ἐξουσία τοῦ θανάτου στὸν ἄνθρωπο. Ἐνῶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ φωτίζει ἀρκετὰ τὸ θέμα, ὅμως δὲν ἀπαντᾶ σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ μάλιστα ὅταν εἶναι προσωπικά. Συμβουλεύει καὶ ὑποδεικνύει στὸν πιστὸ νὰ συμπαρίσταται στὸν ἀσθενῆ καί πάσχοντα καὶ νὰ ὑπομένει μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ τὴν δοκιμασία τῆς ἀσθένειάς του καί τοῦ πειρασμοῦ του. Τὸ κορυφαῖο ἐρώτημα μπροστὰ στὸ ὁποῖο συντρίβεται ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ εἶναι πῶς μέσα σ᾿ ἕνα κόσμο, ὅπου ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Θεό, Αὐτός ἐπιτρέπει ὅλη αὐτὴ τὴν δυστυχία, ποὺ πλήττει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι, τὴν ἐξευτελίζει καὶ τελικὰ τὴν ἐξουθενώνει ὁδηγώντας την στὸν θάνατο. Κορυφαία παραμένει ἡ ὁμολογία· «Πόσο ἀπέραντος εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ Θεοῦ! Πόσο ἀνεξερεύνητες εἶναι οἱ ἀποφάσεις Του καὶ ἀνεξιχνίαστα τὰ σχέδια Του! Ποιός γνώρισε τὴν σκέψι τοῦ Κυρίου; Ποιός μπόρεσε νὰ γίνει σύμβουλός Του; ῍Η ποιός τοῦ ἔδωσε πρῶτος κάτι καὶ μπορεῖ ν᾿ ἀπαιτήσει ἀνταπόδοσι; ῞Ολα ὑπάρχουν ἀπὸ αὐτὸν καὶ μέσῳ αὐτοῦ, καὶ αὐτὸν ἔχουν σκοπό τους» (Ρωμαίους ια΄, 33-36). Τὸ νόημα τῶν λόγων αὐτῶν εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ γνωρίσει τὰ ὅριά του, ὡς δημιούργημα,  δηλαδὴ ὅτι εἶναι ὕπαρξις μὲ περιωρισμένες δυνατότητες σὲ σχέσι μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀναγνωρίσει τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ῾Οποῖο πρέπει νὰ προσβλέπει μὲ ἐμπιστοσύνη.

῾Η ῾Αγία Γραφὴ ἀναφέρει καὶ περιγράφει τὶς παρεμβάσεις Του στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. ῾Ο Θεὸς παρεμβαίνει μὲ σκοπὸ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ σημαίνει ὅτι ἔρχεται νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ὑπερβοῦν τὶς συνέπειες τῆς ὑποταγῆς τους στοὺς νόμους τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ νὰ ἐπανέλθουν κοντά Του. ῾Ο Θεὸς ἀποκαλύπτεται στὸν χρόνο καὶ κατὰ τὴν δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου φανερώνει τὸ σχέδιό Του καὶ τὴν σοφία Του.

῾Η ἀσθένεια καί ὁ πειρασμός θεωροῦνται ὡς καταστάσεις  ἀδυναμίας καὶ ἐξουθενώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ περιγράφονται παραστατικὰ στό  ψαλμικὸ : «Κύριε, ἡ καρδιά μου ταράχθηκε. Οἱ σωματικές μου δυνάμεις μὲ ἐγκατέλειψαν, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου δὲν ὑπάρχει  πλέον, σβύνει» (Ψαλμοῦ 37, 11). Σὲ αὐτὴ τὴν ὁμολογία ἐκφράζεται ἡ ὑπαρξιακὴ ὀδύνη τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τὸν συντρίβει ἡ ἀσθένεια καί ὁ πειρασμός. Σὲ ὡρισμένες περιπτώσεις ἡ ἀσθένεια καί ὁ πειρασμός θεωροῦνται ὅτι ἀποτελοῦν πλῆγμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. ῞Οταν ὁ Θεὸς κάλεσε τὸν Μωυσῆ καὶ τοῦ ἀνάθεσε νὰ ἐλευθερώσει τοὺς ῾Εβραίους ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν Αἰγυπτίων, γιὰ νὰ πείσει τὸν Μωυσῆ, πραγματοποίησε διάφορα σημεῖα, γεγονότα θαυμαστά, μὲ τὰ ὁποῖα τοῦ εἶπε ὅτι μὲ αὐτὰ θὰ πείσει καὶ ὁ ἴδιος τοὺς συμπατριῶτες του καὶ θὰ τοὺς ἀποδείξει ὅτι φανερώθηκε ὁ Θεὸς σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ ἔδωσε αὐτὴ τὴν ἐντολή. ῾Ο Θεὸς παρεμβαίνει καὶ πείθει τὸν Μωυσῆ δίδοντάς του μία ἀσθένεια καὶ ἐν συνεχείᾳ τόν θεραπεύει (Ἐξόδου δ΄, 6-7). Μὲ αὐτὴ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος καλλιεργεῖται στὴν ἰδέα ὅτι ἡ ζωή του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Θεό.

Στὸν δεύτερο κύκλο τῶν συζητήσεων τοῦ ᾿Ιὼβ καὶ τῶν τριῶν φίλων αὐτοῦ (᾿Ελιφάζ, Βαλδὰδ καὶ Σωφάρ) μὲ θέμα τήν ἐρώτησι «γιατί ὑποφέρει καὶ δυστυχεῖ ὁ δίκαιος ἄνθρωπος» ὁ ᾿Ιὼβ ἀπαντᾶ στὸν ᾿Ελιφὰζ, ὅτι ὅλα ὅσα ὑποφέρει καὶ ἡ ἀσθένειά του εἶναι κτύπημα, πλῆγμα, ποὺ τοῦ προκάλεσε ὁ Θεός (Ἰώβ ιστ΄, 12-14, ιθ΄, 20-22). ᾿Απὸ τὰ περιστατικὰ αὐτά, τὸ συμπέρασμα εἶναι ἕνα καὶ κοινὸ ὅτι Κύριος τῆς ζωῆς μας εἶναι ἕνας, ὁ Κύριός μας καὶ Θεός μας.

20 Σεπτεμβρίου 2024

«Tάς ἀλγηδόνας τῶν ἁγίων» (1922-2024)

«Tάς ἀλγηδόνας τῶν ἁγίων» (1922-2024)

 

102 ἔτη πρίν στά τέλη τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1922 ἐγράφη ὁ ἐπίλογος τῆς ζωῆς καί παρουσίας τῶν Ἑλλήνων στή Μικρά Ἀσία. Ὁ ἐνθοϊερομάρτυρας Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος ἔγραψε γιά τούς διωγμούς τῶν Ἑλλήνων τῆς Μικρασίας : “ Ἡ ἱστορία δέν ἔχει νά ἐπιδείξῃ τοιαῦτα παραδείγματα ἑκατοντάδων χιλιάδων λαοῦ χριστιανικοῦ ἀνοικτιρμόνως ἐξαπονδρισθέντος καί καταθρυμματισθέντος ὑπό τῆς ἀγρίας λύσσης τοῦ τουρκικοῦ φανατισμοῦ καί θηριῳδίας. Τό ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικόν Γένος κατέβη εἰς τόν Ἅδην διά νά μή ἀναβῇ ἐκεῖθεν πλέον ” (Χρήστου Σολομωνίδη, “ Ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος ”, Εἱρμός, Ἀθήνα 1993, σελ. 190).

Σάββατο 27 Αὐγούστου 1922 οἱ Τοῦρκοι καταλαμβάνουν τήν Σμύρνη. Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας κατακρεουργεῖται ἀπό τόν φανατισμένο Τουρικό ὄχλο ὁ ἐθνοϊερομάρτυρας Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος καί ἀρχίζουν οἱ λεηλασίες καί οἱ βιαιότητες κατά τῶν Χριστιανῶν. Ὁ ἅγιος Ἀρχιερέας καταποντίσθηκε ἀνάμεσα στά λυσσῶντα τουρκικά πλήθη. Μέ ξιφολόγχη τοῦ βγάζουν τά μάτια. Τοῦ κόβουν τήν γλῶσσα. Τοῦ κόβουν τά ἀφτιά. Τοῦ κόβουν τά χέρια. Τοῦ ξεριζώνουν τά γένια. Ἔσυραν τό νεκρό σῶμα του στίς τουρκικές συνοικίες, ὅπου τό διεμέλισαν. Ὅ, τι ἀπέμεινε τό ἔριξαν στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ καί τό ἄφησαν νά τό φάγουν τά σκυλιά καί τά ὄρνια. Τήν 31 Αὐγούστου 1922 οἱ Τοῦρκοι πυρπολοῦν τήν Πρωτεύουσα τῆς Ἰωνίας τήν Σμύρνη.

Κατά τήν Μικρασιατική τραγωδία :                                 

Οἱ σφαγές, οἱ λεηλασίες οἱ καταστροφές τῶν περιουσιῶν καί οἱ παντοειδεῖς φρικαλεότητες σέ βάρος τῶν Ἑλλήνων καί Ἀρμενίων, δηλαδή ὅλου τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ, στίς πόλεις καί στά χωριά τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Ἡ στρατολόγησι καί ἐξόντωσι τοῦ ἀνδρικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες τότε ἀπό 18-48 ἐτῶν ἐστρατολογήθησαν καί ὑποχρεώθησαν νά καταταγοῦν στά ἐργατικά τάγματα. Ἡ τροφή τους ἦταν μόνο χόρτα. Ἡ ἐνδυμασία τους ράκη. Ἀνυπόδητοι ὄδευαν ἐπί μῆνες ἐκτεθειμένοι στό φλογερό ἥλιο τῆς Βαγδάτης καί στό ἀφόρητο ψῦχος τοῦ Καυκάσου. Χολέρα καί τύφος τούς ἐθέριζαν.

Σέ 773.000 ἀνέρχονται οἱ Ἕλληνες τῆς Μικρασίας, τῆς Θράκης καί τοῦ Πόντου οἱ ἐκπατρισθέντες καί ὁδηγηθέντες στά βάθη τῆς Τουρκίας. (Ἔνθ’ ἀνωτέρω  σελ. 180).

     Ὁ Ἅγιος Πατέρας ἦταν ὁ κορυφαῖος μεταξύ τῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τήν ζωή τους ἐκεῖνες τίς τραγικές ἡμέρες. Ἀπό τούς 459 ἱερεῖς τῆς ἐπαρχίας Σμύρνης οἱ 347 βρῆκαν οἰκτρό θάνατο. Ἐπίσης ἐμαρτύρησαν αὐτή τήν περίοδο καί οἱ Ἱεράρχες : Ὁ Κυδωνιῶν Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος ἐτάφη ζωντανός, ὁ Μοσχονησίων Ἀμβρόσιος, τόν ὁποῖο οἱ Τοῦρκοι ἐπετάλωσαν (τοῦ κάρφωσαν δηλαδή πέταλα, ὅπως στά ἄλογα), ὁ Ἰκονίου Προκόπιος, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε φυλακιζόμενος ἀπό τίς κακουχίες καί τά βασανιστήρια, ὁ Ζήλων Εὐθύμιος, φυλακισμένος, δέν ἄντεξε τά πολυώδυνα βασανιστήρια ἐπί 41 ἡμέρες καί ἀπέθανε, ἐνῷ καθημερινῶς ἔψαλε τήν νεκρώσιμη ἀκολουθία γιά τόν ἴδιο.

Ἀναφέρει ὁ καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Λεωνίδας Φιλιππίδης, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἰδιαίτερος γραμματεύς τοῦ Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου, ὅταν ὁ Ποιμενάρχης τόν πρόετρεψε νά φύγει ἀπό τήν Σμύρνη γιά νά σωθεῖ :

Ἐγώ θά μείνω, εἶπε. Εἶμαι 54 ἐτῶν, δίς ἐξωρίσθην καί πλειστάκις ὑπέμεινα τά πάνδεινα ὀνειρευόμενος ἑλληνικήν καί ἐλευθέραν τήν δούλην πατρίδα. Ἡ πραγματοποίησις τῶν ὀνείρων μέ εὗρε παρήλικα μέν, οὐχί καί λευκότριχα. Καί ἰδού ἐπί τῶν ἡμερῶν ἐμοῦ, τοῦ καυχωμένου ὅτι, ὅπου πατῶ, ἐκεῖθεν ἀπελαύνεται ὁ Τοῦρκος, τό ὄνειρον τό λαβόν σάρκα καί ὀστᾶ ἐξαφανίζεται, διαλύεται, ἀποσυντίθεται. Καί ἰδού πρό τῶν πυλῶν τῆς Σμύρνης τῆς ἑλληνικῆς οἱ σφαγεῖς, Θεέ μου ! … Ἐγώ νά ἐγκαταλείψω τήν Σμύρνην καί τήν Μητρόπολίν μου ;  Ποτέ ! Θά μέ καταδιώκῃ ἡ σκιά τοῦ Ἱεροῦ Πολυκάρπου ὡς ἄνανδρον, καί τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε΄, ὡς ἀνάξιον διάδοχόν του. Εἴθε μόνον νά ἀξιούμην τάχιστα νά ἑνωθῶ μετ’ αὐτῶν, καθ’ ὅν καί ἐκεῖνοι τρόπον, διότι ζῶν οὐδέν πλέον θά ἔχω νά ἐλπίζω. Θνῄσκων, ἴσως ἐνισχύσω καί ἄλλους, ἵνα μένωσι πιστοί εἰς τό καθῆκον καί ποιμαίνωσι τό ποίμνιον ἐκτελοῦντες ὅσα κηρύττουν. Ἴσως, ἴσως τό αἷμα τό ὁποῖον θά χύσῃ ὁ σφαγεύς καί μέ τό ὁποῖον θά πορφυρωθῶσιν αἱ χρυσαί σελίδες τῆς συγχρόνου ἱστορίας μας καί τῆς παγκοσμίου ἱστορίας, ἴσως συγκλονίσῃ τήν ἀνθρωπίνην συνείδησιν, ἴσως φωτίσῃ τόν νοῦν καί θερμάνῃ τήν καρδιάν τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς νά κατανοήσωσιν ὅτι ὁ συντριβόμενος Ἑλληνισμός δέν εἶναι ἀνάξιος ζωῆς καί ἐλευθερίας  ” (Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 438).

Ἡ Ἐκκλησία μας ἐτησίως, μῆνα Σεπτέμβριο καθηκόντως ἐπιτελεῖ τήν μνήμη τῶν Μαρτύρων αὐτῶν. Κλίνομε μέ εὐλάβεια καί σεβασμό τό γόνυ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος ἐνώπιον τοῦ μαρτυρίου καί τῆς θυσίας τους. Καταθέτομε τά δαφνόφυλλα τῆς εὐγνωμοσύνης καί τοῦ σεβασμοῦ μας στήν μνήμη τους.

                                        

12 Σεπτεμβρίου 2024

«Σταυροῦ τύπον ἐπλήρου»

«Σταυροῦ τύπον ἐπλήρου»

          Ὁ Τίμιος Σταυρός ἀποτελε[ι ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα θέματα τῆς θεολογίας καί τῆς εὐσεβείας τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ κατά τόν κορυφαῖο ἀπόστολο Πέτρο : “Αὐτός σήκωσε τίς ἁμαρτίες μας μέ τό ἴδιο του τό σῶμα στό σταυρό” (Α΄ Πέτρου β΄ 24).

          Ὁ ἐσταυρωμένος Κύριος εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ κηρύγματος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κατά τήν ὁμολογία τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου : “Γιατί σκοπός μου δέν ἦταν νά σᾶς κάνω νά γνωρίσετε κάτι ἄλλο, παρά μόνο τόν Ἰησοῦ Χριστό, καί μάλιστα σταυρωμένο ” (Πρός Κορινθίους Α΄ β΄ 2).

          Μέ καύχησι ὁ μέγας ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ Παῦλος ἀναφερόταν στήν σταυρική θυσία τοῦ Λυτρωτοῦ καί Σωτῆρος μας Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ : “Ὅσο γιά μένα, δέ θέλω ἄλλη ἀφορμή γιά καύχηση ἐκτός ἀπό τό σταυρό τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό σταυρό πού πάνω του πέθανε ὁ κόσμος γιά μένα κι ἐγώ γιά τόν κόσμο ” (Πρός Γαλάτας στ΄ 14).

Οἱ ἀνά τούς αἰῶνες ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες μας καί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς ἐμελέτησαν ποικιλοτρόπως τά περί τό Πάθος καί τόν ἐπί τοῦ σταυροῦ θάνατο τοῦ Σωτῆρος μας. Στήν διδασκαλία τους ὁ σταυρικός θάνατος συσχετίσθηκε μέ πολλά γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού θεωροῦνται τύπος ἤ προεικόνιση του. Ἡ Καινή Διαθήκη ὄχι μόνον ἐπιτρέπει, ἀλλά καί συνηθίζει νά ἀναζητεῖ στήν Παλαιά Διαθήκη τύπους τῶν μελλόντων γεγονότων, ὅπως θά ἀποδεχθεῖ στήν συνέχεια. Ἀπό τούς ἱερούς συγγραφεῖς τῆς Καινῆς Διαθήκης ἑρμηνεύονται τά γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἰδιαιτέρως ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό πρός Κορινθίους Α΄ α΄ 19 ἐξαγγέλλει, ὅτι τό κήρυγμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας ἐξαφάνισε κάθε ἀνθρώπινη σοφία, πού τήν κατέστησε ἀνωφελῆ καί ἄχρηστη, ὅπως εἶχε προφητευθεῖ ἀπό τόν Ἠσαΐα στό κθ΄ 14.                                                       

          Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μας ἐπικαλέσθηκε γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού ἐπαληθεύθηκαν ἀπό γεγονότα τῆς ζωῆς Του :

          Συσχέτισε τό λυτρωτικό μέ σταύρωσι θάνατό Του μέ τήν ἱστορία τοῦ χάλκινου φιδιοῦ στήν ἔρημο : “Ὅπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τό χάλκινο φίδι στήν ἔρημο, ἔτσι πρέπει νά ὑψωθεῖ ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου, ώστε ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτόν νά μή χαθεῖ ἀλλά νά ζήσει αἰώνια ” (Ἰωάννου γ΄ 14 -15).                                               

          Ὁ ἅγιος καί θεοφόρος πατέρας μας Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (1296-1359 μ.Χ.) ἀρχίζει τήν ὁμιλία του στόν Τίμιο Σταυρό ὡς ἑξῆς : “ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ προαναγγελλόταν καί προτυπωνόταν μυστικῶς ἀπό παλαιές γενεές, καί κανείς ποτέ δέν συμφιλιώθηκε μέ τόν Θεό χωρίς τή δύναμι τοῦ Σταυροῦ” (Ὁμιλία ΙΑ΄ εἰς τόν Τίμιον καί Ζωοποιόν Σταυρόν. PG 151,124).

           

Τό “ξύλον τό ἐν τῷ παραδείσῳ”.

          Κατά τό βιβλίο τῆς Γενέσεως β΄ 16-17 ὁ Θεός ἔδωσε ἐντολή στούς Πρωτοπλάστους νά μή γευθοῦν ἀπό τοῦ ξύλου, δηλαδή ἀπό τούς καρπούς τοῦ δένδρου, τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ.

          Ὁ ἅγιος Φιλόθεος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (τέλη ιγ΄ αἰῶνος -1379 μ.Χ.) θεωρεῖ, ὅτι τό ξύλο, τό δένδρο δηλαδή, πού εὑρίσκετο στόν Παράδεισο προτύπωσε τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου μας.

          Ἀντιπαραθέτει ὡς ἑξῆς τό ξύλο τό ἐν τῷ παραδείσῳ μέ τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ :

          “Τό ξύλον τοῦ παραδείσου αἰχμάλωτον καί γυμνόν ἐποίησε τόν Ἀδάμ καί κρυβῆναι αὐτόν παρεσκεύασε τό ξύλον τοῦ σταυροῦ τόν νικητήν Χριστόν ἀφ’ ὑψηλοῦ πᾶσιν ἐδείκνυεν” (Λόγος εἰς τήν ὕψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ P.G.154,726).

          Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός θεωρεῖ τό ἐν τῷ παραδείσῳ ξύλο τύπο τοῦ Σταυροῦ : “ Ἐπειδή διά μέσου τοῦ ξύλου ὁ θάνατος προῆλθε, ἔπρεπε διά μέσου τοῦ ξύλου νά δωρηθοῦν ἡ ζωή καί ἡ ἀνάσταση ”(“ Ἔκδοσις ἀκριβής περί ὀρθοδόξου πίστεως ” στό ια΄ (πδ΄) κεφάλαιο “Περί σταυροῦ, ἐν ᾧ ἔτι καί περί πίστεως” P.G. 94, 1132).        Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης (660-740 μ.Χ.) αὐτούς τούς συμβολισμούς :        “Σταυροῦ τύπον ἐπλήρου ….Ἰσαάκ, τά ξύλα τῆς θυσίας ἀναλαβών καί τῷ πατρί θυσίαν ἑαυτόν ἐπειγομένῳ προτροπάδην ἐχόμενος” (“ Εἰς τήν παγκόσμιον Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ” P.G. 97, 1032). Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό ἡ ράβδος τοῦ Μωϋσῆ προεικονίζει τόν Σταυρό  (Ἔνθ’ ἀνωτέρω, P.G. 94, 1132-1133).

           

                                   

Γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ ἰσχύει πάντοτε ὁ λόγος Του :

στις θλει πσω μου κολουθεν, παρνησσθω αυτν κα ρτω τν σταυρν ατο, κα κολουθετω μοι” (Μάρκου η΄ 34).

            Μέ τήν ἑκούσια αὐτή νέκρωσι τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας ἀξιωνόμαστε τῆς αἰωνίου ζωῆς κατά τήν ὑπόσχεσή Του : “Γιατί ὅποιος θέλει νά σώσει τή ζωή του θά τή χάσει, ὅποιος ὅμως ἐξαιτίας μου χάσει τή ζωή του, θά τή βρεῖ ”(Ματθαίου ιστ΄ 25).

21 Ἰουλίου 2024

«Κηρύξατε τό εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει»

«Κηρύξατε τό εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει»

Τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι γνωστό ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ Νῶε εἶναι ὁ πρῶτος πού ἀναφέρεται ἐκεῖ ὅτι περιῆλθε σέ διάφορα μέρη καί κήρυξε τήν ἀνάγκη τῆς μετάνοιας, γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ καταστροφή τοῦ κατακλυσμοῦ (Γενέσεως στ΄). Ἀργότερα ὁ Μωϋσῆς κηρύσσει πρός τούς Ἰσραηλῖτες καθ’ ὅλο τό διάστημα πού βρισκόταν μαζί τους καί τούς καθοδηγεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἰδίως ἀπό τότε πού ἐπάνω στό ὄρος Σινᾶ ἔλαβε ἀπό τόν Θεό τίς πλᾶκες τοῦ Νόμου (Δευτερονομίου ε΄, στ΄, ζ΄). Καί κατόπιν σέ ὅλη τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ, τά κηρύγματα τῶν Προφητῶν ἀνταποκρίνονται κάθε φορά στίς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, πού προφυλάσσουν ἀπό τούς πνευματικούς καί ἠθικούς κινδύνους πού τόν περιστοιχίζουν καί τόν ἀπειλοῦν, καθοδηγώντας σέ μετάνοια καί ἐπιστροφή, πού κάθε φορά παρεκτρέπεται, προετοιμάζοντάς τον γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Λυτρωτοῦ Του, πού θά γεννιόνταν μέσα στούς κόλπους του. Τό τελευταῖο δέ προφητικό κήρυγμα, αὐτό τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου ἀπετέλεσε τήν ἀναγκαία εἰσαγωγή στό ἔργο τοῦ Λυτρωτοῦ μας, πρός τόν Ὁποῖον ὁδήγησε ὅλους ἐκείνους πού μέ τήν ἀληθινή ἐπίγνωση τῆς καταστάσεώς τους καί μέ τόν ἄσβεστο πόθο τῆς λυτρώσεώς τους προετοιμάσθηκαν σ’ αὐτή μέ τό βάπτισμα τῆς μετανοίας τους: «’Εγώ σς βαφτίζω μέ νερό, καί τό βάπτισμά μου εναι βάπτισμα μετάνοιας. Ατός μως πού ρχεται στερα πό μένα, εναι πιό σχυρός πό μένα, καί δέν εμαι ξιος οτε τά ποδήματά του νά κρατήσω. Ατός θά σς βαφτίσει μέ γιο Πνεμα καί φωτιά» (Ματθαίου γ΄, 11-13). Καί «τότε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» καί ἐμφανίσθηκε πιά στόν κόσμο ὁ Ἴδιος ὁ Λυτρωτής, γιά νά κηρύξει αὐτοπροσώπως ὅτι ἔφθασε πλέον ὁ καιρός τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί νά καλέσει σ’ αὐτήν ὅλους τούς καλοπροαίρετους ἀνθρώπους.

Αὐτά ἔπραξε ὁ Κύριός μας καθ’ ὅλη τήν τριετία τῆς δράσεώς Του μέχρις ὅτου μέ τόν σταυρικό θάνατό Του ἐπισφράγισε τό κήρυγμά Του καί ἔδωσε μέ τήν θυσία Του ὄχι μόνο τό τέλειο ζωντανό ὑπόδειγμα γιά τήν πραγματοποίηση ἐκείνων πού εἶχε διδάξει, ἀλλά καί τήν δύναμη καί τήν ἱκανότητα γι’ αὐτήν τήν πραγματοποίηση. Ὕστερα μέ τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψή Του μᾶς ἔδωσε τήν θεία ἐγγύηση περί τοῦ μέλλοντος πού περιμένει τούς ἀκροατές καί ἐκτελεστές τοῦ κηρύγματός Του.

Ἀλλά τό ἔργο τοῦ Κυρίου δέν ἦταν δυνατό νά σταματήσει ἕως ἐκεῖ. Φρόντισε γιά τήν ἐξακολούθησή του «μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθαίου κδ΄, 3). Καί γι’ αὐτό πρίν φύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό σωματικά, ἔδωσε στούς Ἀποστόλους, πού εἶχε πρός τοῦτο προετοιμάσει, τήν ἐντολή νά συνεχίσουν τό κήρυγμά Του σέ ὅλο τόν κόσμο: «Κηρύξατε τό εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκου ιστ΄, 15), εἶπε πρός τούς Ἀποστόλους, ὅταν θριαμβευτής ἐμφανίσθηκε σ’ αὐτούς μετά τήν Ἀνάστασή Του στό ὄρος τῆς Γαλιλαίας. Καί λίγο πρίν ἀναληφθεῖ τούς εἶπε πάλι : «Καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες… ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξεων α΄, 8). Πρός τόν σκοπό δέ αὐτό καί τούς ἐφοδίασε μέ τήν χάρη καί τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού τούς ὁδήγησε «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάννου ιστ΄, 13).

  Οἱ ἀπόστολοι φάνηκαν πιστοί τηρητές τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου καί συνεχιστές συγχρόνως τοῦ διδακτικοῦ Του ἔργου, στό ὁποῖο μαθήτευσαν καί ἄλλους πού κατέστησαν «διδασκάλους» καί «εὐαγγελιστές» καί οἱ ὁποῖοι περιέρχονταν σέ διάφορες πόλεις καί κήρυσσαν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Μετέδωσαν δέ τήν δική τους ἐξουσία καί τίς εὐθύνες τους οἱ Ἀπόστολοι στούς Ἐπισκόπους, πού τούς ἐγκατέστησαν σέ διάφορα μέρη τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου καί ἀπό τούς ὁποίους διαδοχικῶς ἡ ἐξουσία αὐτή καί οἱ εὐθύνες μεταβιβάσθηκαν στούς χειροτονηθέντες ἀπ’ αὐτούς καί μέ τόν τρόπο αὐτό μέχρι τίς ἡμέρες μας. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί σήμερα συνεχίζεται τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς διαδόχους τῶν Ἀποστόλων, τούς Ἐπισκόπους, ἀπό τούς Πρεσβυτέρους καί Διακόνους στούς ὁποίους παρέχεται τό δικαίωμα αὐτό μέ τήν χειροτονία καί ἀπό τούς ἄλλους «διδασκάλους» καί «κήρυκας» τούς ὁποίους σέ κάθε τόπο ὁρίζει ὁ Ἐπίσκοπος, ὡς ἁρμοδίους καί ἱκανούς γιά νά κηρύττουν.

   Εἶναι λοιπόν τό θεῖο κήρυγμα τό σημερινό μία συνέχεια τοῦ διδακτικοῦ ἔργου, πού προπαρασκευαστικῶς μέν ἄρχισαν οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τελειοποίησε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί ἀπ’ Αὐτόν παρέλαβαν καί κατ’ ἐντολή Του ἐξακολούθησαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους, οἱ Πατέρες μας τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας μας. Στηρίζεται καί θεμελιώνεται πάνω στά λόγια τῶν Προφητῶν, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων καί στήν γνήσια καί ἀνόθευτη παράδοση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.  

  

21 Ἰουλίου 2024

Πνευματοφόροι πιστοί

Πνευματοφόροι πιστοί

Ἀπό τούς θείους λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐμπνεόμεθα καί σημειώνουμε στήν συνέχεια τίς ἄριστες προστροπές μέ  τίς ὁποῖες ὀφείλουν νά πορεύονται ὅσοι θέλουν νά ζοῦν ὡς πνευματοφόροι πιστοί τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή νά ζοῦν :

«Ἐν πνεύματι»

Πού σημαίνει « ἐν τῇ ζωῇ, ἥν θὰ ζῇς ἐμπνεόμενος ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Ἡ πνευματική ζωή, τήν ὁποία ἐμπνέει πάντοτε στόν ἄνθρωπο ἡ ἐντός αὐτοῦ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μέ τούς θείους καί οὐρανίους καρπούς της (Γαλάτες  ε΄, 22) μεταβάλλει τόν ἄνθρωπο σέ πραγματικό φῶς, σέ ἅλας, πού νοστιμίζει καί συντηρεῖ τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη σέ πηγή ἁγιασμοῦ. Πνευματοφόροι καί πνευματοκίνητοι ἄνθρωποι ἀποτελοῦν πάντοτε τό ἄριστο παράδειγμα γιά τήν ζωή ὅλων. Τέτοιοι καλούμαστε νά γίνουμε ὅλοι ἀνεξαιρέτως.

«Ἐν πίστει»

Ἡ θερμή, ὀρθή καί ἀδίστακτη πίστη, πού γνωρίζει τί καί γιατί πιστεύει καί  ἀποτελεῖ γιά τόν κάτοχό της πηγή χαρᾶς καί πνευματικῆς ἀγαλλιάσεως, ἡ ὁποία μέ τήν δύναμή της μετέβαλε τά ἤθη, ἔφερε δέ καί διατηρεῖ τήν ἀναγέννηση καί τόν ἁγιασμό στήν ψυχή του, ἡ ὁποία κάνει τόν πιστό θαρραλέο ὁμολογητή καί μάρτυρα, διά βίου ἁγίου καί δι’  αἷματος, αὐτή ἡ πίστη μεταβάλλει τόν πιστό σέ ζωντανό παράδειγμα τοῦ πλησίον καί κάνει τούς πιστούς νά ἐμπιστεύωονται καί νά κατευθύνονται ἀπό αὐτόν.

«Ἐν ἁγνείᾳ»

Πού σημαίνει ὅτι ὀφείλει νά ζεῖ  « Ἐν σωφροσύνη, ἐν καθαρότητι» χωρίς τό μολυσμό τῆς ἁμαρτίας. Ὅλως ἰδιαιτέρως ἡ πνευματική καί σωματική ἁγνότητα δίνουν τό ἀποτελεσματικώτερο καλό παράδειγμα στούς πιστούς. Ἀντίθετα «φανερὰ δέ ἐστι τὰ ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστι μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις» (Γαλάτες ε΄, 19-21) πάντοτε μισοῦνταν ἀπό τούς λογικούς καί ἠθικούς ἀνθρώπους καί θεωροῦνταν ὡς κατάπτωση καί καταστροφή τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας. Καί οἱ πράττοντες τέτοια ἔργα δίκαια καί μέχρι σήμερα χαρακτηρίζονται ὡς τά χείριστα παραδείγματα γιά τήν καλή ἀνατροφή τῶν παιδιῶν καί τήν καθοδήγηση τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν. Ὅλως ἰδιαιτέρως ὀφείλουμε νά προσέξουμεν τήν συμβουλή αὐτή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «τύπος ἐν ἁγνεία».

«Πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει, τῇ παρακλήσει, τῇ διδασκαλίᾳ»

«Πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει, τῇ παρακλήσει, τῇ διδασκαλίᾳ». Στήν μικρή αὐτή φράση καί συμβουλή βρίσκουμε καί ἕνα ἀκόμη γνώρισμα τοῦ καλοῦ παραδείγματος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στόν ἀπόστολο Τιμόθεο νά ἔχει συγκεντρωμένη τήν προσοχή του στήν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, στίς συμβουλές καί στήν διδασκαλία. Ἡ πείνα καί ἡ δίψα τοῦ θείου λόγου, ἡ πρόθυμη καί μετά προσοχῆς καί προσευχῆς ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, ἐκτός τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς ὠφέλειας, προκαλεῖ ἄριστη ἐντύπωση στόν πλησίον, ὅπως καί ἡ ἀδιαφορία στήν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, ἐκτός τοῦ ὅτι στήν οὐσία ἀποτελεῖ περιφρόνησή τους, δημιουργεῖ καί ἀλγεινή ἐντύπωση στούς συνανθρώπους μας. Εἶναι δέ πραγματικά θλιβερό τό παρουσιαζόμενο φαινόμενο σέ πολλούς πιστούς, νά μελετοῦν ὅλα τά εἴδη τῶν βιβλίων καί περιοδικῶν καί νά μή διαθέτουν οὔτε ἐλάχιστα λεπτά γιά τήν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Πῶς εἶναι δυνατό νά ὁμιλεῖ κανείς γιά καλό παράδειγμα; Ὅπως φαίνεται ἡ ποιότητα ἑνός ἀνθρώπου ἀπό τούς φίλους καί τούς ἀνθρώπους πού συναναστρέφεται, ἔτσι φαίνεται καί ὁ πνευματικός ἄνθρωπος ἀπό τά βιβλία καί τά περιοδικά πού εὐχαρίστως μελετᾶ.

Σήμερα οἱ συνθῆκες ἐπιβάλλουν ὄχι τόν ἐπανευαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων ἀλλά τόν εὐαγγελισμό. Ἡ ἀμέλεια τῶν γονέων γιά τήν θρησκευτική ἀγωγή τῶν τέκνων τους, ἡ πολύμορφη διάδοση θρησκευτικῶν ἀλλοτρίων ἀρχῶν καί παραδόσεων πρός τό εὐαγγέλιο, ἡ σύγχυση καί οἱ πλάνες ἐπιτάσσουν τήν συστηματική διδασκαλία τῆς ὀρθόδοξης πίστης, τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας (Β΄ Πρός Τιμόθεον, δ΄, 3), τῆς σώζουσας ἀλήθειας.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σχολιάζει τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου λέγοντας ὅτι : «… γίνε πρότυπο τῶν πιστῶν στό λόγο, στή συναναστροφή, στήν ἀγάπη, στή πίστη, στήν ἁγνότητα,» παρέχοντας τόν ἑαυτό σου πρότυπο καλῶν ἔργων σέ ὅλα. Δηλαδή, τό παράδειγμα τῆς ζωῆς γίνε ἐσύ, στεκόμενος μπροστά σάν μιά εἰκόνα, σάν νόμος ἔμψυχος, σάν κανόνας καί ὑπόδειγμα καλοῦ βίου» (Ὁμιλία ΙΓ΄, Στήν Α΄ Πρός Τιμόθεον Ἐπιστολήν, ΕΠΕ 23, σ. 331). Ἐπισημαίνει πόσο βλάπτει τό κακό παράδειγμα καί ἡ συμπεριφορά πού καταδικάζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πού δέν ἑλκύει τούς ἀνθρώπους πρός τόν Χριστό, τήν πίστη καί τήν Ἐκκλησία.

Ἐάν σ’ ὅλα αὐτά προστεθεῖ καί ἡ συνεχής προσπάθεια γιά τήν ἀνανέωση καί ἀναζωπύρηση τῶν θείων χαρισμάτων, τά ὁποία μᾶς δόθηκαν ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν προσευχή καί γενικά μέ τήν μυστηριακή ζωή μας, θά ἔχουμε μία ὁλοκληρωμενη εἰκόνα τοῦ καλοῦ παραδείγματος, ὅπως τήν ἀντιλαμβάνεται καί τήν ζητεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

6 Ἰουνίου 2024

«ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι»

«ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι»

Δημοσιεύθηκε 6.6.2024

Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ὁμιλία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός τούς Ἰουδαίους γιὰ τὸ πνευματικὸ φῶς (Ἰωάννου ζ΄, 37-39, η΄, 12-20) ὁ ᾿Ιωάννης διηγεῖται ἀμέσως τὴ θεραπεία τοῦ γεννηµένου τυφλοῦ.  Οἱ Μαθητές ρώτησαν τὸν Ἰησοῦ : «Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἤ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ ;».

          ᾿Αφοῦ ἔγινε ἡ θεραπεία, ἀκολουθοῦν  οἱ  ἀναπόφευκτες συζητήσεις, γιατὶ  ὁ  θεραπευμένος ἦταν ζητιάνος, γνωστότατος σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ ὅλοι ἤξεραν ὅτι εἶχε γεννηθῆ τυφλός, ἐνώ τώρα ἔβλεπε. Γι’ αὐτὸ μερικοὶ ἔλεγαν: Εἶναι ἀκριβῶς αὐτός ! Ἄλλοι ἀντιθέτως : Μήπως εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει!  Ὁ  θεραπευμένος, στὸν ὁποῖο ἀπευθύνονταν, ἀπαντοῦσε : ᾿Αλλ᾽ ὄχι, εἶμαι ἀκριβῶς ἐγώ,  ὁ  γεννημένος τυφλός! Οἱ  ἄλλοι ρωτοῦσαν : Καὶ πῶς σοῦ ἀνοίχθηκαν τὰ µάτια ;  Καὶ κεῖνος μὲ ἁπλότητα ἀπαντοῦσε : Ἐκεῖνος ποὺ λέγεται Ἰησοῦς ἔκανε λίγη λάσπη, μοῦ τὴν ἔβαλε στὰ μάτια˙ μοῦ εἶπε : «Πήγαινε, πλύσου στὴν Σιλωάμ»" πῆγα κεῖ πλύθηκα˙ καί εἶδα. Μάλιστα, ὅτι ὁ τυφλὸς θεραπεύτηκε, ἦταν κάτι τὸ βέβαιο, ἀλλὰ κάτι τὸ πιό βέβαιο ἀκόμα ἦταν ὅτι ὅποιος ἔκανε λίγη λάσπη τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου ἦταν ἕνας ἁμαρτωλός, ἕνας ἀσεβής, ἕνας βδελυκτός, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ ἐγεργῆ θαύµατα. Μὲ αὐτὴ τὴν ἀμηχανία θέλησαν νὰ γνωρίσουν, γιὰ νὰ φωτισθοῦν, τὴ γνώμη τοῦ θεραπευµένου. Ρώτησαν : Τί σκέπτεσαι σὺ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια; Καὶ κεῖνος χωρὶς δισταγμό : Γιὰ μένα, εἶναι ἕνας προφήτης !

Τοῦ ἀπήντησαν περιφρονητικά : Γεννήθηκες ὅλος μέσα στὴν ἁμαρτία καὶ ἔρχεσαι  νά  διδάξης ἐμᾶς ! Ἔξω ἀπὸ ἐδῶ ! Μερικοὶ Φαρισαῖοι, ρώτησαν τὸν ᾿Ιησοῦ : «Μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν ;».  Ὁ  Ἰησοῦς ἀπήντησε σοφά : «Ἄν ἤσασταν τυφλοί», δέ θά ἤσασταν ἔνοχοι· ἀφοῦ ὅμως τώρα λέτε μέ βεβαιότητα «ἐμεῖς βλέπουμε», ἡ ἐνοχή σας παραμένει».

Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ τύφλωσις εἶναι γενική, ἀλλὰ μπορεῖ κανεὶς  νά  θεραπευθεῖ ἀπ᾿ αὐτὴ µόνον ἂν ἀρχίση νὰ ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι προσβεβληµένος, ἐνῶ δὲν θὰ θεραπευθεῖ ποτὲ ἐκεῖνος ποὺ αὐταπατᾶται, ὅτι βλέπει καθαρά˙ ἡ αὐταπάτη αὐτὴ εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνη καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμα τὴν τύφλωσι, γιατὶ εἶναι ἡ ἑπταπλῆ σφραγίδα της.

Ὁ φυσικός ἄνθρωπος ζῶντας μακρυά ἀπό τόν Θεό καί τήν ἀγάπη Του, εἶναι πνευματικά τυφλός. Τυφλός ὡς πρός τήν κατάστασή του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. (Πρός Ρωμαίους γ΄ 11). Τυφλός ὡς πρός τήν προσωπικότητα τοῦ Χριστοῦ : «Ὅποιος ὅμως μισεῖ τόν ἀδελφό του βρίσκεται στό σκοτάδι καί πο­ρεύεται μέσα στό σκοτάδι· καί δέν ξέρει ποῦ πάει, γιατί τό σκοτάδι ἔχει τυφλώσει τά μάτια του» (Α΄ Ἰωάννου β΄ 11). Τυφλός ὡς πρός τήν χάρη τοῦ Θεοῦ : «Ὅπως τό προεπε Γραφή: κανε Θεός νά ναρκωθε τό πνεμα τους, τά μάτια τους νά μή βλέπουν καί τ’ ατιά τους νά μήν κον, ς τά σήμερα». (Πρός Ρωμαίους ια΄ 8).  Τυφλός ὡς πρός τά πράγματα τοῦ Θεοῦ  (Πρός Κορινθίους Α΄ β΄, 14): « Ὅποιος μως δέν χει τό Πνεμα, δέν παραδέχεται τά δρα πού φανερώνει τό Πνεμα το Θεο, φο γιά κενον λα ατά εναι μωρία· καί δέν μπορε νά τά καταλάβει, γιατί ατά τά πράγματα κατανοονται μόνο μέ τή βοήθεια το Πνεύματος». Τυφλός ὡς πρός τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ : «Γι’ αὐτό σέ συμβουλεύω ν’ ἀγοράσεις ἀπό μένα χρυσάφι καθορισμένο στή φωτιά, γιά ν’ ἀποκτήσεις πλούτη, λευκά ροῦχα γιά νά ντυθεῖς καί νά μήν ντρέπεσαι πού φαίνεται ἡ γύμνια σου, κολλύριο γιά ν’ ἀλείψεις τά μάτια σου καί ν’ ἀποκτήσεις τό φῶς σου» (Ἀποκαλύψεως γ΄ 18). Τυφλός ὡς πρός τήν ἀνάγκη τῆς ἀναγεννήσεως : «Κι ησος το επε: “Σέ βεβαιώνω, πώς ν δέ γεννηθε κανείς ξανά, δέν μπορε νά δε τή βασιλεία το Θεο» (Ἰωάννου γ΄ 3-7). Τυφλός ὡς πρός τό κακό πού τόν περιβάλλει: «Ζούσαμε τότε σύμφωνα μέ τίς παιτήσεις ατο δ του κόσμου, πακούοντας στόν ρχοντα τν πονηρν δυνάμεων πού βρίσκονται νάμεσα σ’ ορανό καί γμασταν δολοι στίς πιθυμίες μας καί κάναμε ,τι θελε τό μαρτωλό γώ μας. Κι μαρτωλή μας φύση μς δηγοσε, πως καί τούς πόλοιπους νθρώπους, σέ πράξεις πού προκαλοσαν τήν ργή το Θεο» (Πρός Ἐφεσίους β΄ 2,3)

Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἐλευθερωμένοι γιατί βίωσαν καί ζοῦν στό φῶς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Χάρης του : « «γώ εμαι τό φς το κόσμου· κενος πού μέ κολουθε δέ θά πλανιέται μέσα στό σκοτάδι, λλά θά χει τό φς πού φέρνει στή ζωή» (Ἰωάννου η΄ 12)

28 Μαΐου 2024

«θαρσεῖται ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»

«θαρσεῖται ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»

Μέ χαρά καί εὐφροσύνη οἱ πιστοί ἑορτάζουμε λαμπρῶς τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν νίκη Του, ὁ Ὁποῖος κατά τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη «ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκαλύψεως στ´ 2).

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε ὁ ἀπόλυτος νικητής στό πάθος στό πάθος Του. Ἐπέτρεψε στούς ἐχθρούς Του νά Τόν ταπεινώσουν καί νά Τόν ἐξευτελίσουν μέ κάθε τρόπο καί μέσο, κι Ἐκεῖνος ἔμεινε ἀπαθής, ἀτάραχος, ὡς βέβαιος γιά τήν νίκη Του. Δέχθηκε νά πιεῖ τό πικρό ποτήρι τοῦ Πάθους καί νά βυθισθεῖ μέσα στόν πόνο ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατέρα. Νίκησε μέ τήν καρτερία Του, μέ τήν σιωπή Του, μέ τήν ἀνεξι κακία Του, τήν σοφή ταπείνωσή Του. Ὑπέμεινε ἑκούσια, καρτερικά καί ἀγόγγυστα τό μεγάλο μαρτύριο τοῦ Πάθους Του, ἄν καί δέν ἔπρεπε νά ὑποστεῖ τέτοιο μαρτυρικό καί ἀτιμωτικό θάνατο, ἐπειδή ἦταν ἀναμάρτητος καί δίκαιος πρός ὅλους.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος διακηρύττει, ὅτι γι᾽ αὐτή τήν ὑπακοή καί τήν ταπείνωσή Του ὁ Θεός Τόν ὑπερύψωσε καί Τόν δόξασε (Πρός Φιλιππησίους β´ 8­9.), ἀναφέροντας : «ταπεινώθηκε θεληματικά ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καί μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός τόν ἀνέβασε πολύ ψηλά καί Τοῦ χάρισε τό ὄνομα πού εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα τά ὀνόματα»

Ἔτσι ἡ ἑκούσια ὑπακοή μας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἡ ὑπομονή μας στίς προσωπικές δοκιμασίες τῆς ζωῆς «χωρὶς γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν» (Πρός Φιλιππησίους β´ 14) μετατρέπεται σέ προσωπικές περιφανεῖς νίκες, ἀφοῦ μᾶς καθιστοῦν ἀμέμπτους καί ἀκεραίους, τέκνα Θεοῦ ἄμωμα (Πρός Φιλιππησίους β´ 14­15) : «Ὅλα νά τά κάνετε χωρίς γογγυσμούς, κι ἐπιφυλάξεις, γιά νά γίνετε ἄψογοι καί ὁλοκληρωμένοι, παιδιά τοῦ Θεοῦ ἁγνά, ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους κακούς καί διεφθαρμένους. Ἀνάμεσά τους νά λάμπετε σάν ἀστέρια στόν κόσμο, μένοντας σταθεροί στό εὐαγγέλιο πού δίνει ζωή»

Ὁ Κύριός μας ὡς Νικητής τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου θυσιάστηκε καί πέθανε ἐλεύθερος ἀπό τήν ἁμαρτία, ἐπειδή ἦταν ἀναμάρτητος, γι᾽ αὐτό παρέμεινε καί ἐν «νεκροῖς ἐλεύθερος» (Ψαλμοῦ ΠΖ´ (ΠΗ´) 87, 5). Ὁ θάνατος εἶναι συνέπεια τῆς ἁμαρτίας καί τῆς παρακοῆς στό θέλημα τοῦ πανάγαθου Θεοῦ μας κατά τό ἀποστολικό «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος» (Πρός Ρωμαίους στ´ 23) δηλαδή : «Γιατί μισθός πού δίνει μαρτία εναι θάνατος, ν τό δρο πού χαρίζει Θεός εναι αώνια ζωή, τήν ποία φερε ησος Χριστός, Κύριός μας»

Ἡ Ἀνάσταση, βιώνεται ὡς προσωπική νίκη τοῦ κάθε πιστοῦ  στήν κακία καί στά ἐξευτελιστικά πάθη τῆς ἁμαρτίας, πού ἐλευθερομένος ἀπό τά ὑπαρξιακά δεσμά τοῦ πεπτωκότος μετέχει στήν καινή ζωή.

γ´. Νικητής τῶν ἀντιθέων δυνάμεων Ὅσοι συνεργάσθηκαν καί ἐπέτυχαν νά καταδικασθεῖ σέ θάνατο ὁ ἀναμάρτητος καί μόνος δίκαιος Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἐπεδίωκαν νά ἀποδειχθοῦν ἰσχυρότεροι τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ, τοῦ φωτός, ἀλλά μέ τήν Ἀνάσταση Του διαψεύσθηκαν. Αὐτή ἡ νίκη βιώνεται συνεχῶς στήν ζωή μας καί μᾶς ἐμπνέει νά μήν ὑποταχθοῦμε στίς ἀνόσιες καί ἀντίθεες δυνάμεις τοῦ κόσμου πού θέλουν νά μᾶς ἐπι­ βληθοῦν καί νά κυριαρχήσουν πάνω μας. Ὁ Κύριός μας ἐνθαρρύνει τούς μαθητές Του προτρέποντάς τους νά ἔχουν θάρρος καί νά Τόν ἐμπιστεύονται λέγοντας «θαρσεῖται ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάννου ιστ´ 33.).

Χαρεῖτε καί εὐφρανθεῖτε γιά τήν νίκη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί βιώσατέ την ὡς προσωπική νίκη στήν ζωή σας.

Ἡ νίκη τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ παρατείνεται καί σήμερα στό ὑλικό καί ἐγκόσμιο σῶμα τῶν μαθητῶν Του πού συγκροτοῦν τό πελώριο καί πολυμελές ζωντανό καί ἱστορικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν μία ἁγία ἀποστολική καί καθολική Ἐκκλησία μας, πού ἐμπνέεται καί κατευθύνεται στό χωροχρόνο ἀπό τό Πνεῦμα Ἐκείνου.

Στήν Ἐκκλησία ἐπαναλαμβάνεται μυστικά καί διά τῶν τελουμένων ἁγίων Μυστηρίων ἡ ζωή Ἐκείνου κάθε ἡμέρα καί κάθε νύκτα ὡς λόγος καί πράξη. Σέ κάθε θεία Λειτουργία γεννιέται, βαπτίζεται, διδάσκει, θεραπεύει, βασανίζεται, δικάζεται ἀπό τούς ἀδίκους καί προκατειλημένους δικαστές. Καταδικάζεται σέ σταύρωση, ἀποθνήσκει. Ἐνταφιάζεται. Ἀλλά ἀνίσταται γιά νά διακηρύξει στά πέρατα τοῦ σύμπαντος κόσμου καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων:  «Μοῦ δόθηκε κάθε ἐξουσία στόν οὐρανό καί στή γῆ» (Ματθαίου κη΄ 18). Κι ἐμεῖς τά μέλη αὐτοῦ τοῦ ἐνδόξου Θεοῦ ὁμολογοῦμε «Σύ εἶ ὁ Θεός ἡμῶν ἐκτός Σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν τό ὄνομά Σου ὀνομάζομεν. Δέν ὑψώνουμε τά χέρια μας καί τήν φωνή μας ἱκετευτικά σ’ ἄλλο Θεό.  «Τόν σταυρόν Σου προσκυνοῦμε Δέσποτα καί τήν Ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν  ὑμνοῦμε καί δοξάζουμε»

 

16 Μαΐου 2024

«ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζῳοποιηθήσονται»

«ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζῳοποιηθήσονται»

Μέσα στίς δαφνοφόρες Ἐκκλησιές μας καί μέ πνευματική εὐφροσύνη ἑορτάζουμε τήν ῎Ενδοξη ᾿Ανάστασι τοῦ Κυρίου μας, τοῦ Λυτρωτοῦ καί Σωτῆρα μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Η ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία θεωρεῖται ὡς ἡ ᾿Εκκλησία τῆς ᾿Αναστάσεως, ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι πιστεύει καί κηρύσσει τήν ᾿Ανάστασι τοῦ Χριστοῦ καί ζεῖ τήν ζωή τῆς ᾿Αναστάσεως. 

῾Ο Κύριός μας μέ τό Σωτήριο Πάθος Του, τόν Ζωοποιό Σταυρό καί Θάνατό Του, τήν ῾Εκουσία Ταφή Του καί τήν Τριήμερη ῎Ενδοξη ᾿Ανάστασί Του καί γενικῶς μέ τό Μέγα Μυστήριον τῆς ᾿Ενσάρκου Οἰκονομίας·

α) Συνεφιλίωσε τούς ἀνθρώπους μετά τοῦ ᾿Επουρανίου Θεοῦ καί Πατέρα «Κατήργησε δηλαδή τόν ἰουδαϊκό νόμο τῶν ἐντολῶν καί τῶν διατάξεων, γιά νά δημιουργήσει μέ τό ἔργο του ἀπό τά δύο ἐχθρικά μέρη, ἀπό τούς Ἰουδαίους καί τούς ἐθνικούς μία νέα ἀνθρωπότητα, φέρνοντας τήν εἰρήνη. Κι ἀφοῦ θανάτωσε μέ τό σταυρό τοῦ τήν ἔχθρα, ἕνωσε τούς δύο πρώην ἐχθρούς σέ ἕνα σῶμα καί τούς συμφιλίωσε μέ τό Θεό» (᾿Εφεσίους β´, 15-16).

β) Κατέπαυσε τήν τυρανίδα τοῦ διαβόλου «ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται» (᾿Ιωάννου ιστ´, 11) καί μᾶς ἀπήλλαξε τῆς πονηρᾶς ἐξουσίας του (᾿Αποκάλυψη κ´, 20).

γ) Παρέσχε ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καθώς «αὐτός ἱλασμός ἐστιν περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (1 ᾿Ιωάννου β´, 2).

δ) ᾿Ανεγέννησε κάθε πιστό ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος «Εὐλογημένος νά ’ναι ὁ Θεός, ὁ Πατέρας τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἀπό μεγάλη εὐσπλαχνία μᾶς ξαναγέννησε σέ μία καινούργια ζωή μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι τώρα μπορεῖτε νά ἐλπίζετε πραγματικά σέ μία κληρονομιά φυλαγμένη γιά σᾶς στούς οὐρανούς, πού δέ φθείρεται, δέν ἔχει τίποτα τό βέβηλο καί δέ μαραίνεται ποτέ» (1 Πέτρου α´, 3-4).

ε) ᾿Ανεκαίνισε τήν παλαιωθεῖσα καί φθαρεῖσα ἀπό τήν ἁμαρτία φύσι, ἡ ὁποία «κα ατ κτσις λευθερωθσεται π τς δουλεας τς φθορς στν λευθεραν τς δξης τν τκνων το θεο» (Ρωμαίους η´, 21)

στ) ᾿Εβεβαίωσε περί τῆς ἀναστάσεως μας. «Ωσπερ γρ ν τ ᾿Αδμ πντες ποθνσκουσιν, οτως κα ν τ Χριστ πντες ζοποιηθσονται» (1 Κορινθίους ιε´, 22).

ζ) Προσήγαγε τούς ἀνθρώπους γιά νά υἱοθετηθοῦν ἀπό τόν ᾿Επουράνιο Θεό καί Πατέρα «προορσαντα μς ες υοθεσαν δι ᾿Ιησο Χριστο ες ατν, κατ τν εδοκαν το θελματος ατο» (πρβλ. ᾿Εφεσίους α´, 5).

η) ᾿Ελευθέρωσε τό γένος τῶν ἀνθρώπων πού ἦτο ὑποδουλωμένο στούς νόμους τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτό ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος παραγγέλλει· «χετε πεθάνει γιά τήν μαρτία, κι ζωή σας εναι πιά κοντά στό Θεό χάρη στήν νωσή σας μέ τόν ησο Χριστό τόν Κύριό μας. Μήν φήνετε, λοιπόν, τήν μαρτία νά κυριαρχε στό φθαρτό σας σμα. …ντίθετα, νά προσφέρετε τόν αυτό σας στό Θεό, πως ταιριάζει σέ νθρώπους πού πέθαναν κι ναστήθηκαν γιά μία νέα ζωή. …Λοιπόν μαρτία δέν μπορε πιά νά σς ξουσιάσει, γιατί ζετε χι κάτω πό τήν κυριαρχία το νόμου, λλά στό χρο τς χάρης το Θεο» (Ρωμαίους στ´, 11-14).

θ) Κατήργησε τήν δύναμιν τοῦ θανάτου καί μᾶς ἔδωσε τήν ἀφθαρσία καί τήν αἰώνια ζωή γενόμενος «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτός πρωτεύων» (Κολοσσαεῖς ιη´, 2-3).

ι) Τούς ἀναξίους ἐμᾶς ὄντας καί τῆς γῆς καί αὐτῆς τῆς προσκαίρου ζωῆς ἀνέδειξε ἀξίους τοῦ οὐρανοῦ. ῾Ο Θεός Πατέρας μας «Κι ἐνῶ ἤμασταν πνευματικά νεκροί ἐξαιτίας τῶν παραπτωμάτων μας, μᾶς ξανάδωσε ζωή μαζί μέ τό Χριστό. Μέ τή χάρη του ἔχετε σωθεῖ. Μᾶς ἀνάστησε μαζί μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί μᾶς ἔβαλε νά καθίσουμε μαζί μ’ αὐτόν στά οὐράνια. Κι ἔτσι, μέ τήν ἀγάπη πού μᾶς ἔδειξε διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, φανερώνει στίς μελλοντικές γενιές πόσο ὑπερβολικά γενναιόδωρη εἶναι ἡ χάρη του» (᾿Εφεσίους β´, 5-7).

ια) Διέλυσε τό σκότος τοῦ ψεύδους καί πάσης πλάνης, ὅτι «αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον» (᾿Ιωάννου γ’, 19).

ιβ) ᾿Εξηγόρασε ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου « Ὁ Χριστός μᾶς ἐξαγόρασε ἀπό τήν κατάρα τοῦ νόμου, ἀφοῦ ἔγινε κατάρα γιά χάρη μας. Γιατί εἶναι γραμμένο: Καταραμένος ὅποιος κρεμιέται πάνω σέ ξύλο» (Γαλάτας γ´, 13).

Τέλος κατεκάλλυνε καί κατεκόσμησε τήν οἰκουμένη μέ τό φῶς τῆς δόξης Του.

᾿Εμεῖς μεταλαμβάνοντες τῆς χαρᾶς τῆς ᾿Εκκλησίας ὠφείλουμε νά εἴμαστε «υἱοί... τῆς ἀναστάσεως» (Λουκᾶ κ´, 36) καί μάρτυρες τοῦ ᾿Αναστάντος Κυρίου κατά τήν ἐντολήν Του «ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξεις β´, 16-17) μέ τήν πίστι καί τήν ἀρετή μας.

12 Μαΐου 2024

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ πηγή ἀληθινῆς ζωῆς

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ πηγή ἀληθινῆς ζωῆς

 

«Αὕτη ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ»  (Ψαλμοῦ ριζ΄, 24).

Ἐπέστη ἡ μεγάλη καί ἐπιφανής ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν ἀνάστασή Του ἀπέδειξε καί ἐπεσφράγισε μέ πανηγυρικό τρόπο ὅτι τό μέγεθος τῆς ἀγάπης μετριέται μέ τήν θυσία.

Οἱ πιστοί ἑορτάζουμε τήν νίκη τοῦ Λυτρωτοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ Ὁποῖος ἀνήρεσε τίς δυσμενεῖς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος κορυφαία τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ὁ θάνατος. Γιά ἐμᾶς σηματοδοτεῖ τήν ζωή μας καί τήν ὕπαρξή μας δίδοντας νέο (καινό) νόημα σέ ὅ, τι κτιστό μᾶς περιορίζει καί μᾶς ἀφήνει νά ὁδηγηθοῦμε στήν ἄπειρη ἀγάπη Του, στό πλούσιο ἐλεός Του, στήν κοινωνία μαζί Του καί τέλος νά ζήσουμε μέ τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας, σύμφωνα μέ τίς ἔννοιες πού ἀναπτύσονται στήν συνέχεια:

α΄. Ἡ νίκη κατά τοῦ θανάτου.

Πανηγυρίζει ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος : «Ἐπειδή λοιπόν «τά παιδιά» αὐτά ἦταν ἄνθρωποι, ἔγινε κι ὁ Ἰησοῦς ἄνθρωπος, γιά νά καταργήσει μέ τό θάνατό του αὐτόν πού ἐξουσίαζε τό θάνατο, δηλαδή τό διάβολο, καί μ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀπελευθερώσει ὅσους ὁ φόβος τοῦ θανάτου τούς εἶχε καταδικάσει νά εἶναι δοῦλοι σ ὅλη τους τή ζωή». (Πρός Ἑβραίους β΄, 14). Γιά τήν μέχρι τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας  Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμη τοῦ θανάτου, ἐρωτᾶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος

 «Θάνατε, πο εναι τό κεντρί τς δύναμής σου; δη, πο εναι νίκη σου; Τή δύναμη νά πληγώνει θανάσιμα τήν παίρνει θάνατος πό τήν μαρτία, κι μαρτία παίρνει τή δύναμή της πό τό νόμο. Ἄς εχαριστήσουμε μως τό Θεό πού μς χάρισε τή νίκη διά το Κυρίου μς ησο Χριστο» (Πρός Κορινθίους Α΄, ιε΄, 55-56).

Μέ τήν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός νίκησε τόν θάνατο ἀφοῦ ἄν καί πέθανε ὡς γνήσιος καί αὐθεντικός δηλαδή πραγματικός ἄνθρωπος ἐν τούτοις οὔτε ἡ ψυχή Του ἐγκαταλήφθηκε στόν Ἅδη χωρισμένη ἀπό τόν Θεό οὔτε τό σῶμα Του διαλύθηκε καί φθάρηκε στόν τάφο, ὅπως διεκήρυξε ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀπό τό ὑπερῶο τῆς Πεντηκοστῆς :

«Ἰησοῦν τόν Ναζωραῖον ὁ Θεός ἀνέστησε, ἐλευθερώσας ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου γιατί ἦταν ἀδύνατο νά τόν κρατήσει ὁ θάνατος» (Πράξεων β΄, 24).

Ἔτσι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε ἀρχή τῆς νέας ἀνθρωπότητος πού ἐλευθερώθηκε ἀπό τόν θάνατο, ὁ πρωτοαναστημένος ἀπό τούς νεκρούς ὥστε νά γίνει σ’ ὅλα Ἐκεῖνος πρῶτος (Πρός Κολοσσαεῖς α΄, 18).

Ὅσο κι ἄν ὁ θάνατος ὡς λέων ὀρυόμενος ζητεῖ νά καταπιεῖ τήν ζωή μας (Α΄ Πέτρου ε΄, 8) δέν θά τό ἐπιτύχει. Θά θριαμβεύσει ὁ ἀναστημένος Κύριός μας Ἰησοῦς. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος αὐτό τόν θρίαμβο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου πανηγυρίζει μέ τούς λόγους τοῦ προφήτου Ἡσαΐου «ὁ θάνατος ἀφανίσθηκε˙ ἡ νίκη εἶναι πλήρης» (Πρός Κορινθίους Α΄, ιε΄, 54).

β΄. Υἱοθεσία

Μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποκαταστάθηκε τό ἀνθρώπινο γένος στήν προπτωτική κατάσταση, χαρίζοντας τήν υἱοθεσία ἀπό τόν Θεό καί Πατέρα μας «γιά νά ἐξαγοράσει τούς ὑπόδουλους στό νόμο, γιά νά γίνουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ» (Πρός Γαλάτας δ΄, 5)

Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποφαίνεται μᾶς ἀνύψωσε ὥστε νά γίνουμε υἱοί Θεοῦ κατά χάριν.

γ΄. Ἅγιο Πνεῦμα

Χορήγησε σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους πλούσια θεία χάρη ἐπειδή ««Ἀπ’ τό δικό του πλοτο πήραμε λοι μες τή μία δωρεά πάνω στήν λλη» (Ἰωάννου α΄, 16)

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς βεβαιώνει γιά τήν κοινή ἀνάσταση ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί γιά τήν δική μας προσωπική διαλύοντας τόν φόβο τοῦ θανάτου. Γιά τούς ἀνθρώπους ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε κι ἄνθρωπος γιά νά καταργήσει μέ τόν θάνατό Του αὐτόν πού ἐξουσίαζε τόν θάνατο, δηλαδή τόν διάβολο. Μ’ αὐτό τόν τρόπο ἀπελευθέρωσε ὅσους ὁ φόβος τοῦ θανάτου τούς εἶχε καταδικάσει νά εἶναι δοῦλοι σ’ ὅλη τους τήν ζωή (Πρός Ἑβραίους β΄, 14-15).

 Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης προλέγει τήν τελευταία πράξη καί τήν τελική καθοριστική νίκη τῆς Ζωῆς  καί τῆς Ἀθανασίας, λέγοντας ὅτι «καί ὁ θάνατος καί ὁ Ἅδης ἐβλήσθησαν εἰς τήν λίμνη τῆς φωτιᾶς καί ὅποιος δέν βρέθηκε γραμμένος στό βιβλίο τῆς ζωῆς ρίχτηκε κι αὐτός στήν λίμνη τῆς φωτιᾶς» (Ἀποκαλύψεως κ΄, 14-15).

Γι’ αὐτό ὅταν βαπτίζεται ὁ ἄνθρωπος ἡ Ἐκκλησία μας εὔχεται γι’ αὐτόν πρός τόν Κύριον τῆς Ζωῆς:  «γράψον αὐτόν ἐν βίβλῳ ζωῆς».

Ἡ πίστη στόν ἀναστημένο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί τήν Ἐκκλησία μᾶς χαρίζει τήν ζωή καί τήν ἀθανασία.

 

 

25 Ἀπριλίου 2024

Οἱ ποθοῦντες τοῦ θείου Πάσχα μετασχεῖν

Οἱ ποθοῦντες τοῦ θείου Πάσχα μετασχεῖν

Ὁ εὔσπλαγχνος Θεός μας, ὁ οἰκτίρμων καί ἐλεήμων, ὁ μακρόθυμος καί  πολυέλεος καί ἀληθινός (βλ. Ἐξόδου λδ΄, 6) δέν ἐγκαταλείπει τόν λαό Του στήν ταλαιπωρία καί τήν καταπίεση. Ἐνεργεῖ γιά νά τόν ἀπαλλάξει, κατά τήν διαβεβαίωσή Του «οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ' οὐ μή σε ἐγκαταλίπω» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 5· Δευτερονομίου λα΄, 6,8).

Αὐτός ὁ Θεός προέτρεψε στήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τόν Μωϋσῆ νά ἀπευθυνθεῖ στό Φαραώ γιά νά τοῦ ἀνακοινώσει τό θέλημά Του (βλ. Ἐξόδου ε΄, 1-3). Ἐπίσης  ὁ Ἴδιος Θεός προέτρεψε τόν Μωϋσῆ νά ἀνακοινώσει  στούς Ἰσραηλῖτες τήν ἀπόφασή Του νά τούς ἐλευθερώσει καί νά τούς κάμει λαό Του (βλ. Ἐξόδου στ΄, 2-8). Στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἀντιστάθηκε ὁ Φαραώ. Τήν ἀντίστασή του ἔκαμψε ὁ Θεός μέ θαυμαστές ἐπεμβάσεις (βλ. τίς 10 πληγές, βλ Ἐξόδου ζ΄-ια΄)

Ἡ ἔξοδος πραγματοποιήθηκε τή νύκτα τῆς 14ης τοῦ μηνός Νισάν πού ἦταν ὁ πρῶτος μήνας τοῦ ἔτους ἀφοῦ προηγήθηκε τό δεῖπνο τῆς Ἐξόδου κατά τίς ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ.

 Ἔτσι συστάθηκε ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα πού ἐγκαινιάζει τήν καινή ζωή, τήν ζωή τῆς ἐλευθερίας ἀπό τή δουλεία τῶν Αἰγυπτίων γιά τούς Ἰσραηλῖτες καί τῆς ἐλευθερίας ἀπό τήν δουλεία τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας γιά τούς Χριστιανούς, «ἵνα ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Πρός Ρωμαίους στ΄, 4)

 

Ἡ σύναψη τῆς Διαθήκης.

 Ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι τό Σινᾶ δέν εἶχε δοθεῖ ἀπευθείας κανένας νόμος ἀπό τόν Θεό στούς ἀνθρώπους. Στό Σινᾶ δόθηκε ἡ Μωσαϊκή  Διαθήκη (Ἐξόδου ιθ΄, 5· κ΄, 1· λα΄, 18).  

Ἡ Μωσαϊκή Διαθήκη στό Σινᾶ δόθηκε στόν Ἰσραήλ κατ’ ἀρχή καί μετά ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πρός ὅλα τά ἔθνη, τούς ἄλλους λαούς, τούς Χριστιανούς. Ἦταν μία Διαθήκη µέ ὅρους· ἀπαιτοῦσε τήν ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν πιστή τήρηση ὅλων τῶν διατάξεων. Ἡ Διαθήκη ἦταν ἀδύνατο νά ἐφαρμοστεῖ, ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναµίας, ὅπως ὁμολογεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας «ὁ νόμος ὅμως ξέρουμε ἦταν ἀδύνατο νά ἐφαρμοσθεῖ λόγῳ τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας πέραν τούτου ἡ παράβασις τοῦ νόμου καθιστοῦσε τόν ἄνθρωπο ἔνοχο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Πρός Γαλάτες γ΄, 19-22· Πρός Ρωμαίους γ΄, 19· η΄, 3α).

Ὁ Δεκάλογος κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο εἶχε σκοπό νά δείξει τήν ἁμαρτία καί νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο νά πιστέψει στόν Ἰησοῦ Χριστό «διὰ γὰρ νόμον ἐπίγνωσις τῆς ἁμαρτίας» (Πρός Ρωμαίους γ΄, 20) , ἀφοῦ «καί ὁ νόμος παιδαγωγός ἡμῶν γέγονε εἰς Χριστόν» (Πρός Γαλάτας γ΄, 24). Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος προτρέπει ὅλου μας : «Καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Πρός Κορινθίους Β΄, ζ΄, 1).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συγκρίνει τήν νέα πραγματικότητα πού προέκυψε ἀπό τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί κατ’ ἐπέκταση τῆς Ἀναστάσεώς Του:

«Δέν προσήλθατε στό ὅρος Σινά… Προσήλθατε στό Θεό, πού εἶναι κριτής τῶν πάντων, καί σέ πνεύματα ἀνθρώπων δίκαιων, πού ἔχουν φτάσει στήν τελείωση, καί στόν Ἰησοῦ, μεσίτη νέας διαθήκης, καί σέ αἷμα ἐξαγνισμοῦ, πού ὁ Θεός τό εἰσακούει καλύτερα ἀπό τό αἷμα τοῦ Ἄβελ. Προσέχετε νά μήν ἀρνηθεῖτε τή φωνή αὐτοῦ πού σᾶς μιλάει. Γιατί, ἄν ἐκεῖνοι δέν ξέφυγαν τήν τιμωρία, ὅταν ἀρνήθηκαν ν’ ἀκούσουν ἐκεῖνον πού τούς δίδαξε πάνω στή γῆ, πολύ περισσότερο δέ θά ξεφύγουμε ἐμεῖς, ἄν ἀπαρνηθοῦμε ἐκεῖνον πού εἶναι ἀπό τούς οὐρανούς» (Πρός Ἑβραίους ιβ΄, 18-25)

Ἐπίσης, ἐπισημαίνει τόν κίνδυνο νά ἀποκλεισθεῖ κάποιος ἄν δέν ἀνταποκριθεῖ στήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ νά εἰσέλθει καί νά κατοικήσει σ’ αὐτή τήν οὐράνια πατρίδα, στό θεῖο κάλεσμα πού ἕπεται ἀπό τήν Ἀνάστασή Του : «Ἡ ὑπόσχεση ὅτι θά μποῦμε στόν τόπο, πού ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά ἀνάπαυση, ἰσχύει ἀκόμη. Ἄς προσέξουμε, λοιπόν, μήπως κανείς ἀπό σᾶς βρεθεῖ ἀπ’ ἔξω … Ἐνῶ ἐμεῖς πού πιστέψαμε θά μποῦμε στόν τόπο τῆς ἀνάπαυσης … Ἐπειδή λοιπόν ἀπομένει ἀκόμα νά μποῦν μερικοί σ’ αὐτήν, κι ἀφοῦ ἐκεῖνοι πού ἄκουσαν τότε τή χαρμόσυνη εἴδηση δέν μπῆκαν ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους, γι’ αὐτό ὁ Θεός ὁρίζει πάλι κάποια μέρα πού τήν ὀνομάζει «σήμερα»…Γιατί αὐτός πού θά μπεῖ στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας θά ἀναπαυτεῖ κι ὁ ἴδιος ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀκριβῶς κι ὁ Θεός ἀπό τά δικά του. Ἄς προσπαθήσουμε, λοιπόν, νά μποῦμε στόν τόπο τῆς ἀνάπαυσης, γιά νά μήν πέσει κανείς στό ἴδιο παράπτωμα τῆς ἀπιστίας» (Πρός Ἑβραίους δ΄, 1-11).

Ὅσοι πιστοί ὄντως ποθοῦν νά ζήσουν τό θεῖο Πάσχα, ὀφείλουν μετάνοια, συναίσθηση ἁμαρτωλότητος, σταθερή νέκρωση τῶν παθῶν τους καί στήριξη τοῦ ἀγῶνα τους μέ τήν βακτηρία τῆς θερμῆς πίστεως στό Θεό, ὅπως πολύ ὡραῖα ὑμνολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τήν περίοδο αὐτῆς τῆς μετανοίας καί τῆς κατανύξεως

 Οἱ ποθοῦντες τοῦ θείου Πάσχα μετασχεῖν, οὐκ ἀπ' Αἰγύπτου, ἀλλ' ἐκ Σιὼν ἀρχομένου, τὴν τῆς ἁμαρτίας ζύμην, ἐξάρωμεν τῇ μετανοίᾳ,   περιζώσωμεν τὰς ὀσφύας ἡμῶν, τῇ νεκρώσει τῶν ἡδονῶν, καλλωπίσωμεν τοὺς πόδας, ὑποδήμασι κωλυτικοῖς, ἐκ πάσης ὁδοῦ πονηρᾶς, καὶ στηριχθῶμεν, τῇ βακτηρίᾳ τῆς πίστεως, μὴ ζηλώσωμεν τούς ἐχθρούς, τοῦ δεσποτικοῦ Σταυροῦ, θεοποιοῦντες τὴν γαστέρα, ἀλλ' ἀκολουθήσωμεν, τῷ διὰ νηστείας ἡμῖν, τὴν κατὰ τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν (Ἰδιόμελον Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Πέμπτης τῆς Α΄ Ἑβδομάδος τοῦ Τριωδίου)

  

 

 

13 Ἀπριλίου 2024

«Κατ᾽ ἰδίαν εἰς ἔρημον»

«Κατ᾽ ἰδίαν εἰς ἔρημον»

Ὁ πιστός ἄνθρωπος συχνά αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ἀποσύρεται καί νά ζητεῖ τήν περισυλλογή ἰδιαίτερα ὅταν τόν ἀποσχολοῦν προβλήματα καί χρειάζεται νά λάβει ἀποφάσεις.  Ὁ Κύριος ἀνέβηκε σέ ἕνα βουνὸ γιά νά προσευχηϑεῖ : «καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ  ὄρος κατ' ἰδίαν προσεύξασθαι» (Ματθαίου ιδ΄, 23). ᾿Εκεῖ στὴ μοναξιὰ προσευχήϑηκε ὡς τὴ βαϑιὰ νύχτα. Ἔτσι μᾶς δίδαξε μέ τό παράδειγμά Του πώς νά ἐπιζητοῦμε τήν περισυλλογή. Ὁ Ἰησοῦς μόνος Του ἢ μὲ τοὺς ᾿Αποστόλους ἀπεσυρόταν σὲ ἕνα ἔρημο τόπο γιά νά προσευχηθεῖ.

Ἡ περισυλλογή εἶναι τό κατώφλι μιᾶς νέας ζωῆς, εἶναι ἡ ἀναζωογόνηση τῶν πνευματικῶν δυνάμεών μας καί δέν πρέπει νά θεωρεῖται χρόνος  χαμένος. Εἶναι ἀντίκρυσμα τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ὁ καθρέπτης τῆς ψυχῆς μας. Εἶναι εὐκαιρία γιά νά ἐξετάσουμε τὰ σφάλματά μας καί μέ ἀναγεννημένες δυνάμεις νά ξαναρχίσουμε τὸν ἀγώνα τῆς ζωῆς καί νά συνεχίζουμε. Ὁ Κύριος παράγγειλε στούς Μαθητές Του :  «δεῦρο εἰς ἔρημον τόπον» (Μάρκου στ΄, 31).

Ὁ Ἴδιος «ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος» (Ματθαίου ιδ΄, 23)  μετά τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ἰχθύων παρόλο πού ὅλοι  θά ἤθελαν νά μείνουν κοντά Του, νά τόν βλέπουν νά θαυματουργεῖ καί νά Τόν ἀκοῦνε νά διδάσκει μέ θεῖα καί σοφά λόγια. Ἐκεῖνος, πού προγνώριζε τό θεῖο θέλημα τοῦ Πατρός Του κατά τήν θεία Οἰκονομία καί τό θεῖο σχέδιο Αὐτοῦ δὲν ἤθελε νὰ δημιουργεῖται θόρυθος γύρω ἀπό τὸ πρόσωπό Του, καί «ἠνάγκασε» τοὺς Μαθητές Του, νὰ μποῦν στὸ πλοῖο καὶ νὰ περάσουν στὴν ἀπέναντι ὄχθη, ὡσότου διαλυθοῦν τὰ πλήθη. ᾿Απ᾽ ἐκεῖ ἀνέβηκε μόνος Του σὲ ἕνα βουνὸ καὶ προσευχήθηκε ἕως ἀργά τή νύχτα. Τὴν περισυλλογὴ αὐτὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὴ περισυλλογή καὶ τὴ σιωπὴ θὰ πρέπει νά μελετοῦμε καί μεῖς καί νά παραδειγματιζόμαστε πράττοντας τό ἴδιο. Εἶναι μία κατάσταση πού ἀβίαστα ἐπιζητεῖ ἡ ψυχή τοῦ κάθε ἀνθρώπου, καί εἰδικότερα τοῦ πιστοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὁ Κύριός μας πρῶτος μέ τὰ θεῖα λόγια Του καὶ τὸ παράδειγμά Του μᾶς δίδαξε πὼς εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁδηγούμεθα σέ περισυλλογή συχνά. Δὲν ἀρκέστηκε νὰ περάσει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς Του στὴν ἀφάνεια καὶ στὴ σιωπή, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀρχίσει τὸ δημόσιό βίο Του θέλησε γιὰ σαράντα μέρες νὰ ἀποτραβηχθεῖ στὴν ἔρημο καί νά μείνει μόνος Του. Κατὰ τὰ τρία τελευταῖα χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, ποὺ ἦταν χρόνια ἐντατικῆς δράσεως, μέ προτροπές, κηρύγματα καί συνομιλίες μέ πάσχοντες, κάθε τόσο ἀποσυρόταν σὲ κάποιο λόφο, σὲ κάποια ἀκροθαλασσιά, σὲ κάποιο κῆπο κι ἐκεῖ βυθιζόταν καί ἀφιερωνόταν στὴν προσευχὴ. «Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐξῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι, καὶ ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ»  (Λουκᾶ στ’, 12). Μετά τήν προσευχή αὐτή ὁδηγεῖται σέ μία σημαντική ἀπόφασή Του καί καλεῖ τούς δώδεκα Ἀποστόλους, ὅπου καί τούς ὀνοματοδοτεῖ.  Ἄλλοτε προσκαλεῖ τοὺς μαθητές Του νὰ πᾶνε μαζί Του σὲ ἕνα ἐρημικὸ μέρος καὶ ἐκεῖ νὰ ἀναπαυθοῦν καὶ νὰ προσευχηθοῦν: «Δεῦτε ὑμεῖς αὐτοὶ κατ᾽ ἰδίαν εἰς ἔρημον τόπον καὶ ἀναπαύσασθε ὀλίγον» (Μάρκου στ΄, 31).

Ἄλλοτε συνέβηκε νὰ περάσει ὁλόκληρη τὴν νύχτα στὴν ἀπομόνωση καὶ τὴν προσευχή. «Καὶ ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ» (Λουκᾶ στ΄, 12). Ἀναφέρουν ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς καὶ ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος : «Ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ» (Ματθαίου ιδ΄, 23). Εἶχε βραδυάσει γιά καλὰ καὶ ἀκόμα ἦταν μόνος Του. ᾿Απὸ τοὺς πρώτους αἰώνες βλέπουμε πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μὲ ἅγια καὶ ἀποτελεσματικὴ δρᾶσι, ποὺ φλογίζονταν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔπαυαν νὰ ζητοῦν τὴ περισυλλογή γιὰ ν᾿ ἀσκηθοῦν  στά τελειώτερα καὶ νὰ παρακολουθήσουν καλύτερα τὸν ἑαυτό τους, καθώς καὶ δὲν ἔπαυσαν νὰ συνιστοῦν στοὺς ἄλλους τὴν ἀνάγκη αὐτῆς.

Ἐκτὸς τούτου ὑπήρχαν ἄνθρωποι πρός θεραπεία ὅπως τυφλοί, ποὺ γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς πρέπει νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν ἐρημιά. «᾿Επιβαλλόμενος τῆς χειρὸς τοῦ τυφλοῦ ἐξήνεγκεν αὐτὸν ἔξω τῆς κώμης» (Μάρκου η΄, 23). Ὁ Ἴδιος μᾶς καλεῖ μέ τήν ἐντολή Του :«Δεῦρο εἰς ἔρημον τόπον». Ἔλα, μᾶς λέγει μαζί μου νὰ ἀναπαυθεῖς ἀπὸ τὶς καθημερινές ἀσχολίες σου καί τήν θορυβώδη ζωή. Ἄφησε τὰ πάντα καὶ θὰ βρεῖς τὰ πάντα σέ μένα, γιατί Ἐγώ, μᾶς λέγει, εἶμαι «τά πάντα ἐν πᾶσι» (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 11). Τό ἐξηγεῖ ὑπέροχα ὁ ἅγιος Χρυσόστομος:  

«Ἐγώ εἶμαι πατέρας, ἐγώ ἀδελφός, ἐγώ νυμφίος, ἐγώ οἰκία, ἐγώ τροφή, ἐγώ ἔνδυμα, ἐγώ ρίζα, ἐγώ θεμέλιο, κάθε τί τό ὁποῖο θέλεις ἐγώ· … Ἐγώ καί θά σέ ὑπηρετήσω· …Ἐγώ εἶμαι καί φίλος, καί μέλος τοῦ σώματος καί κεφαλή καί ἀδελφός, καί ἀδελφή καί μητέρα, ὅλα ἐγώ·…Ὅλα γιά μένα εἶσαι σύ· καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος τοῦ σώματος. Τί περισσότερο θέλεις;» (Ε.Π.Ε. τ. 12, σ. 34)

Ἄς ἐπιβάλλουμε, λοιπόν, σιωπὴ στὰ πάθη μας καὶ θ᾽ ἀκούσουμε τὴ δική μας φωνή, ποὺ θὰ μᾶς ὑποδείξει τὰ σφάλματά μας, θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ βροῦμε τὶς ἐλλείψεις μας καὶ γενναιόδωρα θὰ μᾶς χορηγήσει τὴ χάρι Του γιὰ νὰ ξαναρχίσουμε τὸν καθημερινὸ ἀγώνα, πιὸ συστηματικά, πιὸ ἀποτελεσματικά, πιὸ ἀξιόμισθα.

5 Ἀπριλίου 2024

Ὁ πνευματικός οἶκος.

πνευματικός οἶκος.

            Ὁ πιστός πού ἐπιθυμεῖ νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό θεῖο θέλημα καί τίς εὐαγγελικές ἐπιταγές καί τίς σωτήριες γιά τόν ἄνθρωπος ἐντολές τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὀφείλει νά ἀγωνίζεται γιά τήν ἀπόκτηση ἀρετῶν μέ προοπτική τήν σωτηρία του, πού θά τοῦ δοθεῖ ὡς δῶρο ἀπό τόν Θεό καί Πατέρα μας.

Γιά νά οἰκοδομηθεῖ ὅμως ὁ οἶκος τῶν ἀρετῶν ἀπαιτεῖται νά καταλυθεῖ ὁ οἶκος τοῦ σώματος πού ἐξουσιάζεται ἀπό τήν ἁμαρτία. Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος: προτρέπει τούς πιστούς: «Γι’ ατό, λοιπόν, δέ χάνουμε τό θάρρος μας. Μπορε ξωτερικά νά βαδίζουμε στό θάνατο, σωτερικά μως, ἡμέρα μέ τήν μέρα, ζωή μας νανεώνεται» (Β΄ Πρός Κορινθίους δ΄ 16).

            Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος διδάσκει ὅτι: «Ὅταν δέ τό θνητό φρόνημά μας καταποθεῖ καί κυριευθεῖ ἀπό τήν προθυμία μας, τότε λοιπόν μέ κάθε χαρά καί σπουδή καί πόθο καί φλόγα ἀποκτοῦμαι τίς ἀρετές». (Λόγος Α΄ τῆς Κλίμακος: Περί ἀποταγῆς § κθ΄) .

            Πόλεμος καί μάχη παντοτεινή εὑρίσκεται μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος· καί ὅσο τό ἕνα νικᾶ, τόσο τό ἄλλο ὑποχωρεῖ. Ἑπομένως ὅποιος θέλει νά οἰκοδομήσει τόν οἶκο τῆς ψυχῆς, πρέπει νά νικήσει προηγουμένως τίς ἐπιθυμίες καί τά πάθη τοῦ σώματος καί νά τά ὑποτάξει στήν ψυχή. Γιά τοῦτο προτρέπει ὁ Παῦλος: «Γιατί οἱ ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες εἶναι ἀντίθετες μέ τό Πνεῦμα, καί φυσικά τό Πνεῦμα ἀντίθετο μέ τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες. Αὐτά τά δύο ἀντιμάχονται τό ἕνα τό ἄλλο, καί γι’ αὐτό ἄλλωστε δέν κάνετε αὐτά πού θά θέλατε νά κάνετε» (Πρός Γαλάτες ε΄ 17).

 Ὁ πνευματικός οἶκος τῆς ψυχῆς οἰκοδομεῖται μέ διάκριση καί σοφία καθώς εἶναι γραμμένο: «Μέ τήν ἀληθινή σοφία, μέ τήν εὐλάβεια καί τόν φόβο δηλαδή τοῦ Θεοῦ, θεμελιώνεται καί κτίζεται ἕνα σπίτι· μέ τήν σύνεσι δέ ἀνορθώνεται καί προοδεύει ἡ οἰκογένεια» (Παροιμιῶν κδ΄ 3).

                Οἱ πιστοί πρέπει νά ἀποφεύγουν κάθε ἔλλειψη καί ὑπερβολή, πού ἀμφότερες εἶναι κακίες, καί νά εὑρίσκεται πάντοτε στό μέσο, πού εὑρίσκεται ἡ ἀρετή.

            Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἑρμηνεύοντας τό χωρίο «ὁδῷ βασιλικῇ πορευσόμεθα » (βλ. Ἀριθμῶν κα΄ 22) διδάσκει: «Αὐτός ὁ λόγος ἐκφράζει μιά ἀλήθεια, ἐπειδή προσδιορίζει ὅτι οἱ ἀρετές εὑρίσκονται στή μέση. Γιατί εἶναι φυσικό κάθε κακία νά διαπράττεται ἤ μέ τήν ἔλλειψη ἤ μέ τήν ὑπέρβαση τῆς ἀρετῆς» (Λόγος εἰς τόν βίον τοῦ Μωϋσέως P.G. 44, στ.420)

             Στόν οἶκο τῆς ψυχῆς οἰκοδόμος καί φύλακας εἶναι ὁ Κύριος

            Οἱ πιστοί πού οἰκοδομοῦν τήν πόλη τῆς ψυχῆς τους, δέν πρέπει νά παραλείπουν νά ἐπικαλοῦνται τόν ὄντως Οἰκοδόμο, ὥστε Αὐτός νά τήν οἰκοδομήσει, Αὐτός νά τήν φυλάξει ἄσειστη μέχρι τέλους κατά τόν γραφικό λόγο: «Ἐάν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν φυλάξει μία πόλη, μάταια ἀγρύπνησαν οἱ φρουροί της» (Ψαλμοῦ ρκστ΄(ρκζ΄) 126,1).

            Ὁ πνευματικός οἶκος τῆς ψυχῆς οἰκοδομεῖται μέ τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν. Διδάσκει σχετικῶς ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος στά 154 πρακτικά καί θεολογικά κεφάλαια: “… ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος συντηρεῖται μέ τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν, ἐνῶ τά ἔργα τῶν ἐντολῶν καταβάλλονται σάν θεμέλια γιά τή δωρεά τοῦ Θεοῦ. Καί οὔτε ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος παραμένει χωρίς τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν, οὔτε ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν χωρίς τήν χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι χρήσιμη καί ὠφέλιμη…καί ἐκεῖνος πού ἔβαλε τά θεμέλια τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν καί σήκωσε τοίχους ὑψηλῶν ἀρετῶν, ἄν δέν λάβει καί τή χάρη τοῦ Πνεύματος μέ θεωρία καί γνώση ψυχῆς, εἶναι ἀτελής καί ἄξιος νά τόν οἰκτείρουν οἱ τέλειοι. Αὐτός στερήθηκε τή χάρη ὁπωσδήποτε ἀπό δύο αἰτίες. Ἤ ἀμέλησε τή μετάνοια, ἤ, βλέποντας τό σύνολο τῶν ἀρετῶν, ἀποθαρρύνθηκε ἀπό τό ἄπειρο πλῆθος τους καί παρέλειψε κάποια ἀπό ἐκεῖνες πού ἐμεῖς τίς θεωροῦμε πολύ μικρές, εἶναι ὅμως ἀναγκαῖες γιά νά ὁλοκληρωθεῖ τό σπίτι τῶν ἀρετῶν. Γιατί χωρίς αὐτές δέν μπορεῖ νά στεγασθεῖ μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματος” (“Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν” μεταφρασμένη τόμος Δ΄. Ἐκδόσεις: “Tό περιβόλι τῆς Παναγίας” σελ. 28-29).   Τέλος ὁ πνευματικός οἶκος οἰκοδομεῖται μέ πολλούς κόπους, θλίψεις καί δάκρυα καί πόνους. Γι’ αὐτό  αὐτός ὁ χρυσορρήμoνας Ἰωάννης (βλ. P.G. 55, στ. 361 Ὁμιλία εἰς τόν ρκε΄ (ρκστ΄) 125 Ψαλμόν) διδάσκει : Ὅπως οἱ γεωργοί σπέρνουν μέ κρύο, μέ βροχές, μέ ἀνέμους καί μέ ἄλλες κακοπάθειες τοῦ χειμώνα ἀποβλέποντες στήν μέλλουσα χαρά πού ἐλπίζουν νά ἀπολαύσουν ὅταν θερίσουν, ἔτσι καί οἱ χριστιανοί σπέρνουν στήν ζωή αὐτή μέ δάκρυα καί κόπους τά σπέρματα τῶν ἀρετῶν καί τῆς μετάνοιας. Στήν μέλλουσα ζωή ἔχουν νά ἀπολαύσουν χαρά καί ἀγαλλίαση.

Γιά τό πολύ σημαντικό θέμα αὐτό πού ἀφορᾶ στήν πορεία τοῦ πιστοῦ καί τόν πνευματικό του ἀγῶνα ὁ Μέγας Βασίλειος διδάσκει παραδειγματικά καί εὔστοχα σχολιάζοντας τόν ρκε΄ Ψαλμό, σχετικῶς: «Ἐκεῖνοι λοιπόν πού διαπέρασαν τίς ἡμέρες τοῦ παρόντα αἰώνα πού εὑρίσκεται ἤδη στό τέλος του καί κοντεύει νά δύσει, μέ τό νά θρηνοῦν τίς ἁμαρτίες τους, θά χαροῦν αὐτοί, ὅταν ἔλθει τό ἀληθινό ἐκεῖνο πρωΐ. Γιατί «Αὐτοί πού σπέρνουν μέ δάκρυ τώρα, μέ ἀγαλλίαση θά θερίσουν» δηλαδή στό μέλλον» (βλ. Ψαλμοῦ ρκε΄ (ρκστ΄)125,5) (P.G. 29, στ.316 Ὁμιλία εἰς τόν  κθ΄ (29) Ψαλμόν).

                                               

29 Μαρτίου 2024

“Ταῖς ἀρεταῖς προσβῶμεν»

Ταῖς ἀρεταῖς προσβῶμεν»

 

Ταῖς ἀρεταῖς προσβῶμεν ὥσπερ βαθμίσιν τόν νοῦν ἀνυψοῦντες μυστικαῖς θεωρίαις ”. Δηλαδή: “ Ἄς πλησιάσουμε (ἄς ἀνεβοῦμε) στίς ἀρετές σάν σέ σκαλοπάτια ἀνυψώνοντας τόν νοῦν μας μέ μυστικές θεωρίες ”.

            Μέ τό δίστιχο αὐτό τῆς ἀσκητικῆς καί νηπτικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας προτρέπονται οἱ πιστοί ἰδαίτερα αὐτή τήν περίοδο νά ἀνέβουν τίς κορυφές τῶν ἀρετῶν καί νά τίς κατακτήσουν, νά προοδεύσουν δηλαδή στήν πνευματική ζωή καί νά τελειωθοῦν ἑνωμένοι μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό ἀποκτώντας καί οὐσιαστικά κατακτώντας τίς ἀρετές. Αὐτή ἡ πνευματική προσπάθεια, πού ἀπαιτεῖ πρωτίστως θέληση καί βούληση καθώς καί κόπο ἀπό τήν πλευρά τοῦ πιστοῦ πού βιώνει τά ἐκκλησιαστικά γεγονότα παρομοιάζεται μέ ἀνάβαση σέ κάποιο ψηλό μέρος, μέ τήν σκάλα (βαθμίδα). Ὄργανο καί κίνητρο σ’ αὐτή τήν ἀνάβαση, τήν προσπάθεια δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου νά ἀνέλθει πνευματικά, ἀφήνοντας κάθε τί γήϊνο πού τό κρατᾶ δέσμιο τῶν παθῶν του εἶναι οἱ μυστικές θεωρίες.

Ἡ  ἄνοδος στίς κορυφές τῶν ἀρετῶν.

            α΄. Ὁ ἀγώνας αὐτός γιά τήν ἀπόκτηση τῶν πνευματικῶν ἀρετῶν στήν πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας μας παρομοιάζεται μέ ἀνάβαση σέ σκάλα. Κάθε φορά πού προοδεύει πνευματιά ὁ πιστός τῆς Ἐκκλησίας μας ἀποκτώντας μιά ἀρετή θεωρεῖται, ὅτι ἀνεβαίνει ἕνα σκαλοπάτι (βαθμίδα) πιό ψηλά στήν νοερή καί πνευματική κλίμακα τῶν ἀρετῶν.

            Ὁ ἀγώνας αὐτός εἶναι κοπιώδης, ὅπως τονίσαμε καί παραμοιάζεται ὅπως ἡ ἀνάβαση στήν σκάλα. Ὅπως ὅσο πιό ἐλαφρύς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο εὐκολώτερα ἀνεβαίνει τήν σκάλα, ἔτσι καί ἡ ψυχή προοδεύει, πλησιάζει στήν ἀρετή ὅταν δέν ἔχει βάρος (πάθη). Βάρος στή ψυχή εἶναι τά γεώδη καί τά πρόσκαιρα.

            Γι’ αὐτό συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Παῦλος τούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας μας νά «τινάξουν» ἀπό πάνω τους κάθε γήϊνο φορτίο, ὥστε μέ περίσσια καί σταθερή ὑπομονή νά τρέχουν τό ἀγώνισμα τοῦ δύσκολου δρόμου πού ἔχουν μπροστά τους: «χοντας, λοιπόν, γύρω μας τόσο μεγάλη στρατι μαρτύρων ς τινάξουμε π πάνω μας κάθε φορτίο, κα τν μαρτία ποὺ εκολα μᾶς μπλέκει, κι ς τρέχουμε μ πομον τ γώνισμα το δύσκολου δρόμου, πο χουμε μπροστ μας»   

 (Πρός Ἑβραίους ιβ΄ 1).

                                                                               

            β΄. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς προτρέπει τούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας μας νά ἀποκτήσουν τίς ἀρετές τονίζοντας τήν ἀξία τῆς ἀρετῆς, πού πρέπει νά ἀποκτήσουν οἱ πιστοί συγκρίνοντάς την μέ τά θαύματα διδάσκοντας, ὅτι ἡ ἀρετή εἶναι ἀνωτέρα καί αὐτῶν τῶν θαυμάτων (Βλ. P.G. 57, 387 §7-8  Ὁμιλία λβ΄ στό κατά Ματθαῖον).

                                                                 

            Ὁ ἴδιος ἅγιος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἐνθαρρύνει τούς πιστούς νά ἐπιδοθοῦν στόν πνευματικό ἀγώνα τους γιά νά ἀποκτήσουν τίς ἀρετές ὑποδεικνύοντας, ὅτι ὑπάρχουν πολλοί τρόποι γιά νά ἐπιτύχουν τήν σωτηρία τους καί προσκαλώντας τους νά ἐπιλέξουν ὁ καθένας νά ἀγωνισθεῖ νά ἀποκτήσει ὅποια ἀρετή θεωρεῖ κατάλληλη γιά τόν ἑαυτό του (P.G. 55, 367  Ἑρμηνεία στόν ρκζ΄ (127) Ψαλμό).

            γ΄. Στήν πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν οἰκοδομεῖται ὁ οἶκος τῆς ψυχῆς. Σ’ αὐτή τήν οἰκοδομή ἀναφέρεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Κορινθίους Α΄ ἐπιστολή του (γ΄ 9-17) ὡς ἑξῆς: «… Γιατὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ βάλει ἄλλο θεμέλιο ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό πού ὑπάρχει καί πού εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός μας. Τώρα, ἂν κάποιοι χτίζουν πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θεμέλιο μὲ χρυσάφι ἢ ἀσήμι ἢ πολύτιμα πετράδια, μὲ ξυλεία, χορτάρι ἢ ἄχυρο, ἡ δουλειά τοῦ καθενὸς θὰ φανεῖ· θὰ τή φέρει στό φῶς ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως … Δέν ξέρετε πώς εἶστε ναός τοῦ Θεοῦ καί ὅτι τό Πνεῦμα του κατοικεῖ ἀνάμεσά σας; Ἄν κάποιος, λοιπόν, μέ τίς διαιρέσεις καταστρέφει τόν ναό τοῦ Θεοῦ, αὐτόν θά τόν ἀφανίσει ὁ Θεός. Γιατί ὁ ναός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἅγιος, κι ὁ ναός αὐτός εἶστε ἐσεῖς».             

            Θά δοῦμε στήν συνέχεια τούς κανόνες πού διέπουν αὐτή τήν πνευματική ἐργασία.

            i. Κατά τήν διδασκαλία τῶν νηπτικῶν Πατέρων ἡ πνευματική οἰκοδομή οἰκοδομεῖται μέ ἕνα πνευματικό τρόπο. Ἀντί λίθων ὁ οἶκος τῆς ψυχῆς κτίζεται μέ τίς διάφορες ἀρετές. Ἀντί πηλοῦ καί λάσπης χρειάζεται σθεναρή ταπείνωση, ὅπως μέ τό πηλό σέ κάποιο οἰκοδομή συγκολοῦνται οἱ πέτρες, ἔτσι καί μέ τήν ταπείνωση συγκολλοῦνται ὅλες οἱ ἀρετές τῆς ψυχῆς μας. Ἀντί τεσσάρων τοίχων ὁ οἶκος τῆς ψυχῆς χρειάζεται τίς τέσσαρες γενικές ἀρετές, τήν φρόνηση, πού διδάσκει τί νά πράττουν καί τί νά μή πράττουν οἱ πιστοί, τήν σωφροσύνη, πού χαλιναγωγεῖ τό ἐπιθυμητικό, τήν ἀνδρεία, πού χαλιναγωγεῖ καί συγκρατεῖ τό θυμικό κατά μόνου τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας καί τήν δικαιοσύνη, πού ἀποδίδει σέ κάθε μέρος τοῦ ἀνθρώπου τά οἰκεῖα, δηλαδή στήν ψυχή τά πνευματικά καί στό σῶμα τά ὑλικά σύμφωνα μέ τούς Νηπτικούς Πατέρες

Στέγη τοῦ οἴκου τούτου εἶναι ἡ τελεία ἀγάπη πρός τόν Θεό μας καί ἡ πρός τόν πλησίον, πού εἶναι τό τέλος καί τό κεφάλαιο ὅλων τῶν ἀρετῶν. Οἰκοδόμος τοῦ οἴκου αὐτοῦ εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, καθώς καί ὁ Δαβίδ αὐτό μαρτυρεῖ καί ὁ μελῳδός στό γνωστό ἀναβαθμό πού λέγει:  « Ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον τόν τῆς ψυχῆς, μάτην κοπιῶμεν» (Ψαλμοῦ ρκστ΄ (ρκζ΄)126,1), δηλαδή: «Ἐάν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν οἰκοδομήσει καί δέν εὐδοκήσει τήν ψυχή, μάταια κοπιάζουμε»

           

22 Μαρτίου 2024

«Ζήλευε οὖν καί μετανόησον»

«Ζήλευε οὖν καί μετανόησον»

 

Ἡ Κυριακή Α΄ Νηστειῶν – τῆς Ὀρθοδοξίας μᾶς δίδει τό ἔναυσμα νά συλλογισθοῦμε γιά τό πλοῦτο καί τό μεγαλεῖο, πού ὡς πιστοί τῆς Ἐκκλησίας κατέχουμε, ἀλλά καί πού ὀφείλουμε νά τόν διαφυλλάτουμε ἀκέραιο. Ὁ Κύριος μᾶς διαβεβαίωσε μέ τόν ἀψευδέστατο λόγο Του, ὅτι «πῦλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσι τῆς Ἐκκλησίας» (Ματθαίου ιστ΄ 18) δηλαδή οὔτε ὁ θάνατος μπορεῖ νά ἐξαφανίσει τήν Ἐκκλησία. 

Οἱ ἅγιοι Πατέρες γιά νά στηρίξουν τήν «ἐν Χριστῷ» ζωή καί τήν ἐλπίδα τῶν πιστῶν ὑπέστησαν μαρτύρια, ἐξορίες, διωγμούς, ἀποκλεισμούς, φυλακίσεις, δημεύσεις, βασανισμούς, θάνατο, ἀλλά δέν ὑποτάχθηκαν στήν ἀσεβῆ ἐξουσία πού τούς δίωκε καί ἔμειναν σταθεροί ὑποστηρικτές τῆς ἀληθείας. Οἱ ἐχθροί καί διῶκτες τους ὅμως ἡττήθηκαν ἀπό τή δύναμη τῆς ἀλήθειας καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Κύριος τῆς δόξης ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, ὥστε νά μή διαιωνίζει ὁ θάνατος τό γένος τῶν βροτῶν.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐρωτᾶ: «Ποῦ σου θάνατε τό κέντρον; Ποῦ σου Ἅδη τό νῖκος;» (Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄ 55). Γι’ αὐτά πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας. Γι’ αὐτό τόν θρίαμβο χαίρεται καί εὐφραίνεται. 

            Στίς ἑπτά ἐπιστολές τῆς Ἀποκαλύψεως πρός τίς ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας περιγράφεται ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τῆς γεννήσεώς Της καί μέχρι τήν Δευτέρα Ἔλευση τοῦ Χριστοῦ:

Οἱ ἐπισημάνσεις καί οἱ προτροπές δύνανται νά ἐφαρμοσθοῦν καί στήν πνευματική πορεία κάθε πιστοῦ, ὡς ἑξῆς.

1. Ἐπιστολή 1η στήν Ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου.

(Ἀποκαλύψεως β’, 1-7).

Ἡ Ἐκκλησία ἐπαινεῖται γιά τήν πρώτη της ἁγνότητα καί ἐπισημαίνεται, ὅτι «τὴν ἀγάπην σου τὴν πρώτην ἀφῆκας. μνημόνευε οὖν πόθεν πέπτωκας, καὶ μετανόησον καὶ τὰ πρῶτα ἔργα ποίησον»

            Ἅς ἐπιστρέψουμε στήν πρώτη ἁγνότητα πού εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Βαπτίσματος- Νά διαφυλάξουμε τήν σφραγίδα τοῦ ἁγίου Πνεύματος-Νά διατηρήσουμε τήν ψυχή μας ἀκηλίδωτη ἀπό τίς ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες καί τό κοσμικό φρόνημα.

2. Ἐπιστολή 2η στήν Ἐκκλησία τῆς Σμύρνης.

(Ἀποκαλύψεως β΄, 8-11).

Προαναγγέλεται ὁ διωγμός τῆς Ἐκκλησίας καί ἐνθαρρύνεται νά μείνει πιστή «ἄχρι θανάτου». Ἄς δείχνουμε ὑπομονή στίς θλίψεις, τίς συκοφαντίες, τούς διωγμούς, γενικῶς στούς πειρασμούς

3. Ἐπιστολή 3η στήν Ἐκκλησία τῆς Περγάμου.

(Ἀποκαλύψεως β΄, 12-17)

Ἡ Ἐκκλησία ἐλέγχεται πού ἀνέχεται νά ζοῦν ἀνάμεσα στούς πιστούς ὁπαδοί ἀλλοτρίων παραδόσεων πού ἀπομακρύνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Ἀναφέρεται :«μή συναναστρέφεστε ἀνθρώπους πού ἔχουν ἀνήθικη διαγωγή. Βέβαια, δέν ἐννοοῦσα ὅλους γενικά τούς ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία ἀνήθικους αὐτοῦ του κόσμου ἤ τούς πλεονέκτες ἤ τούς κλέφτες ἤ τούς εἰδωλολάτρες· γιατί τότε θά ἔπρεπε νά ἐγκαταλείψετε τόν κόσμο! … ἐννοοῦσα νά μή συναναστρέφεστε κάποιον πού, ἐνῶ ὀνομάζεται χριστιανός, εἶναι ἀνήθικος ἤ πλεονέκτης ἤ εἰδωλολάτρης ἤ ὑβριστής ἤ μέθυσος ἤ ἅρπαγας…Φυσικά, δέν εἶναι δικό μου ἔργο νά κρίνω ἐγώ αὐτούς πού εἶναι ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία. Ὁ Θεός θά τούς κρίνει. Ἀλλά αὐτούς πού εἶναι μέσα στήν ἐκκλησία ἐσεῖς δέν πρέπει νά τούς κρίνετε; Ἡ Γραφή λέει: Διῶξτε τόν κακό ἀπό ἀνάμεσά σας» (Κορινθίους Α΄, ε΄, 9-13)

4. Ἐπιστολή 4η στήν Ἐκκλησία τῶν Θυατείρων.

(Ἀποκαλύψεως β΄, 18-29).

Ἐπισημαίνεται, ὅτι ἡ ἀποστασία τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό τόν ἐκθέτει σέ σοβαρούς κινδύνους, θλίψεις καί πειρασμούς γιά παιδαγωγικούς λόγους.

Ὁ πιστός δέν πρέπει νά παρασύρεται ἀπό πρακτικές καί θεωρίες οἱ ὁποῖες ἔστω κι ἄν φαίνονται δελεαστικές τελικῶς τόν ἀποξενώνουν ἀπό τόν Θεό. «Ὅ ἔχετε κρατήσατε ἄχρις οὗ ἄν ἥξω», λέγει ὁ Κύριος.  

5. Ἐπιστολή 5η στήν Ἐκκλησία τῶν Σάρδεων.

(Ἀποκαλύψεως γ΄, 1-6)

Ἐπισημαίνεται ἡ αὐταπάτη πολλῶν πού πιστεύουν ὅτι εἶναι ζωντανοί πνευματικά, ἀλλά στήν οὐσία εἶναι νεκροί στήν ζωή τους «οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου»

Γι’ αὐτό θά κηρύσσεται ἐγερτήριο σάλπισμα ἀπό πνευματική νάρκωση καί νέκρωση. Ὁ πιστός πρέπει νά θυμᾶται αὐτά πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό καί αὐτά πού ἄκουσε νά τά τηρεῖ καί νά μετανοεῖ γι’ ὅσα δέν τήρησε. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν ἀποδεικνύει τήν ζωντανή,  ἐνεργή καί θερμή πίστη.

6. Ἐπιστολή 6η στήν Ἐκκλησία τῆς Φιλαδελφείας.

(Ἀποκαλύψεως γ΄, 7-13)

Τονίζεται, ὅτι ἡ ἀξία τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τίς ἐξωτερικές δυνατότητές της, ἀλλά ἀπό τήν συνέπεια καί τήν πιστότητά Της στόν Κύριο. Ὁ Κύριος θά ταπεινώσει ὅσους ἀνήκουν στήν συναγωγή τοῦ Σατανᾶ καί στούς ὀλίγους πιστούς πού δέν ἀρνήθηκαν τήν πίστη τους ὁ Κύριος θά τούς ἐμποδίσει νά εἰσέλθουν στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ πιστός νά μένει σταθερός παρά τήν φαινομενική ἀδυναμία μπροστά στήν φορά τοῦ κόσμου

7. Ἐπιστολή 7η στήν Ἐκκλησία τῆς Λαοδικείας.

(Ἀποκαλύψεως γ΄, 14-22).

Ἡ Ἐκκλησία ἐλέγχεται γιά τήν χλιαρότητα τῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς σέ σχέση μέ τόν Κύριο. Ἐλέγχεται γιά τήν ἐκκοσμίκευσή της. Εἶχε τήν ψευδαίσθηση ὅτι διαθέτει δύναμη καί πλοῦτο καί ὅτι ἀναγνωρίζεται ἀπό τούς κοσμικούς ἄρχοντες. Στήν οὐσία ὅμως γιά τό Θεό ἦταν ταλαίπωρη καί ἀξιοθρήνητη, φτωχή, τυφλή καί γυμνή.

Ὁ Κύριος συμβουλεύει ὅτι μόνο Αὐτός κατέχει τό καθαρό χρυσάφι πού τό διανέμει στούς πιστούς, μόνο Αὐτός ἐνδύει τόν ἄνθρωπο τήν θεοΰφαντη στολή τῆς ἁγιότητος καί ἀθανασίας μόνο Αὐτός διανοίγει τούς πνευματικούς ὀφθαλμούς γιά νά ἐννοήσει ὁ ἄνθρωπος τά μυστήρια τῆς βασιλείας. Ὁ Κύριος ἐπισημαίνει: «Ἐγώ ὅσους ἐάν φιλῶ, ἐλέγχω καί παιδεύω· ζήλευε οὖν καί μετανόησον» (Ἀποκαλύψεως γ΄, 19).

14 Μαρτίου 2024

«Σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι»

«Σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι»

            Κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας, Μεγάλης καί κατανυκτικῆς Τεσσαρακοστῆς, γίνεται ἐντονώτερος ὁ πνευματικός ἀγῶνας μας, ὁ ὁποῖος ἔχει καί κάποιες σημαντικές προτεραιότητες γιά τήν πορεία μας. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή του καταγράφει αὐτή τήν διαδρομή πιστοῦ ὡς ἑξῆς : «Ὅ,τι ἐπιθυμῶ εἶναι νά γνωρίσω τό Χριστό καί τή δύναμη τῆς ἀναστάσεώς του, νά μετάσχω στά παθήματα τοῦ ἀκολουθώντας τόν στό θάνατο, μέ τήν ἐλπίδα νά λάβω μέρος στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν» (Πρός Φιλιππησίους γ΄ 10-11)

Σύμφωνα μέ τό λόγο αὐτό τοῦ ἀποστόλου Παύλου αὐτή τήν περίοδο οἱ πνευματικοί στόχοι τῶν πιστῶν πού ἀγωνίζονται πιό ἔντονα καί προσηλωμένα εἶναι αὐτοί πού συνοπτικά ἀναφέρονται στήν συνέχεια :

1) “Τοῦ γνῶναι Αὐτόν

Πρῶτος στόχος τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τίθεται ἡ γνῶσι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

                                   

2) “Τήν δύναμιn τῆς ἀναστάσεως Αὐτοῦ

Οἱ πιστοί ἀγωνίζονται γιά νά λάβουν τήν πείρα τῆς ἀναστάσεως κατά τόν ὕμνο “χαρᾶς τά πάντα πεπλήρωται τῆς ἀναστάσεως καί πείραν εἰληφότα ” (Γ΄ στιχηρό τῶν Αἴνων τοῦ γ΄ ἤχου). Ἡ πείρα τῆς ἀναστάσεως εἶναι ἡ πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας μας  καί βιοῦται ὡς νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας καί πάσης πονηρίας στήν ζωή μας.

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μετέδωσε στούς μαθητές Του αὐτή τήν πνευματική ἐξουσία νά καταπατοῦν ὅλη τήν δύναμι τοῦ ἐχθροῦ τους πού εἶναι ὁ διάβολος μέ τούς λόγους Του (Λουκᾶ ι΄ 19 καί Ματθαίου ι΄ 28).

Ἄρχοντας ἐχαρακτηρίσθη ὁ διάβολος ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό μέ τούς λόγους Του (Ἰωάννου ιβ΄ 31, Ἰωάννου ιστ΄ 11 καί Ἰωάννου ιδ΄ 30.

Μέ τήν ἐξουσία καί δύναμι πού μᾶς μετέδωσε ὁ Κύριός μας ἀγωνιζόμαστε κατά τῶν ἐναντίων καί ἀντιθέτων πονηρῶν δυνάμεων, ἀφοῦ  δέν μπορεῖ μόνος του ὁ ἄνθρωπος νά ἀντιμετωπίσει, πολλῷ δέ μᾶλλον νά τίς νικήσει.

Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στό πιστό νά ἐνδυναμωθεῖ μέ τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ πού εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά προστατευθεῖ ἀπό τίς ἐπιθέσεις τοῦ Πονηροῦ μέ τίς ἀρετές γιά νά μπορέσει νά ἀντιμετωπίσει τίς παγίδες καί τίς μεθοδεύσεις τῶν δαιμόνων  (Πρός Ἐφεσίους στ΄ 10-17)

Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος προτρέπει τούς πιστούς : “ ποτγητε ον τ Θε. ντστητε τ διαβλ, κα φεξεται φ' μν ” (Ἰακώβου δ΄ 7).

3) “Τήν κοινωνία τῶν παθημάτων αὐτοῦ συμμορφούμενος τῷ θανάτῳ αὐτοῦ

Ἕτερος στόχος αὐτήν τήν περίοδο ἀγώνα τοῦ πιστοῦ εἶναι νά κοινωνήσουμε στά παθήματα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

     Πῶς κοινωνοῦμε στά παθήματα τοῦ Κυρίου μας, δηλαδή πῶς συμμετέχουμε σ’ αὐτά ; “Συμμορφομενος τ θαντ ατο ” (Πρός Φιλιππησίους γ΄ 10 ) ἀπαντᾶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Σύμμορφος τοῦ θανάτου γίνεται ὁ πιστός κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο:

α- Ὅταν συμμετέχει στά ἅγια Μυστήρια  (Πρός Ρωμαίους στ΄ 3-14).

Μέ τά παθήματά Του ὁ Κύριός μας ἐνέκρωσε τήν ἁμαρτία. Μέ τόν ἀγῶνα μας κατά τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας συμμετέχουμε στά πάθη τοῦ Κυρίου μας. Ὅπως ὁ Κύριος μετά τό πάθος καί τόν θανάτό Του ἀνέστη, ἔτσι κι ἐμεῖς θά ἀναστηθοῦμε καί θά ζήσουμε ἐλεύθεροι ἀπό τήν πονηρία, τήν κακία, τήν ἁμαρτία, τά πάθη ἑνωμένος μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Τόν ἀγῶνα τοῦ πιστοῦ προσδιορίζει με σαφήνεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος : “Ο δ το Χριστο τν σρκα σταρωσαν σν τος παθμασι κα τας πιθυμαις ” (Πρός Γαλάτας ε΄ 24).

Κάθε ἀγωνιστής- πιστός πρέπει νά γνωρίζει ἐπίσης ὅσα ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος γιά τό θέμα αὐτό  (Α΄ Πέτρου δ΄ 12-19)

Ἐπίσης ὅταν ὑπομένει πειρασμούς κατά τόν ἀπόστολο Ἰακωβο τόν ἀδελφόθεο νά ἔχει στόν νοῦ του τήν προτροπή του: “Πσαν χαρν γσασθε, δελφο μου, ταν πειρασμος περιπσητε ποικλοις, γινσκοντες τι τ δοκμιον μν τς πστεως κατεργζεται πομονν”  (Ἰακώβου α΄ 2-3)

Ὁ πιστός πρέπει εὐχαρίστως νά δέχεται αὐτούς τούς πειρασμούς, πού δέν ὀφείλονται στήν δική του ἁμαρτωλότητα. Ἡ ταλαιπωρία του, οἱ θλίψεις, οἱ παντοειδεῖς πόνοι καί κάθε κακοπάθεια ἐξ αὐτῶν σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς “ἀναπληρώνει τόν νόμο τοῦ Χριστοῦ” (Πρός Γαλάτας στ΄ 2).

γ-Ὅταν ὑπομένει διώξεις γιά τόν Χριστό κατά τόν λόγο Του  :

Μακριο στε ταν νειδσωσιν μς κα διξωσιν κα επωσιν πν πονηρν καθ' μν ψευδμενοι νεκεν μο ” (Ματθαίου ε΄ 11).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τόν μαθητή του ἀπόστολο Τιμόθεο νά εἶναι προετοιμασμένος γιά αὐτό τόν διωγμό ἀφοῦ “ κα πντες δ ο θλοντες εσεβς ζν ν Χριστ ησο διωχθσονται ” (Πρός Τιμόθεον Β΄ γ΄ 12)

Ἐμπιστευόμενοι αὐτή τήν ἐπαγγελία τοῦ Κυρίου ἀγωνίσθηκαν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες καί ὑπέμειναν παντοειδεῖς διωγμούς, βασανισμούς καί αὐτόν τόν θάνατον

δ-Ὅταν κακοπαθεῖ γιά τήν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τήν ὑπακοή στό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τόν μαθητή του ἀπόστολο Τιμόθεο “σ δ νφε ν πσι, κακοπθησον, ργον ποησον εαγγελιστο, τν διακοναν σου πληροφρησον ” (Πρός Τιμόθεον Β΄ δ΄ 5).  

Ἑπομένως κοινωνία τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποκτᾶ μέ τήν συμμετοχή στά μυστήρια, μέ τήν μεγάλη ὑπομονή μας στίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, πού ὅλοι ἔχουμε καί μέ τόν πνευματικό ἀγῶνα μας γιά τήν νέκρωσι τῆς ἁμαρτίας μας.

7 Μαρτίου 2024

Τά ἑπτά βήματα τοῦ Ἀσώτου

Τά ἑπτά βήματα τοῦ Ἀσώτου

Ἐφτά ρήματα –βήματα (Λουκᾶς ιε΄, 11 – 32)

Ἐξετάζοντας κάποιος τό κείμενο τῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου μας, τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου, μπορεῖ νά διακρίνει πολύ ἐνδιαφέροντα σημεῖα καί στιγμές πού σηµάδεψαν τήν πορεία τοῦ Ἀσώτου, ὅπως ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀναλυτικά καί μέ σαφήνεια μᾶς τήν περιέγραψε, τήν περίοδο αὐτή τῆς ἔντονης πνευματικῆς ἀσκήσεως. Αὐτά τά σημεῖα καί οἱ στιγμές σημαδεύουν τίς ἀνθρώπινες ζωές ὅλων μας, ἰδιαίτερα δε τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας σέ παγκόσμια κλίμακα. Ἴσως καί τή δική μας, ἀκούγοντας τοῦτο τό κήρυγμα. Ἄς τά προσέξουμε πιό εἰδικά καί ἄς προσπαθήσουμε νά κατανοήσουμε τό βαθύτερο καί πολύ διδακτικό νοημά τους καί περιεχόμενό τους γιά τήν πορεία μας τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πού διανύουμε μέ κόπο :

α΄. «δός µου» (στ. 12)

Εἶναι αὐτό τό ρῆμα – πού ἐμπνέει τήν στάση ζωῆς πολλῶν, ἰδιαίτερα τῶν νέων μας. Πού νιώθουν αὐτοί μόνοι νά ΄χουν ἀπαιτήσεις ἀπ᾽ ὅλους καί ὅλοι ὑποχρεώσεις σ’ αὐτούς. Ἄχαρος μονόδρομος πού ᾿ναι µιά τέτοια ζωή! Ξεκίνημα πού προδικάζει ἀδιέξοδα καί ἀπογοητεύσεις! Μάλιστα ὅταν τοῦτο κυριαρχήσει στή σχέση τοῦ κάθε ἀνθρώπου µέ τόν Θεό. Ὅταν, τά χέρια τοῦ Δωρητή κι’ ὄχι τό πρόσωπο κυττάζουµε. Ὅταν «ὁ ἄρτος ὁ ἐπιούσιος» εἶναι τό μόνο καί ἀποκλειστικό αἴτημα μας πού γίνεται ὅλο καί πιό πιεστικό μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν.

β΄. «διεσκόρπισε» (στ. 13)

Ἔρχεται ὡς φυσικό ἀκόλουθο, πάντοτε, ἔπειτα ἀπό τήν ἐπισήμανση «δός μου». Κοντά στόν δωρητή, τά δῶρα λαμβάνουν τή σωστή διάστασή τους καί χρήση τους καί γίνονται χαρά, ἀγαλλίαση  κι’ ὄχι ἄγχος καί στεναχώρια. Εὐλογία γίνονται κι’ ὄχι κατάρα. Πάρτε λ.χ. τό δῶρο τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἠθικῆς ὀμορφιᾶς, πού ὁ Θεός μας, ἐμπιστεύεται σέ κάθε νέο καί κάθε νέα. Κοντά στόν Θεό, πανώριο κι’ ἀνεκτίμητο μένει. Μακρυά Του, ὁδηγεῖ σέ φοβερό ἀποπροσανατολισμό καί ἐκτράχυνση τῆς πανσεξουαλικότητας πού διέπει ἔντονα τήν ἐποχή µας καί κυριαρχεῖ στούς νέους μας. Μακρυά ἀπό τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος σκορπίζει καί διαχέει, ὅλα τά πλούσια πνευματικά δῶρα τοῦ Θεοῦ καί Πατρός μας.

γ΄. «ἄρχισε νά στερεῖται» (στ. 14)

Εἶναι ἡ στιγµή πού ὁ ἄνθρωπος συνειδητοποιεῖ τό κενό µέσα στήν ὕπαρξή του. Ὅτι δηλαδή, χορτασµός μακρυά ἀπό τόν Πατέρα δέν ὑπάρχει. Ὅτι «τά αὐτοῦ πάντα», λίγα πάντα θά εἶναι. Καί γίνονται ἀπογοητευτικά ἐλάχιστα, ἄν θελήσεις νά τά ξοδέψεις μακρυά ἀπό τόν Πατέρα σου καί Πατέρα Θεό σου. Τό «πλούσιοι πτωχεύουν καί πεινοῦν», δέν εἶναι ἀποτύπωση μιᾶς µόνον ὑλικῆς εἰκόνας. Ἔχει καί πνευματική ἐφαρμογή καί διάσταση. Ὅπως καί τό «οἱ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, δέν στεροῦνται οὐδενός ἀγαθοῦ» (Ψαλμός λδ΄,10). Ἀναφέρει ἕνας ὕμνος: «ἡ ἁμαρτία θέλγητρα ἔχει, μά στερεῖται τή χαρά».

δ΄. «ἐπιθυμοῦσε νά γεμίσει τό στομάχι του» (στ. 16)

Νά ᾽θελαν καί οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας μέ τούς «πίθους (πιθάρια) τῶν Δαναΐδων», τούτη τήν ἀλήθεια ν᾿ ἀπεικονίσουν! Τήν ἀπύθµενη ἀνθρώπινη καρδιά, πού τά ὅποια καί ὅσα ξυλοκέρατα, πῶς νά τή χορτάσουν! Ἄς δοῦμε τό χρῆμα, τή σάρκα, τή φιλοδοξία, τή µέθη καί τά ὅμοια τους καθώς καί τά λοιπά πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Ποιός εἶπε ποτέ: «φτάνει, γέμισα, χόρτασα»! ᾿Επιθυμοῦσε, σηµαίνει ὅτι ἦταν σκυµένος ἰσόβια στό λασποπήγαδο, χωρίς νά ᾿ρθει ποτέ ὁ ἀληθινός πνευματικός ξεδιψασµός. Χωρίς νά μπορεῖ ποτέ νά ὁμολογήσει τό Ψαλμικό «τό ποτήρι µου ξεχειλίζει» (Ψαλμός κγ΄, 5).

ε΄. «κανένας δέν τοῦ ᾿δινε» (στ. 16)

᾽Από ἕνας εὐκατάστατος γιός μέ ἀνέσεις νά γίνεις ζητιάνος, εἶναι βέβαια ἕνα κατάντηµα. ᾿Από τό «τέκνον πάντα τά ἐμά σά ἐστίν» στά ξυλοκέρατα τῶν χοίρων εἶναι μιά ἀπόσταση πού ἡ τραγικότητα μιᾶς ζωῆς χωρίς Χριστό μπορεῖ νά καλύψει. Ὅμως εἶναι καί οἱ ὑψωμένοι ὦμοι. Εἶναι καί ἡ ἀδιαφορία τῶν χθεσινῶν φίλων. Εἶναι ἡ µάταιη ἐπαιτεία. Κι’ ὅλα αὐτά µιά χιονοστιβάδα, πού ξεκίνησε ἀπό τό «δός µοι» καί γοργοκύλησε «εἰς χώραν μακράν». Δηλαδή, κάτι πού μποροῦσε ν᾿ ἀποφευχθεῖ. Καρπός ὁλόπικρης, ἠθελημένης πεισματικῆς ἀνταρσίας.

στ΄. «Χάνομαι ἀπό τήν πεῖνα» (ἐδ. 17)

Τρισευλογημένη ἡ στιγµή πού ὁ ἄνθρωπος - ὁ ὅποιος ἁμαρτωλός - «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν», συναισθάνετα τήν ἁμαρτωλότητά του. Στά βήµατα πού ὁδηγοῦν στη σωτηρία, δέν εἶναι ὁ πρῶτος ἀλλά ὁ δεύτερος σταθµός. Πρῶτα, ἔρχεσαι στήν ἀνάγκη. Αὐτή σέ σφίγγει ἀπό κάθε µεριά. Χάνεις τό βιός σου, τούς φίλους σου, τήν πίστη στόν ἑαυτό σου καί στόν ἄνθρωπο. Τότε! . . Κάποιοι σταματοῦν ἐδῶ καί καταποντίζονται. Ὁ ἄσωτος ἀφοῦ ἦλθε στήν ἀνάγκη, ἔπειτα ἦλθε στόν ἑαυτό του. Αὐτογνωσία, πού ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση καί μεταμέλεια.

ζ΄. «Κάμε µε» (ἐδ. 19)

Τώρα, ἔρχεται στόν Πατέρα. Ποῦ ἀλλοῦ! Μόνον Αὐτός ἔχει,

ὅταν... «οὐδείς ἐδίδου». Κι' ἔρχεται μέ κεφάλι σκυμένο. Δέν βλέπει ἄπληστα κι ἀπαιτητικά τά χέρια. Σκύβει καί φιλεῖ τά πόδια. Τό αἴτημα εἶναι τώρα «κάμε µε». «Ποίησόν με». Καί ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα στό «δός μου» καί «ποίησόν με» εἶναι τόσο μεγάλη, ὅση ἡ μεταμέλεια καί ὁ συγκλονισμός τούτου τοῦ νέου. Ὅμοια καί σύ. Πάψε νά κυττάζεις τοῦ Θεοῦ τά χέρια καί ἀτένισε στήν καρδιά Του. Πού σ' ἀγάπησε. Πού ᾿στειλε τόν Χριστό γιά σένα. Πού σέ περιμένει μέ τόση καί ἴδια ἀγάπη, ὅπως ὁ πατέρας τοῦ Ἄσωτου.

29 Φεβρουαρίου 2024

Ὀρθόδοξο βίωμα καί πνευματική ἄθληση

Ὀρθόδοξο βίωμα καί πνευματική ἄθληση

Δημοσιεύθηκε 29.02.2024

Οἱ γνώσεις πού συχνά μεταδίδουμε, ὀφείλουν νά ἔχουν πνεῦμα Θεοῦ, ἄλλως ἐκπίπτουν καί οἱ ὁποῖες κατά τόν λόγον τοῦ ἀποστόλου Παύλου δέν ἔχουν τήν δύναμη νά ζωοποιήσουν τόν ἄνθρωπο: «Τό γάρ γράμμα τοῦ νόμου ἀποκτέννει, τό δέ πνεῦμα ζωοποιεῖ» (Β΄ Κορινθίους γ΄ 6). Ὁμιλοῦμε, λοιπόν, περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἡ ὁποία συγκροτεῖται καί τελειοποιεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Χωρίς αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει ὀρθόδοξο βίωμα, χριστιανική ζωή. Τό Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς ἀναγεννᾶ. Μᾶς δίδει χαρίσματα. Μᾶς ἁγιάζει. Κατακαίει καί συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας. Καλλιεργεῖ τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου νά προτιμᾶ καί νά ἐργάζεται τίς ἀρετές.

   Τό Ἅγιο Πνεῦμα λαμβάνουμε διά τῶν Μυστηρίων. Ἐκ τούτων συνάγεται ἡ ἀναγκαιότητα συμμετοχῆς στά Μυστήρια καί ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος γιά τήν τήρησιν στήν ζωή μας τῶν ἀγλαῶν καρπῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

   Ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία δέν εὑρίσκονται αὐτόματα καί μέ αὐτοματοποιημένες διαδικασίες. Χρειάζεται νά τονίσουμε τήν σημασία τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος ὑπενθυμίζοντας τούς ἀγῶνες τῶν ἁγίων καί τήν καταξίωσή τους. Ἡ πνευματική ἄθληση εἶναι χαρακτηριστικό στοιχεῖο τοῦ ὀρθόδοξου βιώματος.

   Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος τονίζει: «Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ σταυρός καθημερινός ἐστίν. Οὐδείς γάρ ἐν τῷ οὐρανῷ ἀνῆλθεν … Οὐ γάρ δίδωσι ὁ Θεός χάρισμα μέγα, χωρίς μεγάλου πειρασμοῦ. Κατά γάρ τούς πειρασμούς καί τά χαρίσματα ὡρίσθησαν ὑπό τοῦ Θεοῦ κατά τήν σοφίαν αὐτοῦ»

καί ὁ Σοφός Σειράχ «Τέκνον εἰς προσέρχη δουλεύειν τῷ Κυρίῳ ἑτοίμασον τήν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν» (β΄13).

Στό ὑπεύθυνο καί σημαντικό ἔργο τῆς ποιμνατικῆς μας χρησιμοποιοῦμε δύο τρόπους

-τήν κατηχητική μέθοδο τῶν καταξιωμένων χριστιανῶν παιδαγωγῶν

-καί τήν ἔμπνευσι καί εὐαισθησία μας

   Ἡ πρώτη εἶναι οἱ σιδηροτροχιές πάνω στίς ὁποῖες θά κινηθοῦν ἡ ἔμπνευση, ἡ εὐαισθησία, ἡ εὐρηματικότητα, ἡ φαντασία μας. Ἡ ταχύτητα καί ὁ ρυθμός τους ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἐνθουσιασμό καί τόν ζῆλο μας. Ἔτσι, λοιπόν:

Δέν αὐτοσχεδιάζουμε. Φροντίζουμε νά κατέχουμε τά θέματα πού σχολιάζουμε. Προετοιμαζόμαστε. Τηροῦμε τό χρονοδιάγραμμα. Προσευχή –θέσις τοῦ θέματος -Ἀνάπτυξις –Διάλογος -Ἐμπέδωση –Συμπέρασμα.

Στήν Κατήχηση ὡς μέθοδον ἐργασίας χρησιμοποιοῦμε τήν ἑρμηνευτικήν ἤ κατανοοῦσαν. Ἔτσι χαρακτηρίζουμε τήν μέθοδον ἐκείνην, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νά ἀνεύρη ὅλες τίς ὁδούς οἱ ὁποῖες θά βοηθήσουν στήν πραγματοποίηση τῆς συναντήσεως τοῦ νέου μέ τήν σ’ αὐτόν προσφερομένην καί ἀποκαλυπτομένη ἀλήθεια. Προσφέρουμε καί ἄλλες εὐκαιρίες γιά τήν προσωπικήν ἐπικοινωνίαν τοῦ νέου μέ τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Αὐτή ἡ μέθοδος αὐτή ὀνομάζεται βιωματική. Ἡ ἐργασία μας δέν ἀποβλέπη στήν μετάδοση ὡρισμένων θρησκευτικῶν γνώσεων καί ἀληθειῶν ἀλλά στήν χριστοποίησιν τοῦ νέου.

Τό ἔργο μας πρέπει νά διέπουν καί οἱ ἑξῆς ἀρχές.

-ἡ ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Εἴμεθα διάκονοι στό ἔργον τοῦ Θεοῦ καί ὀφείλουμε νά διακονοῦμε ἐν φόβῳ καί τρόμῳ τήν σωτηρίαν τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας.

-ἡ ἀρχή τῆ Χριστοκεντρικότητας. Διακονοῦμε σέ ἕνα ἔργο τό ὁποῖον ἔχει ἀποκλειστικόν σκοπόν νά μορφώσει τίς ὑπάρξεις κατά τό πρότυπον τοῦ Χριστοῦ. Σ’ Αὐτόν ἀναφερόμαστε. Σ’ αὐτόν καταφεύγουμε. Πέριξ αὐτοῦ κινούμεθα. Χριστός καί μόνον Χριστός καταγγέλεται ἀπό ἐμᾶς.

-ἡ ἀρχή τῆς αὐτενέργειας. Δέν πρέπει ὅλοι μας νά συνηθίζουμε σέ μία παθητική σχέση μέ τήν ἐνορία, ἀλλά ἔντονα ἐνεργή.

   -ἡ ἀρχή τῆς ἐποπτικότητος. Ὅλι μας πρέπει νά ἔχουμε προσλαμβάνουσες παραστάσεις ἀπό ὅλη τήν ἐνοριακή ζωή γιά νά βοηθηθοῦμε νά ἐνταχθοῦμε συνειδητῶς σ’ αὐτήν.

-ἡ ἀνθρωποκεντρική ἀρχή. Χρειάζεται νά λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψιν τίς πραγματικές ἀνάγκες ὅλων, ὅσο καί τοῦ καθενός ξεχωριστά. Νά μήν μᾶς διαφεύγει ἡ ἡλικία, ἡ οἰκογενειακή κατάσταση, τό περιβάλλον καί τῶν πιστῶν. Ἔτσι θά τό βοηθήσουμε ἀποτελεσματικότερα.

-ἡ ἀρχή τοῦ ἐθισμοῦ στήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν

Ὅλοι πρέπει νά μάθουν νά συμμετάσχουν στήν ζωή τῆς ἐνορίας. Ἡ ἐνορία εἶναι τό σπίτι, ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ στόν ὁποῖο συγκεντρώνονται τά παιδιά τοῦ Θεοῦ. Μή τό παραμελοῦμε.

Ὅλα αὐτά συμβάλλουν νά συντείνουν στό νά μορφωθεῖ Χριστός ἐντός ἡμῶν καί νά ζήσουν ἐν Χριστῷ, νά ἀποκτήσουν τό ὀρθόδοξο βίωμα.

   Ὁ Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος ἔχει τονίσει γιά τήν θέση τῆς ὀρθοδοξίας στόν σύγχρονο κόσμο (Ἐπίσκεψις 1.3.85 σελ. 20).

«Στόν σύγχρονο καί αὐριανό κόσμο ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει μιά ξεχωριστή, ἰδιάζουσα πρωτόβουλη, πρωτοποριακή καί ὑπεύθυνη ἀποστολή».

   Ἐπισημαίνουμε, ὅτι: «Τό μέλλον τῆς ὀρθοδόξου μαρτυρίας θά ἐξαρτηθεῖ καί ἀπό τήν ποιότητα καί τήν ἀνανέωσι τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τόσο στό ἀτομικό ὅσο καί στό κοινοτικό ἐπίπεδο».

   Ἰδιαίτερα στίς μέρες μας πού πλεονάζει ἡ ἐναγώνια μετανάστευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ἰδεολογία σέ ἰδεολογία, ἀπό τόν ἕνα τρόπο ζωῆς στόν ἄλλο».

Ἐμεῖς οἱ πεῖραν λαβόντες τοῦ καινοῦ τρόπου ζωῆς πιστεύομυε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀτενίζει τό μέλλον ἄφοβα γιά τήν ἀναμέτρησι της στό χῶρο τῆς ἀλήθειας καί τῶν ἀξιῶν. Γνωρίζουμε πού πορευόμεθα ἀρκεῖ νά μένουμε στό σωστό δρόμο τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος καί στή σωστή ἐμπειρία τοῦ ὀρθόδοξου ἤθους.

Πεποίθησή μας εἶναι ὅτι : Ἡ Ὀρθοδοξία ἀποτελεῖ «τήν σύγχρονη πρόκληση » γιά κάθε πνεῦμα πού ἀναζητεῖ λύση γιά κάθε ψυχή πού ἐπιποθεῖ τήν χαρά πού χαρίζει ἡ εἰρήνη μέ τόν ἑαυτό μας, ἡ ἀγάπη γιά τούς ἄλλους καί ἡ συμφιλίωση μέ τό Θεό. Αὐτά εἶναι οἱ καρποί τοῦ ὀρθοδόξου βιώματος νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.  

  

              

23 Φεβρουαρίου 2024

Οὕτω λαμψάτω τό φῶς

Οὕτω λαμψάτω τό φῶς

Δημοσιεύθηκε 22.02.2024

Τό ἔργο τῆς ποιμαντικῆς μας εὐθύνης καί ἐργασίας τό ἐπιτελοῦμε ὄχι γιά νά δοξασθοῦμε ἐμεῖς, ἀλλά γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεός ὁ Τριαδικός Θεός πού μᾶς ἔσωσε ἀπό τήν ἁμαρτία καί μᾶς ἔκαμε λαό περιούσιο. Τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τήν διδασκαλία θά προσφέρουμε στόν κόσμο γιά νά φωτισθῇ καί νά ἐπιλύσει τά μεγάλα προβλήματά του. Τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τήν χάρη θά διαχειρισθοῦμε γιά νά ἁγιάσουμε τόν κόσμο καί νά τόν στηρίξουμε στήν ἐν Χριστῷ κοινωνία καί μετοχή. Μέ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τήν δύναμη θά πολεμήσουμε τήν ἁμαρτία καί πᾶσα ἀσέβεια. Μέ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τήν εὐλογία θά καλλιεργήσουμε τίς ἀρετές καί τήν ὑπακοή μας στό ἅγιο θέλημά Του. Ἡ θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας θά ὁδηγήσει τόν σύγχρονο κόσμο στήν ἐπίγνωση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀνθρωπολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θά βοηθήσει τούς ἀνθρώπους στό «εἰδέναι αὐτούς», στήν αὐτογνωσία ὁδηγώντας τους στήν μετάνοια. Ἡ Ἐκκλησιολογία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως θά ἑνώσει τόν κόσμον ὑπό μίαν πίστην, ἕνα ποιμένα, ἕνα Κύριο. Ἡ δική μας εὐθύνη ἔγκειται στό νά θέσωμε τήν λυχνία στόν λυχνοστάτη γιά νά λάμπει «πᾶσιν τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ».

Ἡ σύγχρονη λυχνία εἶναι τό Ὀρθόδοξο βίωμά μας. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Τό ζῆν κατά Θεόν. Ὁ θεῖος τρόπος ζωῆς. Αὐτό ἔχουμε καθῆκον νά προσφέρουμε στόν κόσμο, στούς νέους μας, δηλαδή τό Ὀρθόδοξο Βίωμα

α. Ὀρθόδοξο βίωμα σημαίνει ζωή μέ γνώση καί σωστές σχέσεις στά ἑξῆς τρία ἐπίπεδα-γύρω ἀπό τόν Θεό, -γύρω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο, -γύρω ἀπό τόν ἑαυτό μας

Ἡ ἐργασία μας σ’ ὅλες τίς ἡλικίες εἶναι νά «περάσουμε» στά παιδιά τήν σταθερή πεποίθηση ὅτι «ὁ Θεός ὑπάρχει»καί ἐνεργεῖ μέ ὁρισμένους τρόπους. Ἔχει ὡρισμένες ἰδιότητες καί φανερώνεται στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Θά πρέπει νά παρουσιάσουμε τήν ἔννοια τοῦ Θείου Νόμου. Ἡ χριστιανική ἠθική δέν προκύπτει ἀπό μόνη της. Τά παιδιά χρειάζονται ἕνα εἶδος διορατικότητος, φαντασίας, καί σκέψι γιά νά ξεχωρίσουν τό καλό καί τό κακό ἀπό χριστιανική ἄποψη. Καθώς θά μεγαλώνουν μέ τήν ἱκανότητα ἀναγνωρίσεως καί διακρίσεως καλοῦ καί κακοῦ πρέπει νά διδαχθοῦν τήν σημασία, τήν εὐθύνη καί τό ἀναπόφευκτο τῆς ἐπιλογῆς. Νά νιώσουν τήν ἐμπειρία τῆς μετάνοιας, παρουσιάζοντας τό νόημα τῆς ζωῆς, τό νόημα τοῦ πόνου, τοῦ χρόνου τῆς σωτηρίας, τῆς εὐτυχίας.

Εἶναι δύσκολο νά ἀντιμετωπίσουμε τήν πλύση τοῦ ἐγκεφάλου πού ἀσκοῦν τά μέσα ἐνημερώσεως καί τό διαδικτυακό περιβάλλον, καθώς καί τήν βαθειά σύγκρουση πού διαδραματίζεται μέσα τους ἀνάμεσα στήν κοσμική καί χριστιανική ἄποψι. Τό ὅτι οἱ νέοι μας, δέν ἔχουν πολλές ἀπορίες, δέν εἶναι συνήθως καλό σημάδι. Φανερώνει ἁπλῶς ὅτι ἡ θρησκεία καί ἡ πίστη γι’ αὐτούς εἶναι περιωρισμένη. Ὀφείλουμε νά φέρουμε στήν ἐπιφάνεια τίς συγκρούσεις καί τίς ἀπορίες, νά ψηλαφίσουμε τίς ἀμφιβολίες τους καί νά τούς ἐφοδιάσουμε μέ μία ἄποψι – κριτήριο γιά τίς καταστάσεις τῆς ζωῆς. Νά συνειδητοποιήσουν τά παιδιά, ὅτι ἡ διαδικασία τῶν σχέσεων μας μέ τόν Θεό Πατέρα εἶναι συνεχής, ἀδιάκοπη καί ἀποτελεῖ προσπάθεια.

Παράλληλα μέ τήν γνώση γύρω ἀπό τόν Θεό καί τήν πρόοδο τῶν σχέσεων μαζί Του θά πρέπει νά ἀναπτύξουμε καί τήν γνώση γύρω ἀπό τήν Ἐκκλησία, τόν κόσμο, τήν οἰκογένεια, τό περιβάλλον.

Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας μαρτυρεῖ τήν πραγματικότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας. Μέ δημιουργικό τρόπο θά πρέπει νά διδάξουμε αὐτά πού συνιστοῦν τήν Ἐκκλησία, τήν λατρεία, τήν προσευχή, τήν κοινότητα. Μετά θά τό ἐξοικειώσουμε περισσότερο μέ τήν λειτουργική ζωή. Ὅταν τά παιδιά φθάσουν στήν ἐφηβεία πρέπει νά ἐξοικειωθοῦν μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή μας. Θέλουμε οἱ αὐριανοί ἐνήλικες πιστοί νά ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία, ὅτι εἶναι μέλη τοῦ σώματος της.

Πόσο κουραστική συχνά ἠχεῖ ἡ ἐρώτησι: «Γιατί κάνει ἡ Ἐκκλησία αὐτό ἤ τό ἄλλο;» ἤ «Γιατί ἐνεργεῖ, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς;» Ἐνῶ ἡ πραγματική ἐρώτηση εἶναι : «Γιατί ἐμεῖς κάνουμε αὐτό ἤ ἐνεργοῦμε ἔτσι;»

Θά ἔχουμε ἐπιτύχει στό ἔργο μας ἐάν ἀναφέρουμε τόν κόσμο στό σημεῖο νά διερωτηθεῖ: «Ποιός εἶμαι;»,«Τί πιστεύω;», «Τί νόημα ἔχει ἡ ζωή;», «Τί νόημα ἔχει ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία γιά μένα;». Μετά ἀρχίζει νά ἀναζητᾶ τίς ἀπαντήσεις πού δίνει ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη μας. Ἔτσι διαμορφώνει τό ὀρθόδοξο ἦθος καί γίνεται καταρτισμένος καί ἄρτιος ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος.

Αὐτά σέ γενικές γραμμές ἀπαρτίζουν συνθέτουν δημιουργοῦν τό ὀρθόδοξο βίωμα. Αὐτό συνιστᾶ ἕνα ἰσορροημένο τρόπο ζωῆς. Δείχνει τά ἀληθινά ἀνθρώπινα μέτρα τά ὁποῖα συγκρίνει μέ τά θεῖα μέτρα. Καλεῖ τόν ἄνθρωπο, τόν νέο, τήν νέα, τόν ἔφηβο νά διασώσει αὐτή τήν ἀπόσταση ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία στηρίζει κατευοδώνει αὐτή τήν προσπάθεια. Τό ἔργο μας καί ἡ διακονία μας δικαιώνεται ὅταν ὁδηγήσουμε τούς νέους  μας εἰδικά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Τό ὀρθόδοξο βίωμα προσφέρει στόν κόσμο αὐτή τήν λαμπρή προοπτική.

Πιστεύουμε, ὅτι αὐτό μπορεῖ νά ἀπαντήσει στίς ἐρωτήσεις κάθε ἀνθρώπου, νά ἱκανοποιήσει κάθε ἐπιθυμία, νά διαλύσει κάθε φόβο καί ἀνησυχία, νά προσφέρει σ’ αὐτόν νόημα ζωῆς, ἐλπίδα, ἐπιβεβαίωση, χαρά, πληρότητα, εἰρήνη, ἀσφάλεια καί ἄλλα ἀγαθά πού χαρίζει ὁ Θεός στούς ἐκζητοῦντες τό ἅγιο ὄνομά Του.

15 Φεβρουαρίου 2024

«Ἀναζωπυρεῖν τὸ χάρισμα»

«Ἀναζωπυρεῖν τὸ χάρισμα»

Δημοσθεύθηκε 15.02.2024

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὑπενθυμίζει στόν μαθητή Του καί ἐπίσκοπο Ἐφέσου (Πράξεων ιστ΄ 1) Τιμόθεον νά μή λησμονῇ να ἀναζωπυρῇ τά χάρισμα τοῦ Θεοῦ (Β΄ Τιμ α΄ 6). Ἡ ἱεραποστολική ἐργασία στήν Ἐκκλησία ἀπαιτεῖ ἡ φλόγα τῆς διακονίας νά εἶναι ζωηρά.

Ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, κι ὅταν μάλιστα ἐργάζεται μεταξύ τῶν νέων, ὀφείλει νά λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν του πρός σχεδιασμόν τῆς διακονία του σύγχρονα δεδομένα, τήν ἐπικρατοῦσαν κατάστασιν στόν κόσμον καί στήν κοινωνίαν, τίς σύγχρονες τάσεις, τά ἰδεολογικά ρεύματα, τούς πειράζοντες πού διαμορφώνουν τήν κοινή γνώμη καί τό ἦθος τῶν πολιτῶν.

Οὔτε ὁ Κύριος, οὔτε οἱ Ἀπόστολοι, οὔτε οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀγνοοῦσαν τήν ἐποχή τους, τά σύγχρονα γι’ αὐτούς προβλήματα καί τίς ἰσχυρές τάσεις πού ἐπικρατοῦσαν. Ἀντίθετα τά ἐλάμβαναν ὑπ’ ὄψιν τους καί ἐπεδίωκαν νά τά φωτίσουν μέ τό φῶς τῆς θείας ἀλήθειας ἤ νά τά ἐπιλύσουν κατά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί τό ἅγιο θελημά Του

-Ποιές εἶναι οἱ σύγχρονες τάσεις πού ἐπηρρεάζουν θετικῶς ἤ ἀρνητικῶς τήν ἐργασία μας;

α. Ἡ πρώτη τάσις ἡ ὁποία δημιουργεῖ μάλιστα κι ἕνα κλίμα εὐνοϊκό εἶναι ἡ πνευματική ἀφύπνισις τῶν νέων. Κι εἶναι πράγματι ἀπόδειξις τῆς δυνάμεως πού ἔχει ἡ πίστις εἰς τόν Θεόν, ἡ ὁποία ἄντεξε καί διατηρήθηκε κάτω ἀπό συνθῆκες διωγμοῦ καί μαρτυρίου σέ διάφορες χῶρες πού βίωσαν τόν ἀθεϊσμό. Αὐτή ἡ τάσις δημιουργεῖ ἕνα εὐνοϊκό κλίμα καί καλές συνθῆκες γιά τήν ποιμαντική ἐργασία μας. Σέ μᾶς ἐναπόκειται νά ἀξιοποιήσουμε αὐτό τό θετικό στοιχεῖο στήν ποιμαντική ἐργασία μας.

β. Ἡ κατάρρευσις τῆς ἀθεΐας. Τήν πτῶσι της προεφήτευσε καί προεδήλωσε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψη μέ τήν ὄρασιν τῆς μυστηριώδους «πόρνης τῆς μεγάλης πού ἐκάθητο ἐπάνω σέ πολλά νερά μέ τήν ὁποίαν ἐπόρνευσαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καί ἐμέθυσαν οἱ κάτοικοι τῆς γῆς ἀπό τό κρασί τῆς πορνείας της» (Ἀποκ. ιζ΄1). Στίς μέρες μας ἔχουμε τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά διαπιστώσουμε τήν θαυμαστή δύναμη τοῦ μεγάλου Θεοῦ τοῦ Παντοκράτορος, ὁ Ὁποῖος «καθεῖλεν δυνάστας ἀπό θρόνων καί ὕψωσε ταπεινούς» (Λουκᾶ α΄ 51). Ἡ κατάρρευση τῶν ἀθέων κοινωνιῶν εἶναι ἔργο τῆς πανσθενοῦς Δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, «ὅστις ἐπεῖδεν ἐπί τήν ταπείνωσιν καί ἐξουδένωσιν τοῦ λαοῦ Του».

Ποιός μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ αὐτήν τήν θεία δύναμιν καί μεγαλειότητά Του. Κι ἐμεῖς ὀφείλουμε νά κηρύξουμε πανταχοῦ μετά δυνάμεως καί σθένους ὅτι «Κύριος ἐπεσκέψατο τόν λαόν αὐτοῦ καί οὐκ ἐγκατέλειπεν αὐτόν».

γ. Ἡ πείνα καί ἡ δίψα τῶν νέων γιά ἐμπειρίες καί νόημα ζωῆς. Στίς ἡμέρες μας διαπιστώνουμε, ὅτι ἀνθοῦν φαινόμενα παραθρησκείας καί καταστροφικῶν λατρειῶν καί αἱρέσεων. Μιά «ἐπικερδής ἐπιχείρηση» προσφέρει προϊόντα καί ὑπηρεσίες στούς πεινασμένους καί διψασμένους πολίτες τοῦ κόσμου. Διάφοροι σύγχρονοι «Μεσσίες» «Χριστοί» «Φωτισμένοι» Διδάσκαλοι ἔχουν ἀναλάβει τό ὑψηλό ἔργο νά σώσουν τήν ἀνθρωπότητα καί ὄχι πάντως δωρεάν. Κοινόβια, Σχολές, Ὀργανώσεις καί πολλά ἄλλα, ὑπόσχονται στούς νέους νά τούς λύσουν ὅλα τά προβλήματα αὐτόματα καί ἄμεσα. Ὅλα αὐτά δείχνουν μιά ἀναζήτησι. Ὅλα αὐτά μᾶς προκαλοῦν γιά νά ἐπέμβουμε δυναμικά καί ἀποφασιστικά προσφέροντας τήν γνησιότητα τῆς θείας ἀλήθειας πληρώνοντας τό ἐσωτερικό κενό τῶν νεανικῶν ψυχῶν μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού κάνει τόν ἀνθρωπο ὄχι ἁπλῶς εὐτυχισμένο ἀλλά «υἱό Θεοῦ» δηλαδή κατά χάριν.

Ποιός ἀπό μᾶς μπορεῖ νά ἀγνοήσει τήν κραυγή τῆς ἀγωνίες τῶν νέων πού παγιδεύοντας καθημερινά ἀπό τούς αὐτόκλητους «ψευδόχριστους καί ψευδοπροφῆτες» ἠλεκτρονικούς καί μή.

δ. Τά παντός εἶδους Ναρκωτικά, ἡ θεοποίσις τῆς πορνείας καί πάσης ἀκαθαρσίας καί ἄλλα φαινόμενα παρακμῆς μαρτυροῦν τήν ἔκπτωσι τῆς ζωῆς. Ἡ Ἐκκλησία μέ τούς ἐργάτες της τούς καλούς Σαμαρεῖτες της ἄς σκύψει μέ στοργή πάνω ἀπό τούς ἡμιθανεῖς γιά νά τούς παριθάλψει καί θεραπεύσει ἀπό τίς ὀδυνηρές πληγές τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς τους.

ε. Κι ἔπειτα ἡ συνεχῶς μεταβαλόμενη ψηφιακή καί ταχύτατη πλέον κοινωνίας μας. Μιά καινούργια πραγματικότητα σέ λίγο θά εἶναι παροῦσα. Εἶναι μᾶλλον παροῦσα. Ἔχουμε ἑτοιμασθεῖ γιά νά δώσουμε τήν μαρτυρία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς σέ τόσα ἑκατομμύρια ἀνθρώπων νέων. Αὐτές εἶναι ἕνας ἀκόμη παράγοντας πού ὀφείλουμε νά λάβουμε ὑπ’ ὄψιν μας.

στ. Ἡ ἔκρηξις τῆς τεχνολογίας, ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἐπιστημῶν, ἡ πλήθυνσις τῆς γνώσεως, οἱ ἐπιδόσεις καί τά ἐπιτεύγματα ὅλνω τῶν ἐπιστημῶν ἀκόμη κι αὐτῶν πού ἀναφέρονται στήν ἱερά ὑπόθεσι τῆς ἀναπαραγωγῆς τῶν ἀνθρώπων μᾶς καλοῦν σέ προβληματισμούς καί ἀποφάσεις. Ἡ ἐποχή μας ἀποτελεῖ ὁρόσημο καί μᾶς προκαλεῖ νά ἑτοιμαστοῦμε γιά νά προσφέρουμε τό εὐαγγέλιο ὡς τήν μοναδική πρότασι ἀνοθεύτου καί γνήσιας ζωῆς.

Πάντως ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν πρός μίαν κατεύθυνσιν καί λύση. Κι αὐτή ἡ κατεύθυνση κάι λύση εἶναι ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ

Τό σύνθημα πού ἀκούεται ἀπό παντοῦ ἀπ’ ὅλες τίς κατευθύνσεις εἶναι ἡ «Ἡ Ὀρθοδοξίας ἐπί τῶν ἐπάλξεων »..

Σ’ αὐτή τήν πνευματική ἐκστράτευσι γιά τήν μάχη τῆς ζωῆς ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί πρέπει νά ἀνταποκριθοῦμε καί κυρίως οἱ ἐμεῖς οἱ ποιμένες. Ὅταν λέμε, ὅτι ὁ κόσμος ἀναμένει ἀπό τήν Ὀρθοδοξία νά ἀναλάβει ἕνα συγκεκριμένο ρόλο γιά νά ὁδηγήσει τόν κόσμο ἐννοοῦμε ὅτι αὐτό εἶναι ἔργο τῶν συγκεκριμένων ἀνθρώπων πού σήμερα ἱστορικά δέχονται τήν πρόκληση καί πρόσκληση. Αὐτό τό ἔργο εἶναι δικό μας ἔργο. Βαρύ τό καθῆκον καί μεγάλη ἡ εὐθύνη.

1 Φεβρουαρίου 2024

«Καταλλαγέντες σωθησόμεθα» Τό ρῆμα συμφιλιώνω σημαίνει ἀποκαθιστῶ σέ μία σωστή σχέση ἤ σωστό ἐπίπεδο ἤ ἀποκαθιστῶ τήν εἰρήνη ἐκεῖ πού προηγουμένως ὑπῆρχε ἐχθρότητα. Ἡ Ἁγία Γραφή ποτέ δέν ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός χρειαζόταν νά συμφιλιωθεῖ μέ τόν ἄνθρωπο, ἀλλά

«Καταλλαγέντες σωθησόμεθα»

 

Τό ρῆμα συμφιλιώνω σημαίνει ἀποκαθιστῶ σέ μία σωστή σχέση ἤ σωστό ἐπίπεδο ἤ ἀποκαθιστῶ τήν εἰρήνη ἐκεῖ πού προηγουμένως ὑπῆρχε ἐχθρότητα. Ἡ Ἁγία Γραφή ποτέ δέν ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός χρειαζόταν νά συμφιλιωθεῖ μέ τόν ἄνθρωπο, ἀλλά πάντοτε πώς ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νά συμφιλιωθεῖ μέ τό Θεό. Ὁ σαρκικός νοῦς ἀποτελεῖ ἔχθρα πρός τόν Θεό (Πρός Ρωμαίους 8,7) καί ἐξαιτίας αὐτοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη νά συμφιλιωθεῖ μέ τό Θεό. Ὅταν ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθε στόν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος ἀποξενώθηκε ἀπό τόν Θεό. Υἱοθέτησε μία ἐχθρική στάση ἀπέναντι στό Θεό. Συνεπῶς, χρειαζόταν τή συμφιλίωση. Ἡ ἁμαρτία ὅμως ἐπηρέασε ὁλόκληρη τή

δημιουργία, ὄχι μονάχα τό ἀνθρώπινο γένος.

Ὁρισμένοι ἀπό τούς ἀγγέλους ἁμάρτησαν κάποτε στό παρελθόν. (Ὡστόσο, δέν ὑπάρχει καμία ἔνδειξη στό λόγο τοῦ Θεοῦ ὅτι αὐτοί οἱ ἄγγελοι κάποτε θά συμφιλιωθοῦν μέ τόν Θεό). «Ὁ Κύριος τούς ἔχει φυλακίσει στό σκοτάδι μέ αἰώνια δεσμά γιά νά δικαστοῦν τή μεγάλη μέρα τῆς κρίσεως (Ἰούδα 6). Στό Ἰώβ 4,18 ὁ Ἐλιφάζ δηλώνει ὅτι ὁ Θεός κατηγόρησέ τούς ἀγγέλους του γιά ἀνοησία.

 Ἡ ζωϊκή δημιουργία ἐπηρεάστηκε μέ τήν εἴσοδο τῆς ἁμαρτίας στή φύση ὅλη ἡ κτίση προσμένει μέ λαχτάρα πότε θά φανερωθεῖ ἡ δόξα τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ. Βέβαια, καί ἡ κτίση ὑποτάχθηκε καί αὐτή στή φθορά…Ξέρουμε καλά ὅτι ὡς τώρα ὅλη ἡ κτίση στενάζει καί κραυγάζει ἀπό πόνο, σάν τήν ἑτοιμόγεννη γυναίκα (Πρός Ρωμαίους 8, 19-22).

Ὁ Θεός καταράστηκε τό ἔδαφος μετά τήν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ (Γενέσεως 3,17). Αὐτό φαίνεται ἀπό τά ἀγριόχορτα, τά ἀγκάθια καί τά τριβόλια πού φυτρώνουν σέ αὐτό

Στό βιβλίο τοῦ Ἰώβ, ὁ Βιλδάδ μᾶς λέει πώς ἀκόμη καί τά ἀστέρια δέν εἶναι καθαρά στά μάτια τοῦ Θεοῦ (Ἰώβ 25,5). Ἔτσι, φαίνεται πώς ἡ ἁμαρτία ἐπηρέασε καί τόν ἀστρικό κόσμο

 Στό χωρίο τῆς Πρός Ἑβραίους 9,23 λέει ἀκόμη ὅτι καί τά ἴδια τά ἐπουράνια πράγματα (πού συμβολίζουν μέ τά ἐπίγεια σκεύη τῆς σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου εἶχαν ἀνάγκη ἀπό καθαρισμό. Δέν γνωρίζουμε τί ἐννοεῖται μ’ αὐτή τή φράση, ἀλλά ἴσως νά ὑπονοεῖται ὅτι τά ἐπουράνια πράγματα ἔχουν μολυνθεῖ μέσω τῆς παρουσίας τοῦ σατανᾶ ὁ ὁποῖος ἔχει πρόσβαση στόν Θεό ὡς ὁ κατήγορος τῶν ἀδελφῶν (Ἰώβ 1,6-7. Ἀποκάλυψη 12,10). Ὁρισμένοι πιστεύουν ὅτι αὐτό τό χωρίο ἀναφέρεται στήν κατοικία τοῦ Θεοῦ. Ἄλλοι στόν ἔναστρο οὐρανό.

Ἕνας ἀπό τούς σκοπούς τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ ἦταν νά κάνει ἐφικτή τή συμφιλίωση προσώπων καί πραγμάτων μέ τό Θεό. Γιά νά τό πραγματοποιήσει αὐτό ἔπρεπε νά ἀφαιρέσει τήν αἰτία τῆς ἐχθρότητας καί τῆς ἀποξένωσης. Αὐτό τό ἔκανε ἀποτελεσματικά μέ τήν τακτοποίηση τοῦ ζητήματος τῆς ἁμαρτίας πρός πλήρη ἱκανοποίηση τοῦ Θεοῦ.

Τό εὖρος τῆς συμφιλίωσης φαίνεται στό κεφάλαιο τῆς Πρός Κολοσσαεῖς 1 ὡς ἑξῆς : (1) Ὅλοι ὅσοι πιστεύουν στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό εἶναι ἤδη συμφιλιωμένη μέ τό Θεό (21). Μολονότι τό συμφιλιωτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἀφορᾶ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα, ἡ συμφιλίωση ἐνεργεῖται μονάχα σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι οἰκειοποιοῦνται αὐτό τό ἔργο. (2) Τελικά ὅλα τά πράγματα θά συμφιλιωθοῦν, εἴτε πρόκειται γιά ἐπίγεια εἴτε γιά ἐπουράνια (20). Αὐτό ἀναφέρεται στή ζωϊκή δημιουργία καί στά ἄψυχα πράγματα πού ἔχουν μολυνθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία. Ὡστόσο δέν ἀναφέρεται στόν σατανᾶ ἤ στούς ἀνθρώπους πού δέν πιστεύουν. Ἡ αἰώνια καταδίκη τους ἔχει ἀπαγγελθεῖ μέ σαφήνεια μέσα ἀπό τίς Γραφές.

Δέν ἀναφέρεται στή Γραφή ὅτι ἡ συμφιλίωση ἐκτείνεται σέ «πράγματα κάτω ἀπό τή γῆ». Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στή συμφιλίωση καί στήν ὑποταγή. Ἡ τελευταία περιγράφεται στό χωρίο τῆς Πρός Φιλήμονα 2,10 : «Κι ἔτσι στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅλα τά ἐπουράνια, τά ἐπίγεια καί τά ὑποχθόνια θά προσκυνήσουν». Ὅλα τά δημιουργημένα ὄντα, ἀκόμη καί οἱ ξεπεσμένοι ἄγγελοι θά ὑποχρεωθοῦν τελικά νά προσκυνήσουν τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.  Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι θά συμφιλιωθοῦν μέ τό Θεό. Τό τονίζουμε αὐτό ἐπειδή τό Πρός Κολοσσαεῖς 1,20 ἔχει χρησιμοποιηθεῖ γιά τή διδασκαλία τοῦ πλανεμένου δόγματος τῆς παγκόσμιας σωτηρίας -ὅτι δηλαδή, ὁ ἴδιος ὁ σατανᾶς, ἤ ξεπεσμένοι ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι πού παρέμειναν ἄπιστοι θά συμφιλιωθοῦν τελικά ὅλοι μέ τό Θεό. Τό χωρίο μᾶς περιορίζει τό εὖρος τῆς συμφιλίωσης μέ τή φράση «ὅσα στή γῆ καί ὅσα στόν οὐρανό».  Πράγματα κάτω ἀπό τή γῆ ἤ καταχθόνια δέν περιλαμβάνονται.

Ἐπειδή ὁ Θεός Πατέρας γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως νά πολεμήσει κατά τῆς ἁμαρτίας καί νά νικήσει, γιά νά λάβει ὡς στέφανο τήν υἱοθεσία ἀπό τόν Θεό Πατέρ, χορηγεῖ σέ κάθε ἄνθρωπο τό Ἅγιο Πνεῦμα γιά νά τόν θεραπεύσει, νά τόν ἐνισχύσει, νά τόν φωτίσει καί νά τόν στηρίξει σ’ αὐτή τήν πάλη, ὥστε νά ἀναδειχθεῖ νικητής καί ὡς ἐκ τούτου νά λάβει δικαιωματικά τόν στέφανο τῆς δικαιοσύνης.

Ἡ συμφιλίωσή μας μέ τόν Θεό Πατέρα μ’ αὐτό τόν φιλάνθρωπο σχέδιο μᾶς διεγείρει σέ εὐχαριστία καί καύχηση:

«Παρ’ ὅ,τι ἤμασταν ἐχθροί μέ τό Θεό, μᾶς συμφιλίωσε μαζί του ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Υἱοῦ του· πολύ περισσότερο τώρα πού συμφιλιωθήκαμε, ἡ ζωή του θά μᾶς χαρίσει τή σωτηρία. Κι ὄχι μόνο συμφιλιωθήκαμε, ἀλλά καί καυχόμαστε γιά τό Θεό, πού μᾶς ἔδωσε τώρα αὐτή τή συμφιλίωση μέσω τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Πρός Ρωμαίους  ε΄, 10-11)

18 Ἰανουαρίου 2024

Ἑλληνικός Διαφωτισμός καί Θετικές ἐπιστῆμες

Ἑλληνικός Διαφωτισμός καί Θετικές ἐπιστῆμες

Δημοσιεύθηκε 18.01.2024

 

Ἡ διαπραγμάτευση καί ἡ μελέτη τοῦ θέματος πού ἀφορᾶ στόν Διαφωτισμό ὁδηγεῖ τίς σκέψεις μας στό νά ὑπομνήσουν καί νά καταγράψουν τίς περί κόσμου διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας:

α) Ὅτι τό Σύμπαν εἶναι ἔργο τῆς Σοφίας καί τῆς Δυνάμεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁμολογοῦμε καί διακηρύσσουμε: “Σὺ κατ' ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καἔργα τῶν χειρῶν σου εἰσιν οἱ οὐρανο ” (Ἑβραίους α΄ 10, βλ. καί  Ἑβραίους γ΄ 4).

β) Ὅτι τό Σύμπαν ὡς λαβόν ἀρχήν ἔχει καί τέλος κατά τήν ἀψευδέστατη προφητεία τοῦ Κυρίου ὅτι “οἱ οὐρανοί παρελεύσονται(Ματθαίου ε΄ 18) καί τήν διακήρυξι τῆς Γραφῆς ὅτι μόνος ὁ Θεός παραμένει ἀναλλοίωτος καί ἀτελεύτητος  (Ἑβραίους α΄ 11-12).

 Ὁ ἀπόστολος Πέτρος προφητεύει ὡς ἑξῆς τό τέλος τοῦ σύμπαντος κόσμου: “Οὐρανοῥοιζηδὸν παρελεύσονται, στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσονται, καὶ γῆ καὶ τἐν αὐτἔργα κατακαήσεται ” (Β΄ Πέτρου γ΄ 10).

γ)Ὅτι κατά τήν προφητεία τοῦ αὐτοῦ Ἀποστόλου οἱ πιστοί “καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικε ” (Β΄ Πέτρου γ΄ 13).

δ)Ὅτι ἡ δημιουργία τοῦ Σύμπαντος εἶναι ἀποκάλυψι καί φανέρωσι τοῦ ἀοράτου Θεοῦ ἡ συνοχή καί ἡ συντήρησί του μαρτυρεῖ τόν Κτίστη καί Δημιουργό, τόν Κυβερνήτη καί Συντηρητή αὐτοῦ (Πρός Ρωμαίους 19-20).

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης διδάσκει, ὅτι ἀπό τήν μελέτη τῶν δημιουργημάτων ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει μερικῶς τόν Δημιουργόν Θεόν (Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τούς Μακαρισμούς, λόγος στ΄, P.G. 44, 1268).

ε) Ὅτι ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου ἔγινε γιά τό μυστήριο τῆς διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύψεως καί φανερώσεως τοῦ Θεοῦ “ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ὅτι ἐν αὐτἐκτίσθη τὰ πάντα, τἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τἐπὶ τῆς γῆς, τὁρατὰ καὶ τἀόρατα ” (Κολοσσαεῖς α΄ 15-16).

στ) Ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐτάχθη ἀπό τόν Θεό Δημιουργό Του “φυλάσσειν” τήν δημιουργία (Γενέσεως β΄ 15).

     ζ)Ὅτι ὅλα τά δημιουργήματα δοξολογοῦν τόν Θεό Κτίστη καί Δημιουργό τους καί αἰνοῦν Αὐτόν, ἐκπληροῦντα τούς λόγους τῶν ὄντων (Ψαλμός ρμη΄ (148) 2-4).

                                                               

Σημειώνουμε, ὅτι δέν ὑπάρχει μεταξύ πίστεως καί ἐπιστήμης σύγκρουσι ὅταν ἑκάστη μένει στά ὅριά της. Οὔτε ἡ πίστι ὑποτάσσεται στούς νόμους τοῦ φυσικοῦ κόσμου οὔτε ἡ ἐπιστήμη δύναται νά ἐπιλύει ὅλα τά προβλήματα. Ἡ μία ἀναβιβάζει τόν ἄνθρωπο στά αἰώνια καί τά ὑπερφυσικά ἐλευθεροῦσα αὐτόν ἀπό τά γεώδη καί πρόσκαιρα. Ἡ ἄλλη οἰκονομεῖ τά ἐν τῷ κόσμῳ καί αὐτά ὑπό πολλούς περιορισμούς.

Τά ὅρια τῶν δύο αὐτῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ τῆς πίστεως καί τῆς γνώσεως ἐπεσημάνθηκαν στό Διεθνές Ἐπιστημονικό Συνέδριο πού διοργάνωσε ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 4-8 Ὀκτωβρίου 2000 μέ τήν εὐκαιρία τῶν ἑορτασμῶν τοῦ Ἰωβηλαίου γιά τήν συμπλήρωσι δύο χιλιάδων ἐτῶν ἀπό τήν γέννησι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἐλλογιμωτάτος κ. Νικόλαος Ἀρτεμιάδης, Ὁμότιμος Καθηγητής Μαθηματικῶν τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν καί Πρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν ἀνέπτυξε τό θέμα: “Θετικές ἐπιστῆμες καί μεταφυσικές ἀλήθειες”, καί ἐτόνισε ὅτι:

…ἡ πρόοδος τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν ὄχι μόνο δέν ὁδηγεῖ στήν ἀμφισβήτηση μεταφυσικῶν ἀληθειῶν καί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ ἀλλά ἀντιθέτως μας φωτίζει στόν νά νοιώσουμε τίς ἀλήθειες αὐτές καί νά ζήσουμε ἀρμονικά μέ τήν Ὀρθόδοξο Χριστιανική Πίστη”. 

 Ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κυρός Χριστόδουλος στόν Χαιρετισμό, πού ἀπηύθυνε πρός τά μέλη καί τούς εἰσηγητές τοῦ ἀναφερθέντος Συνεδρίου ἐτόνισε ὅτι:

Ἡ Ἐκκλησία ὅμως ἀναγνωρίζοντας μέν τό γεγονός ὅτι κάθε ἀνακάλυψη ἀποτελεῖ διείσδυση στά μυστικά τῆς θεϊκῆς σοφίας εὐνοεῖ τήν ἐπιστήμη. Ἀντικρίζει ὅμως καί μία κοινωνία πού δέν διακρίνεται γιά τήν πνευματική ποιότητά της, τήν προσήλωση σέ ἀρχές καί ἀξίες, μία κοινωνία πού ἔχει τήν ἰδιότητα νά γεννᾶ περισσότερα προβλήματα ἀπό ὅσα νά λύνει, πού χαρακτηρίζεται ἀπό παθολογικό ἐγωϊσμό καί ἀλαζονεία, πού στερεῖται ἀπό κάθε ἴχνος αἰωνίας προοπτικῆς”.

3) Ὅτι οἱ ἀστρονομικές πληροφορίες τῆς Βίβλου ἀπαιτοῦν ἰδιαιτέρους κανόνες ἑρμηνείας καί κατανοήσεως τους ἐφ’ ὅσον ἡ Ἁγία Γραφή πρωτίστως ὁμιλεῖ γιά τόν Θεό καί τά ἔργα τοῦ Θεοῦ καί ὁδηγεῖ τήν ψυχή στήν σωτηρία.

Ἀπό μία σύντομη ἔρευνα συλλέγουμε πλούσιο ὑλικό πού κατατάσσουμε σέ τρεῖς ἑνότητες καταγραφῆς

Στήν πρώτη ἑνότητα ἐντάσσονται οἱ  κληρικοί πού διέπρεψαν ὡς λόγιοι καί ἐδίδαξαν τά λεγόμενα τότε “νεωτερικά μαθήματα” ἤ ἔγραψαν ἀξιόλογα συγγράμματα.

Στήν δεύτερη ἑνότητα ἐντάσσονται οἱ κληρικοί πού δίδαξαν ἤ διηύθυναν τίς διάφορες ὀνομαστές Σχολές τῶν δύο ἑκατονταετηρίδων (ιστ΄ καί ιζ΄) ὅπου ἐδιδάσκοντο τά “νεωτερικά μαθήματα

Στήν τρίτη ἑνότητα ἐντάσσονται οἱ φημισμένοι λογίοι αὐτῆς τῆς ἐποχῆς πού εἴτε κατήγοντο ἀπό ἱερατικούς προγόνους εἴτε εἶχαν διδασκάλους τους τούς λογάδες τοῦ Γένους μας εἴτε δίδαξαν στούς φημισμένες Σχολές τοῦ Γένους πού λειτουργοῦσαν μέ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας καί ἐδιδάσκοντο οἱ νέες γνώσεις

Δέν ἀγνοοῦμε, ὅτι ὅλοι αὐτοί οἱ λογάδες πού ἀναφέρθησαν ἀνῆκαν σέ διαφορετικές σχολές σκέψεως, ὅτι μερικοί λόγιοι συνεκρούσθηκαν μετά μεγάλης σφοδρότητος μέ τούς ὁμοτίμους τους γιά τίς ἰδέες τους, ὅτι καί ἄλλων οἱ ἰδέες ἀποδοκιμάσθηκαν.

Κοινό χαρακτηριστικό ὅλων εἶναι, ὅτι προώθησαν τίς νέες ἐπιστῆμες καί τίς ἐνέταξαν στό ἐκπαιδευτικό σύστημα τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων πού δέν ἦταν ἑνιαῖο καί μέ ἀναλυτικά προγράμματα, πού ἦταν ἀναγκαῖο ὅμως νά περιλαμβάνει καί τίς νέες γνώσεις.

                       

13 Ἰανουαρίου 2024

Ἔρημον, τήν μεγάλην καί φοβεράν

«Ἔρημον, τήν μεγάλην καί φοβεράν»

Δημοσιεύθηκε 11.01.2024

    

    Ἡ ἔρημος εἶναι μιά γῆ πού δέν τήν εὐλόγησε ὁ Θεός. Τό νερό ἐκεῖ εἶναι σπάνιο, ὅπως στήν γῆ πρίν βρέξει  (Γενέσεως β΄ 4-5). Ἡ βλάστηση εἶναι ἐλάχιστη καί ἡ διαβίωση ἀδύνατη  (Ἠσαΐου στ΄ 1). Ἡ ἐρήμωση ἐπιβάλλεται ὡς τιμωρία γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ γιά νά ὁδηγηθεῖ στήν μετάνοια  (Ἰεζεκιήλ στ΄ 14).

Ὁ Θεός θέλησε νά περάσει ὁ λαός Του ἀπ’ αὐτή τήν «ἔρημον τήν μεγάλην καί φοβεράν» (Δευτερονομίου α΄ 19) γιά νά φθάσει στήν γῆ ὅπου ρέει μέλι καί γάλα. Τό γεγονός αὐτό θά μεταβάλλει τόν χαρακτῆρα τῆς ἐρήμου. Ἐνῶ διατηρεῖ ὅλα τά χαρακτηριστικά πού προαναφέρθηκαν, ἑνός ἀπομωνομένου τόπου, ἀποκτᾶ πνευματική διάσταση. Σημαίνει μιά ἐποχή τῆς ἱερῆς ἱστορίας ὅπου γεννήθηκε ὁ λαός τοῦ Θεοῦ.  Αὐτό οὐσιαστικά εἶναι τό νόημα τῆς ἐρήμου.

Ἔρημος δέν σημαίνει φυγή καί ἀπομόνωση ἀπό τόν πολιτισμό καί τήν κοινωνία, ἀλλά ἀπαραίτητο πέρασμα ἀπό τήν ἐποχή τῆς δουλείας στήν ζωή τῆς ἐλευθερίας ἐν Χριστῷ. Ὅπως ὁ Ἰσραηλιτικός λαός ὅταν ἔφυγε ἀπό τήν Αἴγυπτο ἔπρεπε νά περιπλανηθεῖ στήν ἔρημο καί νά ἀντιμετωπίσει τούς πειρασμούς γιά νά ἀποβάλει τίς συνήθειες τῆς ζωῆς τῆς δουλείας καί νά καθαρθεῖ γιά νά γνωρίσει τόν ἀληθινό Θεό, ἔτσι κάθε πιστός ἀναχωρεῖ ἀπό τόν κόσμο καί μεταβαίνει στήν ἔρημο γιά νά πειρασθεῖ καί νά δοκιμασθεῖ, νά γνωρίσει τόν Θεό καί νά ἑνωθεῖ μαζί Του.

                                               α΄ Ἡ Θεία οἰκονομία

Ἡ ἔρημος ἐπελέγη ἀπό τόν Θεό ὄχι ἐπειδή ἦταν ὁ συντομώτερος δρόμος ἀλλά γιατί ἤθελε νά εἶναι ὁ ἴδιος ὁδηγός τοῦ λαοῦ. Στήν ἔρημο οἱ Ἑβραῖοι θά λατρεύσουν τόν Θεό. Ἐκεῖ θά δεχθοῦν τόν Νόμο καί θά συνάψουν τήν Διαθήκη ἡ ὁποία μετατρέπει τούς περιπλανώμενους σέ λαό τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός θέλησε νά γεννηθεῖ ὁ λαός Του στήν ἔρημο. Τοῦ ὑποσχέθηκε ὡστόσο μιά Γῆ. Ἔτσι ἡ παραμονή του στήν ἔρημο μεταβάλλεται σέ προνομιακή ἐποχή, ἄν καί εἶναι πρόσκαιρη.

Ἡ ἀπιστία τοῦ λαοῦ

Ὁ δρόμος πρός τήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας δέν εἶχε καμμιά ὁμοιότητα μέ τήν εὔφορη γῆ τῆς Αἰγύπτου ὅπου δέν ἔλειπαν οὔτε οἱ τροφές οὔτε ἡ ἀσφάλεια. Ἦταν δρόμος τῆς καθαρᾶς πίστεως σ’ Αὐτόν πού ὁδηγοῦσε τόν λαό Του.  Ἀλλά ἀπό τά πρῶτα βήματα κιόλας οἱ Ἑβραῖοι δυσανασχετοῦσαν γιά τίς προθέσεις τοῦ Κυρίου. Διαμαρτύρονται συνεχῶς ὅτι δέν ἔχουν ἀσφάλεια (πορεύονται ἀνάμεσα σέ ἐχθρούς), τούς λείπουν οἱ τροφές καί τό νερό.  Τό γογγυσμό αὐτό ἀναφέρουν στήν Ἔξοδου ιδ΄11, ιστ΄ 2 ἑξ, ιζ΄ 2 ἑξ., Ἀριθμῶν ιδ΄ 2 ἑξ.,  ιστ΄ 13 ἑξ., κ΄ 4 ἑξ., κα΄ 5 ἑξ).

Ὁ λόγος τοῦ γογγυσμοῦ εἶναι προφανής καί σαφής: Λυποῦνται πού ἔχασαν τήν συνηθισμένη ζωή πού ὅσο καί κουραστική κι ἄν ἦταν στήν Αἴγυπτο τήν προτιμοῦσαν ἀπ’ αὐτή τήν παράδοξη ζωή πού στηρίζεται μόνο στήν καθοδήγηση καί τήν φροντίδα τοῦ Θεοῦ.

Προτιμοῦν μιά ζωή δούλου παρά μιά ζωή ὑπό ἀπειλή θανάτου. Καλύτερα τό ψωμί καί τό κρέας τῆς Αἰγύπτου ἀπό τό ἄνοστο μάννα. Ἡ ἔρημος ἀποκαλύπτει ἔτσι τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι ἀνίκανος νά θριαμβεύσει πάνω στήν δοκιμασία στήν ὁποία βρέθηκε.

Ὁ θρίαμβος τῆς θείας εὐσπλαγχνίας.

Ἀλλά ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά χαθοῦν στήν ἔρημο ὅσοι σκληρύνθηκαν στήν ἀπιστία τους καί στήν ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης δέν παραιτεῖται γι’ αὐτό ἀπό τό σχέδιό Του καί δείχνει τήν εὐσπλαγχνία Του.

Στό λαό πού γογγύζει δίνει μέ θαυματουργό τρόπο τροφή καί νερό. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θά φανερωθεῖ ἰδίως ὅταν ἕνας ἀληθινός λαός θά μπεῖ στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας.

Ὁ τελικός αὐτός θρίαμβος ἐπιτρέπει νά θεωρηθεῖ ἡ ἔρημος ὄχι τόσο ὡς ἐποχή τῆς ἀπιστίας τοῦ λαοῦ ἀλλά μᾶλλον ὡς ἡ ἐποχή τῆς σπλαγχικῆς πιστότητος πού προειδοποιεῖ τούς ἀτίθασους καί πραγματοποιεῖ τό σχέδιό Του.                                                      

Ἡ φυγή στήν ἔρημο δέν ἔχει τήν ἔννοια τῆς ἀπομονώσεως, ἀλλά ὁ Θεός καλεῖ τόν λαό Του ὄχι νά ζήσει στήν ἔρημο, ἀλλά νά διασχίσει τήν ἔρημο γιά νά ζήσει στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας.

Ὁ Χριστός, ἡ ἔρημός μας.

Ὁ Κύριος στήν διάρκεια τῆς δημοσίας ζωῆς Του χρησιμοποίησε τήν ἔρημο πού τόν προφύλαγε ἀπό τά πλήθη καί ἦταν κατάλληλη γιά τήν μοναχική προσευχή Του. Ὁ Ἰησοῦς παρουσιάζεται στούς μαθητές Του ὡς Ἐκεῖνος πού ἐκπληρώνει στό πρόσωπό Του τίς θαυμαστές δωρεές τοῦ παρελθόντος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μπορεῖ νά πεῖ κανείς ὅτι κατά κάποιο τρόπο ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἔρημός μας. Στό πρόσωπό Του ὑπερενικήσαμε τήν δοκιμασία. Ἔχουμε τήν τέλεια κοινωνία μέ τόν Θεό. Ἡ προτύπωση ἐκπληρώθηκε. Σέ κάθε περίπτωση ζοῦμε μυστηριακά τήν ἔρημο. Ὁ τύπος τῆς ἐρήμου παραμένει ἀκόμη ἀπαραίτητος γιά νά καταλάβουμε τήν φύση τῆς χριστιανικῆς μοναχικῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ ζωή βρίσκεται σέ δοκιμασία ἀφοῦ δέν εἰσήλθαμε στήν ἀνάπαυση τοῦ Θεοῦ (Ἑβραίους δ΄ 9)

Γι’αὐτό ἄς θαυμάσουμε τά γεγονότα τοῦ παρελθόντος ἄς βιώσουμε κυρίως τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ὥστε νά μή σκληραίνουμε τίς καρδιές μας γιά νά ὑπερνικήσουμε τούς πειρασμούς.

Ἡ ζωή πού ζοῦμε μᾶς βεβαιώνει γιά τό τελικό θρίαμβο γιατί εἴμαστε «μέτοχοι» τοῦ Χριστοῦ «Γιατί τότε μόνο θά μετέχουμε στό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ὅταν διατηρήσουμε ὥς τό τέλος σταθερή τήν ἐμπιστοσύνη πού δείξαμε ἀρχικά στό Χριστό» (Ἑβραίους γ΄ 14) πού παρέμεινε πιστός στήν διάρκεια τῆς δοκιμασίας Του.

4 Ἰανουαρίου 2024

"\u1f41 \u03ba\u03b1\u03b9\u03c1\u03bf\u1f7b\u03c2 \u1f22 \u03c7\u03c1\u1f79\u03bd\u03bf\u03c5\u03c2 \u00a0\u03b8\u1f73\u03bc\u03b5\u03bd\u03bf\u03c2"

"ὁ καιρούς ἢ χρόνους  θέμενος"

Δημοσιεύθηκε 04.01.2023

 

            Ὁ Φιλάνθρωπος Θεός καί Πατέρας μας "ὁ καιρούς ἢ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος" (Πραξ. α' 7) μᾶς ἀξιώνει νά εἰσερχόμαστε στό Νέον Ἒτος 2024.

            Γιά τό γεγονός αὐτό δοξάζουμε τόν Θεό καί Πατέρα μας, πού μᾶς ἀξίωσε νά μετρήσουμε ἄλλο ἕνα εὐλογημένο ἒτος. Βιώνουμε τό γεγονός μέ ταπείνωσι καί τό προσεγγίζουμε μέ τήν προσευχή μας.

Ὁ χρόνος τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι αὐτάρκης. Σέ σχέση μέ τήν Παλαιά Διαθήκη  ὁ χρόνος τῆς Ἐκκλησίας ἀνήκει ἤδη στούς «ἔσχατους καιρούς», ἀλλά τείνει ἐπίσης πρός μία μελλοντική πληρότητα καί προσανατολίζεται πρός ἕνα τέλος: τήν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Τώρα πού τό Πνεῦμα δόθηκε στούς ἀνθρώπους, ὅλη ἡ δημιουργία περιμένει μέ λαχτάρα τήν τελική ἀποκάλυψη τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ, τήν ἀπολύτρωση τοῦ σώματος των . Τότε μόνο θά ὁλοκληρωθεῖ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τό Α καί τό Ω, «ὁ ὧν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος» . Τήν ἡμέρα αὐτή θά καταργηθοῦν συγχρόνως ὁ «παρών αἰών» καί ὁ χρόνος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ  Ἰησοῦς δέν κατέστησε γνωστή τήν ἡμερομηνία ὅπου θά συμβεῖ αὐτή ἡ συντέλεια τῶν αἰώνων, αὐτό τό τέλος τοῦ κόσμου: ἀποτελεῖ μυστικό πού τό γνωρίζει μόνο ὁ Πατέρας   καί δέν ἀνήκει στούς ἀνθρώπους «γνῶναι χρόνους ἤ καιρούς, οὕς ὁ πατήρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία» . Ἡ ἀρχέγονη Ἐκκλησία, στή θέρμη τῆς ἐλπίδας γιά τήν παρουσία τοῦ Κυρίου, ἔζησε μέ τή σταθερή ἐντύπωση τῆς ἐγγύτητάς της: «ὁ καιρός συνεσταλμένος» , «νῦν γάρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἤ ὄτε ἐπιστεύσαµεν, ἡ νῦξ προέκοψεν ἡ δέ ἡμέρα ἤγγικεν» . Ἡ ἐντύπωση ἦταν τόσο ζωηρή ὥστε ὁ Παῦλος, μολονότι χρησιμοποιοῦσε αὐτές τίς ἐκφράσεις, ἀναγκάστηκε νά ἀποτρέψει τούς Θεσσαλονικεῖς ἀπό κάθε ἀκριβῆ ὑπολογισμό τῆς ἀναπόφευκτης ἡμερομηνίας . Σιγά σιγά, κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς πείρας, συνειδητοποιήθηκε ἡ ἐπέκταση τῶν «ἔσχατων καιρῶν».  Ἀλλά τό ἐπικείμενο τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Κυρίου παρέμεινε ὡς οὐσιῶδες στοιχεῖο στήν ψυχολογία

            Μέ τίς σκέψεις αὐτές εἰσερχόμαστε στό νέο χρόνο, πού ἂρχισε νά μετρᾶ καί ἀτενίζουμε τό μέλλον μέ τήν αἰσιοδοξία, πού μᾶς χαρίζει ἡ Ἐκκλησία μας.

            Ὁ κόσμος ὁλόκληρος, οἱ ἂνθρωποι ὃπου γῆς προσβλέπουν μέ ἒντονη προσδοκία καί ἐλπίδα πρός τό μέλλον, πρός τόν ἀνατέλον νέο ἔτος, ὃτι θά λυθοῦν τά μεγάλα προβλήματα πού τούς ταλανίζουν, ὃτι θά ἐπικρατήσει εἰρήνη καί ἀσφάλεια, ὃτι ὃλοι θά εὐημεροῦν, ὃτι ὃλοι θά ἀπολαμβάνουν τήν ἀφθονία τῶν ἀγαθῶν, ὃτι θά σταματήσουν οἱ πόλεμοι, ὃτι θά ἐξαλειφθεῖ ἡ ἀθλιότης καί ἡ ὑποβάθμισι τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς καί τοῦ  ἀνθρωπίνου προσώπου, ὃτι θά νικηθοῦν οἱ ἀσθένειες, ὃτι οἱ ἐπιστῆμες θά ἀνοίξουν νέες προοπτικές, ὃτι ἡ κοινωνία θά προοδεύσει, ὃτι θά ἐπικρατήσει ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀδελφοσύνη, ἡ ἰσότητα, ἡ ἀγάπη, ἡ ἀλληλεγγύη.

            α) Ὁ χρόνος ἀφ' ἑαυτοῦ του οὒτε καλός εἶναι, οὒτε κακός. Δέν φέρει τήν εὐτυχία ἢ  τήν δυστυχία. Μιά τέτοια ἂποψι αἰχμαλωτίζει καί ὑποτάσσει τόν ἂνθρωπο σέ τυφλές καί ἂλογες δυνάμεις, ἐνῷ ὁ ἂνθρωπος κοσμήθηκε ἀπό τόν Δημιουργό του μέ τήν λογική, τήν βούλησι, τήν ἐλευθερία.

            Κατά τήν χριστιανική ἂποψι ὁ  ἂνθρωπος πού ζεῖ μέσα στό χρόνο μέ τά ἒργα του, τίς σκέψεις του, τίς ἰδέες του, τίς ἐπιδιώξεις του γεμίζει τόν χρόνο μέ φῶς, χαρά,  ἀγάπη, εὐτυχία, ἢ ἀντιθέτως μέ σκοτάδι, ἀπελπισία, πόνο καί δυστυχία.

            β) Οἱ ἂνθρωποι, πού προσπαθοῦν νά πραγματοποιήσουν ὃλες τίς ὡραῖες καί ἰδανικές αὐτές συνθῆκες τῆς ζωῆς, στηρίζονται σέ ἐγκόσμιες δυνάμεις καί προσπάθειες καί σέ ἐξωτερικούς, ὡς πρός τόν ἀνθρωπο, παράγοντες. Τό στοιχεῖο αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού κάνει ὃλα αὐτά τά ὁράματα οὐτοπικά, ἀνέφικτα καί ἀπογοητεύει συνέχεια τόν ἂνθρωπο.

            γ) Τήν ζωή μας, τήν κοινωνία μας, τόν κόσμο μας μόνο ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή ὁ ἲδιος ὁ Θεός, μποροῦν νά μεταμορφώσουν καί νά ἀνακαινίσουν. Κάθε ἒτος , κάθε ἡμέρα, κάθε ὣρα τῆς ζωῆς μας ὀφείλουμε νά τήν ἀξιοποιοῦμε μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά γεμίζουμε τόν χρόνο μας  μέ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό μᾶς παραγγέλλει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὃταν γράφει πρός Ἐφεσίους (ε'16-17) "Προσέχετε, λοιπόν, καλά, μή ζεῖτε ὡς ἀσύνετοι, ἀλλά ὡς συνετοί. Νά χρησιμοποιεῖτε σωστά τό χρόνο σας, γιατί ζοῦμε σέ πονηρούς καιρούς. Γι' αὐτό μήν εἶσθε ἂφρονες, ἀλλά ν' ἀντιλαμβάνεσθε τί θέλει ὁ Κύριος ἀπό σας".

            δ) Οὒτε οἱ ἐνδοκόσμιες δυνάμεις, οὒτε οἱ χαρισματικοί ἡγέτες, οὒτε τά εὐφυῆ συστήματα ἒχουν τήν δύναμι νά ἀλλάξουν τόν κόσμο, γιατί τά πάντα καί οἱ πάντες φέρουν μέσα τους τήν πτῶσι καί τήν φθορά. Ὁ κάθε ἂνθρωπος ὃμως, ὃταν ἀναγεννηθεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἀνακαινισθεῖ ἀπό τήν καθαρτική, ἁγιαστική καί θεοποιό χάρι τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νά μεταμορφώσει τήν ζωή του, τόν κόσμο, τήν κοινωνία σέ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί νά λύσει ὃλα του τά προβλήματα  μέ τήν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τήν ἐφαρμογή τῶν θείων ἐντολῶν, τήν ἂσκησι γιά τήν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν.

            Μέ τίς σκέψεις αὐτές εἰσερχόμαστε στό νέο χρόνο, πού ἂρχισε νά μετρᾶ καί ἀτενίζουμε τό μέλλον μέ τήν αἰσιοδοξία, πού μᾶς χαρίζει ἡ Ἐκκλησία μας.

Χ ρ ό ν ι α  Π ο λ λ ά .

Εὐλογημένο καί τό Νέον Ἒτος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ 2024.

28 Δεκεμβρίου 2023

Συγκατάβασις γάρ θεϊκή

«Συγκατάβασις γάρ θεϊκή»

Ἡμέρα χαρμόσυνος καί ἑορτή πανσεβάσμιος ἀνέτειλε γιά τήν Ἐκκλησία μας. Μέγιστη χαρά καί ἀγαλλίαση γιά τήν Ἐκκλησία μας καί τούς πιστούς, πού ἀναμένουν τό μεγάλος αὐτό σωτηριολογικπό γεγόνος κάθε ἔτος.

Οἱ Χριστιανοί σήμερα χαίρονται καί πανηγυρίζουν τήν λαμπρή καί εὐφρόσυνη ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ Σωτῆρα τους καί Λυτρωτοῦ τους Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Θεοῦ μας πού «ἔκλινε οὐρανούς καί κατέβη».

Χριστούγεννα σημαίνουν κάθοδο τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ κατέρχεται στή γῆ γιά νά ζήσει ὡς ἄνθρωπος καί νά ἀπελευθερώσει  μέ τήν ζωή Του καί τόν θάνατό Του τούς ἀνθρώπους ἀπό τίς συνθῆκες τῆς ματαιότητος, τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, στίς ὁποῖες ὑπήχθη μετά τήν παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Πρωτοπλάστους Προπάτορες.

Τρία τινά ἐπισημαίνουμε ἀπό τόν πλοῦτο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας γιά τό νόημα, τήν σημασία καί τίς συνέπειες γιά μᾶς, τοῦ σωτηριώδους τούτου γεγονότος, πού βιώνουν οἱ πιστοί μας κατά τήν πανεφρόσυνη αὐτή ἑορτή τῆς Χριστιανοσύνης καί τῆς Ἐκκλησίας μας.

α΄. Συγκατάβαση θεϊκή

Διευκρινίζει, ἑρμηνεύει καί διδάσκει ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ὅτι : κατά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ «Ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω καί τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γάρ θεϊκή οὐ μετάβασις τοπική γέγονε», δηλαδή ὅτι ἐνῷ ὅταν ἦταν στήν γῆ καί στόν ὁρατό κόσμο ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἀνθρώπινη φύση Του δέν ἀπουσίαζε ἀπό τόν οὐρανό καί πνευματικό κόσμο μέ τήν θεία φύση Του.

Εἶπε : «Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ» (Ἰωάννου γ΄ 13)

Δηλαδή : «Κανένας, βέβαια, δέν ἀνέβηκε στόν οὐρανό παρά μόνο ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου, πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, καί πού εἶναι στόν οὐρανό»

Ὁ Θεός εἰσέρχεται στόν κόσμο, ἀλλά δέν γίνεται κόσμος. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός διεκήρυξε, ὅτι ἐνῶ εὑρίσκεται μέσα στόν κόσμο «Ἐγώ οὐκ εἰμί ἐκ τοῦ κόσμου» (Ἰωάννου ιζ΄14). Μέ τήν διακήρυξή Του αὐτή κατέστησε σαφές ὅτι ἡ παρουσία Του στήν γῆ εἶναι πραγματική καί ἀληθινή καί ἔθεσε τά ὅρια ἀνάμεσα στόν Δημιουργό Θεό καί τήν Δημιουργία, στήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ καί τόν μολυσμένο ἀπό τήν ἁμαρτία κόσμο, πού παρά ταῦτα καταδέχθηκε νά βρεθεῖ ἀνάμεσα στά πλάσματά Του γιά νά δώσει σ’ αὐτά τήν θεία ζωή, ἀνακαινίζοντάς τα ἀπό τήν φθορά τῆς ἁμαρτίας καί λυτρώνοντάς τα ἀπό τόν θάνατο.

Μέ τήν κάθοδό Του μᾶς ἀνύψωσε. Ἡ πρώην πεπτωκυΐα φύση μέ τήν ἐνανθρώπηση ἔγινε  καί τιμία καί ἁγία καί ἔνδοξη.

β΄. Κάθαρση βίου

Ὁ Προφήτης καί Πρόδρομος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἀναγγέλλει, ὅτι μέ τήν κάθοδό Του ὁ Θεός στόν κόσμο ἔρχεται νά ξεκαθαρίσει τόν ἁλώνι Του (Λουκᾶ γ΄ 17), νά ἀποκαθάρει τόν κόσμο, τήν κοινωνία καί τόν καθένα ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν πονηρία καί τήν κακία. «Δι’ αὐτοῦ καθαρισμόν ποιησάμενος τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Πρός Ἑβραίους α΄ 5).

Μέ τήν βαθιά πίστη μας καί τήν ἀνυπόκριτη, ἀληθινή καί εἰλικρινή συμμετοχή μας στά ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας συντελεῖται ἡ κάθαρσή μας.  «Πάντες γάρ ὑμεῖς καθαροί ἐστέ» (Ἰωάννου ιε΄ 3) διεβεβαίωσε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας τούς μαθητές Του.  

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρατηρεῖ ὅτι «γιά τούς καθαρούς ὅλα εἶναι καθαρά. Γιά τούς μολυσμένους ὅμως καί τούς ἀπίστους τίποτα δέν εἶναι καθαρό, γιατί καί τό μυαλό τους καί ἡ συνείδησή τους εἶναι μολυσμένα. Διακηρύττουν ὅτι γνωρίζουν τόν Θεό, ἀλλά μέ τά ἔργα τους τόν ἀρνοῦνται. Εἶναι ἀπειθεῖς, δέν ὑποτάσσονται στόν Θεό καί εἶναι ἀνίκανοι γιά ὁποιοδήποτε καλό ἔργο» (Πρός Τίτον α΄, 15-16).  

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεσσαλονίκης ἐξηγεῖ ὅτι ἡ συγκατάβαση αὐτή τοῦ Θεοῦ Λόγου δέν ἐπροξένησε σ’ Αὐτόν ὕφεση καί ἐλάττωση ἀντιθέτως πρόσθεσε δόξα καί μεγαλύτερο ὕψος.

γ΄. Ὑψοποιός ταπείνωση.

Μέ τήν κάθοδό Του ἀνέδειξε ἄλλο τρόπο δόξης καί μεγαλείου μέ τήν ταπείνωση, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ἀδελφός τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. Τό σπήλαιο, ἡ φάτνη τῶν ἀλόγων ζώων, τά βρεφικά σπάργανα, καί τά ἄλλα εὐτελῆ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ὅπως κι ὁλόκληρος ὁ βίος Του πού τόν διήνυσε μέ ταπείνωση εἵλκυσαν τίς ἁγνές ψυχές τῶν μαθητῶν Του ἀνά τούς αἰῶνες νά Τόν ἀκολουθήσουν περιφρονώντας, ὅπως Ἐκεῖνος, τήν ἀσταθῆ ματαιότητα τῶν ρεόντων καί οὐ μενόντων.  

Μέ τήν ταπείνωσή Του ἐξύψωσε ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος δείχνοντας στόν κάθε ἄνθρωπο ὅτι τό μεγαλεῖο ἀποκτᾶται μέ τήν ταπείνωση καί ὅτι ἡ ἑκούσια ταπείνωση δέν ὑποτιμᾶ τόν ταπεινούμενο ἀντιθέτως μάλιστα τόν ἐξυψώνει ὑψηλότερα.

«Διά τοῦτο γάρ ὑψηλός Θεός ἐπί γῆς ἐφάνη ταπεινός ἄνθρωπος βουλόμενος ἑλκύσαι πρός τό ὕψος»  τῆς θείας ζωῆς ὅλους τούς πιστούς.

Ἑορτάζουμε καί εὐφραινόμαστε σήμερα, χαιρόμαστε γιά τό θεῖο αὐτό γεγονός καί ἐμεῖς καί ὅλη ἡ πλάση Του. Ἡ ζωή μας ἐξυψώνεται καί μετέχει ἐνργά στήν θεία ζωή. Ἡ ψυχή μας καταλαμπρύνεται ἀπό τό ἀληθινό φῶς τῆς πίστεως πού φυγαδεύει τό σκότος τῆς ἁμαρτίας καί διαλύει τόν ζόφο τῆς ἀγνωσίας. Ἡ ταπείνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀνοίγει λυτρωτικά τούς ὁρίζοντες τῆς σκέψεώς μας καί τῆς συμπεριφορᾶς μας καθώς πορευόμαστε πρός τήν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Χρόνια πολλά καί εὐλογημένα.

22 Δεκεμβρίου 2023

Ἐπί τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσιν

«Ἐπί τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσιν»

Δημοσιεύθηκε 21.12.2023

Ὁδεύουμε πρός τήν ἑορτή τῆς κατά σάρκα γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρός τήν γενέθλια ἡμέρα τοῦ Λυτρωτοῦ καί Σωτῆρος μας, καί κατευθυνόμαστε νοερῶς πρός τήν Βηθλεέμ γιά νά προσκυνήσουμε τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔπραξαν οἱ Ποιμένες μετά τήν προτροπή τοῦ Ἀγγέλου[1]

Ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ, τήν ὁποία μετά ἀπό λίγες μέρες θά ἑορτάσει  σύμπας ὁ Χριστιανικός κόσμος, εἶναι ἀληθῶς ὁ ἄξονας, γύρω ἀπό τόν ὁποῖο στρέφεται ἡ παγκόσµια ἱστορία. Ἔταμε τήν ἱστορία σέ δυό περιόδους τήν πρό Χριστοῦ καί τήν μετά Χριστόν ἐποχή. Τό γεγονός αὐτό ἐξηγεῖ γιατί ὁ Χριστός ἦταν, εἶναι καί θά εἶναι «προσδοκία ἐθνῶν[2] καί γιατί «ἐπί τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσιν»[3] ἤ θά Τόν ἀναζητοῦν, ἐάν ἤδη δέν Τόν ἔχουν γνωρίσει.

Τό Πρωτευαγγέλιο πού δόθηκε στούς Πρωτοπλάστους περί τοῦ Λυτρωτοῦ, «Ὅστις θά συντρίψῃ τήν κεφαλήν τοῦ ὄφεως»[4], μετεδιδόταν ἀπό στόμα σέ στόμα σέ ὅλους τούς λαούς καί ἀνεζωπυρεῖτο τόσο ἀπό τό φῶς τῆς εἰδικῆς ὑπερφυσικῆς θείας ἀποκαλύψεως στήν Παλαιά Διαθήκη, ἡ ὁποία καθοδηγοῦσε τόν Ἰουδαϊκό λαό στήν ὁδό τῆς ἀληθοῦς θεογνωσίας. Ἔτσι  ἡ πτώση ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας δέν ἐσήμαινε καί πλήρη πνευματική νέκρωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος δύναται στό φῶς αὐτό νά βλέπει στόν κόσμο τά ἀόρατα τοῦ Θεοῦ, τήν ἀΐδιον αὐτοῦ δύναμη καί θειότητα[5] καί νά συμμορφώνει τήν ζωή του πρός τίς οὐσιώδεις  διατάξεις τοῦ φυσικοῦ ἠθικοῦ νόμου[6] καί νά προσδοκᾶ τήν ἔλευση τοῦ Σωτῆρος.

Ἀνακαίνιση τῆς φθαρείσης ἀνθρωπότητος

Ἡ Παλαιά Διαθήκη, δέν ὁμιλεῖ μόνο περί τοῦ Μεσσία, ἀλλά τονίζει ὅτι ἀπό Αὐτόν θά συνδεθεῖ ἡ ἐσχατολογία μετά τοῦ παγκοσμίου σωτηριολογικοῦ σκοποῦ τῆς ἱστορίας. Νέα διαθήκη μέ ὅλους τούς λαούς θά συναφθεῖ[7], νέα καρδία θά ἀναπλασθεῖ[8] καινός οὐρανός καί καινή γῆ θά συντελεσθεῖ[9] πάνω στούς ὁποίους ἡ ἀπόλυτη βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά δεσπόζει[10] «εἷς ποιμὴν ἐπὶ μιᾶς ποίμνης» κατά τήν ἔκφραση τοῦ ’Ιεζεκιήλ[11]. Θά ἐπανέλθουν τά χαρακτηριστικά τῆς ἐποχῆς τοῦ Παραδείσου. Εὐφορία τῆς γῆς θά ἐπακολουθήσει, συνδιαλλαγή τοῦ ἀνθρώπου μετά τῶν φοβερῶν στοιχείων τῆς φύσεως[12]. Ὁ λύκος θά βόσκει μετά τοῦ προβάτου, ὁ μόσχος μετά τοῦ λέοντος, ὁ βοῦς μετά τῆς ἄρκτου, ἡ πάρδαλις μετά τῆς ἐρίφου καί ὁ παῖς ἀκινδύνως θά παίζει μετά τῶν ὄφεων[13]. Ἀλλά καί συνδιαλλαγή θά ἐπέλθει καί μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Πόλεμοι δέν θά ὑπάρχουν. Ὅπλα, τόξα καί βέλη θά μεταστραφοῦν, κατά τίς ἐκφράσεις τῶν προφητῶν, σέ ἄροτρα καί γεωργικά ἐργαλεῖα[14]. Η εἰρήνη τοῦ παραδείσου θά ἔλθει ἐκ νέου[15].

«Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν» (Ἰωάννου α΄, 41)

 Ἀλλ’  ἐάν γιά πολλούς ὁ Σωτήρας ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ὁ Προσδοκώμενος καί ὁ Ἀναζητούμενος, γιά τά πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Εὑρισκόμενος. Οἱ πιστοί Χριστιανοί ἐπαναλαμβάνουν τό «εὑρήκαμεν τόν  Μεσσίαν»[16], ψάλλουν ὅτι «ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτήρ» καί ὅτι ἡ Γέννηση  Αὐτοῦ «ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως» καί ἔχουν τό εὐφρόσυνο βίωμα, ὅτι ἰσχύουν καί γιά τήν προσωπική τους ὕπαρξη οἱ λόγοι, τούς ὁποίους ὁ Κύριος  εἶπε κάποτε εἰς τούς μαθητές Του: «Μακάριοι οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ βλέποντες ἅ βλέπετε. Λέγω γὰρ ὑμῖν, ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ βασιλεῖς ἠθέλησαν ἰδεῖν ἅ ὑμεῖς βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἅ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν».[17]

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει καί τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς εὐεργεσίας τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ: «Ἐπεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι» .

Ὁ ἀπόστολος συναισθανόταν ὅτι ὅσα εἶχαν ἀποκαλυφθεῖ σ’ αὐτόν δέν ἦσαν µόνο γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά γιά ὅλους. Γι’ αὐτό, θεωροῦσε πάντοτε τόν ἑαυτό τοῦ ὡς οἰκονόµο τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ . Αὐτό σηµαίνει καί ἡ δήλωσή του ὅτι ἦταν χρεώστης σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνο πού τοῦ δόθηκε ἦταν ὡς παρακαταθήκη γιά ὅλους τούς ἄλλους. Αὐτή εἶναι καί ἡ δική μας ἀποστολή καί εὐθύνη. Φρόντισε νά µή λογαριάζεις τίποτε ἀπ’ ὅσα κατέχεις ἤ ξέρεις, ὡς δικά σου, νά τά θεωρεῖς ὅλα σάν ἱερή παρακαταθήκη.

Ἡ ἐξάσκηση τῆς οἰκονοµίας του ἦταν «Νά κηρύξω στούς Ἐθνικούς τόν ἀνεξιχνίαστο πλοῦτο τοῦ Χριστοῦ, καί νά κάνω ὅλους τους ἀνθρώπους νά Τόν γνωρίσουν».

Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὁ Ποιμένας ἐργάζεται γιά νά γεννηθεῖ ὁ Χριστός στήν  καρδιά τοῦ πιστοῦ μέ τά μυστήρια: «Ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν » (Πρός Γαλάτας δ΄, 19).

Ἡ περίοδος τῶν ἑορτῶν τοῦ ἁγίου Δωδεκαημέρου ἀποτελεῖ περίοδο ἐντονωτέρας πνευματικῆς καλλιέργειας. Ἡ Ἐκκλησία γεννᾶ τά τέκνα τοῦ Θεοῦ πού θά ἀποκτήσουν τήν ἐσωτερική μόρφωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιά νά ἀποκαλεῖ ὁ ἀπόστολος τήν φροντίδα γιά τήν πρόοδο τῶν μαθητῶν του «ὠδῖνες» σημαίνει ὅτι αὐτή δέν πραγματοποιεῖται χωρίς κόπο καί μόχθο. Τό ἀποτέλεσμα τοῦ κόπου μας εἶναι νά ἀναδειχθοῦν ἀπό τήν ποιμαντική μας ψυχές μέ τόν χαρακτῆρα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Παραπομπές

[1] Ματθαίου β΄, 13-20

[2] Γενέσεως µθ΄, 10.

[3] Ἡσαΐου µβ΄, 4.

[4] Γενέσεως γ΄, 14-15.

[5]  Πρός Ρωμαίουτς α΄ , 19-20.

[6] Πρός Ρωµαίους β΄, 14-15.

[7] Ἱερεμίου ιστ΄ , 19·  Ἡσαΐου μβ΄, 1-4.

[8] Ἱερεμίου κδ΄, 7· λα΄ , 33- λβ΄, 39.

[9]  Ἡσαΐου ξε΄ , 17· ξστ΄, 22· Ψαλµοῦ ρα΄, 27.

[10]  Ἰεζεκιήλ  λστ΄, 23 ἑξ.

[11] Ἰεζεκιήλ λδ΄, 23 ἑξῆς· λζ΄, 24.

[12] Ὠσηέ β΄ , 20 ἑξ.· Ἡσαΐου λβ΄, 15 ἑξ.· Ἱερεμίου λα΄, 12 ἑξ. κ.λπ. Ἡσαΐου ια΄, 6 ἑξ.· Ἰεζεκιήλ λδ΄, 25.

[13]  Ἡσαΐου  ια΄, 6 ἑξ.

[14] Ὠσηέ β΄, 20· Ἡσαΐου β΄, 4· Μιχαίου δ΄, 3.

[15] Βασιλείου Βέλλα, Θεός καί Ἱστορία  ἐν τῇ Ἰσραηλιτική Θρησκεία, Ἀθῆναι 1934, σ. 26-28

[16]  Ἰωάννου α΄ , 42.

[17] Λουκᾶ ι΄, 23-24.

10 Δεκεμβρίου 2023

Τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε

«Τν δικααν κρσιν κρνατε»

          Ὡς διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας καί ὑπηρέτες τῆς θείας δικαιοσύνης, στηριζόμαστε στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πού ἔχει καταγραφεῖ κατά τήν παρέλευση τοῦ χρόνου στά θεόπνευστα κείμενα τῆς ἁγίας Γραφῆς, γιά νά ἀναπτύξουμε τήν ἔννοια τῆς ἀνθρωπίνης καί θείας Δικαιοσύνης

          Στήν ἁγία Γραφή διαπιστώνουμε, ὅτι παρουσιάζονται δύο τρόποι σκέψεως καί κατανοήσεως τῆς δικαιοσύνης :

          Ἀφ’ ἑνός μέν ἡ δικαιοσύνη μέ τήν προοπτική τῆς κρίσεως, ἀφοῦ δικαιοσύνη νοεῖται ἡ ἠθική ἀρετή πού δηλώνει τήν ὁλοκληρωτική τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν κατά τόν λόγο πού ὁ Χριστός εἶπε στόν Πρόδρομο «φες ρτι· οτω γρ πρπον στν μν πληρσαι πσαν δικαιοσνην » (Ματθαῖον γ΄ 15) καί «οκ λθον καταλσαι λλ πληρσαι » (Ματθαῖον ε΄ 17). Σ’ αὐτή τήν κατανόηση ὁ Θεός ἐξαγγέλλει καί δίνει τό νόμο Του, τά προστάγματά Του, πού ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νά τηρήσει καί γιά τήν τήρηση ἤ μή θά κριθεῖ ἀπό τόν ὑπέρτατο Κριτή πού εἶναι ὁ Κύριος πού νομοθέτησε. 

          Ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἄλλη κατεύθυνση κατανοήσεως τῆς δικαιοσύνης στά βιβλικά κείμενα ὑποδηλώνει ἄλλοτε μία θεία ἰδιότητα καί ἄλλοτε ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού σκορπίζει τά δῶρα τῆς σωτηρίας. Σ’ αὐτή τήν κατανόηση ὁ ἄνθρωπος ἀποδεικνύεται ἀδύνατος νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ πού ὀφείλεται σέ πολλούς λόγους. Ὁ Θεός ὅμως δείχνοντας τήν εὐσπλαγχνία Του ἐνεργεῖ ὥστε νά καταστήσει τόν ἄνθρωπο ἱκανό καί κατάλληλο νά τηρήσει τίς ἐντολές Του στήν περίπτωση πού δέν τίς τηρεῖ μέ τήν μετάνοια, τήν πίστη, τήν ταπείνωση, τήν ὑπακοή στό ἅγιο θέλημά Του, νά τόν ἀθωώσει ὥστε νά ἀποφύγει τήν κρίση ἐπειδή τίς παραβαίνει καί ἀντί τιμωρίας νά ἐπιφυλάσσει τιμή καί δόξα.  

          Στήν συνέχεια καταγράφουμε τίς ἔννοιες τῆς ἀνθρώπινης δικαιοσύνης, πώς ἀσκεῖται ἡ δικαιοσύνη ἀπό τόν ἄνθρωπο.

α- Ἡ δικαιοσύνη στήν Πολιτεία

          Ἡ Βίβλος ἀπαιτεῖ ἀπό τούς κριτές ἀκεραιότητα στήν ἄσκηση τῶν καθηκόντων τους  (βλ. Δευτερονομίου α΄1 6, ιστ΄18, 20,, Λευτικοῦ ιθ΄ 15, ιθ΄ 36, Ἰωάννου ζ΄ 24).

          Κατά τήν ἔννοια αὐτή ὁ ἀκέραιος κριτής εἶναι δίκαιος κατά τό πρότυπο τοῦ Θεοῦ, πού ὀφείλει νά δικαιώνει τόν ἀθῶο, δηλαδή νά τόν ἀθωώνει ἤ νά τόν ἀποκαθιστᾶ στό δίκαιό του. Οἱ Προφῆτες συχνά ἀπευθύνονται στούς ποικίλους ἡγέτες μέ τήν παραίνεση «ποιεῖτε κρίσιν καί δικαιοσύνην»  (Ἰερεμίου κβ΄ 3, Ὠσηέ ι΄12,  Ἰερεμίου κβ΄ 3)

β-Ἡ Δικαιοσύνη πιστότητα στό Νόμο τοῦ Θεοῦ

          Δικαιοσύνη γιά τόν ἄνθρωπο σημαίνει τήν ὁλοκληρωτική τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, τήν συμπεριφορά σύμφωνα μέ τόν Νόμο, ὅπως δίδαξε ὁ Κύριος:

          «Γι’ αὐτό πρῶτα ἀπό ὅλα νά ἐπιζητεῖτε τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐπικράτηση τοῦ θελήματός Του» (Ματθαῖον στ΄ 33).

          Γι’ αὐτό οἱ ἅγιοι χαρακτηρίζονται δίκαιοι τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπισήμανση αὐτή στηρίζεται στό λόγο τοῦ Θεοῦ.      Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιχειρηματολογεῖ ἀποτρέποντας τόν πιστό νά κρίνει καί νά καταδικάζει τόν ἀδελφό του, διότι δέν τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός λέγοντας : «Ποιός εσαι σύ πο θά κρίνεις ναν ξένο πηρέτη;» (Πρός Ρωμαίους ιδ΄ 4). Ὁ Κύριος ἀρνήθηκε νά δικάσει τήν ὑπόθεση δύο ἀδελφῶν πού διαφωνοῦσαν στήν διανομή τῆς πατρικῆς περιουσίας (βλ. Λουκᾶ ιβ΄ 14)

γ-Δικαιοσύνη - ἀνταμοιβή

          Ἡ πιστότητα στίς θεῖες ἐντολές γίνεται πηγή ἀξιομισθίας καί εὐημερίας.

          Στίς Παροιμίες ἀναφέρεται «ὁδὸς δικαιοσύνης καὶ ἐλεημοσύνης εὑρήσει ζωὴν καὶ δόξαν » (κστ΄ 21), ὅπου ἡ δικαιοσύνη ἰσοδυναμεῖ μέ ζωή καί δόξα.

          Στόν Ψαλμό κγ΄ 3-6 ἡ δικαιοσύνη πού χορηγεῖται ἀπό τόν Θεό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν θεία εὐλογία πού ἀνταμείβει τήν εὐσέβεια τῶν ζητούντων τόν Κύριον.

δ- Δικαιοσύνη, σοφία καί καλοσύνη

          Στή Σοφία Σολομῶντος ἀναπτύσσεται ἡ ἄποψη ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀσκεῖται μέ σοφία καί καλοσύνη: «Ἀγαπῆστε τήν δικαιοσύνη, ἐσεῖς οἱ κυβερνῆτες τῆς γῆς, σκεφτεῖτε μέ ἀγαθά αἰσθήματα τόν Κύριο κι ἀναζητῆστε τον μέ εἰλικρινή καρδιά» (α΄ 1, βλ. α΄ 15)

          Στό χωρίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος η΄ 7  ἡ δικαιοσύνη ἔχει καρπούς τή  σωφροσύνη καί τή φρόνηση, τή δικαιοσύνη καί τήν ἀνδρεία τίς τέσσαρες κύριες κλασσικές ἀρετές πού πρέπει νά κοσμοῦν τόν εὐσεβῆ καί δίκαιο ἄνθρωπο (η΄ 7).

          Δικαιοσύνη καταλήγει νά σημαίνει τά ἀποτέλεσμα  τῆς κρίσεως  π.χ. τήν ἀπελευθέρωση τοῦ κατηγορουμένου. Αὐτή ἡ συγκεκριμένη ἔννοια τῆς «εὐεργεσίας» ἐξαγγέλλει τελικά τήν ἔννοια τῆς ἐλεημοσύνης. Ἀντίστοιχα ὁ δίκαιος εἶναι ἐνάρετος καί ἐλεήμων ἄνθρωπος (Αὐτόθι ιβ΄ 19).

         

          ε- Ὁ Ἰησοῦς Χριστός κήρυκας καί ἑρμηνευτής τῆς δικαιοσύνης

          Στό κήρυγμα τοῦ Κυρίου μας ἡ δικαιοσύνη διατηρεῖ τίς ἔννοιες τῆς Παλαιοδιαθηκικῆς εὐσέβειας δηλαδή τῆς ὑπακοῆς στίς θεῖες ἐντολές.

          Ὁ Ἰησοῦς στό κήρυγμά Του κατεδίκασε μία ἀνθρώπινη καί ἀλαζονική  εὐσέβεια πού ἐκπροσωποῦσαν οἱ Φαρισαῖοι τῆς ἐποχῆς Του μέ τήν ὑποκριτική τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἀπεκάλυψε τό ἀληθινό νόημα τῆς εὐσέβειας του  (Ματθαίου κγ΄ 1-10). Ἀντίστροφα, ἡ ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία Του προσδιορίζει τήν ἀληθινή δικαιοσύνη τῶν Μαθητῶν Του  (βλ. Ματθαίου ε΄ 17-48)

Ἔτσι ἀπαλλαγμένη ἀπό μία στενή καί κατά τούς ἐξωτερικούς τύπους ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν, ἡ ζωή τοῦ μαθητή τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ ὡστόσο δικαιοσύνη, δηλαδή πιστότητα στούς νόμους τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτοί οἱ νόμοι στήν νέα παρουσίασή τους καί ἐφαρμογή τους ἀπό τόν Κύριο ἀποκαλύπτουν τό πνεῦμα τῆς Μωσαϊκῆς Νομοθεσίας, πού εἶναι τό καθαρό καί τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀπαιτοῦν τήν βίωση τῆς ἀρετῆς σ’ ὅλα τά στάδια τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. σκέψη, ἐπιθυμία, συγκατάθεση, ἐνέργεια, λόγος, πράξη.

24 Νοεμβρίου 2023

Τό πανάρρητον τῆς οἰκονομίας κειμήλιον

Τό πανάρρητον τῆς οἰκονομίας κειμήλιον

                                                        Δημοσιεύθηκε 23 Νοεμβρίου 2023   

          Στόν κύκλο τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν περιλαμβάνεται καί ἡ ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στόν Ναό.

          Ἡ ὑπόθεση τῆς ἑορτῆς ἀναφέρεται ἀπό τό λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου μέ τίς πληροφορίες τοῦ ὁποίου καταβάλλεται προσπάθεια νά καλυφθοῦν ὡρισμένα κενά τῶν κανονικῶν Εὐαγγελίων.  Τήν δόξα τῆς Παρθένου Μαρίας κηρύττουν οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς καί οἱ Ἀπόστολοι τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τό μεγαλεῖο τοῦ θεομητορικοῦ προσώπου ἐξαίρουν οἱ ἅγιοι πατέρες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καθιέρωσε καί θέσπισε ἑορτές γιά τά διάφορα γεγονότα τῆς ζωῆς τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ. Οἱ πιστοί σέ πάνδημες συνάξεις ἐγκωμιάζουν μέ Ἱερές Ἀκολουθίες καί ὕμνους τό θεαυγές κάλλος τῆς τιμιωτέρας καί ἐνδοξοτέρας πάσης τῆς κτίσεως.

Ἡ Ἐλισάβετ, ὅταν εἶδε τήν Παρθένο Μαρία, ὅταν τήν ἐπισκέφθηκε στόν οἶκο της, ἐξέφρασε τήν ἔκπληξή της καί τόν θαυμασμό της γι’ αὐτή τήν ἐπίσκεψη μέ τά λόγια “πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθη ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;” (Λουκᾶ α΄ 43). Τήν ἀπεκάλεσε μητέρα τοῦ Κυρίου, ἀναγνώρισε καί ὁμολόγησε, ὅτι τό συλληφθέν ἀπ’ αὐτή δέν ἦτο “ψιλός” ἄνθρωπος, δηλαδή κοινός ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ προαιώνιος Θεός

                       Ἡ μητέρα τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός λίγο πρίν πεθάνει πάνω στόν Σταυρό ἐξύψωσε τήν μητέρα Του καί τήν κατέστησε α) μητέρα τοῦ ἀγαπημένου μαθητοῦ Του Ἰωάννου καί β) δι’ αὐτοῦ μητέρα ὅλων τῶν μαθητῶν Του (Ἰωάννου ιθ΄, 26). Τό “ἴδε ὁ υἱός σου” πρός τήν μητέρα Του ἀφορᾶ σ’ ὅλους τούς πιστούς, τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί τό “ἰδού ἡ μήτηρ σου” πρός τόν Ἰωάννη, ἀπευθύνεται σ’ ὅλους τούς μαθητές Του.

Ἡ Παρθένος

Βασική διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, εἶναι ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γεννήθηκε ἀπό παρθένο μητέρα μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Θεός δηλαδή ἐνήργησε τήν θαυμαστή αὐτή σύλληψη καί τόν ὑπερφυή αὐτό τόκο. Ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπό παρθένο μητέρα εἶναι ἡ βασική προϋπόθεση γιά τήν ἀπολύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπό τήν ματαιότητα, τήν φθορά καί τόν θάνατο, πού εἰσήχθησαν μέ εὐθύνη τῶν προπατόρων μας πρωτοπλάστων στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων (Πρός Ρωμαίους στ΄, 6-9).

Ὁ προφήτης Ἡσαΐας (προφήτευσε 40 ἔτη 740-700 π.Χ.) προφητεύει τό θαυμαστό αὐτό γεγονός (Ἡσαΐου ζ΄ 14).

Ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ (προφήτευσε 22 ἔτη 595-572 π.Χ.) προφητεύει γιά τήν Παρθένο Μαρία, ὅτι θά εἶναι ἡ “κεκλεισμένη πύλη” ἀπό τήν ὁποία ὁ μόνος πού θά διέλθει, θά εἰσέλθει καί θά ἐξέλθει, εἶναι ὁ Κύριος καί Θεός: (Ἰεζεκιήλ μδ΄ 2). Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια (βλ. Ματθαίου α΄ 18).

                        “Τό πανάρρητον τῆς οἰκονομίας κειμήλιον”

Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου (310-403 μ.Χ.) στόν ἐγκωμιαστικό λόγο του στήν ἁγία Μαρία θεωρεῖ τήν Θεοτόκο ὅτι εἶναι “τό πανάρρητον τῆς οἰκονομίας κειμήλιον” (Ἐπιφανίου Κύπρου Ἐγκώμιος εἰς τήν ἁγίαν Θεοτόκον PG 43, 489).

Ἡ ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Παρθένου Μαρίας στόν Ναό μέ τόν χαρμόσυνο χαρακτήρα της προετοιμάζει πνευματικά τούς πιστούς γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Καλοῦνται ὁ οὐρανός, ἡ γῆ, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι νά μετάσχουν στήν οἰκουμενική αὐτή χαρά. Ἡ ἑορτή ἔχει παγκόσμιο καί οὐράνιο χαρακτήρα, διότι μέ τήν εἴσοδο τῆς Παρθένου Μαρίας στόν Ναό ἀρχίζει ἡ πραγματοποίηση τῶν προαιωνίων βουλῶν τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας στό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς πού ψάλλεται στίς Ἱερές Ἀκολουθίες ἀναφέρει τίς αἰτίες τῆς πνευματικῆς χαρᾶς μας,  διότι ἡ ἑορτή ἀποτελεῖ προκήρυξη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.

          Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας θεωρεῖ ὅτι μέ τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Παρθένου Μαρίας προκηρύσσεται ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων πού πραγματοποιήθηκε μέ τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

                    Αὐτή ἡ σωτηρία προαναγγέλλεται μέ τήν εἴσοδο τῆς Παρθένου Μαρίας στό Ναό. Μέ τήν ἑορτή ἀρχίζει νά ἐκπληρώνεται τό σχέδιο τοῦ Κτίστου καί Δημιουργοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἦτο μία ἀπόρρητη προαιώνια ἀπόφαση τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ πού ὁ Ἴδιος φανέρωνε σταδιακά μέ τίς ἐνέργειές Του.  Μέ τήν δημιουργία τοῦ κόσμου ἄρχισε ὁ Θεός νά θέτει σέ ἐφαρμογή αὐτό τό προαιώνιο σχέδιο Του πού στήν γλῶσσα τῆς θεολογίας ἀποκαλεῖται μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας καί πρόκειται γιά τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ Του, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος «Ὅτι τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται» (Πρός Κολοσσαεῖς α΄, 16), ὅπως ἐπίσης καί στό ἐν συνεχείᾳ ἀπόσπασμα ἀπό τήν Πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του:

«Μᾶς ἔκανε γνωστό τό μυστήριο τοῦ θελήματός του, πού μέ ἀγαθότητα προσχεδίασε νά πραγματοποιήσει μέ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ στήν καθορισμένη στιγμή, δηλαδή νά ἑνώσει ὅλα, οὐράνια καί ἐπίγεια, στό πρόσωπο Χριστοῦ.,... καί νά κάνω σ’ ὅλους φανερό πῶς πραγματοποιεῖται αὐτό τό μυστήριο πού ἦταν κρυμμένο ἀπαρχῆς στό Θεό, πού δημιούργησε τά πάντα διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (α΄, 9, γ΄, 9)

17 Νοεμβρίου 2023

«Γίνεσθε δὲ ποιηταὶ λόγου»

«Γίνεσθε δὲ ποιηταὶ λόγου»

Δημοσιεύθηκε 16.11.2023

α΄. Ἡ  Ἱ ε ρ ά   μ ε λ έ τ η 

Πόσο ἐπιθυμοῦν οἱ ἄνθρωποι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί μέ πόσο πόθο τοῦ ζητοῦσαν νά τούς τό διδάξει!

«Νομοθέτησόν με τὴν ὁδὸν τῶν δικαιωμάτων Σου  καὶ ἐκζητήσω αὐτὴν διὰ παντὸς» (Ψαλμός 118, 32).

Ἔχουμε σκεφθεῖ πόσο πρέπει νά εἶναι εὐτυχής ἐκεῖνος πού αὐτή τήν «ὁδόν τῶν δικαιωμάτων» τοῦ Θεοῦ τήν ἔχει ἐνώπιόν του, ἀνοικτή ὅποια ὥρα θέλει.

 Τήν χάραξε ὁ Κύριός μας καί ἔγινε ἄνθρωπος πρός χάριν μας καί μᾶς ἄφησε τήν ἀσφαλέστερη πυξῖδα πού θά μᾶς ὁδηγήσει σ’ αὐτή. Ὁ Δαυΐδ ἔχει συνθέσει ἕνα ὁλόκληρο Ψαλμό (118) γιά νά ὑμνήσει τήν ὠφέλεια πού ὁ πιστός θά ἐπιτύχει μελετώντας τόν νόμο τοῦ Θεοῦ:  «Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμοῦ 118, 105).

Δέν εἶναι ἀρκετό νά διαβάζεται μόνο καί νά μελετᾶται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀνάγκη καί νά ἐφαρμόζονται ὅσα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκει. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἔψαλλαν : «Συνέτισόν με καὶ ἐξερευνήσω τὸν νόμον Σου καὶ φυλάξω αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου»  (Ψαλμός 118, 33). Καί ἔτσι προσπαθοῦσαν νά κάνουν σέ ὅλη τήν ζωή τους. Ὅσοι τό ξέχασαν αὐτό ὄχι μόνον δέν ὠφελήθηκαν ἀπό τήν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἀπεναντίας καί ἔγιναν χειρότεροι διότι ἐνῶ ἤξεραν τό ὀρθό δέν τό ἔπρατταν. Τέτοιοι εἶχαν καταντήσει οἱ Φαρισαῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τούς ὁποίους ἐκαυτηρίασε μέ ἐκεῖνα τά «Οὐαί» (Ματθαίου 23).

Πρέπει λοιπόν ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος νά εἴμαστε ὅλοι ὄχι μόνον «ἀκροαταί» ἀλλά καί «ποιηταί», δηλαδή ἐκτελεσταί τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.   

         

          β΄. Ἡ  δ ι δ α σ κ α λ ί α   τ ῆ ς   π ί σ τ ε ω ς

Εἶναι γνωστό ὅτι τόσο οἱ πρῶτοι Χριστιανοί πού ἀποτέλεσαν τήν πρώτη Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, ὅσο καί οἱ μετέπειτα πού πίστευσαν στό Εὐαγγέλιο στά  διάφορα μέρη τῆς οἰκουμένης ἀσπάσθηκαν τήν χριστιανική διδασκαλία καί δέχθηκαν νά βαπτιστοῦν, ἀφοῦ προηγουμένως ἄκουσαν γι’ αὐτή. Τοῦτο ἄλλωστε ἦταν πολύ φυσικό, διότι ὅπως ἔγραφε ὁ ἀπόστολος Παῦλος  «πῶς εἶναι δυνατόν νά πιστεύσει κάποιος, χωρίς ν’ ἀκούσει; καί πῶς θ’ ἀκούσει ἐάν δέν διδαχθεῖ; » (Ρωμαίους ι΄, 14).

Ἀλλ’ ἐνῶ ἀπό τά πρῶτα κεφάλαια τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ὅπου γίνεται λόγος γιά τούς πρώτους Χριστιανούς φαίνεται ὅτι γιά νά γίνουν δεκτοί στό Βάπτισμα ἦταν ἀρκετό ν’ ἀποδεχθοῦν οἱ ἄνθρωποι τίς γενικές ἀρχές τῆς πίστεως στόν Χριστό, ὅπως τίς ἐξέθεσαν οἱ Ἀπόστολοι στά πρῶτα κηρύγματά τους, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀρχίζει νά γίνεται συστηματικότερη ἡ διδασκαλία καί γιά τούς ἤδη βαπτισμένους, ἀλλά καί γιά τούς μέλλοντες νά βαπτιστοῦν. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἐμφανίζονται οἱ λεγόμενες «Κατηχητικές Σχολές» ἀπό τίς ὁποῖες πιό περίφημες στήν Ἱστορία ἔμειναν οἱ Σχολές τῆς Ἀλεξάνδρειας, τῆς Ἀντιόχειας καί τῶν Ἱεροσολύμων πού ἐξελίχθηκαν σέ Θεολογικές Σχολές γιά ἐκείνους πού ἐπιθυμοῦσαν νά γίνουν ἐργάτες τοῦ θείου λόγου καί λειτουργοί τῆς Ἐκκλησίας μας.

Εἶναι γνωστό ἐπίσης καί ἀπό τήν Λειτουργία μας, ὅτι ὑπῆρχε παλιότερα στήν Ἐκκλησία ἐκτός ἀπό τούς πιστούς καί ἡ τάξη τῶν κατηχουμένων, ἐκείνων δηλαδή πού διδάσκονταν, κατηχοῦνταν στήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά νά γίνουν ἄξιοι νά βαπτιστοῦν καί νά εἰσέλθουν στήν τάξη τῶν πιστῶν. Σ’ αὐτούς, ὅπως εἶναι γνωστό ἐπιτρεπόταν νά παρακολουθοῦν τήν θεία Λειτουργία ἀπό τόν πρόναο ἤ τόν νάρθηκα μέχρι τῆς ἀναγνώσεως τῶν θείων Γραφῶν καί μετά τό κήρυγμα ἦταν ὑποχρεωμένοι νά ἀποχωρήσουν ἀπό τόν Ναό. Μέ τήν γενική ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐπικράτησε καί ὁ θεσμός τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ, δηλαδή ἡ συνήθεια νά βαπτίζουν οἱ Χριστιανοί τά παιδιά τους ὅταν ἦταν νήπια καί ὁ Ἀνάδοχος ὁ ὁποῖος ἄλλοτε μποροῦσε νά εἶναι ἁπλῶς ὁ ἐγγυητής γιά τήν τήρηση τῆς πίστεως ἀπό τόν ἐνήλικα βαπτισμένο, ἀνέλαβε τώρα τήν ὑποχρέωση καί νά φροντίζει μαζί μέ τούς γονεῖς βέβαια γιά τήν κατήχηση τοῦ μικροῦ νεοφώτιστου, ὅταν θά ἔφθανε στήν κατάλληλη ἡλικία. Ἀλλά εἶναι φανερό ὅτι αὐτή ἡ κατήχηση θά ἔπρεπε νά γίνεται ἀπό τά κατάλληλα ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν εὐθύνη αὐτῆς καί ὑπό τήν παρακολούθησή της.

Σήμερα οἱ συνθῆκες ἐπιβάλλουν ὄχι τόν ἐπανευαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων ἀλλά τόν εὐαγγελισμό. Ἡ ἀμέλεια τῶν γονέων γιά τήν θρησκευτική ἀγωγή τῶν τέκνων της, ἡ πολύμορφη διάδοση θρησκευτικῶν ἀλλοτρίων ἀρχῶν καί παραδόσεων πρός τό εὐαγγέλιο, ἡ σύγχυση καί οἱ πλάνες ἐπιτάσσουν τήν συστηματική διδασκαλία τῆς ὀρθόδοξης πίστης, τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας (Β΄ Πρός Τιμόθεον, δ΄, 3), τῆς σώζουσας ἀλήθειας.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σχολιάζει τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου λέγοντας ὅτι : «Γι’ αὐτό καί προσθέτει, λέγοντας, «ἀλλά γίνε πρότυπο τῶν πιστῶν στό λόγο, στή συναναστροφή, στήν ἀγάπη, στή πίστη, στήν ἁγνότητα,» παρέχοντας τόν ἑααυτό σου πρότυπο καλῶν ἔργων σέ ὅλα. Δηλαδή, τό παράδειγμα τῆς ζωῆς γίνε ἐσύ, στεκόμενος μπροστά σάν μιά εἰκόνα, σάν νόμος ἔμψυχος, σάν κανόνας καί ὑπόδειγμα καλοῦ βίου» (Ὁμιλία ΙΓ΄, Στήν Α΄ Πρός Τιμόθεον Ἐπιστολήν, ΕΠΕ 23, σ. 331). Ἐπισημαίνει πόσο βλάπτει τό κακό παράδειγμα καί ἡ συμπεριφορά πού καταδικάζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πού δέν ἑλκύει τούς ἀνθρώπους πρός τόν Χριστόν, τήν πίστη καί τήν Ἐκκλησία.

10 Νοεμβρίου 2023

« Ἀρχιστράτηγος Κυρίου παραγέγονα»

« Ἀρχιστράτηγος Κυρίου παραγέγονα»

 

Πρῶτοι ἀπό ὅλα τά δημιουργήματα κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας δημιουργήθηκαν οἱ Ἄγγελοι ἐκ τοῦ μηδενός ἀπό τόν Θεό:

«Γιατί τά πάντα δί αὐτοῦ ἦρθαν στήν ὕπαρξη, ὅσα στόν οὐρανό κι ὅσα στή γῆ, τά ὁρατά καί τά ἀόρατα, θρόνοι καί κυριότητες ἀρχές καί ἐξουσίες, ὅ,τι ὑπάρχει εἶναι πλασμένο δί αὐτοῦ κι αὐτόν ἔχει σκοπό του» (βλ. Πρός Κολοσσαεῖς α΄, 16)

Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο: «Ἐπειδή ὅμως δέν ἦταν αὐτό ἀρκετό στήν ἀγαθότητα, τό νά κινεῖται μόνο μέ τήν σκέψη της, ἀλλά ἔπρεπε νά διασκορπισθεῖ τό ἀγαθό καί νά ἐξαπλωθεῖ, εἰς τρόπον ὥστε νά γίνουν περισσότερα τά εὐεργετούμενα (διότι αὐτό ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς ἀπείρου ἀγαθότητας), κατ’ ἀρχήν μέν δημιουργεῖ μέ τήν σκέψη τούς ἀγγέλους καί τίς οὐράνιες δυνάμεις. Καί ἡ σκέψη της γίνεται ἔργο τό ὁποῖο συμπληρώνεται ἀπό τόν Λόγο καί ὁλοκληρώνεται ἀπό τό Πνεῦμα. Καί ἔτσι δημιουργήθηκαν δεύτερες λαμπρότητες, ὑπηρέτες τῆς πρώτης λαμπρότητας, τίς ὁποῖες πρέπει νά θεωρήσουμε εἴτε νοερά πνεύματα, εἴτε πῦρ κατά κάποιο τρόπο ἄυλο καί ἀσώματο, εἴτε ὡς κάποια ἄλλη φύση, ἡ ὁποία ταιριάζει ὅσο τό δυνατόν περισσότερο πρός τά λεχθέντα» (Λόγος 38 «Εἰς τά Θεοφάνεια, δηλαδή τήν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος» § 9 Migne P.G. 36, 320).

Τό ὄνομα Ἄγγελος εἶναι δηλωτικό ὄχι τῆς οὐσίας, ἀλλά τῆς ἰδιότητας καί διακονίας του, διότι ἀναγγέλλει στούς ἀνθρώπους τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, ἄγγελος εἶναι: «Οὐσία νοερή, ἀεικίνητη, αὐτεξούσια, ἀσώματη, λειτουργός τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει λάβει τήν ἀθανασία στήν φύση κατά χάρη» (Ἔκδοσις Ἀκριβής Ὀρθοδόξου Πίστεως, ΙΙ, Γ΄. Migne P.G. 94, 865)

Οἱ Ἄγγελοι κατατάσσονται σέ ἐννέα τάγματα κατά ἀνοδική κλίμακα, ἀπό τούς κατώτερους στούς ἀνώτερους ὡς ἑξῆς: Ἄγγελοι, Ἀρχάγγελοι, Ἀρχαί, Ἐξουσίαι, Δυνάμεις, Κυριότητες, Θρόνοι, Χερουβείμ, Σεραφείμ. Ἔργο τῶν ἀγαθῶν Ἀγγέλων εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί ἡ διακονία στήν διακυβέρνηση τοῦ κόσμου καί ἡ ὅλη ἐκπλήρωση τοῦ θείου θελήματος, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἡ προστασία τῶν ἀνθρώπων καί ἡ χρησιμοποίησή τους ἀπό τόν Θεό «γιά νά ὑπηρετοῦν ἐκείνους πού πρόκειται νά κληρονομήσουν τήν αἰώνια ζωή (Πρός Ἑβραίους α΄, 14)

Ἄν ρίξουμε ἕνα βλέμμα στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη, θά παρακολουθήσουμε μέ θαυμασμό τήν πορεία τῶν δύο Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ. Ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς Δημιουργίας αὐτοί πρωτοστατοῦν στή χαριτόβρυτη Ἐδέμ, φυλάσσοντας τίς πύλες τοῦ Παραδείσου μέ τό πλῆθος τῶν Ἀγγέλων, πού ἀσίγητα ὑμνοῦν τήν Τρισήλιο Θεότητα. Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ ἐμφανίζεται ὡς ὁ δυνατός, ὁ ἄρχων πολεμιστής καί διώκτης παντός κακοῦ, πού κατά τήν ἐπανάσταση τοῦ Ἑωσφόρου ἀναφωνεῖ πρός τά ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων τό βροντερό: «Στῶμεν καλῶς», πού σήμαινε τήν ὑποταγή στόν μέγα Κυβερνήτη τοῦ Ἀπείρου. Ὁ ἴδιος στέλλεται στόν Ἀβραάμ, ἐντολοδόχος στή θυσία τοῦ Ἰσαάκ, καί κρατᾶ τό χέρι τοῦ πατέρα, καθώς ἑτοιμάζεται νά βυθίσει τό  μαχαίρι στόν τράχηλο τοῦ παιδιοῦ του. Σώζει τόν Λώτ καί τήν οἰκογένειά του ἀπό τό πῦρ τῶν Σοδόμων, λυτρώνει τόν πατριάρχη Ἰακώβ ἀπό τά δολοφονικά χέρια τοῦ Ἠσαῦ. Προπορεύεται ὡς ὁδηγός καί προστάτης στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ κατά τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν Αἰγυπτίων καί μέ τή στήλη τοῦ πυρός καί τῆς νεφέλης διευκολύνει τήν ὁδοιπορία του στήν ἔρημο. Στόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὅταν τόν ἐρωτᾶ ποιός εἶναι, ἀπαντᾶ μέ ἀληθινή μεγαλοπρέπεια: « Ἐγώ Ἀρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα».

Σέ κάθε καμπή τῆς βιβλικῆς ἱστορίας διαφαίνεται ἡ παρουσία του. Ἐμψυχώνει τόν Γεδεών καί τόν Δανιήλ, ὅταν μπροστά σέ ὑπέρτερους ἐχθρούς στέκουν ἀδύναμοι. Ὅπως τ’ ὄνομά του συμβολίζει τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί ἡ παρουσία τοῦ χαρίζει νικηφόρα τρόπαια κατά τῶν ἐναντίων καί χαλυβδώνει τήν ψυχή στόν ἀγώνα κατά τοῦ κακοῦ. Εἶναι ἐκεῖνος, πού, καθώς πιστεύει ὁ λαός μας, στέκει στήν ἐπιθανάτια κλίνη τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ὁδηγήσει τήν ψυχή του πρός τόν κόσμο τῆς αἰωνιότητος.

Δίπλα του, ἄν αὐτός εἶναι ὁ Ἀρχιστράτηγος πολεμιστής μέ τήν πύρινη ρομφαία, ἰσότιμος στέκει ὁ πανεύμορφος Ἀρχάγγελος τῆς χαρᾶς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ θαυμαστός Γαβριήλ, πού τ’ ὄνομά του σημαίνει «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ». Πολλές εὐεργεσίες πρόσφερε στήν ἀνθρωπότητα. Στήν Παλαιά Διαθήκη φανερώνεται στό ὅραμα τοῦ Δανιήλ κι’ ἀκόμα προλέγει στόν ἴδιο τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὕστερα ἀπό τετρακόσια ἐνενήντα χρόνια (ἑβδομήκοντα ἑβδομάδας ἐτῶν). Τόν βλέπομε ἰδιαίτερα νά πρωτοστατεῖ στήν Καινή Διαθήκη, ὅταν φέρνει τό μήνυμα τῆς χαρᾶς στόν πρεσβύτη Ζαχαρία, ἀναγγέλλοντάς του τή γέννηση τοῦ Προδρόμου. Παίρνοντας μέρος στό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, διασχίζει τά γαλάζια πλάτη καί κατεβαίνει στή Ναζαρέτ καί προσφέρει τόν χαιρετισμό τῶν Οὐρανῶν στήν ἁγνή Μαρία, φέρνοντας καί τό μεγάλο μήνυμα τῆς σωτηρίας μέ τήν γέννηση τοῦ Κυρίου.

Γιά τοῦτο τόν Ἀρχάγγελο ἕνας ἱερός ὑμνογράφος λέει πώς, φτάνοντας στή στέγη τῆς Παρθένου, στάθηκε μέ ἀπορία, διαλογιζόμενος πῶς νά χαιρετίση τήν Κόρη καί μέ ποιά λόγια νά εὐαγγελισθεῖ τό μέγα μυστήριο. Ξάφνου τινάζοντας τά λευκά φτερά του προχωρεῖ καί λέγει :

«Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σου !»

3 Νοεμβρίου 2023

“Προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου”

Προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου

Δημοσιεύθηκε 2.11.2023

          Ὁ Θεός γιά τήν πνευματική καθοδήγηση καί οἰκοδομή τοῦ λαοῦ Του ἀνέδειξε καί χρησιμοποίησε διάφορους χαρισματούχους ἀνθρώπους σέ διάφορες ἐποχές, στούς ὁποίους ἀνέθεσε κάθε φορά στήν ἱστορία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου μιά συγκεκριμένη ἀποστολή πού ἀφοροῦσε ἀφ’ ἑνός μέν στόν λαό τοῦ Θεοῦ καί ἀφ’ ἑτέρου στό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας γιά τήν ἀπολύτρωσι τῆς ἀνθρωπότητος καί τήν ἀποκατάστασή της. Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγονται καί οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ, οἱ λεγόμενοι Προφῆτες. Θά παραθέσουμε μερικά στοιχεῖα ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τούς Προφῆτες καί τήν διακονία τους πρός τόν Θεό πρωτίστως καί τόν ἄνθρωπο δευτερευόντως.    

          Προφήτης καλεῖται στήν Παλαιά Διαθήκη αὐτός πού ἐκλέγεται καί ἐμπνέεται ἀπό τόν Θεό καί στόν ὁποῖο ὁ Θεός ἐμπιστεύεται γιά νά ἐπιτελέσει ἕνα θεῖο ἔργο πρός τούς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντος πού ζεῖ. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἀποκαλοῦνται οἱ βλέποντες, οἱ ὁρῶντες.

          Ἑπομένως οἱ προφῆτες ἦσαν οἱ πρέσβεις τοῦ Θεοῦ μεταξύ τῶν ἀνθρώπων.                                

                                      Ἡ ἀποστολή τῶν Προφητῶν.

          α΄. Οἱ ἀναφερόμενοι στήν Παλαιά Διαθήκη προφῆτες ἦσαν ὄργανα τοῦ Θεοῦ πού ἐξελέγοντο καί ἀπεστέλλοντο ἀπ’ Αὐτόν :  

          Γιά νά ὑποθερμάνουν τίς συνειδήσεις τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, ὥστε νά ὁδηγήσουν τούς ὀκνηρούς στήν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς καί τούς παρεκτρεπομένους στήν μετάνοια.

          Γιά νά ἐλέγχουν καί νά διδάσκουν τόν Ἰουδαϊκό λαό ἀκόμη πολύ συχνά καί αὐτούς τούς βασιλεῖς τῶν Ἰουδαίων.

          Γιά νά ἀποφαίνονται κατά τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν καί τῶν ἠθῶν τους σύμφωνα μέ τίς κρίσεις καί ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ.

Γιά νά καταγγέλουν τά σφάλματα ὅσων παρέβαιναν τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τίς ἐντολές Του καί νά τούς προτρέπουν στήν πιστή καί ἀπαραχάρακτη τήρησή τους.

Γιά νά ἑρμηνεύουν τήν παράδοση καί τά θρησκευτικά ἔθιμα, ὥστε κατά τίς ἐπερχόμενες ἀλλαγές νά μή ἀλλοιώνεται ἡ πνευματική ζωή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά παραμένει ἐντός τῶν ὁρίων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Γιά νά ἀποκαλύπτουν τό ἀληθινό νόημα τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ καί τῶν θυσιῶν. Αὐτές οἱ θυσίες ἔχουν νόημα μόνο σέ σχέση μέ τήν μοναδική θυσία στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Μ’  αὐτή τήν θυσία ὁ Θεός θριαμβεύει, συγχωρώντας χωρίς ὑποχρέωση.

          Ἐπιπλέον οἱ προφῆτες συμπαρίσταντο στήν ἀποστολή τῶν Λευιτῶν, πού ἦταν ἡ διδασκαλία καί ἡ διαπαιδαγώγηση τῶν Ἰουδαίων  καί συνειργάζονταν μέ τούς βασιλεῖς σέ δημόσια ἔργα πού ἀφωροῦσαν στήν πρόοδο τῆς εὐσεβείας καί τῆς ἀρετῆς τους.

          β΄. Ὁ προφήτης πάντοτε δίδασκε μέ τόν ἀσυμβίβαστο λόγο του, ἀλλά καί μέ τήν ζωή του στήν κοινωνία. Τά γεγονότα τῆς ζωῆς του συνεδέοντο μέ τήν ἀλήθεια πού κήρυττε. Τό μήνυμα πού μετέδιδε μέ τήν προφητεία δέν ἦταν ἀναξάρτητο ἀπό τόν κομιστή του. Μέσα ἀπό τήν ζωή τοῦ προφήτη ἐκδηλώνονταν καί ἀποκαλύπτονταν οἱ βουλές τοῦ Κυρίου. Ὁ Κύριος ἔδειχνε στήν ζωή τοῦ προφήτη αὐτό πού ἔχει ἀποφασίσει νά ἐνεργήσει.

          γ΄. Τό ἔργο τοῦ προφήτη εἶναι συνυφασμένο μέ ἐσωτερικό ἀγῶνα. Μέσα στόν προφήτη ἀντιπαλαίουν ἀφ’ ἑνός μέν οἱ δυσκολίες τῆς ἀποστολῆς του, ἀφ’ ἑτέρου δε ἡ ἀγάπη του στό Θεό καί ἡ διάθεσή του νά Τόν ὑπηρετήσει, ὅπως π.χ. στήν περίπτωσι τοῦ Μωϋσέως (γ΄ 7-14), ἤ τοῦ Ἠσαΐου (στ΄ 5) καί ἄλλων.  

          δ΄. Ὁ προφητικός λόγος ξεπερνᾶ τά ἄμεσα ἀποτελεσματά του καί γίνεται ἐσχατολογικός. Τελικά ἀφορᾶ ἐμᾶς, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Πέτρος : “ Ὅτι ἄν καί δέν εἴδατε (τόν Ἰησοῦ Χριστό) ἀγαπᾶτε στόν ὁποῖο ἄν καί τώρα δέν τόν βλέπετε πιστεύοντες ὅμως νιώθετε ἀγαλλίαση μέ ἀνεκλάλητη καί ἔνδοξη χαρά ἀπολαμβάνοντες τό τέλος τῆς πίστης σας, τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν γιά τήν ὁποία σωτηρία ἔντονα ἀναζήτησαν καί ἐρεύνησαν οἱ προφῆτες πού προφήτευσαν γιά τήν χάρι πού ἐπρόκειτο νά ἔρθει σέ σᾶς ”  (Α΄ Πέτρου α΄ 8-10)

Ὁ προφητικός λόγος ἀποσκοπεῖ στό νά συνδεθεῖ ὁ ζωντανός Θεός μέ τό δημιούργημά Του μέσα στήν μοναδικότητα τῆς ὑφισταμένης πραγματικότητος. Ὅμως γι αὐτό ἀκριβῶς τόν λόγο τό μήνυμα τῶν προφητῶν στρέφεται πρός τό μέλλον. Οἱ προφῆτες βλέπουν τό μέλλον νά πλησιάζει μέ τήν διπλή μορφή του, τῆς τιμωρίας καί τῆς σωτηρίας. Ἡ τιμωρία θά ἔλθει γιά ὅσους ἀθέτησαν τήν διαθήκη καί ἡ σωτηρία γιά ὅσους ἔμειναν πιστοί παρά τούς πειρασμούς κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας ( βλ. Ἰωάννου ιδ΄ 1) .

          Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ

            Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν Προφήτης ἀφοῦ κατέχει  τό τρισσόν ἀξίωμα ἀρχιερατικό, προφητικό, βασιλικό.

          Ὁ Μωϋσῆς ὅταν ἀπευθήνθηκε στόν Ἰσραηλιτικό λαό πού βρισκόταν στήν ἔρημο καί προετοιμαζόταν νά εἰσέλθει στή γῆ πού τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός τόν καθοδήγησε νά μήν δεχθεῖ τά ἔθιμα καί τήν συμπεριφορά τῶν εἰδωλολατρικῶν λαῶν πού ἤδη κατοικοῦσαν στήν χώρα.

          Γιά νά τό συγκρατήσει ἀπό τήν ροπή πρός τήν εἰδωλολατρία καί κάθε εἴδους μαντεία προφητεύει ὅτι : “Κύριος ὁ Θεός σου θά ἀναδείξη ἀνάμεσα ὀπό τούς ἀδελφούς σου Ἰσραηλίτας ἕνα προφήτην ὡσάν ἐμέ· εἰς αὐτόν πλέον θά ὑπακούετε ” (Δευτερονομίου ιη΄ 15). Αὐτόν τόν προφήτην ἔκτοτε ἀνέμεναν οἱ Ἰσραηλῖτες.

         

          Ὡς Προφήτη ὑπεδέχθηκε ἐνθουσιασμένος ὁ ἰουδαϊκός λαός τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό στά Ἱεροσόλυμα πρός ἕξι ἡμερῶν τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πάσχα : “ Καί τό πλῆθος ἔλεγε: «Αὐτός εἶναι ὁ προφήτης Ἰησοῦς, ἀπό τή Ναζαρέτ τῆς Γαλιλαίας» ” (Ματθαίου κα΄ 11).

         

3 Νοεμβρίου 2023

Τό ὑπερύμνητον ὄνομα

Τό ὑπερύμνητον ὄνομα

«Φοβεῖσθαι τό ὄνομα τό ἔντιμον

τό θαυμαστόν τοῦτο: Κύριον τόν Θεόν σου»

[Δευτ. κη΄ 58]

Δημοσιεύθηκε 26.10.2023

Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι γιὰ τὸν πιστὸ ἦχος κενός, πού ἐξέρχεται ἀπὸ τό στόμα του καὶ πνίγεται στόν ἀέρα, ἀλλ᾽ εἶναι σύνθημα ἱερό, στήν ἐκφώνηση τοῦ ὁποίου ἡ ψυχή ὁλόκληρη γονυπετεῖ, καθὼς ὑποκλίνεται ὁ ἱερεὺς κάθε φορά πού διέρχεται πρὸ τῆς ἁγίας Τραπέζης.

Ὁ πιστὸς μέ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀναφέρεται στό Ὕψιστο καὶ Πανυπερτέλειο Ὄν, τὸ Πανταχοῦ ΙΙαρόν, τὸ ᾿Αναλλοίωτο, τὸ Αἰώνιο, τὸ Ἄναρχο, τὸ ᾿Ατελεύτητο, τὸ Παντοδύναμο, τὸ Πάνσοφο, τὸ Αὐτάγαθο, τὸ «ἐξ οὗ τὰ πάντα, τὸ ἐν ᾧ τὰ πάντα, τὸ δι’ οὗ τὰ πάντα». Ἀναλογίζεται πόσα ἀγαθὰ ὀφείλει σ’ Αὐτὸ καὶ πώς, ὕπαρξη, συντήρηση, πρόοδος, παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον ἀπό τό ὄνομα αὐτό συντηρεῖται. Κάθε φορά πού προφέρουμε τὸ θεῖο ὄνομα διατρανώνουμε τὸν πρὸς τὸν Ὕψιστο Κύριό μας Σεβασμό. Καὶ πῶς ὄχι, ἀφοῦ αὐτὰ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφείμ, αὐτά πού κυκλώνουν τὸν θεῖο θρόνο σύμφωνα μέ τήν ὑπερφυᾶ ὀπτασία τοῦ προφήτου Ἡσαΐου, κατακαλύπτουν ἀπό αἰδώ μέ τά πτερύγιά τους τά πρόσωπά τους, ὅταν τὸ «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαθαὼθ» ἀναβοοῦν καὶ ἀναμέλπουν: Ἄνθρακα ἔλαβε ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου μὲ τὴν χρυσή λαβίδα τὸ Σεραφεὶμ καὶ μέ αὐτό ἀκούμπησε τά χείλη τοῦ προφήτου, γιὰ νὰ τὸν ἱκανώσει νὰ ἐξαγγέλλει τὸ θεῖο θέλημα Του πρὸς τὸν λαὸ. Καὶ ἄνθραξ φόβου καὶ τρόμου καὶ ὑπερτάτης εὐλάβειας πρέπει νὰ εὐτρεπίζει τὰ φωνητικὰ ὄργανά μας γιά νά ἀρθρώνουμε ἐπαξίως τήν Ὑπερτάτη Μεγαλειότητα καὶ ἐμεῖς νά δηλώνουμε καὶ νά ἐκφράζουμε ὅ,τι ὄνομα καὶ ἐπίθετο τυγχάνει τῆς ᾿Ανεκφράστου καὶ ᾿Αρρήτου θείας Οὐσίας.

Σέ πολλὰ χωρία τῶν ἁγίων Γραφῶν τὸ θεῖο ὄνομα παρατίθεται ὡς ταὐτόσημο πρὸς τὴν θεία Οὐσία, τῆς ὁποίας καὶ θεωρεῖται ὅτι ἔχει τά μεγάλα προσόντα καί τίς ἄπειρες τελειότητες. «Φοβεῖσθαι τό ὄνομα τό ἔντιμον καί θαυμαστόν τοῦτο, Κύριον τόν Θεόν σου» ἀναφέρεται  στό Δευτερονόμιο, συνιστώντας  φόβο πρὸς τὸ θεῖο ὄνομα καί ὡς πρὸς αὐτὸν τὸν Κύριο. «Ἐπακούσαι σου Κύριος ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως ὑπερασπίσαι σου τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ᾿Ιακὼβ» εὔχεται ὁ Δαβὶδ (Ψαλμὸς ιθ΄).

«Ἐκ μεγαλωσύνης ἰσχύος ὄνομα Κυρίου, αὐτῷ δὲ προσδραμόντες δίκαιοι ὑψοῦνται» ἀποφαίνεται ὁ Παροιμιαστὴς (ιη΄ 10), ἀποδίδοντας θεϊκοὺς τίτλους καὶ ἐνέργειες στὸ ὄνομα. «Πάτερ ἅγιε! τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί Σου, οὕς δέδωκάς μοι» ἀναφωνεῖ κατὰ τίς τελευταῖες ὥρες τοῦ ἐπιγείου σταδίου Του καὶ ὁ Κύριός μας, ἡ ἀπαράλλακτος εἰκόνα τοῦ Πατρὸς (βλ. Ἰω. ιζ΄ 6, 11) ἀνακηρύσσοντας κατά κάποιο τρόπο τὸ θεῖο ὄνομα ὡς θώρακα καὶ ὡς ἀσπίδα στά ριπτόμενα βέλη ἀπό τόν ἐχθρό.

Ὁ σεβασμὸς τῶν πρώτων Χριστιανῶν πρὸς τὸ θεῖο ὄνομα ὑπῆρξε παραδειγματικός! ᾿Απαγγέλλοντας τὴν Κυριακὴ προσευχή, πού ἔγινε ὁ πρῶτος πυρὴνας καὶ τό θεμέλιο τῆς Χριστιανικῆς λατρείας, πού παραδόθηκε  ὡς κατ᾽ εὐθεῖαν παρὰ τοῦ Σωτῆρος μας, ὁμολογώντας τόν Θεό «Πατέρα ἡμῶν … ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Ἐκκινοῦν δέ μέ τό πανάγιο ὄνομά Του, οἱ ἱερές Λειτουργίες καί Ἀκολουθίες, τῶν ὁποίων ἡ ἔναρξη πάντοτε γίνεται  μέ τήν ἐπίκλησή Του. Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος, ὁ ἅγιος ᾿Ιουστῖνος, ὁ Τερτυλλιανός, ὁ μέγας καὶ πολὺς Ὠριγένης καὶ ἄλλοι Πατέρες, μᾶς διαβεβαιοῦν, ὅτι τὸ θαυμαστὸ καὶ φοβερὸ τοῦτο ὄνομα, ἁπλῶς ἀπαγγελλόμενο μέ θερμή καί ἁγνή πίστη, «τίς νόσους φυγάδευε, τὰ πάθη κατεπράϋνε, τοὺς δαίμονες ἔδιωχνε, τὸν Χριστιανισμὸ ἀπεδείκνυε ὡς θεοδώρητη θρησκεία». Ἡ λύσσα τῶν εἰδωλολατρῶν, πού ἀπαιτοῦσαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς νὰ βλασφημήσουν αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ὁδήγησε πολλούς πιστούς στό μαρτύριο καί τούς βασανισμούς.

Ἂν τὸ θεῖο ὄνομα εἶναι σημαία, πού ἐκτυλίσσει τίς πτυχές καὶ τίς  πολλές ἐνθυμήσεις καὶ ἐνισχύσεις πού γεννιοῦνται στήν καρδιά μας, ἡ σημαία αὐτή δὲν πρέπει νὰ διπλωθεῖ καὶ φυλαχθεῖ στὴν ἀπόμερα στήν γωνία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναπετασθεῖ, πρέπει νὰ ὑψωθεῖ ψηλὰ ἀπὸ τὸν σημαιοφόρο, πρέπει νὰ προηγηθεῖ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος.

Ἂς ἀκουστεῖ λοιπὸν τὸ θεῖον ὄνομα στὴν ἀτομικὴ προσευχή.

Ἄς ἀκουστεῖ στὴν δημοσία λατρεία.

Ἄς ἀκουστεῖ στὸ θεῖο κήρυγμα.

Ἂς ἀκουστεῖ στὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἄς ἀκουστεῖ σέ ὥρα κινδύνου.

Ἄς ἀκουστεῖ στήν ἐπίσημη ἀνάληψη τῶν κυβερνητικῶν καθηκόντων.

Ἄς ἀκουστεῖ, ὡς διαφωτιστικὸ τῆς ἀληθείας καὶ τιμωρὸ τοῦ ψεύδους, ὡς μάρτυρας στὰ Δικαστήρια. «Ἄχ, μητέρα μου!» φωνάζει ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, ὅταν κάποιο δυστύχημά συμβαίνει στήν ζωή μας· ὁ ἄνθρωπος πολλές φορές σέ κρίσιμες περιστάσεις του θὰ ἀνυψώσει στούς οὐρανοὺς τήν φωνή του καὶ θὰ ἐκστομίσει σέ πόνο, σέ ἄλγος, σέ ἀγωνία τὸ «ἐλθὲ Ἰησοῦ, ἐλθέ».

Τί μόνο ἀπαγορεύεται: Ἡ περιΰβριση καὶ τὸ ποδοπάτημα τῆς «σημαίας». Ἡ δόση τῶν ἁγίων στοὺς κῦνες. Τὸ ρίψιμο τῶν μαργαριτῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων. Ἡ διαγωγὴ τοῦ κατάπτυστου Βαλτάσαρ, ὁ ὁποῖος μεθώντας καὶ κάνοντας κραιπάλες μέ τίς παλλακίδες του μεταχειριζόταν στήν σιχαμερή τραπεζά του τὰ ἅγια τοῦ ναοῦ ποτήρια. Ἡ λήψη τοῦ ἀκοινωνήτου ὀνόματος “ἐπὶ ματαίῳ”. Ἡ ἀνευλάβεια πρὸς τοὺς τίτλους τοῦ ὑπερδεδοξασμένου Θεοῦ. Ἡ βεβήλωση τῶν θεϊκῶν προσηγοριῶν, μέ τήν  ἀπρόσεκτη καὶ τετριμμένη τους χρήση ἢ μέ τήν ἐπιορκία καὶ ψευδορκία ἢ μέ τίς  βλασφημίες καὶ βαναυσότητες, πού ἐπιστρέφουν στόν ἴδιο πού τίς ἐκστομεῖ. Διότι, καθὼς ἡ προσβολὴ κατὰ τῆς σημαίας εἶναι προσβολὴ κατ᾽ αὐτοῦ ἀμέσως τοῦ Ἔθνους, ἔτσι καὶ ἡ ἐξύβριση τοῦ θείου ὀνόματος εἶναι ἐξύβριση αὐτοῦ κατ᾽ εὐθείαν τοῦ Θεοῦ μας.

19 Ὀκτωβρίου 2023

«Δόξασον τὸν πατέρα σου καὶ τῆς μητρὸς»

«Δόξασον τὸν πατέρα σου καὶ τῆς μητρὸς»

(Σειρὰχ ζ΄ 21-22)

Δόξα καὶ τιμὴ ὀφείλουμε στούς γονεῖς μας. Ἐὰν ἀκόμη ζοῦν, εὐλογημένα ἂς εἶναι τὰ γηρατειά τους καὶ ἀνώδυνος καὶ εἰρηνικὴ ἡ δύση τῆς παροδικῆς ζωῆς τους. Ἐάν μετέστησαν στὴν αἰωνιότητα, φῶς δικαίων γιά πάντα ἂς κατευθύνῃ τὰ βήματά τους πού τούς ὁδηγεῖ πρὸς τὸν Θεό.

- «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα» εἶναι ἡ θεία διαταγή,  πού ἀναγράφεται ἐπὶ κεφαλῆς τῆς δεύτερης πλάκας τοῦ Δεκαλόγου. Καὶ ἀρκεῖ ἁπλῶς ἡ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐντολῶν θέση της, γιὰ νὰ πιστοποιήσει πόσο κοντά πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι τὸ ὑπούργημα τοῦ γονέα καὶ πῶς καὶ αὐτοί μετέχουν στήν ἱερότητα, γιὰ νὰ ἀριθμοῦνται τὰ καθήκοντα πρὸς αὐτοὺς ἀμέσως μετὰ τὰ καθήκοντα πρὸς τὸν Θεό. Γι’ αὐτό καὶ σέ πολλούς λαούς ἀπεδόθηκαν θρησκευτικές τιμές πρός στὸν γονέα. Οἱ πρόγονοί μας μία μετεχειρίζονταν λέξη, τὴν λέξη «εὐσέβεια», γιὰ νὰ δηλώσουν καὶ τὴν στάση τους ἐπέναντι στούς γονεῖς καὶ τὴν στάση τους ἀπέναντι στόν Θεό. Ἐπικατάρατος κατὰ τὴν Γραφὴ ὑπῆρξε ὁ Χὰμ πού ἀτίμασε καί περιγέλασε τὸν ἐξ ἀγνοίας μεθυσμένο καὶ γυμνό πατέρα του, τὸν ὁποῖον καὶ ἔτσι ὅπως ἦταν, ὄφειλε νὰ σεβασθεῖ καὶ νά περιποιηθεῖ. Ἐπικατάρατο ὁ Μωῦσῆς ἀνεκήρυξε ἀπὸ τό ὄρος Γαιβάλ κάθε ἕνα πού ἀτίμαζε τόν πατέρα του καί τήν μητέρα του : «καὶ ἐροῦσι πᾶς ὁ λαός : γένοιτο!» (Δευτ. κζ΄ 16). ᾿Απ’ ἐναντίας ὑπάρχει παράδοση στόν Στοβαῖο κατά τήν ὁποία, ὅταν κάποτε πύρινο ρυάκι μέ λάβα πού φλεγόταν, ἔβγαινε  ἀπὸ τήν Αἴτνα, καὶ ὅλοι ἔφευγαν, ἐπιδιώκοντας τὴν σωτηρία τους ἕνας μόνος νέος ἅρπαξε τὸν γηραλέο καὶ παράλυτο πατέρα του στούς ὤμους τους γιὰ νὰ τὸν σώσει. Ὅλους τούς ἄλλους κατέκλυσε ἡ λάβα καὶ ἐξαφανίσθηκαν καὶ μόνον πρίν ἀπό τόν εὐσεβή νέο ὑποχώρησε.

Ἡ τιμὴ καί δόξα τῶν γονέων ἐξωτερικεύεται πρακτικώτερα μέ τήν ὑπακοή καὶ συμμόρφωση στὸ θέλημά τους. «Υἱὲ φύλασσε νόμον πατρός σου καὶ μὴ ἀπώσῃ θεσμοὺς μητρός σου· στέφανον γὰρ χαρίτων δέξῃ σῇ κορυφῇ καὶ κλοιὸν (δηλ. περιδέραιον) χρύσεων ἐπὶ σῷ τραχήλῳ» (Παροιμ. α΄, 8). Ὄχι χωρίς σπουδαιότατο λόγο ἔθεσε τὴν ἄωρη ἡλικία ὁ Δημιουργὸς πρίν τήν ὤριμη, καί εὐδόκησε νὰ καταστήσει τὴν ἐμπειρία καὶ πολυπειρία τῆς δεύτερης βακτηρία (βοηθό) καὶ χειραγωγὸ τῆς πρώτης. Θὰ προλαμβάνονταν πάρα πολλές ἀποτυχίες καὶ ἀπογοητεύσεις μας, ἐὰν στὸν πρέποντα καιρὸ τείναμε «εὐήκοον οὖς» στίς γονικές παραινέσεις. Γιατί ποῖος φίλος ὑπάρχει σ’ ὅλο τὸν κόσμο πού μᾶς ἀγαπᾶ μὲ τόση ἁγία ἀνιδιοτέλεια, μὲ ὅση οἱ γονεῖς μας, οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς ὀφθαλμούς τους ἀκόμη θὰ ἦταν πρόθυμοι νὰ βγάλουν καὶ νὰ μᾶς τοὺς δώσουν, μόνον καὶ μόνον γιὰ νὰ εὐημερήσουμε; Γονιός, πού συμβουλεύει τὸ κακό, εἶναι κάτι ἀπίστευτο καὶ ἐκτρωματικό. Ἄν καί  ἡ ἀνθρώπινη ἀβελτηρία καὶ μοχθηρία μπορεῖ ἴσως κάποτε νὰ φθάσει μέχρι τέτοιου βαθμοῦ κακοήϑειας, ὥστε καὶ νὰ ἐκμεταλλευθεῖ ἠθικῶς ἢ ὑλικῶς τὰ φίλτατα, ὁπότε τὸ «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἄνθρώποις» (Πράξ. ε΄ 29) θὰ ὀρθωθεῖ ὡς λύση τοῦ ἄγριου διλήμματος. Καλὸ εἶναι νὰ διαφυλάττουμε χωρίς ἐνδιασμούς τὴν ἰδέα ὅτι στόν πατέρα μας καί τήν μητέρα μας ἡ ἀνθρώπινη φύση παρουσιάζεται μέ τήν ἁγνότερή της ὄψη καὶ ὅτι ἡ ὑπακοὴ σ’ αὐτοὺς εἶναι ὑποχρέωση καὶ ἀπὸ τόν θεῖο νόμο καὶ ἐνδεδειγμένη ἀπὸ τόν συμφέρο τους

Ἄριστο παράδειγμα υἱϊκῆς ὑπακοῆς μᾶς παρέχει ὁ προφήτης Ἱερεμίας, τοὺς Ρηχαβίτας: (βλ. μβ΄ 5- 6). Ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ ἔθεσε ἐνώπιον τῶν Ρηχαβιτῶν πρὸς δοκιμὴ στάμνα κρασιοῦ, προτρέποντας αὐτοὺς νὰ πίνουν. ᾿Αλλ’ αὐτοί, «ὄχι», εἶπαν, «δὲν θὰ πιοῦμε· ὁ παππούς μας ἄφησε ἐντολὴ στὸν πατέρα μας καὶ δι᾽ αὐτοῦ στοὺς ἀπογόνους του ὅλους νὰ τηρήσουν ἐγκράτεια· καὶ ἐμεῖς συμμορφονόμαστε εὐλαβικά πρὸς τὴν προγονικὴ διαταγή, τήν ὁποία καὶ θὰ μεταδίδωμε πιστά καὶ μέχρις αἰῶνος στοὺς ἀπογόνους μας». Ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος, ὑπετάσσετο κατὰ τὴν παιδική Του ἡλικία στὴν Σεπτὴ Μητέρα Του καὶ στὸν θετὸν πατέρα Του, παρέχοντας καὶ στὸ σημεῖο αὐτό εἰκόνα ὑποδειγματικὴ πρὸς τὴν ἀνθρώπινη νεότητα.

Καὶ ὑπάρχει ἐπίση καί τρόπος πρακτικώτερος, μέ τόν ὁποῖο ἐξωτερικεύουμε τὴν δόξα καὶ τιμή πρὸς τοὺς γονεῖς μας: ἡ περίθαλψη καὶ γηροκόμησή τους. Τὰ γεννηθέντα καὶ ἐκτραφέντα παιδιά ἱερή ἔχουν ὑποχρέωση νά δείχνουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους, ἀποδίδοντας τὰ «τροφεῖα» στούς γονεῖς τους, ὅταν πλέον αὐτοί δέν θὰ ἔχουν δυνάμεις νὰ πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ «ζῆν». Καὶ ἡ πληρωμὴ αὐτή θὰ εἶναι ἐλαχίστη ἀπέναντι στίς ληφθεῖσες χάριτες. Γιατί πόσα χάριν αὐτῶν δέν ὑπέφεραν ἐκεῖνοι; Ἀπερίγραπτες ἐνοχλήσεις καὶ συγκοπές ὑφίστατο ἡ μητέρα, ὅταν τὸ ἔμβρυο τό ἔφερε στήν μήτρα της. Μέ ὠδίνες ὀξύτατες τὸ παρουσίασε στὴν ζωή, πού σχεδόν προσέγγισε τόν θάνατο καί πέρασε νύχτες καὶ ἡμέρες, δαπανωμένη στήν ἀφοσίωση  πρὸς τὸ νεογνό της, τρέφοντά το μέ τὸ λευκὸ αἷμα της, ἀγρυπνοῦσα πάνω σ’ αὐτό, ὅταν ἦταν ἄρρωστο, προσευχομένη γι’ αὐτό, κλαίουσα καί ζώντας τήν εὐτυχία του, ἀπογυμνώνοντας τήν  νεότητά της, τήν ρώμη, τήν ὑγεία της γιά νά τό ἀναθρέψει. Συνέβαλε καὶ ὁ πατέρας μέ τίς δυνάμεις του καὶ σέρνοντας τὸ ἄροτρον τοῦ βίου, περνώντας πελάγη, κυρτώθηκε ἀπὸ τὸ βάρος τῶν φροντίδων καὶ λευκάνθηκαν τά μαλλιά του στὴν πάλη τῆς ἐργασίας, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ παρέχει καλύτερο τό σήμερα καὶ τό αὔριο τῶν παιδιῶν του. Καὶ τώρα τί ζητοῦν ἀπὸ τὰ παιδιά τους; Μία γωνία. Μία πολυθρόνα. Ἕνα γράμμα. Μία ἐπίσκεψη. Ἕνα φίλημα. Ἕνα παλμό. Ἕνα τρυφερό χέρι νὰ τοὺς κλείσει τὰ σβύνοντα βλέφαρά τους. Ποῖος θὰ εἶναι τόσο ἄσπλαγχνος, ὥστε νὰ τούς τὰ ἀρνηθῇ ὅλα αὐτά;

6 Ὀκτωβρίου 2023

«Ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε» (Πρός Ἐφεσίους ε΄, 8)

«Ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε» (Πρός Ἐφεσίους ε΄, 8)

 

          Ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ μὲ ἁπλοϊκότητα ταυτίζουν  ἠθικὴ καὶ θρησκεία. Γι᾿ αὐτοὺς τὸ νὰ εἶναι κάποιος καλὸς ἄνθρωπος σημαίνει πὼς εἶναι θρῆσκος, καί, ἀντίστροφα, δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ εἶναι θρῆσκος ἀλλά νὰ μὴν εἶναι οὐσιαστικὰ καλὸς ἄνθρωπος. Παραγνωρίζουνε τὸ μεταφυσικὸ καὶ οὐσιαστικὸ χαρακτήρα τῆς θρησκείας. Ἡ καλὴ ἠθικὴ ζωὴ ἀντιπροσωπεύει γι’ αὐτοὺς κάθε τι ἱερὸ καὶ θεϊκό.

Ὑπάρχουν ὅμως κι ἄλλοι ἄνθρωποι, πού, ἀντίθετα, διαχωρίζουν μὲ πολλὴ σαφήνεια αὐτὰ τὰ δύο. Γι᾿ αὐτοὺς ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τόσο πολὺ ἕνας τρόπος ζωῆς ὅσο μιὰ σχέση μὲ τὸν κόσμο καὶ τὴ μοῖρα. Ἡ καλὴ ἢ κακὴ εἰκόνα γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωὴ γενικά, μιὰ αἰσιόδοξη ἢ ἀπαισιόδοξη προοπτική, ἡ εὔνοια ἢ δυσμένεια τῆς μοίρας, ἀποτελοῦν πράγματα πιὸ οὐσιαστικὰ ἀπ᾽ ὅ,τι εἶναι ὁ τρόπος ποὺ ζεῖ κανείς, ἡ ἠθικότητα. Αὐτοὶ τονίζουνε τὸ μεταφυσικὸ χαρακτήρα τῆς θρησκείας εἰς βάρος τοῦ ἠθικοῦ. Φυσικά, ἀμέσως καταλαβαίνει κανεὶς πὼς ἡ ἀληθινὴ πνευματικότητα δὲν βρίσκεται στὸ ἕνα ἀπ᾽ αὐτὰ τὰ δυό: δὲν βρίσκεται στὴν διάσταση τοῦ θρησκευτικοῦ ἀπὸ τὸ ἠθικὸ ἀλλὰ στὴν ὀργανικὴ σύνθεσή τους. Θὰ ἦταν ὅμως χρήσιμο ν᾿ ἀναφέρουμε πολὺ σύντομα πῶς τὸ πρόβλημα αὐτὸ διαγράφθηκε μέσα στὴν πνευματική μας παράδοση.

 Ἡ ἱερατική πνευματική παράδοση

Μέσα στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ λαοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ δύο ἀντιτιθέμενες ἀπόψεις, ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως, διακρίθηκαν χαρακτηριστικά. Ἡ παραδοσιακὴ θρησκευτικὴ λατρεία, ἀπ᾽ τὴν μιὰ μεριά, μὲ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ ἱερατεῖο της, μὲ τὸ ἀγκάλιασμα ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀπ᾽ τὴν γέννηση ὥς τὸν θάνατο, σὲ συνάρτηση μὲ τὸν κύκλο τῆς ὅλης ζωῆς πάνω στὸν πλανήτη µας, ἀποτυπωμένο σὲ τελετουργικὲς πράξεις καὶ γιορτές ἡ ζωή, ἡ μοῖρα, ὁ θάνατος στὸν κάθε ἄνθρωπο σὲ συνάρτησῃ μ᾽ ὅ,τι συμβαίνει σὲ κοσμικῆς ἐκτάσεως κλίμακα. Αὑτὴ εἶναι ἡ ἱερατικὴ πνευματικὴ παράδοση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἐπιμένει στὸ νὰ τἄχει καλὰ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ θεῖο διὰ μέσου τῆς λατρείας, τηρώντας τοὺς θρησκευτικοὺς θεσμοὺς καὶ κανόνες γιὰ προσφορές, θυσίες, καθαρμούς, ἀποχές, γιορτὲς καὶ τὰ ὅμοια.

Παράλληλα φαινόμενα παρουσιάζουν κι ὅλες οἱ θρησκεῖες, ἐκτὸς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ θρησκεῖες τῆς Πόλεως – Κράτους τῶν Ἑλληνιστικῶν χρόνων καὶ οἱ Μυστηριακὲς Θρησκεῖες, πού εἶχαν, στὰ χρόνια τῆς γενέσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἰκουµενικὴ προοπτική, εἶχαν κατὰ βάση τὴν Ἱερατικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Συμφιλίωναν τὴν πόλη ἢ τὸ ἔθνος καὶ κατ᾽ ἐξαίρεση, στὶς Μυστηριακὲς θρησκεῖες, τὸ ἄτομο μὲ τὸ γενικώτερο νόµο τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ χάριζαν τὴ συνείδηση ὅτι εἶναι ἕνα πράγμα μὲ τὶς γενικώτερες θεῖες ἀρχές, ποὺ καθορίζουν τὰ θεμέλια τῆς ὑπάρξεως.

Ἡ προφητική πνευματική παράδοση.

 ᾿Αλλὰ στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ λαοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ στὴ δική μας πνευματικὴ παράδοση, ὑπάρχει κι ἡ ἄλλη πλευρά: ἡ προφητική. Οἱ Προφῆτες δὲν κατάλαβαν τὸ Θεὸ σὰν μιὰ κοσμικὴ process, στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά προσαρμοστεῖ τελετουργικά, ἀλλὰ σὰν μιὰ ἠθικὴ βούληση, σὰν μιὰ ἠθικὴ ἀπαίτηση ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ σχετίζεται, προπάντων καὶ κυρίως, μὲ τὶς ἠθικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὴν ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ ἀνωτερότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ποὺ κατορθώνεται µόνο μὲ τὴν καθαρότητα τοῦ βίου καὶ μὲ τὶς σωστὲς σχέσεις μὲ τὸν πλησίον.

Φοβερὰ κατηγορητήρια ἐξαπολύουν ὅλοι οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατὰ τῆς Ἱερατικῆς πνευματικῆς νοοτροπίας, κατὰ τῶν ἑορτίων θεσμῶν ὡς τοῦ οὐσιαστικοῦ κέντρου τῆς Θρησκείας. Ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς εἶναι κατεξοχήν Πρόσωπο, ποὺ μὲ τὸ Πνεῦμα Του ἔρχεται σὲ ἄμεση σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ἠθική του ἀπαίτηση ποὺ καταλήγει γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα στὸ σύνολό της στὴν ἐπικράτηση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι βασιλεία δικαιοσύνης, ἀγάπης καὶ εἰρήνης. Χαρακτηριστικὰ ἀναφέρουμε τὴν πολὺ γνωστὴ ἀπ᾽ τὸν προφήτη Ἡσαΐα περικοπή. Ρωτάει ὁ Θεὸς τὸ λαὸ μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη: «σέ τί χρησιμεύει τὸ πλῆθος τῶν θυσιῶν σας σὲ μένα;» λέγει ὁ Κύριος. «Εἶμαι μπουχτισμένος ἀπ᾽ τὰ ὁλοκαυτώματα τῶν κριῶν καὶ ἀπὸ τὸ πάχος τῶν σιτευτῶν καὶ δὲν εὐχαριστιέµαι μὲ τὸ αἷμα ταύρων, ἀρνιῶν καὶ τράγων. Ὅταν ἔρχεσθε νὰ μ᾽ ἐπισκεφθῆτε, ποιός σᾶς ζητεῖ κάτι τέτοιο, νὰ πατῆτε τὶς αὐλές μου; Μὴ φέρνετε πιὰ ἀνάξιες προσφορές!  Ἡ ὀσμὴ τῆς θυσίας εἶναι γιὰ μένα βδέλυγμα. Νουμηνίες καὶ Σάββατα, τὴ σύγκληση συνάξεων, νηστεῖες καὶ γιορτὲς δὲν μπορῶ νὰ ὑποφέρω. Τὶς νουµηνίες σας καὶ τὶς καθιερωμένες γιορτές σας μισεῖ ἡ ψυχή μου, εἶναι γιὰ µένα φορτίο· κουράστηκα νὰ τὶς ἀνέχομαι. Ὅταν λοιπὸν ἐκτείνετε τὰ χέρια σας (σὲ προσευχὴ) δὲν θὰ (σᾶς) εἰσακούω: τὰ χέριά σας εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ αἱματοχυσίες - λουσθῆτε καὶ καθαρισθῆτε, ἀποβάλετε τὴν κακία τῶν πράξεών σας μπροστὰ ἀπ᾽ τὰ μάτια μου, πάψετε νὰ κάνετε κακό, μάθετε νὰ κάνετε τὸ καλό, ζητῆστε τὴ δικαιοσύνη, ἀναχαιτίστε τὸ δυνάστη, ὑποστηρίξτε τὰ δίκαια τῶν ὀρφανῶν, ὑπερασπισθῆτε τὴν ὑπόθεση τῆς χήρας! Πῶς ἔγινε ἄπιστη ἡ ἄλλοτε πιστὴ πόλη! Αὐτὴ ποὺ ἦταν γεμάτη κρίση, στὴν ὁποία κατοικοῦσε ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ τώρα κατοικοῦν φονιάδες...» (κεφάλαιο Α΄ ). Τέτοιες περικοπὲς ὑπάρχουν μέσα σ᾽ ὅλα τὰ προφητικὰ κείμενα.

Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κληρονόμησε ἀπὸ τὴν Παλαιά Διαθήκη τὴν πνευματικὴ Ἱερατικὴ καὶ προφητικὴ παράδοση. Ἡ ἰδιορρυθμία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του εἶναι πὼς οἱ δυὸ αὐτὲς παραδόσεις ἀποτελοῦν µέσα στὸ χριστιανισμὸ μιὰν ὀργανικὴ ἑνότητα. Δὲν νοεῖται σ’ ἐμᾶς θρησκεία χωρὶς ἠθικὴ καθιέρωση οὔτε ἠθικὴ χωρὶς θρησκευτικὸ ὑπόβαθρο. Δὲν εἶναι µέσα στὴν Ἐκκλησία ἄλλος ὁ ἱερεὺς κι ἄλλος ὁ προφήτης. Οἱ ἅγιοι εἶναι ἱερεῖς μαζὶ καὶ προφῆτες. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλὴ τήρηση ἑνὸς τελετουργικοῦ, ποὺ πιστεύεται πὼς κατοχυρώνει τὴν εὐημερία τοῦ ἀτόμου καὶ τῆς ἐθνικῆς ὁμάδας χωρὶς καθαρότητα βίου, χωρὶς ἠθικὴ ἀφιέρωση τοῦ ἀτόμου καὶ τῆς ὁμάδας στοὺς ἠθικοὺς καὶ ἁγιαστικοὺς σκοποὺς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅλο αὐτὸ τὸ τελετουργικὸ καταντᾶ μῶμος καὶ βδέλυγμα μπροστὰ στὸ Θεό. Ὁ λαός μας ἔχει περάσει πολλὲς ἱστορικὲς περιπέτειες. Οἱ παραδόσεις καὶ τὸ θρησκευτικὸ τελετουργικὸ τοῦ χρησίµευαν σὰν σωσίβιο, γιὰ νὰ γλυτώσει ἀπ᾿ τὴν καταιγίδα τῶν διαφόρων ξένων καὶ ἀλλοθρήσκων ἐπιδρομέων. Σήµερα ὅμως ὁ εὐσεβὴς λαός µας κινδυνεύει νὰ πνιγεῖ, ἂν δὲν κατανοήσει τὸ προφητικὸ καὶ ἠθικοκοινωνικὸ περιεχόµενο τῆς θρησκευτικῆς του παραδόσεως. Ἄν δὲν ἀπαιτήσει ἀπ᾿ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἡγέτες του καθαρότητα βίου, ἀφιέρωση στὸ χριστιανικὸ ἰδεῶδες τῆς ἁγιωσύνης, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης, δὲν θὰ ἀξιωθεῖ καλύτερου βίου.
Ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν εἶναι μέγας καὶ φοβερός, ἀλλ᾽ εἶναι συγχρόνως Θεὸς δίκαιος καὶ ἅγιος.

Ἡ πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας μας διεμόρφωσε τό ἦθος τῶν πιστῶν ὥστε ἡ ζωή τους νά ἐμπνέεται καί νά διατηρεῖται ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἤδη μέ  τόν Προφήτη Ἡσαΐα πού διεκήρυξε τήν ἁγιότητα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας (στ΄, 3) ἀπαιτεῖται ἀπό τούς πιστούς νά γίνουν ἅγιοι «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι Ἅγιος εἰμί» (Α΄ Πέτρου α΄, 16).

Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ: «εἰ ζῶμεν Πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν» (Πρός Γαλάτας ε΄, 25)

28 Σεπτεμβρίου 2023

Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ

Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ

 

Σέ πολλά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης[1] ὁ Χριστός ταυτίζεται μέ ἀμνό. Τό θέμα αὐτό τῆς ταυτίσεως προέρχεται ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη σύμφωνα μέ δύο διαφορετικές προοπτικές. 

1. Ὁ Δοῦλος τοῦ Γιαχβέ.

Καταδιωγμένος ἀπό τούς ἐχθρούς του, ὁ προφήτης Ἱερεμίας παρομοιάζει τόν ἑαυτό του μέ «ἀρνίον ἀγόμενον τοῦ θύεσθαι»[2]. Ἡ εἰκόνα αὐτή ἐφαρμόστηκε κατόπι στό Δοῦλο τοῦ Γιαχβέ, ὁ ὁποῖος, πεθαίνοντας γιά νά ἐξιλεώσει τά ἁμαρτήματα τοῦ λαοῦ του, ἐμφανίζεται «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος»[3]. Τό κείμενο αὐτό, ὑπογραμμίζοντας τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ὑποταγή τοῦ Δούλου, προαγγέλλει μέ τόν καλύτερο τρόπο τή μοίρα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τό ἐξηγεῖ ὁ Φίλιππος στόν εὐνοῦχο τῆς βασίλισσας τῆς Αἰθιοπίας[4]. Οἱ εὐαγγελιστές ἀναφέρονται σ ̓ αὐτό τό κείμενο, ὅταν ὑπογραμμίζουν ὅτι ὁ Χριστός «ἐσιώπα» μπροστά στά μέλη τοῦ Συνεδρίου[5] καί δέν ἀπαντοῦσε καθόλου στόν Πιλάτο[6]. Ἴσως καί ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἀναφέρεται σ ̓ αὐτό ὅταν, σύμφωνα μέ τό 4ο εὐαγγέλιο, χαρακτηρίζει τόν  ̓Ιησοῦ ὡς τόν «ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»[7].

2. Ὁ πασχάλιος Ἀμνός.

Ὅταν ὁ Θεός ἀποφάσισε νά ἀπελευθερώσει τόν αἰχμάλωτο στούς Αἰγυπτίους λαό του, παράγγειλε στούς Ἑβραίους νά σφάξει κάθε οἰκογένεια ἕνα πρόβατο «τέλειον, ἄρσεν, ἐνιαύσιον»[8], νά τό φᾶνε τό βράδυ καί νά βάψουν μέ τό αἷμα του τούς παραστάτες τῆς πόρτας τους. Χάρη σ ̓ αὐτό τό «σημεῖο» θά γλίτωναν ἀπό τόν ἐξολοθρευτή ἄγγελο πού θά ἐρχόταν νά πατάξει ὅλα τά πρωτότοκα τῶν Αἰγυπτίων. Ἐμπλουτίζοντας τό ἀρχικό αὐτό θέμα, ἡ Ἰουδαϊκή παράδοση ἔδωσε στή συνέχεια ἀπολυτρωτική ἀξία στό αἷμα τοῦ ἀμνοῦ. «ξαιτίας τοῦ αἵματος τῆς Διαθήκης τῆς περιτομῆς, καί ἐξαιτίας τοῦ αἵματος τοῦ Πάσχα, σᾶς ἀπελευθέρωσα ἀπό τήν Αἴγυπτο»[9]. Χάρη στό αἷμα τοῦ πασχάλιου ἀμνοῦ, οἱ Ἑβραῖοι ἐξαγοράστηκαν ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου καί μπόρεσαν ἀπό τότε νά γίνουν «βασίλειον ἱεράτευμα», «ἔθνος ἅγιον»[10], πού συνδέεται μέ τό Θεό μέ διαθήκῃ καί διοικεῖται μέ τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ. Ἡ χριστιανική παράδοσῃ εἶδε τό Χριστό ὡς τόν ἀληθινό πασχάλιο ἀμνό, καί ἡ ἀπολυτρωτική ἀποστολή του περιγράφεται εὐρύτατα στή βαπτισματική κατήχηση πού ἀποτελεῖ τό ὑπόβαθρο τῆς Α΄ Καθολικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πέτρου, ἀπηχήσεις τῆς ὁποίας  βρίσκονται στά κείμενα τοῦ  ̓Ιωάννη καί στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή. Ὁ  ̓Ιησοῦς εἶναι ὁ ἀμνός[11]  ὁ τέλειος[12], δηλ. ὁ ἀναμάρτητος[13]  πού ἐξαγοράζει τούς ἀνθρώπους μέ τό αἷμα Του[14]. Ἔτσι τούς ἐλευθέρωσε «ἀπὸ τῆς γῆς»[15], ἀπό τόν κόσμο πού εἶναι διεφθαρμένος ἐξαιτίας τῆς λατρείας τῶν εἰδώλων[16], ὥστε νά μποροῦν στό ἑξῆς νά ἀποφεύγουν τήν ἁμαρτία[17] καί νά ἀποτελέσουν τό νέο «βασίλειο ἱεράτευμα», τό ἀληθινό «ἅγιον ἔθνος»[18] πού προσφέρει στό Θεό τήν πνευματική λατρεία μιᾶς ἄμωμης ζωῆς[19]. Ἐγκατέλειψαν τό σκότος τῆς εἰδωλολατρίας γιά νά μποῦν στό φῶς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ[20] αὐτή εἶναι ἡ πνευματική τους ἔξοδος. Χάρη στό αἷμα τοῦ ἀμνοῦ[21], ἔχουν νικήσει τό σατανά, πού ὁ Φαραώ ἦταν τό σύμβολό του, κι ἔτσι μποροῦν νά ψάλλουν τήν «ὠδὴν Μωϋσέως καὶ τοῦ ἀρνίου»[22] πού ἐξυμνεῖ τή λύτρωσή τους.

Ἡ παράδοση αὐτή, πού βλέπει τό Χριστό ὡς τόν ἀληθινό πασχάλιο Ἀμνό, ἀνάγεται στίς ἀρχές τοῦ χριστιανισμοῦ. 

Ο Παῦλος παροτρύνει τούς πιστούς τῆς Κορίνθου νά ζοῦν ὄχι «ἐν ζυμῇ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ ̓ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας», ἀφοῦ «τὸ Πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστὸς»[23]. Δέν προτείνει ἐδῶ ὁ Παῦλος μια καινούρια διδασκαλία γιά τό Χριστό- Ἀμνό, ἀλλά ἀναφέρεται στίς λειτουργικές παραδόσεις τοῦ χριστιανικοῦ Πάσχα, κατά πολύ προγενέστερες τῶν ἐτῶν 55- 57, ὅταν δηλ. ἔγραφε τήν ἐπιστολή του. Ἄν βασιστοῦμε στή χρονολογία τοῦ  ̓Ιωάννη, τότε αὐτό τό ἴδιο τό γεγονός τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ἀποτελεῖ τό θεμέλιο αὐτῆς τῆς παραδό-σεως. Ὁ  ̓Ιησοῦς θανατώθηκε τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῶν ἀζύμων[24], συνεπῶς τό ἀπόγευμα τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα[25], τήν ἴδια ὥρα πού, σύμφωνα μέτίς διατάξεις τοῦ Νόμου, θυσίαζαν στό Ναό τούς ἀμνούς. Μετά τό θάνατό Του δέν τοῦ ἔσπασαν τά σκέλη, ὅπως στούς ἄλλους κατάδικους[26], καί ὁ εὐαγγελιστής βλέπει στό γεγονός αὐτό τήν πραγματοποίηση μιᾶς τελετουργικῆς διατάξεως πού ἀφοροῦσε τόν πασχάλιο ἀμνό[27].

3.Ὁ οὐράνιος  ̓Αμνός.

Ἡ  ̓Αποκάλυψη, διατηρώντας βασικά τό θέμα τοῦ Χριστοῦ-πασχάλιου  ̓Αμνοῦ[28], παραθέτει συνάμα μιά συναρπαστική ἀντίθεση ἀνάμεσα στήν ἀδυναμία τοῦ σφαγιασμένου ἀμνοῦ καί στή  δύναμη πού τοῦ παρέχει ἡ ὕψωσή του στόν οὐρανό. Ὁ Χριστός, ἀμνός στό λυτρωτικό Του θάνατο, εἶναι συνάμα λέων, πού ἡ νίκῃ τοῦ ἐλευθέρωσε τό λαό τοῦ Θεοῦ, αἰχμάλωτο τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ[29].  ̓Ενῶ μοιράζεται τώρα τό θρόνο τοῦ Θεοῦ[30] καί δέχεται μαζί του τή λατρεία τῶν οὐράνιων ὄντων[31], νά τον πού περιβάλλεται μέ θεία ἐξουσία. Αὐτός ἐκτελεῖ τίς ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ ἐνάντια στούς ἀσεβεῖς[32] καί ἡ ὀργή του τούς ἐμπνέει τρόμο[33], αὐτός κατευθύνει τόν ἐσχατολογικό πόλεμο ἐνάντια στίς συνασπισμένες δυνάμεις τοῦ κακοῦ καί ἡ νίκη του θά Τόν ἀναδείξει «Κύριον κυρίων καί Βασιλέα»[34]. Δέν θά ξαναβρεῖ τήν ἀρχική του πραότητα παρά, ὅταν θά τελεσθοῦν οἱ γάμοι του μέ τήν οὐράνια Ἰερουσαλήμ πού συμβολίζει τήν Ἐκκλησία[35]. Τότε ὁ Ἀμνός θά γίνει ποιμήν γιά νά ὁδηγήσει τούς πιστούς στίς πηγές τοῦ ζῶντος ὕδατος τῆς οὐράνιας μακαριότητας[36].

 

[1] Ἰωάννου, Πράξεων, Α΄, Πέτρου καί κυρίως Ἀποκαλύψεως

[2] Ἰερεμίου 11, 19.

[3] Ἠσαΐου 53, 7.

[4] Πράξεων 8, 31-35.

[5] Ματθαίου 26, 63.

[6] Ἰωάννου 19, 9.

[7] Ἰωάννου 1,29. βλ Ἠσαΐου 53,7.12. Ἑβραίους 9.28.

[8] Ἐξόδου 12, 5.

[9] Βλ. τό Ἐξόδου 12.

[10] Ἐξόδου 19, 6.

[11] Α΄ Πέτρου 1,19. Ἰωάννου 1,29. Ἀποκαλύψεως 5,6.

[12] Ἐξόδου 12,5.

[13] Α΄ Πέτρου 1,19. Ἰωάννου 8,46. Α΄ Ἰωάννου 3,5. Ἑβραίους 9,14.

[14] Α΄ Πέτρου 1,18 ἑξ. Ἀποκαλύψεως 5,9 ἑξ. Ἑβραίους 9,12-15.

[15] Ἀποκαλύψεως 14, 3.

[16] Α΄ Πέτρου 1,14.18. 4.2 ἑξ.

[17] Α΄ Πέτρου 1,15 ἑξ. Ἰωάννου 1,29. Α΄ Ἰωάννου 3,5-9.

[18] Α΄ Πέτρου 2,9. Ἀποκαλύψεως 5,9 ἑξ. Βλ. Ἐξόδου 19,6.

[19] Α΄ Πέτρου 2,5. Ἑβραίους 9,14.

[20] Α΄ Πέτρου 2, 9.

[21] Ἀποκαλύψεως 12, 11.

[22] Ἀποκαλύψεως 15,3 7.9 ἐξ. 14-17. βλ Ἐξόδου 15.

[23] Α΄ Κορινθίους 5, 7-8.

[24] Ἰωάννου 18, 28. 19, 14-31.

[25] Ἰωάννου 19, 14.

[26] Ἰωάννου 19, 33.

[27] Ἰωάννου 19, 36. Βλ. Ἐξόδου 12, 46.

[28] Ἀποκαλύψεως 5, 9 ἑξ.

[29] Ἰωάννου 5,5 ἑξ. 12, 11.

[30] Ἰωάννου 22, 1.3.

[31] Ἰωάννου 5, 8.13. 7, 10.

[32] Ἰωάννου 6, 1.

[33] Ἰωάννου 6, 16.

[34] Ἰωάννου 17, 14. 19, 16.

[35] Ἰωάννου 19, 7. 9. 21, 9.

[36] Ἰωάννου 7, 17. Βλ. 14, 4.

22 Σεπτεμβρίου 2023

Ὁ Χριστιανὸς τιμᾶ τὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὲ τὸ πνεῦμα του, τὴν καρδιά του καὶ τὸ μιμεῖται στὴν καθημερινή του ζωή.

«᾿Ιδοὺ ὁ ἰσχυρὸς πολύς,

καὶ οὐ γνωσόμεθα» (Ἰώβ, 36,26).

Ὁ Χριστιανὸς τιμᾶ τὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὲ τὸ πνεῦμα του, τὴν καρδιά του καὶ τὸ μιμεῖται στὴν καθημερινή του ζωή.

α) Μὲ τὸ πνεῦμα του. Λέγει στὴν προσευχή του: «Πιστεύω, Κύριε, ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ἀπεκάλυψες στὸ μεγάλο αὐτὸ μυστήριο τῆς μιᾶς ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος. Τὸ λογικόν μου ζητεῖ νὰ ἀντισταθῆ, ἀλλὰ ἐγὼ ἐπιμένω νὰ θυσιασθῆ γιὰ τὴ δόξα Σου. ᾿Αναγνωρίζω τὴν ἄγνοιά μου καὶ διακηρύττω ὅτι εἶσαι Θεὸς τοῦ ὁποίου τὸ μεγαλεῖον ὑπερβαίνει ἀπείρως τὴ γνῶσι καὶ ἀναφωνῶ μὲ τὸν ᾿Ιώβ: «᾿Ιδοὺ ὁ ἰσχυρὸς πολύς, καὶ οὐ γνωσόμεθα» (Ἰώβ, 36,26). Τὸ νὰ θέλω νὰ κατανοήσω τὸ μυστήριον τοῦτο εἶναι ἐκ μέρους μου θρασεῖα τόλμη. Νὰ τὸ παραδεχθῶ, ὅπως Σὺ μοῦ τὸ ἀπεκάλυψες εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς εὐλαβείας μου. ᾿Επιθυμῶ νὰ προσφέρω τὴ ζωή μου γιὰ τὴν ὑπεράσπισι τῆς πίστεώς μου καὶ ὅπως «τρεῖς εἰσὶν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῷ οὐρανῷ» ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, θὰ ἤθελα ἐπὶ τῆς γῆς νὰ ἀποδείξω τὴν ὕπαρξι τῶν τριῶν θεϊκῶν Προσώπων μὲ τὴν πίστι μου, τὰ ἔργα μου καὶ τὸ αἷμα μου.

β) Μὲ τὴν καρδιά του. Αὐτὸ τὸ μυστήριον ποὺ ζητεῖ τόσες θυσίες ἀπὸ τὸ πνεῦμα γεμίζει παρηγοριὰ τὴν καρδιὰ τοῦ καλοῦ χριστιανοῦ. Ὁ καλὸς χριστιανὸς αἰσθάνεται ἀπερίγραπτη γλυκύτητα στὴ μελέτη τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ. Βλέπει στὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅλες τὶς δωρεὲς ποὺ ἔλαβε : τὸ Βάπτισμα, τὴν Εὐχαριστία, τὴν Μετάνοια, τὴν δικαίωσί του, τὴν Χάρι..., τὴν ᾿Ενσάρκωσι τοῦ Λόγου, τὴν ᾿Εκκλησία, τὰ μυστήρια... Σκιρτᾶ ἀπὸ χαρὰ ἀκούοντας καθένα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα νὰ τοῦ λέγη: «᾿Αγάπησιν αἰώνιον ἠγάπησά σε». Δὲν εἶναι λοιπὸν χωρὶς λόγον, ποὺ ἡ Ἐκκλησία στὴν ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος μᾶς ἐπαναφέρει στὴν πηγὴ ἀπὸ ὅπου πηγάζουν ὅλα τὰ πνευματικὰ ρυάκια γιὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ὁμιλεῖ στὶς διάφορες ἑορτὲς τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους. Μᾶς ἀποκαλύπτει τὸν ἀπέραντον ὠκεανὸν ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχονται ὅλες οἱ εὐλογίες, ποὺ σκορπίζονται ἐπάνω μας. Ἄς εἴμεθα εὐγνώμονες πρὸς τὴν λατρευτὴ Τριάδα, ἡ ὁποία, ἂν καὶ «τρισευτυχὴς ἐν ἑαυτῇ» ἀσχολεῖται καὶ μὲ τὴν εὐτυχία τὴν ἰδική μας, γιατὶ ὅπως λέγει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος (Ἐφεσ. 1,4) «ἐξελέξατο ἡμᾶς...πρὸ καταβολῆς κόσμου» ὁ Πατὴρ γιὰ παιδιά του, ὁ Υἱὸς γιὰ ἀδελφούς του καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψη τὰ πλούτη τῆς χάριτός του.

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὑπενθυμίζει διαρκῶς τὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μὲ τὰ λόγια: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» θέλει νὰ σημειώνωνται οἱ πιστοί της. Μὲ τὴν ἐπίκλησι τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀρχίζει τὴν Θεία Λειτουργία : «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Δοξολογώντας τὴν Ἁγία Τριάδα ἀρχίζει τὸν Ὄρθρον: «Δόξᾳ τῇ Ἁγίᾳ καί ὁμοουσίῳ καὶ ζωοποιῷ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι». Ὁ δοξαστικὸς ὕμνος: «Δόξα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι» ἑκατοντάδες φορὲς ἀκούεται στὶς ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου, τῆς Λειτουργίας καὶ τῶν Ὡρῶν.

Πόσον θὰ ἔπρεπε ὁ καλὸς χριστιανὸς νὰ ἔλεγε προσεκτικὰ καὶ εὐλαβικὰ τὴν προσευχὴ αὐτή. Προσεκτικὰ μὲ τὴ σκέψι νὰ δοξάζη τὴν ὁμοούσιον καὶ ἀδιαίρετον Τριάδα. Εὐλαβικὰ κάνοντας μὲ προσοχὴ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ. Ἕνας  ἀναχωρητὴς εἶχε ὑποσχεθῆ ὅτι καθημερινῶς καὶ πολλὲς φορὲς θὰ ἔλεγε μὲ προσοχή, εὐλάβεια καὶ πίστι τὸ «Δόξα τῷ Πατρί..» Ὁ καλὸς χριστιανὸς μπορεῖ νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ ἐξυψώνη τὴ σκέψι του καὶ τὴν καρδιά του στὴν Ἁγία Τριάδα κάνοντας καλὰ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ κάθε φορὰ ποὺ ἀκούει ἢ ἔχει νὰ εἰπῆ τὸ «Δόξα τῷ Πατρί».

γ) Τὸ μιμεῖται στὴν καθημερινή του ζωή. Δύο πράγματα μελετοῦμε στὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος : Τὴν ἑνότητα τῆς φύσεως καὶ τὴν τριάδα τῶν προσώπων. Ὁ καλὸς χριστιανὸς ποὺ ἔχει ἐσωτερικὴ ζωὴ προσπαθεῖ νὰ μιμηθῆ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Τὴν ἑνότητα ἀγαπώντας εἰλικρινὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους˙ τὴν τριάδα κάνοντας σ᾽ αὐτοὺς ὅσο περισσότερο καλὸ μπορεῖ νὰ τοὺς κάνη.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῆς ᾿Ενσαρκώσεως τοῦ Λόγου ἦταν νὰ σχηματισθῇ στὴ γῆ ἡ εἰκόνα τῆς ἑνότητος ποὺ ὑπάρχει στὸν Θεὸν καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς αὐτὸ ζήτησε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα τὴν παραμονὴν τοῦ πάθους του: «ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμὲν» (Ἰωάν. 17,22). Ἡ ἑνότης αὐτὴ ὑπάρχει στὶς ἀκατάληπτες σχέσεις τῶν τριῶν προσώπων: ὁ Πατὴρ χορηγεῖ τοὺς θησαυροὺς τῆς οὐσίας του στὸν Υἱὸν καὶ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς δίδουν στὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὴν θεότητά των.

Ἔτσι καὶ ἡμεῖς ὀφείλομε νὰ καθιστοῦμε τὴν μεταξύ μας ἕνωσι τελειοτέρα γονιμοποιώντας την μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Τὰ δῶρα ποὺ μᾶς ἔχουν χορηγηθῆ νὰ διασκορπισθοῦν καὶ στοὺς ἀδελφούς μας. Ὅσον θὰ ἐνδιαφερθοῦμε διὰ τὸν ἁγιασμόνω, τόσον καὶ ὁ Θεὸς θὰ φανῆ γενναιόδωρος μαζί μας. «Δώσατε καὶ θὰ σᾶς δοθῆ». «Νὰ εἶσθε ἐλεήμονες

καὶ ὁ οὐράνιος Πατὴρ θὰ σᾶς ἐλεήση».

Ὁ Χριστιανὸς φροντίζει ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι τιμοῦν τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Μὲ φρόνιμο καὶ σταθερὸν ζῆλον φροντίζει νὰ μορφώνη τοὺς ἄλλους στὴ βασικὴ αὐτὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας καὶ τοὺς ὠθεῖ στὴν εὐλάβεια πρὸς τὴν Ἁγία Τριάδα.

α) Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος θαυμάζει τὴν σοφὴ σειρὰ ποὺ ὁ Κύριος ἔδωσε στοὺς ἀποστόλους πρῶτα νὰ διδάξουν καὶ ἔπειτα νὰ βαπτίσουν: «Πρωτεύει ἡ τάξις, γράφει. Διέταξε τοὺς ἀποστόλους πρῶτα νὰ κηρύξουν ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ἔπειτα νὰ χορηγήσουν τὸ μυστήριον τοῦ βαπτίσματος» (Ἑρμ. Ματθ.1, 41). Πολλοὶ διατρέχουν τὸν κίνδυνον τῆς ἀπωλείας των, γιατὶ δὲν γνωρίζουν ἀρκετὰ τὸ πρῶτο καὶ βασικὸν μυστήριον τῆς πίστεώς μας. Καθῆκον μας νὰ γνωρίζωμε καὶ νὰ μελετοῦμε συχνὰ τὸ μεγάλο μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος. ᾿Αδύνατον βέβαια νὰ δώσωμε τελεία ἐξήγησι τοῦ μυστηρίου τούτου, μποροῦμε ὅμως νὰ τὸ ἀναπτύξωμε σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας. Κανένα ἄλλο μυστήριο δὲν εἶναι πιὸ ἀκατανόητο γιὰ τὸ λογικόν μας ἀπὸ αὐτὸ τὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλὰ καὶ συνάμα κανένα ἄλλο δὲν εἶναι τόσον φανερὸν στὰ ὄμματα τῆς πίστεως. Ἄς παρηγορούμεθα μὲ τὸ νὰ μὴ ἐννοοῦμε ὅ,τι ὁ Θεὸς θέλει νὰ μὴ ἐννοοῦμε. «Οἱ ᾿Αρχάγγελοι μὲ ὅλα τὰ φῶτα των δὲν δύνανται νὰ εἰσδύσουν στὰ βάθη αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου: Τριὰς ἐν μονάδι μονὰς ἐν τριάδι. Οἱ ἄγγελοι δὲν τὸ ἐδιδάχθησαν. Οἱ πιὸ σοφοὶ τῶν αἰώνων πρὸ Χριστοῦ οὔτε κἂν τὸ ὑποπτεύθηκαν. Οἱ προφῆται δὲν εἶχαν παρὰ συγκεχυμένη γνῶσι. Οἱ ᾿Απόστολοι δὲν ἐζήτησαν τὴν ἐξήγησί του. Ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς δὲν μᾶς ἔδωσε οὐδεμία ἐξήγησι. Μεῖς ἂς μὴ παραπονούμεθα γιὰ τὴν ἄγνοιά μας» (Ἅγ. ᾿Ιλαρίων).

β) Βάζοντες τὴν ἀλήθεια στὶς διάνοιες ἂς βάζωμε τὴν εὐλάβεια στὶς καρδιές. Ὁ καλὸς χριστιανὸς πρέπει νὰ ἐξηγῆ στοὺς ἄλλους ὅτι στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας τὰ πάντα χορηγοῦνται ἀπὸ αὐτήν. Στὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ βρέφη γεννῶνται στὴ ζωὴ τῆς χάριτος, στὸ βάπτισμα, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐνισχύονται στὸ Χρῖσμα. Στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μας καὶ λαμβάνομε τὴ χάρι καὶ τὶς εὐλογίες τῆς ᾿Εκκλησίας. Ὁ καλὸς χριστιανὸς ἐξηγεῖ στοὺς ἄλλους ὅτι στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος πρέπει νὰ ἀρχίζη καὶ νὰ τελειώνη κάθε ἐπίσημη πρᾶξις του καὶ ὅλοι νὰ βλέπουν τὴν Ἁγία Τριάδα ὄχι μόνον στοὺς ναοὺς ποὺ εἶναι ἀφιερωμένοι σ᾽ Αὐτήν, ἀλλὰ παντοῦ καὶ ἐπιβάλλεται σεβασμὸς στὴν παρουσία της καὶ ἀγάπη στὸ ὄνομά της.

14 Σεπτεμβρίου 2023

«Νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»

«Νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»

 

           

Ἡ σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν περιορίζεται στήν ἐπίγεια καί ἐγκόσμια σημασία της. Ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς μας ἐδῶ στή γῆ καί συγχρόνως θά εἶναι τό κέντρο τῆς λατρείας μας στόν οὐρανό γιά πάντα. Μέ αὐτό τόν τρόπο λαμβάνει ἕνα καθολικό χαρακτῆρα καί μιά παγκόσμια λυτρωτική διάσταση μέ κοσμοσωτήρια ἀποτέλεσματα γιά τόν ἄνθρωπο, ἰδιαίτερα δέ τό πιστό πού εἶναι μέλος ἐνεργό στήν Ἐκκλησία μας.

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι διδάσκουν ὅτι τό ἅγιο Σῶμα καί τίμιο αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού θυσιάσθηκε κατά τόν ἄδικο ἑκούσιο θάνατό Του μᾶς ἀποκαθιστᾶ, μᾶς δικαιώνει, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί στήν αἰώνια πνευματική βασιλεία Του. Μέ τό τρόπο αὐτό ἐνισχύει καί δυναμώνει τό πιστό πού τόν λατρεύει ὡς σύμβολο μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις ἀλλά καί μέ αὐτές τίς προοπτικές.

Οὔτε ἡ συνήθως «πτωχή» ἀξία μας, οὔτε τά ματαιόδοξα ἔργα μας, οὔτε ἡ «ἐπώνυμη» καταγωγή μας μποροῦν νά μᾶς ἀποκαταστήσουν στήν πνευματική καί αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ “Χάριτί ἐστε σεσῳσμένοι” (Ἐφεσίους β΄ 5) θά κηρύξει μεγαλοφώνως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.

Ἡ σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅτι ὁ ἐπί τοῦ Σταυροῦ θάνατος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ λυτρωτική θυσία Του  θά εἶναι τό κέντρο τῆς αἰώνιας λατρείας τῶν σεσωσμένων πιστῶν Του πού τόν δοξολογοῦν καί τό λατρεύουν: “Δέν εἶδα ναό σ’ αὐτή τήν πολιτεία, γιατί ναός της εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Θεός ὁ παντοκράτορας, καί τό Ἀρνίο”.  (βλ. Ἀποκαλύψεως κα΄ 22).

Ἡ μόνη αὐθεντική καί εἰλικρινής λατρεία μας εἶναι ἡ σταυρική θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, Αὐτή τήν σταυρική θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ βιώνουμε μυστικά, ὅταν τελοῦμε στήν γῆ τήν θεία λειτουργία (βλ. εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς : «Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καί πάντων τῶν ὑπέρ ἡμῶν γεγενημένων τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανούς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καί ἐνδόξου πάλιν παρουσίας τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα».         

Ὁ ἄνθρωπος σέ ὅλες τίς ἐποχές διψᾶ γιά τήν ἀληθινή ζωή. Ἐπιθυμεῖ νά ζήσει αὐθεντικά κατά Θεόν. Λαχταρᾶ νά κορέσει τήν ἄσβεστη δίψα του γιά ζωή σύμφωνα μέ τίς ἐντολές καί τό θεῖο θέλημα τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος του. Πολλοί ὅμως ἀπατῶνται ἐδῶ στήν γῆ καί μένουν διψασμένοι μέ τήν ψευδαίσθηση ὅτι ζοῦν. Αὐτοί εἶναι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου “ο πεινντες κα διψντες τν δικαιοσνην” (Ματθαίου ε΄ 6).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν χριστολογικό ὕμνο του τῆς πρός Φιλιππησίους ἐπιστολῆς του συνδυάζει τήν ταπείνωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τήν σταυρική θυσία Του καί τήν αἰώνια δόξα Του:  “Νά ὑπάρχει μεταξύ σας τό ἴδιο φρόνημα πού εἶχε κι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁ ὁποῖος, ἄν καί ἦταν Θεός, δέ θεώρησε τήν ἰσότητα του μέ τόν Θεό ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλά τά ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε μορφή δούλου κι ἔγινε ἄνθρωπος καί ὄντας πραγματικός ἄνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καί μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι΄ αὐτό καί ὁ Θεός τόν ἀνέβασε πολύ ψηλά καί τοῦ χάρισε τό ὄνομα πού εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα τά ὀνόματα. Κι ἔτσι, στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ὅλα τά ἐπουράνια, τά ἐπίγεια καί τά ὑποχθόνια θά προσκυνήσουν καί κάθε γλώσσα θά ὁμολογήσει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γιά νά δοξάζεται ἔτσι ὁ Θεός Πατέρας” (Πρός Φιλιππησίους β΄ 5-11).

   Ἡ ἀήττητη καί νικητήρια δύναμη τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί οἱ πιστοί θά νικήσουν τόν διάβολο καί τήν ἁμαρτία τοῦ θανάτου, καταλυτικά καί αἰώνια.

Αὐτός πού ἐξῆλθε στό Γολγοθᾶ “νικν κα να νικσ” (Ἀποκαλύψεως στ΄ 2) εἶναι ὁ Νικητής πού ὑπόσχεται αἰώνιες νίκες καί ἔπαθλα σ’ ὅλους τούς νικητές πού εἶναι ἤ καλοῦνται νά γίνουν μαθητές Του, ὅπως ἀναφέρεται στούς Ἀγγέλους τῶν ἑπτά Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀποκαλύψεως (βλ. Ἀποκαλύψεως β΄ 7, β΄ 11, β΄ 17, β΄ 26,  γ΄ 5, γ΄ 12, γ΄ 21, ιβ΄ 11).

                        

Ὁ Κύριό μας Ἰησοῦς Χριστός ὁδηγήθηκε ἐθελούσια, ὑποτασσόμενος στό θέλημα τοῦ Πατρός Του κατά τήν ἐπίγεια ζωή Του ὡς ἄκακο πρόβατο στήν σφαγή γιά νά χαρίσει αἰώνια λύτρωση καί δόξα σ’ ὅσους πιστέψουν σ’ Αὐτόν καί ἐφαρμόσουν στήν ζωή τους τήν γνήσια διδασκαλία Του. Ἀλλά αὐτή ἡ ἀκακία θά μεταβληθεῖ σέ ἀδυσώπητη ὀργή στήν αἰωνιότητα πού θά στρέφεται ἐναντίον ἐκείνων πού περιφρόνησαν καί ἀρνήθηκαν τήν παρεχομένη σ’ αὐτούς δυνατότητα τῆς σωτηρία τους ἤ καί πολέμησαν μέ λύσσα καί ἀπαράμιλλο σθένος τήν Ἐκκλησία πού εἶναι ἡ κιβωτός τῆς σωτηρίας.

Τό ἀρνίο εἶναι σύμβολο πραότητας ἀνεξικακίας καί ταπεινώσεως. Ὅμως στη βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης περιγράφει τήν ὀργή τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου, τοῦ Σταυρωθέντος Κυρίου κατά τῆς ἄπιστης καί ἀντίθεης ἀνθρωπότητας, πού ἔχει ἀπορρίψεις τόν Ἰησοῦ Χριστό ἀπό τήν ζωή της. Σ’ αὐτό τό σύμβολο τῆς ἀκακίας θά συντρίβονται ὅσοι ἀγάπησαν καί ὑπηρέτησαν τήν ματαιότητα τῆς ἁμαρτίας. Σύμφωνα μέ τό ἀπόσπασμα πού παραθέτουμε ἀπό τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως:  “Εἶδα τότε τό Ἀρνίο ν’ ἀνοίγει τήν ἔκτη σφραγίδα. Τότε ἔγινε σεισμός μεγάλος, ὁ ἥλιος ἔγινε μαῦρος σάν πένθιμο ροῦχο, τό φεγγάρι ἔγινε ὁλόκληρο κόκκινο σάν αἷμα, καί τ’ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσαν στήν γῆ σάν τά ἄγουρα σύκα, πού τά ρίχνει ἡ συκιά ὅταν τήν φυσάει δυνατός ἄνεμος· ὁ οὐρανός ἐξαφανίστηκε ὅπως τυλίγεται μέ μιᾶς ἕνα κυλινδρικό χειρόγραφο, κι ὅλα τά βουνά καί τά νησιά μετακινήθηκαν ἀπό τήν θέσης τους. Τότε οἱ βασιλιάδες τῆς γῆς καί οἱ κυβερνῆτες, οἱ στρατηγοί, οἱ πλούσιοι, οἱ δυνατοί καί ὅλοι, δοῦλοι κι ἐλεύθεροι, κρύφτηκαν στίς σπηλιές καί στά βράχια τῶν βουνῶν καί εἶπαν στά βουνά καί στά βράχια: Πέστε πάνω μας καί κρύψτε μας ἀπ’ αὐτόν πού κάθεται στόν θρόνο κι ἀπό τήν ὀργή τοῦ Ἀρνίου. Ἔφτασε ἡ μεγάλη ἡμέρα τῆς ὀργῆς του· ποιός μπορεῖ νά τήν ἀντέξει;”. (Ἀποκαλύψεως στ΄ 12-17).

Αὐτή ἡ ὀργή Του θά τρομάζει τούς βασιλεῖς τῆς γῆς, τούς μεγιστάνες καί τούς χιλιάρχους, τούς πλουσίους καί τούς ἰσχυρούς καί κάθε δοῦλο καί κάθε ἐλεύθερο θά τούς ἀναγκάσει νά τραποῦν σέ φυγή καί νά ζητήσουν καταφύγιο στά σπήλαια τῆ γῆς καί νά λένε στίς πέτρες “ Πέστε πάνω μας καί κρύψτε μας ἀπ’ αὐτόν πού κάθεται στό θρόνο κι ἀπό τήν ὀργή τοῦ Ἀρνίου. Ἔφτασε ἡ μεγάλη ἡμέρα τῆς ὀργῆς του· ποιός μπορεῖ νά τήν ἀντέξει (βλ. Ἀποκαλύψεως στ΄ 17).

Ζήστε στή ζωή σας καί στήν αἰωνιότητα μέ τόν Σταυρωμένο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

7 Σεπτεμβρίου 2023

“πάροικοι καί παρεπίδημοι ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ” (Α΄ Πέτρου β΄,11)

πάροικοι καί παρεπίδημοι ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ” (Α΄ Πέτρου β΄,11)

 

Τήν Κυριακή πρό τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ  ἐπιτελοῦμε τήν μνήμη τῶν Ἐθνοϊερομαρτύρων Μητροπολιτῶν Σμύρνης Χρυσοστόμου, Μοσχονησίων Ἀμβροσίου, Κυδωνιῶν Γρηγορίου, Ἰκονίου Προκοπίου καί Ἐπισκόπου Ζήλων Εὐθυμίου καί τῶν λοιπῶν Κληρικῶν καί Λαϊκῶν πού ὑπέστησαν βίαιο καί μαρτυρικό θάνατο κατά τήν Μικρασιατική Καταστροφή (1922). Κατά τό διανυόμενο ἔτος συμπληρώνονται 101 χρόνια ἀπό τά θλιβερά γεγονότα ἀπό τῆς ἐπισυμβάσης κατά τά τέλη τοῦ Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1922 Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς, ἀπό τοῦ διωγμοῦ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων μας ἀπό τίς ἑστίες τους καί τούς τόπους τους στή Μικρά Ἀσία, ὅπου οἱ Ἕλληνες ἦσαν ἐγκατεστημένοι ἐπί τρεῖς χιλιάδες καί πλέον ἔτη.

Ἡ ἐπέτειος αὐτή μᾶς δίδει τήν ἀφορμή νά συλλογισθοῦμε καί νά ἐμβαθύνουμε στά γεγονότα, νά διδαχθοῦμε, ἀλλά καί νά θυμηθοῦμε τούς μάρτυρες, τά θύματα, τούς διωγμούς, τίς ἀπειλές, τίς καταστροφές οἱ ὁποῖες ἔγιναν, τίς ζωές τῶν ἀθώων Ἑλλήνων οἱ ὁποῖες ἐχάθησαν.

Α- Προσεγγίζοντες στοχαστικῶς καί θεολογικῶς τά γεγονότα αὐτά, τά ὁποῖα σημάδεψαν τήν πορεία τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ ἀκοῦμε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού διδάσκει, ὅτι “οὐκ ἔχομεν ᾧδε μένουσαν πόλιν” (Πρός Ἑβραίους ιγ΄,14) καί τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὅτι εἴμεθα “πάροικοι καί παρεπίδημοι ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ” (Α΄ Πέτρου β΄,11) διό καί τήν “μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν” (Πρός Ἑβραίους ιγ΄,14) πόλιν.

Ὁ χριστιανός ζεῖ μέ τήν προοπτική τῆς οὐράνιας πατρίδας καί αἰώνιας πόλης, γιά τήν ὁποία συνεχῶς ἑτοιμάζεται. Αὐτή τήν οὐράνια πατρίδα καί πόλη ἀποδέχεται ὁ πιστός. Εἶναι οὐρανοπολίτης, ὡς μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει ὑπερβεῖ τίς ἐθνικές καταβολές του.

Β-  Ὡστόσο ὅμως κατά τόν ἐπί τῆς γῆς  “χρόνον τῆς παροικίας ἡμῶν ” (Α΄ Πέτρου α΄, 17) συνδεόμαστε μέ τόν τόπο, στόν ὁποῖο γεννηθήκαμε καί στόν ὁποῖο μεγαλώσαμε, ἐργαστήμακε καί ζήσαμε.

Ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφή ὀνομάζει τήν Καπερναούμ “ἴδιαν πόλιν” τοῦ Ἰησοῦ, (Ματθαίου θ΄,1). Ὁ Ἰησοῦς ἐκλήθη Ναζωραῖος ἀπό τήν πόλη Ναζαρέτ, στήν ὁποία διῆλθε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του (Ματθαίου β΄, 23). 

Ἀκόμη ἡ Γραφή διασώζει τό ὄνομα τῆς πόλεως, ἀπό τήν ὁποία κατάγoνταν μερικοί τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Καπερναούμ εἶναι ἡ πόλη “ Ἀνδρέου καί Πέτρου ” (Ἰωάννου α΄, 45). Καί ὁ Σίμων ὡς καταγόμενος ἀπό τήν Κανά ἐπονομάζεται “Κανανίτης ” (Ἰωάννου ι΄, 4). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπικαλεῖται καυχώμενος τήν καταγωγήν του λέγοντας “ἐγώ ἄνθρωπος μέν εἰμί Ἰουδαῖος Ταρσεύς ” (Πράξεων κα΄,39).

Γιά τό λόγο αὐτό ἐνῷ ὁ πιστός ἀποβλέπει πρός τήν αἰώνια πατρίδα συνδέεται καί μέ τήν ἐπίγεια πατρίδα του κατά τήν θαυμαστή διφυΐα. Ἡ ἐπίγεια πατρίδα σφραγίζει τήν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἐπίγεια διαδρομή καί πορεία του.

Ἔτσι καί οἱ θυσιασθέντες Πατέρες μας ἐκλήθησαν Μικρασιάτες, διότι ὄχι μόνο κατάγονταν ἀπό τήν Μικρασία, ἀλλά καί διότι ἦσαν φορεῖς τοῦ Μικρασιατικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔφερε καί φέρει δύο ἔντονες ἐπιδράσεις, αὐτές τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καί τοῦ Χριστιανικῆς πίστεως.

Γ-“Κρίμασιν οἷς Κύριος οἶδεν”. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τῆς ἱστορίας ὁ ὁδηγῶν καί κατευθύνων τά πάντα στόν τελικό σκοπό καί προορισμό τους ἐπέτρεψε αὐτή τήν περιπέτεια τῶν πατέρων μας. Δέν δυνάμεθα νά ἐξερευνήσουμε τούς λόγους, γιά τούς ὁποίους ὁ Θεός ἐπέτρεψε ὅλα αὐτά.

Στοχαζόμενοι ὅμως δυνάμεθα νά θέσουμε σέ μία τάξη τούς συλλογισμούς μας, ὡς ἑξῆς:

 

α- Ὁ Θεός δέν ἀναπαύεται στήν ἀπώλεια καί στήν καταστροφή. Γιά τόν λόγο αὐτό καί δέν τήν ἐπιθυμεῖ. Ἄλλοι εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι θύουν καί ἀπολύουν. Στό ἐρώτημα, γιατί ὁ Θεός δέν ἐμποδίζει τό κακό, οἱ Πατέρες μᾶς διαφώτισαν διδάσκοντας, ὅτι ἀφ’ ἑνός μέν, διότι σέβεται τήν ἐλευθερία τῶν πλασμάτων Του καί ἀφ’ ἑτέρου δέ, διότι ὁ Ἴδιος δύναται νά θεραπεύσει τίς πληγές τῶν κακῶν, τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας.

 

β- Ὁ Κύριος καί Θεός μας προνοεῖ ἀγαθά γιά μᾶς, ἔστω καί ἐάν διερχόμεθα διά πειρασμῶν καί δοκιμασιῶν. Ὡστόσον Ἐκεῖνος ἀποβλέποντας στό μεῖζον ὄφελος διοικεῖ λυσιτελῶς τόν κόσμον καί τήν ζωή μας. Ὁ Ἅγιος Πατέρας μας Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἑρμηνεύοντας τίς πολλές ἀπό τίς παράδοξες γιά τήν ἀνθρώπινη  λογική ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δίνει μίαν ἀπάντηση, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ πάντως τήν σκέψη μας, ἀναφέρει “ πρός σκοπόν τόν βελτίονα ”. Ἐξ’ ἄλλου παρόμοια ἀπάντηση γιά τά δεινά πού ὑφιστάμεθα, τίς διώξεις καί τίς κακουχίες μας, δίνεται καί ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή του  “ τοῦ Θεοῦ κρεῖττόν τι προβλεψαμένου ” (Πρός Ἑβραίους ια΄, 40) δηλαδή «ὁ Θεός  ἔχει προβλέψει κάτι καλύτερο γιά μᾶς».

γ-Ὁ Κύριός μας θέλει νά Τόν ἐμπιστευόμαστε ἀπόλυτα καί νά ἐφαρμόζουμε ἐπακριβῶς τό θέλημά Του.  “ Ἐπέρριψον ἐπί Κύριον τήν μεριμνά σου ” (Ψαλμός νδ΄, 23) (πᾶσαν τήν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’ Αὐτόν Α΄ Πέτρου ε΄, 7) προτρέπει ἡ Γραφή καί ἡ Ἐκκλησία ἐνέταξε τήν προτροπή αὐτή εἰς τήν προσευχή της “ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθόμεθα ”.

Ἡ  σημερινή 101η ἐπέτειος, ὅμως ὡς ἐλέχθη μᾶς θυμίζει καί τούς μάρτυρες τῆς πίστεως, τούς πιστούς, τούς κληρικούς καί τούς Ἁγίους μας, οἱ ὁποῖοι μέ σθένος ὑπερασπίσθηκαν τά χριστιανικά ἰδεώδη,  τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας καί τόν πολιτισμό τους μέ βάση τίς προαναφερόμενες πνευματικές ἀρχές καί ἐπιταγές τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτές τούς ἐνέπνευσαν, τούς στήριξαν καί τούς ἔδωσαν ἀντοχή, ὑπομονή καί δύναμη γιά νά ὑπομείνουν τά φρικτά βασανιστήρια καί τούς διωγμούς. Γι’ αὐτό δέν λησμονοῦμε.

  1. Τόν Ἐθνοϊερομάρτυρα Ἅγιο Χρυσόστομο, Μητροπολίτη Σμύρνης.

Ὁ γενναῖος καί θεῖος αὐτός Ἱεράρχης παρεδόθηκε ὡς ἐξιλαστήριο θῦμα στό  μαινόμενο ἐναντίον του τουρκικό ὄχλο, ὁ ὁποῖος δεινῶς προπηλακιζόμενος ἀνεσκολοπήθη βάναυσα καί φρικτά τήν 27ην Αὐγούστου 1922 καί θυσιάσθηκε ὡς ἱερεῖο ἄμωμο καί ἑκούσιο, ἀπαξιώνοντας νά δεχθῇ τήν προσφερθεῖσα σ’ αὐτόν διάσωση μέ τήν φυγή, διότι βάρυνε στήν ἀρχιερατική συνείδησή του ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: “ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων” μόνον δέ “ὁ μισθωτός φεύγει, ὅτι μισθωτός ἔστι καί οὐ μέλει αὐτῷ περί τῶν προβάτων” (Ἰωάννου ι΄,12-13).

 

2. Τόν Μητροπολίτη Κυδωνιῶν Γρηγόριο.

Ὁ Μητροπολίτης ὡς πατήρ καί προστάτης διατελῶν τοῦ ποιμνίου του ἔσωσε πολλούς πιστούς φυλακισμένους καί μελλοθανάτους. Φυγάδευσε δέ τό μέγιστο μέρος του ποιμνίου του σέ ἀσφαλεῖς τόπους ἔξω τῶν τουρκικῶν ὁρίων. Συγκακουχούμενος ὁ ἴδιος μετά τῶν περιλειπομένων ὁδηγήθηκε σέ ἐξορία μαζί τους τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἔτους 1922. Ἐνῶ δέ ἀνοίχθηκε λάκκος ἀπό τούς ἐχθρούς του γιά νά τόν θάψουν, ἐνῶ ζοῦσε ἀκόμη, ξεψύχησε ἐξ ἐγκεφαλικῆς συμφορήσεως, τελειωθείς ἐν Κυρίῳ τήν 3ην Ὀκτωβρίου 1922.

  1. Τόν Μητροπολίτη Μοσχονησίων Ἀμβρόσιο.

Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1922 μαρτύρησε ἀφοῦ βασανίσθηκε διά πεταλώσεως τῶν ποδιῶν του καί κατατεμαχίσεως τοῦ σώματός του. Μαζί του  συνεμαρτύρησαν καί οἱ ἱερεῖς καί ἄλλοι πιστοί τῆς Ἐπαρχίας του, “ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων (καί τῶν ὀδυνῶν) αὐτῶν καί τά ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν” (Ἀποκ. ιδ΄, 13) δηλαδή : «γιά νά ἀναπαυθοῦν ἀπό τούς κόπους τους, καί τά ἔργα τους θά τούς ἀκολουθοῦν ὡς συνήγοροί τους»

  1. Τόν Μητροπολίτη Ἰκονίου Προκόπιο.

    Ἐπίσης ἐτελειώθη κακουχούμενος λίγο πρίν τό 1922 ἀπό πολλά δεινά πού ὑπέμεινε μέ θάρρος ὁ ἴδιος καί τό ποίμνιό του ἀπό τούς Τούρκους. Στό μέσο  μιᾶς τέτοιας  καταδυναστεύσεως τοῦ ποιμνίου του  καί τῶν ποιμένων τοῦ λαοῦ του καί  τῶν ἀπεγνωσμένων  οἰμωγῶν τοῦ πιστοῦ λαοῦ παρέδωσε τό πνεῦμα του στόν Μέγα Ἀρχιερέα καί Σωτῆρα Χριστόν, ὑπερασπιζόμενος καί συμπάσχοντας μετά τῶν στεναζόντων Ἑλλήνων Χριστιανῶν τῆς Ἀνατολίας.

  1. Καί τόν Ἐπίσκοπο Ζήλων Εὐθύμιο.

              Φυλακίσθηκε ἀπό τούς Τούρκους καί εὑρισκόμενος στήν φυλακή ἀπό τοῦ ἔτους 1921 μετέδιδε στούς κρατουμένους Ἕλληνες Χριστιανούς μετά τοῦ ἀναστασίμου χαιρετισμοῦ καί τό μήνυμα τῆς ἐθνικῆς ἀναστάσεως, ἐμψυχώνοντας, παρηγορώντας καί ἐνισχύοντας αὐτούς. Γιά τό λόγο αὐτό ὑφίστατο καθημερινά ἐπί 41 ἡμέρας πολυώδυνα μαρτύρια, ἀπό τά ὁποῖα ὑπέκυψε στόν θάνατο τήν 19ην Μαΐου 1921. Τίς τελευταῖες ἡμέρες ἔψαλλε μόνος του τήν νεκρώσιμη ἀκολουθία, ὑπέρ ἑαυτοῦ.  Μετετέθη εἰς τόν Κύριον ὡς Ἐθνομάρτυρας καί Ἱερομάρτυρας.

6. Ἐνθυμούμεθα καί τιμοῦμε καί τούς ἀναρίθμητους νεομάρτυρες κληρικούς καί λαϊκούς, ἀγωνιστές καί ἀφανεῖς ἄνδρες καί γυναῖκες, νέους καί γέροντες τούς τελειωθέντες κατά τόν Μικρασιατικό διωγμό.

Τιμοῦμε σήμερα τούς Μάρτυρες καί δοξάζουμε τόν Παντοδύναμο Κυριό μας, διότι μᾶς εὐλόγησε νά ζοῦμε σέ εἰρήνη καί μέ ἀσφάλεια καί Τόν παρακαλοῦμε νά σκεπάσει τό εὐσεβές Ἔθνος μας καί νά εὐλογῇ τά ἔργα τῶν χειρῶν μας, “ὑψῶν κέρας Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων”               

6 Σεπτεμβρίου 2023

Ἀποκάλυψον πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου

«Ἀποκάλυψον πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου»

Ἡ Ἐκκλησία μας τήν 1 Σεπτεμβρίου ὁριοθετεῖ τήν ἀρχή τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Εἶναι ἡ ἀρχή τῆς νέας ἑορταστικῆς ἐκκλησιαστικῆς πορείας μας καί καλούμεθα νά τήν διανύσουμε μέ ἀρχές σύμφωνα καί μέ τήν βιβλικὴ προτροπὴ ἀπό τόν 36 Ψαλμό πού ἀναφέρει «ἀποκάλυψον πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου » (Ψαλμός 36, στίχος 5).

Αὐτή ἡ ἀποκάλυψη θά μᾶς ἐνισχύσει καί θά μᾶς καθοδηγήσει στίς μεγάλες ἑορτές καί τά θαυμαστά ἑορταστικά γεγονότα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅλου δηλαδή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύκλου, πού σάν ἄλλοι ὁδοδεῖκτες θά μᾶς καθοδηγοῦν τό διάστημα αὐτό μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί τίς εὐλογίες τοῦ Κυρίου μας.

Ἐὰν ἐνεργήσουμε μέ αὐτό τόν τρόπο, ἐὰν κάθε μας σχέδιο καὶ πρόγραμμα ἐμπιστευθοῦμε στὸν Θεό, τότε θὰ γευτοῦμε ὅλο τὸ χρόνο αὐτό πλούσια τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ «ὁδός σου» δέ, ἄν τὴν ἐμπιστευθεῖς «εἰς τὸν Κύριο», θὰ εἶναι ὁδός γιά:

1. Ἐσωτερική θεία γαλήνη («Μή παραζήλου ἐν πονηρευομένοις μηδὲ ζήλου τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν» Ψαλμός 36 στίχος 1)

Ἡ περισσότερη δυστυχία μας ἔρχεται ἀπὸ τὴν σύγκριση τῶν ἑαυτῶν μας μὲ τοὺς ἄλλους. Γιατὶ ἐκεῖνοι νὰ ὑπερτεροῦν ... ἀπολαμβάνουν καί νά ἀποκτοῦν, ἐνῶ ἐμεῖς; Ἔτσι μπαίνει μέσα μας τὸ σκουλήκι τῆς βαρυγκόμιας, τῆς ζήλειας, τοῦ μίσους κ.λ.π. Ἔχοντας ἐμπιστευτεῖ τὸ δρόμο σου στὸ Νέο ἐκκλησιαστικό ἔτος στὸν Θεό, θά ἔχουμε μιὰ ἀπελευθέρωση ἀπ’ αὐτὰ καὶ μιὰ ἐσωτερικὴ θεία γαλήνη. Γι᾿ αὐτό: «ὑποτάγηθι τῷ Κυρίῳ καὶ ἱκέτευσον αὐτόν»(ὅπ. παραπ. στίχος 7).

2. Θετική διευθέτηση τῶν θεμάτων μας καί τῶν ἐκδηλώσεών μας: «ἔλπισον ἐπὶ Κύριον καὶ ποίει χρηστότητα καὶ κατασκήνου τὴν γῆν, καὶ ποιμανθήσῃ ἐπὶ τῷ πλούτῳ αὐτῆς» (ὅπ. παραπ. στίχος  3)

Ἄν πραγματικὰ ἔχεις ἐμπιστευτεῖ τὸ δρόμο σου στὸ Θεό καί  στὸν Κύριο καὶ σ' Αὐτὸν ἐλπίζεις γιὰ κάθε ἔκβαση, τότε δικό σου καθημερινὸ μερίδιο εἶναι τὸ ἥσυχο πνευματικὸ περπάτημα. Σύ, θά εἶσαι θετικὸς κι’ ὄχι ἀρνητικὸς σὲ κάθε ἐκδήλωσή σου. Σκοπιμότητα καὶ ὑστεροβουλία δέν θά σέ ἀγγίξουν. ᾿Αφοῦ ἀνάθεσες τὴν ὁδό σου στὸν Κύριο, Αὐτὸς «θέλει ἐνεργήσει».

3. Πνευματική προσδοκία («ὑποτάγηθι τῷ Κυρίῳ καὶ ἱκέτευσον αὐτόν· μὴ παραζήλου ἐν τῷ κατευοδουμένῳ ἐν τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐν ἀνθρώπῳ ποιοῦντι παρανομίαν» ὅπ. παραπ. στίχος 7)

᾿Ενῶ θὰ ζεῖς τὴ θετικὴ καθημερινὴ ζωὴ στό Νέο ἘκκλησιαστικόἜτος, θὰ συναντᾶς σπάνια ἤ συχνότερα τὴν ἐξωτερικὴ κακομεταχείριση καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ἀπορία. Μὴ σὲ ταλαντεύσουν ὅμως αὐτά. Ἐμεῖς ὑπομονετικά θά προτίνουμε σέ ὅλους καί στούς ἑαυτούς μας «πρόσμενε τὸν Κύριον». Στὸ δικό Του χρόνο καὶ μὲ τὸν δικό Του τρόπο, «θά ἐνεργήσει» («ἀποκάλυψον πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου καὶ ἔλπισον ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ αὐτὸς ποιήσει» ὅπ. παραπ.  στίχος 5). Κανένας ποὺ «πρόσμενε» τὸν Κύριο, δὲν ἀπογοητεύτηκε, δέν ἐγκατέλειψε τόν ἀγῶνα του καί τήν προσδοκία του στό πανάγιο θέλημά Του.

4. Πραότητα («οἱ δὲ πραεῖς κληρονομήσουσι γῆν καὶ κατατρυφήσουσιν ἐπὶ πλήθει εἰρήνης» ὅπ. παραπ. στίχος 11)

Αὐτός ὁ στίχος εἶναι ταυτόσημο μὲ τὸν τρίτο μακαρισμὸ (Ματθαῖος ε΄, 5: «μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν») καὶ μιλεῖ γιὰ τὴν ἀκατανίκητη δύναμη ποὺ ὁ Θεὸς χαρίζει σ᾽ ἐκείνους, ποὺ τὴν πραότητα κι᾽ ὄχι τὴν ἐκρηκτικότητα κάνουνε ὅπλο τους, στὴν ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς. Αὐτοὶ «κληρονομοῦν τὴ γῆ», δηλαδὴ πετυχαίνουν κι' ἀποκτοῦν, ὅσα ἡ βία καὶ ἡ ἔξαλλη διεκδικητικότητα δὲν μποροῦν νὰ ἐξασφαλίσουν.

5. ᾿Ανορθώσεις πνευματικές («παρὰ Κυρίου τὰ διαβήματα ἀνθρώπου κατευθύνεται, καὶ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ θελήσει σφόδρα· ὅταν πέσῃ, οὐ καταῤῥαχθήσεται, ὅτι Κύριος ἀντιστηρίζει χεῖρα αὐτοῦ» ὅπ. παραπ. στίχοι 23, 24)

᾿Εὰν προσωπικὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἐμπιστευθεῖς τό Νέα Ἐκκλησιαστικό Ἔτος στὸν Κύριο, «ἡ ὁδός σου (θὰ) εἶναι ἀρεστὴ εἰς Αὐτόν». Θὰ «περιπατεῖ μαζύ σου ὁ Κύριος» (Γένεση ε΄, 22). Καὶ «ἐὰν πέσης» ἤ «ὀλισθήσεις» (ὅπ. παραπ. στίχος 31), ἡ πτώση σου δὲν θά ᾿ναι τραγικὴ καὶ μοιραία. Στὸ δρόμο τοῦ Κυρίου ὅποιος βαδίζει, ποτὲ «δὲν συντρίβεται». Ὁ Κύριος θὰ «ὑποστηρίξει τὴν χεῖρα σου». Ὁ Κύριος θὰ σ᾽ ἀνορθώσει, ἀφοῦ «τῶν δικαίων ἡ σωτηρία εἶναι παρὰ Κυρίου» (ὅπ. παραπ. στίχος 39).

6. Ὑλική  ἐπάρκεια τῶν ἀγαθῶν μας («νεώτερος ἐγενόμην καὶ γὰρ ἐγήρασα καὶ οὐκ εἶδον δίκαιον ἐγκαταλελειμμένον, οὐδὲ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ζητοῦν ἄρτους· ὅλην τὴν ἡμέραν ἐλεεῖ καὶ δανείζει ὁ δίκαιος, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἰς εὐλογίαν ἔσται» ὅπ. παραπ.  στίχοι 25, 26)

Πόσα γίνονται, γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τοῦ «ἐπιούσιου»! Πῶς ὁ ἄνθρωπος σκοτώνεται, ἀγωνίζεται καὶ ἀγωνιᾶ! Μ' ἀποτελέσματα πότε ἀβέβαια, πότε ἀρνητικά. Δὲς ὅμως τὴν πείρα τοῦ Δαβίδ! Ὄχι, κανένας ποὺ «προσμένει τὸν Κύριο καὶ φυλάττει τὴν ὁδὸν Αὐτοῦ» (στίχος 34), δὲν στερήθηκε τὶς ὑλικὲς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ.

7. Πλούσια Εἰρήνη («καὶ κατατρυφήσουσιν ἐπὶ πλήθει εἰρήνης» ὅπ. παραπ. στίχος 11β)

Τὰ ψίχουλά της ζητάει ὁ ἄνθρωπος μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ὅταν ἡ εἰρήνη γίνεται ρευστή καί κινδυνεύει νά χαθεῖ μέ πολλές συνέπειες. Πλουσιότατη, σταθερή καί μόνιμη τὴν προσφέρει ὁ Κύριος σ’ ὅσους Τὸν ἐμπιστεύονται καὶ Τὸν προσμένουν (ὅπ. παραπ. 9). Αὐτοί, «κατατρυφοῦν ἐν πολλῇ εἰρήνῃ». Ἔτσι, ὅ,τι καὶ ἄν γίνει στὸν κόσμο γύρω  σου τὸ Νέο Ἐκκλησιαστικό Ἔτος, ὅσες ἐξωτερικὲς προσβολὲς κι’ ἄν ὑποστεῖς,  ἐσὺ ποὺ «στὸν Κύριο ἀναθέτεις τὴν ὁδόν... ποὺ σ᾽ Αὐτὸν ἐλπίζεις... καὶ Αὐτὸν προσμένεις.... θέλεις κατατρυφᾶ ἐν πολλῇ εἰρήνῃ».

Οἱ πιστοὶ πού βιώνουν τό Ἐκκλησιαστικόι ἔτος μέ τίς παραπάνω προϋποθέσεις καί στήν προοπτική τῆς ἁγιότητος τοῦ βίου τους μποροῦν νά ὀνομαστοῦ 1. «Τέκνα» - ἀπό τήν συγγένεια τους μέ τόν Θεό (βλ. α΄ Ἰωάννου γ΄, 1, 2). 2.«Ἅγιοι» - ἐφόσον καλοῦνται στόν ἁγιασμό τῆς ζωῆς τους (βλ. Α΄ Κορινθίους α΄, 2). 3.«Χριστιανοί» ἐφόσον ἡ ζωή τους ταυτίζεται μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή (βλ. Πράξεις κα΄, 26). 4.«Ἀδελφοί» ἐφόσον ζοῦν σέ πνευματική κοινωνία μέ τούς ἀδελφύς τους (βλ. Πρός Ἑβραίους β΄, 11). 5.«Πρόβατα» - πού χαρακτηρίζει τόν μέ ἥπιο καί πρᾶο χαρακτῆρα πιστό (βλ. Ἰωάννης ι΄, 3). 6.«Ὑπηρέτη» ἐφόσον τελεῖ τήν διακονία του ἐν Χριστῷ καί στήν Ἐκλησία (βλ. Ματθαῖος κε΄, 14). 7.«Φίλοι» πού εἶναι τό χαρακτηριστικό τῆς ἐγκαρδιότητα καί τῆς ἐμπιστοσύνης μας πρός τούς ἀδελφούς μας ἐν Χριστῷ (Ἰωάννης ιε΄,  15). Ἔχουμε ὅλα αὐτὰ τὰ ὀνόματα καί καλούμεθα κατά τό ἀρξάμενο Ἐκκλησιαστικό Ἔτος νά ζήσουμε τόν συμβολισμό τους καί νά ἐμπνευστοῦμε ἀπό τούς χαρακτηρισμούς αὐτούς ὥστε νά βιώσουμε ἀληθινά τό θεῖο Θέλημά Του σέ κοινωνία μαζί Του.

6 Σεπτεμβρίου 2023

Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε

«Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε»

(Πρός Κορινθίους Α΄, γ΄, 9)

Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας τὸ σύνολο τῶν βαπτισμένων συγκροτοῦν καὶ ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία. Ἀβάπτιστος δὲν δύναται νὰ ἀποτελεῖ μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦ μυστηρίου τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἐντάσσεται ὁ ἄνϑρωπος στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀποκτᾶ ὅλα τὰ δικαιώματα ποὺ ἔχουν οἱ πιστοί. Τὰ µέλη, τῆς Ἐκκλησίας ζοῦν σὲ ἕνα συγκεκριµένο τόπο καὶ σὲ μία συγκεκριμένη ἐποχὴ (ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ), πορεύονται ὅμως πρὸς τὰ ἔσχατα μὲ τὴν προσδοκία νὰ εἰσέλθουν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «ποὺ ἔχει ἑτοιμασθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου» (Ματϑαίου κε΄ 34).

Ὅσο χρόνο ζοῦν στὴν γῆ, ἀγωνίζονται νὰ τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστο (Ματϑαίου κη΄ 20), νὰ ἁγιάζονται κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (Πρός Τιμόθεον Α΄, δ΄, 3) μὲ τὰ ἅγια μυστήρια, νὰ αὐξάνουν καὶ νὰ προοδεύουν στὴν πνευματικὴ ζωὴ μέ τήν ἀπόκτηση, τῶν ἀρετῶν, κατὰ τὴν ἀποστολυκὴν προτροπή, «νὰ ἀνέχεσϑε μὲ ἀγάπη, ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ νὰ προσσταϑεῖτε νὰ διατηρεῖτε, μὲ τὴν εἰρήνη ποὺ σᾶς συνδέει μεταξύ σας, τὴν ἑνότητα ποὺ δίνει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσίους δ’ 2-3).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ παραστατικὲς εἰκόνες γιὰ νὰ περιγράψει τήν Ἐκκλησία. Ὀνόμασε τὴν Ἐκκλησία:

α΄. «Σῶμα Χριστοῦ» ποὺ ἔχει κεφαλὴ, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ μέλη ὅλους τοὺς βαπτισμένους (Πρός Κορινθίους Α΄, ιβ΄, 12-27).

β΄. «Θεοῦ γεώργιον» (Πρός Κορινθίους Α΄, γ΄, 9) στὸ ὁποῖο ὅλοι ἐμεῖς ἐργαζόμαστε γιὰ νὰ καρποφορήσει.

γ΄. «Θεοῦ οἰκοδομή» (Πρός Κορινθίους Α΄, γ΄, 9) ποὺ πρέπει οἱ οἰκοδομοῦντες νὰ κτίζουν τίς ψυχὲς ἁγιασμένες ποὺ νὰ λάμπουν κοσμημένες μὲ τὶς ἀρετές (Πρός Κορινθίους Α΄, γ΄, 10-15),

δ΄. «Ναὸν Θεοῦ» (Πρός Κορινθίους Α΄, γ΄, 16-17), ἀφοῦ κατοικεῖ μέσα στοὺς βαπτισμένους καὶ ἀνάμεσά τους τὸ ἅγιο Πνεῦμα.

Ἡ Ἐνορία μας

Οἱ βαπτισµένοι ποὺ ζοῦν στὰ ὅρια μιᾶς συγκεκριμένης γεωγραφικῆς περιοχῆς συγκροτοῦν τήν Ἐνορία. Ἐνορία σηµαίνει ὅτι κατοικοῦν ἐντὸς τῶν ὁρίων μιᾶς συγκεκριμένης ἐκκλησιαστικῆς περιοχῆς, ποὺ ἔχει κέντρο τὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Ἐνορίες συγκροτοῦν τὴν Μητρόπολη. Οἱ Μητροπόλεις τὴν Τοπική Ἐκκλησία, ὅπως π.χ. σὲ μᾶς τῆς Ἑλλάδος. Οἱ Τοπικὲς Ἐκκλησίες (Πατριαρχεῖα καὶ Αὐτοκέφαλες) τὴν Καθολική Ἐκκλησία.

Ἡ πυραμοειδής αὐτὴ κλιμάκωση δὲν τέμνει τὴν Ἐκκλησία σὲ μικρότερα τμήματα. Ἀντιθέτως κάθε Ἐκκλησιαστικὴ Δοµή, ὅσο μικρὰν καὶ ὁλιγάριθμη κι ἂν εἶναι ἀποτελεῖ πλήρη καὶ τέλεια Ἐκκλησία μὲ ὅλα τὰ γνωρίσματα καὶ τὰ δικαιώµατα καὶ τὰ µέλη της μετέχουν στὸ ΕΝΑ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἱεραρχική δομή κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου:

«Γι’ αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία ὁ Θεὸς τοποθέτησε τὸν καθένα στὴν ὁρισμένη του ϑέση: πρῶτα ἔρχονται οἱ ἀπόστολοι, σὲ δεύτερη ϑέση, οἱ προφῆτες, σὲ τρίτη οἱ διδάσκαλοι καὶ ἀκολουθοῦν οἱ ϑαυματουργοί, οἱ ϑεραπευτές, αὐτοὶ ποὺ παραστέκονται στὶς ἀνάγκες, οἱ διαχειριστές, ὅσοι λαλοῦν διάφορα εἴδη γλωσσῶν. Δὲν εἶναι ὅλοι ἀπόστολοι οὔτε ὅλοι προφῆτες οὔτε ὅλοι διδάσκαλοι. Δὲν εἶναι ὅλοι ϑαυματουργοὶ οὔτε ὅλοι ϑεραπευτὲς οὔτε ὅλοι λαλοῦν γλῶσσες καὶ οὔτε ὅλοι ξέρουν πῶς νὰ τὶς ἐξηγοῦν» (Πρός Κορινϑίους Α΄ ιβ΄, 28-30).

«Αὐτός (δηλαδὴ ὁ Θεός), σὲ ἄλλους ἔδωσε τὸ χάρισμα τοῦ Ἀποστόλου, σὲ ἄλλους τοῦ Προφήτου, σὲ ἄλλους τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ σὲ ἄλλους τοῦ Ποιμένα καὶ Διδασκάλου» (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 11).

Ἀπὸ τὴν μαρτυρία τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων πληροφορούμαστε πῶς ζοῦσαν τὰ µέλη τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων

«Ὅλοι οἱ πιστοὶ ζοῦσαν σὲ ἕνα τόπο καὶ εἶχαν τὰ πάντα κοινά: πουλοῦσαν ἀκόμη καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰ ὑπάρχοντά τους, καὶ μοίραζαν τὰ χρήματα σὲ ὅλους, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες τοῦ καϑενός. Κάϑε ἡμέρα συγκεντρώνονταν μὲ ὁμοψυχία στὸν ναό, τελοῦσαν τὴν θεία Εὐχαριστία σὲ σπίτια, τρώγοντας τὴν τροφή τους γεμᾶτοι χαρὰ καὶ μὲ ἁπλότητα στὴν καρδιά. Δοξολογοῦσαν τὸν Θεό, καὶ ὅλος ὁ λαὸς τοὺς ἐκτιμοῦσε. Καὶ ὁ Κύριος προσέθετε κάϑε ἡμέρα στὴν Ἐκκλησία αὐτοὺς ποὺ σώζονταν» (Πράξεων β΄ 44-47).

Σύμφωνα μὲ τήν περικοπή ἡ, ζωή τους περιστρεφόταν σὲ τρεῖς ἄξονες.

Πρῶτον: στὴν προσευχὴ καὶ στὴν λατρεία τοῦ Θεου, ποὺ ἔχει κέντρο της τὴν τέλεση, τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ τὴν μετάληψη, τοῦ ἁγίου Σώματος καὶ τοῦ τιµίου Αἵματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Δεύτερον: στὴν διδασκαλία, τὴν μελέτη, καὶ τὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.

Τρίτον: στὴν ἀλληλεγγύη καὶ φιλαδελφία, ποὺ ἐκφραζόταν μὲ τὴν κοινοκτημοσύνη.

Αὐτὸς ὁ ἀποστολοπαράδοτος τρόπος ζωῆς συνεχίζεται µέχρι σήµερα σὲ ὅλες τὶς κοινότητες τῶν βαπτισμένων δηλαδή τὶς Ἐνορίες.

Ὁ Ἐπίσκοπός μας

Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ Προϊσταμένη Ἀρχὴ τῶν Ἐνοριῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διακονοῦν σὲ αὐτές. Αὐτὸ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ Κανονικὸ Πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο εἶναι Ἐπισκοποκεντρικὸ καὶ θεμελιώνεται ἐπὶ τῆς πνευματικῆς σχέσεως καὶ ἐξαρτήσεως Κλήρου καὶ Λαοῦ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο. Γι αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νά κατανοήσουμε, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ διοικητικός Προϊστάµενος, ἀλλὰ ἕνας στοργικὸς Πνευματικὸς Πατέρας, Ποιμένας καὶ Διδάσκαλος στὸν ὁποῖο ἔχει ἀνατεθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, μὲ τήν ἐκλογή του, ἡ ἐπιμέλεια τῶν ψυχῶν τῶν πιστῶν. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ὀφείλουμε νὰ βλέπουμε, τὸν Ἐπίσκοπο, νὰ ὑπακούουμε στὶς ἐντολές του, νὰ μήν ἀσεβοῦμε σὲ αὐτὸν καὶ νὰ μή δυσανασχετοῦμε, ὅταν ἐκεῖνος προσπαθεῖ νὰ διορθώσει τὰ ἐνίοτε κακῶς κείµενα.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στοὺς πιστοὺς νὰ σέβονται, νὰ ὑπακούουν, νὰ ἀγαποῦν καὶ νὰ ἐκτιμοῦν τοὺς Ποιμένες τους, ποὺ ἐπιμελοῦνται τὶς ψυχές τους:

«Νὰ ϑυμάστε τοὺς ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες σας, ποὺ σᾶς μετέδωσαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 7).

«Νὰ ἀκολουϑεῖτε πιστὰ καὶ νὰ ὑπακούετε τοὺς ἐκκλησιατικούς ἡγέτες σας. Γιατὶ αὐτοὶ ἀγρυπνοῦν γιά τὴν σωτηρία σας, ἐπειδὴ θὰ δώσουν λόγο στὸν Θεό. Ἔτσι ἡ µέριμνά τους θὰ γίνεται μὲ χαρά, καὶ ὄχι μέ στενοχώρια, πράγμα ποὺ δὲν σᾶς συμφέρει» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 17).

Γράφει ἐπίσης ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος γιὰ τὸν Ἐπίσκοπο καὶ τὴν πνευματικὴ ἐξουσία του:

«Βλέποντας τὸν Ἐπίσκοπό σας γνώρισα ὅτι οὔτε ἀπὸ τὸ ἑαυτό του οὔτε ἀπὸ ἀνθρώπους ἀπόκτησε τὴν διακονία ποὺ ἀνήκει στὸ σύνολο, καὶ οὔτε ἀπὸ κενοδοξία, ἀλλὰ µέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Πρός Φιλαδελφεῖς § 1 ΒΕΠΕΣτ. 2 σελ. 306).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει, ὅτι οὐδεὶς ἐργαζόμενος ἀμείβεται καὶ οὐδεὶς ἀγωνιζόμενος στεφανοῦται «ἂν μὴ νοµίµως ἀθλήση» (Τιμοθέου Β΄, β΄, 5).

Ὅταν μία Ἱερὰ Μητρόπολη εἶναι καλῶς ὀργανωμένη, ὅταν μάχεται, ὅταν δραστηριοποιεῖται, ὅταν συντονίζει, ὅταν κινεῖται, ὅταν ζεῖ καὶ ἀγωνίζεται, τότε καὶ ὅλη ἡ Ἐκκλησία προβάλλεται.

Κατὰ συνέπεια ἐπιβάλλεται ὅλα νὰ γίνονται ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας «κατὰ τάξιν» καὶ «εὐσχηµόνως» (Πρός Κορινθίους Α΄, ιδ΄, 40), γιὰ νὰ ἔχουν τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

 

6 Σεπτεμβρίου 2023

Ἡ δόξα καί ἡ τιμή τῆς Παρθένου Μαρίας

Ἡ δόξα καί ἡ τιμή τῆς Παρθένου Μαρίας

«ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενιαί» (Λουκᾶ α΄, 48)

Ἡ Ἐκκλησία προτρέπει νὰ θέτουμε «φυλακὴν τῷ στόματι» ἡμῶν ὅταν ὁμιλοῦμε γιά τά μυστήρια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πόσο μᾶλλον πρέπει νὰ  κάνουμε τοῦτο ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ «μυστηρίου τῶν μυστηρίων» τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, περὶ τῆς Παναγίας καί Ὑπερευλογηµένης Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μητρός Του. ᾿Εὰν ὁ θεόπτης Μωῦσῆς μὲ φόβο καὶ ἔντρομος «εὐλαβεῖτο κατεμβλέψαι» ἐνώπιον τῆς ἀφλέκτου βάτου, ποὺ ἦταν μόνον ἡ «σκιὰ τῆς ἀληθείας», σκιὰ τῆς ἀληθινῆς Βάτου, τῆς Παναγίας Θεοτόκου.

Περὶ τῆς Παναγίας Θεοτόκου μίλησαν καὶ ἔγραψαν πολλοὶ ἅγιοι Πατέρες καὶ ὑμνῳδοὶ τῆς ᾿Εκκλησίας. Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους Πατέρας καὶ ὑμνωδοὺς τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐξύμνησε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο «ὅσον ἐφικτόν» ἦτο εἰς τοὺς ἀνθρώπους «τὸ γὰρ πρὸς ἀξίαν ἀνέφικτον»   εἶναι ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός. ᾿Αλλὰ καὶ πρὸ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ καὶ μετὰ τὸν Δαμασκηνὸ ἔχουμε ἐπίσης πολλοὺς Πατέρες οἱ ὁποῖοι μίλησαν καὶ ἔγραψαν περὶ τῆς Μητρὸς τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι αὐτοὶ ἦταν συγχρόνως καὶ ποιηταὶ - ὑμνογράφοι τῆς ᾿Εκκλησίας, γεγονὸς τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ ὅτι στὴν Πανύμνητη  Θεοτόκο ἁρμόζει μᾶλλον «θεῖος καὶ ἱερὸς ὕμνος» καὶ αἶνος, λόγος δηλαδὴ δοξολογικός, διότι τὰ μυστήριά της εἶναι «πάντα ὑπὲρ ἔννοιαν, πάντα ὑπερένδοξα» (Θεοτοκίον ἀναστάσιμον, ἦχος β΄, ποίημα μᾶλλον τοῦ Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ), καὶ «οὐδεὶς ἁπλοῦς λόγος θὰ ἐξαρκέση πρὸς ὕμνον τῶν «μεγαλείων» της, τὰ ὁποῖα «ἐποίησεν αὐτῇ ὁ Δυνατὸς» (Λουκᾶ α΄, 42). Πρὸ τοῦ Δαμασκηνοῦ πολλοί Πατέρες ἔγραψαν λόγους στὴν Παναγία, οἱ ὁποῖοι εἶναι ποιήματα θεόπνευστα καὶ «ὕμνοι θεοπρεπεῖς», μεγαλυνάρια καὶ ὠδὲς πνευματικές μιᾶς ἀκαταπαύστου καὶ διαρκοῦς τελετῆς καὶ ἑορτῆς (Πρβλ. Πρός Ἐφεσίους. ε΄, 19)

Καὶ ἔτσι ἔπρεπε ἀσφαλῶς νὰ γίνει, διότι στὴν ᾿Ορθόδοξη Ἐκκλησία ζεῖ διαρκῶς μία ἀληθὴ περὶ Παναγίας Θεοτόκου παράδοση, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας ἵσταται ὡς «χορίαρχος» (Πρβλ. PG 96, 649A) καὶ τελετάρχης ὁ «Ἄγγελος Πρωτοστάτης», ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς Παναγίας Τριάδος (Τῆς «τῶν τελουμένων τελεταρχίας» καὶ ἀρχηγοῦ «τελετῆς», τῆς τῶν πάντων τελειώσεως καὶ θεώσεως, κατὰ τοὺς ἁγίους Διονύσιον, Μάξιμον καὶ Δαμασκηνὸν (ΡG 3, 589C, 4, 193Α καὶ 94, 844 D-5Α) «οὐρανόθεν ἐπέμφθη εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε» (Ἀκάθιστος Ὕμνος, οἶκος Α΄). Τὸ «Χαῖρε» αὐτό, ποὺ συνοψίζει ὁλόκληρο τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα («εὐ-αγγέλιον») τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔγινε στὴν ᾿Ορθόδοξο ᾿Εκκλησία παντοτινὴ παράδοση, ὅπως ἀκριβῶς τὸ προφήτευσε ἡ Παναγία Θεοτόκος: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαὶ» (Λουκᾶ α΄, 48).

᾿Αλλὰ ὁ μακαρισμὸς αὐτὸς καὶ ἡ δοξολογία τῆς Θεοτόκου στὴν ᾿Ορθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι µόνον «ἱερὸς ὕμνος», εἶναι ταυτοχρόνως καὶ θεολογία, δηλαδὴ ὀρθὴ «δόξα» καὶ ὀρθὸς «λόγος» περὶ τῶν ἀρρήτων μυστηρίων τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Οἰκονομία τῆς σωτηρίας τὰ ὁποῖα πραγματοποιήθηκαν διὰ τῆς Παναγίας. Διότι καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἡ Παναγία δὲν δοξάζεται, εἰ μὴ μὲ τὴν ὀ ρ θ ο δ ο ξ ί α ν. Ἔτσι καὶ οἱ περὶ Παναγίας πατερικοὶ λόγοι καὶ ὁμιλίες καὶ ὕμνοι ἀποτελοῦν μία δογματικὴ παράδοση. Αὐτὸ ἰσχύει κατ᾽ ἐξοχὴν γιὰ τὸν ἅγιο ᾿Ιωάννη τὸν Δαμασκηνόν, τοῦ ὁποίου ἔχουμε ἐνώπιόν μας τίς τέσσαρεις Θεομητορικές Ὁμιλίες, γι’ αὐτό, παρ᾽ ὅλο ὅτι τὰ κείμενα τῶν Ὁμιλιῶν αὐτῶν ἔχουν μορφὴ ποιητική, παρακαλεῖται, ὁ ἀναγνώστης νὰ προσέξει ἰδιαιτέρως στὴν θεολογία τους.

«Πολλαὶ θυγατέρες ἐκτήσαντο πλοῦτον, πολλαὶ ἐποίησαν δύναμιν, σὺ δὲ ὑπέρκεισαι καὶ ὑπερῇρας πάσας» (Παροιμίαι κθ΄, 29)

Ὁ σοφός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀτενίζων ἐν Πνεύματι τῷ ἱερῷ πρός τό πάντιμον πρόσωπον τῆς Παρθένου Μαρίας καί Θεομήτορος θαυμάζει ἀναφωνώντας, ὅτι πολλές γυναῖκες ἀπέκτησαν πλοῦτον καί πραγματοποίησαν ἔργα παντοδυναμίας. Ἐσύ ὅμως τίς ξεπέρασες  ὅλες καί εὑρίσκεσαι καί πάνω ἀπ’ ὅλες.

Αὐτός ὁ προφητικός λόγος πού ἀναφέρεται στήν δόξα καί τήν τιμή τῆς Παρθένου Μαρίας ἐπιβεβαιώθηκε. Κρίνουμε ἐπίκαιρο νά θυμηθοῦμε ὅσα ἐγκωμιαστικά ἐλέχθησαν ἀπό τούς ἁγίους γιά τήν Παρθένο Μαρία. 

          Παραλείπουμε τά Ἐγκώμια γιά τήν Παρθένο Μαρία καί τήν διακονία Της τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ἐπικεντρωνόμαστε σ’ αὐτά τῆς Καινῆς Διαθήκης, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας.

1) «Χαῖρε Κεχαριτωμένη»

          Πρῶτος ὁ Ἀρχάγγελος κατά τόν Εὐαγγελισμό τήν προσφώνησε «Κεχαριτωμένη» δηλαδή πεπληρωμένη ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα. Οὐσιαστικά ἡ ἐπιλογή Της νά γίνει ἡ μητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δέν ἦτο οὔτε τυχαία οὔτε χαριστική. Εἶχε τό κάλλος τῶν ἀρετῶν πού εἵλκυσε τήν ἀπόφαση Θεοῦ νά τήν ἀναδείξει Μητέρα Του.

          Μάλιστα δέ οἱ θεοφόροι Πατέρες διδάσκουν ὅτι κατά τούς προηγηθέντες αἰῶνες ὁ Θεός καλλιέργησε τό ἀνθρώπινο γένος μέ τά σωτηριώδη ἔργα Του ὥστε νά ἀναδειχθεῖ ἡ θεοτόκος Μαρία, ἡ Ὁποία ἦταν προετοιμασμένη γιά τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ὅταν ἄκουσε τό μήνυμα ὅτι θά συλλάβει καί θά γεννήσει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ δέν ξαφνιάστηκε γιά τό γεγονός παρά μόνο γιά τόν τρόπο τῆς πραγματοποίησεώς του. Ὅτι δέ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης χρησιμοποιεῖ αὐτή τήν εἰκόνα δόξης καί λαμπρότητος τῆς Παρθένου Μαρίας ἀποδίδει τήν ἀντίληψη τῶν πιστῶν τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς γιά τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

2) «Ἡ περιβεβλημένη τόν ἥλιον»

Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψη (κεφάλαιο 12) ὁμιλεῖ γιά μία γυναῖκα πού ἦταν ντυμένη τόν ἥλιο κι  ἀστραποβολοῦσε. Σ’ αὐτή τήν γυναῖκα ἄλλοι ἑρμηνευτές ἐξήγησαν λέγοντας ὅτι ἐννοεῖται ἡ Παρθένος Μαρία καί ἄλλοι ὅτι πρόκειται περί τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως ὅποια ἑρμηνεία καί ἄν δοθεῖ δέν θά εἶναι αὐθαίρετος.  

Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἐπίσκοπος Κύπρου (περ. 315 – 403μ.Χ.) στόν ἐγκωμιαστικό λόγου του γιά τήν ἁγία Θεοτόκο συνοψίζει τήν μέχρι τῶν ἡμερῶν του παγιωμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Σημειωτέον ὅτι ἀποκαλεῖ τήν Παρθένο Μαρία «Θεοτόκο» κατά τήν πίστη τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας. Αὐτήν τήν πίστη πού ἐπεκύρωσε ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Ἐφέσου.

          Ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἀνηγόρευσε τήν Παρθένο Μαρία Θεοτόκο ὅτι ἐγέννησε Θεό καί ὄχι κοινό ἄνθρωπο Ὅποιος δέν ἀναγνωρίζει καί δέν ὁμολογεῖ τήν Παρθένο Μαρία Θεοτόκο λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «ἐκτός ἐστι τῆς Θεότητος». Στήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο προεξῆρχε ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας πού ὑποστήριξε καί ἀπέδειξε ἁγιογραφικῶς ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία ἔτεκε Θεόν καί ὄχι κοινό («ψιλόν») ἄνθρωπο.   

Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός (περ. 676 – 4 Δεκεμβρίου 749) ὁ πρύτανις τῆς Θεολογίας σέ σειρά ὁμιλιῶν του ἀναπτύσει τήν περί Θεοτόκου διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἐκφράζων τήν μέχρι 7ου αἰῶνος παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.

          Ὁ Ἀνδρέας Κρήτης  (660-740μ.Χ. ) τόν 7ον αἰῶνα ὡς ἐπίσκοπος Κρήτης ἐπιχειρηματολογεῖ ἁγιογραφικῶς γιά τήν καταγωγή τῆς Θεοτόκου. Σύμφωνα μ’ αὐτήν τήν θεωρία ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι τό πανάμωμο σπέρμα πού ἀπό γενιά σέ γενιά καταλήγει ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τῶν καιρῶν νά γεννηθῇ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ

          Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, (1296 - 14 Νοεμβρίου 1359) ἀνυψώνει στό ἀκρότατο σημεῖο τήν Παρθένο Μαρία ἀποκαλώντας την «σύνορο» μεταξύ Θεότητος καί ἀνθρωπότητος:

          Ὁ Θεός ἀξίωσε τὴν ἀνθρώπινη φύση νὰ γίνη «θεοτόκος». Ἡ ἀξία τῆς Παρθένου βρίσκεται ἀκριβῶς στὸ ὅτι πραγματοποίησε αὐτὸ τὸ σκοπό. Καὶ τὸν πραγματοποίησε λέγοντας «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου». Γιατὶ τὸ ἀληθινὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται ἀκριβῶς στὸ νὰ πραγµατοποιεῖ τόν ὕψιστο προορισμό πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί νά ἔχη ταυτόχρονα τή συνείδηση ὅτι «δοῦλος ἀχρεῖος ἐστι» (Λουκᾶ 17, 18).

Ἐπιστέγασμα τῶν σκέψεών μας εἶναι ὅτι ἡ Ἴδια ἡ Παρθένος Μαρία προφητικῶς ἀνακράζει, ὅτι:  «ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενιαί» (Λουκᾶ α΄, 48)

6 Σεπτεμβρίου 2023

Μετεμορφώθη καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ

«Μετεμορφώθη καὶ ἔλαμψε

τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ»

(Ματθαίου ιζ΄, 2)

Ἀπό τούς ἱερούς Εὐαγγελιστές μαρτυρεῖται, ὅτι κατά τήν ὥρα τῆς μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησου Χριστοῦ μία φωτεινή νεφέλη ἐσκέπασε τόν Κύριο καί τούς μαθητές Του καί ἀκούσθηκε μία φωνή πού βεβαίωνε, ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ ἀγαπημένος καί ἐκλεκτός Υἱός:  “Ἐνῶ μιλοῦσε (ἐννοεῖται ὁ Κύριός μας) ἀκόμα, ἕνα φωτεινό σύννεφο τούς σκέπασε, καί μέσα ἀπό τό σύννεφο ἀκούστηκε μία φωνή πού ἔλεγε: «Αὐτός εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου γιός αὐτός εἶναι ὁ ἐκλεκτός μου· αὐτόν νά ἀκοῦτε» ”(Ματθαίου ιζ΄ 5). Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός φανερώνει καί ἀποκαλύπτει στούς ἀνθρώπους καί στήν κτίση ὁλόκληρο τό ἀθέατο καί ἀκοινώνητο Θεό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατά τρόπο μοναδικό καί αὐθεντικό. Γράφει στό Εὐαγγελιό του (Ἰωάννου α΄ 18).  

Ὁ θεόπτης Μωϋσῆς ἐπάνω στό Σινᾶ ἐζήτησε ἀπό τόν συνομιλοῦντα μαζί του Κύριο νά τοῦ φανερώσει τό πρόσωπό Του. Ὁ Κύριος διευκρίνησε “Δέν θά μπορέσεις ὅμως νά δεῖς τό πρόσωπό μου, γιατί κανένας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά μέ δεῖ καί νά ζήσει” (Ἐξόδου λγ΄ 21).

Μέ τούς λόγους αὐτούς κηρήσσεται τό ἀθέατον καί ἀμέθεκτον καί ἀκοινώνητον τῆς θεϊκῆς οὐσίας. Συγχρόνως ὅμως καί ὅτι ὁ ἀόρατος Θεός φανερώθηκε καί ἀποκαλύφθηκε ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος καί ἔζησε μέ τούς ἀνθρώπους καί ἔγινε μεθεκτός, ἑνώνεται μέ τούς ἀνθρώπους κατά τρόπο μυστικό ἀλλά πραγματικό.

Οἱ λόγοι αὐτοί μαρτυροῦν τήν διαφορά τῆς Παλαιᾶς ἀπό τήν Καινή Διαθήκη. Στούς Δίκαιους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν καί παρέμενε ἀθέατος.     Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι βεβαιώνουν ὅτι ἐμεῖς τόν εἴδαμε καί σᾶς βεβαιώνουμε γιά ὅσα εἴδαμε καί ἀκούσαμε ἀπό τόν Μονογενῆ Υἱό τοῦ Θεοῦ.

Στό Εὐγγέλιο ἡ μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ συνέβη ἀφοῦ εἶχε προηγηθεῖ ἡ ὁμολογία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ὅταν εὑρίσκοντος στήν Καισάρεια πού εἶχε ἐξωραϊσει ὁ Ἡρώδης Φίλιππος, ὅπου ὁ ἀπόστολος Πέτρος εἶχε ὁμολογήσει τήν θεότητα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ματθαίου ιστ΄ 13-20)

Ἀπό τόν διάλογο αὐτό συνάγεται, ὅτι οἱ Μαθητές τοῦ Κυρίου εἶχαν καταλάβει πολύ καλά ποιός ἦταν ὁ Διδάσκαλος τους, ὅτι ἦταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Μετά ἀπό αὐτόν τόν διάλογο ὁ Κύριος ἐπεσφράγισε τήν ὁμολογία τῶν μαθητῶν Του φανερώνοντάς τους τό μυστήριο τῆς Θεανθρωπότητός Του.

Ὁ Κύριος εἶπε πρός τήν Μάρθα, ὅτι ὅποιος πιστεύει θά δεῖ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ (Ἰωάννου ια΄ 40).

Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας κατεκεραύνωσε τούς ἀπιστοῦντες Ἰουδαίους δείχνοντας τήν πνευματική κατάστασή λέγοντας τους ὅτι:

Πατέρας πού μ στειλε, ατς διος χει δώσει μαρτυρία γιά μένα. σεῖς μως οτε τή φωνή του χετε ποτέ κούσει οτε τή μορφή του χετε δε, κα τ λόγο του δέν τν χετε μόνιμα μέσα στήν καρδία σας, γιατ σεῖς δέν πιστεύετε σ’ ατόν πού στειλε κενος ”  (Ἰωάννου ε΄ 37-38).

Ἡ ἐπισκίασις τῆς φωνῆς τῆς νεφέλης.

Ἐπειδή εἶναι ἀδύνατη σύμφωνα μέ τά προηγούμενα ἡ θέα τοῦ Θεοῦ σ’ ὅσους σάρκα φοροῦν καί οἰκοῦν στόν κόσμο, ἀπαιτεῖται ἡ ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιά νά μεταστοιχειωθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν σαρκικότητα του καί τήν ἁμαρτωλότητα του γιά νά μετάσχει στή ζωή τοῦ Θεοῦ, ὅπως συνέβη στή μεταμόρφωση καί διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄ 50-52)

Ὁ Κύριός μας ἀποκαλεῖται ἀπό τόν Θεό Πατέρα Υἱός ἐκλεκτός, Υἱός εὐδοκίας, στόν Ὁποῖο θά ἀναπαυθεῖ τό Πνεῦμα Του, γιά νά ἐκτελέσει τήν ἀποστολή Του στόν κόσμο, ὅπως προανήγγειλε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας (Ἡσαΐου μβ΄ 1-4).

Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἐξηγεῖ ὅτι αὐτή ἡ προφητεία πού ἀναφέρθηκε, ἐπαληθεύθηκε στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ματθαίου ιβ΄ 17-21).

Ὁ Κυριός μας Ἰησοῦς Χριστός Υἱός ὁ ἀγαπητός:

Στήν μεταμόρφωση, στήν Βάπτιση Του (Ματθαίου γ΄ 17) ὁ Κύριος μας ἀναγνωρίσθηκε καί ἀποκλήθηκε Υἱός ἀγαπητός ἀπό τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα. Ἀλλά καί σέ παραβολές πού εἶπε ὁ Κύριος αὐτοχαρακτηρίσθηκε Υἱός ἀγαπητός (Μάρκου ιβ΄6 καί Λουκᾶ κ΄ 13).

Μελετῶντες τήν ἁγία Γραφή θά διδαχθοῦμε γιατί ἔλαβε τήν τιμητική καί ἔνδοξη αὐτή ὀνομασία. Σύμφωνα μέ τόν θεόπνευστο λόγο τῆς ἁγίας Γραφῆς οἱ ἁμαρτίες μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Θεό, ὅπως συνέβη στήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας κατηγορεῖ τό ἔθνος του καί τούς ἐπισημαίνει, ὅτι οἱ ἁμαρτίες τούς χωρίζουν ἀπό τόν Θεό (Ἡσαΐου μθ΄ 1-2). Στήν ἀρχιερατική προσευχή ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δήλωσε πρός τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα ὅτι (Ἰωάννου ιζ΄ 4)

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἐπεσήμανε στούς μαθητές Του λίγο προτοῦ παραδοθεῖ γιά νά ὑποστεῖ τό Πάθος καί τόν σταυρικό θάνατο:

γιατί κυρίαρχος ατο του κόσμου ρχεται νά μέ θανατώσει, ν καί δέν χει πάνω μου καμιά ξουσία ” (Ἰωάννου ιδ΄ 30)

Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος, ὁ ἀδελφόθεος διευκρινίζει, ὅτι ἡ ἁμαρτία γεννιέται ἀπό τίς ἐπιθυμίες μας. Ὅταν πραγματοποιηθεῖ ἡ ἁμαρτία φέρει τόν θάνατο. Ὁ Κύριός μας ἐπειδή ἦταν ἀναμάρτητος ἦταν καί ἐλεύθερος ἀπό τόν θάνατο (βλ. Ἰακώβου α΄ 14-15).

 Τό ἔργο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας ἐξαγγέλλει τό παράπονο τοῦ Θεοῦ ὅτι ἐνῷ ἐγέννησε νέους καί θυγατέρες αὐτοί ἀποξενώθηκαν ἀπ’ Αὐτόν καί τόν ἐγκατέλειψαν (Ἡσαΐου α΄ 2-3). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποκαλεῖ ὅσους ἁμαρτάνουν ἀσεβεῖς “υἱούς ἀπειθείας  καί τέκνα ὀργῆς” (Πρός Ἐφεσίους β΄ 2-3).

Ἡ ἀπαξιωτική καί ἀπορριπτική γνώμη καί κρίση τοῦ Θεοῦ Πατέρα γιά τούς ἀσεβεῖς καί ἁμαρτωλούς ἄλλαξε μέ τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Μονογενοῦς καί ἀναγγέλθηκε ἀπό τούς Ἀγγέλους στόν γνωστό δοξολογικό ὕμνο τῆς γεννήσεώς Του: “ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία” (Λουκᾶ β΄ 11)

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν σωτήριον οἰκονομία Του γιά μᾶς καί τόν λυτρωτικό θάνατό Του ἐπέτυχε νά ἀναγνωρισθοῦμε ἐμεῖς οἱ πολλοί υἱοί καί θυγατέρες τοῦ ἐπουρανίου Θεοῦ Πατέρα (Πρός Ἑβραίους β΄ 10).

 Ἡ εὐθύνη μας “Αὐτοῦ ἀκούετε”.

Ὁ Θεός ὑποσχέθηκε στόν Μωϋσῆ ὅτι μέτά τόν θάνατό Του θά γεννηθεῖ ἕνας ἄλλος προφήτης πού θά κήρυττε τίς ἐντολές Του (Δευτερονόμιο ιη΄ 18).

 Ἡ ἐλπίδα μας

Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης διανοίγει λυτρωτικά τούς ὁρίζοντες τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς στήν αἰωνιότητα : “ Κοιτάξτε μέ πόση γάπη μς γάπησε Πατέρας! γάπη του εναι τόσο μεγάλη, στε νά νομαστομε παιδιά το Θεο. Γι’ ατό κόσμος δέ μς καταλαβαίνει, γιατί δέ γνωρίζει τό Θεό Πατέρα.  γαπητοί μου, τώρα εμαστε παιδιά το Θεο. Τί πρόκειται νά γίνουμε στό μέλλον δέν χει κόμα φανερωθε. Ξέρουμε μως πώς ταν Χριστός φανερωθε στή δευτέρα παρουσία Του, θά γίνουμε μοιοι μ’ ατόν, γιατί θά τόν δομε πως πραγματικά εναι. ποιος, λοιπόν, μ’ μπιστοσύνη στό Χριστό χει ατή τήν λπίδα, προετοιμάζεται, καθαρίζει τόν αυτό του πό τήν μαρτία, χοντας ς πρότυπο τήν καθαρότητα κείνου ” (Ἰωάννου Α΄ γ΄ 1-3).

27 Ἰουλίου 2023

Οἱ εὐαγγελιζόμενοι τὸν λόγον

«Οἱ εὐαγγελιζόμενοι τὸν λόγον»

(Πράξεων η΄, 4)

 

Τά πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ, σύμφωνα μέ τίς Πράξεις, οἱ διωγμοί προέρχονται κυρίως ἀπό τούς θρησκευτικούς ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ παρά ἀπό τίς ρωμαϊκές ἀρχές. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀκόμα μοτίβο πού συνδέει τήν ἐμπειρία τῶν ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ μέ αὐτή τοῦ Ἰησοῦ. Τά ὀνόματα πού δίδονται μᾶς ἐπιτρέπουν νά διεισδύσουμε στήν πολιτική ἀντιπαράθεση τῆς Ἰερουσαλήμ τοῦ 1ου αἰώνα. Γιά παράδειγμα στίς Πράξεις (4,6) ἀναφέρονται διάφορα μέλη μιᾶς ἰσχυρῆς δυναστείας ἀρχιερέων: «Ὁ Ἄννας  ὁ ἀρχιερέας, ὁ Καϊάφας, ὁ Ἰωάννης, ὁ Ἀλέξανδρος καί ὅσοι ἄλλοι κατάγονταν ἀπό οἰκογένεια ἀρχιερατική».

Τό θέμα τοῦ μαρτυρίου γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θά συνεχιστεῖ σέ ὅλες τίς Πράξεις. Στό 5,17-21, ὁ Λουκᾶς ἀφηγεῖται τή θαυμαστή ἀπόδραση τῶν Ἀποστόλων ἀπό τή φυλακή καί τήν τολμηρή τους, ἐπιστροφή στό Ναό, ὅπου συνέχισαν τό κήρυγμά τους. Ἕνα παρόμοιο γεγονός θά συμβεῖ στόν Πέτρο (Πράξεων 12,6-11), ἐνῶ ὁ Παῦλος καί ὁ Σίλας θά διαφύγουν ἀπό θαῦμα ἀπό τή φυλακή στούς Φιλίππους (Πράξεων 16,25-34), μέ ἀποτέλεσμα νά πιστέψουν ὁ δεσμοφύλακας καί ἡ οἰκογένειά του.

Ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς καί οἱ πρῶτοι Γαλιλαῖοι μαθητές του μιλοῦσαν προφανῶς ἀραμαϊκά, ἡ ἑλληνική γλώσσα καί πολιτισμός ἔχει ἀφήσει τά σημάδια της στήν πόλη τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἰδιαίτερα οἱ ΙΟΥΔΑΙΟΙ τῆς Διασπορᾶς πού εἶχαν ἐπιστρέψει στήν ἁγία πόλη, μιλοῦσαν κυρίως ἑλληνικά. Μερικοί ἀπ’ αὐτούς εἶχαν τίς δικές τους συναγωγές ἐκεῖ: μία ἑλληνική ἐπιγραφή πού βρέθηκε στήν Ἱερουσαλήμ ἀναφέρεται σέ μία Συναγωγή πού κτίστηκε ἀπό κάποιον Θεόδοτο, γιό τοῦ Βενέτου, γιά ὄφελος τῶν ξένων ταξιδιωτῶν. Στίς Πράξεις ἀναφέρετε μία «Συναγωγή τῶν Λιβερτίνων» (ἴσως ἀπογόνων ἰουδαίων πού εἶχε πάρει ὁ Πομπήϊος, σκλάβους στή Ρώμη) καί συναγωγές γιά ἑλληνόφωνους ἀπό τή Βόρεια Ἀφρική, τήν Κυρήνη καί τήν Ἀλεξάνδρεια (Πράξεων 6,9).

Αὐτή ἡ γλωσσική διάκριση ἀνάμεσα σέ ἑλληνόφωνους ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ καί ἐκείνους πού εἶχαν ὡς πρώτη γλώσσα τά ἀραμαϊκά ἐπηρέασε τήν πρώτη ἐκκλησία τῆς Ἰερουσαλήμ. Οἱ Πράξεις ἀναφέρουν ἐντάσεις ἀνάμεσα στούς «ἑλληνόφωνους» καί τουύς «ἑβραιόφωνους» γιά τήν καθημερινή διανομή τροφίμων σέ μία ἀπό τίς πιό τρωτές οἰκονομικά ὁμάδες, τίς χῆρες (Πράξεων 6,1). Ἑπτά ἄντρες ὁρίζονται ἀπό τούς Ἀποστόλους γιά νά ἐπιβλέπουν τή διαχείριση τῶν φιλανθρωπικῶν πράξεων τῆς κοινότητας. Τά ἑλληνικά τους ὀνόματα ὑποδηλώνουν ὅτι ἦταν ὅλοι μέλη τῆς ἑλληνιστικῆς ὁμάδας «διάλεξαν τό Στέφανο, ἄνθρωπο γεμᾶτο πίστη καί Ἅγιο Πνεῦμα· ἐπίσης τόν Φίλιππο,  τόν Πρόχορο, τόν Νικάνορα, τόν Τίμωνα, τόν Παρμενᾶ καί τόν Νικόλαο ἀπό τήν Ἀντιόχεια, ὁ ὁποῖος προηγουμένως εἶχε προσχωρήσει στόν ἰουδαϊσμό» (Πράξεων 6,5). Μέ ἐξαίρεση τόν τελευταῖο, ὅλοι εἶναι πιθανότατα ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς. Ὁ Νικόλαος μπορεῖ νά εἶναι ἕνας ἀπό τούς προσήλυτους πού παρουσιάστηκαν στήν Ἰερουσαλήμ τήν Πεντηκοστή. Ἡ πόλη του, Ἀντιόχεια τῆς Συρίας, ἡ τρίτη μεγαλύτερη πόλη τῆς αὐτοκρατορίας θά παίξει σημαντικό ρόλο στήν ἱστορία τῶν Πράξεων γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στόν εὐρύτερο κόσμο τῶν Ἐθνικῶν.

Δύο ἀπό αὐτούς τούς ἑπτά, ὁ Στέφανος καί ὁ Φίλιππος, θά ἐπικρατήσουν στά ἑπόμενα ἕξι κεφάλαια τῶν Πράξεων. Πράγματι, οἱ δραστηριότητές τους, νά κηρύττουν καί νά ἐπιτελοῦν σημεῖα, δείχνει ὅτι ἡ ἐξουσία τους ἦταν μεγαλύτερη ἀπό αὐτή τήν ἁπλή πρακτική διαχείριση (Πράξεων 6,2. Τό ἑλληνικό ρῆμα διακονεῖν/ περιμένω στό τραπέζι, ὁδήγησε στό χαρακτηρισμό αὐτῶν τῶν ἑπτά ὡς τῶν πρώτων ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ διακόνων. Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα διακονία σημαίνει ἀνιδιοτελής προσφορά ὑπηρεσιῶν).

Τό μαρτύριο τοῦ Στέφανου.

Ὁ Στέφανος μέ τό κήρυγμά του προκαλεῖ τήν ἐχθρότητα μερικῶν ἀπό τούς ἑλληνόφωνους ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ καί βρίσκεται μπροστά στό Μεγάλο Συνέδριο γιά νά ἀνακριθεῖ ἀπό τόν ἀρχιερέα. Ἡ ἀπολογία τοῦ Στέφανου (Πράξεων 7,2-53) ἔχει μερικές φορές θεωρηθεῖ ἕνα μανιφέστο τῆς θεολογίας τῶν ἑλληνόφωνων. Ξαναλέει τήν ἱστορία τῆς σχέσης τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἐκλεκτό Του λαό: τήν κλήση τοῦ Ἀβραάμ, τή διαμονή στήν Αἴγυπτο, τήν περιπλάνηση στήν ἔρημο μέ τό Μωϋσῆ, τήν ἐγκατάσταση καί τήν ἵδρυση τῆς βασιλείας. Δίνεται ἔμφαση στή ζωή τοῦ Ἰσραήλ στούς ξένους τόπους, ὅπου λάτρευαν τόν Θεό στή Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ἡ ὁποία εἶχε μέσα τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης. Ἀπό κεῖ προέρχεται τό κορύφωμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Στέφανου: «Ὁ Ὕψιστος, ὅμως, δέν κατοικεῖ σέ χειροποίητους ναούς»  Πράξεων 7,48).  Ἰδιαίτερες ὁμοιότητες ἔχουν ἐπισημανθεῖ ἀνάμεσα στήν ὁμιλία τοῦ Στέφανου καί στή θεολογία τῆς ἐπιστολῆς πρός Ἑβραίους.

Ἡ περιγραφή τοῦ μαρτυρίου τοῦ Στέφανου πρέπει νά εἰδωθεῖ σάν μία ἀκόμη διήγηση Πάθους, στήν ὁποία ὁ Στέφανος ἀκολουθεῖ τά βήματα τοῦ Κυρίου του.  Ἡ σύλληψή του (Πράξεων 6,11-15) ἤδη ὑπαινίσσεται αὐτό: ὁ Στέφανος κατηγορεῖται γιά βλασφημία ἐνῶ ψευδομάρτυρες καταγγέλλουν ὅτι τόν ἄκουσαν νά ζητάει τήν καταστροφή τοῦ Ναοῦ. Καθώς τελειώνει ἡ ὁμιλία τοῦ Στέφανου καί τόν περιτριγυρίζουν αὐτοί πού θά τόν λιθοβολήσουν, ὁ Λουκᾶς μᾶς θυμίζει τή διήγησή του γιά τό θάνατο τοῦ Ἰησοῦ.  Ὅπως ὁ Ἰησοῦς, ὁ Στέφανος προσεύχεται νά γίνει δεκτό τό πνεῦμα του (Πράξεων 7,59. Βλ. ἐπίσης Λουκᾶ 23,46).  Καί ὅπως ὁ Ἰησοῦς ἔτσι καί ὁ Στέφανος προσεύχεται γιά τούς ἐκτελεστές του (Πράξεων 7,60. Βλέπε ἐπίσης 23,34).

Ὁ λιθοβολισμός τοῦ Στέφανου ὁριοθετεῖ τή διακριτική εἴσοδο τοῦ Παύλου καί ἀπό τήν Ταρσό στή σκηνή τῶν Πράξεων. Ἐδῶ ἀποκαλεῖται μέ τό βενιαμινίτικο ὄνομα Σαούλ (Φιλιππησίους 3,5). Ὁ Σαούλ δέν συμμετέχει στόν λιθοβολισμό. Συνδέεται ὡ  στόσο ἔμμεσα μ’ αὐτόν, ἐπειδή οἱ μάρτυρες κατηγορίας ἀπέθεταν τά ροῦχα τοῦ Στέφανου στά πόδια του καί ἀναφέρεται, ὅτι ἐπικροτοῦσε τήν θανάτωση τοῦ Στέφανου (Πράξεων 7,58, 8,1).  Αὐτό μᾶς προετοιμάζει γιά τό ρόλο του ὡς διώκτη τῆς ἐκκλησίας.

Ἡ δεύτερη φάση ἐξάπλωσης τοῦ Εὐαγγελίου ἀρχίζει στό ὄγδοο κεφάλαιο, καθώς ὁ διάκονος Φίλιππος κινεῖται πρός τό βορρά, στή Σαμάρεια. Ἡ διατύπωση «στήν πόλη της Σαμάρειας» (Πράξεων 8,5) ἐννοεῖ ὅτι ὁ Φίλιππος ἐπισκέφθηκε τήν πόλη μ’ αὐτό τό ὄνομα πού εἶχε μετονομαστεῖ σέ Σεβάστεια ἀπό τόν Ἡρώδη τό Μέγα πρός τιμή τοῦ αὐτοκράτορα Αὐγούστου. Μερικά ἀρχαῖα χειρόγραφα γράφουν «σέ μία πόλη τῆς Σαμάρειας», ἀναφέρονται ἑπομένως στό ἔδαφος πού κατέχουν οἱ Σαμαρεῖτες, μεταξύ τῆς Ἰουδαίας στό νότο καί τῆς Γαλιλαίας στό βορρά.

Οἱ Σαμαρεῖτες ἀπόγονοι τῶν βορείων φυλῶν, εἶχαν τή Σαμαρειτική Πεντάτευχο καί ἡ λατρεία τους ἐπικεντρωνόταν στό ὄρος Γεριζίμ. Δέν ὑπῆρχε συμπάθεια ἀνάμεσα σέ αὐτούς καί στούς ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ, οἱ ὁποῖοι δέν τούς θεωροῦσαν γνήσιους Ἰσραηλῖτες. Τό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη περιγράφει μία συνάντηση ἀνάμεσα στόν Ἰησοῦ καί μία γυναίκα ἀπό τή Σαμάρεια, πού καταλήγει στό νά ἐπιστρέψουν πολλοί Σαμαρεῖτες (Ἰωάννης 4). Οἱ Πράξεις, ὡστόσο, ἀναφέρουν μόνο τήν ἀποστολή στή Σαμάρεια τή μετά τό Πάσχα περίοδο, στή διακονία του Φιλίππου ὁ Φίλιππος θά ὑπερβεῖ ἀκόμη περισσότερο τά ὅρια, βαφτίζοντας ἕνα εὐνοῦχο ἀπό τήν αὐλή τῆς αἰθιόπιας βασίλισσας (Πράξεων 8,26-40). Ἀργότερα θά ἐγκατασταθεῖ μαζί μέ τίς τέσσερις προφήτισσες κόρες του στήν παραθαλάσσια Καισάρεια (Πράξεων 21,8. Ἡ μεταγενέστερη παράδοση τήν συνδέει μέ την Ἱεράπολη στή Μικρά Ἀσία).

Ἀλλά ἡ ἀποστολή στή Σαμάρεια δέν εἶναι μία μεμονωμένη δραστηριότητα ἑνός ἀνεξάρτητου εὐαγγελιστή. Οἱ Πράξεις δείχνουν ὅτι ἡ διακονία τοῦ Φιλίππου ἐπικυρώνεται ἀπό τούς ἐπιφανεῖς Ἀποστόλους τῆς Ἱερουσαλήμ Πέτρο καί Ἰωάννη. Μέσω τῶν Ἀποστόλων ἡ προσήλυτοι Σαμαρεῖτες δέχονται τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐπικυρώνοντας ἔτσι τό προηγούμενο βάπτισμα τους ἀπό τό Φίλιππο. Ἡ δεύτερη φάση τῆς διάδοσης τοῦ Εὐαγγελίου ἔχει ὁλοκληρωθεῖ καί πραγματώνει τό «Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες διῆλθον εὐαγγελιζόμενοι τὸν λόγον» (Πράξεων η΄, 4)

27 Ἰουλίου 2023

Τῆς δὲ εὐποιῒας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε

«Τῆς δὲ εὐποιῒας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε»

(Πρός Ἑβραίους ιγ΄16)

 

                                                                  

1. Φιλανθρωπία καί Ἐκκλησία.

          Μέ τήν ἵδρυσή της ἡ Ἐκκλησία προκάλεσε μιά ἐπανάσταση στόν χῶρο τῆς φιλανθρωπίας ἀφοῦ σύμφωνα μέ τούς λόγους τοῦ Ἱδρυτοῦ Της ἡ ἐλεημοσύνη πρός τούς πτωχούς δηλώνει τήν ἀγάπη τῶν πιστῶν πρός τόν Κύριο «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθαίου κστ΄40).

          Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ὀργάνωσαν τήν φιλανθρωπία τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων δημιουργώντας μιά ἰσχυρή παράδοση πού μαρτυρεῖται ἀπό τά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως γιά τήν ζωή στήν πρώτη κοινότητα (Πράξεων β΄42-47, δ΄32-37), γιά τίς ἐλεημοσύνες τῆς Ταβιθᾶ (Πράξεων θ΄36-43), γιά τόν ἔρανο πού ἔγινε μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν στήν Ἑλλάδα ὑπέρ τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἰουδαίας (Πρός Κορινθίους Α΄ ιστ΄1-4, Πρός Κορινθίους Β΄ θ΄ 1-5). Μέ ἐπανειλημένες προτροπές συνιστοῦν στούς πιστούς νά πρωτοστατοῦν σέ καλά ἔργα ὅπως «τς δ εποιας κα κοινωνας μ πιλανθνεσθε· τοιαταις γρ θυσαις εαρεστεται Θες» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄16).  

          Πλειάδα ἁγίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν ἄσκησαν μέ ζῆλο τήν φιλανθρωπία εὐεργετώντας τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους ἀκόμα καί τούς διῶκτες τους ὅπως π.χ. οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι, ἡ ἁγία Παρασκευή καί ἄλλοι.

          Ἡ ἰσχυρή αὐτή ἀποστολοπαράδοτη παράδοση τῆς φιλανθρωπίας συνεχίσθηκε καί ἀποτυπώθηκε στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας μέ πλῆθος Ἱερῶν Κανόνων πού ρύθμιζαν τά θέματα τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας

          Ὁ 59ος Ἀποστολικός Κανόνας (Δ΄αἰώνας μ.Χ.) ἀναφέρει, ὅτι καί οἱ ἐπίσκοποι καί οἱ πρεσβύτεροι ἔπρεπε νά ὀργανώνουν τήν φιλανθρωπία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἐπίσκοπος, σάν οἰκονόμος (διαχειριστής) τῆς περιουσίας καί τῶν χρημάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἔπρεπε νά μοιράζει ὅλο τό πλεόνασμα στούς πτωχούς (Γ.Α. Ράλλη – Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί Ἱερῶν Κανόνων τ.2 σ.76-77).

          Ὁ 21ος Κανόνας τῆς Συνόδου τῆς Γάγγρας (343; μ.Χ.) ἐξυμνεῖ καί ἐνθαρρύνει τήν παράδοση τῆς ἐκκλησιαστικῆς φιλανθρωπίας «ἐπαινοῦμε τίς γενναιόδωρες ἐλεημοσύνες πού γίνονται ἀπό τούς ἀδελφούς πρός τούς πτωχούς, σύμφωνα μέ τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας» (Γ.Α. Ράλλη- Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τ.3 σ.118 - 121).

          Ἡ ἐκκλησιαστική νομοθεσία ἐξασφάλιζε τήν ἀνέγερση φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, ὅπως νοσοκομείων, πτωχοκομείων, γηροκομείων, καί παρομοίων.

          Οἱ 8ος καί 10ος Κανόνες τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος (Δ΄Οἰκουμενική 451μ.Χ.) ἐκδόθηκαν γιά νά ἀσκεῖται καλή διοίκηση στά ἤδη ὑπάρχοντα ἱδρύματα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή ξενῶνες, πτωχοκομεῖα καί ἄλλα (Γ.Α. Ράλλη –Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τ.2 σ.234-242).

          Ἐκτός ἀπό τούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί οἱ κατά τόπους Ἐπίσκοποι ἐξέδιδαν Ἐγκυκλίους μέ θέμα τήν ἵδρυση ἤ τήν συντήρηση φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων πού ἤδη λειτουργοῦσαν. Ὅριζαν ὅτι οἱ κατά τόπους Ἐκκλησίες δέν ἔπρεπε νά φείδωνται κόπου καί χρημάτων γιά τίς φιλανθρωπικές προσπάθειες. Οἱ Ἐπίσκοποι ἔθεταν τά ὀρφανά, τίς χῆρες, τούς ἐνδεεῖς ξένους καί ὅσους εἶχαν ἀνάγκη βοηθείας κάτω ἀπό τήν φιλανθρωπική ἐπιμέλεια τῶν Πρεσβυτέρων καί Διακόνων.

          Ἀκόμη καί οἱ Ἐπίσκοποι, προσωπικά, ἦσαν δεσμευμένοι ἀπό τήν γενικότερη ἐκκλησιαστική παράδοση νά ἐπιδίδονται σέ φιλανθρωπικά ἔργα, ὅπως τό νά ἐπισκέπτονται φυλακισμένους, νά προστατεύουν τούς ἀδυνάτους, τά ὀρφανά, τίς χῆρες καί ἄλλους. Ἔπρεπε νά διαθέτουν ὅλο τό πλεόνασμα τῶν ἐπισκοπῶν τους γιά φιλανθρωπίες πού τότε ὀνομάζονταν «πτωχικά» (Γ.Α. Ράλλη – Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τ.2, σ.77).

          Τό φιλανθρωπικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας δέν ἦταν θέμα ψυχροῦ νομικισμοῦ, πού στή θεωρία μπορεῖ νά ὑπόσχεται πολλά, ἀλλά στήν πράξη νά γίνονται πολύ λίγα. Οἱ πιστοί δέν χρειάζονταν νόμους καί διατάξεις νά τούς πιέζουν γιά νά ἐκφράσουν τήν ἀγάπη τους πρός τούς ἀνθρώπους. Ἀπό τόν Ἐπίσκοπο μέχρι καί τόν πιό ἁπλό πιστό ἡ φιλανθρωπία ἀποτελοῦσε τήν καθημερινή τους φροντίδα. Ὁ Ἐπίσκοπος πρωτοστατοῦσε στό ποίμνιό του ἐκφράζοντας τήν φροντίδα ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν φιλανθρωπία.

          Ἡ μέριμνα τῶν Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας γιά τούς ἐνδεεῖς ἀποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στά προσωνύμια πού ἔλαβαν. Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἰωάννης (ἔζησε ἐπί Αὐτοκράτορος Ἡρακλείου 610-640 μ.Χ. καί ἐκοιμήθη τό 620 μ.Χ.) ὀνομάσθηκε ἐλεήμων γιά τήν τεράστια φιλανθρωπική διακονία του γιά τούς φτωχούς πρόσφυγες, ζητιάνους τούς ὁποίους ὁ ἴδιος θεωροῦσε «κυρίους καί δεσπότες του». Ὁ Ὅσιος Σαμψών (ἐπί Αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ 527-565μ.Χ.) ὁ Πρεσβύτερος καί Ξενοδόχος μετέτρεψε τόν οἶκο του σέ ξενῶνα τῶν πτωχῶν. Ὡς ἱερεύς καί ἰατρός διακονοῦσε σέ ἕνα μεγάλο φιλανθρωπικό Ἵδρυμα στήν Κωνσταντινούπολη πού κατέφευγαν οἱ ἄποροι καί οἱ ἀδύναμοι γιά νά θεραπευθοῦν καί νά εὕρουν παρηγοριά καί στήριγμα.

                                        

2. Οἱ ἐπιφανεῖς πρωτεργάτες.

          Ἡ Ἐκκλησία ἔκανε πολλές πρωτοποριακές προσπάθειες στήν φιλανθρωπική διακονία καί πρωτοστάτησε στήν ἀνάπτυξη ἱδρυμάτων κοινωνικῆς πρόνοιας.

          Πατέρας τῆς φιλανθρωπίας τῆς Ἐκκλησίας ἀναδείχθηκε ὁ Μέγας Βασίλειος (†329-379 μ.Χ.), πού ὡς Πρεσβύτερος καί ὁ σπουδαιτότερος βοηθός τοῦ ἐπισκόπου Καισαρείας Εὐσεβίου ἀπό τό 365-370 μ.Χ. ἄρχισε διάφορες φιλανθρωπικές δραστηριότητες καί ἀργότερα ὡς Ἐπίσκοπος χρησιμοποίησε τήν κληρονομιά ἀπό τήν περιουσία τῆς μητέρας του καθώς καί μεγάλες προσφορές ἀπό πλουσίους φίλους καί γνωστούς, ἀκόμη καί ἀπό τόν πρώην ἐχθρό του αὐτοκράτορα Οὐάλεντα (364-378μ.Χ.) γιά νά ἱδρύσει ἕνα συγκρότημα ἱδρυμάτων μέ: νοσοκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο, γηροκομεῖο, ξενῶνα γιά τούς πτωχούς ταξιδιῶτες καί ἐπισκέπτες, νοσοκομεῖο γιά μεταδοτικές ἀσθένειες, ὅπου καί ὁ ἴδιος ἐγκαταστάθηκε, πού ἔγιναν γνωστά μέ τήν ἐπωνυμία «Βασιλειάς» (Ἑρμείου Σωζομενοῦ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία βιβλίο Στ΄ §34 P.G. 67, στ. 1397).

          Ὁ ἀδελφός του ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης (335-394 μ.Χ.) διακρίθηκε σάν σπουδαῖος θεολόγος καί θεωρητικός καί σάν εἰλικρινής ὑποστηρικτής τῆς φιλανθρωπίας.

          Ὁ ἰσάδελφος φίλος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός ὁ Θεολόγος († 329-389 μ.Χ.) τοποθέτησε τήν πρόνοια γιά τούς πτωχούς κύριο στόχο τῆς ἱερατικῆς διακονίας του καθώς καί τῶν ὁμιλιῶν του.

          Στήν ὁμιλία του «περί φιλοπτωχίας» ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀναφέρει, ὅτι ὁποιαδήποτε κι ἄν εἶναι ἡ αἰτία γιά τήν κατάσταση τῶν πτωχῶν σ’ ὅλους ἀξίζει ἡ φροντίδα καί ἡ ἀποτελεσματική βοήθεια τῆς κοινωνίας.        Οἱ ἄποροι δέν εἶναι πάντοτε οἱ ἴδιοι ὑπεύθυνοι γιά τήν κατάστασή τους καί ἡ κοινωνία πρέπει νά τούς φορντίζει σάν μέλη τοῦ ἰδίου τοῦ σώματός της. Ὁ ἅγιος Πατέρας ἀπορρίπτει τήν γνώμη μερικῶν συγχρόνων του πού ἀπέδιδαν τήν κατάσταση τῶν πτωχῶν στήν μοίρα ἤ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Οἱ κοινωνικές συνθῆκες εἶναι καρπός τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, τῆς ἀπληστίας, τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τῆς ματαιοδοξίας, καί τῆς πολυτελείας. Ὁ καλύτερος τρόπος ἀντιμετωπίσεως τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας εἶναι ἡ ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

          Ἔκανε ἔκκληση μέ σκοπό τήν μεταμόρφωση τῆς καρδιᾶς καί τῶν πεποιθήσεων τῶν ἀνθρώπων.

          Ἡ ὁμιλία τελειώνει μέ τίς ἑξῆς προτροπές:  

          «Ἄς ἐπισκεφθοῦμε τόν Χριστό

          Ἄς φροντίσουμε τόν Χριστό      

          Ἄς θρέψουμε τόν Χριστό

          Ἄς ντύσουμε τόν Χριστό

          Ἄς φιλοξενήσουμε τόν Χριστό     

          Ἄς τιμήσουμε τόν Χριστό»  (PG 35,1 στ. 909 ΒC).

          Ἔτσι τό φιλανθρωπικό ἔργο ἦταν μιά χριστοκεντρική προσπάθεια μέ κίνητρο της τήν διδασκαλία καί τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ.

          Παρομοίως καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος († 344-407 μ.Χ.) ἔγινε ὁ πιό δημοφιλής ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας λόγῳ τῆς ἀγάπης του καί τοῦ ἐνδιαφέροντός του γιά τήν εὐημερία τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων. Σάν Πρεσβύτερος στήν Ἀντιόχεια καί σάν Ἀρχιεπίσκοπος στήν Κωνσταντινούπολη ἀφιερώθηκε σέ ἔργα φιλανθρωπίας καί κοινωνικῆς δικαιοσύνης, περιθάλψεως καί εὐημερίας τοῦ ποιμνίου του. Ἡ Ἐκκλησία στήν Ἀντιόχεια διέτρεφε καθημερινῶς τρεῖς χιλιάδες χηρῶν καί παρθένων. Αὐτή μεριμνοῦσε γιά τούς ἄπορους ξένους, γιά τούς φυλακισμένους, γιά τούς ἀσθενεῖς.  

          Ἁπλός καί λιτός στήν ζωή του, συμπονετικός πρός τούς ἐνδεεῖς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διέθεσε τά προσωπικά του ὑπάρχοντα καί τά μεγάλα ἔσοδά του στούς πτωχούς, γιά τήν ἀνέγερση νοσοκομείου, πτωχοκομείου καί ἄλλων φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων. Κατεδίκαζε τήν κοινωνική ἀδικία. Ὑπερασπιζόταν τούς πτωχούς ὅλων τῶν κατηγοριῶν ξένους, χῆρες, ὀρφανά, ταξιδιῶτες, αἰχμαλώτους, ἀσθενεῖς, λεπρούς καί ἀναπήρους. Δίδασκε, ὅτι ἡ ἐφαρμοργή τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι συμφιλίωση μέ τόν Θεό. Ἡ ἐλεημοσύνη πρός τούς ἐνδεεῖς εἶναι ἐλεημοσύνη πρός τόν Χριστό.

          Μέ αὐτό τό πνεῦμα καί τό ἦθος, πού διεμόρφωσαν ἡ ζωή καί τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Συνόδων καί τῶν Πατέρων, διακόνησε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία τόν εὑρισκόμενο σέ ποικίλες ἀνάγκες ἄνθρωπο μέχρι σήμερα.

          Σημειώνεται καθηκόντως ὅτι στήν σημαντική αὐτή διακονία τῆς Ἐκκλησίας μας προσφέρουν ἐθελοντικῶς τίς ὑπηρεσίες τους στελέχη καί συνεργάτες, πού διακρίνονται γιά τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό καί τόν ζῆλο τους  νά ἐργασθοῦν γιά τήν ἀνακούφιση τῶν καμνόντων ἀπό τίς περιστάσεις τοῦ βίου. 

 

13 Ἰουλίου 2023

Καὶ ἥξουσιν ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν

«Καὶ ἥξουσιν ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν»

(Λουκᾶ ιγ΄, 29)

Τόν 1ο αἰώνα μ. Χ. περισσότεροι ἦταν οἱ ΙΟΥΔΑΙΟΙ πού ζοῦσαν ἐκτός Παλαιστίνης ἀπό αὐτούς πού ζοῦσαν στήν Ἁγία Γῆ, γιά πολλούς λόγους: βίαιη μετακίνηση, φυγή, καί ἠθελημένη μετανάστευση. Οἱ Ἀσσύριοι, γιά παράδειγμα, εἶχα μετατοπίσει τίς βόρειες φυλές στήν Μηδία, ἐνῶ ἀπό τούς ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ πού ἐξορίστηκαν στή Βαβυλώνα, πολλοί ἐπέλεξαν νά παραμείνουν ἐκεῖ. Ὑπῆρχαν ἐπίσης μεγάλες ἰουδαϊκές κοινότητες σέ ὅλη τή ρωμαϊκή ἐπικράτεια. Μερικοί ΙΟΥΔΑΙΟΙ εἶχαν διαφύγει στήν Αἴγυπτο ἤ μετανάστευσαν ἐκεῖ, καθώς καί σέ ἄλλα μέρη τῆς βόρειας Ἀφρικῆς, ἀναζητώντας τήν ὑλική εὐημερία. Πράγματι, ἡ μεγαλύτερη κοινότητα τῆς Διασπορᾶς ἤταν στήν Ἀλεξάνδρεια πού ἀποτελοῦνταν ἀπό ἀρκετές ἑκατοντάδες χιλιάδες, ἤδη ἀπό τόν 1ο αἰώνα μ. Χ. Τέλος ὑπῆρχαν σημαντικές ἰουδαϊκές κοινότητες στή Μικρά Ἀσία (στίς Πράξεις ἐπισημαίνονται οἱ «Καππαδοκία, Πόντος καί Ἀσία, Φρυγία καί Παμφυλία» καί σέ ἑλληνικές πόλεις, ὅπως ἡ Κόρινθος. Ἔτσι, ὅταν συνέβη τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, γύρω στά 30 μ. Χ., ἡ ἰουδαϊκή Διασπορά κάλυπτε μεγάλο μέρος τοῦ μεσογειακοῦ κόσμου, καθώς καί σέ χῶρες πέρα ἀπό τά ἀνατολικά σύνορα τῆς Ρώμης, ὅπως στήν Παρθία (Περσία).

Παρά τη Διασπορά, ἡ Ἰερουσαλήμ παρέμενε τό κέντρο τοῦ ἰουδαϊκοῦ κόσμου, ὡς ὁ μόνος τόπος, ὅπου μποροῦσαν νά προσφέρουν θυσίες στο Θεό (ἄν καί ὑπῆρχε ἕνας ἀνταγωνιστικός ναός στόν Λεοντόπολη τῆς Αἰγύπτου, χτισμένος ἀπό τόν ἐκτοπισμένο ἀρχιερέα Ὀνία Δ΄, τόν 2ο αἰώνα π. Χ.). Οἱ ἄντρες ΙΟΥΔΑΙΟΙ ἔπρεπε, ὅποτε μποροῦσαν νά συμμετέχουν στίς μεγάλες γιορτές.  Στίς Πράξεις περιγράφεται τό μεγάλο πλῆθος πού εἶχε συγκεντρωθεῖ γιά τήν Πεντηκοστή, Ἰουδαῖοι καί προσήλυτοι (ἐθνικοί πού εἶχαν ἀποδεχθεῖ τόν ἰουδαϊσμό) ἀπό τίς τέσσερις ἄκρες τῆς γῆς. Κατά τόν Λουκᾶ, αὐτή ἡ ξεχωριστή Πεντηκοστή θά μαρτυρήσει τήν ἀναμενόμενη συγκέντρωση τῶν διασκορπισμένων φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ (Λουκᾶ 13, 29).

Τό νέο περιεχόμενο καί ἡ σημασία τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς

Ἡ Ἰουδαϊκή γιορτή τῆς Πεντηκοστῆς γιορταζόταν 50 ἡμέρες μετά τό Πάσχα. Ἦταν μία ἀγροτική γιορτή, πού ἀρχικά ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ Θεός δώρισε τή γῆ καί τήν εὐλόγησε (ἡ «Μέρα τῶν Πρώτων Καρπῶν»).  Ἐπειδή ὁ Μωυσῆς ἔφτασε στό Σινᾶ περίπου 50 ἡμέρες μετά τό πρῶτο Πάσχα (Ἐξόδου 19,1) γιορταζόταν ἀκόμη ἡ σύναψη τῆς Διαθήκης τοῦ Σινᾶ καί ἀργότερα ἡ παράδοση τοῦ Νόμου.

Κατά τό Λουκᾶ, ὁ ἑορτασμός τῆς σχέσης τοῦ Θεοῦ μέ τόν Ἰσραήλ γίνεται ἡ εὐκαιρία γιά τήν ἀνανέωση αὐτῆς τῆς Διαθήκης. Οἱ 12 (πού εἶχαν συμπληρωθεῖ ἀπό τό Ματθία) δέχονται τό Ἅγιο Πνεῦμα ὡς πύρινες γλῶσσες φωτιᾶς, μέ ἕνα τρόπο πού ἀπηχεῖ τήν ἐκδήλωση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στό ὄρος Σινᾶ, μαζεμένοι σέ ἕνα σπίτι τῆς πόλης. Τό κήρυγμά τους πού ἀκολουθεῖ, καί ἰδιαίτερα ἡ ὁμιλία τοῦ Πέτρου, φέρουν σέ αὐτό τό μικρό σπίτι περίπου 3.000 ἀνθρώπους ἀπό τίς διασκορπισμένες φυλές τοῦ Ἰσραήλ πού εἶχαν μαζευτεῖ στήν Ἰερουσαλήμ γιά τή γιορτή. Πράγματι στήν ἱκανότητα τόσο πολλῶν ἐθνοτήτων νά καταλάβουν τούς Ἀποστόλους στή δική τους γλώσσα ὁ Λουκᾶς, ἴσως βλέπει ἐπίσης ἀνατροπή τῆς τραγικῆς ἱστορίας τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ (Γενέσεως 11). Τίς ἔσχατες ἡμέρες ὅταν ὁ Θεός χαρίζει πλουσιοπάροχα τό Πνεῦμα του σέ κάθε ἄνθρωπο (Πράξεων 2,17-21). Ἡ σύγχυση καί ὁ διασκορπισμός τῆς ἀνθρωπότητας ἀνατρέπονται. Πρίν ἀπό τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν Πεντηκοστή, ὅμως, πρέπει νά λυθεῖ μία δυσκολία. Οἱ 12, ὁ νέος Ἰσραήλ, εἶχαν μειωθεῖ ἐξαιτίας τῆς ἀποχώρησης τοῦ Ἰούδα Ἰσκαριώτη.

Στίς Πράξεις (1,12-16) περιγράφεται ἡ ἀντικατάσταση τοῦ Ἰούδα ἀπό τό Ματθία. Προσπαθώντας νά κατανοήσει τά θλιβερά γεγονότα τῆς προδοσίας καί τοῦ θανάτου τοῦ Ἰούδα ὡς μέρος τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ, ὁ Λουκᾶς βρίσκει τό νόημα τους στά ἀποσπάσματα δύο Ψαλμῶν. Ἡ περιγραφή στίς Πράξεις εἶναι μία ἀπό τίς δύο ἐκδοχές τῆς Καινῆς Διαθήκης γιά τό θάνατο τοῦ Ἰούδα, κατά τήν ὁποία «ἔπεσε μέ τό πρόσωπο στή γῆ, σκίστηκε ἡ κοιλιά του καί χύθηκαν ἔξω ὅλα του τα σπλάχνα» (Πράξεων 1,18β. Ὁ Ματθαῖος στό 27,3-10 περιγράφει μία αὐτοκτονία). Παρά τίς διαφορές τους οἱ Πράξεις καί ὁ Ματθαῖος συμφωνοῦν ὅτι πρόκειται γιά ἕνα βίαιο γεγονός, πού συσχετιζόταν μέ κάποιο τρόπο μέ ἕνα χωράφι κοντά στήν Ἰερουσαλήμ, πού στίς μέρες τους ἦταν ἀκόμα γνωστό ὡς «Χωράφι τοῦ Αἵματος» (στά ἀραμαϊκά στά ἀραμαϊκά Ἀκελδαμά).

Οἱ προϋπόθεσεις γιά τήν συμπλήρωση τῶν 12 ἀποκαλύπτουν ἕνα πρωτοχριστιανικό ὁρισμό τοῦ Ἀποστόλου. Ὁ ὑποψήφιος ἔπρεπε νά εἶναι αὐτόπτης καί αὐτήκοος μάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, «ἀρχίζοντας ἀπό τότε πού βαφτίστηκε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τόν Ἰωάννη, ὥς τήν ἡμέρα πού ἀναλήφθηκε ἀπό ἀνάμεσά μας» (Πράξεων 1,22α), νά μπορεῖ ἑπομένως νά εἶναι μάρτυρας τῆς Ἀνάστασης. Ὁ Παῦλος ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, δέν ἦταν αὐτόπτης καί αὐτήκοος μάρτυρας τοῦ Ἰησοῦ οὔτε ἀνῆκε στούς ἀρχικούς μαθητές του. Χάρη στή συνάντηση τους στό δρόμο γιά τη Δαμασκό, ὅμως, ἔγινε μάρτυρας τῆς Ἀνάστασης πίστεψε ὁ ἴδιος καί ἀνέλαβε τό ἔργο τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν (Α΄ Κορινθίους 9,1. 15,8. Γαλάτας ἀκόμα 1,15-17).

Οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καί Ἰωάννης

Στίς ἱστορίες τῆς πρώτης κοινότητας τῆς Ἱερουσαλήμ μετά τήν Πεντηκοστή, δύο Ἀπόστολοι ἐπικρατοῦν: ὁ Σίμων Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης, γιός τοῦ Ζεβεδαίου.  Ἀργότερα, ὁ Ἰάκωβος, ὁ ἀδελφός τοῦ Κυρίου (γιός τοῦ Ἰωσήφ ἀπό προηγούμενο γάμο ἤ ξάδερφος τοῦ Ἰησοῦ), θά μπεῖ ἐπίσης στήν ὁμάδα (Πράξεων 12,17. 15,13. 21,18) καί ἡ μεταγενέστερη παράδοση ὑποστηρίζει ὅτι αὐτός ὁ Ἰάκωβος καί ἄλλοι συγγενεῖς τοῦ Ἰησοῦ ἦταν ἀνάμεσα στούς πρώτους ἐπισκόπους της Ἰερουσαλήμ. Ἀλλά πρός τό παρόν, ἡ προσοχή ἑστιάζεται στούς δύο ἀπό τούς ὁποίους ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ πιό λιγομίλητος. Οἱ σπουδαῖες ὁμιλίες τῶν Πράξεων 2 - 4 βγαίνουν ἀπό τά χείλη τοῦ Πέτρου, σύμφωνα μέ το ρόλο του ὡς ἐκπροσώπου τῶν 12.  Ἐντυπωσιακή εἶναι οἱ παραλληλισμοί ἀνάμεσα στή δραστηριότητα αὐτῶν τῶν ἀποστολῶν καί στή δράση τοῦ Ἰησοῦ.  Μεγάλο μέρος τοῦ ἔργου τοῦ Πέτρου καί τοῦ Ἰωάννη διαδραματίζεται στό Ναό, ἀπηχώντας τή δραστηριότητα τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖ (Λουκᾶ 20-21).  Ἡ θεραπεία τοῦ χωλοῦ στήν Ὡραία Πύλη ἀπηχεῖ μία παρόμοια θεραπεία ἀπό τόν Ἰησοῦ στό Λουκᾶ 5,18-26.

Στήν καρδιά τῆς Ἰερουσαλήμ τοῦ 1ου αἰώνα, δεσπόζει ὁ ναός της.  Ὁ Ναός τοῦ Ἡρώδη περιελάμβανε μία σειρά ἀνοιχτές αὐλές τῶν ὁποίων ἡ ἱερότητα αὔξανε ὅσο πλησίαζαν πρός τό κεντρικό θυσιαστήριο. Αὐτό τό στεγασμένο κτίριο ἐμπεριεῖχε τά Ἅγια, ὅπου γινόταν ἡ καθημερινή προσφορά θυμιάματος (Λουκᾶ 1,9) καθώς καί τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου πρόσβαση εἶχε μόνο ὁ Ἀρχιερέας πού ἔμπαινε ἐκεῖ μόνο μία φορά τό χρόνο, κατά τό Γιόμ Κιπούρ (Ἡμέρα Ἐξιλασμοῦ). Ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει πολλά σημεῖα ἐντός τοῦ περιβόλου τοῦ Ναοῦ. Ἡ «Ὡραία Πύλη» (Πράξεων 3,2) μπορεῖ νά εἶναι ἡ πύλη τοῦ Νικάνορα, πού εἴτε ἦταν τό ὅριο ἀνάμεσα στήν αὐλή τῶν Ἐθνῶν καί τήν Αὐλή τῶν Γυναικῶν, εἴτε ἔδινε πρόσβαση ἀπό τή δεύτερη στήν Αὐλή τοῦ Ἰσραήλ. Ἡ στοά τοῦ Σολομῶντα (Πράξεων 3,11) ἦταν τό περιστύλιο πού ἔκλεινε τήν Αὐλή τῶν ἐθνικῶν ἀπό τήν Ἀνατολική πλευρά.

Στό προαναφερόμενο ἱστορικό καί θεολογικό αὐτό πλαίσιο κατανοοῦνται τά λόγια τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ «καί θά ἔρθουν ἄνθρωποι ἀπό τήν ἀνατολή καί τή δύση, ἀπ’ τό βορρᾶ καί τό νότο καί θά καθίσουν στό τραπέζι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Λουκᾶ ιγ΄, 29).

7 Ἰουλίου 2023

Ἰησοῦς Χριστός, «τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ, λύσας» (Ἐφεσίους β΄, 14)

Ἰησοῦς Χριστός,

«τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ, λύσας» (Ἐφεσίους β΄, 14)

Τὴν περίοδο τῆς ἀθωότητας πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση του ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνοῦσε χωρὶς μεσίτη μὲ τὸν Δημιουργὸ Θεό, ὅπως μαρτυρεῖ τό «ὅταν δὲ κατὰ τὸ δειλινὸ ἄκουσαν τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ περπατοῦσε στὸν παράδεισο, κρύφτηκαν ὁ ᾿Αδὰμ καὶ ἡ γυναίκα του ἀπὸ φόβο καὶ ντροπὴ ἀνάμεσα στὰ δέντρα τοῦ παραδείσου, γιὰ νὰ μὴν ἀντικρίσουν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ» (Γενέσεως γ΄, 8).

Σ᾿ αὐτὸ τὸ χωρίο τῆς Γενέσεως φαίνεται ἡ ἄμεση, προσωπικὴ καὶ ἀνεμπόδιστη ἐπικοινωνία τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. ῾Η ἄμεση κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ Δημιουργό του εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ἀρχέγονης καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης, ὅπως ἀποκαλεῖται αὐτὴ θεολογικά. Μὲ τὴν ἀπώλεια ὅμως τῆς ἀθωότητός του, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀντιμετωπίζει τὸν Θεὸ ὡς οἰκεῖο του, κρύβεται ἀπ᾿ Αὐτὸν καὶ ἡ κοινωνία μαζί Του ἀποφεύγεται καὶ διακόπτεται. ῎Εκτοτε ἡ ἄμεση κοινωνία μαζί Του παραχωρεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, ὅπως τοῦ Μωυσῆ (πρβλ. Ἀριθμῶν ιβ΄, 6-8 καί Ἐξόδου λγ΄, 11).

῾Ο Μεσίτης τῆς Καινῆς Διαθήκης

῞Ολη ἡ διαδικασία στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν τυπικὴ καὶ συμβολική. ᾿Εντολές, ἱερεῖς, προσφορές, καθαρμοί, γίνονται «παιδαγωγοί μας, ποὺ μᾶς προετοιμάζουν γιὰ τὸν Χριστό» (πρβλ. Γαλάτας γ΄, 24). Προετοιμάζουν πνεύματα καὶ καρδιὲς νὰ δεχθοῦν τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό, ποὺ ἔγινε μὲ τὴν σταυρικὴ θυσία Του·  «Μεσίτης κρείττονος διαθήκης», γιατὶ δὲν ὑπάρχουν οἱ ἑκατόμβες τῶν θυμάτων, «Μεσίτης νέας διαθήκης», γιατὶ στηρίζεται σὲ προσφορὰ ἀγάπης, «Μεσίτης καινῆς διαθήκης», γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ῞Ενας καὶ Μοναδικός, πού μπῆκε μιὰ γιὰ πάντα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ μᾶς ἐξασφάλισε τὴν αἰώνια σωτηρία», «γιὰ νὰ παρουσιαστεῖ τώρα μπροστὰ στὸν Θεό, μεσιτεύοντας γιὰ μᾶς.

Τὸ μεσιτικὸ ἔργο Του ἀποδεκτό

῾Ο Θεὸς Πατέρας ἔδωσε μαρτυρία - ἀπόδειξη τῆς ἀποδοχῆς τοῦ μεσιτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Στὸν Γολγοθᾶ ἔχουμε δύο στιγμιότυπα ἐξόχως σημαντικὰ καὶ μοναδικά· Τό «τετέλεσται» τοῦ Χριστοῦ, ὅπου ἀγγέλλεται ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του στὴν γῆ καὶ τὸ σχίσιμο τοῦ καταπετάσματος (τοῦ μεσότοιχου) «ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω» ποὺ διεχώριζε «τό τε ῞Αγιον κοσμικόν», ἀπὸ τὴν αὐλὴ τοῦ Ναοῦ τῶν ῾Ιεροσολύμων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ Θεὸς Πατέρας ἀπέδειξε συμβολικά, ὅτι δέχτηκε τὴν προσφορὰ τῆς ζωῆς τοῦ Υἱοῦ Του τοῦ ᾿Αγαπητοῦ (Ματθαίου γ΄, 17) καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μαζί Του ἀποκαταστάθηκε, ἀφοῦ ἀφαιρέθηκε τὸ ἐμπόδιο, δηλαδὴ ἡ ἁμαρτία, ποὺ τὴν καθιστοῦσε ἀδύνατη. ῞Οπως τὸ καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ σχίσθηκε καὶ ἄφησε ἐλεύθερη τὴν ἐπικοινωνία στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν αὐλὴ τοῦ Ναοῦ στὰ ἅγια, ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πλέον διὰ νέας ζώσης ὁδοῦ, διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μπορεῖ καὶ εἰσέρχεται στὰ ἅγια τῶν ἁγίων τῆς παρουσίας τοῦ Θεο. Αὐτὴ ἡ κοινωνία μὲ τὸν ἐπουράνιο Πατέρα, γίνεται ἀληθινή, ὅταν προσευχόμαστε μέσω τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ στὴν ᾿Εκκλησία.

Ἰησους Χριστός, ὁ ᾿Αρχιερέας μας

            Ὁ θεσμὸς τῆς ἱερωσύνης καὶ τοῦ ἱερέως εἰδικότερα εἶναι τόσο παλαιὸς ὅσο καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Τὸ ἔργο τοῦ ἱερέως προσδιορίζεται στὴν πρὸς ῾Εβραίους ἐπιστολὴ ὡς ἑξῆς· «Κάθε ἀρχιερέας ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἀνθρώπους, ἐγκαθίσταται γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ γιὰ χάρη τους καὶ γιὰ νὰ προσφέρει δῶρα καὶ θυσίες γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους» (Ἑβραίους ε΄, 1). ῾Η ἱερωσύνη καθιερώθηκε μετὰ τὴν παρακοὴ καὶ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Πρὶν ἀπὸ αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνοῦσε ἐλεύθερα καὶ προσωπικὰ μὲ τὸν Θεὸ χωρὶς νὰ χρειάζεται  θυσίες ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν του καὶ εἰδικὸ πρόσωπο ποὺ θὰ τὶς προσφέρει γιὰ λογαριασμό του, ἀφοῦ τὸ «μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ» (Ἠσαΐου α΄, 10-20) δηλαδὴ τὸ ἐμπόδιο τῆς ἁμαρτίας, ποὺ χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό,  δὲν ὑπῆρχε. ῾Η ἁμαρτία διαταράσσει τὴν ἁρμονικὴ σχέση Δημιουργοῦ Θεοῦ καὶ δημιουργήματος ἀνθρώπου. ῾Η ἀνθρώπινη ἁμαρτία προκάλεσε ἀναμφίβολα σοβαρότατη ἀναστάτωση στὸ ἠθικὸ σύμπαν, τῆς ὁποίας τελικὴ συνέπεια ἦταν νὰ διαταραχθεῖ καὶ νὰ διακοπεῖ ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Οἱ ἄνθρωποι ἂν καὶ ἐπιζητοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ ποθοῦσαν τὴν σωτηρία τους, δὲν ἐπετύγχαναν τὸ ποθούμενο, ἐπειδή «οἱ ἀνομίες τους ἀνέτρεψαν τοὺς νόμους αὐτοὺς τῆς θείας πρόνοιας καὶ ἔφεραν ἀναστάτωση στὴν τάξη, ποὺ ὅρισε ὁ Θεός· καὶ οἱ ἁμαρτίες τοὺς στέρησαν τὶς εὐλογίες αὐτὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς» (Ἰερεμίου ε΄, 25) ὅπως ἀκούγεται ἀπὸ τὸ προφητικὸ στόμα ἡ θεία ἐτυμηγορία τοῦ Θεοῦ. Τὴν τραγικότητα τῆς ἁμαρτωλῆς ἀνθρωπότητας περιγράφει ὁ προφήτης ῾Ησαΐας·

«Νομίζετε πὼς τὸ χέρι τοῦ Κυρίου δὲν ἔχει τὴν δύναμη νὰ σᾶς σώσει, καὶ πὼς τὸ αὐτὶ του δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς ἀκούσει; Λάθος! Οἱ ἁμαρτίες σας,  ὑψώνουν τεῖχος ἀνάμεσα σ᾿ ἐσᾶς καὶ στὸν Θεό, καὶ γιὰ τὶς ἀνομίες σας ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπό του ἀπὸ σᾶς γιὰ νὰ μὴ σᾶς ἐλεήσει. Τὰ χέρια σας ἔχουν λερωθεῖ μὲ αἷμα καὶ μὲ τὴν ἀνομία τὰ δάκτυλά σας· ψέματα λένε τὰ χείλη σας, καὶ ἀδικίες ἡ γλώσσα σας. Κανεὶς δὲν μιλάει δίκαια, οὔτε ὑπάρχει κρίση καὶ ἀπονομὴ δικαιοσύνης ἀληθινή· ἔχουν στηριγμένη τὴν πεποίθησή τους στὰ εἴδωλα καὶ λαλοῦν ψευδῆ καὶ ἀνυπόστατα, διότι συλλαμβάνουν καὶ κυοφοροῦν καὶ γεννοῦν κατόπιν σκέψεως τὴν παρανομία. Κλωσᾶνε αὐγὰ ὀχιᾶς καὶ ὑφαίνουν νῆμα ἀράχνης. ῞Οποιος πῆρε νὰ φάει ἀπὸ τὰ αὐγὰ αὐτὰ ὅταν τὰ συνέτριψε, βρῆκε θανατηφόρο περιεχόμενο, διότι μέσα στὸ αὐγὸ ὑπῆρχε δηλητηριώδης ὄφις βασιλίσκος· τὰ νήματα ποὺ ὑφαίνουν δὲν εἶναι κατάλληλα γιὰ ὑφάσματα, οὔτε μπορεῖ κανεὶς νὰ ντυθεῖ μὲ τὰ ὑφαντὰ αὐτά. Οὔτε αὐτοὶ ποὺ ἐργάζονται ἔργα ὅμοια μὲ τὸν ἰστὸ τῆς ἀράχνης, θὰ ντυθοῦν ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ θὰ παραμείνουν γυμνοί· διότι τὰ ἔργα τους εἶναι ἔργα ἀνομίας.Τρέχουν τὰ πόδια τους γιὰ τὸ κακό, σπεύδουν ὅταν εἶναι νὰ σκοτώσουν ἀθῶο. Οἱ σκέψεις τους εἶναι ἁμαρτωλές· συντρίμμια καὶ καταστροφὴ ἀφήνουν στὸ διάβα τους. Δὲν ξέρουν εἰρήνη τὶ θὰ πεῖ, στὰ ἔργα τους δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει. Τὸν δρόμο τῆς ζωῆς τους τὸν διαστρέβλωσαν καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν δὲν βρίσκουν τὴν γαλήνη. Γιὰ τοῦτο εἶναι ὁ Κύριος μακρυά τους, καὶ ἡ ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεών του ἀργεῖ. Περίμεναν τὸ φῶς, μὰ νά, παντοῦ σκοτάδι· περίμεναν διαύγεια καὶ ὅμως βαδίζουν στὰ σκοτεινά. Τὸν τοῖχο ψηλαφοῦν σὰν τυφλοί, ὡσὰν ἀόμματοι καταμεσήμερο σκοντάφτουν ὅπως τὴν νύχτα. Θὰ στενάζουν σὰν ἄνθρωποι ποὺ πεθαίνουν. ῞Οπως ἡ ἄρκτος καὶ ἡ περιστερὰ στενάζουν, ὅταν τοὺς παίρνουν τὰ μικρά τους, ἔτσι καὶ αὐτοὶ θὰ διέρχονται τὴν ζωή τους. Θὰ λένε, περιμέναμε ἀπόδοση δικαιοσύνης καὶ δὲν ὑπάρχει, ἡ σωτηρία ἔχει ἀπομακρυνθεῖ πολὺ ἀπὸ μᾶς. Εἶναι μπροστά σου, Κύριε, πολλὴ ἡ παρανομία μας καὶ οἱ ἁμαρτίες μας εἶναι ἐκεῖνες ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ σὲ πλησιάσουμε. Πράγματι οἱ ἀνομίες μας βρίσκονται μέσα μας, ἀναγνωρίζουμε καὶ ὁμολογοῦμε τὶς ἀδικίες μας» (Ἡσαΐου νθ΄, 1-12). ῞Ομως ἡ ἀποστασία τοῦ ἀνθρώπου δὲν κατέστη ἱκανὴ νὰ ματαιώσει τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἀμέσως μετὰ τὴν πτώση ἀνοίγει μιὰ παρένθεση μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ πρώτου ἱερέως Μελχισεδέκ ποὺ θὰ κλείσει στὴν ᾿Αποκάλυψη, ὅπου ὅλοι οἱ πιστοί γίνονται ἱερεῖς καὶ ὅπου ναός, χῶρος δηλαδή, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεὸ μέσω τοῦ ἱερέως, ἐπίσης δὲν ὑπάρχει. Στὴν ἄνω ῾Ιερουσαλήμ, στὴν πόλη τοῦ Θεοῦ, ἀποκαθίσταται ἐλεύθερη καὶ προσωπικὴ ἐπικοινωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ἀκούγεται φωνὴ μεγάλη ἀπὸ τὸν οὐρανό·  «Τώρα πιὰ ἡ κατοικία τοῦ Θεοῦ εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ κατοικήσει μαζί τους καὶ αὐτοὶ θὰ ἀποτελοῦν τὸν λαό του. ῾Ο ἴδιος ὁ Θεὸς θὰ εἶναι μαζί τους» (Ἀποκαλύψεως κα΄, 3).

22 Ἰουνίου 2023

Ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες

«Ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες».

(Ἰωάννου α΄, 16)

Ἡ λέξη «πλήρωμα», πού φέρνει στό νοῦ τήν τελειότητα µέσα στήν ἀφθονία, ταιριάζει ἰδιαίτερα γιά νά ἐκφράσει τή σωτηριώδη δύναμη τοῦ Χριστοῦ, πού ἔλαβε κάθε ἐξουσία στόν οὐρανό καί στή γῆ. 'Ωστόσο αὐτό τό οὐσιαστικό, τό «πλήρωμα», παρουσιάζει στήν ἁγία Γραφή µεγάλη ποικιλία νοημάτων: ἀρχικά ἐκφράζει εἴτε τό περιεχόµενο πού γεμίζει κάποιο χῶρο, τή θάλασσα,[i] ἤ τή γῆ,[ii] εἴτε αὐτό πού συμπληρώνει κάτι ἄλλο.[iii] Δηλώνει ἐπίσης τό περιέχον ἤ τήν ὁλότητα,[iv] τήν ἀφθονία,[v] τήν ἐκπλήρωση.[vi]

Ι. Τό πλήρωμα τοῦ χρόνου. -Ὅπως γιά τήν ᾿Ελισάβετ[vii]  καί γιά τή Μαρία[viii] «πληροῦνται αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν», ἔτσι καί γιά τόν κόσμο «πεπλήρωται ὁ καιρὸς»,[ix] καί μπορεῖ νά μιλάει κανείς γιά τό πλήρωμα τῶν μεσσιανικῶν καί ἐσχατολογικῶν χρόνων.[x] Αὐτό τό μέτρο πού ἐπιτέλους συμπληρώθηκε, σάν τό περιεχόμενο μιᾶς γεμάτης κλεψύδρας, δέν ἀντιστοιχεῖ σέ μιά «ψριμότητα ἤ σέ µιά τελείωση πού πέτυχαν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά σ᾽ ἕνα χρόνο προσδιορισµένο ἀπό τό Θεό, Σ᾽ αὐτό τό χρόνο ὁ ᾿Ιησοῦς «πληροῖ» (ἐκπληρώνει) τίς προφητεῖες.

2. Τό πλήρωμα πού κατοικεῖ στό Χριστό. -  Ὁ Θεός εὐδόκησε «πᾶν τὸ πλήρωμα κατοικῆσαι» στόν ἀναστημένο Χριστό.[xi] Γιά τήν ἐξήγηση αὐτῆς τῆς ἐκφράσεως ἀξίζει νά ἀναφερθοῦν δύο ἑρμηνεῖες, ἀνάμεσα σὲ ἄλλες. Σύµφωνα µέ τήν πρώτη, τήν πιό στατική, τό «πλήρωμα» εἶναι τό σύμπαν πού τό γεμίζει ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Στήν περίπτωση αὐτή, ὁ Παῦλος ἴσως νά εἶχε ἐπηρεαστεῖ ἀπό τόν ἐκλαϊκευμένο στωϊκισμό καί συγχρόνως ἀπό τό σοφιολογικό περιβάλλον. Ἡ Σοφία πράγματι «πεπλήρωκε τήν οἰκουμένην καὶ συνέχει τὰ πάντα».[xii] Σύμφωνα μέ μιά δεύτερη πιό δυναμική ἑρμηνεία, ὁ Παῦλος ἴσως ἀπηχεῖ ἅλλες εἰκόνες τῆς σοφιολογικῆς γραμματείας: ἡ Σοφία, ὅπως τά νερά τῶν πιό μεγάλων ποταμῶν, κυλᾶ ὁρμητικά, ξεχειλίζει καί διαχύνεται. Πιό ἀπέραντη κι ἀπό τή θάλασσα, πιό µεγάλη κι ἀπό τήν ἄβυσσο. πληροῖ τό σοφό, κι αὐτός, ἀρχικά ἁπλός παραπόταμος, μεταβάλλεται στή συνέχεια ὁ ἴδιος σέ ποταμό καί σέ θάλασσα.[xiii] ᾿Εξάλλου ὁ Θεός ὅρισε τή Σοφία νά κατοικεῖ στόν Ἱσραήλ.[xiv] ᾿Αλλά, ἀκριβῶς στό Χριστό, στόν ὁποῖο κατοικεῖ ὅλο τό Πλήρωμα,[xv] βρίσκονται κρυμμένοι ὅλοι οἱ θησαυροί τῆς Σοφίας.[xvi] Αὐτοί οἱ θησαυροί δέν ἔχουν τίποτε τό κοινό µέ τά πλούτη πού μαζεύονται καί διατηροῦνται ἄπληστα, ἀλλά μοιάζουν µέ τά τρεχούμενα νερά πού σκορπιοῦνται, εἶναι πληρότητα ζωῆς πού βρίσκεται σέ ἀντίθεση μέ τό κενό τοῦ θανάτου,[xvii] λυτρωτική δύναµη ὑπεράφθονη πού ἀπορρέει ἀπό τό Ὄνομα πού βρίσκεται πάνω ἀπό κάθε ὄνομα.[xviii] Αὐτή ἡ ὑπεραφθονία διαφαίνεται παντοῦ στίς ἐπιστολές τοῦ Παύλου. εἰδικά στά πιό λυρικά κείµενα.[xix] Διαλάμπει ἐντελῶς ἰδιαίτερα στόν ὕμνο τῆς ἐπιστολῆς πρός ᾿Εφεσίους, ὅπου τό ἀνεξάντλητο ὕφος προσπαθεῖ νά ἐκφράσει τόν ὑπερβάλλοντα πλοῦτο τῆς χάριτος μέ τήν ὁποία ὁ Θεός μᾶς πληροῖ «ἐν τῷ ἠγαπημένῳ αὐτοῦ Υἱῷ».

3. Ἡ ᾿Εκκλησία, πλήρωμα τοῦ Χριστοῦ. - «Ἐν τῷ Χριστῷ», ὁ ὁποῖος εἶναι τό πλήρωμα τῆς θείας παντοδυναµίας,[xx] οἱ πιστοί μετέχουν σ᾽ αὐτή τήν πληρότητά του.[xxi] Πράγματι, ἡ αἰώνια ζωή καί ὁ ὑπεράφθονος ἁγιασμός πού «κατοικοῦν» στό ἔνδοξο σῶμα τοῦ Χριστοῦ[xxii] μεταδίδονται στήν ᾿Εκκλησία πού γίνεται τό Σῶμα του. Γι᾿ αὐτό ἤδη ἀπό τώρα ἡ ᾿Εκκλησία μπορεῖ νά ὀνομάζεται τό πλήρωμα τοῦ Χριστοῦ.[xxiii] Οἱ δύο αὐτοί ὅροι «Σῶμα» καί «Πλήρωμα» δέ χαρακτηρίζουν τό σύμπαν, ἀλλά µόνο τήν ᾿Εκκλησία. Ἡ ᾿Εκκλησία, μολαταῦτα, πρέπει ἀκόμη νά ἀναπτυχθεῖ γιά νά φθάσει στό µέτρο τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ.[xxiv] Αὐτή ἡ αὔξηση θά γίνει σέ βάθος,[xxv] καί συγχρόνως σέ ἕκταση. Πράγματι, ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι προορισµένη νά ἁπλωθεῖ σ᾿ ὁλόκληρη τή δηµιουργία πού στενάζει ἀναμένοντας,[xxvi] γιά νά συγκεντρώσει τά πάντα καί νά σώσει τά πάντα: ἔτσι προοδευτικά, διά μέσου αὐτῆς, ὁ Χριστός γεμίζει τό σύμπαν μέ τό πλήρωμά του.[xxvii]

Ὁ εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης, στόν πρόλογο τοῦ εὐαγγελίου του, ἐπαναλαμβάνει μέ ἁπλούστερους ὅρους αὐτή τή διδασκαλία: μέσα στή δόξα του, ὁ μονογενής Υἱός «πλήρης χάριτος καί ἀληθείας»[xxviii] σκορπίζει στούς ἀνθρώπους τήν ἀνεξάντλητη ἀφθονία τῆς θείας εὔνοιάς του. «Ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες».[xxix]

[i] Α΄ Παραλειπομένων 16,32.

[ii] Ψαλμοῦ 23,1: Βλ Α΄,  Πρός Κορινθίους 10,26.

[iii] Ματθαίου 9, 16: Μάρκου 2,21. Πρός Κολοσσαεῖς 1,24.

[iv] Πρός Ρωμαίους 11,12.

[v] Πρός Ρωμαίους 15,29.

[vi] Πρός Ρωμαίους 13,10.

[vii] Λουκᾶ 1,57.

[viii] Λουκᾶ 2,6.

[ix] Μάρκου 1, 15.

[x] Πρός Γαλλατας 4,4. Πρός  Ἐφεσίους 1,10.

[xi] Πρός Κολοσσαεῖς 1,19.

[xii] Σοφία Σολομῶντος 1,7.

[xiii] Σοφία Σειράχ 24,23-31: βλ Παροιμιῶν 8,12 καί ἑξ.

[xiv] Σοφία Σειράχ 24,8-12.

[xv] Πρός Κολοσσαεῖς 1,19 καί 2,9.

[xvi] Πρός Κολοσσαεῖς 2,3.

[xvii] Πρός Φιλιππησίους 2,7.

[xviii] Πρός Φιλιππησίους 2,9.

[xix] Ὅπως: Πρός Ρωμαίους 5,15-21. 8,31-39. 11,33.36. Πρός Φιλιππησίους 2,9 καί ἑξῆς.

[xx] Πρός Κολοσσαεῖς 19. 2,9.

[xxi] Πρός Κολοσσαεῖς 2, 10 καί Πρός Ἐφεσίους 3,19.

[xxii] Πρός Κολοσσαεῖς 2,9.

[xxiii] Πρός Ἐφεσίους 1,23.

[xxiv] Πρός Ἐφεσίους 4,13.

[xxv] Βλ. Πρός Ἐφεσίους 4,14 καί ἑξ.

[xxvi] Βλ. Πρός Ρωμαίους 8,19-23.

[xxvii] Πρός Ἐφεσίους 1,20 καί ἑξ. 4,10.

[xxviii] Ἰωάννου 1, 14.

[xxix] Ἰωάννου 1, 16.

9 Ἰουνίου 2023

Ὀφθήσεται ἡ δόξα Κυρίου

«Ὀφθήσεται ἡ δόξα Κυρίου»

 (Ἡσαΐου µ΄, 5, νβ΄ 8, ξ΄, 1).

Oἱ σύγχρονοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ βλέποντας τόν Ἰησοῦ Χριστό νά κυκλοφορεῖ ἀνάµεσά τους, νά θαυµατουργεῖ, νά διδάσκει κατελαµβάνονταν ἀπό θαυµασµό καί διετύπωναν τό ἐρώτηµα «τίς ἐστιν οὗτος;».

Τό ἐρώτηµα αὐτό παραµένει ἐπίκαιρο ὡς διαχρονικό. Σ' αυτό δίδεται µιά ἀπάντηση, ἀπό τούς Εὐαγγελιστές.

Mέ τό µυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁλοκληρώθηκε ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ὁρατό καί ἀόρατο κόσµο.

1. Ὁ ἀποκαλυπτόµενος σταδιακά Θεός

Μελετώντας βαθειά τίς Ἅγιες Γραφές διαβάζουµε ὅτι ὁ Θεός εἶναι κρυµµένος (Ἡσαΐου µε΄, 15), ἀόρατος «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», (Πρός Τιµόθεον Α΄, στ΄ 16) πού γίνεται ἀκόµα πιό ἀπρόσιτος, ἀφοῦ µέ τήν ἁµαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τήν οἰκειότητα µαζί Του.

Ἡ οἰκονοµία τοῦ Θεοῦ εἶναι µυστήριο (Ἀµώς γ΄, 7). Κατευθύνει τά διαβήµατα τοῦ ἀνθρώπου χωρίς αὐτός νά ἀντιλαµβάνεται τόν δρόµο (Παροιµιῶν κ΄, 24). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀσχολεῖται µέ τά αἰνίγµατα τῆς ὑπάρξεώς του (Ψαλµ. οα΄, 21 καί ἑξῆς), δέν µπορεῖ νά βρεῖ ἀπό µόνος του τίς ἀναγκαῖες λύσεις. Χρειάζεται νά στραφεῖ πρός Ἐκεῖνον στόν Ὁποῖον ἀνήκουν «τὰ κρυπτά» (Δευτερονοµίου κθ΄, 28) γιά νά φανερώσει τά ἀκατάλυπτα µυστήρια (Δανιήλ β΄, 17 καί ἑξῆς) γιά νά τόν καταστήσει ἱκανό, νά τοῦ ἐπιτρέψει νά δεῖ «τὴν δόξαν Του» (Ἐξόδου λγ΄, 18).

Ἀλλά πρίν ἀκόµα ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ πρός Αὐτόν, ὁ Θεός ἀναλαµβάνει τήν πρωτοβουλία νά τόν ἀναζητήσει, νά ἐπικοινωνήσει µαζί του καί νά τοῦ µιλήσει πρῶτος.

Ἡ κίνηση αὐτή τοῦ Θεοῦ νά συναντήσει τόν πεσόντα ἄνθρωπο µετά τήν διακοπή τῆς κοινωνίας µαζί Του, ἕνεκα τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς Του πού ἀρχίζει εὐθύς ἀµέσως µετά τήν διάπραξη τῆς ἁµαρτίας τῆς παραβάσεως τοῦ θελήµατός Του. Καλεῖ τόν Ἀδάµ «Ἀδὰµ ποῦ εἶ;» (Γενέσεως γ΄, 9).

Μάλιστα δέ ὄχι µόνο ἀναζητεῖ τόν παραβάτη Ἀδάµ ἀλλά καί ἀργότερα ὅταν ὁ Κάϊν φονεύει τόν ἀδελφό του Ἄβελ ὁ Θεός σηµαδεύει τόν ἀδελφοκτόνο µέ ἕνα διακριτικό στό στόµα του γιά νά µή τόν σκοτώσει ὅποιος τόν συναντήσει (Γενέσεως δ΄, 14-16).

Ἔκτοτε καθώς ὁ ἄνθρωπος ἀποµακρυνόταν ἀπό τόν Θεό βυθιζόταν στήν ἄγνοια καί περιέπιπτε στήν εἰδωλολατρεία καί στήν ἠθική ἐξαθλίωση (Πρός Ρωµαίους α΄, 21-32). Ὁ Θεός ὅµως δέν ἀνεχόταν τό δηµιούργηµά Του ὁ ἄνθρωπος νά τυραννεῖται ἀπό τούς δαίµονες ὅπως πολύ ὡραῖα ἀναφέρει ἡ εὐχή στήν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἁγιασµοῦ: «Οὐ γὰρ ἔφερες Δέσποτα διά σπλάχνα ἐλέους σου, θεάσθαι ὑπό τοῦ διαβόλου τυραννούµενον τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ' ἦλθες καὶ ἔσωσας ἡµᾶς. Ὁµολογοῦµεν τὴν χάριν. Κηρύττοµεν τὸν ἔλεον. Οὐ κρύπτοµεν τὴν Εὐεργεσίαν».

Ἔτσι ὁ Θεός σχεδιάζει τόν τρόπο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου µέ τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, πού ἀποτελεῖ τήν ὁλοκλήρωση τῆς ἀποκαλύψεώς Του.

2. Ἡ προετοιµασία καί ἡ προτύπωση τῆς ἀποκαλύψεως

Τό ἀντικείµενο τῆς θείας ἀποκαλύψεως εἶναι πάντα θρησκευτικῆς φύσεως.

α΄. Ὁ Θεός ἀποκαλύπτει τά σχέδιά Του πού χαράζουν γιά τόν ἄνθρωπο τήν ὁδό τῆς σωτηρίας.

Γεννηµένος ὁ ἄνθρωπος ἁµαρτωλός δέν γνωρίζει κἄν τί ἀκριβῶς θέλει ὁ Θεός ἀπ' αὐτόν. Ὁ Θεός τοῦ ἀποκαλύπτει λοιπόν κανόνες συµπεριφορᾶς. Ὁ Λόγος Του παίρνει τήν µορφή διδασκαλίας καί Νόµου (Ἐξόδου κ΄, 1 καί ἑξῆς) κι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ «φανερά ρήµατα» (Δευτερονοµίου κθ΄, 28). Παρόµοια καί οἱ θεσµοί τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ κοινωνικοί (Ἀριθµῶν ια΄ καί ἑξῆς), πολιτικοί (Α΄ Βασιλειῶν θ΄, 17), ὅπως βεβαίως καί λατρευτικοί (Ἐξόδου κε΄ 40) ἀποτελοῦν ἀντικείµενο ἀποκαλύψεως.

Μολονότι οἱ θεσµοί αὐτοί διατηροῦν τόν προσωρινό χαρακτῆρα τους, ὅπως καί ὁλόκληρο τό καταστατικό τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀποκτοῦν θετική σηµασία γιά τήν ἐκπλήρωση τῆς σωτηρίας στήν Καινή Διαθήκη.

Ἐξ ἄλλου ὁ Θεός ἀποκαλύπτει στόν λαό Του τό νόηµα τῶν γεγονότων πού ἀποτελοῦν τήν ζωή του. Αὐτά τά γεγονότα εἶναι ὁρατό ὑφάδι τῆς οἰκονοµίας τῆς σωτηρίας. Προετοιµάζουν τήν τελική πραγµατοποίησή της καί ἤδη τήν προτυπώνουν.

Μέ αὐτή τή διπλή ἔννοια (τῆς προτυπώσεως καί τῆς πραγµατοποιήσεως) τά γεγονότα τῆς φανερώσεως τοῦ Θεοῦ ἔχουν µία κρυφή ὄψη πού δέν µπορεῖ νά τήν ἀνακαλύψει τό ἄνθρώπινο µάτι. «Διότι οὐ µὴ ποιήσῃ Κύριος ὁ Θεὸς πρᾶγµα ἐὰν µὴ ἀποκαλύψῃ παιδείαν αὐτοῦ πρὸς τοὺς δούλους του τοὺς προφήτας»  (Ἀµώς γ΄, 7).  Ἱστορικοί, προφῆτες, ψαλµωδοί καί σοφοί ἐνδιαφέρονται µέ ζῆλο γι' αὐτή τήν θρησκευτική ἑρµηνεία τῆς ἱστορίας πού γεννιέται ἀπό τήν συνάντηση τοῦ θείου Λόγου µέ τά γεγονότα πού τά θέλησε καί τά κατευθύνει ὁ Θεός. Τά γεγονότα τῆς ἱστορίας ἐπιβεβαιώνουν τόν Λόγο καί ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους στήν πίστη, ἐπειδή ἔχουν ἰσχύ σηµείων (Ἐξόδου ιγ΄, 30 καί ἑξῆς). Ὁ Λόγος φωτίζει τά γεγονότα πού τά ἀποσπᾶ ἀπό τήν καθηµερινή κοινότυπη τύχη (Ἰερεµίου λδ΄, 4-11· Ἡσαΐου µε΄, 1-6) γιά νά τά ἐντάξει µέσα σ' ἕνα ἀµετάκλητο σχέδιο, ὅπως τό διακηρύσσει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός «ποιήσω καὶ τίς ἀποστρέψει αὐτό;» (Ἡσαΐου µγ΄, 13). Οὐδείς δύναται νά µαταιώσει τά σχέδια καί τίς ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ.

Οἱ «ἔσχατοι καιροί» ἀποτελοῦν τήν ἐσχατολογική Διαθήκη. Σ' αὐτούς τούς καιρούς θά ἀποκαλυφθοῦν τά µυστήρια τοῦ Θεοῦ.

β΄. Ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται καί ὁ ἴδιος µέσα ἀπ' ὅσα ἐκτελεῖ ἐδῶ στήν γῆ.

Ἡ δηµιουργία Του ἀποκαλύπτει ὅλη τήν σοφία καί τήν παντοδυναµία Του (πρός Ρωµαίους α΄, 19-20). Ἡ ἀποκάλυψη ἐπιτρέπει στόν λαό τοῦ Θεοῦ νά ἀντιλαµβάνεται ἀναλογικά τόν Δηµιουργό µέσα ἀπό τήν µεγαλοπρέπεια καί τό κάλλος τῶν δηµιουργηµάτων (Σοφίας Σολοµῶντος ιγ΄, 3 καί ἑξῆς).

Ὡστόσο ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται κυρίως στήν Ἱστορία τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ µέ ἰδιαίτερο τρόπο. Οἱ πράξεις Τόν ἀποδεικνύουν Ποιός εἶναι:

Ὁ φοβερός Θεός πού κρίνει καί µάχεται.

Ὁ εὔσπλαγχνος Θεός πού παρηγορεῖ καί θεραπεύει (Ἡσαΐου µ΄, 1).

Ὁ ἰσχυρός Θεός πού ἀπελευθερώνει καί νικᾶ.

Ὁ Θεός εἶπε στόν Μωϋσῆ τό ὄνοµά Του: «Κύριος ὁ Θεὸς οἰκτίρµων καὶ ἐλεήµων, µακρόθυµος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός». Ὁ βιβλικός αὐτός ὁρισµός τοῦ Θεοῦ (Ἐξόδου λδ΄, 6 καί ἑξῆς) δέν εἶναι ἀποτέλεσµα φιλοσοφικῶν στοχασµῶν, ἀλλά βιωµατικῆς ἐµπειρίας.

Αὐτή ἡ συγκεκριµένη γνώση µέ τήν ἐµβάθυνση πού τῆς δίνουν οἱ αἰῶνες, καθορίζει τήν στάση πού πρέπει νά τηρήσουν οἱ ἄνθρωποι ἀπέναντί Του. Πίστη καί ἐµπιστοσύνη, φόβο καί ἀγάπη.

Ὁ Θεός στήν Παλαιά Διαθήκη ἀποκαλύπτει τό ἐσώτερο µυστικό τοῦ Εἶναι Του, δηλαδή τῆς ὑπάρξεώς Του.

Οἱ ἄνθρωποι δέν διεισδύουν ἀκόµα στά µύχια τοῦ Εἶναι Του, ἀλλά διαφωτίζονται ἤδη ἀπό τόν Λόγο Του, ἀπό τό ἔργο τῆς Σοφίας Του καί ἁγιάζονται ἀπό τό Πνεῦµα Του. Στούς «ἐσχάτους καιροὺς» θά κάνει ἀκόµη περισσότερα. Τότε «ὀφθήσεται ἡ δόξα Κυρίου καὶ ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ ὅτι Κύριος ἐλάλησε» (Ἡσαΐου µ΄, 5, νβ΄ 8, ξ΄, 1).

Αὐτή εἶναι ἡ ὑψίστη ἀποκάλυψη τῆς ὁποίας ὁ τρόπος δέν ἀποκαλύπτεται ἀπό πρίν. Εἶναι ἡ µεγάλη ἡµέρα ἡ ἔνδοξος καί ἐπιφανής, ὅταν δηλαδή ὁ Θεός θά ἐµφανισθεῖ µέ ὅλη τήν θεϊκή δόξα, δύναµη καί µεγαλοπρέπεια ἐνώπιον τοῦ Ὁποίου  θά προσκυνήσουν Ἄγγελοι, Ἄνθρωποι καί Δαίµονες.

1 Ἰουνίου 2023

Ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς

Ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς

 

«Προσδοκία αἰωνιότητος»

Ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς (ἡμέρας) ὀφείλει τὸ ὄνομά της στὸ ὅτι αὐτή ἑωρτάζοταν πεντήκοντα (50) ἡμέρες μετὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Ἀζύμων. Τὸ ὄνομα τοῦτο δὲν ἀπαντᾶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη παρὰ µόνον στὰ Δευτεροκανονικὰ αὐτῆς βιβλία[1], στὸν Φίλωνα[2] καί στὸν Ἰώσηπο[3]. Στήν Παλαιά Διαθήκῃ ἡ ἑορτὴ αὐτή καλεῖται «ἑορτὴ τῶν ἑβδομάδων»[4]  ἢ «ἑορτὴ τῆς συγκομιδῆς τῶν πρωτογεννηµάτων»[5], Ρητῶς ὁ νόμος ἐπιτάσσει, ὅπως μετὰ τὴν ἑορτὴ τῶν ἀζύμων ἀριθμήσουν ἑπτὰ ἑβδομάδες καὶ τὴν 50ὴν ἡμέραν τελέσουν τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς[6]. Στοὺς βραδυτέρους χρόνους τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ συνεζητεῖτο ἡ ἀφετηρία τῆς ἀριθμήσεως τῶν ἑπτὰ ἑβδομάδων. Καὶ οἱ μὲν Φαρισαῖοι, ἑρμηνεύοντες τὸ Λευϊτ. 23,15. «καὶ ἀριθμήσετε ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τοῦ Σαββάτου», ἐξελάμβαναν ὡς ἀφετηρία τὴν ἐπαύριον τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, δηλαδή τὴν 16ην Nisssan, ἐνῷ οἱ Σαδδουκαῖοι ἀριθμοῦσαν τίς ἑβδομάδες ἀπὸ τό ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου μετὰ τὸ Πάσχα, ὥστε πάντοτε ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς νὰ πέφτει τὴν ἐπαύριο τοῦ Σαββάτου, Κυριακὴν  γιά ἐμᾶς. Ἐκ τοῦ Φίλωνος[7] καὶ τοῦ Ἰωσήπου[8] φαίνεται ὅτι ἐπικρατέστερη στήν πράξη ἦταν ἡ ἀρίθμηση τῶν Φαρισαίων.

Ἡ ἑορτὴ ξεκινοῦσε εὐθὺς ὅταν ἄρχιζε ὁ θερισμὸς τῶν σιτηρῶν ἤ, ὅπως κατά τό Δευτ. 16,9 λέγει, «εὐθὺς ὡς ἤρχιζε τὸ δρέπανον νὰ θερίζῃ τοὺς στάχεις». Κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτή προσέφεραν στὸ ναό, στόν Θεό, µέρος τῶν πρωτογεννηµάτων ὡς ἔκφραση εὐχαριστίας πρὸς Αὐτὸν γιὰ τὴν συντελεσθεῖσα παραγωγή τοῦ ἀγροῦ. Τὸν σκοπὸ τῆς ἑορτῆς ὁρίζει ἐπακριβῶς τὸ Δευτ. 16,3 ἑξῆς.  Δὲν ἦταν µόνο εὐχαριστία γιὰ τοὺς καρπούς, ἀλλὰ καὶ ἀνάμνηση, ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε στοὺς Ἰσραηλῖτες τὴν γῆν αὐτή τὴν «ρέουσαν μέλι καὶ γάλα»[9]. Ἡ ἑορτὴ ἑπομένως εἶχε γεωργικὸ χαρακτῆρα καὶ θὰ ἀνεπτύχθηκε κυρίως μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Ἰσραηλιτῶν στὴν Παλαιστίνη. Ἡ ἑορτὴ αὐτή, ἡ ὁποία δὲν εἶχε βεβαίως τὴν σηµασία καὶ τὴν αἴγλη τῶν ἄλλων μεγάλων ἑορτῶν τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Σκηνοπηγίας, ἀπετέλοῦσε ὅμως ἡμέρα ἀργίας[10] καὶ διοργανώνονταν κατ’ αὐτὴν Ἱεραποδημίες, κατὰ τίς ὁποῖες οἱ Ἱεραπόδημοι ἔφεραν τίς ἀπαρχές τῶν πρωτογεννηµάτων. Ὅταν οἱ ἱεραπόδημοι πλησίαζαν στὸν ναό, ἐξέρχονταν οἱ ἱερεῖς, ψάλλοντες καταλλήλους ἑορταστικοὺς ψαλμούς, καὶ παρελάμβαναν τίς ἀπαρχές τῶν πρωτογεννηµάτων, τίς ὁπιοῖες ἀπέθεταν πρὸ τοῦ θυσιαστηρίου, ἐνῶ οἱ ἱεραπόδημοι προσκυνοῦσαν καὶ προσέφεραν ὕστερα τές νενοµισµένες θυσίες[11]. Κατὰ τὴν ἑορτὴν αὐτή προσφέρονταν δύο ἄρτοι ἀπό σιµιγδάλι ζυμωμένοι, ἑπτὰ ἀμνοὶ τέλειοι καί ἐνιαύσιοι, ἕνας µόσχος, δύο κριοί, ἕνας τράγος καὶ δύο ἀμνοὶ ἐνιαύσιοι σέ θυσίαν[12].

Ὅταν  ὁ ναὸς τῶν Ἱεροσολύμων κατεστράφηκε τό 70 μ.Χ., τότε δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γίνει ἡ προσφορά τῶν πρωτογεννηµάτων. Γι’ αὐτό καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς προσέλαβε ἄλλο περιεχόµενο, δηλαδή τὴν ἀνάμνηση τῆς δοθείσης στό Σινᾶ νομοθεσίας. Πρῶτες ἐνδείξεις τούτου ἔχουμε κατὰ τὸν 2ο μ.Χ. αἰῶνα. Ἡ ἴδια παράδοση ἐπικρατεῖ  ἔκτοτε καὶ στήν ραββινική γραμματεία. Καὶ σήμερα ἡ ἑορτὴ αὐτή τελεῖται στούς Ἰσραηλῖτες σέ ἀνάμνηση τῆς δοθείσης νομοθεσίαα στὸν Μωυσῆν. Ἡ ἑορτή αὐτή  ἑορτὴ δέν ἔχει κανένα κοινὸν μετὰ τῆς Χριστιανικῆς Πεντηκοστῆς.

* * * * *

Στήν Ἐκκλησία ἡ ἑορτή ἀποκτᾶ νέο νόημα.

Στόν Μέγα Ἀθανάσιο συναντᾶμε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ συμβολισµό, σύµφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Πεντηκοστὴ γίνεται ὁ τύπος τῆς αἰώνιας ζωῆς: «Ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ Χρόνος εἶναι τὸ σύμβολο τοῦ μέλλοντος χρόνου, γιορτάζοντας τὴ Μεγάλη Κυριακὴ παίρνοµε ἀπὸ δῶ τὸν ἀρραβώνα γιὰ τὴ μέλλουσα. Ὅταν θὰ ἀποδημήσομε ἀπὸ τούτη τὴ ζωή, τότε θὰ γιορτάσοµε τὴ γιορτὴ μαζὶ μὲ τὸν Κύριο στὴν πληρότητά της»[13]. Τὸ θέµα αὐτὸ τῆς Πεντηκοστῆς ὡς τύπου τῆς αἰώνιας ζωῆς ἐπαναλαμβάνεται συχνὰ στὸν ᾿Αθανάσιο: «Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες θὰ γιορτάσοµε μὲ ἐπισημότητα τὴν ἁγία Πεντηκοστή, ὁ κύκλος ἡμερῶν τῆς ὁποίας συμβολίζει τὸν κόσμο τοῦ μέλλοντος, στὸν ὁποῖο θὰ αἰνοῦμε ζώντας μαζί μὲ τὸ Χριστό, τὸ Θεὸ τῆς οἰκουµένης»[14]. Γιὰ τὸν ᾿Αθανάσιο ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι σαφής τύπος τῆς αἰώνιας ζωῆς. Δὲν φαίνεται ὅμως πῶς ἀκριβῶς προκύπτει ὁ συμβολισμὸς αὐτός.

Αὐτὸ μᾶς ξεκαθαρίζει ὁ Μέγας Βασίλειος ἐξηγώντας στὸ Περὶ Ἁγίου Πνεύματος ὅτι ὑπάρχουν πολλὲς συνήθειες στὸ χριστιανισµό, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ παράδοση, τῶν ὁποίων ὅμως οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν ξεχάσει πιὰ τὴ σημασία. Ἔρχεται καὶ στὸ θέµα τῆς Πεντηκοστῆς: «Ὁλόκληρη ἡ περίοδος τῶν πενήντα ἡμερῶν (Πεντηκοστὴ) μᾶς φέρνει στὸ νοῦ τὴν ἀνάσταση καί προσδοκοῦμε τὴν αἰωνιότητα. Ἡ µία αὐτὴ καὶ πρώτη ἡμέρα, ἂν πολλαπλασιαστεῖ ἑπτὰ φορὲς ἐπὶ ἑπτὰ μᾶς δίνει τὶς ἑπτὰ ἑβδομάδες τῆς Πεντηκοστῆς, γιατὶ ἀρχίζοντας στὴν πρώτη καὶ τελειώνοντας στὴν πεντηκοστὴ ξετυλίγεται πενήντα φορὲς σὲ διαστήματα ὁμοίων ἡμερῶν. Ἔτσι ἀποδεικνύει κάποια ὁμοιότητα μὲ τὴν αἰωνιότητα, γιατὶ τελειώνει ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ ἀρχίζει μὲ κυκλοτερὴ κίνηση. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, οἱ κανόνες τῆς ᾿Εκκλησίας μᾶς ἔμαθαν νὰ κρατᾶμε τὴν ὄρθια στάση στὴν προσευχή γιὰ νὰ δείξουν ὅτι τὸ ἀνώτερο τµῆµα τῆς ψυχῆς µας πρέπει νὰ ἀποδημήσει μακριὰ ἀπὸ τὸ παρὸν πρὸς τὸ μέλλον»[15].

Γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, ὅπως καὶ γιὰ τὸν Μέγα ᾿Αθανάσιο, ἡ Πεντηκοστὴ συµβολίζει τὴν ᾽Ανάσταση. Καὶ συµβολίζει τὴν ᾿Ανάσταση, ἐπειδὴ εἶναι ἡ ὄγδοη ἡμέρα. Σύµφωνα μὲ τὴ λογικὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου συνίσταται στὴν ἐπανάληψη σὲ διάστηµα ἑπτὰ ἐπὶ ἑπτὰ ἡμερῶν τῆς πρώτης ἡμέρας ποὺ ἐγκαινιάζει τὴ γιορτή ἡμέρα ποὺ εἶναι Κυριακή, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ὄγδοη. Ἡ Πεντηκοστὴ ἐμφανίζεται σὰν νὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ πενήντα Κυριακές[16]. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ Μεγάλη Κυριακὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος. Ἡ Κυριακή λοιπὸν εἶναι ἀνάμνηση τῆς ᾽Ανάστασης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τύπος τῆς μελλοντικής ἀνάστασης. Στὸ µέτρο ποὺ ἡ Πεντηκοστὴ ἀρχίζει καὶ τελειώνει μέ μιά Κυριακή προβάλλεται ὁλόκληρη σὰν τύπος τῆς ᾿Ανάστασης.

Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναπτύσσει καὶ αὐτὸς ἕνα ἀνάλογο

θέμα: «Οἱ ἑβδομάδες γεννοῦν τὴν Πεντηκοστή, ἡμέρα ποὺ θεωρεῖται

ἱερὴ ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους· οἱ ἑβδομάδες τῶν ἐτῶν γεννοῦν τὸν ᾿Ιώβηλαῖο, ὅπως ὀνομάζεται, ποὺ σχετίζεται μέ τὴν ἀνάπαυση τῆς γῆς καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν δούλων. Τὸ ἔθνος αὐτό, μάλιστα, ἀφιερώνει στὸ Θεὸ ὄχι µόνο τίς ἀπαρχὲς τῶν καρπῶν καὶ τῶν ζώων, ἀλλὰ καὶ τὶς ἡμέρες καὶ τὰ ἔτη. Ἔτσι ὁ ἱερὸς ἀριθμὸς ἑπτὰ μετέδωσε τὴν ἱερότητά του καὶ στὴν Πεντηκοστή. Πραγματικά, ἂν πολλαπλασιαστεῖ ἐπὶ τὸν ἑαυτό του μᾶς δίνει πενήντα ἡμέρες μεῖον µία, τὴν ὁποία τὴ μετρᾶμε μὲ τὸν μέλλοντα αἰώνα. Εἶναι ἡ ὄγδοη ἡμέρα ποὺ παραμένει πάντα ἴδια καὶ πάντα πρώτη ἢ μᾶλλον µοναδική καὶ ἀκατάλυτη. Ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νὰ καταλήξει καὶ ὁ παρὼν σαββατισμὸς τῇς ζωῆς µας, σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία ποὺ ἔδωσαν οἱ παλαιότεροι στὸ χωρίο αὐτὸ τοῦ Σολομώντα»[17].

Ἡ προοπτική ἐδῶ εἶναι λίγο διαφορετική ἀπὸ αὐτὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ Βασίλειος ἐννοεῖ τὴν ἑβδομάδα τῶν ἑβδομάδων ὡς σύνολο Κυριακῶν. Ὁ Γρηγόριος ἀντίθετα βλέπει στὴν ἑβδομάδα τῶν ἑβδομάδων τὸν τύπο τοῦ χρόνου, τὴν κοσµική ἑβδομάδα ποὺ ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρη τὴν ἱστορία. Καὶ στὴν πεντηκοστὴ ἡμέρα, ποὺ προστίθεται γιὰ νὰ συμπληρωθεῖ ὁ ἀριθμός, βλέπει τὸν τύπο τῆς αἰωνιότητας ποὺ δὲν συμβολίζει µόνο τὴν ὄγδοη ἡμέρα, τὸ σύμβολο τῆς ᾿Ανάστασης, ἀλλὰ καὶ τὴ µονάδα, τὴν ἀδιαίρετη αἰωνιότητα. Ἔχομε δηλαδή νὰ κάνοµε μὲ μιὰ ἁπλὴ ἀνάπτυξη τοῦ συμβολισμοῦ τῆς Κυριακῆς μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν ἐσχατολογία, τὴν τόσο ἀγαπητὴ στοὺς Καππαδόκες

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Τωβ. 2, 1. Β΄ Μακκαβαίων 12,32.

[2] Φίλωνος, Περὶ τῶν δέκα λόγων, 160.

[3] Ἰωσ., Ἰουδ. ᾿Αρχ., ΙΙΙ, 10,6. ΧΙΙΙ, 8,4. ΧΙV, 13,4.

[4] Ἐξόδου 34,22. Δευτ. 16,9.

[5] Ἐξόδου 23,16.

[6] Δευτερονομίου 16,9.

[7] Φίλωνος, Περὶ τῶν ἐν μέρει διαταγμάτων ΙΙ, 162.

[8] Ἰωσ., Ἰουδ. ᾿Αρχ., ΙΙΙ, 10,5. Ἰουδ. Πόλ., ΙΙ, 3.1.

[9] Δευτερονομίου 26,9.

[10] Λευϊτικόν 23,24. ᾿Αριθ. 28,26.

[11] Δευϊτικόν 26,10.

[12] Λευϊτικόν 23,17 ἐξ.

[13] Μεγάλου Ἀθανασίου, Ἐπιστολαί Ἑορταστικαί, (Ι), PG, 26, 1366ΑΒ.

[14] Μεγάλου Ἀθανασίου, Ἐπιστολαί Ἑορταστικαί, (ΙV), PG, 26, 1379ΑΒ.

[15]  Μεγάλου Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, (ΚΖ΄), PG 32, 192B.  

[16] ᾿Αμβροσίου, Exp. Luc. «Στὶς πενήντα αὐτὲς ἡμέρες ἡ ἐκκλησία ἀγνοεῖ τὴ νηστεία, ὅπως τὴν Κυριακή· ὅλες αὐτὲς οἱ μέρες εἶναι Κυριακὲς» (VIII, 25).

[17] Bλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΜΑ΄, Εἰς τήν Πεντηκοστήν, PG 36, 432 Α-Β

25 Μαΐου 2023

Ἀνελήφθης Χριστὲ … πρὸς τήν ἀρχίφωτον δόξαν

Ἀνελήφθης Χριστὲ … πρὸς τήν ἀρχίφωτον δόξαν

 

          Οἱ ἑορτές Πάσχα, Ἀνάληψη καί Πεντηκοστή συνδέονται μέ παλαιοδιαθηκικά θέματα μέσα ἀπό τό πρίσμα τῶν ὁποίων θεωρεῖται τό ἕνα, τό μοναδικό μυστήριο.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἑορτή τῆς ᾿Αναλήψεως. Ἐκφράζει τὸ πασχάλιο μυστήριο µέσα ἀπὸ μιὰ προοπτική ποὺ εἶναι Μεσσιανική, Εἶναι ἡ γιορτή» τῆς βασιλικῆς ἀποκατάστασης τοῦ Μεσσία, ἀκριβῶς ὅπως τὴν προεικόνιζε ἡ λειτουργία τῶν ψαλμῶν. Τὸ ψαλτήρι εἶναι ὁ κύριος βιβλικὸς τόπος τῆς ἑορτῆς τῆς ᾿Ανάληψης.

Πολλὲς εἶναι λοιπὸν οἱ μαρτυρίες ποὺ μᾶς βεβαιώνουν ὅτι οἱ Ψαλμοί θεωρήθηκαν προφητεῖες τῆς ᾽Ανάληψης ἀπὸ τὴν Καινή Διαθήκη καὶ τὴν ἀρχικὴ κοινότητα τῶν πιστῶν, καὶ ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν ἰδιότητά τους αὐτὴ ἐνσωματώθηκαν στή λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸ θέµα εἶναι ὅτι ὁλόκληρη ἡ ἀρχαία παράδοση τῆς λειτουργικῆς χρήσης τῶν Ψαλμῶν βασίζεται πάνω στὴ Μεσσιανική τους σημασία. ᾿Απὸ µιᾶς πλευρᾶς αὐτὸ εἶναι ποὺ τοὺς δίνει τὴν ἀξία τους γιὰ τὴν ἀρχικὴ κοινότητα τῶν πιστῶν. Ἐὰν τοὺς υἱοθέτησε, αὐτὸ τὸ ἔκαμε, ἔχομε πεῖ, ὄχι γιὰ τὴ θρησκευτική τους ἀξία, οὔτε καὶ γιὰ τὸ θεόπνευστο χαρακτήρα τους, ἀλλὰ µόνο καὶ µόνο ἐπειδὴ θεώρησε ὅτι σχετίζονται μὲ τὸ Χριστό. Ἡ ὁποιαδήποτε χρήση τους µέσα στὴν Ἐκκλησία βασίζεται ἐπάνω στὴ Μεσσιανική ἔννοια. Ἄν αὐτὴ δὲν εἶναι πλέον ἡ ἀληθινή τους ἔννοια, ἡ λειτουργική τους χρήση προκύπτει ἁπλῶς ἀπὸ ἕνα κατασκευασµένο συμβολισμὸ καὶ χάνει κάθε δογµατική σημασία. Μιὰ τέτοια χρήση δὲν ἔχει ἀξία παρὰ μονάχα στὸ µέτρο ποὺ ἡ Χριστολογική ἑρμηνεία δὲν εἶναι ἐπιπρόσθετη, ἀλλὰ ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς στὴν κυριολεκτική τους ἔννοια.

Τί γίνεται ὅμως στοὺς Ψαλμούς;  Ἄν υἱοθετήσοµε τὴν προφητική ἀντίληψη, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸν Θεόδωρο Μοψουεστίας καὶ δὲν κρατάει ὡς Μεσσιανικὲς παρὰ ἐλάχιστες ἀπὸ τὶς συνεχῶς ἀμφισβητούμενες προρρήσεις, θὰ δεχόµασταν τὸ πολὺ - πολὺ ὅτι ὁ ψαλμὸς 109 εἶναι µεσσιανικός, ἀλλὰ θὰ ἀρνιόμασταν κάτι τέτοιο γιὰ τοὺς ἄλλους δύο, τόν 23 καί τόν 47. Ἄν ἀντίθετα ἐκτιμήσομε µαζὶ μὲ τὸ σύνολο τῶν Πατέρων ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ γεγονότα καὶ οἱ θεσμοὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι προτυπώσεις ἐσχατολογικῶν πραγµατικοτήτων ποὺ ἐκπληρώθηκαν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, τότε ἡ Χριστολογικἡ ἑρμηνεία τῶν Ψαλμῶν µας φαίνεται νὰ ἰσχύει ἀπόλυτα. Μιὰ τέτοια ἑρμηνεία βρίσκει θεμέλιο καί στὴν ἴδια τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.

Ὁ ψαλμὸς 23 μᾶς περιγράφει μιὰ λιτανεία ποὺ εἰσέρχεται στὸ Ναό τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐμεῖς ὅμως ξέρομε ὅτι ἤδη γιὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Ναὸς τῶν Ἱεροσολύμων εἰκονίζει τὸ Ναὸ τῆς μελλοντικῆς Ἱερουσαλήμ, καὶ ὅτι ἡ λατρεία εἶχε ἐσχατολογικὴ σηµασία. Ἡ πρὸς Ἑβραίους ἐφαρμόζοντας τὸν Ψαλμὸ στὴν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν οὐράνιο Ναό κατὰ τὴν ᾿Ανάληψη δὲν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ βεβαιώνει τὴν ἐκπλήρωση ἐν Χριστῷ ἐκείνου ποὺ προανήγγειλε ἤδη ἡ λατρεία τοῦ Ναοῦ.

Ὁ Ψαλµός 23 ἐμφανίζει ἔντονα διαλογικά στοιχεῖα µέ συνεχεῖς ἐρωταποκρίσεις, µέσα ἀπό τίς ὁποῖες περιγράφονται οἱ ἀρετές πού πρέπει νά κοσµοῦν τόν ἀληθινό προσκυνητή καί πιθανότατα ἀνήκει,

Ὁ ψαλμὸς 47 χρησιμοποιεῖτο καί αὐτός σέ λιτανεία. Οἱ ψάλτες προχωροῦν μπροστά, κατόπιν οἱ ὀργανοπαῖχτες, στό μέσο νέων κοριτσιῶν πού χορεύουν στόν ἦχο τῶν τυμπάνων. ᾽Αλλὰ καὶ ἡ ᾽Αποκάλυψη (κεφ. 4,5) μᾶς δείχνει µέσα ἀπὸ τὴ γήϊνη αὐτὴ λειτουργία τὴν εἰκόνα τῆς οὐράνιας. Ἤδη ὅμως, καὶ πιὸ καθαρὰ ἀκόμη ἀπὸ τὴν προηγούµενη περίπτωση, τὸ ἴδιο τὸ κείµενο μᾶς καλεῖ νὰ δώσοµε ἐσχατολογικὴ ἔννοια στὴ λειτουργία. Οἱ Ψαλμοί, ὅπως μιλοῦν γιά τό παρελθόν ἤ τό παρόν τοῦ Γιαχβέ, μιλοῦν ἐπίσης καί γιά τό μέλλον. Ἡ καρδιά τοῦ εὐσεβοῦς σκιρτᾶ, ὅταν σκέπτεται τὸ μέλλον, τότε ποὺ ὁ Κύριος θὰ ἀναδειχθεῖ στὴν πραγµατική του δόξα καὶ θὰ καθήσει στὸ θρόνο τοῦ κόσμου. Μιὰ τέτοια χαρµόσυνη δοξολογία τοῦ μέλλοντος περιγράφεται σὰν ὁρατὴ στὸν ψαλμό 67. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν Πρός Ἐφεσίους 4, 8 δέν ἔδωσε καμία ἐντελῶς νέα ἑρμηνεία στόν ψαλμό 67. Περιγράφει τήν ἐσχατολογική εἴσοδο στόν οὐράνιο Ναό. Ἐκεῖνο ὅμως πού δηλώνει ὁ Παῦλος εἶναι ὅτι αὐτό πού περιγράφεται πώς κάνει ὁ Γιαχβέ συντελεῖται ἐδῶ ἀπό τόν Χριστό. Καί τοῦτο ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς μορφές ἐκπλήρωσης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης µέσα οτὴν Καινή.

Ὁ Ψαλµός 47 ἐξυμνεῖ, ὅπως καί οἱ ὑπόλοιποι «Ὕμνοι στή Σιών» (45· 75· 86), στήν κατηγορία τῶν ὁποίων ἀνήκει, τήν ὀμορφιά καί τή δύναμη τῆς Ἱερουσαλήμ, τοῦ τόπου ὅπου ὁ Κύριος κατοικεῖ ὡς βασιλιάς τοῦ Ἰσραήλ. Ἡ λειτουργική χρήση τοῦ ψαλμοῦ θά πρέπει νά ἀναζητηθεῖ σέ κάποια ἀπό τίς μεγάλες γιορτές τοῦ Ἰσραήλ, πιθανότατα στή Γιορτή τῆς Σκηνοπηγίας. Ὁ ψαλμός ἀρχίζει μέ ἕναν ὕμνο στόν Θεό ὁ ὁποῖος κατοικεῖ στήν Ἱερουσαλήμ (στχ 2-4), μέ ἀποτέλεσμα αὐτή νά καθίσταται ἀπόρθητη ἀπό τούς ἐχθρούς πού ἐπιτίθενται ἐναντίον της (στχ 5-8). Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ δύναμη τῆς Ἱερουσαλήμ εἶναι ἐμφανής σέ ὅλους (στχ 9), ὁ λαός καλεῖται νά ὑμνήσει τόν Θεό γιά τή δίκαιη διακυβέρνησή του (στχ 10-12), ἀλλά καί νά διαπιστώσει μέ τά ἴδια του τά μάτια τή δύναμη τῆς πόλης καί τοῦ Θεοῦ πού κατοικεῖ σ’ αὐτήν (στχ 13-15).

 Ὁ ψαλμὸς 109 μᾶς παρουσιάζει μιάν ἄλλη ὄψη τῆς ἐσχατολογικῆς τυπολογίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ λειτουργία τοῦ ναοῦ αὐτὴ ποὺ εἰκονίζεται, ἀλλὰ ὁ δαβιδίδης βασιλιάς. ᾿Ανάγεται ὅμως στὴν ἴδια εἰκόνα, ἀφοῦ οἱ δεσμοί τῆς βασιλείας καὶ τοῦ Ναοῦ εἶναι στενοί, καὶ ὁ Ψαλμὸς τὸ δείχνει αὐτὸ συνδέοντας ἱερωσύνη καὶ βασιλεία. Εἶναι ἀκόμη πιθανὸ νὰ ἀναφέρεται καὶ σὲ τελετὴ χρίσης τοῦ βασιλιᾶ, πράγμα ποὺ ἀποτελοῦσε µέρος τῆς λειτουργίας τοῦ Ναοῦ. ᾿Ακριβῶς αὐτὸς ὁ δεσμὸς τοῦ Ναοῦ καί τῆς βασιλείας εἶναι ὅτι συνδέει τοὺς Ψαλμοὺς μὲ τὸν Δαβίδ. ᾽Αλλὰ καὶ ὁ δαβιδίδης βασιλιὰς εἶναι τύπος τοῦ Μεσσία. Κάτι περισσότερο, ὁ βασιλιᾶς ἐδῶ εἶναι ἐσχατολογική προσωπικότητα.

Ὁ Ψαλµός 109 ἀνήκει στήν κατηγορία τῶν ψαλμῶν πού ἀναφέρονται στόν βασιλιά τῆς Ἱερουσαλήμ ὡς ἐκλεκτό του Κυρίου. Στίχοι τοῦ ψαλμοῦ παρατίθενται πολύ συχνά στήν Κ.Δ. καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς ἐπισημαίνει τόν μεσσιανικό του χαρακτήρα (Ματ 22:41-46· Μάρ 12:35-37· Λουκ. 20:41-44).

Εἶναι σίγουρο, ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὅτι οἱ λεπτομέρειες τῆς ἑρµηνείας ποὺ μᾶς παρέχει ἡ ἀρχαία παράδοση εἶναι καμιὰ φορὰ συζητήσιµες.

Φυσικὰ δὲν εἶναι οἱ λεπτομέρειες αὐτὸ ποὺ μετράει. Παρουσιάζουν βέβαια μεταφραστικὲς ἀνεπάρκειες οἱ ραββινικὲς µέθοδοι ἑρµηνείας ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πιὰ καὶ δικές μας. ᾽Αλλὰ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς σταθεῖ ἐμπόδιο, γιατὶ ἡ οὐσία βρίσκεται ἀλλοῦ. Βρίσκεται, ὅπως εἴδαμε, στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐσχατολογικὴ ἑρμηνεία ποὺ δίνουν οἱ Πατέρες στοὺς Ψαλμούς ἀντιστοιχεῖ ἀκριθῶς στὴ σημασία τους, καὶ στὸ ὅτι ἡ σηµασία αὐτὴ βγαίνει ἀπὸ τὴ γενική τυπολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἤ πάλι στὸ ὅτι εἶναι κυριολεκτικότερα προφητική. Ἔτσι ἡ καινοδιαθηκική ἀποδεικτικὴ παραμένει νόµιµη γιὰ μᾶς. Οἱ Πατέρες, μετὰ τὴν Καινή Διαθήκη, εἶχαν δίκιο νὰ λένε πώς οἱ Ψαλμοὶ εἶχαν προφητική ἔννοια, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοιά τους, καὶ εἶχαν δίκιο ἐπίσης νὰ βεβαιώνουν ὅτι ἔβρισκαν τὴν ἐκπλήρωσή τους στὸν Ἰηαοῦ Χριστό, ἀφοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι ἀσφαλῶς ὁ ἔσχατος ἄνθρωπος.

18 Μαΐου 2023

Ἡ ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ

«Ἡ ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ»

(Πρός Γαλάτας γ΄, 22)

Ἡ ὁριστική «ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ» πού ἀναγγέλλεται στήν Παλαιά Διαθήκη πραγµατοποιήθηκε µέ τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ µέ σκοπό τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀποκαλύπτει τόν Θεό πού σώζει, τόν Θεό πού ἐξαγοράζει, τόν Θεό πού χαρίζει. Οἱ κύριες ὄψεις τῆς σωτηρίας πού πραγµατοποιήθηκε ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό δείχνονται στά Χωρία.

«Ὁ Ἰησοῦς περιόδευε ὅλη τήν Γαλιλαία. Δίδασκε στίς συναγωγές τους, κήρυττε τό χαρµόσυνο µήνυµα τόν ἐρχοµό τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί θεράπευε τούς ἀνθρώπους ἀπό κάθε ἀσθένεια καί κάθε ἀδυναµία» (Ματθαίου δ΄, 23, θ΄, 35).

«Μάθετε γιά τόν Ἰησοῦ ἀπό τήν Ναζαρέτ, πού τόν ἔχρισε ὁ Θεός µέ Ἅγιο πνεῦµα καί µέ δύναµη. Παντοῦ ὅπου πέρασε εὐεργετοῦσε καί θεράπευε ὅσους κατατυραννοῦσε ὁ διάβολος γιατί ὁ Θεός ἦταν µαζί του»  (Πράξεων ι΄, 38).

Θαύµατα καί λόγια εἶναι τά µέσα µέ τά ὁποῖα ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται σέ ἐπαφή µέ τόν ἄνθρωπο γιά νά τόν σώσει. Μέ τήν σάρκωσή Του ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἐκπληρώνει καί τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ νά σώσει τόν ἄνθρωπο πού διαποτίζει τήν διδασκαλία καί τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό ἐκπληρώνεται ἡ «ἐπαγγελία» δηλ. ἡ ὑπόσχεση πού δόθηκε ἀπό τόν Θεό στούς Πατριάρχες.

«Ὁ πατέρας σας ὁ Ἀβραάµ ἀναγάλλιασε στήν σκέψη πώς µπορεῖ νά δεῖ τίς δικές µου τίς µέρες, τίς εἶδε καί χάρηκε» (Ἰωάννου η΄, 56).

«Μετά τήν σύλληψη τοῦ Ἰωάννη, ὁ Ἰησοῦς ἦλθε στήν Γαλιλαία καί κήρυττε τό χαρµόσυνο µήνυµα γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Συµπληρώθηκε,  ἔλεγε, ὁ καθορισµένος καιρός καί ἔφθασε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, µετανοεῖτε καί πιστεύετε στό χαρµόσυνο αὐτό µήνυµα» (Μάρκου α΄ κεφ. 15).

Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ κυβέρνηση τοῦ κόσµου ἀπό τόν Θεό πού ἀναγγέλθηκε µέ τούς Προφῆτες, ἐκπληρώθηκε µέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός διακηρύσσει τήν ἔλευσή της (Μάρκου α΄ 15), διαγράφει τά χαρακτηριστικά της καί τίς ὄψεις της στήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁµιλία, στίς παραβολές καί στόν ἐσχατολογικό λόγο Του καί τήν ἐγκαινιάζει µέ τήν ζωή Του ἐκδιώκοντας τόν ἀνταγωνιστή, τόν ἄρχοντα τοῦ  κόσµου τούτου (Ἰωάννου ιστ΄, 11).

Ὁ Ἰησοῦς πραγµατοποιεῖ τήν ἀπελευθέρωση - ἀναστάτωση πού εἶχε προαναγγελθεῖ στήν ἱστορία τοῦ περιουσίου λαοῦ, µέ τά θαύµατα πού ἐπιτελεῖ, πού ὡς ὑλικά γεγονότα ἀποτελοῦν µία ἀπελευθέρωση ἀπό τούς πνευµατικούς ἐχθρούς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ δαιµονιζοµένου εἶναι µία ἀπελευθέρωση ἀπό τό πονηρό πνεῦµα. Ἡ ἴαση τῶν ἀσθενειῶν καί ἡ ἔγερση ἀπό τούς νεκρούς εἶναι µία ἐξαρπαγή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν δύναµη τοῦ θανάτου καί τῆς ἁµαρτίας πού τόν ὁδηγοῦν σ’ αὐτόν. Ἐπιπλέον τά θαύµατα ἔχουν ἕνα χαρακτῆρα συµβολικόν - παραβολικόν δηλώνουν τήν πνευµατικήν σωτηρίαν.

Αὐτός ὁ συµβολισµός σηµειώνεται καθαρά στό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου. Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ βρισκόταν κατάκοιτος στήν κολυµβήθρα τῆς Βηθεσδᾶ προαναγγέλλει τήν ἐξουσία τοῦ Ἰησοῦ νά δίδει τήν ζωή (Ἰωάννου ε΄, 19-30). Ἡ ἔγερση τοῦ Λαζάρου κηρύττει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ ἀνάσταση καί ἡ ζωή γιά ὅσους πιστεύουν σ' Αὐτόν (Ἰωάννου ια΄, 35). Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ φανερώνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι τό φῶς τοῦ κόσµου (Ἰωάννου θ΄, 4-5). Ἀκόµα καί ὅταν τοῦτο δέν δηλώνεται στόν λόγο, τό νόηµα τῶν µηνυµάτων τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ὑπάρχει σ' ὅλα τά θαύµατα. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργεῖται στήν ψυχή καί στό σῶµα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός σώζει τόν ὅλον ἄνθρωπο (Μάρκου β΄, 1-12, Ἰωάννου ε΄, 1-15).

Ἡ ἀπελευθέρωση καί ἡ ἀπόκτηση τοῦ νέου λαοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, πού ὁ Ἰησοῦς ἐνήργησε ἐπισφραγίσθηκε µέ τήν θυσία τῆς ζωῆς Του  µέ τήν προσφορά τοῦ αἵµατος, πού ἦταν ἀναγκαία στήν παλαιά Διαθήκη γιά νά πραγµατοποιηθεῖ ἡ νέα διαθήκη µεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου (πρός Ἑβραίους θ΄, 15-22).

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός στόν δηµόσιο βίο Του εἶχε ἀρχίσει νά διαµορφώνει τόν λαό Του, τούς µαθητές Του, µέ νέους νόµους καί νέο πνεῦµα στήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁµιλία καί κατέστρωσε µέ τήν διδασκαλία Του τούς ὅρους καί τήν συµµετοχή στήν προσφερόµενη σωτηρία καί τήν ἐνσωµάτωση στόν νέο λαό. Παρέχει τήν σωτηρία µόνον σ' ὅσους γεννῶνται ἄνωθεν ἐξ ὕδατος καί πνεύµατος Ἁγίου (Ἰωάννου γ΄, 3,5), σ' ὅσους τρώγουν τήν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίνουν τό αἷµα Του (Ἰωάννου στ΄, 5).

Ἀλλ' ἐκτός µιᾶς µυστηριακῆς ζωῆς (ἡ περί ζωῆς διδασκαλία στά κεφάλαια Ἰωάννου γ-στ΄ συνδέεται µέ τά µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας) ὁ Ἰησοῦς Χριστός ζητεῖ καί ἠθική διάθεση πού συνυφαίνεται µέ αὐτή. Τό πρῶτο στοιχεῖο τῆς διαθέσεως αὐτῆς εἶναι νά εἰσέλθει ὁ ἄνθρωπος στήν θεία οἰκονοµία µέ τήν πίστη. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀπαιτεῖ ὡς ἀπόλυτο ὅρο τῆς σωτηρίας τήν πίστη σ' Αὐτόν καί τόν Πατέρα (Ἰωάννου ε΄, 24, στ΄, 29) «Πιστεύετε στόν Θεό καί σέ µένα» εἶπε στούς Μαθητές Του.

Ἡ πίστη πού ἀπαιτεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι ἡ προσχώρηση τῆς διανοίας µόνο ἀλλά τοῦ ὅλου ἀνθρώπου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁµιλώντας γιά τήν πίστη χρησιµοποίησε τήν ἔκφραση «πιστεύω εἰς» ὅπως καί µεῖς ὁµολογοῦµε πού εἶναι ἰσχυροτέρα τῆς ἔκφρασης «πιστεύω τινί», µέ τήν ὁποία καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά ἐγκαταλείψει τήν σωτηρία του στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ἀποδέχεται τίς ὁδούς τοῦ Θεοῦ ἀφήνοντας κατά µέρος τίς δικές του προσπάθειες. Ἀποδέχεται τήν βασιλείαν µέ τήν ταπεινοφροσύνην καί τήν ἐµπιστοσύνη ἑνός νηπίου.

Ἡ ἄλλη ἠθική προϋπόθεση, πού ἀπαιτεῖται καί συνυφαίνεται µέ τήν πίστη εἶναι τό ἀκολουθεῖν τόν Ἰησοῦν. Αὐτό κρίνεται ἀναγκαῖο γιά νά εἶναι κάποιος µαθητής Του καί γιά νά µή ἀπολέσει ἑαυτόν (Ματθαίου ι΄, 38-39, Μάρκου η΄ 33-34). Ἀπό τήν στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στόν Ἰησοῦ ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία. Οὗτος γνωρίζει ὅτι εἶναι ὁ µοναδικός µεσίτης σωτηρίας µεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου (Ματθαίου ια΄ 27, Ἰωάννου ιδ΄ 6). Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ µή δι' αὐτοῦ ὁ Ὁποῖος µόνος δύναται νά ἀποκαλύψει τόν Πατέρα. Γι' αὐτό γνωρίζει ὅτι Τόν ἔχουν ἀνάγκη, Τόν χρειάζονται. Τό νά ἀπορρίψει κάποιος Αὐτόν σηµαίνει ὅτι ἀπορρίπτει τόν Πατέρα (Ματθαίου ι΄, 32-40, Λουκᾶ ι΄, 16).

Εἶναι ἀνάγκη γιά χάρη Του νά ἀπολέσει κάποιος τόν ἑαυτό του, νά ἐγκαταλείψει τά πάντα καί νά Τόν µιµηθεῖ. Γιά νά εἶναι κάποιος µαθητής ἑνός διδασκάλου σηµαίνει τήν προσπάθεια νά πράττει στή ζωή του τά πάντα ὅπως ὁ διδάσκαλός του, ἄρα νά τόν ἀκολουθεῖ σέ ὅλες τίς καταστάσεις καί τίς συνθῆκες τῆς ζωῆς.

11 Μαΐου 2023

Θάνατον οὐ μὴ θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα

«Θάνατον οὐ μὴ θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάννου η΄, 51)

 

 Οἱ ἐπαγγελίες τῶν Γραφῶν πραγματοποιοῦνται χάρη στό Χριστό. Γιά νά μᾶς ἀπελευθερώσει ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ Θανάτου, θέλησε πρῶτα νά κάνει δική του τή θνητή μας ὕπαρξη. Ὁ θάνατός του δέν ἦταν τυχαῖος. Τόν προανάγγειλε στούς μαθητές του γιά νά προλάβει τό σκάνδαλο πού μποροῦσε νά προκαλέσει μέσα τους. Τόν ἐπιθύμησε σάν τό βάπτισμα πού θά τόν βύθιζε στα καταχθόνια ὕδατα. Ἄν ταράχτηκε μπροστά του, ὅπως εἶχε ταραχτεῖ μπροστά στόν τάφο τοῦ Λαζάρου  ἄν παρακάλεσε τόν Πατέρα πού μποροῦσε νά τόν προφυλάξει ἀπό τό θάνατο, τελικά ἀποδέχτηκε αὐτό τό ποτήρι τῆς πίκρας. Γιά νά κάνει τό θέλημα τοῦ Πατέρα , ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου». Γιατί αὐτός ἔπρεπε νά «πληρώσει τὰς γραφὰς» : αὐτός ὁ ἴδιος ἄλλωστε δέν ἦταν ὁ Δοῦλος πού προφήτευσε ὁ Ἠσαΐας, ὁ Δίκαιος πού «μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη» . Πραγματικά, μολονότι ὁ Πιλάτος δέν τοῦ βρῆκε τίποτα πού ν ̓ ἀξίζει τή θανατική ποινή  δέχτηκε νά ἐμφανιστεῖ ὁ θάνατός του ὡς τιμωρία πού ἀπαιτοῦσε ὁ Νόμος . «Γενόμενος ὑπὸ νόμον»   καί ἔχοντας λάβει σάρκα «ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας» , ἦταν ἀλληλέγγυος μέ τό λαό του καί μέ ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Ὁ Θεός «ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἐποίησε» τό Χριστό , ἔτσι ὥστε ἡ τιμωρία πού ἄξιζε στήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία ἔπρεπε νά πέσει πάνω του. Γι ̓ αὐτό, πεθαίνοντας, στέρησε ἀπό κάθε ἐξουσία τήν ἁμαρτία : ἄν καί ἀθῶος, ἀνέλαβε πλήρως τήν ἁμαρτωλή φύση, «γευσάμενος θανάτου» ὅπως ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί  καί κατεβαίνοντας «στὸν ἅδη» ὅπως κι αὐτοί. Πηγαίνοντας ὅμως ἔτσι στούς νεκρούς, τούς ἔφερε αὐτή τήν καλή εἴδηση, ὅτι θά τούς ξαναδινόταν ἡ ζωή.

Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἦταν γόνιμος, ὅπως ὁ θάνατος τοῦ σπόρου τοῦ σταριοῦ πού ρίχνεται στό χωράφι . Ἄν καί εἶχε ἐπιβληθεῖ φαινομενικά ὡς τιμωρία τῆς ἁμαρτίας, στήν πραγματικότητα ἦταν ἱλαστήρια θυσία . Πραγματοποιώντας κατά γράμμα, ἀλλά μέ ἄλλη ἔννοια,τήν ἀκούσια προφητεία τοῦ Καϊάφα, ὁ Χριστός πέθανε «ὑπὲρ τοῦ λαοῦ»  κι ὄχι μόνο γιά τό λαό του, ἀλλά «ὑπὲρ πάντων» . « ̓Απέθανεν ὑπὲρ ἡμῶν» , ἐνῶ ἤμαστε ἁμαρτωλοί , δίνοντάς μας ἔτσι τήν ὑπέρτατη ἀπόδειξη ἀγάπης . Γιά μᾶς: ὄχι στή θέση μας, ἀλλά γιά χάρη μας. Γιατί πεθαίνοντας «ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν»  πέτυχε τήν καταλλαγή μας μέ τό Θεό διά τοῦ θανάτου του , ἔτσι πού νά μποροῦμε νά λάβουμε τήν ἐπαγγελμένη κληρονομία.

Ὁ Χριστός νικᾶ τό Θάνατο.

Πῶς μπόρεσε ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ νά ἔχει αὐτή τή σωτηριώδη ἀποτελεσματικότητα; Ἐπειδή ἀντιμετώπισε καί νίκησε τόν παλαιό ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Στή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του διαφαίνονταν ἤδη τά σημεῖα αὐτῆς τῆς μελλοντικῆς νίκης, ὅταν καλοῦσε τούς νεκρούς στή ζωή  στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ πού ἐγκαινίαζε, ὁ Θάνατος ὑποχωροῦσε μπροστά σ’ αὐτόν πού ἦταν «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ». Τελικά, τόν ἀντιμετώπισε μέσα στό δικό του τό χῶρο, καί τόν νίκησε τή στιγμή πού ὁ θάνατος νόμιζε ὅτι τόν νικοῦσε. Μπῆκε στόν ἅδη ὡς κύριος καί βγῆκε μέ τή θέλησή του, ἀφοῦ ἔλαβε «τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ἅδου» . Κι ἐπειδή ὑπέστη τό θάνατο, ὁ Θεός τόν στεφάνωσε μέ δόξα . Στό πρόσωπό του πραγματοποιήθηκε αὐτή ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν πού τήν ἀνάγγελλαν οἱ Γραφές. Ἕγινε ὁ «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν» . Τώρα πού «ὁ Θεός ἀνέστησεν αὐτὸν λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου»  καί τῆς νεκρικῆς φθορᾶς, εἶναι φανερό ὅτι ὁ θάνατος ἔχασε κάθε ἐξουσία πάνω του. Συνάμα, αὐτός πού εἶχε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδή ὁ διάβολος, βλέπει νά καταργεῖται ἡ δύναμή του . Αὐτή ἦταν ἡ πρώτη πράξῃ τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ. Θάνατος καί ζωή συγκρούστηκαν σέ μιά θαυμαστή μονομαχία. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς πέθανε, ἀλλά βασιλεύει ζωντανός.

Ἀπό τή στιγμή αὐτή, ἄλλαξε ἡ σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ τό θάνατο. Γιατί ὁ νικητής Χριστός φωτίζει στό ἑξῆς «τοὺς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένους» . Τούς ἀπελευθέρωσε «ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου» στόν ὁποῖο ἦταν ὥς τότε δοῦλοι . Τελικά, στή συντέλεια τῶν αἰώνων, ὁ θρίαμβός του θά ἔχει μιά λαμπρή ὁλοκλήρωση στήν καθολική ἀνάσταση. Τότε θά καταστραφεῖ γιά πάντα ὁ Θάνατος, θά «καταποθῇ εἰς νῖκος» . Γιατί τότε ὁ Θάνατος καί ὁ Ἅδης θά ὑποχρεωθοῦν νά δώσουν πίσω τή λεία τους, καί στή συνέχεια θά ριχτοῦν μαζί μέ τό Σατανά «εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ θείου», αὐτό πού εἶναι ὁ δεύτερος θάνατος . Τέτοιος θά εἶναι ὁ τελικός θρίαμβος τοῦ Χριστοῦ: «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; Ποῦ σου, Ἅδη, τὸ νῖκος;»

Θάνατος μαζί μέ τό Χριστό.

Ὁ Χριστός, παίρνοντας τη φύση μας, δέν ἀνέλαβε μόνο τό θάνατό μας γιά νά γίνει ἀλληλέγγυος πρός τήν ἁμαρτωλή μας κατάσταση. Ὡς ἀρχη-γός τῆς νέας ἀνθρωπότητας, ὡς νέος Ἀδάμ , μᾶς περιλάμβανε ὅλους στό πρόσωπό του ὅταν πέθανε πάνω στό σταυρό. Ἔτσι, μέ τό θάνατό του, «πάντες ἀπέθανον» κατά κάποιο τρόπο . “Ωστόσο αὐτός ὁ θάνατος χρειάζεται νά γίνει γιά τόν καθένα ἀπ ̓ αὐτούς ἁπτή πραγματικότητα. Αὐτό εἶναι τό νόημα τοῦ βαπτίσματος, πού ἡ μυστηριακή του ἀποτελεσματικότητα μᾶς ἑνώνει μέ τό σταυρωμένο Χριστό: «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν ̓Ιησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν, συνετάφημεν αὐτῷ... εἰς τὸν θάνατον», «συμμορφούμενοι τῷ θανάτῳ αὐτοῦ» . Στό ἑξῆς, εἴμαστε νεκροί, πού ἡ ζωή τους εἶναι κρυμμένη στό Θεό μαζί μέ τό Χριστό . Μυστηριώδης θάνατος, πού ἀποτελεῖ τήν ἀρνητική πλευρά τῆς χάριτος τῆς σωτηρίας. Γιατί αὐτό ὡς πρός τό ὁποῖο πεθαίνουμε εἶναι ὅλη αὐτή ἡ κατηγορία τῶν πραγμάτων μέσα ἀπό τά ὁποῖα τό βασίλειο τοῦ Θανάτου φανερωνόταν ἐδῶ στή γῆ: πεθαίνουμε ὡς πρός τήν ἁμαρτία  ὡς πρός τόν παλαιό ἄνθρωπο , ὡς πρός τή σάρκα , ὡς πρός τό σῶμα , ὡς πρός τό Νόμο , ὡς πρός ὅλα τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου .

Ἀπό τόν θάνατο στή ζωή

Αὐτός ὁ θάνατος μαζί μέ τόν Χριστό εἶναι λοιπόν, στήν πραγματικότητα, ἕνας θάνατος ὡς πρός τό θάνατο. Ὅταν ἤμαστε αἰχμάλωτοι τῆς ἁμαρτίας τότε ἤμαστε νεκροί . Τώρα, εἴμαστε ζωντανοί, «ἐκ νεκρῶν ζῶντες» , καί ἀπαλλαγμένοι «ἀπὸ νεκρῶν ἔργων» . Ὅπως τό εἶπε ὁ Χριστός: ὅποιος ἀκούει τό λόγο του, περνᾶ ἀπό τό θάνατο στή ζωή . Ὅποιος πιστεύει σ ̓ αὐτόν, δέν ἔχει τίποτα νά φοβηθεῖ ἀπό τό θάνατο: κι ἄν πεθάνει, θά ζήσει . Αὐτό εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς πίστεως. ̓Αντίθετα, ὅποιος δέν πιστεύει θά πεθάνει μέσα στίς ἁμαρτίες του , ἡ «εὐωδία Χριστοῦ» θά γίνει γι ̓ αὐτόν «ὀσμὴ θανάτου» . Τό δράμα τῆς ἀνθρωπότητας στήν πάλη της μέ τό θάνατο συντελεῖται ἔτσι στή ζωή τοῦ καθενός μας. Ἡ λύση του γιά μᾶς ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐκλογή μας σχετικά μέ τό Χριστό καί τό Εὐαγγέλιο: γι ̓ ἄλλους θά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, γιατί, ὅπως εἶπε ὁ ̓Ιησοῦς, «ἐάν τις τὸν λόγον τὸν ἐμὸν τηρήσῃ, θάνατον οὐ μὴ θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» , γι ̓ ἄλλους θά εἶναι ἡ φρίκη τοῦ «θανάτου τοῦ δευτέρου» .

27 Ἀπριλίου 2023

«Ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου»

«Ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου»

(Λουκᾶ κβ´ 31-32)

 

α´. ̔Η πίστη τῶν Ἰσραηλιτῶν στόν ἀληθινό Θεό δοκιμάστηκε σκληρά τήν περίοδο ἀπό τήν ἀπελευθέρωσή τους ἀπό τήν δουλεία τῶν Αἰγυπτίων μέχρι τήν ἐξορία στήν Βαβυλώνα. ̔Ο Θεός γιά νά βοηθήσει τούς Ἰσραηλίτες νά μείνουν σταθεροί καί ἑδραῖοι στήν πίστη τους καί νά μήν ἐγκαταλείψουν τόν ἀληθινό Θεό ἀνέδειξε τούς Προφῆτες πού κατήγγειλαν τήν εἰδωλολατρία (Ὠσηέ β΄, 7-15, Ἱερεμίου β΄, 5-13), πού καταργοῦσε τήν ἀποκλειστική πίστη στόν Θεό, τήν τυπολατρία (Ἀμώς ε, 21), πού περιόριζε θανάσιμα τίς ἀπαιτήσεις τῆς πίστεως καί καλλλιεργοῦσε τήν ἀναζήτηση τῆς σωτηρίας μέ τήν ἰσχύ τῶν ὅπλων καί ὄχι μέ τήν δύναμητοῦ Θεοῦ (Ὠσηέ α΄, 7, Ἡσαΐου λα΄, 1 καί ἑξῆς). Ἡ εἰδωλολατρία καί ἡ τυπολατρία ἀπειλοῦσαν τήν ἐμπιστοσύνη τῶν Ἰσραηλιτῶν στόν ἀληθινό Θεό καί τούς παραπλανοῦσαν γιά νά δείχνουν ἐμπιστοσύνη σέ ἀνύπαρκτους θεούς ἤ ἀβέβαιες ἐγκόσμιες δυνάμεις.

β´. ̔Ο ̔Ησαΐας ὑπῆρξε ὁ πιό ἐπιφανής ἀπό τούς κήρυκες αὐτῆς τῆς πίστεως στόν Θεό (Ἡσαΐου λ, 15). Ἀνακαλεῖ τόν βασιλιά Ἄχαζ νά ἀποβάλει τόν φόβο καί νά ἐπιδείξει τήν ἤρεμη ἐμπιστοσύνη πρός τόν Θεό (Ἡσαΐου ζ΄ 4-9, η΄, 5-8), πού θά τηρήσει τίς ὑποσχέσεις Του πρός τόν οἶκο τοῦ Δαβίδ (Β΄ Βασιλειῶν 7 καί Ψαλμοῦ 88, 21-38). Ἐμπνέει στόν βασιλιά Ἐζεκία τήν πίστη πού θά ἐπιτρέψει στόν Θεό νά σώσει τήν Ἰερουσαλήμ (Δ΄ Βασιλειῶν ιη΄, -κ΄) .

γ´. ̔Η πίστη τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπειλήθηκε ἰδιαίτερα κατά τήν ἅλωση τῆς ̔Ιερουσαλήμ  ἀπό τόν Ναβουχοδονόσορα καί τήν ἐξορία τους στήν Βαβυλῶνα. ̔Ο Ἰσραήλ «πτωχὸς καὶ ἐνδεής» (Ἡσαΐου μα΄, 17) κινδύνευε νά ἀποδώσει τήν ταλαιπωρία του στήν ἀδυναμία τοῦ Θεοῦ νά τούς προστατέψει ἀπό τούς ἐχθρούς τους καί νά στραφεῖ πρός τούς θεούς τῆς νικήτριας Βαβυλώνας. Οἱ Προφῆτες τότε διακήρυτταν τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ (Ἱερεμίου λθ΄, 27, Ἰεζεκιήλ λθ΄, 14) πού εἶναι ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου (Ἡσαΐου μ΄, 28 καί ἑξῆς) καί ὁ Κύριος τῆς ἱστορίας (Ἡσαΐου μα΄, 1-7 καί νδ΄, 24 καί ἑξῆς), ὁ σταθερός Βράχος τοῦ λαοῦ Του (Ἡσαΐου μδ΄, 8 καί ν΄, 10) .Τά εἴδωλα δέν εἶναι τίποτα (Ἡσαΐου μδ΄, 9-20) . Ἐκτόςἀπό τόν Κύριο δέν ὑπάρχει ἄλλος Θεός (Ἡσαΐου μδ΄, 6 καί ἑξῆς, μγ΄, 8-12 καί Ψαλμοῦ 114, 7-11). Ἀντίθετα λοιπόν πρός τά φαινόμενα ὁ Κύριος ἀξίζει πάντοτε τήν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ Του (Ἡσαΐου μ΄, 31 καί μθ΄, 23).

δ´. Τήν πίστη τῶν Ἰσραηλιτῶν στόν ἀληθινό Θεό ἀπειλοῦσαν οἱ ψευδοπροφῆτες πού δέν τούς ἐπέτρεπαν νά πειθαρχήσουν στό κήρυγμα τῶν Προφητῶν καί οἱ παράδοξες προοπτικές καί δύσκολες πρακτικές πού ἀπαιτοῦσε ἡ πίστη. Γι’ αὐτό παρασύρονταν στήν ἀπιστία καί τήν εἰδωλολατρία.

ε´. Ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τῶν Ἰσραηλιτῶν ἡ πίστη γίνεται μία μέλλουσα πραγματικότητα, πού θά δοθεῖ ἀπό τόν Θεό στόνλαό τῆς Καινῆς Διαθήκης πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, σέ μία κοινότητα μαθητῶν, πού θάτούς ἑνώνει ἡ προσωπική τους πίστη.


Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός τό ἀντικείμενο τῆς πίστεως

Ὁ Θεός ἔστειλε στόν κόσμο τόν Υἱό Του τόν μονογενῆ καί ἀγαπητό, μέ ἀποστολή νά συγκεντρώσει σ’ ἕνα νέο λαό, ὅλους ἐκείνους πού θά ἐμπιστεύονται τόν Θεό σέ μία ἄλλη πορεία. ̔Ο Υἱός Του ἦρθε στήν γῆ γιά νά ὁδηγήσει τούς ἀνθρώπους στόν οὐρανό καί στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ζητεῖ ἀπό τούς μαθητές Του:

α´ . νά πιστέψουν στόν λόγο Του, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος: «Μετά τήν σύλληψη τοῦ Ἰωάννη, ὁ Ἰησοῦς ἦρθε στήν γαλιλαία καί κήρυττε τό χαρμόσυνο μήνυμα γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῎Ελεγε: Συμπληρώθηκε ὁ καθορισμένος καιρός κι ἔφτασε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετανοεῖτε καί πιστεύετε στό χαρμόσυνο αὐτό μήνυμα» (Μάρκου α΄, 14-15). Στήν παραβολή τοῦ σπορέως ὁ Κύριος ἀνέδειξε ἐκείνους «πού ἀκούουν τόν λόγο μέ καλή καί ἀγαθή καρδιά, τόν φυλάσσουν μέσα τους καί καρποφοροῦν μέ ὑπομονή» (Λουκᾶ η΄, 15).

β´. νά πιστέψουν στά θαύματά Του, πού δείχνουν τήν ταυτότητά Του, τήν προέλευσή Του, τήν ἀποστολή Του, τήν δύναμή Του καί ὅλα τά θεϊκά προσόντα Του. Γι’ αὐτό ἀπευθύνθηκε σέ ὅσους ἦταν διστακτικοί λέγοντας: «Ἄν δέν κάνω τά ἔργα τοῦ Πατέρα μου, μή μέ πιστεύετε. Ἄν ὅμως τά κάνω, ἀκόμα κι ἄν δέν πιστεύετε σ’ ἐμένα, πιστέψτε τουλάχιστον στά ἔργα. Ἔτσι θά μάθετε καί θά ἀναγνωρίσετε ὅτι ὁ Πατέρας ζεῖ μέσα σέ μένα, κι ἐγώ ζῶ μέσα στόν Πατέρα» (Ἰωάννου ι΄, 37-38).

Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά νά ἐκτελέσει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἕνα θαῦμα, ἦταν ἐάν αὐτός πού τοῦ τό ζητοῦσε πίστευε. Ὁ εὐαγελιστής Ἰωάννης βεβαιώνει, ὅτι πολλοί πίστεψαν στόν Ἰησοῦ βλέποντας τά θαύματα πού ἐπιτέλεσε. «Κατά τήν παραμονή τοῦ Ἰησοῦ στα Ἱεροσόλυμα γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα πολλοί πίστεψαν σ’ αὐτόν, βλέποντας τά θαύματα πού ἔκανε» (Ἰωάννου β΄, 23). Πολλοί ἐπίσης, παρά τά θαύματα, δεν πίστευαν, ὅπως βεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Καί μολονότι εἶχε κάνει τόσα θαύματα μπροστά στά μάτια τους, δέν πίστευαν σ’Αὐτόν» (Ἰωάννου ιβ΄, 16) .

γ´. Νά πιστεύσουν σ’ Αὐτόν. Στό ἐρώτημα τῶν ἀπορούντων Ἰσραη-λιτῶν «τίς ἄρα οὖτός ἐστι;» ἡ ἀπάντηση δόθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο στήν Καισάρεια τῆς Φιλίππου, πού ἦταν ἡ ἕδρα τῆς Ρωμαϊκῆς διοικήσεως: «σύ εἶ ὁ Χριστὸς ὁυἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθαίου ιστ΄, 16).

δ´. ̔Ο ῎Ιδιος γίνεται παράδειγμα πίστεωςστόν Θεό τελειοποιώντας τήν πίστη τῶν μαθητῶν Του, δείχνοντας μία ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη «πρὸς τὸν δυνάμενον» διά τῆς ἀναστάσεως «σώζειν αὐτόν» (Πρός Ἑβραίους ε΄, 7).

ε´. Προέτρεψε τούς μαθητές Του νά ἔχουν ἐμπιστοσύνη στόν ἐπουράνιο Πατέρα πού ἀποβάλλει κάθε μέριμνα καί φόβο. «Εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητέςΤου: γι’ αὐτό σᾶς λέω νά μήν ἀγωνιᾶτε γιά τήν ζωή σας τί θά φᾶτε καί γιά τό σῶμα σας τί θά ντυθεῖτε. ̔Η ζωή σας εἶναι κάτι σπουδαιότερο ἀπό τό φαγητό, καί τό σῶμα ἀπό τά ροῦχα. … γιά ὅλα αὐτά ἀγωνιοῦν ὅσοι δέν ἐμπιστεύονται τόν Θεό. Ὁ Πατέρας σας ὅμως ξέρει καλά ὅτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπ’ αὐτά. Ἐσεῖς νά ἐπιζητεῖτε μόνο τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κι ὅλα αὐτά θ’ ἀκολουθήσουν» (Λουκᾶ ιβ΄, 22-32).

στ´. ̔Η δοκιμασία τοῦ Πάθους τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ πίστη. Τά γεγονότα ἀπό τήν σύλληψη τοῦ Κυρίου μέχρι τόν θάνατό Του φόβισαν καί κλόνισαν τήν ἐμπιστοσύνη τῶν μαθητῶν Του. ̔Ο Κύριος προφήτεψε αὐτόν τόν κλονισμό τους: «Αὐτή τήν νύχτα ὅλοι σας θά χάσετε τήν ἐμπιστοσύνη σας σέ μένα, ὅπως ἄλλωστε τό λέει ἡ γραφή: Θά θανατώσω τόν ποιμένα, καί θά σκορπιστοῦν τά πρόβατα τοῦ κοπαδιοῦ. Μετά τήν ἀνάστασή μου ὅμως θά σᾶς περιμένω στήν Γαλιλαία, ὅπου θά πάω πρίν ἀπό σᾶς» (Ματθαίου κστ΄, 31-32). Ὡστόσο ὅμως ἐνίσχυσε τούς μαθητές Του προτρέποντάς τους νά μήν ταραχθοῦν, ἀλλά παρά τά ὅσα θά συμβοῦν νά ἐπιδείξουν ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί στόν ῎Ιδιο (Ἰωάννου ιδ΄, 1).῞Ομως δέν τούς ἄφησε ἀστήρικτους. Ζήτησε ἀπό τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα νά μήν χάσουν τήν ἐμπιστοσύνη τους στόν Θεό καί στόν ῎Ιδιο. «Εἶπε ἐπίσης ὁ Κύριος: Σίμων, Σίμων! Ὁ σατανᾶς ζήτησε νά σᾶς δοκιμάσει σάν τό σιτάρι στό κόσκινο. Ἐγώ ὅμως προσευχήθηκα γιά σένα, νά μή σέ ἐγκαταλείψει ἡ πίστη σου. Κι ἐσύ ὅταν ξαναβρεῖς τήν πίστη σου, στήριξε τούς ἀδελφούς σου» (Λουκᾶ κβ΄, 31-32).

21 Ἀπριλίου 2023

«Ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν, ἡ βασιλίς καί κυρία».

«Ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν, ἡ βασιλίς καί κυρία».

«Αὕτη ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος

ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμοῦ ριζ΄, 24).

Δημοσιεύθηκε 20.4.2023

 

Ἀνέτειλεν ἡ μεγάλη καί πανευφρόσυνος ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, «ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν, ἡ βασιλίς καί κυρία», ἡ ἡμέρα τῆς νίκης τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας κατά τῶν προαιώνιων ἐχθρῶν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τῆς τυραννίας τῶν παθῶν.

Ἡ Ἐκκλησία μας ἀναγνωρίζει, ὁμολογεῖ καί διακηρύττει τήν εὐγνωμοσύνη της στό Λυτρωτή καί Σωτῆρα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μέ τούς λόγους της:

«Οὐ γάρ ἔφερες Δέσποτα θεᾶσθαι ὑπό τοῦ διαβόλου τυρρανούμενον τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἦλθες καί ἔσωσας ἡμᾶς. Ὁμολογοῦμεν τήν χάριν. Κυρρήτομεν τόν ἔλεον. Οὐ κρύπτομεν τήν εὐεργεσίαν».

Αὐτή τήν εὐγνωμοσύνη πανηγυρικά διατρανώνουμε οἱ πιστοί καθ΄ ἑκάστην Κυριακήν εἰσαγωγικῶς, ὅταν τελοῦμε τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας:

«Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ γέγονεν, ᾄσωμεν τῷ ἀναστάντι ἐκ τάφου τῷ ἀρχηγῷ τῆς ζωῆς ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ, καθελὼν γὰρ τῷ θανάτῳ τὸν θάνατον, τὸ νῖκος ἔδωκεν ἡμῖν, καὶ τὸ μέγα ἔλεος».

Μελετῶντες τά ἱερά κείμενα τῶν θεοφόρων πατέρων καί διδασκάλων διακρίνουμε τίς ἑξῆς διαστάσεις τῆς ἑορτῆς.

α΄. Τήν ἀνάμνηση

Κάθε χρόνο ἑορτάζουμε τό θάνατο, τήν ταφή καί τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως μᾶς παραδίδεται ἀπό τούς ἁγίους Μαθητές καί Ἀποστόλους πού ἔζησαν τό σωτήριο πάθος καί τήν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στά ἱερά εὐαγγέλια γενόμενοι αὐτόπτες μάρτυρες τῶν παθημάτων καί τῆς Ἀναστάσεώς Του.

Ὁ Κύριος πρίν ἀναληφθεῖ ἐνδόξως στούς οὐρανούς παρήγγειλε στούς Μαθητές καί τούς Ἀποστόλους Του νά κηρύξουν σ΄ ὅλη τήν οἰκουμένη τά γεγονότα τοῦ Σταυροῦμ τῆς Ταφῆς καί τῆς Ἀναστάσεώς Του λέγοντάς τους : «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξεων α΄, 8).

Γι΄ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμολογεῖ τήν ἁγία ἐπιθυμία του:  «Ὅ,τι ἐπιθυμῶ εἶναι νά γνωρίσω τό Χριστό καί τή δύναμη τῆς ἀναστάσεώς Του, νά μετάσχω στά παθήματά Του ἀκολουθώντας Τον στό θάνατο, μέ τήν ἐλπίδα νά λάβω μέρος στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν». (Πρός Φιλιππησίους γ΄, 10)

β΄. Ἡ ἑβδομαδιαία ἑορτή.

Πέραν δέ τῆς κατ΄ ἔτος ἑορτῆς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει καί ὑμνολογεῖ τά θεῖα καί σωτήρια γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ σέ κάθε τελουμένη θεία Λειτουργία, ὅπως ὁ λειτουργός ἱερεύς ἀναφέρει κατά τήν φοβερά καί ἱερή ὥρα τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, τῆς θείας ἱερουργίας, ὅταν προσφέρουμε τά ἀντίτυπα τοῦ Ἁγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ:

«Μεμνημένοι τοίνυν (Δέσποτα) τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καὶ πάντων τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ Σταυροῦ, τοῦ Τάφου, τῆς τριημέρου Ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς Ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν Καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν Παρουσίας τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα».

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τούς πιστούς νά μετέχουν στα Ἄχραντα Μυστήρια, συνιστώντας τους: «Γιατί ὡσότου νά ἔρθει ὁ Κύριος, πάντοτε, ὅποτε τρῶτε αὐτό τό ψωμί καί πίνετε αὐτό τό ποτήριο, διακηρύττετε τό θάνατο τοῦ Κυρίου» (Πρός Κορινθίους Α΄, ια΄, 26)

Κατά ταῦτα κάθε θεία Λειτουργία εἶναι Πάσχα γιά τούς πιστούς.

γ. Ἡ οὐράνια πανήγυρη

«εὐφραίνεσθε, οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω, ἡ γῆ»

(Ἡσαΐα μθ΄, 13)

Ἡ οὐράνια πανήγυρη καθ’ ἥν ἑορτάζουμε τήν ἀποβολή τοῦ διαβόλου ἀπό τήν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀφαίρεση τῆς πονηρῆς ἐξουσίας του. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός προφητικά προανήγγειλε: τήν πτώση τῆς δαιμονικῆς ἐξουσίας στούς Μαθητές καί Ἀποστόλους Του, διαβεβαιώνοντάς τους, ὅτι: «Ἐγώ ἔχω δεῖ τό σατανᾶ νά πέφτει ἀπό τόν οὐρανό σάν ἀστραπή»(Λουκᾶ ι΄, 18).

Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης σέ ὄραμά του στήν Ἀποκάλυψη φανερώνει, ὅτι οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι καί τά οὐράνια πνευματικά ὄντα χαίρονται διότι ἀπεβλήθη μέ τήν σταύρωση καί ἀνάσταστη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ διάβολος ἀπό τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ:

Κι ἄκουσα μία δυνατή φωνή στόν οὐρανό νά λέει: «Ἔφτασε τώρα ἡ σωτηρία καί ἡ δύναμη κι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μας κι ἡ ἐξουσία τοῦ Μεσσία του. Διώχτηκε ἀπό τόν οὐρανό ὁ κατήγορος τῶν ἀδελφῶν μας, πού τούς κατηγοροῦσε μέρα νύχτα μπροστά στό Θεό μας» (Ἀποκαλύψεως ιβ΄, 10).

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ διάβολος καί ἡ πονηρία εἶναι ἕνας ἡττημένος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ὁποίου ἡ δύναμη καί ἡ ἐξουσία καταπατήθη ἀπό τόν σταυρωθέντα καί ἀναστάντα Κύριο.

δ΄. Ἐσχατολογική καί αἰώνια προοπτική.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἔχει καί τήν ἐσχατολογική καί αἰώνια προοπτική κατά τήν ὁποία στήν αἰωνιότητα ὁλόκληρος ὁ πνευματικός κόσμος θά χαίρεται καί θά ἑορτάζει αἰωνίως τήν νίκη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔνθα ἦχος καθαρός καί ἡ θέα τοῦ ἀρρήτου κάλλος τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ θά ἀποτελεῖ πηγή θείας εὐφροσύνης καί ἀγαλλιάσεως.  Ἡ ἑορτή αὐτή θά εἶναι ἄληκτη καί θά συμμετάσχουν σ΄ αὐτή ὅσοι καθαρίσθηκαν ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀναγεννήθηκαν μέ τά ἅγια μυστήρια, ὅπως ὁ Κύριος διακήρυξε στόν νυκτερινό μαθητή καί ἐπισκέπτη Του Νικόδημο, καί στολίσθηκαν μέ τήν δωρεά τοῦ ἁγίου Πνεύματος : «Σέ βεβαιώνω πώς ἄν κανείς δέ γεννηθεῖ ἀπό τό νερό κι ἀπό τό Πνεῦμα, δέν μπορεῖ νά μπεῖ στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάννου γ΄, 5).

ε΄. Ἡ κοινωνία Θεοῦ καί ἀνθρώπων

Ἑορτάζουμε καί χαιρόμαστε οἱ πιστοί κατά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα καί γιά ἕνα ἀκόμη σημαντικό λόγο. Ἐπειδή μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐγκαινιάσθηκε ἡ κοινωνία Θεοῦ καί ἀνθρώπων, πού εἶχε διακοπεῖ μέ τήν συμβουλή τοῦ διαβόλου στό Παράδεισο πού οἱ Πρωτόπλαστοι Ἀδάμ καί Εὔα παρήκουσαν καί παρέβησαν τήν ἐντολή Του. Αὐτό πού ἐπιτεύχθη ὅπως ὑψηγορεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος : «ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν» (Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄, 28), δηλαδή : «Ὁ Θεός θά εἶναι τά πάντα γιά ὅλους»

 Αὐτή τήν κατοικία μεγαλοπρεπῶς καί ἱερῶς ἀναγγέλλει εὐφοροσύνως ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψη:

«Τότε ἄκουσα μία δυνατή φωνή ἀπ’ τόν οὐρανό νά λέει: «Τώρα πιά ἡ κατοικία τοῦ Θεοῦ εἶναι μαζί μέ τούς ἀνθρώπους. Θά κατοικήσει μαζί τους, κι αὐτοί θ’ ἀποτελοῦν τό λαό του. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός θά εἶναι μαζί τους» (Ἀποκαλύψεως κα΄, 3)

Καμμία δύναμη δέν δύναται νά διασπάσει αὐτή τήν ἑνότητα καί νά ἐπιφέρει τόν χωρισμό τῶν πιστῶν ἀπό τόν Κύριο μακριά ἀπό τόν Θεό.

Αὐτή τήν κοινωνία ἐξασφαλίζει ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας: «Κι ἄκουσα κάτι σάν φωνή ἀπό μεγάλο πλῆθος καί σάν βοή καταρράκτη καί σάν κρότο ἀπό δυνατές βροντές νά λέει: «Ἀλληλούια! Ὁ Κύριός μας, ὁ Θεός ὁ παντοκράτορας  εἶναι πιά κυρίαρχός τοῦ κόσμου! Ἄς χαροῦμε, ἄς ἀναγαλλιάσουμε κι ἄς τόν δοξάσουμε, γιατί ἔφτασε ἡ ὥρα γιά τό γάμο τοῦ Ἀρνίου κι ἡ νύφη στολίστηκε· τῆς δόθηκε γιά νά ντυθεῖ λινό καθάριο καί λαμπερό. Τό λινό θέλει νά δείξει τίς δίκαιες πράξεις τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ἀποκαλύψεως ιθ΄ 6-8).

 

 

13 Ἀπριλίου 2023

«Ὁ σταυρός σου Κύριε ζωὴ καὶ ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου»

«Ὁ σταυρός σου Κύριε ζωὴ καὶ ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου»

 

«Ὁ σταυρός σου Κύριε ζωὴ καὶ ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου» ψάλλει ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας δοξάζουσα τὸν Σταυρωθέντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Στὴ συνέχεια παρατίθενται τρία κείμενα γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ κατανοήσουμε τὸ μυστήριο τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Οἱ Εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν, ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοσι τῆς ἀποφάσεως μὲ τὴν ὁποία καταδικάσθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς στὴ θανατικὴ ποινὴ τῆς σταυρώσεως, οἱ στρατιῶτες ποὺ ἐκτελοῦσαν τὴν ἀπόφασι αὐτή «ἐξερχόμενοι εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» (Ματθαίου κζ ́ 32, Μάρκου ιε ́ 21, Λουκᾶ κγ ́ 26.

Φαίνεται λοιπόν, ὅτι ὁ Κύριός μας ἀδυνατοῦσε νὰ σηκώσει τὸν σταυρό Του. Αὐτὸ ὀφειλόταν ἀσφαλῶς τόσο στὴν ἐξάντλησι ποὺ εἶχε ὑποστεῖ ἀπὸ τὰ πολλὰ βασανιστήρια καὶ τὴν ὁλονύκτια ταλαιπωρία τῆς ἀνακρίσεώς Του, ὅσο καὶ στὸ βάρος τοῦ σταυροῦ. Σημειώνεται ὅτι ὁ Κύριος μας διήνυσε τὴν ἀπόστασι, ποὺ διανύεται σήμερα σὲ 15 ́, ἀπὸ τὸ Πραιτώριο ὡς τὸν Γολγοθᾶ σὲ τρεῖς ὥρες. Ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦταν βαρὺς ἐπειδὴ ἦταν:

α) Σταυρὸς ὀδύνης

Κατὰ τὴν ἀποστολικὴ μαρτυρία «Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν» (Mατθαίου η ́ 17). Στὸ σταυρό Του εἶχαν φορτωθεῖ ὅλες οἱ ἀσθένειές μας, ἡ κάθε εἶδους κακοπάθεια καὶ ταλαιπωρία μας, οἱ διωγμοί, οἱ ἐξορίες, ἡ προσφυγιά, ἡ παντοειδὴς ἐκμετάλλευσις, ὅλα τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου μας: «Ὀφείλομεν δὲ ἡμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν, καὶ μὴ ἑαυτοῖς ἀρέσκειν» (Πρὸς Ρωμαίους ιε ́, 1, βλ. καί Πρὸς Ρωμαίους ιε ́ 7). Ὅταν προσλαμβάνουμε, δεχόμενοι τὰ προβλήματα τῶν ἄλλων σὰν νὰ εἶναι δικά μας προβλήματα, τότε δοξάζουμε τὸν Θεό, ὅπως καὶ ὁ Κύριός μας ἐδόξασε τὸν Θεὸ Πατέρα βαστάζοντας τὶς ἁμαρτίες μας.

β) Σταυρὸς ἀδικίας

Ὁ Κύριός μας  Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν δίκαιος, δὲν παρέβη τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὶς ἐτήρησε μὲ ἀκρίβεια καὶ ζῆλο. Τιμωρήθηκε μὲ θάνατο ἄδικα «ἀδίκῳ δίκῃ τοῦ ∆ικαίου κατακριθέντος» κατὰ τὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας (∆οξαστικό τῶν ἑσπερίων στιχηρῶν τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ). Ὅτι ὁ Κύριος ἐνῶ δὲν ἔπραξε κάτι παράνομο γιὰ νὰ τιμωρηθεῖ, ἀλλὰ ἦταν ἀθῶος καὶ δίκαιος, καὶ παρά ταῦτα τιμωρήθηκε ἄδικα, μαρτυροῦν:

Οἱ Ἀπόστολοι

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὡς υἱὸς τῆς βροντῆς, ἐκήρυξε μεγαλόφωνα στὸ εὐαγγέλιό του, ὅτι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἦτο «πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάννου α ́, 14). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξυμνεῖ τὸ ἠθικὸ μεγαλεῖο τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσίασε τὴν ζωή Του γιὰ μᾶς «Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος» (Πρὸς Ἑβραίους ζ΄, 26). Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐπίσης βεβαιώνει, ὅτι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστὸς «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν» (Α ́ Πέτρου β ́ 22).

Ἡ σύζυγος τοῦ Ρωμαίου Ἐπιτρόπου στὴν Ἰουδαία Πιλάτου ἡ ὁποία διεμήνυσε στὸν Πιλᾶτο ποὺ δίκαζε τὸν Κύριό μ ας Ἰησοῦ Χριστό: «Μηδὲν σοὶ καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήμερον κατ’ ὄναρ δι’ αὐτόν» (Mατθαίου κζ ́, 19).  Ὁ εὐγνώμων ληστὴς ποὺ ἐπετίμησε τὸν βλάσφημο ληστή, ποὺ εἰρωνευόταν τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ λέγοντάς του : «Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅ τι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε» (Λουκᾶ κγ ́ 40 -41).

γ) Γεμᾶτος φθόνο

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀν αφέρει, ὅτι ὁ Πιλᾶτος ἐπειδή «ᾔδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτὸν» (Ματθαίου κζ ́ 18) προσπάθησε νὰ ἀθωώσει τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλὰ ματαίως. Βεβαιώνει καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ὅτι ὁ Πιλᾶτος «ἐγίνωσκε γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παραδεδώκεισαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς» (Μάρκου ιε΄, 10). Οἱ Ἰουδαῖοι κινούμενοι ἀπὸ τυφλὴ ἐμπάθεια καὶ ἀσίγαστο μῖσος κατὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνέτρεψαν τήν προσπάθεια τοῦ Πιλάτου καὶ ἀνέλαβαν τὴν εὐθύνη τῆς ἄδικης καταδίκης μὲ μεγάλη προθυμία καταδικασμένοι αὐτοκατάκριτοι. «Ὁ φθόνος οὐκ οἶδε προτιμᾶν τὸ συμφέρον» συμπεραίνει ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας.

δ) Βρώμικος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας

Στὴν ἐποχὴ ποὺ ἔζησε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐπικρατοῦσε ἡ ἀντίληψι τῆς Παλαιᾶς ∆ιαθήκης γιὰ ὅσους καταδικάζονταν σὲ θάνατο μὲ σταύρωσι, ὅτι ἦταν καταραμένοι (∆ευτερονομίου κα ́ 22(23). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑψηγορεῖ, ὅτι ὁ Θεὸς Πατέρας «τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Πρός Κορινθίους Β ́ ε ́ 21). Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος ἐξηγεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἁγάπης τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔπεμψε τὸν υἱό Του τὸν Μονογενῆ καὶ Ἀγαπητὸ νὰ κατακριθεῖ ὡς ἁμαρτωλὸς ἐνῶ δὲν ἦταν ἁμαρτωλός, καὶ νὰ τιμωρηθεῖ γιὰ μᾶς (Πρὸς Ρωμαίους η΄,  3 καί Πρὸς Γαλάτας γ ́, 13). Ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀναφέρει, ὅτι τὸ μαρτύριο καὶ ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦταν συνέπεια τῶν ἁμαρτιῶν μας. «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» (Ἡσαΐου ν ́, 4-12). Ὁ Κύριός μας δέχθηκε νὰ ὑποστεῖ τὸν ἐξευτελισμό Του καὶ τὸ μαρτύριο τῆς θυσίας Του στὸ σταυρὸ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ μᾶς. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ ἀγωνίζονται χωρὶς νὰ ντρέπονται, ὅπως ἀγωνίσθηκε ὁ Κύριος κατὰ τῆς ἁμαρτίας ποὺ γεννᾶ τὴν φθορά, τὸν θάνατο, τὴν αἰώνια ντροπὴ ἔχοντας ὡς πρότυπό τους τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό (Πρὸς Ἑβραίους ιβ ́ 2). Ὁ θεηγόρος ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ντράπηκε νὰ σηκώσει τὸ σταυρὸ «αἰσχύνης καταφρονήσας» (Πρὸς Ἑβραίους ιβ΄, 2). Μὲ τὴν θυσία Του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὶς συνέπειες τῶν παραβάσεων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τιμωρήθηκε ὁ Ἴδιος ὡς παραβάτης τους ἐνῶ δὲν ἦταν (βλ. Πρὸς Γαλάτας γ΄, 13). Μόνο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶχε αὐτὴ τὴν δύναμι νὰ καταφρονήσει τὴν ντροπὴ ἑνὸς ἐξευτελιστικοῦ θανάτου γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν αἰώνια ντροπή μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας.

ε) Τὸν ἐβάστασε μόνος

Τὸ βράδυ τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ ὁ Κύριός μας προφήτευσε λέγοντας στοὺς μαθητές Του, ὅτι σὲ λίγο «ἐμὲ μόνον ἀφῆτε· καὶ οὐκ εἰμὶ μόνος, ὅτι ὁ πατὴρ μετ’ ἐμοῦ ἐστι» (Ἰωάννου ιστ΄, 32). Ἤδη στὸν προφήτη Ἡσαΐα ἀναγγέλεται, ὅτι μόνος Του ὁ Σωτῆρας μας ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν σωτηρία μας: «Ἐκ τῶν ἐθνῶν οὐκ ἐστιν ἀνὴρ μετ’ ἐμοῦ» (Ἡσαΐου ξγ΄, 3) καί «Ἐρρύσατο αὐτοὺς ὁ βραχίων μου» (Ἡσαΐου ξγ ́, 5). Ἔτσι, παρηγορεῖ ὅλους μας, ὅταν μόνοι μας σηκώνουμε τοὺς πολλοὺς σταυροὺς τῶν δοκιμασιῶν τῆς ζωῆς μας. Ὅπως, ὅμως, Ἐκεῖνος ἔτσι καὶ ἐμεῖς δὲν εἴμαστε μόνοι στὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς μας. Ἂν ὅλοι μᾶς ἐγκαταλείψουν ὁ Θεὸς Πατέρας μας δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει κατὰ τὴν ὑπόσχεσί Του στὸν λαό Του: «Ἀνδρίζου καὶ ἴσχυε, μὴ φοβοῦ μηδὲ δειλιάσῃς μηδὲ πτοηθῇς ἀπὸ προσώπου αὐτῶν, ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου ὁ προπορευόμενος μεθ’ ὑμῶν ἐν ὑμῖν, οὔτε μή σε ἀνῇ, οὔτε μή σε ἐγκαταλίπῃ. … Ἀνδρίζου καὶ ἴσχυε, σὺ γὰρ εἰσελεύσῃ πρὸ προσώπου τοῦ λαοῦ τούτου εἰς τὴν γῆν, ἣν ὥμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν ὑμῶν δοῦναι αὐτοῖς, καὶ σὺ κατακληρονομήσεις αὐτὴν αὐτοῖς. Καὶ Κύριος ὁ συμπορευόμενος μετὰ σοῦ οὐκ ἀνήσει σε, οὐδὲ μή σε ἐγκαταλίπῃ. Μὴ φοβοῦ μηδὲ δειλιᾶ» (∆ευτερονομίου λα ́ 6-8. Πρβλ. Πρὸς Ἑβραίους ιγ ́, 5). Ἐμεῖς οἱ πιστοὶ δὲν πρέπει νὰ σταυρώνουμε τοὺς ἀδελφούς μας μὲ ἐνέργειες ἤ λόγους μας ποὺ γίνονται σταυρὸς ὀδύνης, φθόνου, λάσπης, ἀδικίας, μοναξιᾶς γι’ αὐτούς.

6 Ἀπριλίου 2023

Ὁ Κύριός μας «ἔμπροσθεν καί προάγων»

Ὁ Κύριός μας «ἔμπροσθεν καί προάγων»

(ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ)

Λουκᾶς ιθ΄ 28 - 48

Δημοσιεύθηκε 6 Ἀπριλίου 2023

Μιά ἔντονη χριστοκεντρικότητα, χαρακτηρίζει τά περιστατικά πού συνθέτουν τά σκηνικά τῆς Μεγάλης Ἑβδοµάδας. Καί θά ΄ταν αὐτόχρημα τραγικό, ἐπισκεπτόμενοι τό χώρο τοῦτο τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου, πού ἀποτελεῖ τά ἅγια τῶν ἁγίων τῆς Προσωπικότητας καί τοῦ ἔργουτου, ν᾿ ἀρκεστοῦμε περιεργαζόµενοι κι ἀσχολούμενοι μ’ ὅ,τιδήποτε ἄλλο, ἐκτός ἀπ᾿ Αὐτόν. Θαυμάζοντας τόν περίγυρο κι ὄχι τόν κορυφαῖο Πρωταγωνιστή τοῦ θείου ὁράµατος. Τοῦ δράµατος τῆς σωτηρίας µας.

Ἡ Κυριακή λοιπόν τῶν Βαΐων, μᾶς παρουοιάζει:

1. Ἕναν ἀποφασισμένο Κύριο

Τό κείµενο τοῦ Λουκᾶ μᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἰησοῦς «ἐπορεύετο ἔμπροσθεν ἀναβαίνων εἰς Ἱεροσόλυμα» καί ὁ Μᾶρκος τονίζει ὅτι «ἦν προάγων αὐτούς ὁ Ἰησοῦς» (ι΄, 32). Τά «ἔμπροσθεν» καί «προάγων», ἐκφράζουν τήν αὐθόρμητη προσφορά τοῦ Ἰησοῦ. Τήν ἀταλάντευτη ἀποφασιστικότητα, νά γευτεῖ τήν κρίση τοῦ Θεοῦ πάνω του γιά μᾶς. Ἕναν µελλοθάνατο τόν ὁδηγοῦν στόν τόπο τῆς ἐκτέλεσης. Ἕνας Λυτρωτής, προχωράει µέ δικό του προβάδισμα στόν τόπο τῆς θυσίας. «Οὐδείς ἀφαιρεῖ... ἐγώ βάλλω αὐτήν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ» (Ἰωάννης ι΄, 18).

2. Ἕναν καταδεκτικό Κύριο

Ὁ ψωροπερήφανος ἄνθρωπος, πολύ ἀρέσκεται νά μπορεῖ νά πεῖ˙ «τά μπράτσα µου νά ᾽ναι καλά καί δέν ἔχω ἀνάγκη κανενός». Ἤ στή βιβλική γλώσσα˙ «ἐπλούτησα καί δέν ἔχω χρείαν οὐδενός» (Ἀποκάλυψη γ΄, 17). Ὁ Κύριος ἀντίθετα, δέν ντράπηκε νά πεῖ δηµόσια ὅτι εἴχε ἀνάγκη ἀπό ἕνα γαϊδουράκι. Ὁ Κύριος, πού ἔθρεψε τίς 5.000 ψυχές, πού γαλήνεψε τήν τρικυμία, πού... Καί ἄν ὁ Κύριος ἔχει ἀνάγκη τῆς µικρῆς ταπεινῆς σου προσφορᾶς, τότε... α) πόσο ἀνάγκη ἔχεις ἐσύ τοῦ Κυρίου, β) πόσο δύσκολα θά πρέπει νά ὑποβαθμίσεις ἤ ἐξουθενώσεις τήν ὅποια προσφορά τοῦ ἄλλου.

3. Ἕναν ταπεινό Κύριο

Στήν ἐποχή τῆς Ρωμαιοκρατίας, ἦλθε κι ἔζησε ὁ Κύριος στή γῇ µας. Θά μποροῦσε συνεπῶς - ἄν ἦταν «ἡ βασιλεία του ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰωάννης ιη΄, 36) -ν᾿ ἀντιγράψει τό θρίαμβο κάποιου ρωμαίου αὐτοκράτορα ἤ στρατηγοῦ, λόγου χάρη τοῦ Αἰμίλιου Παύλου µετά τή νίκη του στήν Πύδνα (δές, Πλουτάρχου, Αἰμ. Παῦλο, § 32-37). Ὅμως, ὄχι. Ὁ Ἰησοῦς, δέν ἔχει ἀνάγκη νά σύρει πίσω του ἁλυσοδεμένους δούλους, γιά νά δείξει ὅτι εἶναι Κύριος. Ἔρχεται «πραῦς καί καθήµενος σ’ ἕνα (ταπεινό) ὑποζύγιο» (Ματθαῖος κα΄, 5).

4. Ἕναν σπλαχνιζόµενο Κύριο

Δύο φορές ἡ Καινή Διαθήκη μᾶς μιλάει γιά δάκρυα τοῦ Ἰησοῦ˙ στόν τάφο τοῦ Λαζάρου τήν πρώτη (Ἰωάννης ια΄, 35) καί τώρα ἀτενίζοντας τήν Ἱερουσαλήμ. Καί γιά τῆς πόλης (τοῦ συνόλου) τό ἀπομάκρυσμα, ἀλλά καί τοῦ ἀτόμου τό δράµα, ἐνδιαφέρεται ὁ Κύριος. Καί ἴσως τούτη τήν Κυριακή τῶν Βαϊων, τό «ἰδών τήν πόλιν» (41), δίνει τή θέση του στό «ἰδών... σέ, ἔκλαυσε», Μπορεῖς νά φανταστεῖς, ἕναν Κύριο νά κλαίει γιά σένα! Γιά σένα καί τήν ἁμαρτία σου! Γιά σένα κι αὐτά πού σέ περιμένουν, ἄν ἐπιµείνεις στήν ἀμετανοησία καί σκληροκαρδία σου!

Μπορεῖς!..

5. Ἕναν ἐπισκεπτόμενο Κύριο

Στήν παραβολή τοῦ οἰκοδεσπότη (Ματθαῖος κα΄, 33-46). ὁ Ἰησοῦς µίλησε γιά τίς ἐπισκέψεις του στίς ψυχές. Εἶπε˙ «ἀπέστειλεν τούς δούλους του... πάλιν ἀπέστειλεν...ὕστερον δέ ἀπέστειλεν». Πολλές καί ποικίλες, οἱ ἐπισκέψεις τοῦ Σωτήρα σέ μᾶς τούς ἀνθρώπους. «Πολλάκις καί πολυτρόπως», ὁ Θεός μᾶς μιλεῖ (Ἑβραίους α΄, 1). Ὅμως φαίνεται νά ὑπάρχει καί κάποια ἰδιαίτερα προσωπική στιγµή στή ζωή µας, πού συνθέτει «τόν καιρό τῆς ἐπισκέψεώς σου». Κρίμα, ἄν τοῦτος ὁ καιρός εἶναι αὐτό τό μήνυμα, «νά µή τό γνωρίσεις». Νά µή τό ἀντιληφθεῖς.

6. Ἕναν ἅγιο Κύριο

Σέ λίγο ὁ Κύριος, θ' ἀνέβαινε στό Σταυρό καί μετά στή δόξα. Ἔνιωσε λοιπόν ἄλλη μιά φορά (Ἰωάννης β΄, 13-23) τήν ἀνάγκη, νά καθαρίσει τό Ναό ἀπ' ὅ,τι εἶχε καταντήσει κερδοσκοπία καί ἐπαγγελματικοποίηση τῆς πίστης. ᾽Απ’ αὐτά ὅλα, πού ὁ Παῦλος ἀργότερα θά ὀνόμαζε: «ἅ µή δεῖ, αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (Τίτος α΄,  11). Πόσο «οἶκος προσευχῆς» εἶναι οἱ µνηµειακοί καί µουσειακοί ναοί σήµερα, δέν εἶναι δύσκολο ν᾿ ἀντιληφθεῖ κανείς. Πόση φροντίδα πνευματική θά πρέπει νά καταβάλουµε, γιά νά καταστοῦν οἱ ἐκκλησίες µας ἁμιγῶς˙ «οἶκοι προσευχῆς».

7. Ἕναν µοναδικό Κύριο

᾿Αρχιερεῖς καί γραμματεῖς, χαμένα τά ᾿χαν. «Νά τόν πιάσουν ζητοῦσαν», ἀλλά ἀπό ποῦ. Ποιά ἐλάχιστη κηλίδα στή ζωή του, νά µεγεθοποιήσουν; ᾽Από ποιό ἄστοχο λόγο του νά πιαστοῦν: Ποιόν ἀνικανοποίητο ἀκροατή του νά βροῦν, νά συμμαχήσουν µαζί του; Ποιόν, πού νά μήν τόν ἔχει κερδίσει ἡ ἀγάπη του; Μάταιη προσπάθεια. «Οὐχ εὕρισκον». Ὁ λαός, «ἅπας ὁ λαός», κρεµόντουσαν ἀπό τά χείλη του. Τέτοιος εἶναι ὁ Κύριός µας: Ἀποφασισµένος, Καταδεκτικός, Ταπεινός, Σπλαχνιζόµενος, Ἐπισκεπτόμενος, Ἅγιος, Μοναδικός. Ἄς γονατίσουµε εὐλαβικά, µπροστά στό μεγαλεῖο του.

23 Μαρτίου 2023

Γένοιτό µοι κατὰ τὸ ρῆμά σου

«Γένοιτό µοι κατὰ τὸ ρῆμά σου».

Ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Παναγίας

Δημοσιεύθηκε 23.3.2023

Θά ἑορτάσουμε τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου καί Παρθένου Μαρίας, τῆς μητρός τοῦ Κυρίου μας, καί θά ψάλλουμε «τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον». Η ἑορτή αὐτή τῆς Ἐκκλησίας μας μᾶς ὁδηγεῖ στήν κατάθεση ὀλίγων σκέψεων περί τῆς σημαντικῆς αὐτῆς ἑορτῆς.

 Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στέλλει ἕνα ἀπὸ τὰ ἐκλεκτότερα λειτουργικά του πνεύματα γιὰ νὰ φέρη στὴ γῆ τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα. Ὅ,τι ἀνέμεναν οἱ Πατριάρχαι καὶ ὅ,τι προανήγγειλαν οἱ Προφῆται ἐκπληρώνεται σήµερα.

Ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὁ ἴδιος ἄγγελος ποὺ χρόνια πρὶν φανερώθηκε στὸν προφήτη Δανιὴλ γιὰ νὰ τοῦ ἐξαγγείλη σ᾿ ἕνα ὅραμα τὸν «ὡς Υἱὸν ἀνθρώπου ἐρχόμενον» (ζ΄, 13), ὁ ἴδιος ἄγγελος ποὺ λίγους µῆνες πρὶν εἶχε ἐμφανισθῆ στὸν προφήτη Ζαχαρία γιὰ νὰ τοῦ πῆ ὅτι ἡ γυναίκα του θὰ ἔφερε στὸν κόσµο ἐκεῖνον, ποὺ θά ἦταν «μέγας ἐνώπιον Κυρίου» (Λουκ. α΄, 15).

Ὁ Θεὸς θέλει νὰ σώση τὸ ἀνθρώπινον γένος καὶ νὰ συμφιλιώση τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεό. Ἀπεστάλη στήν πόλη τῆς Γαλιλαίας σὲ μιὰ φτωχικὴ καὶ µικρὴ πόλι δηλαδή, γνωστὴ µόνο στὴν περιφρόνησι τοῦ λαοῦ, γιατὶ «ἐκ Ναζαρὲτ οὐ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι».

Καί ἀποστέλλεται ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου σὲ μιὰ παρθένο, ποὺ ἔχει γιὰ μοναδικὸ στολίδι τὴν παρθενία της καὶ ζῆ στὴν ἀφάνεια καὶ τὴν ταπείνωσι καὶ εἶναι ἀρρεβωνιασμένη μὲ ἕνα ἄνδρα δίκαιο, ὀνομαζόμενο ᾽Ιωσήφ, ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαυίδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου Μαριάμ. Ἡ Μαρία ἂν καὶ ἐμνηστευμένη καὶ μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ σύζυγος κατὰ τὸν Ἰουδαϊκὸ νόµο, εἶναι παρθένος, ὅπως θὰ εἶναι παρθένος καὶ μετὰ ποὺ θὰ γίνη µητέρα, καθὼς ὁ Υἱός της καὶ ὡς ἄνθρωπος δὲ θὰ παύση νὰ εἶναι Θεός.

Καί ἀφοῦ εἰσῆλθε στὸ σπίτι τῆς Παρθένου ὁ ἄγγελος τῆς εἶπε :

Χαῖρε κεχαριτωμένη. Μὲ αὐτὲς τὶς λέξεις ὁ οὐράνιος ἀγγελιαφόρος χαιρετᾶ τὴν Παρθένον.

Καὶ τώρα ὁ ἴδιος ἄγγελος σταλµένος σὲ μιὰ ἁπλῆ κόρη, μνηστευμένη, πλησιάζει, συνεσταλµένος καὶ δειλὰ θὰ λέγαμε, τὴν προσφωνεῖ μὲ τὶς λέξεις «Χαῖρε κεχαριτωµένη». Ἡ χάρις, ὑπερφυσικὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ, ποὺ καθιστᾶ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι μὲ αὐτή προικισµένος, φίλο τοῦ Θεοῦ καὶ µέτοχο τῶν τελειοτήτων τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ χάρις ποὺ κάνει τοὺς ἁγίους καὶ ποὺ ἔκανε τὰ πνεύματα ἀγγέλους φωτός, βρισκόταν ἔτσι ἄφθονα στὴν Παρθένο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν προσφωνήση διαφορετικά παρὰ σὰν «κεχαριτωμένη» γεμάτη ἀπὸ χάρι.  

Θαυμαστὸς ἔπαινος ποὺ ἁρμόζει µόνον στὴν Παρθένο Μαρία. Ἡ κατάρα ἔπληξε κάθε γυναίκα, γιατὶ ἀπὸ τὴ γυναίκα ἦλθε τὸ κακό, ἀλλὰ ἡ εὐλογία δόθηκε στὴ Μαρία, γιατὶ ἀπ᾿ Αὐτὴ μὲ τὸν Ἰησοῦ ἦλθε ἡ ἐπανόρθωσις.

Τί κάνει ἡ Παρθένος ἀκούοντας αὐτά; Ταράττεται, ὄχι γιὰ τὴ θέα τοῦ ἀγγέλου, ἀλλὰ γιὰ τὰ λόγια του, γιατὶ αὐτὴ ταπεινὴ κι ἄγνωστη κόρη ἀκούει τέτοιο παράξενο χαιρετισμό. Ἡ Μαρία ἄκουσε ὅτι εἶναι εὐλογημένη ἐν γυναιξί καί ἐταράχθη. Ἡ Παρθένος Μαρία ταράττεται ἐπειδὴ τὴν ἐπαινοῦν. Ταπεινώνεται καί σιωπᾶ.

Ὁ Ἄγγελος προλαμβάνει, συνεχίζει: «Μή φοβοῦ εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ». Μάλιστα ἡ Παρθένος Μαρία εὑρῆκε χάρι, εὐνοήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ νὰ τὴν ἐκλέξη μεταξὺ ὅλων τῶν γυναικῶν καὶ νὰ τὴν προορίση σὲ τέτοια ὑψηλὴ ἀποστολὴ νὰ τὴν κάνη µητέρα του.

Καὶ γιὰ νὰ τῆς ἐξηγήση κάπως τὸ μυστήριο προσθέτει:

«Καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ Υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν, οὗτος ἔσται µέγας καὶ υἱός ὑψίστου κληθήσεται» Ἔτσι θὰ γίνη ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ Λόγου. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ θὰ λάβη σάρκα στὰ σπλάγχνα τῆς Μαρίας, θὰ γεννηθῆ ἀπ᾿ αὐτή, θὰ εἶναι ταυτοχρόνως καὶ υἱός της καὶ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Θὰ τὸν ὀνομάση Ἰησοῦν, δηλαδή Σωτήρα, γιατὶ θὰ σώση τὸν ἄνθρωπο.

Ὁ Ἄγγελος συνεχίζει τὶς ἀποκαλύψεις του καὶ διαλευκαίνοντας τὸ μεγαλεῖο τοῦ µυστηρίου προσθέτει: «Καὶ δώση αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυΐδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ βασιλεύσῃ ἐπὶ οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος». Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ δόξα τοῦ ᾿Ιησοῦ. Χριστὸς νικᾶ, Χριστὸς βασιλεύει, Χριστὸς κυριαρχεῖ θὰ ἀπαντοῦν οἱ αἰῶνες στὴν προφητεία τοῦ ᾽Αγγέλου. Ὁ Ἰησοῦς θὰ εἶναι τὸ κέντρον τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος. Θὰ νικᾶ μὲ τὴν ἀγάπη Του, θὰ βασιλεύη μὲ τὶς ἀρχές Του, θὰ κυριαρχῆ μὲ τὴ δικαιοσύνη Του.

Ἡ Παρθένος Μαρία ταράχθηκε ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους κι ὄχι ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψι τῶν σχεδίων τοῦ Θεοῦ. Πιστεύει στὰ λόγια τοῦ ᾿Αγγέλου, ἀφοῦ εἶναι σταλµένος ἀπὸ τὸν Θεό. ᾽Αλλὰ ὁ Ἄγγελος τονίζει ὅτι θὰ εἶναι µητέρα κι αὐτὴ ὑποσχέσθηκε στὸν Θεὸ νὰ µείνη πάντα παρθένος. Πῶς θὰ γίνη; «Πῶς ἔσται τοῦτο ἐπὶ ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;» Δὲν ἀμφιβάλλει γιὰ τὴ δυνατότητα τοῦ γεγονότος καί θά  συνεργασθῆ ἐλεύθερα καὶ συνειδητά. Μὲ αὐτὴ τὴ στάσι της ἡ Παρθένος Μαρία δεικνύει τὴν ἀγάπη της καὶ τὴν πίστι της. Ἡ Παρθένος γνωρίζει ὅτι ἡ χάρις ποὺ μᾶς ἐξαγιάζει καὶ μᾶς καθιστᾶ φίλους τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τὰ προνόμια. Ἡ Παρθένος γιὰ νὰ µείνη παρθένος εἶναι πρόθυμος νὰ ἀρνηθῆ τὴν τιμὴ νὰ γίνη µητέρα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀπάντησις τοῦ ᾽Αγγέλου στὸ ἐρώτημα τῆς Παρθένου: «Πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;» ἐξηγεῖ τὸ µυστήριο

«Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναµις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι». Καὶ ὁ Ἄγγελος συνέχισε: «διὸ καὶ τὸ γεννημένον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ». ᾽Απὸ τὸν Θεὸ Πατέρα θὰ ἔχη τὴ θεϊκὴ  φύσι καὶ θὰ εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ ἀπὸ σέ, Παρθένε, τὴν ἀνθρωπίνη φύσι καὶ θά εἶναι τέλειος ἄνθρωπος. Ἡ Μαρία ζητεῖ πῶς θὰ γινόταν µητέρα καὶ ὁ Ἄγγελος τῆς δίδει τὴν ἐξήγησι.

Τὸ ἄφατο μυστήριο ἔχει ἤδη ἀποκαλυφθῆ. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἀγγέλου τελείωσε. ᾽Απεκάλυψε ὅ,τι εἶχε νὰ ἁποκαλύψη ὡς ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ Παρθένος Μαρία δέχεται τὴν ἀποκάλυψι. Εἶναι ἡ γυναίκα γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς εἶπε στὸν ὄφι τοῦ ἐπιγείου Παραδείσου: «Ἔχθραν θήσω ἀνάμεσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον αὐτῆς» καὶ διὰ τὴν ὁποία ὁ Ἡσαΐας προφήτευσε: «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ».

Τὸ μυστήριο δὲν ἐτελείωσε ἀκόμα. Χρειάζεται ἡ συγκατάθεσις τῆς Μαρίας. Ὁ Ἄγγελος σιωπᾶ, γιατὶ ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολή του. Στὴν Παρθένο ἀνήκει ἡ τελευταία λέξις. Ἡ Εὔα ἐλεύθερα ἠμάρτησε καὶ ἡ Μαρία ἐλεύθερα θὰ δώση τὴν συγκατάθεσί της. Θὰ πρέπη ἐπίσης νὰ συμμερισθῆ τὸ πάθος τοῦ Υἱοῦ της. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ οἰκουμένη ἀναμένουν τὴν ἁπάντησί της.

Ἡ Παρθένος Μαρία συγκατατίθεται καὶ μὲ τὰ λόγια ἀκόμα δηλώνει τὴν συγκατάθεσί της.

Καὶ ὅπως ἥρμοζε σὲ τέτοια ὑπέροχο στιγμὴ λέγει τὸ «ναὶ» μὲ ἀπερίγραπτο ἁπλότητα. «Καὶ εἶπε Μαριάμ. Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό µοι κατὰ τὸ ρῆμά σου». Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ἀναγγέλλει ἡ Παρθένος στὸν οὐρανό, στὴ γῆ καὶ στὸν Ἄδη τὴν ἐπίσηµή της συγκατάθεσοι. «Γένοιτο» ἁπλῆ καὶ ταπεινὴ λέξις τῆς Παρθένου ποὺ ἔγινε πιὸ παντοδύναµη ἀπὸ τὸ γένοιτο ποὺ εἶπε ὁ Πλάστης τὴν ἡμέρα τῆς δημιουργίας. Ἐκεῖ ἔκαμε νὰ γίνη ἕνας κόσμος ποὺ δὲν ὑπῆρχε, ἐδῶ κατεβάζει στὰ σπλάγχνα τῆς Παρθένου τὸν ἴδιο τὸ Δημιουργό. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο».

Ἐδῶ συντελεῖται τὸ µεγάλο μυστήριο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ θεῖος Λόγος, γίνεται ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἦταν, δηλαδὴ ἄνθρωπος καὶ γινόμενος ἄνθρωπος, μένει πάλι καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἦταν δηλαδὴ Θεός. ᾽Αλλὰ καὶ ἡ Παναγία ἔγινε ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἦταν δηλαδὴ Μητέρα, καὶ ἔμεινε καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἦταν πρῶτα δηλαδὴ Παρθένος! Μυστήρια, ποὺ ἂν δὲν πιστεύει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀγάπη καὶ τὴν παντοδυναµία τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ ἂν βασανίζη τὸ λογικό του δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τὰ κατανοήση. Μπρὸς σὲ ἕνα τέτοιο μυστήριο ἄς κλίνωµε τὸ γόνυ τῆς καρδίας καὶ τῆς διανοίας καὶ ἄς λατρεύσωμε τὸν καρπό τῆς ἐπισκιάσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἄς εὐχαριστήσωμε τὴν Παρθένο γιὰ τὴ συµβολή της στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας µας.

4 Μαρτίου 2023

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

«Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

                            

Δημοσιεύθηκε 2.3.2023

            «Τ δ Θε χρις τ πντοτε θριαμβεοντι μς ν τ Χριστ κα τν σμν τς γνσεως ατο φανεροντι δι' μν ν παντ τπ » (Πρός Κορινθίους Β΄ β΄ 14)

Ἄς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός πού μᾶς ὁδηγεῖ πάντοτε σέ θριάμβους μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ καί κάνει μέ τό κήρυγμα μας νά διαδίδεται σάν ἄρωμα παντοῦ ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ.

Ἱερῶς καί εὐφροσύνως πανηγυρίζει ἡ ἁγία Ἐκκλησία σήμερα τήν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων (11 Μαρτίου 843 μ.Χ.), μέ τήν ὁποία τερματίσθηκε ἡ ὑπερεκατονταετής (727 ἕως 843 μ.Χ.) περίοδος ταραχῶν στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί διωγμῶν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί πνευματικότητος, κατά τήν ὁποία ἡ Πολιτεία εἰσῆλθε βιαίως στά ἐνδότερα τῆς Ἐκκλησίας ἀποπειραθεῖσα νά ἑρμηνεύσει τήν εὐαγγελική διδασκαλία καί νά ἐπιβάλει τήν ἄποψη της στήν ἐκκλησιαστική ζωή.

Οἱ εἰκονομάχοι αὐτοκράτορες ἔχοντες αἱρετικά φρονήματα ἀπεφάσισαν ἐκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις πού προκάλεσαν τήν ὀξύτατη ἀντιπαράθεση μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, πού εἶναι γνωστή ὡς εἰκονομαχική ἔρις. Συγκεκριμένως μέ διατάγματά τους συντομεύθηκε ἡ θεία Λειτουργία, καταργήθηκαν ἀγρυπνίες καί ἄλλες ἱερές Ἀκολουθίες, νηστεῖες καί ἑορτές, ἁπλοποιήθηκε ἡ ζωή τῶν Μοναστηριῶν, δημεύθηκε ἡ κτηματική περιουσία τους, περιορίσθηκε καί ὁρίσθηκε ὁ ἀριθμός τῶν Ἱερέων καί τῶν Μοναχῶν, ἡ ἐκλογή τῶν Ἐπισκόπων ὑποβλήθηκε στήν κύρωση τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Συμβουλίου. (Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἐκδοτικός οἶκος «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1959, σ.256-257).  

Οἱ πιστοί ὑψώνουν εὐχαριστήριο αἶνο καί δοξολογία στόν Τριαδικό Θεό, πού ἐστήριξε τήν πίστη τους στήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν μαρτυρία τους γιά τόν θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως διεκήρυξε ἡ 7η Οἰκουμενική Σύνοδος 786/7μ.Χ.

Κρίναμε κατάλληλο στήν ἱερή καί λαμπρή σύναξή μας νά ἐμβαθύνουμε στήν οὐσία τῆς πανηγύρεως μέ ὁδηγό μας τόν ἀποστολικό λόγο πού προτάχθηκε στήν ὁμιλία μας. Θά ἀναζητήσουμε τό νόημα τῆς πανηγύρεως, ἔχοντες ὑπόψη μας τά ἱστορικά γεγονότα, πού εἶναι καταγεγραμμένα.  

* * * * *

Ὁ θρίαμβος

Πρῶτο ἐπιβάλλεται νά προσδιορίσουμε τά χαρακτηριστικά αὐτοῦ τοῦ θριάμβου:

α΄ Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θρίαμβος κατά τοῦ ψεύδους. Πολλοί κατά καιρούς χρησιμοποίησαν τό ψεῦδος γιά νά ἐξαπατήσουν τούς πιστούς καί νά ἀλλοιώσουν τό ὀρθόδοξο φρόνημα. Ψεύδη, πλάνες, συκοφαντίες καί ἀπάτες ἐπεχείρησαν καί ἐπιχειροῦν νά νοθεύσουν μέ ἀλλότριες ἀπόψεις καί ἑτεροδιδασκαλίες τήν παραδοθεῖσα στούς ἁγίους πίστη (Ἰούδα 2) καί νά κλονίσουν τήν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων στόν ἀληθινό Θεό καί τόν αἰώνιο λόγο Του , στήν ἁγία Ἐκκλησία Του, στήν ἱερή εὐαγγελική διδασκαλία, στό ὀρθόδοξο ἦθος καί τήν «ἐν Χριστῷ» ζωή. Ὁ πόλεμος αὐτός κατά τῆς ἀληθείας τότε καί σήμερα, στό παρελθόν καί στό παρόν, διεξάγεται μέ πολλά προσχήματα. Ὁ σκοπός ὅμως εἶναι ἕνας νά συσκοτισθεῖ ἡ ἀλήθεια καί νά χαθεῖ τό κριτήριο γιά τό νόημα τῆς ζωῆς, ὥστε ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδή δέν θά στηρίζεται σέ σταθερές ἀρχές νά ζεῖ καί νά συμπεριφέρεται «μή ἔχων ἐλπίδα» (Πρός Θεσσαλονικεῖς δ΄ 13) καί νά παρασύρεται εὔκολα ἀπό διαφόρους ἐξουσιαστές.

Τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ὅσοι καί ὅποιοι καί ἄν τήν πολεμήσουν δέν θά κατορθώσουν νά τήν ἐξαλείψουν, διότι εἶναι τό φῶς τοῦ κόσμου καί θά εὑρίσκεται πάντοτε «ἐπί τήν λυχνίαν διά νά φέγγῃ  πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθαίου ε΄ 15).

β΄ Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θρίαμβος κατά τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία εἶναι προκλητική, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος παρασύρεται πλανώμενος εὔκολα γιά νά τήν διαπράξει (Πρός Ἑβραίους ιβ΄ 1). Ἡ ἁμαρτία ἐξαχρειώνει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος (Γεν. α΄ 27), ὁ ὁποῖος ἐνῷ πρέπει νά ἀντανακλᾶ τήν δόξα τοῦ Δημιουργοῦ του, αὐτός προσκτᾶται τίς θηριώδεις ἰδιότητες τῶν ἐπιρρύτων παθῶν. Μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πού ὁριοθετεῖ τήν ἀρετή καί τήν ἀλήθεια «ὁ τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν ἀμφίστομον μάχαιραν» (Πρός Ἐβραίους δ΄ 12) κατακόπτει τήν ἁμαρτία καί τήν ἐκριζώνει ἀπό τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ἀκυρωθεῖ ἡ δύναμη καί ἡ αὐθεντία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τότε καί ἡ ἁμαρτία δέν ἐλέγχεται, δέν ἀπαγορεύεται, δέν καταδικάζεται, «διά γάρ νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας» (Πρός Ρωμαίους γ΄ 20) καί «ἁμαρτία δέ οὐκ ἐλλογεῖται μή ὄντος νόμου» (Πρός Ρωμαίους ε΄ 13).  Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἁγιάζει τίς ψυχές καί προσδίδει σ’ αὐτές τήν θεοειδῆ μορφή τοῦ Χριστοῦ (Πρός Γαλάτες δ΄ 19), πού εἶναι ἡ ἄχραντη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου (Πρός Κολοσσαεῖς α΄ 15).

Μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ἀποκαθιστᾶ ἡ Ἐκκλησία τό ἀνθρώπινο πρόσωπο κατά τό ἀρχέτυπό του αἴρουσα ἀπ’ αὐτό τό κάλυμμα τῶν παθῶν.

Πολλοί ὄχι μόνο τόν λόγο τοῦ Θεοῦ δέν ἀντέχουν νά ἀκούουν, ἀλλά καί τό βλέμμα Του ἐπάνω τους εἶναι βαρύ καί ἀβάσταχτο.

Γι’ αὐτό τό σύστημα τῶν πονηρευομένων πολεμεῖ τήν Ἐκκλησία, ὥστε νά μή γεννᾶ «ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Εὐαγγελίου» (Πρός Κορινθίους Α΄ δ΄15) τέκνα Θεοῦ. Ἀλλά πάντοτε θά θριαμβεύει ἡ ἀλήθεια καί θά ὑψώνεται ἡ ἁγιότητα πού ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἡ Ἐκκλησία θά προσάγει υἱούς καί θυγατέρες διά Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα.  

γ΄ Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θρίαμβος κατά τοῦ θανάτου.

Ὁ θάνατος ἁπλώθηκε καί ἐπικράτησε στόν κόσμο γιά νά καταπιεῖ κάθε μορφή ζωῆς, πού ὁ Θεός δίδει. Εἶναι ἑπόμενο νά θέλει νά καταπιεῖ καί νά ἐξαφανίσει τήν Ἐκκλησία, πού γεννᾶ, τήν «ἐν Χριστῷ» ζωή, γιά νά κυριαρχήσει αἰώνια.

Ὁ Κύριος μας ὅμως διαβεβαίωσε μέ τόν ἀψευδέστατο λόγο Του, ὅτι «πῦλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσι τῆς Ἐκκλησίας» (Ματθαίου ιστ΄ 18) δηλαδή οὔτε ὁ θάνατος μπορεῖ νά ἐξαφανίσει τήν Ἐκκλησία. 

Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας γιά νά στηρίξουν τήν «ἐν Χριστῷ» ζωή καί τήν ἐλπίδα τῶν πιστῶν ὑπέστησαν μαρτύρια, ἐξορίες, διωγμούς, ἀποκλεισμούς, φυλακίσεις, δημεύσεις, βασανισμούς, θάνατο, ἀλλά δέν ὑποτάχθηκαν στήν ἀσεβῆ ἐξουσία πού τούς δίωκε καί ἔμειναν σταθεροί ὑποστηρικτές τῆς ἀληθείας. Οἱ ἐχθροί καί διῶκτες τους χάρηκαν μία σύντομη ἐπιτυχία, ὅταν τούς δίωκαν ἤ τούς θανάτωναν, τήν φυσική ἐξόντωσή τους. Τελικῶς ὅμως ἡττήθηκαν ἀπό τήν ἡ δύναμη τῆς ἀλήθειας καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡττήθηκαν ὅπως οἱ σταυρωτές τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πού χάρηκαν μιά πρόσκαιρη καί ἀσήμαντη ἐπιτυχία, ὅταν σταύρωσαν καί θανάτωσαν τόν Κύριο τῆς δόξης Ἰησοῦ Χριστό καί τόν ἔθεσαν στόν τάφο γιά τρεῖς ἡμέρες καί ἡ νίκη τους διαλύθηκε ἀπό τήν αἰώνια δόξα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, ὥστε νά μή διαιωνίζει θάνατος τοῦ γένους τῶν βροτῶν.

Ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία θά γεννᾶ τούς «υἱούς τῆς ἀναστάσεως» (Λουκᾶ κ΄ 36). Θά ἐρωτᾶ καί θά ἐλέγχει μέ τό στόμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ποῦ σου θάνατε τό κέντρον; Ποῦ σου Ἅδη τό νῖκος;» (Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄ 55).

Ποῦ εἶναι θάνατε ἡ δύναμή σου; Ποῦ εἶναι ἡ ἐξουσία σου; Ποῦ εἶναι ἡ νίκη σου; Ὅλα ἐξαφανίσθηκαν μπροστά στόν Κύριο τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας.

Γι’ αὐτά πανηγυρίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό τόν θρίαμβο χαίρεται καί εὐφραίνεται. 

27 Ἰανουαρίου 2023

Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες Παιδεία πρός Θέωση.

Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες

Παιδεία πρός Θέωση.

                                                                   Δημοσιεύθηκε 26.01.2023

Ἡ Ἐκκλησία μας καί ἰδιαίτερα ἡ Ἑλληνική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶ τήν  30 Ἰανουαρίου «τόν ἐν θεολογίᾳ περιβόητον Γρηγόριον, τήν Βασίλειον τῆς Ἐκκλησίας στολήν, τόν μέγαν Βασίλειον τό χρυσοῦν τῆς οἰκουμένης στόμα, τό τῆς σοφίας πέλαγος τόν ὡς ἀληθῶς Χρυσόστομον», ὅπως γράφει κατά τόν ἔννατο αἰώνα ὁ μέγας καί ἱερός Φώτιος (Ἐπιστολή ΙΒ΄ Μιχαήλ Θεοσκεπάστῳ Βασιλεῖ §16, P.G. τόμος 102, στήλη 729Α).

Οἱ ἅγιοι Πατέρες δέν ἀναδείχθηκαν μόνο ὑποδειγματικοί ἀρχιερεῖς, σοφοί ἐπιστήμονες γιά τήν ἐποχή τους, ἐμβριθεῖς συγγραφεῖς καί φωστῆρες τῆς θεολογίας, ἀλλά καί μεγάλοι διδάσκαλοι μέ τήν εὐρεία σημασία τῆς λέξεως. Οἱ ἐκπαιδευτικές ἀρχές τους ἐπηρέασαν τήν παιδεία γιά πολλούς αἰῶνες. Ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας τούς ἀναγνώρισε ὡς διδασκάλους.

Γι’ αὐτό οἱ τρεῖς ἅγιοι Πατέρες μας ἀπό τό ἔτος 1842, ὀλίγα μόλις ἔτη μετά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ Γένους μας ἀπό τήν ἐπί τέσσερεις αἰῶνες ὑποδούλωση στούς Τούρκους καί τήν ἀνακήρυξη τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὁρίσθηκαν καί προστάτες τῆς ἑλληνικῆς παιδείας καί τῶν ἑλληνικῶν Γραμμάτων.

1. Παιδαγωγοί

Εἶναι εὔκαιρο σήμερα νά θυμηθοῦμε μερικές διδασκαλίες τους πού εἶναι ἐγκατεσπαρμένες στά συγγράμματά τους, στά κηρύγματά τους, στήν δογματική τους καί ἀπολογητική διδασκαλία τους, στά ἑρμηνευτικά ἔργα τους  καί τέλος στίς ἐπιστολές τους. Ὑπῆρξαν καί οἱ τρεῖς ἄνθρωποι μέ γνήσια ἐνδιαφέροντα γιά τήν ἀγωγή τοῦ νέου ἀνθρώπου. Συνδύασαν τήν θεωρία μέ τήν πράξη. Τά κηρύγματά τους δέν περιεῖχαν δεοντολογικές παραινέσεις καί ἠθικολογίες ἀλλά πλούσια παραδείγματα, ζωντανές εἰκόνες, ἀντιληπτές καί προσιτές παραστάσεις τῆς σύγχρονης ζωῆς. Δέν ἀρκέσθηκαν ὡς θεωρητικοί θεολόγοι σέ σχολαστικά ἀκαδημαϊκά γυμνάσματα. Ἀντιθέτως μελέτησαν μέ πείρα κι ἔκαναν συγκεκριμένες συστάσεις γιά τήν σχολική ἀγωγή, τήν παιδική ἡλικία καί τούς νεανικούς κινδύνους, τόν τρόπο διδασκαλίας, τήν πρώτη ἀνάγνωση καί γραφή, τίς διάφορες βαθμίδες ἐκπαιδεύσεως μικρῶν, νέων καί ἐνηλίκων. Γιά τούς μεγάλους παιδαγωγούς ἡ ἐκπαίδευση δέν περιορίζεται σέ κάποια ἡλικία, ἀλλά εἶναι ὑπόθεση ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Δέν δικαιοῦται νά ἰσχυρισθεῖ κάποιος, «ἐπί τέλους ἔφθασα».

2. Ἡ ἰδεώδης παιδεία.

Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες ἀναγνωρίζουν τήν τεράστια ἀξία τῆς ἀγωγῆς καί μορφώσεως καί κατέταξαν τήν παιδεία μεταξύ τῶν πρώτων ἀξιῶν, τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Θεωροῦν τήν μόρφωση τῆς ψυχῆς καί τῆς διάνοιας καθολική ὑποχρέωση «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν» (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος Β΄, Ἀπολογητικός τῆς εἰς Πόντον φυγῆς ἕνεκεν, PG 35,425 ). Γράφει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὅτι «οἶμαι δέ πᾶσιν ἄν ὁμολογῆσθαι τῶν νοῦν ἐχόντων παίδευσιν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀγαθῶν εἶναι τό πρῶτον» (Γρηγορίου Θεολόγου, Εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον Ἐπίσκοπον Καισαρείας Καππαδοκίας  Ἐπιτάφιος, §11, P.G. 36,508).

Ἀπό ὅλα τά ἀγαθά πού ἔχουμε στή διάθεσή μας τό πρῶτο εἶναι ἡ ἐκπαίδευση.

Ἡ ἐκπαίδευση (δηλαδή ἡ μόρφωση) εἶναι τό μόνο πού καλλιεργεῖ ἐκλεπτύνει, ἀνυψώνει καί καθιστᾶ ἐλεύθερο τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι βέβαια ὁποιαδήποτε ἐκπαίδευση. Οἱ Πατέρες διαχωρίζουν τήν χρήσιμη ἀπό τήν φθοροποιό παιδεία. Θεωροῦν ἀναγκαῖο νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος ἐνσυνείδητη κατανόηση τῆς παιδείας, νά μπορεῖ νά ἐκλέγει τήν ὠφέλιμη καί νά ἀποφεύγει τήν ἀνώφελη καί ἐπιζήμια. «Ἀναγκαία ἡ τῆς παιδείας ἐπίγνωσις, πρός τε τήν αἵρεσιν τῆς ὠφελίμου παιδείας, καί πρός τήν ἀποφυγήν τῆς ἀνονήτου καί βλαβερᾶς» (Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλία ΙΒ΄, Εἰς τήν ἀρχήν τῶν Παροιμιῶν, P.G. 31, 397).

Oἱ ἀπόψεις τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν γιά τήν ἀναγκαιότητα τῆς παιδείας ἐπηρέασαν τόσο τήν στάση τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί τῆς Πολιτείας γι’ αὐτό καί ἡ παιδεία δέν ἔγινε προνόμιο μόνο τῶν κληρικῶν, ὅπως συνέβη στήν μεσαιωνική χριστιανική Δύση, ἀλλά καί τῶν λαϊκῶν.

Οἱ αὐτοκράτορες ὅπως ὁ Βασίλειος ὁ Α΄ ἐξέδωσαν εἰδικούς νόμους ἤ ἄφηναν παρακαταθήκη τονίζοντας τήν ἀνάγκη τῆς ἐκπαιδεύσεως ὄχι μόνο γιά τούς κρατικούς λειτουργούς ἀλλά καί γιά ὅλους τούς πολίτες τῆς αὐτοκρατορίας.

«Βιωφελές τι χρῆμα καί σπουδαιότατον οὐ μόνον βασιλεῦσι, ἀλλά καί ἰδιώταις, ἡ παίδευσις. Καί γάρ τοῖς κεκτημένοις, αὐτήν καί κατά σῶμα καί κατά ψυχήν τά μέγιστα ὠφελεῖ…ταύτην οὖν σε …ἡγεμονεύουσαν …τήν βασιλείαν ἔχειν νουθετῶν» γράφει ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος στό διάδοχο γιό του Λέοντα τόν Στ΄ τόν Σοφό (P.G. τόμος 107 ΧΧΙΑ).

«Τῆς παιδείας ἡ κτῆσις τῷ γεγηρακότι…γίνεται βίου βακτηρία κατά τόν ἀνθοῦντα τήν νέαν ἡλικίαν εἰς ἀρετήν ὥρα ἀλύπους διαβιβάζει παιδείας τοίνυν σοφίαν καί ἀρετήν τούς σούς παῖδας, ἵνα καί νεάζοντες ὡραίαν ἔχουσιν τήν βασιλείαν καί γεγηρακότες μή δέωνται τῆς ἑτέρων βοηθείας» συμβουλεύει ὁ ἱερός Φώτιος (Φωτίου ἐπιστολαί ἐκδ. Ἰωάννου Ν. ΒΑΛΕΤΑ, Λονδῖνο 1864 σελ. 447).

Ἡ παιδεία ὀμορφαίνει τήν ζωή τῶν νέων καί ἀποβαίνει στήριγμα καί παρηγορία γιά τούς ἡλικιωμένους.

 

3. Ὁ σκοπός τῆς ἰδεώδους παιδείας· Παιδεία πρός θέωση.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες δέν πίστευαν μόνο στήν ἀξία τῆς παιδείας. Πίστευαν καί σέ ὁρισμένη φιλοσοφία. Τό ἐκπαιδευτικό ἰδανικό τους ἦταν συγκεκριμένο, εἶχε σταθερό σκοπό καί κατεύθυνση.

Γιά τούς ἁγίους Πατέρες ἡ διάπλαση καί ἡ μόρφωση τοῦ ἀνθρώπου δέν ἔγκειται στήν ἀπόκτηση γνώσεων, πτυχίων καί περγαμηνῶν. Εἶναι δυνατόν νά γίνει κάποιος μεγάλος ἐπιστήμονας ἤ διάσημος πολιτικός, μέγας κοινωνικός ἤ ἐμπορικός παράγοντας χωρίς νά εἶναι μορφωμένος. Οἱ Πατέρες μας ἀπέβλεπαν στήν δημιουργία ἐνάρετου ἀνθρώπου, στήν διάπλαση τοῦ χαρακτήρα πού νά περιέχει μερικές θεμελιώδεις πνευματικές ἀρχές καί ἀξίες οἱ ὁποῖες ρυθμίζουν τήν ζωή του καί τίς σχέσεις του μέ τήν κοινωνία.

Τά γνωρίσματα τοῦ «πεπαιδευμένου» εἶναι ἡ ἱκανότητα νά κρίνει ψύχραιμα καί μέ περίσκεψη, νά καθοδηγεῖται πάντοτε ἀπό τήν πίστη σέ ἀξίες ἀλλά καί ἀπό τόν ὀρθό λόγο. Εἶναι ἐπίσης ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς καί ἡ ἀνεκτικότητα, ὁ σεβασμός πρός τά δικαιώματα, τήν ἐλευθερία καί τά προνόμια τῶν συνανθρώπων. Ὁ μορφωμένος ἄνθρωπος εἶναι μετριόφρονας διατυπώνει ἀδιάκοπα ἐρωτήσεις καί ἐπιδιώκει νά μορφωθεῖ καί νά καλλιεργηθεῖ περισσότερο. Δέν θεωρεῖ τόν ἑαυτό του κέντρο τοῦ κόσμου τῆς κοινωνίας καί τῆς οἰκογένειας μέσα στήν ὁποία ζεῖ. Ἔχει αὐτογνωσία.

Ἀλλά ἡ ἐκπαίδευση καί ἡ μόρφωση τοῦ ἀνθρώπου δέν πρέπει νά ἀποβλέπουν μόνο στό πῶς ὁ ἄνθρωπος θά καλλιτερεύσει τούς ὅρους τῆς ζωῆς του καί πῶς θά βελτιώσει τίς σχέσεις του μέ τούς συνανθρώπους του. Σημαντικότερο εἶναι τό πῶς θά μπορέσει νά «ἀναλάβει» πνευματικά φτερά γιά νά πετάξει πρός τόν Δημιουργό Του. Ὡραῖα τό διατύπωσε ὁ διανοούμενος μοναχός Θεόδουλος πού γράφει : «Ὅσον μᾶλλον ταύτης (τῆς παιδείας) μετέχει (ὁ ἄνθρωπος), τοσοῦτο μᾶλλον ἀφίσταται μέν, τῶν ἀνθρώπων μεθίσταται δέ πρός Θεόν» (Θεοδούλου Μαγίστρου (περί τό 1332 μ.Χ.), Λόγος περί Βασιλείας §ΚΣ΄ P.G. 145,1 στ. 489Β).

Ἡ ἐκπαίδευση τοῦ ἀνθρώπου «μέχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός ἐν αὐτῷ» (Πρός Γαλάτας δ΄ 19) γίνεται συνώνυμο μέ τήν παιδεία πρός θέωση.

Συνεπῶς σέ τελευταία ἀνάλυση τό ἐκπαιδευτικό ἰδεῶδες τῶν Πατέρων ἦταν ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἀπόκτηση ὅμως τοῦ ἀνώτατου ἀγαθοῦ τῆς παιδείας εἶναι ἕνα δυσχερέστατο καί πολύ κοπιαστικό ἔργο, πού ἀπαιτεῖ συνεχῆ ἐξέλιξη καί πνευματική ἐπαγρύπνηση. Ὁ μέγας Βασίλειος ὑπογραμμίζει ὅτι «τραχεῖα μέν πρῶτον καί δύσβατος, καί ἱδρῶτος συχνοῦ καί πόνου πλήρης, ἡ πρός ἀρετήν φέρουσα καί ἀνάντης ὁδός » (Μεγάλου Βασιλείου, Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων P.G. 31,572).  

Ἡ δυνατότητα τῆς ὁμοιώσεως μέ τόν Θεό, ἤτοι τῆς θεώσεως, δόθηκε στόν ἄνθρωπο κατά τόν χρόνο τῆς δημιουργίας, ἀλλά εἶναι ἔργο συνεχοῦς παιδείας μέ τήν ὁποία ἡ θέωση ἀρχίζει ἀπό τήν παροῦσα ζωή, ἀλλά ὁλοκληρώνεται στήν μελλοντική. Ἐκπαιδευόμενος ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά πορεύεται πρός τήν ἀρετή «Ἄνθρωποι κατ’ αὐτό ὁμοιοῦνται Θεῷ, ὅταν μηδέν πάσχουσι παρά τῶν ἐπηρεάζειν βουλομένων, μηδέ ὑβριζόντων ὑβρίζονται, μηδέν τυπτόντων τύπτονται, μηδέ καταγελῶνται καταγελώντων ἑτέρων» γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος (Λόγος Δ΄, Εἰς τήν ἑρμηνείαν τῆς Πρός Ρωμαίους Ἐπιστολῆς, P.G. 60, 415).

4. Οἱ ἄξονες τῆς ἰδεώδους Παιδείας.

Oἱ πηγές ἀπό τίς ὁποῖες ἀντλοῦνται τά στοιχεῖα τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ - μορφωτικοῦ ἰδεώδους τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι ἡ ἁγία Γραφή καί ἡ κλασσική ἑλληνική Γραμματεία. Τό ἐκπαιδευτικό ἰδεῶδες εἶναι ἡ συνισταμένη τοῦ ἑλληνικοῦ ὀρθοῦ λόγου καί τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί διαμορφώθηκε μέ τίς ἀναζητήσεις πολλῶν αἰώνων, ἐνῶ κορυφώθηκε τόν τέταρτο αἰῶνα. Ἡ ἐποχή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἦταν τό τέλος τοῦ ἀρχαίου κόσμου καί ἡ ἀνατολή ἑνός νέου πού ἔχει τά γνωρίσματα δύο εἰδῶν ἀναζητήσεων (τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τοῦ Χριστιανισμοῦ) πού συνέπραξαν καί γέννησαν τήν νέα ταυτότητά μας.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἐπεξεργάσθηκαν τό συγκερασμό τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος καί τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί ἔγιναν οἱ κλασσικοί μύστες καί οἱ καλύτεροι ἑρμηνευτές τοῦ ἀνθρωπισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ἦσαν καί ἐξακολουθοῦν νά παραμένουν οἱ πιό αὐθεντικοί Ἕλληνες Πατέρες καί διδάσκαλοι τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καί μάλιστα τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας μέχρι σήμερα.

Ἡ ὠφέλεια ἀπό τήν συζυγία χριστιανικῆς πίστεως καί Ἑλληνικοῦ λόγου ἦταν διπλῆ. Ὁ χριστιανισμός πλουτίσθηκε καί κατέκτησε τήν οἰκουμένη. Ἀλλά καί ὁ ἑλληνισμός εὐεργετήθηκε. Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας Πολίτης ἴσως νά εἶχε ἐξαφανισθεῖ ἄν κατά τόν τέταρτο καί πέμπτο αἰῶνα δέν συμφιλιωνόταν μέ τόν Χριστιανισμό. Αὐτή ἡ συμφιλίωση ὀφείλεται στούς Ἕλληνες Πατέρες.

Ἀπό τούς πατερικούς θησαυρούς θά ἀντλήσουμε τίς ἀπαραίτητες ἀρχές καί ἀλήθειες πού θά συντελέσουν στό δύσκολο ἔργο μας νά δημιουργήσουμε κατάλληλη παιδεία γιά τήν σημερινή γενιά καί γιά τό μέλλον.

Στά πρόσωπα τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι ἔχουμε τήν συνισταμένη τῆς Ἑλληνικῆς καί Χριστιανικῆς παρακαταθήκης, τρεῖς κορυφαίους διδασκάλους γιά νά μιμηθοῦμε.

      

19 Ἰανουαρίου 2023

ΣΥΜΜΟΡΦΟΙ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Β)

ΣΥΜΜΟΡΦΟΙ

ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Β)

                                   

3) Οἱ πιστοί σύμμορφοι τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ

Ἐφ’ ὅσον μέ τό φιλάνθρωπο μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπραγματοποιήθη ἡ κάθαρσι τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἐδόθη ἡ δυνατότητα σέ κάθε ἕνα ἄνθρωπο ξεχωριστά νά καθαρισθεῖ, νά ἀναπλασθεῖ καί νά ἀναγεννηθεῖ κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 10). Ὁ Κύριος κατέστησε γνωστές τίς προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ἀναπλάσεως μέ τίς ὁποῖες οἱ πιστοί γίνονται σύμμορφοι τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ    

α)Ὅταν συμμετέχουν στά ἱερά μυστήρια τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας

i)Μέ τό ἅγιο Βάπτισμα οἱ πιστοί ἀναγεννῶνται, ὅπως ἐδίδαξε ὁ Κύριος στήν συνομιλία Του μέ τόν νυχτερινό μαθητή καί ἐπισκέπτη Του Νικόδημο : “δεῖ γάρ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἐξ ὕδατος καί πνεύματος ” (Ἰωάννου γ΄ 5), ἐννοώντας τήν ἀναγέννησι πού συντελεῖται ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα, ὅταν ὁ ἄθρωπος βαπτίζεται στό ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος κατά τήν ἐντολή Του: “Πηγαίνετε λοιπόν καί κάνετε μαθητές μου ὅλα τά ἔθνη, βαφτίζοντας τους στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”  (Ματθαίου κη΄ 19).

Ὅταν ὁ πιστός βαπτίζεται ἀπεκδύεται τήν παλαιωθεῖσα καί φθαρεῖσα φύσι του ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἐνδύεται τήν νέα φύσι του πού δημιουργήθηκε καί τοῦ χαρίσθηκε ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό.

Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει :

σοι γρ ες Χριστν βαπτσθητε, Χριστν νεδσασθε ” (Πρός Γαλάτας γ΄ 27). Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος γνωρίζων τήν δύναμι τοῦ μυστηρίου προτρέπει τούς πιστούς: “λλ' νδσασθε τν Κριον ησον Χριστν” (Πρός Ρωμαίους ιγ΄ 14. Πρβλ Πρός Ρωμαίους στ΄ 3-11).

Μέ τά ἅγια Μυστήρια ὁ πιστός ἁγιάζεται καί ἁγιαζόμενος ἀποβάλλει τήν δυσμορφία τῆς ὑπάρξεώς του, πού τήν προκαλοῦν τά πάθη τῆς ἁμαρτίας καί προσκτᾶται τό θεοειδές κάλλος τοῦ θεανθρώπου Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος περιγράφοντας τήν ἐσχατολογική ἐλπίδα καί πρσδοκία τοῦ πιστοῦ:

Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος προέρχεται ἀπό τή γῆ καί εἶναι χωματένιος ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος, προέρχεται ἀπό τόν οὐρανό. Ὅπως εἶναι Ἀδάμ, πού εἶναι χωματένιος, ἔτσι εἶναι καί ὅσοι ἀνήκουν στόν παλιό κόσμο· κι ὅ,τι λογῆς εἶναι ὁ οὐράνιος ἄνθρωπος, ὁ Χριστός, τέτοιας λογῆς εἶναι ὅσοι περιμένουν τόν οὐράνιο κόσμο. Κι ὅπως τώρα εἴμαστε ὅμοιοι μέ τόν ἄνθρωπο πού πλάστηκε ἀπό γῆ, ἀργότερα θά μοιάσουμε μ’ ἐκεῖνον πού ἦρθε ἀπό τόν οὐρανό ”  (Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄ 47-49)

         Ὁ ἅγιος Πατέρας μας Γρηγόριος Νύσσης ἑρμηνεύοντας τήν Κυριακή Προσευχή στόν πρῶτο λόγο του περιγράφει τά χαρακτηριστικά ἐκείνων πού ἔγιναν σύμμορφοι τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, βοηθώντας τούς πιστούς νά κατανοήσουν τήν τιμή πού ἔλαβαν καί τήν εὐθύνη πού ἔχουν. ( βλ. P.G. 44, 1140-1144)

         Ὁ ἅγιος Κύριλλος ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας διδάσκει, ὅτι ὁ Κύριος μᾶς προτρέπει νά ἀγωνιζόμαστε ἐφ’ ὅσον ἀποκαλοῦμε στήν προσευχή μας τόν Θεό Πατέρα μας νά τιμοῦμε τήν πνευματική καταγωγή μας μέ τήν ἐνάρετη ζωή μας. Κι ἔτσι ἀφοῦ κατανοήσουμε τήν μεγάλη καί ἔνδοξη τιμή νά συμπεριφερθοῦμε μέ τρόπο πού τιμᾶ Αὐτόν πού μᾶς ἐτίμησε :

         “Ἐάν ἀποκαλοῦμε τόν Θεό Πατέρα καί ἔτσι ἀξιωθήκαμε τήν λαμπρά τιμή, πῶς εἶναι δυνατόν νά μή ζήσουμε ἀξίως αὐτοῦ πού μᾶς ἐτίμησε; ” (PG 72, 688).  

          

       ii)Μέ τό Μυστήριο τοῦ ἁγίου Χρίσματος οἱ πιστοί λαμβάνουν τό ἅγιο Πνεῦμα πού τούς καθιστᾶ υἱούς τοῦ Θεοῦ κατά Χάρι καί τούς παρέχει ὅλα τά ἄλλα χαρίσματα “ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβομεν ” (Γαλάτες δ΄ 5). 

       iii)Μέ τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί τήν θεία Κοινωνία οἱ πιστοί ἑνώνονται μέ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ κατά τούς λόγους Του: “ Ἐκεῖνος πού τρώει τήν σάρκα μου καί πίνει τό αἷμα μου εἶναι ἑνωμένος μαζί μου, κι ἐγώ μ’ αὐτόν” (Ἰωάννου στ΄ 56).

          

         Μέ τήν θεία Κοινωνία καθαρίζονται ἀπό τόν ρῦπο τῆς ἁμαρτίας ἐφ’ ὅσον κατά τήν διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς: “Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχοντας τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πρόσφερε τόν ἑαυτό του ἀψεγάδιαστη θυσία στό Θεό, θά καθαρίσει τή συνειδησή μας ἀπό τά ἔργα πού ὁδηγοῦν στόν θάνατο, ἔτσι ὥστε νά μποροῦμε νά λατρεύουμε τόν ἀληθινό Θεό” (Πρός Ἑβραίους θ΄ 14).

         iv)Μέ τό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως οἱ πιστοί θεραπεύονται ἀπό τά τραύματα τῆς ἁμαρτίας :

         “ Νά ἐξομολογεῖσθε, τίς ἁμαρτίες σας ὁ ἕνας στόν ἄλλο καί νά προσεύχεστε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, γιά νά θεραπευτεῖτε ”.  (Ἰακώβου ε΄ 16).

          

         Καί γενικῶς μέ τήν θεία Χάρι πού παρέχεται στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέ τίς ἁγιαστικές τελετές ἁγιάζεται ὁλόκληρη ἡ ζωή τους καί ζοῦν “ἐν Χριστῷ”.

       Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τῶν πιστῶν διαπραγματεύονται οἱ ἑπτά λόγοι τοῦ θείου Πατέρα μας Νικολάου Καβάσιλα (Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς· Λόγοι ἑπτά (ἤτοι περί μυστηρίων) P.G. 150, 368-685)

       β) Ὅταν ἀγωνίζονται νά ἀποβάλλουν καί νά νεκρώσουν τά πάθη τῆς ἁμαρτίας κατά τήν ἀποστολική προτροπή: (Βλ. Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 5-10).

                                              

Ἡ ἀφθαρσία καί ἡ ἀθανασία εἶναι τά χαρακτηριστικά τῆς νέας ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός καί πού θά ὁλοκληρωθεῖ στόν μέλλοντα αἰῶνα κατά τούς ἀποστολικούς λόγους:  

Πρέπει, ἀλήθεια, αὐτό πού εἶναι φθαρτό νά μεταμορφωθεῖ σέ ἄφθαρτο. Κι αὐτό πού εἶναι θνητό νά γίνει ἀθάνατο ” (Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄ 53)

Τήν ἐλπίδα τοῦ πιστοῦ καταγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ὁ Κύριος μας: “ Ὁ Χριστός θά μεταμορφώσει τό φθαρτό μας σῶμα καί θά τό κάνει ὅμοιο μέ τό δικό του ἔνδοξο σῶμα μέ τή δύναμη καί τήν ἐξουσία πού ἔχει νά ὑποτάξει στόν ἑαυτό του τά πάντα ”  (Πρός Φιλιππησίους γ΄ 21)

       

                                             

      Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος πανηγυρίζει ὡς ἑξῆς διδάσκοντας περί τοῦ μυστηρίου τῆς σαρκώσεως στόν λη΄ λόγο του “Εἰς τά Θεοφάνεια εἴ τουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος ” τά ἑξῆς “Διότι ὁ Θεός φανερώθηκε στούς ἀνθρώπους διά τῆς γεννήσεώς Καί ὑπῆρχε μέν πρίν, καί ὑπῆρχε πάντοτε, προερχόμενος ἀπό τόν πάντοτε ὑπάρχοντα, πάνω ἀπό κάθε αἰτία καί λογική (ἐπειδή δέν ὑπῆρχε λόγος ἀνώτερος ἀπό τόν Λόγο), ἀλλά μετά ἔλαβε σῶμα γιά χάρι μας, γιά νά μᾶς χαρίσει τήν εὐτυχή ὕπαρξι, ἐκεῖνος πού μᾶς ἔδωσε τήν ὕπαρξι, ἤ, καλύτερα γιά νά μᾶς ἐπαναφέρει μέ τήν σάρκωσί Του στήν εὐτυχή ὕπαρξι ἀπό τήν ὁποία εἴχαμε ἀπομακρυνθεῖ ἐξ αἰτίας τῆς κακίας μας. Καί στήν ἐμφάνισί Του δίνεται τό ὄνομα Θεοφάνεια, στήν γέννησί του τό ὄνομα Γενέθλια”.  (P.G. 36, 313).

Στό Θεοτοκίο πού ἀκολουθεῖ ὁ πιστός διεκτραγωδεῖ τήν πνευματική κατάστασί του καί παρακαλεῖ τόν λυτρωτή Σωτῆρα Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό νά τόν καινοποιήσει μέ τήν δύναμί τοῦ μυστηρίου τῆς σαρκώσεώς Του:

Εἰκόνος ἧς μετέλαβον, θεουργικῶς τῆς κρείττονος, ἐξώσθην, οἴμοι ὁ τάλας! δι’ ἀκρασίας τῆς πάλαι· σύ δέ Χριστέ ὡς εὔσπλαχνος, ἀῤῥήτως κοινωνήσας μοι, τοῦ χείρονος μετείληφας, καινοποιήσας Σωτήρ με παρθενικῶν ἐξ αἱμάτων”.

                                   

6 Ἰανουαρίου 2023

Ἰησοῦς Χριστός

Ἰησοῦς Χριστός

«ἐλθών, εὐηγγελίσατο εἰρήνην ὑμῖν τοῖς μακράν καί τοῖς ἐγγύς» (Πρός Ἐφεσίους β΄, 17)

Δημοσιεύθηκε 5.1.2023

 

Καθώς εἰσερχόμαστε στό νέο σωτήριο ἔτος 2023 πού μᾶς ἀξίωσε ἡ ἀγαθότητα καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα μας ἀτενίζουμε τό μέλλον τῆς ζωῆς μας μέ χρηστές ἐλπίδες. Προσευχόμαστε:

1ον . Νά ἔχουμε εἰρήνη :

«Χριστός ἐστι εἰρήνη ἡμῖν» (Πρός Ἐφεσίους β΄, 14).

Κατά τήν παράδοση τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς τούς πολέμους καί τίς ἀναστατώσεις προκαλοῦν τά ἀνθρώπινα πάθη, ἡ πλεονεξία, ἡ φιλοδοξία, ἡ ἀρχομανία,, ἡ ἀπομόνωση καί πολλά ἄλλα. Αὐτά πού ὁ Κύριός μας Ἰησοῦ Χριστός μέ τήν σάρκωσή Του ἐνέκρωσε. Γι’ αὐτό ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀποφαίνεται ὅτι ὅταν καταπαύσουν τά πάθη στή ψυχή τῶν ἀνθρώπων θά ἐκλείψουν οἱ πόλεμοι. Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, πού ἀπευθυνόμενος στούς εἰδωλολάτρες καί μάλιστα στούς Ἐφεσίους μέ τήν παχυλήν εἰδωλολατρία τους, ὁ Ἰησοῦς Χριστός,: «ἐλθών, εὐηγγελίσατο εἰρήνην ὑμῖν τοῖς μακράν καί τοῖς ἐγγύς» (Πρός Ἐφεσίους β΄, 17)

Δηλαδή : «Ἔτσι, ὁ Χριστός ἦρθε κι ἔφερε τό χαρμόσυνο μήνυμα τῆς εἰρήνης καί συμφιλίωσής τους μέ τόν Θεό Πατέρα σ’ ἐσᾶς τούς εἰδωλολάτρες, πού ἤσασταν μακριά ἀπό τό Θεό, καί σ’ ἐσᾶς τούς Ἰουδαίους, πού ἤσασταν κοντά του»

*****

2ον .Νά εἴμαστε ἀσφαλεῖς

 Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ζεῖ ἐνθέως εἶναι ἀνασφαλής καί καλεῖται νά ἀντιμετωπίσει τούς κινδύνους μόνος του ἐνῶ αὐτό πού ζεῖ μέ τόν Θεό δύναται νά ἀντιμετωπίσει τίς ἀπειλές καί τούς κινδύνους κατά τόν λόγο : «εἰ ὁ Θεός μεθ’ ἡμῶν, οὐδείς καθ’ ἡμῶν» (Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως)

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπί πλέον διερωτᾶται γιά τήν πνευματική ζωή τοῦ πιστοῦ, ὅτι ὁ Θεός πού ἀποκατέστησε καί ἀπάλλαξε ἀπό τίς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν του, τόν ἄνθρωπο, τόν ὑπερασπίζεται καί ὅταν τόν πολεμοῦν : «τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεὸς ὁ δικαιῶν» (Πρός Ρωμαίους η΄, 33).

Δηλαδή : «Ποιός μπορεῖ νά κατηγορήσει αὐτούς πού διάλεξε ὁ Θεός; Κανείς, γιατί ὁ Θεός τούς δικαιώνει».

Ὁ παντεπόπτης καί πανταχοῦ παρών Θεός, ὁ Κυβερνήτης τοῦ κόσμου καί ἐπόπτης τῶν φανερῶν καί ἀφανῶν προστατεύει τούς ἐκλεκτούς δίδοντας ἐντολή στά ἄψυχα νά τούς ὑπερασπισθοῦν καί νά τούς διαφυλάξουν ἀπό τίς ἀπειλές καί τούς κινδύνους. Ὅπως λέγει  ἡ Γραφή χρησιμοποεῖ γιά τήν ἄμυνα καί προστασία τῶν πιστῶν ὡς ὅπλα τά δημιουργήματά Του : « λήψεται πανοπλίαν ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν» (Σοφία Σολομῶντος ε΄, 17).

Δηλαδή : «Μέ ὅλη του τήν δημιουργία θά ἀποκρούσει τούς ἐχθρούς του ».

Ἡ ἱερά ἱστορία τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης ἀποδεικνύει περίτρανα αὐτή τήν ἀλήθεια, πού ἐπιβεβαιώνεται στή ζωή τῶν ἁγίων μαρτύρων καί ὁσίων Πατέρων καί Μητέρων.

 

*****

3. Νά ἔχουμε ὑγεία καί νά εὐημερεύουμε

Τά δύο αὐτά πανανθρώπινα αἰτήματα γιά ὑγιεία καί εὐημερία συγκινοῦν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή.  Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦλθε : «εὐεργετῶν καί ἰώμενος» (Πράξεων ι΄, 38) τά συντρίμματα τῆς ψυχῆς μας.

Τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου μακριά ἀπό τόν Θεό περιέγραψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος , ὅτι :

«σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν» (Πρός Ρωμαίους γ΄, 16)

Δηλαδή : «συντρίμμια καί καταστροφές ἀφήνουν στό διάβα τους»

Ἡ εὐημερία κατορθοῦται μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ νά ζοῦν οἱ ἄνθρωποι  δηλαδή σύμφωνα μέ τό θέλημά Του. Μέ αὐτό τόν τρόπο ὁ ἄνθρωπος εὐημερεῖ :

«Καὶ ἐνετείλατο ἡμῖν Κύριος ποιεῖν πάντα τὰ δικαιώματα ταῦτα φοβεῖσθαι Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, ἵνα εὖ ᾖ ἡμῖν πάσας τὰς ἡμέρας, ἵνα ζῶμεν ὥσπερ καὶ σήμερον. Καὶ ἐλεημοσύνη ἔσται ἡμῖν, ἐὰν φυλασσώμεθα ποιεῖν πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καθὰ ἐνετείλατο ἡμῖν» (Δευτερονομίου στ΄, 24-25)

Δηλαδή : «Καί μᾶς διέταξε ὁ Κύριος ὁ Θεός μας νά ἐφαρμόζουμε ὅλους αὐτούς τούς νόμους καί νά τόν σεβόμαστε, γιά νά εἴμαστε πάντα εὐτυχισμένοι καί μακροήμεροι, ὅπως συμβαίνει σήμερα. Ἄν φροντίζουμε νά ἐφαρμόζουμε ὅλες αὐτές τίς ἐντολές ἐνώπιόν του, ὅπως μᾶς διέταξε, τότε κι αὐτός θά εἶναι δίκαιος ἀπέναντί μας».

Εὔχομαι πατρικά ὁ Κύριος καί Θεός νά χαρίσει σ’ ὅλους κατά τό νέο ἔτος εἰρήνη, ὑγιεία, ἀσφάλεια καί εὐημερία.

30 Δεκεμβρίου 2022

ΙΔΟΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

 ΙΔΟΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

Δημοσιεύθηκε 29.12.2022

«Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰωάννου α΄, 14)

1. Ὁ κόσμος τοῦ Ἰησοῦ

Ὁ Ἰησοῦς εἶναι τό πιό μεγαλοπρεπές παράδοξο πού γνωρίζει ἡ ἱστορία. Ἐμφανίσθηκε σέ μία δευτερεύουσα χώρα τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἀπό τόν λαό αὐτό τόν Ἰσραηλιτικό, δέν ἐξῆλθε ποτέ σέ ὅλη Του τή ζωή, οὔτε ποτέ ἐξέφρασε ἐπιθυμία νά γνωρίσει τόν κόσμο τῶν σοφῶν, τῶν φιλοτέχνων, τῶν πολιτικῶν, τῶν πολεμιστῶν πού κρατοῦσαν στά χέρια τους τήν τότε ἀστική κοινωνία. Στήν χώρα Του πέρασε τουλάχιστο τά ἐννέα δέκατα τῆς ζωῆς του ἀπομονωμένος σέ ἕνα ταπεινότατο καί κακόφημο χωριό τῆς Ναζαρέτ, παροιμιακῶς γνωστό µόνον γιά τήν ἀσημαντότητά του. Ἐκεῖ δέν φοίτησε σέ σχολεῖα, δέν χρησιμοποίησε σοφές περγαµηνές, δέν σχετίσθηκε μέ τούς ἐκτός τοῦ ἔθνους Του σοφούς· ἐργάσθηκε μόνον ὡς ξυλουργός σέ σημεῖο νά Τόν θεωροῦν ἀγράμματο «γράμματα μή μεμαθηκώς» (Ἰωάννου ζ΄, 15) καί νά ἀποροῦν πῶς μποροῦσε παρά ταῦτα νά συνδιαλέγεται μέ σοφούς. Γιά τριάντα χρόνια κανείς δέν ἤξερε ποιός εἶναι Αὐτός, ἐκτός ἀπό δυό-τρία πρόσωπα, πού σιωποῦσαν, ὅπως κι Αὐτός.

2. Τό παράδοξο τοῦ κηρύγματος τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ.  

Ξαφνικά, μόλις πέρασε τά τριάντα, ἐμφανίσθηκε στήν κοινωνία καί τόν δημόσιο βίο κι ἄρχισε τή δράση Του, νά περιοδεύει σέ πόλεις καί χωριά, νά κηρύττει, νά ἐπιτελεῖ θαύματα. Δέν διέθετε ἀνθρώπινα µέσα κανενός εἴδους. Δέν εἶχε ὅπλα. Οὔτε χρήµατα. Οὔτε ἀκαδημαϊκή σοφία. Οὔτε φιλοτεχνική δύναμη. Οὔτε πολιτικά ἐπιχειρήµατα. Ζοῦσε λιτά καί δέν διέμενε σέ μόνιμη κατοικία. Κυκλοφοροῦσε σχεδόν πάντα ἀνάμεσα σέ φτωχό κόσμο, σέ ψαράδες καί σέ χωρικούς. Δέν περιφρονοῦσε τούς τελῶνες, τίς πόρνες καί τούς ἄλλους, πού ἀποστρεφόταν ἡ καλή κοινωνία. Γι’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους ἐπιτελοῦσε θαύματα, πολυάριθµα καί πολυειδή. Συνεργάσθηκε μέ μιά μικρή ὁμάδα ψαράδων πού Τόν ἀκολουθοῦσαν σταθερά σάν ἰδιαίτεροι µαθητές Του. Ἔδρασε λιγώτερο ἀπό τρία χρόνια. Ἡ δράση Του συνίστατο στό νά κηρύσσει μιά διδασκαλία πού δέν εἶναι οὔτε φιλοσοφική οὔτε πολιτική, ἀλλά ἀποκλειστικά θρησκευτική καί ἠθική. Ἡ διδασκαλία αὐτή εἶναι, ὅτι τό πιό ἀνήκουστο ἀκούσθηκε στόν κόσμο. Ἡ διδασκαλία Του ἀποτελεῖτο ἀπό τά ἄχρηστα πού ἀπέρριπταν ἐκ συμφώνου ὅλες οἱ φιλοσοφίες, ἀπό ὅσα ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἔχει πάντα σέ ὅλες τίς χῶρες ἀπορρίψει μακριά ἀπό τόν ἑαυτό του. Ὅ,τι γιά τήν ἀντίληψη τῶν πολλῶν ἦταν κακό, γιά τόν  Ἰησοῦ ἦταν καλό· ὅ,τι γιά τούς πολλούς ἦταν καλό, γιά τόν Ἰησοῦ ἦταν κακό. Ἡ φτώχεια, ἡ ταπείνωση, ἡ ὑποταγή, ἡ σιωπηλή ἀνοχή τῶν ὕβρεων, ἡ ὑποχώρηση γιά τήν παραχώρηση θέσεως στούς ἄλλους, ὅπως εἶναι ὕψιστα κακά γιά τούς πολλούς, ἔτσι εἶναι ὕψιστα ἀγαθά γιά τόν Ἰησοῦ. Καί ἀντιστρόφως, τά πλούτη, οἱ τιµές, ἡ κυριαρχία ἐπάνω στούς ἄλλους καί ὅλα τά ἄλλα πού προκαλοῦν τήν εὐτυχία ἀντιπροσώπευαν γιά τόν  Ἰησοῦ μιά ζημία ἤ τουλάχιστον ἕνα σοβαρώτατο κίνδυνο. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ ἀντίθεση τῆς νοοτροπίας τοῦ κόσμου. Κόσμος καί κοσμικό φρόνημα θεολογικά καί ἁγιογραφικά θεωρεῖται ὅ, τι ἀντιτίθεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ κόσμος πράγματι βλέπει μόνον ὅ,τι φαίνεται. Ὁ Ἰησοῦς ἀντιθέτως βεβαιώνει, ὅτι βλέπει ἀκόμα καί κεῖνο πού δέν φαίνεται. Ὁ κόσμος βλέπει ἀποκλειστικά τά ἐπίγεια, καί τά βλέπει ἀπό χαμηλά. Ὁ Ἰησοῦς ἀντιθέτως βλέπει ἰδιαίτερα τόν οὐρανό, καί παρατηρεῖ τά ἐπίγεια ἀπό τόν οὐρανό. Γιά τόν Ἰησοῦ τά ἐπίγεια δέν ἔχουν ἀξία μόνα τους, ἡ γῆ εἶναι ἕνα ὀδυνηρό καί περαστικό ἐπεισόδιο πού δέν ἀποτελεῖ ἀπό μόνη της  μιά ἱκανοποιητική λύση στά προβλήματα,  τήν ὑπαρξιακή ἀγωνία καί ἀναζήτηση τοῦ ἀνθρώπου. Γιά τόν Ἰησοῦ  τά ἐπίγεια βρίσκουν τήν τελείωσή τους στόν οὐρανό καί λαμβάνουν ἀξία μόνον ἀπό τόν οὐρανό. Ἡ παροῦσα ζωή ἔχει τόση ἀξία, ὅσο εἶναι  προετοιμασία μιᾶς μελλοντικῆς  ζωῆς. Ἄν καί ἀποτελεῖ μία βασανισμένη καί ἄστατη διαμονή, πού ἡ Ἁγία Γραφή τήν χαρακτήρισε κοιλάδα κλαυθμῶνος (Ψαλμοῦ πγ΄, 7), ὡστόσο ἔχει ἀξία σάν ἀφετηρία ἀπ’ ὅπου θά γίνη ἡ ἐκκίνηση γιά μία ἔνδοξη καί μόνιμη διαμονή. Οἱ ἐνοικιαστές τῆς παροδικῆς ἐπίγειας διαμονῆς πού ἐναποθέτουν ὅλες τους τίς ἐλπίδες σ’ αὐτή ἀποτελοῦν τό βασίλειο τοῦ κόσμου· οἱ ἐνοικιαστές ἀντιθέτως πού κατοικοῦν σ’ αὐτή πειθήνιοι, ἀλλά καί ἀποβλέποντας στή μόνιμη διαμονή προετοιμαζόμενοι νά ἐξυψωθοῦν πρός αὐτή, ἀποτελοῦν τό βασίλειο τοῦ Θεοῦ κατά τό «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 14).

3. Μετά τό τέλος τῆς ἐπιγείας δράσης τοῦ Ἰησοῦ, ἀναρίθμητα κείµενα γράφτηκαν γιά τή ζωή καί τή διδασκαλία Του. Προσεγγίσεις τῆς ἐξαιρετικῆς Του προσωπικότητας κυμαίνονται ἀπ’ τήν ἀδιαμφισβήτητη ἀποδοχή τῶν διηγήσεων τῶν Εὐαγγελίων καί τῶν ὑπέρλογων σημείων του, μέχρι τίς ἐκλογικευµένες ἀπόπειρες διάκρισης τῶν πραγματικῶν γεγονότων ἀπό τήν πίστη καί τις ριζοσπαστικές θεωρίες πού ὑποστηρίζουν ὅτι διάφορες λατρευτικές πρακτικές προκαλέσαν ὁράµατα.

4. Ὁ σκοπός τῶν γραπτῶν πηγῶν τοῦ Ἰησοῦ.

Στήν  πραγματικότητα, ὅ,τι ξέρουμε γιά τόν Ἰησοῦ προέρχεται ἀπό τά τέσσερα Εὐαγγέλια καί σέ μικρότερη ἔκταση, ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί τις Ἐπιστολές τοῦ Παύλου. Αὐτοί οἱ συγγραφεῖς, ὅµως, δέν εἶχαν ὡς στόχο νά γράψουν λεπτομερεῖς βιογραφίες γιά τή ζωή, τή δράση καί τό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά νά μεταφέρουν γεγονότα καί λόγια ἀπό τή ζωή καί τό ἔργο Του, σχετικά µέ τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων (Ἰωάννου κ΄, 30-31). Γι’ αὐτό, τό µεγαλύτερο µέρος τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων περιλαμβάνει ἐκτενεῖς διηγήσεις γιά τό Πάθος καί τήν Ἀναστάση, ἐνῶ δίνουν µόνο φευγαλέες εἰκόνες τῆς καθημερινῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο ζοῦσε. Ἡ παραδοσιακή εἰκόνα τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ, πού βοηθάει τόν Ἰωσήφ στό ταπεινό του ξυλουργεῖο, προέρχεται ἀπό τό Μάρκο (Μάρκου 6, 3) καί ἡ ἐπιβεβαίωση της ἀπό τό Ματθαῖο (Ματθαίου 13, 55) πού ὑποστηρίζει, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὄντως μεγάλωσε σάν γιός ξυλουργοῦ ἐπιδέξιος τεχνίτης ἀλλά, προφανῶς, ὄχι διανοούμενος.

 

5. Ἡ ἀμφισβήτηση

Οἱ Ναζωρηνοί Τόν ἀντιμετώπιζαν μέ σκεπτικισμό πρῶτον γιά τήν ταπεινή καί φτωχή οἰκογενειακή καταγωγή Του, δεύτερο γιατί Τόν θεωροῦσαν ἀγράμματο. Ἡ ἀμφισβήτηση Του συνόδευε σ’ ὁλόκληρη τήν ζωή Του καί τήν δράση Του παρά τά σημάδια τῆς θείας δύναμης μέ τήν ὁποία δίδασκε καί ἐνεργοῦσε. 

Οἱ ὀρθολογιστές υἱοθετοῦν µιά κριτική θέση, ἐπισημαίνοντας ὅτι ὁ Ἰησοῦς τῶν Εὐαγγελίων εἶναι µιά αἰνιγµατική µορφή. Παρατηρήθηκε ὅτι εἶχε ἄγρια ὄψη, ἦταν σκληρός μέ τή μητέρα Του στήν Κανᾶ («τί ἐμοὶ καὶ σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου» Ἰωάννου β΄, 4), βίαιος περιστασιακά (Ἰωάννου β΄, 15), καί ἀφηνόταν σέ ἀνεξήγητους θυμούς ἤ ἀκατανόητες ὁμιλίες (βλ. Ματθαίου 16, 5-12 καί Μάρκου 8, 14-21). Μπορεῖ νά πρόκειται γιά ἀκραία ἄποψη, ἀλλά ἴσως εἶναι πιό κοντά στήν ἀλήθεια ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ «γλυκοῦ Χριστούλη» τῶν παιδικῶν προσευχῶν. Ὁ Ἴδιος μέ τούς λόγους Του  «Μή νοµίσετε πώς ἦρθα γιά νά ἐπιβάλω ἀναγκαστική ὁμόνοια μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Δέν ἦρθα νά φέρω τέτοια ὁµόνοια, ἀλλά διαίρεση» (Ματθαίου 10, 34) ἐπιβεβαίωσε τήν προφητεία τοῦ Συμεών ὅτι «ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκᾶ β΄, 34)

7. Πίστη καί ἀρετή  

Οἱ πληροφορίες πού δίνουν τά εὐαγγέλια γιά τή θεϊκή φύση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στηρίζονται κυρίως στά θαύματά Του. Πολλοί ἀκόμη συγχρονοί Του δυσκολεύονταν νά Τόν ἀποδεχτοῦν ὡς Θεό. Τό ἐμπόδιο ἦταν εἴτε τά πάθη τους ὅπως ὁ Ἡρώδης (Ματθαίου β΄, 3), ὁ Ἰούδας (Ματθαίου κστ΄, 14-25), οἱ Γαδαρηνοί, (Ματθαίου η΄,28-34) ὁ Φῆλιξ (Πράξεων κδ΄, 24-26), εἴτε οἱ ἀπαιτήσεις (ὁ πλούσιος νέος Ματθαίου ιθ΄, 16-22) πού ἔθετε ὁ Ἰησοῦς γιά νά γίνει κάποιος μαθητής Του:  «Μακάριοι ἐκεῖνοι πού πιστεύουν χωρίς νά μ’ ἔχουν δεῖ» (Ἰωάννου 20, 29) εἶπε.

23 Δεκεμβρίου 2022

Δοξολογία - Ὑποδοχή-Ὕψωση

Δοξολογία - Ὑποδοχή-Ὕψωση

 

Μέ τρεῖς τρόπους μᾶς ἐπισημαίνει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας μέ τήν ὑμνολογία της γιά τήν μεγάλη Δεσποτική ἑορτή νά ἑορτάσουμε τήν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου καί Λυτρωτοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

«Χριστός γεννᾶται δοξάσατε. Χριστός ἐξ οὐρανοῦ ἀπαντήσατε. Χριστός ἐπί γῆς ὑψώθητε»

 

 

«Χριστός γεννᾶται δοξάσατε».

Στίς πανηγύρεις τῆς Ἐκκλησίας μας δοξολογοῦμε τόν Θεό γιά τά θαυμαστά καί μεγαλειώδη ἔργα πού πραγματοποίησε γιά μᾶς. Ἡ Ἐκκλησία σήμερα ὑπενθυμίζει, πανυγηρικά  ὅτι «ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Πρός Γαλάτας δ΄, 5).

Δηλαδή : «Ὅταν ὅμως ἔφτασε ἡ ὥρα πού εἶχε καθορίσει ὁ Θεός, ἀπέστειλε τόν Υἱό του. Γεννήθηκε ἀπό μία γυναίκα καί ὑποτάχτηκε στό νόμο, γιά νά ἐξαγοράσει τούς ὑπόδουλους στό νόμο τῆς ἁμαρτίας, γιά νά γίνουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ».

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό χωρίο αὐτό ἀναφέρεται στήν αἰτία τῆς χαρᾶς πού εἶναι οἱ δύο σκοποί τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ α΄. «ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ» καί β΄.  «ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν».

Ὁ κατά φύσιν Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Θεός ἐνηνθρώπησε, ταπεινώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος ὁμοιοπαθής μέ ἐμᾶς γιά νά μᾶς καταστήσει υἱούς τοῦ Θεοῦ κατά χάριν : «ἐπτώχευσεν πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσωμεν» (Πρός Κορινθίους Β΄, η΄, 9), Μέ τήν ἑκούσια ταπείνωσή Του μᾶς ἀπελευθευθέρωσε ἀπό τήν τυραννία τοῦ νόμου θανάτου καί τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἦλθε γιά νά ἄρη τίς συνέπειες τῆς παρακοῆς μας ἐκ τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, πρώτα τῆς ἠθικῆς, ἀφοῦ διά τῆς παραβάσεως τοῦ ἑνός κατεστάθημεν οἱ πάντες ἁμαρτωλοί καί ἐν συνεχείᾳ τῆς ὀντολογικῆς, ἀφοῦ οἱ πάντες ἠχρεώθησαν καί ἐξέπεσαν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ὑψηγορεῖ ὁ κορυφαῖος θεολόγος, ἀπόστολος Παῦλος στήν Πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του αὐτή τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ἀντιπαραβάλλοντας τόν Ἰησοῦν Χριστόν πρός τόν Ἀδάμ. (Πρός Ρωμαίους ε΄, 12-19).

Ἡ Γραφή, διακηρύσσει, ὅτι τό δύδκολο ἔργο τῆς σωτηρίας μας ἐπετεύχθη ἀποκλειστικῶς ἀπό τόν Θεό ἐξ ἀγάπης καί φιλανθρωπίας ὅπως προφητικά ἀναγγέλει ὁ Ἡσαΐας: «ἐγένετο αὐτοῖς εἰς σωτηρίαν ἐκ πάσης θλίψεως οὐ πρέσβυς οὐδὲ ἄγγελος, ἀλλ' αὐτὸς κύριος ἔσωσεν αὐτοὺς διὰ τὸ ἀγαπᾶν αὐτοὺς καὶ φείδεσθαι αὐτῶν αὐτὸς ἐλυτρώσατο αὐτοὺς καὶ ἀνέλαβεν αὐτοὺς καὶ ὕψωσεν αὐτοὺς πάσας τὰς ἡμέρας τοῦ αἰῶνος» (Ἡσαΐου ξγ΄, 8-9).

Δηλαδή : «Καί ἐπιτεύχθηκε γιά τούς ἀνθρώπους σωτηρία ἀπό κάθε θλίψη˙ δέν ἦταν ὅμως οὔτε ἄνθρωπος οὔτε ἄγγελος, ἀλλά  ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος πού τούς ἔσωσε ἐπειδή τούς ἀγαποῦσε καί ἐνδιαφερόταν γι΄ αὐτούς  καθώς τούς  λύτρωσε, τούς ἀνέλαβε καί τούς ὕψωσε ὅλες τίς ἡμέρες τοῦ αἰώνα».

Ἐμβαθύνοντας οἱ Πατέρες καί θεοφόροι Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας στήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ διατυπώνουν τούς ἑξῆς δύο λόγους,

α΄. ἡ σωτηρία μας, ἡ ἀπελευθέρωσή μας, δηλαδή ἀπό τούς νόμους τῆς φθορᾶς πού εἶναι δυσβάστακτη συνέπεια τῶν ἁμαρτιῶν μας ἦταν ἀδύνατη νά γίνει ἀπό ἄνθρωπο, ἐφόσον οὐδείς ἀναμάρτητος. Πῶς ἦταν ἑπομένως δυνατό νά νικήσει ὁ ἄνθρωπος τήν δύναμη τῆς ἁμαρτίας καί νά ἀποελευθερωθεῖ ἀπό αὐτή ἐφ’ ὅσον ἦταν ὑποτεταγμένος σ’αὐτή; Ὁ Θεός πάλι ὡς ἀναμάρτητος δέν ὑποχρεοῦτο νά ἁγωνισθεῖ. Δέν τόν ἀφεῶρα

β΄. ἡ περιπέτεια τοῦ ἀνθρώπου πολλῷ δέ μᾶλλον πού ὁ ἄνθρωπος ἦταν παραβάτης τῶν ἐντολῶν Του, ἄν καί ἦταν ἀνώτερος τῶν νοημάτων τῆς φθορᾶς, ὡστόσο ὅμως ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά ἐλευθερώσει τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τούς νόμους αὐτούς. 

Αὐτά δείχνουν τήν σοφία, τήν ἀγάπη, τήν δικαιοσύνη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὅτι τό συντριβέν ἀπό τόν διάβολο δημιούργημά Του δέν τό ἐγκατέλειψε, ἀλλά τό ἀνακαίνισε καί τό ἀποκατέστησε.    

* * * * *

«Χριστός ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε».

Ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός κατῆλθε ἐξ οὐρανοῦ ἀποδεικνύει πόθεν ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἐξεπέσαμεν  καί ὅτι , ἐνῶ οἱ Χριστιανοί  ζοῦμε ἐντός τοῦ κόσμου, ὀφείλουμε νά μήν ἀνήκουμε στόν κόσμο, ὅπως Ἐκεῖνος : «ὑμεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ, ἐγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰμί· ὑμεῖς ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἐστέ, ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰωάννου η΄, 23).

Δηλαδή : «Ἐσεῖς κατάγεστε ἀπό δῶ κάτω, ἐνῶ ἐγώ κατάγομαι ἀπό πάνω· ἐσεῖς προέρχεστε ἀπό αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο, ἐνῶ ἐγώ δέν προέρχομαι ἀπό τόν κόσμο αὐτόν».

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει τήν ἐσχατολογική προοπτική τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ὅτι:

 «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 14)

Δηλαδή : «Γιατί δέν ἔχουμε ἐδῶ μόνιμη πολιτεία, ἀλλά λαχταροῦμε τή μελλοντική»

Ἄν καί οἱ Ἰουδαῖοι ἀνέμεναν τόν Μεσσία καί προετοιμάσθηκαν ἀπό τούς Προφῆτες γιά τήν ἔλευσί Του, ὁ  εὐαγγελιστής Ἰωάννης διαπιστώνει ὅτι ὁ Χριστός «εἰς τά ἴδια ἦλθεν καί οἱ ἴδιοι αὐτόν οὐ παρἐλαβον» (Ἰωάννου α΄, 11). Ὅταν, δηλαδή, ἦλθε οἱ Ἰουδαῖοι δέν Τόν ἀποδέχθηκαν, Τόν ἀπέρριψαν καί Τόν θανάτωσαν ὡς κακοῦργον.

Ἡ ἀπόρριψη ὅμως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς πίστεως στό πρόσωπό Του, στήν διαδαχή Του καί στό ἔργο Του δέν εἶναι ἄνευ συνεπειῶν, ὅπως ἐπεσήμανε ὁ Κύριός μας στούς Ἰουδαίους «ἰδού ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Ματθαίου κγ΄, 38). Ὁ Θεός ὅταν περιφρονεῖται καί ἀπορρίπτεται ἐγκαταλείπει τόν ἄνθρωπο. 

Ὅσοι ἐγκατελείπουν καί ἀρνοῦνται τόν Θεό ζοῦν ἀπελπισμένοι καί θά ἀπορριφθοῦν στά αἰώνια ἀπορρίμματα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Θά ἀποκλεισθοῦν ἀπό τήν κονωνία μαζί Του καί τήν συμμετοχή στά αἰώνια ἀγαθά. Ὁ Θεός Πατέρας ὅμως «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Πρός Τιμόθεον β΄, 4). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει στούς Ἰουδαίους πού ἀρνήθηκαν τόν Μεσσία παρά τίς σωτήριες ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ ὅτι τελικῶς θά ἀποκλεισθοῦν ἕνεκα τῆς ἀπιστίας τους  (Πρός Ἑβραίους δ΄, 1-11).

Ὁ Δημιουργός Θεός καί Πατέρας δέν ἐπιθυμεῖ οὐδενός τόν ἀποκλεισμό, μᾶς ἐδημιούργησε γιά νά ζήσουμε αἰώνια σέ κοινωνία μαζί Του ἀπολαμβάνοντας κάθε ἀγαθό τῆς βασιλείας Του.  

* * * * *

«Χριστός ἐπί γῆς ὑψώθητε»

Ὑψώθητε, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, σημαίνει γιά τούς Χριστιανούς πού ζοῦν μέ τό ἦθος τῆς ἀναστάσεως, ὅτι ὁ προσανατολισμός τους καί ἐνδιαφέροντά τους εἶναι στόν οὐρανό καί στά πνευματικά (Πρός Κολσσαεῖς γ΄, 1-4).  

Ὅλα αὐτά μᾶς δείχνουν καί μᾶς ὑποχεώνουν νά ἀποξενωθοῦμε ἀπό τά ἐπίγεια, τά ποταπά, τά μελαγχολικά καί τά πρόσκαιρα. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀνανεώνει τήν ζωή μας παρά τήν ἐξωτερική φθορά (Πρός Κορινθίους δ΄, 16-18)

23 Δεκεμβρίου 2022

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ (Β)

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ (Β)

Ἡ χριστιανική σοφία.

Στήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νά κατακτήσει τήν γνώσι καί τήν σοφία ἐζητήθη ἀπό τόν ἄνθρωπο τήν ἐποχή τῆς Παλαιά Διαθήκη νά ζήσει σύμφωνα μέ τούς κανόνες τούς νόμους τοῦ Θεοῦ. Γιά τόν ἄνθρωπο στήν Παλαιά Διαθήκη σοφία θεωρεῖται ἡ ἐφαρμογή τῶν κανόνων ζωῆς πού ὁ Θεός ἐνομοθέτησε. Στήν Καινή Διαθήκη σοφία εἶναι ἡ ἐπίγνωσι τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ: “Μιλάω βέβαια, κι ἐγώ γιά σοφία στούς πνευματικά ὥριμους, ἀλλά γιά τή σοφία ὄχι αὐτοῦ ἐδῶ του αἰώνα οὔτε τῶν δυνάμεων πού κυβερνοῦν αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο καί πού βαδίζουν κιόλας πρός τήν κατάργησή τους. Ἀλλά ἐγώ μιλάω γιά τό σοφό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, πού ἔμεινε μυστικό καί κρυμμένο ἀπό τούς ἀνθρώπους, τό σχέδιο πού καθόρισε ὁ Θεός πρίν ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου ἀποβλέποντας στή δόξα μας. Αὐτό καμιά ἀπό τίς δυνάμεις πού κυβερνοῦν αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο δέν τό κατάλαβε, γιατί ἄν τό εἶχαν καταλάβει, δέ θά σταύρωναν τό χορηγό της δόξας. Ἀλλά, ὅπως λέει ἡ Γραφή μάτι δέν τά ’δε κι οὔτε τ’ ἄκουσε αὐτί κι οὔτε πού τά ’βαλε ὁ λογισμός τοῦ ἀνθρώπου, ὅσα ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά κείνους πού τόν ἀγαποῦν. Σ’ ἐμᾶς ὅμως τά φανέρωσε ὁ Θεός μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί τό Πνεῦμα ἐξετάζει τά πάντα, ἀκόμη καί τά πιό βαθιά κρυμμένα σχέδια τοῦ Θεοῦ ” (Πρός Κορινθίους β΄ 6-10). Σοφία, λοιπόν εἶναι ἡ κορυφή τῆς θρησκευτικῆς γνώσης. Σοφία εἶναι ἡ ἐπίγνωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ζητεῖ ἀπό τόν Θεό γιά τούς πιστούς. “Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς, ἀφότου μάθαμε τά νέα σας, δέν παύουμε νά προσευχόμαστε γιά σᾶς καί νά παρακαλοῦμε τό Θεό νά σᾶς δώσει ὅλη τή σοφία καί τή σύνεση πού χαρίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὥστε νά γνωρίσετε στήν ἐντέλεια τό θέλημά του” (Πρός Κολοσσαεῖς α΄ 9).

Ἡ σοφία δίδεται ἀπό τόν Θεόν στόν ἄνθρωπο, ὅταν ζητεῖται μέ θερμή προσευχή. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος προτρέπει του λειπομένους σοφίας πιστούς νά ζητήσουν ἀπό τόν Θεόν τήν σοφίαν ἐν πίστει. Αὐτή εἶναι ἐπίσης μία προϋπόθεσις “Ἄν κάποιος ἀπό σᾶς ὑστερεῖ σέ σοφία, ἄς τή ζητήσει ἀπό τό Θεό, κι αὐτός θά τοῦ τή δώσει. Γιατί ὁ Θεός δίνει σέ ὅλους μέ ἁπλοχεριά καί χωρίς νά περιφρονεῖ κανέναν.Ὅ, τι ὅμως ζητᾶτε, νά τό ζητᾶτε μέ πίστη καί νά μήν ἔχετε ἀμφιβολίες. Γιατί ὅποιος ἀμφιβάλλει μοιάζει μέ τό κύμα τῆς θάλασσας, πού τό παρασέρνει ὁ ἄνεμος καί τό πηγαίνει ἐδῶ κι ἐκεῖ. Νά μήν ἐλπίζει ὅτι θά πάρει κάτι ἀπό τόν Κύριο ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, δίγνωμος κι ἄστατος σέ ὅλες του τίς ἐνέργειες” (Ἰακώβου α΄ 5-8). Βεβαίως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐξαγγελλόμενος στούς ἀνθρώπους χρειάζεται ἑρμηνεία διά νά κατανοηθεῖ καί νά ἀποκαλυφθεῖ τό νόημα του.  Γι’ αὐτό ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός ἑρμήνευσε αὐθεντικῶς: α)Εἴτε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ πού δόθηκε διά τοῦ Μωϋσέως, ὅπως π.χ. (“Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, …Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν” (Ματθαίου ε΄ 21) καί “ Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι ” Ματθαίου ε΄ 21,22· 27, 28· 31,32·  33,34· 38,39·)  β)εἴτε τήν ἰδική Του διδασκαλία λέγοντας στούς μαθητές Του “ Κι ἐκεῖνος τούς ἔλεγε; «Σ’ ἐσᾶς ἔχει δοθεῖ νά γνωρίσετε τά μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, σ’ ὅσους ὅμως βρίσκονται ἔξω ὅλα παρουσιάζονται μέ παραβολές” (Μάρκου δ΄ 11. Πρβλ. καί Λουκᾶ η΄ 10). Τό κριτήριο τῆς γνώσεως αὐτῆς εὑρίσκεται ἐντός τοῦ ἀνθρώπου καί εἶναι ἡ πρόθεση πού ἔχει ὅπως ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός τό ἐπεσήμανε στούς λόγους Του “ διὰ τοῦτο ἐν παραβολαῖς αὐτοῖς λαλῶ, ὅτι βλέποντες οὐ βλέπουσι καὶ ἀκούοντες οὐκ ἀκούουσι οὐδὲ συνιοῦσι ” (Ματθαίου ιγ΄ 13 καί Λουκᾶ η΄ 10) καί συνήθιζε νά κλείνει τήν διδασκαλία Του ὡς ἑξῆς: “ ὁ ἔχων ὦτα ἀκουέτω” (Ματθαίου ια΄ 15). Γι’ αὐτό ὁ Κύριος ἐπεσήμανε “Ἄν δέν μέ πιστεύετε ὅταν σᾶς μιλάω γιά πράγματα πού συμβαίνουν στή γῆ, πῶς θά μέ πιστέψετε ἄν σᾶς πῶ γιά πράγματα ποῦ συμβαίνουν στόν οὐρανό; ” (Ἰωάννου γ΄ 12). Συναντήσας ὁ Κύριος τούς μαθητές τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως “ Καί ἀρχίζοντας ἀπό τά βιβλία τοῦ Μωυσῆ καί ὅλων τῶν προφητῶν, τούς ἐξήγησε ὅσα ἀναφέρονταν σ’ ὅλες τίς Γραφές γιά τόν ἑαυτό Του” (Λουκᾶ κδ΄ 27) καί “τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς” (Λουκᾶς κδ΄ 45) δηλ. τῶν μαθητῶν οἱ ὁποῖο διεπίστωσαν ὅτι “ Εἶπαν τότε μεταξύ τους: «Ἡ καρδιά μας δέν ἔκαιγε μέσα μας καθώς μᾶς μιλοῦσε στό δρόμο καί μᾶς ἑρμήνευε τίς Γραφές;»  (Λουκᾶ κδ΄ 32). Γιά τήν κατανόησι τῶν ἀποκαλυφθέντων θείων ἀληθειῶν ἀπαιτεῖται ἡ ἐπιφοίτησις, ὁ φωτισμός  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τούς λόγους τοῦ Κυρίου “Πολλά ἔχω ἀκόμη νά σᾶς πῶ, ἀλλά δέν μπορεῖτε τώρα νά σηκώσετε μεγαλύτερο βάρος. Ὅταν ὅμως θά ἔρθει ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς Ἀλήθειας, θά σᾶς ὁδηγήσει σέ ὅλη τήν ἀλήθεια. Γιατί δέ θά μιλήσει ἀπό μόνος του, ἀλλά θά πεῖ ὅσα θ’ ἀκούσει, καί θά σᾶς ἀναγγείλει αὐτά πού μέλλουν νά συμβοῦν. Ἐκεῖνος θά φανερώσει τή δική μου δόξα, γιατί θά πάρει ἀπό αὐτά πού ἔχω ἐγώ νά πῶ καί θά σᾶς τά ἀναγγείλει. Ὅλα ὅσα ἀνήκουν στόν Πατέρα εἶναι δικά μου· γι’ αὐτό σας εἶπα πώς τό Πνεῦμα θά πάρει ἀπό αὐτά πού ἔχω ἐγώ νά πῶ καί θά τά ἀναγγείλει σ’ ἐσᾶς».” (Ἰωάννου ιστ΄ 12-15). Μέ τήν δύναμι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὁ ἄνθρωπος αὐξάνεται πνευματικά καί προκόπτει στήν κατά Θεόν σοφίαν καί ζωήν. Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος προσεύχεται γιά τούς Ἐφεσίους καί ὅλους τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τά ἐν συνεχεία ἀναφερόμενα πνευματικά λόγια: “Παρακαλῶ τό Θεό τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό μεγαλοδύναμο Πατέρα, νά σᾶς δίνει πνεῦμα σοφίας, πού θά σᾶς ἀποκαλύψει πῶς νά τόν γνωρίσετε ἀκόμη καλύτερα. Τόν παρακαλῶ νά φωτίζει τά μάτια τῆς καρδιᾶς σας, γιά νά βλέπετε πιό ξεκάθαρα ποιά εἶναι τά μελλοντικά ἀγαθά γιά τά ὁποῖα σᾶς κάλεσε, πόσο λαμπρή καί πλούσια εἶναι ἡ κληρονομιά πού ἔχει ἑτοιμάσει γιά τούς δικούς του, καί μέ πόσο ὑπερβολικά μεγάλη δύναμη ἐνεργεῖ σ’ ἐμᾶς πού πιστεύουμε. Τη δύναμή του αὐτή τήν ἔδειξε μέ τό νά ἀναστήσει τό Χριστό ἀπό τούς νεκρούς καί νά τόν βάλει νά καθίσει στά δεξιά του στόν οὐρανό, πάνω ἀπό κάθε ἀρχή καί ἐξουσία καί δύναμη καί κυριότητα, πάνω ἀπό καθετί πού ἀνήκει ὄχι μόνο στόν τωρινό ἀλλά καί στό μελλοντικό κόσμο. Τα σύμπαντα τά ὑπέταξε στήν ἐξουσία του, κι αὐτόν τόν ἴδιο τό Χριστό τόν ἔδωσε στήν ἐκκλησία ὡς ὑπέρτατο ἀρχηγό. Ἡ ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ πληρότητα ἐκείνου ὁ ὁποῖος μέ τήν παρουσία τοῦ γεμίζει πλήρως τά πάντα” (Πρός Ἐφεσίους α΄ 17-23). Ἑπομένως σ’ ὅσους ἀναζητοῦν τήν γνώση καί τήν σοφία ἀποκλειστικῶς καί μόνο ἐντός τοῦ κόσμου τούτου, αὐξάνουν τήν σύγχυσί τους καί βυθίζονται στά σκότη τῆς ἀγνοίας καθώς καί σέ ἄστοχες πνευματικές περιπλανήσεις καί περιπέτειες.  “Τῷ δὲ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν” (Πρός Τιμόθεον Α΄ α΄ 17)

8 Δεκεμβρίου 2022

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ (Α)

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ (Α)

 

Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφθηκε τελείως μέ τό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός παρουσιάζεται στούς σύγχρονούς Του, ὅτι εἶναι ὁ δάσκαλος τῆς Σοφίας. Αὐτό φανερώνεται ἀπό τόν τρόπο τῆς διαδασκαλίας Του καί τῶν ἐνέργειῶν Του. Κατέχει ἕνα μυστικό πού τό φανερώνει σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Εἶναι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ  “γι’ αὐτούς ὅμως πού τούς κάλεσε ὁ Θεός, Ἰουδαίους καί ἐθνικούς, ὁ Χριστός πού κηρύττουμε εἶναι τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμη καί τοῦ Θεοῦ ἡ σοφία”, “Χάρη σ’ αὐτόν ὅμως ἐσεῖς βρίσκεστε μέσα στήν πίστη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐκείνου πού ἔγινε ἀπό τό Θεό σοφία δική μας καί δικαίωση καί ἐξαγιασμός καί ἀπολύτρωση” (Α΄ Κορινθίους α΄ 24,30). Ὁ Ἰησοῦς Χριστός μεταδίδει τήν σοφία στούς ἀνθρώπους, ἐπειδή εἶναι ὁ Ἴδιος ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Υἱός εἶναι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὅπως εἶναι ἐπίσης καί ὁ Λόγος Του. Αὐτή ἡ Σοφία ἦταν κατά τό παρελθόν κρυμμένη μέσα στό Θεό, ἄν καί κυβερνοῦσε τόν σύμπαν, κατεύθηνε τήν ἱστορία, ἐκδηλωνόταν ἔμμεσα στό Νόμο καί στήν διδασκαλία τῶν κατά Θεό σοφῶν. Τώρα ὅμως ἀποκαλύφθηκε στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἔτσι ὅλα τά κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού ἀναφέρονται σ’ αὐτή ἔλαβαν τήν ὁριστική σημασία τους. Ἡ ἀποκάλυψι τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπραγματοποιήθη δι’ ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του, στό ὁποῖο ἀποκαλύφθηκε ἡ ἄκρα σοφία τοῦ Θεοῦ κατά τόν θεοφόρο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή τόν μέγιστο κατά τό ὄνομα κατά τήν χάρι (Κεφάλαια μ΄ καί μα΄ τῆς στ΄ ἑκατοντάδος τῶν θεολογικῶν) καί τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης (Κεφάλαιον κγ΄ τοῦ Μεγάλου Κατηχητικοῦ Λόγου).

Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἡ ἀποκάλυψι τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ ἐκορυφώθη στήν σταύρωσι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό κηρύττει στήν πρός Κορινθίους Α΄:  “Ο”i Ἰουδαῖοι ζητοῦν ὡς ἀποδείξεις θαύματα καί οἱ ἐθνικοί φιλοσοφικές ἀλήθειες. Ἐμεῖς ὅμως κηρύττουμε τό σωτήρα Χριστό, καί μάλιστα σταυρωμένο — κήρυγμα ἀπαράδεκτο γιά τίς μεσσιανικές προσδοκίες τῶν Ἰουδαίων καί ἀνόητο γιά τίς ἀναζητήσεις τῶν ἐθνικῶν· γι’ αὐτούς ὅμως πού τούς κάλεσε ὁ Θεός, Ἰουδαίους καί ἐθνικούς, ὁ Χριστός πού κηρύττουμε εἶναι τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμη καί τοῦ Θεοῦ ἡ σοφία”  (α΄ 22-24 πρβλ καί β΄, 6-8). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διακρίνει τήν σοφία τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἀπό τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Ἡ σοφία τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου τούτου εἶναι καταδικασμένη νά καταργηθεῖ ἀφοῦ παραφρόνησε ἀπό τότε πού περιφρόνησε τόν ζωντανό Θεό : “ Γιατί ἐνῶ γνώρισαν τό Θεό μέσα ἀπό τή δημιουργία, οὔτε τόν δόξασαν οὔτε τόν εὐχαρίστησαν ὡς Θεό. Ἀντίθετα, ἡ σκέψη τούς ἀκολούθησε λαθεμένο δρόμο, καί ἡ ἀσύνετη καρδιά τους βυθίστηκε στό σκοτάδι τῆς πλάνης. Ἔτσι, ἐνῶ θριαμβολογοῦσαν γιά τή σοφία τους, κατάντησαν ἀνόητοι, ὡς τό σημεῖο, ἀντί γιά τό δημιουργό ἀθάνατο Θεό, νά προσκυνοῦν εἴδωλα πού παρασταίνουν θνητούς ἀνθρώπους, πουλιά, τετράποδα ζῶα κι ἑρπετά»”  (Ρωμαίους α΄ 21-24. Πρβλ. Πρός Κορινθίους Α΄ α΄ 21). Ἡ σοφία τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου ἔφθασε στό ἀπώγειο τῆς μωρίας της, ὅταν οἱ ἄνθρωποι “τόν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν” (Πρός Κορινθίους Α΄ β΄ 8). Γι’ αὐτό ὁ Θεός κατεδίκασε αὐτή τήν σοφία τῶν σοφῶν : “Το κήρυγμα γιά τό σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ εἶναι μωρία γι’ αὐτούς πού πᾶνε πρός τό χαμό τους· γιά μᾶς ὅμως πού εἴμαστε στό δρόμο τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Πράγματι, ὁ Θεός διακηρύττει στή Γραφή: Θά ἀφανίσω τή σοφία τῶν σοφῶν. καί τῶν ἔξυπνων τήν ἐξυπνάδα θά τήν καταπατήσω. Ποῦ, λοιπόν, νά βρεθεῖ σοφός; Ποῦ νά βρεθεῖ ἔμπειρος στίς Γραφές: ποῦ νά βρεθεῖ ἀπολογητής αὐτοῦ ἐδῶ του αἰώνα; Δέν ἀπέδειξε ὁ Θεός μωρία τή σοφία τοῦ κόσμου; ” (Πρός Κορινθίους α΄ 19-20 καί Πρός Κορινθίους γ΄ 19 καί ἑξῆς ). Καταδικάσθηκε, λοιπόν, ἐπειδή εἶναι “ἐπίγειος ψυχική, δαιμονιώδης” (Ἰακώβου γ΄ 15). Ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθινῆς σοφίας γίνεται μέ παράδοξο τρόπο. Δέν ἀπευθύνεται στούς σοφούς καί στούς ἐπιδέξιους, ἀλλά στούς μικρούς (Ματθαίου ια΄ 25). Γιά νά συγχύσει τούς ὑπερφίαλους σοφούς, ὁ Θεός διάλεξε ὅ, τι μωρό ὑπῆρχε στόν κόσμο κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο (Πρός Κορινθίους Α΄ α΄ 27). Γιά νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος αὐτή τήν σοφία, πρέπει νά ταπεινωθεῖ καί νά θεωρηθεῖ μωρός γιά τόν κόσμο. Γι’ αὐτό ἡ χριστιανική καί ἀληθινή σοφία δέν κατακτᾶται μέ τήν δύναμι τῆς λογικῆς, ἀλλά μέ τήν δύναμι τῆς θυσίας τοῦ ἐγωϊσμοῦ. Ὁ ἐγωϊσμός τοῦ ἀνθρώπου θυσιάζεται στό θυσιαστήριο τῶν ὁλοκαυτωμάτων πού εἶναι ἡ ταπείνωσι. Αὐτή ἡ θυσία εἶναι εὐάρεστη καί εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα.  Αὐτή ἡ σοφία εἶναι θεϊκή, ἀνεξιχνίαστη καί κρυφή. Εἶναι ἀδύνατο νά ἐρευνηθεῖ ἀπό τήν ἀνθρώπινη διάνοια (Πρός Κορινθίους Α΄ β΄ 7 καί ἑξῆς καί Πρός Κολοσσαεῖς β΄ 3). Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώθηκε μέ τήν ἱστορική ἐκπλήρωσι τῆς σωτηρίας :       “ ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ ” (Ἐφεσίους γ΄ 10) μεταδίδεται μόνο μέ τό Πνεῦμα Θεοῦ, τό “Πνεῦμα τῆς Σοφίας” στούς ἀνθρώπους πού τήν ἀποδέχεται. (Βλ. Πρός Κορινθίους Α΄ β΄ 10-16 )

17 Νοεμβρίου 2022

Ἡ πατρική ἀνταπόκριση τῆς ἀγάπης τοῦ  Θεοῦ

Ἡ πατρική ἀνταπόκριση τῆς ἀγάπης τοῦ  Θεοῦ

     

Ὁ ἄνθρωπος προσευχόμενος παρακαλεῖ τὸν Θεὸ Πατέρα γιὰ διάφορα θέματα. ῾Ο Θεὸς ἀπαντάει στὴν προσευχή μας μὲ τρεῖς τρόπους.

῍Ας μελετήσουμε αὐτοὺς τοὺς τρόπους.

Α. Περιπτώσεις ποὺ ὁ Θεὸς ἀπάντησε  «ΝΑΙ».

α´. ῞Οταν ὁ Πέτρος καταποντιζόνταν καὶ φώναξε στὸν Κύριο «Κύριε, σῶσέ με» (Ματθαίου ιδ΄, 30-31), ὁ Κύριος ἔσπευσε καὶ ἔσωσε τὸν Πέτρο ἀπὸ τὸν πνιγμό.

β´. ῞Οταν ἕνας λεπρὸς ἀπελπισμένος ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ τὸν καθαρίσει. «Κύριε, ἂν θέλεις, μπορεῖς νὰ μὲ καθαρίσεις»· ὁ Κύριος ἀμέσως τὸν καθάρισε ἀπὸ τὴν λέπρα «θέλω, καθαρίσθητι, καὶ εὐθέως ἐκαθαρίσθη» (Ματθαίου η΄, 3).

γ´. ῞Οταν ἕνας ἀπελπισμένος πατέρας παρακάλεσε τὸν Κύριο· «ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν, σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς»· ὁ Κύριος τὸν ρώτησε· «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι» (Μάρκου θ΄, 23), ὑποδεικνύοντάς του, ὅτι ὅταν πιστεύεις, μπορεῖς νὰ κατορθώσεις τὰ πάντα.

δ´. ῞Οταν ἕνας ταλαιπωρημένος πατέρας παρακάλεσε τὸν Κύριο· «Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν» (Ματθαίου ιζ΄, 15)· ὁ Κύριος ἐκπλήρωσε τὸ αἴτημά του.

ε´. ῞Οταν οἱ Σαμαρεῖτες μετὰ ἀπ᾿ ὅσα τοὺς εἶπε ἡ γυναίκα «παρεκάλουν αὐτὸν νὰ μείνῃ παρ᾿ αὐτοῖς» (Ἰωάννου δ΄, 40)· ὁ Κύριος ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες.

στ´. ῞Οταν ἡ προφήτιδα ῎Αννα προσευχόταν στὸν Κύριο καὶ ἔλεγε· «Κύριε, Κύριε καὶ Θεὲ τῶν Δυνάμεων ἐὰν προσέξεις μὲ εὐμένεια στὴν ταπείνωσι καὶ θλῖψι τῆς δούλης σου καὶ μὲ ἐνθυμηθεῖς καὶ μοῦ χαρίσεις υἱό, θὰ σοῦ τὸν ἀφιερώσω, γιὰ νὰ διακονεῖ ἐνώπιόν σου» (Α΄ Βασιλειῶν α΄, 11), ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε τὸν Σαμουήλ.

ζ´. ῞Οταν τὴν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως οἱ μαθητές, ποὺ ἐπορεύοντο πρὸς ᾿Εμμαούς «παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες· μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν»· ὁ Κύριος «εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς» (Λουκᾶ κδ΄, 29).

η´. ῞Οταν οἱ Γαδαρηνοὶ μετὰ τὴν θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου «Τὸν παρεκάλεσαν ν᾿ ἀπομακρυνθῇ ἀπ᾿ αὐτούς» (Μάρκου ε΄, 17), ὁ Κύριος ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν χώρα τους.

Συμπέρασμα· ῾Ο Κύριος λέει «ΝΑΙ» στὴν προσευχή σου ὅταν·

  1. Τοῦ ζητᾶς νὰ σὲ σώσει.
  2. Προσεύχεσαι γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ παιδιοῦ σου, τῶν οἰκείων σου ἢ τῶν ἀδελφῶν σου.
  3. Τὸν παρακαλεῖς νὰ σὲ καθαρίσει πνευματικά.

4.   ᾿Αποζητᾶς τὴν παρουσία Του.

5.  Τοῦ ζητᾶς νὰ σοῦ δώσει γιὰ νὰ Τοῦ τὸ προσφέρεις στὸ ἔργο Του.

6.  Τὸν καλεῖς κοντά σου.

Β. Περιπτώσεις ποὺ ὁ Θεὸς ἀπάντησε «ΟΧΙ».

Αὐτὸ συμβαίνει, ὅταν τὸ αἴτημα εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ θέλημά Του. Εἶπε «ΟΧΙ»·

α´. Στὴν μητέρα τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου, ποὺ Τοῦ ζήτησε νὰ καθίσουν οἱ υἱοί της στὰ δεξιά Του καὶ στὰ ἀριστερά Του. Δὲν ἱκανοποίησε τὴν φιλοδοξία της (Ματθαίου κ΄, 21). 

β´. Στοὺς Μαθητές Του, ὅταν Τοῦ εἶπαν, «ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους» (Ματθαίου ιδ΄, 15), διῶξε τοὺς ὄχλους, ὁ Κύριος εἶπε, ὅτι οἱ ὄχλοι θὰ μείνουν ἐδῶ. ᾿Εγὼ θὰ κάμω τὸ θαῦμα καὶ σεῖς θὰ τοὺς ὑπηρετήσετε. 

γ´. Στοὺς ἀπίστους ᾿Ιουδαίους, ὅταν Τοῦ ζήτησαν νὰ κάνει θαῦμα γιὰ νὰ πιστέψουν σ᾿ Αὐτόν, «διδάσκαλε, θέλομεν ἀπὸ σοῦ σημεῖον ἰδεῖν», ὁ Κύριος ἀρνήθηκε καὶ εἶπε «γενεὰ πονηρά καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰμὴ τὸ σημεῖον ᾿Ιωνᾶ τοῦ προφήτου» (Ματθαίου ιβ΄, 39).

δ´. Στὸν Γαδαρηνό, ὅταν Τὸν παρεκάλεσε νὰ Τὸν ἀκολουθήσει γιὰ νὰ μένει μαζί Του, τοῦ ἀρνήθηκε καὶ εἶπε «πήγαινε», «Πορεύθητι καὶ διηγοῦ» (Μάρκου ε΄, 19-19). Σοῦ ἀναθέτω ἄλλη ἀποστολή.

ε´. Στοὺς Μαθητές Του κατὰ τὴν Μεταμόρφωσι, ὅταν τοῦ εἶπαν καλὸ εἶναι νὰ μείνουμε ἐδῶ, δὲν δέ-χθηκε, ἀλλὰ τοὺς κατέβασε ἀπὸ τὸ ὄρος, σὰν νὰ ἔλεγε κατεβεῖτε στὸν κόσμο. ῾Η ᾿Εκκλησία ἔχει ἔργο (Μάρκου θ΄, 5).

στ´. Σὲ τρεῖς μαθητές Του, ποὺ ζήτησαν «ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθόντι πρῶτα», εἶπε ἀφῆστε τα ὅλα, καὶ ἀκολουθῆστε με ἀμέσως. ῾Ο πρῶτος Τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἀκολουθήσει γιὰ νὰ βολευτεῖ στὴν ζωή του (Λουκᾶ θ΄, 57-58). ῾Ο δεύτερος τοῦ ζήτησε πρῶτα νὰ πάει νὰ θάψει τὸν πατέρα του (Λουκᾶ θ΄, 59-60). ῾Ο τρίτος ν᾿ ἀποχαιρετήσει τοὺς δικούς του (Λουκᾶ θ΄, 61-62). Οἱ Ναοὶ εἶναι γεμᾶτοι ἀπὸ πιστοὺς μὲ μοιρασμένες καρδιές.᾿Απ᾿ αὐτὸ συμπεραίνεται ὅτι ὁ Κύριος ζητεῖ τέλεια  αὐταπάρνησι.

ζ´. Στὸν Πέτρο, ποὺ Τοῦ συνέστησε νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο στὸ Σταυρὸ καὶ τοῦ εἶπε· Κύριε, δὲν πρέπει νὰ γίνει τοῦτο σ᾿ ᾿Εσένα. «Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο» ὁ Κύριος ἀρνήθηκε τὴν προτροπή του καὶ τοῦ εἶπε μὲ αὐστηρότητα, φύγε ἀπὸ τὸν δρόμο μου.  «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ» (Ματθαίου ιστ΄, 22).

η´. Στὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὅταν Τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ πάρει τὸν σκόλοπα, εἶπε· «ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου» (Πρός Κορινθίους Β΄, ιβ, 9). Δηλαδή, ἀρκέσου στὴν χάρι ποὺ σοῦ δίνω γιὰ νὰ σὲ ἐνισχύσω.

Συμπέρασμα· ῾Ο Κύριος λέγει «ΟΧΙ»·

*  στὶς κοσμικὲς δόξες,

*  στὴν ἀποξένωσι ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο,

*  στὴν ἡρώδειο περιέργεια,

*  στὸν πνευματικὸ ἀναχωρητισμό,

*  στὴν ἐκκλησιαστικὴ νωχελικότητα,

*  νὰ ἔχει τὴν δεύτερη θέσι στὴν ζωή μας,

*  στὸν χριστιανισμὸ χωρὶς σταυρό.

Γ. Περιπτώσεις ποὺ ὁ Θεὸς ἀπήντησε «ΠΕΡΙΜΕΝΕ» καὶ ποὺ σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη γιὰ περισσότερη ὡρίμανσι. 

α´. Εἶπε «ΠΕΡΙΜΕΝΕ» στὸν ὁρμητικὸ Πέτρο, ποὺ τοῦ ζήτησε ἄκαιρα τὸ μαρτύριο.

«Λέγει σ᾿ Αὐτὸν ὁ Σίμων Πέτρος· Κύριε, ποῦ πηγαίνεις; Τοῦ ἀπάντησε ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅπου ἐγὼ πηγαίνω, ἐσὺ δὲν μπορεῖς τώρα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις. ῞Υστερα δέ, ἀφοῦ τελειώσεις τὴν ἀποστολή σου, θὰ μὲ ἀκολουθήσεις Τοῦ λέγει ὁ Πέτρος· Κύριε, γιατί δὲν μπορῶ τώρα νὰ σὲ ἀκολουθήσω; Εἶμαι ἕτοιμος καὶ τὴν μεγαλύτερη θυσία νὰ προσφέρω καὶ τὴν ζωή μου νὰ θυσιάσω πρὸς χάριν σου, ἐὰν ἔτσι δὲν θὰ χωρισθῶ ποτὲ ἀπό σέ. Τοῦ ἀπάντησε ὁ ᾿Ιησοῦς· τὴν ζωή σου θὰ θυσιάσεις πρὸς χάριν μου; Σὲ διαβεβαιώνω ὅτι αὐτὴ τὴν νύκτα δὲν θὰ λαλήσει ὁ πετεινός, μέχρις ὅτου μὲ ἀπαρνηθεῖς τρεῖς φορές» (Ἰωάννου ιγ΄, 36-38). ῾Ο Κύριος σταυρώθηκε. ῾Ο Πέτρος συνέχισε τὴν ἀποστολή του καὶ ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα σταυρώθηκε κι αὐτός.

β´. Εἶπε στὸν Συμεών «ΠΕΡΙΜΕΝΕ» μὲ ζωὴ ἁγιότητας «καὶ ἦν κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ῾Αγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου» (Λουκᾶ β΄, 26).

γ´. Εἶπε «ΠΕΡΙΜΕΝΕ» στὸν Μωυσῆ. ᾿Απὸ τότε ποὺ νόμιζε, ὅτι οἱ ἀδελφοί του θὰ τὸν ἐδέχοντο ὡς ἀρχηγό, μέχρι τότε ποὺ τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς τὴν ἀρχηγία, πέρασαν 40 χρόνια (Πράξεων ζ΄, 20-34).

δ´. Εἶπε «ΠΕΡΙΜΕΝΕ» στὸν Κορνήλιο· στὶς προσευχὲς τοῦ Κορνηλίου μέχρι νὰ στείλει τὸν Πέτρο, ἀφοῦ πρῶτα τὸν προετοίμασε (Πράξεων ι΄.).

ε´. Εἶπε «ΠΕΡΙΜΕΝΕ» στόν πιστό καί τοῦ συνέστησε τὴν ἀνάγκη «υἱὲ μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου μηδέ ἕκλυου ὑπ αὐτοῦ» (Παροιμιῶν γ΄, 11).

῾Ο ᾿Ιὼβ μέσα ἀπὸ τὶς δοκιμασίες του προσευχόταν·  «᾿Ιδοὺ μακάριος ὁ ἄνθρωπος τὸν ὁποῖο ἐλέγχει ὁ Κύριος. Γι᾿ αὐτὸ μὴ καταφρονήσεις τὴν παιδαγωγία τοῦ Παντοδύναμου, διότι αὐτὸς πληγώνει καὶ ἐπιδένει, καὶ τὰ χέρια Του ἰατρεύουν» (Ἰώβ ε΄, 17,18).

στ´. Ξανάπε «ΠΕΡΙΜΕΝΕ» στὸν Δαβίδ, ὅταν ὁμολόγησε, ὅτι ἀτόνησε κράζοντας, ὅτι ὁ λάρυγγάς του ξεράθηκε καὶ τὰ μάτια του ἀπέκαμαν περιμένοντας τὸν Θεό Του (Ψαλμοῦ ξθ΄, 4). 

῾Ο Δαβὶδ δηλώνει ὅτι παρὰ ταῦτα ἀνέμεινα (ἐγὼ καὶ οἱ προσευχές μου) μὲ ὑπομονὴ τὸν Κύριο καὶ ἔδωκε προσοχὴ σὲ μένα καὶ ἄκουσε τῆς κραυγῆς μου. «῾Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου» (Ψαλμοῦ λθ΄, 1). 

Συμπέρασμα· Κάθε ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπάντησις ἀγάπης.

10 Νοεμβρίου 2022

Κάλεσμα Ζωῆς καί Σωτηρίας

Κάλεσμα Ζωῆς καί Σωτηρίας

Δημοσιεύθηκε 10.11.2022

 

Ὁ Θεός πάντα καλεῖ κοντά Του μέ τήν πλούσια χάρη Του τόν ἄνθρωπο πού ἔχει τήν θέληση καί τήν διάθεση νά ἀγωνιστεῖ γιά τήν πίστη του καί τήν σωτηρία του. Μελετώντας τήν ἁγία Γραφή ἀνακαλύπτουμε καί πρός μελέτη πολλά παραδείγματα καί περιστατικά τῆς κλήσεως, δηλαδή τοῦ καλέσματος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς Του καί κατ’ ἐπέκταση στούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, ὅπως καί σέ ἐμᾶς σήμερα.

Α΄. Ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ ἀπευθύνεται:

1. Διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

α΄. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός καλεῖ κοντά Του τούς πρώτους μαθητές Ἀνδρέα, Πέτρο, Φίλιππο, Ναθαναήλ γιά νά γίνουν μάρτυρες τοῦ σωτηριώδους ἔργου Του καί κήρυκες τοῦ λόγου Του μετά τήν ἀνάστασή Του (βλ. Ἰωάννου α΄ 35-51)

β΄. Ἐπίσης, καλεῖ τούς διψασμένους γιά τήν ἀλήθεια, τήν ἀληθινή ζωή, τήν δικαιοσύνη, τήν εἰρήνη, τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τήν ἀποκατάσταση στόν πνευματικό κόσμο, τήν ἀπολύτρωση  : «ποιος διψάει, νά ’ρθεῖ σ’ μένα καί νά πιε. Μέσα πό κενον πού πιστεύει σ’ μένα, καθώς λέει Γραφή, ποτάμια ζωντανό νερό θά τρέξουν» (βλ. Ἰωάννου ζ΄ 37-39)

γ΄. Κάλεσε τόν ἀπόστολο Ματθαῖο γιά νά ἀλλάξει ζωή καί ἐπάγγελμα : «κολούθησε μέ». Κι κενος σηκώθηκε καί τόν κολούθησε  (βλ. Μάρκου β΄ 13-17)

δ΄. Καλεῖ τούς κουρασμένους ἀπό τίς μέριμνες καί τίς θλίψεις καί τίς ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς καί φορτωμένους ἀπό ἐνοχές, ἀπογοητεύσεις καί μέριμνες : «λτε σ’ μένα λοι σοι κοπιάζετε καί εστε φορτωμένοι, κι γώ θά σς ξεκουράσω. Σηκῶστε πάνω σας τό ζυγό μου καί διδαχτετε πό τό δικό μου παράδειγμα, γιατί εμαι πράος καί ταπεινός στήν καρδιά, καί ο ψυχές σας θά βρον ξεκούραση. Γιατί ζυγός μου εναι παλός, καί τό φορτίο μου λαφρύ» (Ματθαίου ια΄ 28-30)

ε΄. Ἀπευθύνθηκε καί κάλεσε στόν πλούσιο νέο πού ζητοῦσε τήν τελειότητα, ἀλλά ἀπαιτοῦσε νά κάνει θυσίες : «ν θέλεις νά γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τά πάρχοντά σου καί δσε τά χρήματα στούς φτωχούς, καί θά χεις θησαυρό κοντά στό Θεό, κι λα νά μέ κολουθήσεις». Μόλις κουσε τήν πάντηση νεαρός, φυγε λυπημένος, γιατί εχε μεγάλη περιούσια»  (βλ. Ματθαίου ιθ΄ 16-22)

στ΄. Κάλεσε τόν Ζακχαῖο πού μέ τήν συμπεριφορά του ξεπέρασε κοινωνικά στερεότυπα καί ἐσωτερικές ἀναστολές : «ὁ Ζακχαῖος εἶπε στόν Κύριο: «Κύριε, ὑπόσχομαι νά δώσω τά μισά ἀπό τά ὑπάρχοντά μου στούς φτωχούς καί ν’ ἀνταποδώσω στό τετραπλάσιο ὅσα πῆρα μέ ἀπάτη». Ὁ Ἰησοῦς, ἀπευθυνόμενος σ’ αὐτόν, εἶπε: «Σήμερα αὐτή ἡ οἰκογένεια σώθηκε· γιατί κι αὐτός ὁ τελώνης εἶναι ἀπόγονός τοῦ Ἀβραάμ. Ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου ἦρθε γιά νά ἀναζητήσει καί νά σώσει αὐτούς πού ἔχουν χάσει τό δρόμο τους» (βλ. Λουκᾶ ιθ΄ 1-10)

ζ. Κάλεσε τόν Σαῦλο τῆς Ταρσοῦ γιά νά τοῦ ἀναθέσει νά κηρύξει στά ἔθνη, ὡς ἀπόστολος Παῦλος πλέον: Σήκω μως καί μπές στήν πόλη· κε θά σοῦ πονε τί πρέπει νά κάνεις»  (Πράξεων θ΄ 4-6)

η΄. Κάλεσε στό μεγάλο δεῖπνο τῆς Βασιλείας Του ὅλους τούς ἀνθρώπους «Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: “Κάποιος ἄνθρωπος ἑτοίμασε ἕνα μεγάλο δεῖπνο καί κάλεσε πολλούς. … Τότε ἄρχισαν ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλο νά βρίσκουν δικαιολογίες: … Ὁ οἰκοδεσπότης ὀργισμένος εἶπε στό δοῦλο του: πήγαινε γρήγορα στίς πλατεῖες καί στούς δρόμους τῆς πόλης καί φέρε μέσα τούς φτωχούς, τούς ἀνάπηρους, τούς κουτσούς καί τούς τυφλούς”….γιατί σᾶς βεβαιώνω πώς κανένας ἀπό κείνους πού κάλεσα βρήκαν δικαιολογίες δέ θά γευτεῖ τό δεῖπνο μου» (Λουκᾶ ιδ΄ 15-24)

θ΄.Ἀπεύθηνε κάλεσμα σ’ ὅλους τούς πιστούς νά δεχθοῦν τήν σωτηρία πιστεύοντες στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό : «Σ’ ατούς νήκετε κι σες, φο σς κάλεσε ησος Χριστός» (Πρός Ρωμαίους α΄ 6)

2.Ἡ κλήση Του διά τοῦ ἁγίου Πνεύματος

Ὄπως ἔστειλε τόν ἀπόστολο Φίλιππο στόν Αἰθίοπα ἀξιωματοῦχο πού ἡ καρδιά του εἶχε ἑτοιμασθεῖ νά δεχθεῖ τήν πίστη στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό: «Ἕνας γγελος Κυρίου επε στό Φίλιππο: «Σήκω καί πήγαινε κατά τό νότο, στό δρόμο πού κατεβαίνει πό τήν ερουσαλήμ στή Γάζα». Τότε Φίλιππος, παίρνοντας εκαιρία …., ρχισε νά το κηρύττει τό χαρμόσυνο μήνυμα γιά τόν ησο»  (Πράξεων η΄ 26-39)

3. Κλήση διά τῶν ἔργων Του

 Μέ τά δημιουργήματά Του ὁ Θεός μᾶς καλεῖ νά Τόν γνωρίσουμε : «Παρ’ ,τι εναι όρατες καί αώνια δύναμη το Θεο καί θεϊκή του διότητα μποροσαν νά τίς δον μέσα στή δημιουργία, πό τότε πού γινε κόσμος»  (Πρός Ρωμαίους α΄ 20)

4. Διά τοῦ Εὐαγγελίου Του

Τό κήρυγμά τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι κλήση στήν σωτηρία διά τῆς πίστεως στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό : «Σᾶς κάλεσε στή σωτηρία μέ τό δικό μας κήρυγμα, στε νά μετάσχετε στή δόξα το Κυρίου μς ησο Χριστο» (βλ. Πρός Θεσσαλονικεῖς Β΄ β΄ 13-14)

 

Β΄. Τό περιεχόμενο τῆς κλήσεως.

Ὁ Θεός μᾶς καλεῖ κοντά Του νά γευθοῦμε καί ἐμεῖς τήν χάρη Του καί τήν αἰώνια Βασιλεία Του, πού ἀποτελεῖ καί τό οὐσιαστικό περιεχόμενο τῆς πίστεώς μας. Πιό εἰδικά

1. Γιά τήν κοινωνία μετά τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφόσον  : «Ὁ Θεός, πού σς κάλεσε νά ζετε σέ κοινωνία μέ τόν Υό του, τόν ησο Χριστό τόν Κύριό μας, κρατάει τίς ποσχέσεις του» (Α’ Πρός Κορινθίους α΄ 9)

2. Γιά ἁγιασμό, ἐφόσον  «Ὁ Θεός μς κάλεσε γιά νά γίνουμε χι θικά σύδοτοι, λλά γιοι» (Α΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς δ΄ 7)

3. Γιά ἐλευθερία, ὅμως μέ ὅρια καί προϋποθέσεις διότι : «Ὁ Θεός, λοιπόν, δελφοί μου, σς κάλεσε γιά νά ζήσετε λεύθεροι. Μόνο νά μή γίνει λευθερία φορμή γιά μαρτωλή διαγωγή, λλά μέ γάπη νά πηρετετε νας τόν λλο» (Πρός Γαλάτας ε΄ 13)

4. Γιά εἰρήνη, ἐφόσον  «Ἡ ερήνη το Θεο, στήν ποία χετε κληθε λοι σάν να σμα, ς κατευθύνει τίς καρδιές σας. Γιά λα νά εγνωμονετε τό Θεό» (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 15)

5. Γιά τήν αἰώνια δόξα τοῦ Χριστοῦ, διότι  «Μᾶς κάλεσε στή σωτηρία μέ τό δικό μας κήρυγμα, στε νά μετάσχετε στή δόξα το Κυρίου μς ησο Χριστο» (Β΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς β΄ 14)

6.Γιά τήν αἰώνια ζωή, διότι μᾶς παράγγειλε «Νά ἀγωνίζεσαι τόν ὡραῖο ἀγώνα τῆς πίστεως. Κατάκτησε ἔτσι τήν αἰώνια ζωή, στήν ὁποία καί σέ κάλεσε ὁ Θεός, γιά τήν ὁποία ὁμολόγησες τήν καλή ὁμολογία μπροστά σέ πολλούς μάρτυρες» (Πρός Τιμόθεον Α΄ στ΄ 12)

Γ΄. Συνέπεια στήν κλήση

Ὁ Κύριός μας μᾶς δίδαξε νά ζοῦμε μέ τρόπο ἀντάξιο Ἐκείνου πού μᾶς κάλεσε «Σς παρακαλ, …νά ζετε μέ τρόπο ντάξιο κείνου πού σς κάλεσε  στή νέα ζωή. Νά ζετε μέ ταπείνωση, πραότητα καί πομονή· νά νέχεστε μέ γάπη νας τόν λλο καί νά προσπαθετε νά διατηρετε, μέ τήν ερήνη πού σς συνδέει μεταξύ σας, τήν νότητα πού δίνει τό Πνεμα το Θεο. Ἕνα σμα ποτελετε λοι κι να πνεμα σς νώνει, πως καί μία εναι λπίδα σας γιά τήν ποία σς κάλεσε Θεός. Ἕνας Κύριος πάρχει, μία πίστη, να βάπτισμα. Ἕνας Θεός καί Πατέρας λων, πού κυριαρχε σ’ λους, νεργε μέσα π’ λους καί κατοικε σέ λους σας » (Πρός Ἐφεσίους δ΄ 1-6)

27 Ὀκτωβρίου 2022

“Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σέ ἀνατίθημι Μῆτερ τοῦ Θεοῦ Ἡ σκέπη καί ἡ προστασία τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου μας Ἡ Ἐκκλησία μας τήν 28 Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους ἑορτάζει διπλά, τήν Ἐθνική ἐπέτειο τοῦ «ΟΧΙ» καί τήν ἑορτή τῆς Ἁγίας Σκέπη τῆς Θεοτόκου, τ

Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σέ ἀνατίθημι Μῆτερ τοῦ Θεοῦ

Ἡ σκέπη καί ἡ προστασία τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου μας

                            

Ἡ Ἐκκλησία μας τήν 28 Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους ἑορτάζει διπλά, τήν Ἐθνική ἐπέτειο τοῦ «ΟΧΙ» καί τήν ἑορτή τῆς Ἁγίας Σκέπη τῆς Θεοτόκου, τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου μας.

Ὁ τίτλος «Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ» προσδιορίζει τό λειτούργημα τῆς Παρθένου Μαρίας, τήν ἀποστολή  Της στό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Τό πανάγιο πρόσωπο τῆς Θεοτόκου Μαρίας καί ὁ ρόλος της στήν θεία οἰκονομία καί τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐξεπέραστος καί σωτηριώδης, ἐνῶ πρεσβεύει ἀκαταπαύστως τά αἰτήματα τῶν πιστῶν καί ὅσων ἐπικαλοῦνται τήν μεσιτεία της πρός τό Θεό καί Πατέρα μας   

Μέ ἱερή κατάνυξη οἱ πιστοί ἀπευθυνόμαστε στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας καί μέ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτή καταφεύγουμε στίς δύσκολες στιγμές πού βιώνουμε:

α- Γιά νά ζητήσουμε βοήθεια στόν πνευματικό ἀγῶνα μας

Ὁ πνευματικός ἀγῶνας εἶναι δύσκολος, ὅπως διδάσκει παραστατικά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος  (Πρός Ἐφεσίους στ΄ 12) ἐπειδή κατά τόν ἀπόσστολο δέν ἔχουμε να παλέψουμε μὲ ἀνθρώπους ἀλλὰ μὲ ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, δηλαδὴ μὲ τοὺς κυρίαρχους τοῦ σκοτεινοῦ τούτου κόσμου, τὰ πονηρὰ πνεύματά πού βρίσκονται ἀνάμεσα στή γῆ καὶ στόν οὐρανό

Ὁ διάβολος μᾶς ἀπειλεῖ λυσσωδῶς κατά τόν ἀπόστολο Πέτρο: περιφέρεται σάν τό λιοντάρι πού βρυχᾶται, ζητώντας κάποιον νά καταβροχθίσει ” (Α΄ Πέτρου ε΄ 8)

Ζητοῦμε νά μᾶς ἐνισχύσει ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτό τόν δύσκολο ἀγῶνα πού χαρακτηρίζεται ἀόρατος πόλεμος. Δέν πρέπει ὅμως νά λησμονοῦμε, ὅτι ἡ βοήθειά της εἶναι ἀποτελεσματική ὅταν φοροῦμε τήν πνευματική πανοπλία σ’ αὐτή τήν πάλη ὥστε νά μπορέσουμε νά προβάλουμε ἀντίσταση, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς σατανικῆς ἐπίθεσης. Πρέπει νά λαμβάνουμε κάθε ἀπαραίτητο μέτρο γιά νά μείνουμε ὥς τό τέλος σταθεροί στή θέση μας. Ἄς σταθοῦμε, λοιπόν, σέ θέση μάχης· Ἄς ζωστοῦμε τήν ἀλήθεια σάν ζώνη στή μέση μας· Ἄς φορέσουμε σάν θώρακα τή δικαιοσύνη. Γιά ὑποδήματα στά πόδια μας ἄς βάλουμε τήν ἑτοιμότητα καί νά διακηρύξυμε τό χαρούμενο ἄγγελμα τῆς εἰρήνης. Ἐκτός ἀπ’ ὅλα αὐτά, νά κρατᾶμε πάντα τήν πίστη σάν ἀσπίδα, πάνω στήν ὁποία θά μπορέσουμε νά σβήσουμε τά φλογισμένα βέλη τοῦ πονη­ροῦ. Ἡ σωτηρία ἄς εἶναι περικεφαλαία μας, καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἡ μάχαιρα πού μᾶς δίνει τό Πνεῦμα. Ἄς προσευχόμαστε συνεχῶς καί ἀπευ­θύνουμε τά αἰτήματά μας (μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας Μητρός Του) σέ κάθε περίσταση πρός τό Θεό, ὁδηγημένοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα του. Ἄς εἴμαστε ἄγρυπνοι καί νά μήν παύουμε νά προσευχόμαστε γιά ὅλο τό λαό τοῦ Θεοῦ”. (Πρβλ. Πρός Ἐφεσίους στ΄ 13-18)

Γιά νά ἐπιτύχουμε στήν ἀντιμετώπιση τῶν δοκιμασιῶν τῆς ζωῆς καί τῶν περιπετειῶν τοῦ βίου μας χρειάζεται σθεναρός καί συνεχής πνευματικός ἀγῶνας. Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου μοιάζει μέ ταξείδι σέ τρικυμισμένη θάλασσα. Οἱ ἐνάντιοι ἄνεμοι πού ἀπειλοῦν νά καταβυθίσουμε εἶναι οἱ ποικίλες δοκιμασίες καί οἱ περιπέτειες τοῦ βίου.

Ὅπως τό πλοῖο χρειάζεται ἄγκυρα γιά νά μή παρασυρθεῖ ἀπό τά κύματα καί τσακισθεῖ στούς βράχους ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ προστασία καί βοήθεια ἀπό τήν παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας καί μέ ἐμπιστοσύνη προσεύχεται: “Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σέ ἀνατίθημι Μῆτερ τοῦ Θεοῦ φύλαξιν με ὑπό τήν σκέπην σου”. Ἀρχικά γιά νά θεραπευθοῦμε ἀπό τίς ἀσθένειες.

Μεγάλη καί φοβερή ἀπειλή γιά τόν ἄνθρωπο ἡ ἀσθένεια. Δοκιμάζεται ἡ πίστη, ἡ ὑπομονή, ἀγάπη, ἡ καρτερία, ἡ ἀνοχή, φιλαδελφία, ἡ αὐταπάρνηση καί ὅλες σχεδόν οἱ ἀρετές. Οἱ ἀσθένειες εἶναι ἐξετάσεις ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης. Δείχνουν τήν ὤριμη ἤ ἀνώριμη πνευματική κατάσταση τοῦ ἀσθενοῦς καί τῶν οἰκείων. Φανερώνουν τό εὐαγγελικό ἦθος καί τήν πνευματικότητά μας

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γνωρίζοντας τήν πνευματική ὠφέλεια τῶν θλίψεων ἔγραφε ὅτι ἐμεῖς οἱ πιστοί στό Θεό “καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν”. Δέν καυχῶνται οἱ χριστιανοί οὔτε ἐπειδή εἶναι ρομαντικοί οὔτε ἐπειδή εἶναι φακίρηδες, ὅπως οἱ γνωστοί τῆς Ἀνατολῆς.

Οἱ πιστοί καυχῶνται γιά τίς θλίψεις τους ἐπειδή ἀντιλαμβάνονται τήν πνευματική ὠφέλεια πού προξενεῖ ἡ ὑπομονή στίς θλίψεις, πού ἀποτελεῖ καύχημα γιά τόν πιστό γιατί ξέρουμε καλά ὅτι οἱ δοκιμασίες ὁδηγοῦν στήν ὑπομονή (Πρός Ρωμαίους ε΄ 3).  Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος διεκήρυξε ὅτι  θά καυχηθῶ γιά τίς ταλαιπωρίες μου ” Γιατί;  Ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος ἐπειδή:  “Γιά νά κατοικοίσει μέσα μου ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ” (Πρός Κορινθίους Β΄ ιβ΄ 7-10)

Ἄς ἔχουμε ὅμως ὑπόδειγμα τό τίμιο πρόσωπο τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου μας καί τό πόνο πού ὡς ρομφαία διεπέρασε τήν καρδία Της. 

Ὁ δίκαιος Συμεών, ὅταν ὑπήντησε τόν Κύριο καί τόν ὑπεδέχθη στό Ναό τοῦ Σολομῶντος βασταζόμενο ἀπό τήν Μητέρα Του προεφήτευσε γιά τόν Υἱό Της καί κατέληξε λέγων πρός Αὐτή : “ Σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία ” (Λουκᾶ β΄ 35).  Ἡ ρομφαία αὐτή ἦταν ὁ σταυρικός καί ἄδικος θάνατος τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Της. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί ἀκατάπαυστα παρηγορεῖ ὅλους τούς πονεμένους γονεῖς, τήν καρδία τῶν ὁποίων διαπερνᾶ ὡς  ξῖφος ὀξύ ὁ θάνατος τῶν τέκνων τους.  Διακριτική καί ταπεινή ἦταν ἡ ζωή τῆς Παρθένου γεμάτη ἀπό θλίψεις καί πολλές ταπεινώσεις.

Ἄς ἔχουμε ὡς πνευματικό ὑπόδειγμα τήν  ταπείνωσι ἀπό τήν ὕβρι καί τήν συκοφαντία τῶν ἀπιστούντων Ἰουδαίων πρός τό πρόσωπό της.  Ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μας ἄκουσε βαρύτατες ὕβρεις ἀπό τούς ἀπιστοῦντες Ἰουδαίους καί ἀμφισβητοῦντες τήν Θεότητα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Υἱοῦ Της καί τίς ἐβάστασε μέ ὑποδειγματική ὑπομονή καί ἀνεξικακία. Τήν πληροφορία αὐτή μᾶς παραθέτει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἤκουσε νά ἐκτοξεύεται ἀπό τά χείλη τῶν ὁμοεθνῶν τους μία φοβερή ὕβρι, ὅταν ἐξύβρισαν κατά πρόσωπο τόν ἀναμάρτητο Κύριό μας λέγοντας Του “ ἡμεῖς ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα ” (Ἰωάννου η΄ 41).

Μέ τόν λόγο αὐτό συκοφαντοῦσαν ἐμμέσως πλήν σαφῶς Αὐτόν καί τήν Μητέρα Του.  Ἐκείνη τήν ὁποία ὁ Ἀρχάγγελος προσεφώνησε       “ Κεχαριτωμένη ” καί “ εὐλογημένη ἐν γυναιξί ” (Λουκᾶ α΄ 28).

Ἄς ἔχουμε κατά νοῦ στήν ζωή μας τήν  πικρία ἐκ τῆς ἀχαριστίας καί ἐκ τῆς ἀγνωμοσύνης τῶν εὐεργετημένων ἀπό τόν Υἱό Της.

Ἡ Μητέρα τοῦ Λυτρωτοῦ καί Σωτῆρος, Αὐτοῦ, ὁ Ὁποῖος διῆλθε τήν ζωή Αὐτοῦ “ εὐεργετῶν καί ἰώμενος ” (Πράξεις ι΄ 38), ἐπικράθη ἀπό τήν ἀχαριστία τῶν εὐεργετημένων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν πεισμόνως μέ τυφλό μῖσος τόν ἐξευτελισμό Του καί τόν μαρτυρικό θάνατό Του. Ἄκουσε τό γεμᾶτο σκληρότητα καί ἀνελέητο “ Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν ” (Ἰωάννου ιθ΄ 15) γιά Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ Μόνος Ἐλεήμων καί Φιλάνθρωπος. Γι’ Αὐτόν, ὁ Ὁποῖος ἐχρημάτισε τό μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά τούς ἀνθρώπους κατά τήν δοθεῖσαν ἀπό τόν Θεό ὑπόσχεσι “ μετά ἐλέους μεγάλου ἐλεήσω σε…καί ἐν ἐλέει αἰωνίῳ ἐλεήσω σε ” (Ἡσαΐου 54, 7-8). Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος τήν ἐδόξασε καί τήν ἐξύψωσε ὑπεράνω ὁρατῶν καί ἀοράτων καί γιά τόν λόγο αὐτό ὀφείλουμε νά ἐναπωθέτουμε τίς δική μας ἐλπίδα, τά αἰτήματά μας, καθώς  καί τίς θλίψεις καί τίς προσευχές καί νά ζητοῦμε τίς πρεσβεῖες της.   

13 Ὀκτωβρίου 2022

Ἡ πνευματική τροφὴ τῆς ψυχῆς

Ἡ πνευματική τροφὴ τῆς ψυχῆς

 

Ὁ ἂνθρωπος εἶναι διφυής, δημιουργημένος ἀπό τόν Θεό ὡς ψυχοσωματική ὀντότητα.  Κατά συνέπεια ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸ σῶμα ἔχει καὶ ψυχή, ἡ ὁποία ἔχει καί αὐτή τήν ἀνάγκη πνευματικῆς τροφῆς.

1. Εἴδη πνευματικῆς τροφῆς

῾Η ψυχὴ δὲν τρέφεται μὲ τὴν ὑλικὴ τροφή, ἀλλὰ  μὲ τροφὴ κατάλληλη γιὰ τὴν φύσι της καὶ τὶς ἀνάγκες της. ῾Η τροφὴ τῆς ψυχῆς εἶναι·

* ῾Η προσευχή, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό Πατέρα. Αὐτὴ εἶναι χορτασμὸς καὶ εὐφροσύνη γιὰ τὴν ψυχή.

* ῾Η μελέτη τοῦ θείου λόγου, ὁ ὁποῖος ὁμοιάζει μὲ ἀπέραντο πνευματικὸ σιτοβολώνα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τὸ πιὸ ἐκλεκτικὸ ἢ λαίμαργο ἢ δύσκολο πνεῦμα, μπορεῖ νὰ βρεῖ ἱκανοποίησι καὶ χορτασμὸ μέσα στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.

* ῾Η ὑμνωδία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ξεχείλισμα μιᾶς χορτασμένης ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὑπάρξεως.

* ῾Η σύναξις τῶν ἀδελφῶν. ῞Ενα κάρβουνο ὅσο ἀναμμένο καὶ ἂν εἶναι μόνο του ὁπωσδήποτε θὰ σβύσει. ῞Ενα δένδρο ὅσο χονδρόκορμο καὶ ἂν εἶναι σὰν θὰ σταθεῖ μόνο του στὸν κάμπο θὰ λυγίσει στὸν ἀέρα. ῾Ο χριστιανὸς ἂν ἀμελήσει νὰ συνάγεται μαζὶ μὲ τ᾿ ἀδέλφια του, ὅπου καὶ ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθαίου ιη΄, 20), ἀσφαλῶς θὰ ζημιωθεῖ, θὰ ἀτροφήσει πνευματικά, θὰ μαραθεῖ.

* Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου μας.

2. Προϋποθέσεις πνευματικῆς ἀναπτύξεως

Στὴν ζωή μας παρατηροῦμε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ἐνῶ ἐπὶ δέκα, εἴκοσι, τριάντα χρόνια τρέφεται πνευματικὰ ἀπὸ τὸν ἱερὸ ἄμβωνα, ἀπὸ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξι, δὲν μεγαλώνει πνευματικά, διότι ἁπλούστατα δὲν ἀναγεννήθηκε. 

Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος διέκοψε κάποτε τὸν συνομιλητή μαθητή Του Νικόδημο λέγοντάς του ὅτι «δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν» (Ἰωάννου γ΄, 6-7) πρέπει δηλαδὴ νὰ ἀναγεννηθῆτε ἀπὸ τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ ἄνω. «᾿Εὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν» (Ἰωάννου γ΄, 3) καμμία σκέψις δὲν μπορεῖ νὰ γίνει γιὰ αὔξησι. Πρέπει νὰ ἀναγεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ προοδεύσει, νὰ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ τελειοποιηθεῖ. ῍Αν δὲν ἔχει πρόοδο ἂς ἐξετάσει μήπως δὲν ἔχει ἀναγεννηθεῖ καὶ δὲν ζεῖ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.

3. Διάφορα εἴδη τροφῆς

῾Υπάρχουν τὰ χαρούπια, ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦσε ὁ ἄσωτος υἱὸς νὰ χορτασθεῖ «καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ» (Λουκᾶ ιε΄, 16). Εἶναι ἡ πικρή «τροφή» μὲ τὴν ὁποία ταΐζει ὁ διάβολος τὸν ἄνθρωπο, ὅταν ζεῖ μακρυὰ  ἀπὸ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ψευδώνυμη γνῶσις, οἱ ἀπολαύσεις τῆς ἁμαρτίας, οἱ μάταιες δόξες τοῦ κόσμου, ἡ μανία τοῦ ἄδηλου πλούτου. Αὐτὰ εἶναι τὰ λεγόμενα χαρούπια, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξαπατᾶ ὁ διάβολος τοὺς ἀνθρώπους. ᾿Εκτὸς αὐτῶν ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ γάλα, «τὸ λογικὸ ἄδολο γάλα» μὲ τὸ ὁποῖο μᾶς προτρέπει ὁ κορυφαῖος τῶν ᾿Αποστόλων Πέτρος νὰ τρεφώμαστε, «ὡς ἀρτιγέννητα βρέφη τὸ λογικὸν ἄδολον γάλα ἐπιποθήσατε, ἵνα ἐν αὐτῷ αὐξηθῆτε εἰς σωτηρίαν» (Α΄ Πέτρου β΄, 2). Δηλαδή· Σὰν βρέφη νεογέννητα μὲ ἐπιθυμία μεγάλη, ποθήσατε τὸ ἀνόθευτο καὶ θρεπτικὸ πνευματικὸ γάλα τῆς θείας Χάριτος καὶ διδασκαλίας γιὰ νὰ μεγαλώσετε μὲ αὐτὸ καὶ νὰ προχωρήσετε ἀσφαλεῖς στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Αὐτὸ τὸ πνευματικὸ γάλα εἶναι ἡ ἀρχή, τὸ ἀλφάβητο τῆς σωτηρίας, τὸ μέσον διατροφῆς κάθε «νηπίου ἐν Χριστῷ» (Πρβλ. Α΄ Κορινθίους γ΄, 11). ῞Ομως τὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ δὲν μένει, δὲν πρέπει νὰ μένει, πάντα στὸ ἴδιο σημεῖο τῆς νηπιότητος, πρέπει νὰ μεγαλώνει καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ ῾Αγία Γραφὴ προσφέρει στοὺς πιστοὺς τὴν στερεὰ τροφή, μὲ τὴν ὁποία θὰ αὐξηθοῦν στὸ μέτρο τῆς ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ. «Μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα  τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 13, πρβλ. Πρός Ἑβραίους ε΄, 12-13). ῎Αλλωστε ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος εἶπε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ῎Αρτος τῆς ζωῆς, τὸ βασικὸ ἐκεῖνο εἶδος διατροφῆς, ποὺ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἀνάγκη. «Εἶπε δὲ αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρός με οὐ μὴ πεινάσῃ, καὶ ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ διψήσῃ πώποτε» (Ἰωάννου στ΄, 35).   Μὲ αὐτοὺς τοὺς λόγους Του ὁ Κύριός μας, ἐννοοῦσε τὴν σταυρικὴ θυσία Του. ῾Η θυσία τοῦ Χριστοῦ τελικὰ ἀποτελεῖ τὴν μία καὶ μόνη ἱκανοποιητικὴ ἀπάντησι στὸ αἴτημα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, στὴν πείνα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν σωτηρία καὶ τὴν αἰώνια ζωή: «Ὁ ἄρτος, τὸν ὁποῖο ἐγὼ θὰ δώσω, εἶναι ἡ σάρκα μου, τὴν ὁποία θὰ προσφέρω θυσία γιὰ τὴν σωτηρία καὶ ζωὴ τοῦ κόσμου» (Ἰωάννου στ΄, 51). Δηλαδή,  Γι᾿ αὐτὸ μᾶς προσκαλεῖ φιλάνθρωπα. «Λάβετε φάγετε· αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου... πίετε ἀπὸ αὐτὸ ὅλοι, διότι τοῦτο εἶναι τὸ αἷμα μου, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπικυρώνεται ἡ νέα διαθήκη καὶ τὸ ὁποῖο χύνεται γιὰ τὴν συγχώρησι καὶ τὴν σωτηρία πολλῶν» (Ματθαίου κστ΄, 26-28).

α´. ῾Ο Μέγας Βασίλειος δίδει τὴν ἑξῆς ἑρμηνεία γιὰ τὸ μάννα.

«῾Ο Φίλων, ἑρμηνεύοντας τὸ μάννα σὰν νὰ ἀντλεῖ ἀπὸ κάποια ἰουδαϊκὴ παράδοσι, εἶπε ὅτι ἡ ποιότητά του ἦταν τέτοια, ὥστε νὰ μεταβάλλεται κατὰ τὴν φαντασία αὐτοῦ ποὺ τὸ ἔτρωγε· ὅτι καθ᾿ ἑαυτὸ μὲν ἦταν σὰν κεχρὶ ψημένο μὲ μέλι, ἀλλ᾿ ἔδιδε τὴν γεῦσι ἄλλοτε ἄρτου, ἄλλοτε κρέατος, μάλιστα κρέατος εἴτε πετεινοῦ εἴτε θηρίου, ἄλλοτε λαχάνου, μάλιστα εἴδους λαχάνου κατὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ καθενός, καὶ ἄλλοτε ἰχθύος, κατὰ τέτοιο τρόπο ὥστε ἡ ἰδιαίτερη ποιότητα τοῦ κάθε γένους νὰ διατηρεῖται ἀκριβῶς στὴν γεῦσι τοῦ τρώγοντος» (Μεγάλου Βασιλείου. ᾿Επιστολὴ ρ¹ (190) ᾿Αμφιλοχίου ᾿Ικονίου (περὶ ἐναρέτων καὶ εὐσεβῶν προεστώτων) ΕΠΕ τ. 1, σελ. 130· καὶ ΡG 32, στ. 700,3).

6 Ὀκτωβρίου 2022

“ Τίς ἐστίν οὗτος ; ”

Τίς ἐστίν οὗτος ; ”

 

Ἀπό τόν Ἰουδαϊκό λαό ἀκούσθηκε ἡ γεμάτη θαυμασμό καί ἀπορία ἐρώτησι “ Τίς ἐστίν οὗτος ; ” (Ματθαίου κα΄ 10), γιά τόν Κύριό μας.

Οἱ Ἰουδαῖοι Τόν ἀνεγνώριζαν ἐξωτερικά, ἀλλά δέν Τόν εἶχαν γνωρίσει βαθύτερα, δέν εἶχαν φθάσει κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο στήν τελεία γνῶσι, “ τήν ἐπίγνωσι τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ” (Ἐφεσίους δ΄ 13). Ἔζη ἀνάμεσά τους, ἀλλά δέν εἶχαν κατανοήσει τήν προσωπικότητά Του, τήν ἀποστολή Του καί τήν μοναδικότητα Του.

Ἐμεῖς ὅμως, Τόν ἔχουμε γνωρίσει; Kαί Τοῦ ἔχουμε δώσει τήν ἁρμόζουσα θέσι μέσα μας (στήν ψυχή μας) καί ἀνάμεσά μας (στήν κοινωνία μας);

 

α) Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀναφέρεται στήν ταυτότητα τοῦ Χριστοῦ, στό ἔργο Του, στήν προαιώνια ὕπαρξή Του καί κατάστασί Του πρίν ἐνανθρωπήσει μέ τούς λόγους τοῦ εὐαγγελίου του “Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος…καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο” (βλ. Ἰωάννου α΄, 1-5, 14).

            Οἱ ὑψηλές αὐτές συλλήψεις τοῦ “ αὐτόπτου ” (Λουκᾶ α΄, 2) τοῦ Λόγου στηρίζονται στήν δημόσια διακήρυξι τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὡμίλησε γιά τόν Ἑαυτό Του καί ἔδειξε τήν διαφορά τῆς καταγωγῆς Του ἀπό αὐτή τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί τήν ποιότητα τῆς ζωῆς Του. Εἶπε : “ Ὑμεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ, ἐγώ ἐκ τῶν ἄνω εἰμί. ὑμεῖς ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἐστέ ἐγώ οὐκ εἰμί ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ” (Ἰωάννου η΄ 23. Βλ. Ἰωάννου ιστ΄ 28).

Ὅσο σαφής εἶναι αὐτή ἡ διαφορά τῆς καταγωγῆς τοῦ Κυρίου μας ἀπό τήν καταγωγή τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, ἐξ ἴσου σαφεῖς εἶναι καί μερικές ἀκόμη διαφορές μεταξύ Αὐτοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, ὅπως αὐτῆς τῆς ἠθικῆς ἀνωτερότητος καί καταστάσεως Του, ἡ ὁποία ἐπεσημάνθη μέ τούς λόγους Του “ ἐγώ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί ” (Ἰωάννου ιζ΄ 16) καί τῆς ἐξουσίας Του ἐπί τοῦ θανάτου, ἡ ὁποία ἐπεσημάνθη μέ τούς λόγους : “ὁ καιρός ὁ ἐμός οὔπω πάρεστιν, ὁ δὲ καιρός ὁ ὑμέτερος πάντοτε ἐστίν ἕτοιμος ” (Ἰωάννου ζ΄ 6).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος του ἀναφέρεται σ’ αὐτή τήν διαφορά πού ὑφίσταται μεταξύ Χριστοῦ καί ἀνθρώπων ὡς πρός τήν καταγωγή καί τήν ἠθική ἀνωτερότητα τοῦ προσώπου Του, ἐξηγῶν συγχρόνως καί τόν σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ( Ἑβραίους β΄ 14-17). Θά διευκρινήσει περαιτέρω ὅτι καί ἀληθής ἄνθρωπος ἦτο καί ἐξ ἴσου ἀληθῶς  ἦτο “ κεχωρισμένος ἀπό τῶν ἁμαρτωλῶν ” (Ἑβραίους ζ΄ 26).

Ὅσο βαθύτερα γνωρίζουμε τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ τόσο περισσότερο μᾶς αἰχμαλωτίζει ἡ ἀγάπη Του γιά μᾶς καί μᾶς κινεῖ στό νά ἀνταποδώσουμε αὐτή τήν ἀγάπη Του καί ἐμεῖς μέ τήν πρός Αὐτόν ἀγάπη μας, ἀγαπῶντες τόν ἀγαπήσαντά μας.

β) Εἶναι Αὐτός, ὁ Ὁποῖος “ εἰς τά ἴδια ἦλθε καί οἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον ” (Ἰωάννου α΄, 11).

Μέ πικρία καί ἀπογοήτευσι ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης σχολιάζει τήν συμπεριφορά τῶν συγχρόνων του Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριψαν τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἐδημιούργησε τά πάντα, γιά τόν Ὁποῖον ἐδημιουργήθησαν τά πάντα (Κολοσσαεῖς α΄ 15), γιά τόν Ὁποῖον ὡμιλεῖ ὁλόκληρη ἡ Παλαιά Διαθήκη (Ἰωάννου ε΄ 26).

Ἀδυνατεῖ νά χωρέσει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, τό σκάνδαλο καί τήν πρόκλησι τῆς ἀπορρίψεως τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως γεγονός. Τήν ἐπιτρέπει ὁ Θεός, ἐπειδή σέβεται τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

Τό μυστήριο τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου ὅμως ἔχει καί τήν ἄλλη ὄψι, τήν ὁποία δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε. Ἐμεῖς κυρίως τονίζουμε καί ἀναφερόμεθα στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἐλεύθερος εἶναι ὁ ἄνθρωπος νά ἀπορρίψει τόν Θεό ἔτσι καί ὁ Θεός εἶναι ἐλεύθερος νά ἀπορρίψει τόν ἄνθρωπο. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦλθε, δέν ἐξεβίασε τούς ἀνθρώπους νά Τόν ἀποδεχθοῦν, τούς ἄφησε ἐλευθέρους νά ἀποφασίσουν. Εἶπε “ εἰς τίς θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ” (Ματθαίου ιστ΄, 24)

Μέ ἔπαρσι καί ἐγωϊσμό ὁ ἄνθρωπος σηκώνει τό ἀνάστημα του μπροστά στόν Δημιουργό Του καί στόν Κύριο Του. Ὁ φιλάνθρωπος ὅμως Θεός Πατέρας δέν ἀκούει τήν αὐθάδεια καί ἀφροσύνη τοῦ πλάσματός Του καί συνεχίζει νά τό εὐεργετεῖ μέ τήν φιλανθρωπία Του. Τήν τελική κρίσι Του θά ἐκφέρει, ἀφοῦ παρέλθει ὁ “καιρός δεκτός” τῆς διά μετανοίας καί πίστεως ἐπιστροφῆς (B΄ Κορινθίους στ΄ 2, Λουκᾶ δ΄ 19). Γιά νά στηρίξει αὐτή τήν πορεία ἐπιστροφῆς εἶπε ὅτι “ θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν ” (Α΄ Τιμ. β΄, 4).

                                   

γ) Εἶναι Αὐτός τοῦ Ὁποίου τήν πρός ἐμᾶς Ἀγάπη Του ὑμνεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων στήν β΄ Ἐπιστολή του πρός Κορινθίους, ὅτι “γινώσκετε γάρ τήν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δι’ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε ” (η΄ 9).

Στήν ἐνανθρώπησι ὁ Πλούσιος πτωχεύει καί οἱ πτωχοί γίνονται πλούσιοι. Πλούσιος εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός, διότι ἔχει τήν ζωή, τήν ἀθανασία, τήν σοφία, τήν δύναμι, τήν ἀγαθότητα, τήν μακροθυμία, τήν ταπείνωσι, τήν εὐσπλαγχνία καί ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές. Ὁ ἄνθρωπος οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἔχει. Τί ἔχει ; Θάνατο, ἀσθένεια, φθορά, ματαιότητα, ψεῦδος, πλεονεξία, πορνεία, ἀνηθικότητα, σκληρότητα, θυμό, ἀδιαφορία, καί ὅλες τίς κακίες. Ἔγινε μέ τήν καθοδήγησι τοῦ Διαβόλου πονηρός καί κακός.

Ἦλθε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γιά νά μᾶς καθαρίσει ἀπ’ ὅλα αὐτά τά κακά τῆς πτωχείας μας καί νά μᾶς ἀναπλάσει μέ ὅλα τά ἀγαθά τῆς θείας ζωῆς.

Γι’ αὐτό ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τούς χριστιανούς :           “ ἀποθέσθαι ὑμᾶς κατά τήν προτέραν ἀναστροφήν τόν παλαιόν ἄνθρωπον τόν φθειρόμενον …καί ἐνδύσασθαι τόν καινόν ἄνθρωπον τόν κατά Θεόν κτισθέντα” (Ἐφεσίους δ΄ 22-24. Πρβλ. Κολοσσαεῖς γ΄ 8-10 καί  Ρωμαίους ιγ΄ 12-14.

δ) Εἶναι Αὐτός ὁ Ὁποῖος ἐδίδαξε μέ τήν ἐνανθρώπησι καί τήν ζωή Του τί εἶναι ταπείνωσι, ἀλλά καί ὅτι δι’ αὐτῆς ὑψοῦται ὁ ἄνθρωπος καί δοξάζεται ὁ Θεός (Βλ. Φιλιππησίους β΄ 6-11).

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός μᾶς ἔδειξε ὅτι ἀληθινό μεγαλεῖο καί ἀξία εἶναι ἡ ταπείνωσι. Οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε ἡ δόξα, οὔτε ἡ ἰσχύς, οὔτε ἡ γνῶσι, οὔτε ἡ κυριαρχία ὑψώνουν καί τιμοῦν τόν ἄνθρωπο.  Ὅτι ἡ ταπείνωσι ὑψώνει τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀνεβάζει στό θρόνο τοῦ Υἱοῦ καί ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν ταπείνωσι καί ὑπακοή Του ἐδόξασε τόν Θεό Πατέρα. Ἄς στοχασθοῦμε μέ αὐτοεξέτασι ἐάν θέλουμε νά εἴμαστε ταπεινοί καί ὑπάκουοι στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας.

                                                           

            ε) Εἶναι Αὐτός, ὁ Ὁποῖος διεκήρυξε ὅτι “ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι” (Ματθαίου κ΄ 28).

Μέ τούς λόγους Του αὐτούς ὁ Κύριος ἀνύψωσε τήν διακονία τοῦ ἀνθρώπου σέ ἔργο Θεοῦ. Γι’ ὅσους δέν τό ἔχουν καταλάβει αὐτό τό ἔχει διευκρινίσει μέ σαφήνεια, ὅταν ἔνιψε τά πόδια τῶν μαθητῶν Του (Βλ. Ἰωάννου ιγ΄, 12-15).

                                               

στ) Εἶναι Αὐτός στόν Ὁποῖον ἁρμόζει καί ἐπιβάλλεται, ὅπως ὁ Θωμᾶς, νά γονατίσουμε καί νά  ἀναφωνήσουμε μ’ ὅλη τήν δύναμι τῆς ὑπάρξεώς μας “Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ” (Ἰωάννου κ΄ 28). Αὐτή ἡ φωνή θά περάσει στήν αἰωνιότητα.

                                   

Σ’ ὅσους ἐρωτοῦν “τίς ἐστίν οὗτος ; ” ἀπαντῆστε ὅπως ἡ ἁγία Γραφή διδάσκει καί μαρτυρεῖ ὅτι “ ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τόν Θεόν, ἀλλ’ ὅτι αὐτός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί ἀπέστειλεν τόν υόν αὐτοῦ ἱλασμόν περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ” (Α΄ Ἰωάννου δ΄ 10).

Χαρεῖτε το. Ζῆστε το. Κηρῦξτε το.   

22 Σεπτεμβρίου 2022

Διδασκαλία ἀληθείας ἀπό τήν ἁγία Γραφὴ (Α΄ μέρος)

Διδασκαλία ἀληθείας ἀπό τήν ἁγία Γραφὴ (Α΄ μέρος)

Οἱ πιστοί συχνά ἔχουν ἀπορίες σέ θεολογικά θέματα καί ζητήματα πού προκύπτουν κατά καιρούς. Ἡ Ἐκκλησία μας ἀπαντᾶ σέ ὅλες τίς ἀπορίες τους μέ βάση τήν θεολογία τῆς ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Στό ἄρθρο μας θὰ ἀναφέρουμε τὶς ἀπαντήσεις τῆς ἁγίας Γραφῆς σὲ ὡρισμένα ἐρωτήματα ποὺ συνήθως τίθενται ἀπό τόν πιστό.

1.  Πῶς θὰ βεβαιωθεῖς, ὅτι ἡ ἁγία Γραφὴ λέει τὴν ἀλήθεια;

῾Ο Κύριος εἶπε, ὅτι ὅποιος ταυτίζει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ αὐτὸς βεβαιώνεται ὅτι ἡ ἁγία Γραφὴ διδάσκει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ· «῞Οποιος εἶναι πρόθυμος νὰ τηρεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς θὰ καταλάβει ἂν αὐτὰ ποὺ λέω προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ τὰ λέω ἀπὸ μόνος μου» (Ἰωάννου ζ΄, 17). Οἱ Βεροιεῖς βεβαιώθηκαν μὲ τὴν πνευματικὴ προσωπικὴ μελέτη τους ὅτι ἡ ἁγία Γραφὴ διδάσκει τὴν ἀλήθεια (βλ. Πράξεων ιζ΄, 11,12).

2. Ποιός εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός;

῾Η ἁγία Γραφὴ μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι·

α´. Αὐτὸς ποὺ ἀποκαλύφθηκε στοὺς ἀνθρώπους.

«Καὶ λάλησε τότε ὁ Κύριος ὅλους τοὺς λόγους αὐτοὺς λέγοντας· ᾿Εγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος σὲ  ἔβγαλα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἀπὸ τὴν χώρα ἐκείνη τῆς δουλείας. Δὲν θὰ ὑπάρχουν γιὰ σὲνα ἄλλοι θεοὶ ἐκτὸς ἀπὸ μένα» (Ἐξόδου κ΄, 1-3).

β´. Αὐτὸς ποὺ θυσιάσθηκε γιὰ αὐτούς·

«…᾿Εὰν προσφέρετε Αὐτὸν ὡς ἐξιλαστήρια θυσία γιὰ τὶς ἁμαρτίες σας, ἡ ψυχή σας λυτρωμένη θὰ δεῖ τὴν ἀτελεύτητη γενεά του. Θέλει νὰ ἀποδείξει ἀθῶο αὐτὸν τὸν δίκαιο, ποὺ ὑπηρετεῖ εὐσυνείδητα καὶ μὲ ἀγάπη τοὺς πολλούς. Αὐτῶν δὲ τῶν πολλῶν τὶς ἁμαρτίες Αὐτὸς θὰ ἀναλάβει. Γιὰ τοῦτο Αὐτὸς θὰ πάρει ὡς δική Του πνευματικὴ κληρονομιὰ πολλούς· καὶ ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς θὰ πάρει καὶ θὰ διαμοιράσει λάφυρα, ἐπειδὴ ἑκούσια παραδόθηκε ἡ ζωή Του στὸν λυτρωτικὸ θάνατο γιὰ μᾶς. Κατατάχθηκε δὲ μεταξὺ τῶν παρανόμων καὶ ὡς τέτοιος θεωρήθηκε. Αὐτὸς ὅμως μὲ τὴν σταυρική Του θυσία πῆρε πάνω Του τὶς ἁμαρτίες πολλῶν καὶ παραδόθηκε στὸν σταυρικὸ θάνατο γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους» (Ἡσαΐου νγ΄, 10, 12).

3. ῾Υπάρχουν πολλοὶ Θεοί;

῾Η ἁγία Γραφὴ ἀπαντᾶ ΟΧΙ καὶ ὅτι οἱ θεοὶ ποὺ προσκυνοῦν οἱ εἰδωλολάτρες εἶναι ἄψυχα εἴδωλα· 

«… Διότι ὅλοι οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν εἶναι ἄψυχα καὶ ψευδῆ εἴδωλα, ὁ δὲ Θεός μας εἶναι ὁ δημιουργὸς τῶν οὐρανῶν. Δόξα καὶ ἔπαινος πάντοτε ὑπάρχει ἐνώπιόν Του … ἀποδώσατε στὸν Κύριο δόξα, ἀναγνωρίστε τὴν παντοδυναμία Του. Δῶστε δόξα στὸν Κύριο, στὸ ὄνομα τὸ ὑπερύμνητό Του. Πάρτε δῶρα καὶ φέρτε τα ἐνώπιόν Του καὶ προσκυνήσατε τὸν Κύριο στὶς ἅγιες αὐλὲς τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου Του…. ῾Ο Κύριος εἶναι ὁ μόνος βασιλιάς» (Α΄ Παραλειπομένων ιστ΄, 23, 31).

4.  Μὲ τὶς καλές του προσπάθειες ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ κάποτε νὰ ἀνεβεῖ στὸν οὐρανό;

Σὲ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἀπαντᾶ ὁ Κύριός μας, ὅτι οἱ προϋποθέσεις γιὰ νὰ εἰσέλθει ὁ ἄνθρωπος στὸν οὐρανό εἶναι δύο· πρῶτον νὰ πιστέψει στὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ, καὶ δεύτερον νὰ ἀναγεννηθεῖ πνευματικὰ μὲ τὰ ἅγια Μυστήρια (Ἰωάννου γ΄, 36. Πρβλ. Ἰωάννου γ΄, 5-6)

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος διευκρινίζει τὴν χρησιμότητα τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ποὺ βοηθοῦν τὸν ἄνθρωπο νὰ συνειδητοποιήσει τὴν πνευματικὴ κατάστασή του, ὥστε νὰ ζητήσει τὴν σωτηρία του ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ παρέχεται δωρεὰν μὲ τὶς προαναφερθεῖσες προϋποθέσεις (Πρός Γαλάτας γ΄, 10). 

5.  Μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ σώσει  ἕνα πολὺ ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο;

῎Ηδη ἀπὸ τὸν προφήτη ῾Ησαΐα ἐξαγγέλλεται, ὅτι ὁ Θεὸς περιμένει τὸν ἁμαρτωλὸ νὰ μετανοήσει γιὰ νὰ τὸν σώσει (Ἡσαΐου νε΄, 6-9).

῾Ο Κύριος διευκρινίζει μὲ τὸν προφήτη ῾Ησαΐα ὅτι ἐνῶ ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἐξαλείφει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθός, ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶ τὶς ἁμαρτίες του μέχρι νὰ τὶς ἐξομολογηθεῖ καὶ νὰ λάβει τὴν ἄφεση (Ἡσαΐου μγ΄, 24-26). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος βεβαιώνει τὸν ἁμαρτωλὸ γιὰ τὴν σωτηρία του (βλ. Πρός Τιμόθεον Α΄, α΄, 15-16). 

6.  ῾Η σωτηρία μου εἶναι δικαίωμά μου  ἢ κατόρθωμά μου;

῾Η ἁγία Γραφὴ εἶναι σαφής, ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἐνέργεια τῆς ἀγαθότητας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. «Γιατὶ μὲ τὰ ἔργα τοῦ νόμου δὲν θὰ σωθεῖ κανένας ἄνθρωπος» (Πρός Γαλάτας β΄, 16. Πρβλ. Ἰωάννου γ΄, 16. Πρός Ρωμαίους ε΄, 8-11. Πρός Ἐφεσίους β΄, 4-10).

7.  Γιατὶ χρειαζόταν νὰ πεθάνει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος; ᾿

Επειδὴ ἦταν ἀδύνατη ἡ σωτηρία τοῦ ἁμαρτωλοῦ μὲ ἄλλο τρόπο· «῾Ο νόμος, ὅπως ξέρουμε, ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθεῖ, ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἔστειλε στὸν κόσμο τὸν Υἱό Του, γιὰ νὰ νικήσει τὴν ἁμαρτία. Πῆρε σάρκα ὅμοια μὲ τὴν δική μας, τὴν ἁμαρτωλή, χωρὶς νὰ εἶναι ἁμαρτωλή. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο καταδίκασε τὴν ἁμαρτία ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ αὐτὴ ἐκδηλώνεται» (Πρός Ρωμαίους η΄, 3,  ε΄, 12,19. Βλ. καί Πρός Γαλάτας γ΄, 10).

8. ῞Οταν κάποιος μετανοήσει γιὰ τὴν ἁμαρτία του πρέπει νὰ τὴν ἐπανορθώσει;

Τὸ παράδειγμα τοῦ Ζακχαίου μᾶς δείχνει, ὅτι ἡ μετάνοια συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἐπανόρθωση κάθε ἀδικίας (Λουκᾶ ιθ΄, 8)

9.  Πῶς πρέπει νὰ συμπεριφέρεται  ὁ ἄνθρωπος;

῾Η ἁγία Γραφὴ δίνει τὶς κατευθύνσεις· «῍Αν κάποιος σᾶς κάνει κακό, μὴν τοῦ τὸ ἀνταποδίδετε, φροντίζετε νὰ κάνετε τὸ καλὸ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους» (Πρός Ρωμαίους ιβ΄, 17 καί Πρός Κορινθίους Β΄, η΄, 21

10.  Ποιές εἶναι οἱ πιὸ μεγάλες ἁμαρτίες;

α´. ῾Η βλασφημία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅπως δίδαξε ὁ Κύριος·

«Γι᾿ αὐτὸ σᾶς βεβαιώνω πὼς κάθε ἁμαρτία καὶ προσβολὴ κατὰ τοῦ Θεοῦ θὰ τοὺς συγχωρηθεῖ, ἡ προσβολὴ ὅμως κατὰ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος δὲν θὰ τοὺς συγχωρηθεῖ» (Ματθαίου ιβ΄, 31).

β´. Νὰ μὴν πιστεύεις στὸν σαρκωθέντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ·

«῞Οποιος πιστεύει στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἔχει μέσα του αὐτὴ τὴν μαρτυρία. ῞Οποιος δὲν πιστεύει τὸν Θεὸ τὸν θεωρεῖ ψεύτη, γιατὶ δὲν ἔδειξε ἐμπιστοσύνη στὴν μαρτυρία ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς σχετικὰ μὲ τὸν Υἱό Του» (Ἰωάννου Α΄, ε΄, 10. Πρβλ. Ἰωάννου ε΄, 38).

11. ῾Υπάρχει περίπτωση ὁ Θεὸς νὰ μὴ πραγματοποιήσει ὅσα ὑπόσχεται;

«῾Ο ἀληθινὸς Θεὸς δὲν εἶναι ὅπως ὁ ἄνθρωπος, ὥστε νὰ ἐξαπατηθεῖ, δὲν εἶναι ὅπως οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νὰ φοβηθεῖ ἀπειλές. Αὐτὸς εἶπε καὶ δὲν θὰ τὸ ἐκτελέσει; Θὰ μιλήσει Αὐτὸς καὶ δὲν θὰ ἐπιμείνει μέχρι τέλους σὲ αὐτὸ ποὺ εἶπε;» (Ἀριθμῶν κγ΄, 19. Πρβλ. Πρός Τιμόθεον Β΄, β, 13). 

12.  Πῶς μπορῶ νὰ ξέρω ἂν οἱ ἁμαρτίες μου συγχωρήθηκαν;

῞Οταν σὺ τὶς ἐξομολογηθεῖς θὰ σοῦ τὶς συγχωρέσει ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός.

«῍Αν ὅμως ὁμολογοῦμε τὶς ἁμαρτίες μας, ὁ Θεός, ποὺ εἶναι ἀξιόπιστος καὶ δίκαιος, θὰ συγχωρέσει τὶς ἁμαρτίες μας καὶ θὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ κάθε ἄδικη πράξη» (Ἰωάννου Α΄, α΄, 9). 

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει ὅτι·  «Μάθετε, λοιπόν, ἀδέρφια, ὅτι μέσω Αὐτοῦ σᾶς προσφέρεται συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ λυτρώνεται καθένας ποὺ Τὸν ἐμπιστεύεται ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ἀπὸ ὅσα δὲν μπορέσατε νὰ λυτρωθεῖτε μὲ τὸν νόμο τοῦ Μωυσῆ» (Πράξεων ιγ΄, 39-39) καί «Νὰ ἐξομολογεῖστε, τὶς ἁμαρτίες σας ὁ ἕνας στὸν ἄλλο καὶ νὰ προσεύχεστε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ θεραπευθεῖτε. ῾Η παράκληση τοῦ δίκαιου ἔχει μεγάλη δύναμη καὶ ἀποτελεσματικότητα» (Ἰακώβου ε΄, 16).

13. Τί εἶναι μετάνοια καὶ πῶς μπορῶ νὰ μετανοήσω;

Τὴν δίδαξε ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ᾿Ασώτου·

«Τελικὰ συνῆλθε καὶ εἶπε· πόσοι ἐργάτες τοῦ πατέρα μου ἔχουν περίσσιο ψωμί, κι ἐγὼ ἐδῶ πεθαίνω τῆς πείνας! Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω στὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ· πατέρα, ἁμάρτησα στὸν Θεὸ καὶ σὲ ἐσένα» (Λουκᾶ ιε΄, 17-18) 

Μετάνοια κηρύττουν οἱ ἅγιοι ᾿Απόστολοι καὶ ἡ ᾿Εκκλησία συνεχῶς· «Οἱ Γραφὲς λένε ὅτι ἔτσι ἔπρεπε νὰ γίνει, καὶ ἔτσι ἔπρεπε νὰ πάθει ὁ Μεσσίας, ν᾿ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς τὴν τρίτη ἡμέρα καὶ νὰ κηρυχθεῖ στὸ ὄνομά Του μετάνοια καὶ ἄφεση ἁμαρτιῶν σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν ῾Ιερουσαλήμ» (Λουκᾶ κδ΄, 46-47. Πρβλ. Πράξεων ε΄, 30-31 καί κ΄, 21). 

15 Σεπτεμβρίου 2022

Τό καύχημα τοῦ Σταυροῦ Τό γεγονός τῆς Ὑψώσεως

Τό καύχημα τοῦ Σταυροῦ

Τό γεγονός τῆς Ὑψώσεως

Δημοσιεύθηκε 15.9.2022

            Τὸ ἔτος 628 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἡράκλειος, ἀφοῦ κατατρόπωσε τοὺς Πέρσες, οἱ ὁποῖοι πρὶν ἀπὸ δεκατέσσερα ἔτη τὸ 614 μ.Χ., ἀφοῦ κατέλαβαν μὲ ἐχθρικὴ καὶ καταστροφικὴ ἐπιδρομὴ τὴν Παλαιστίνη, εἶχαν ἀφαρπάσει τὸ εὑρισκόμενο στὰ  Ἱεροσόλυμα μέρος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἐπανέκτησε αὐτὸ καὶ τὴν 14η Σεπτεμβρίου ἀνυπόδητος καὶ πενιχρὰ ντυμένος καὶ φέροντας στὸν ὤμο τὸ Τίμιο Ξύλο ἀνῆλθε λιτανευτικῶς στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως. Παραλαβών τὸν Τίμιο Σταυρὸ ὁ Πατριάρχης Ζαχαρίας ὕψωσε αὐτὸν πανηγυρικῶς, Κλήρου καὶ Λαοῦ ψάλλοντος «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν Σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν Σου……..».

            Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κατέστη ἐπισημότατη ἑορτὴ σ’ ὅλη τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ ὡς τὴ Δύση ποὺ εἰσήχθη ἀπὸ τὸν Ρώμης Ὀνώριο, φέρουσα τὰ ἴσα πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Παρασκευὴ τιμωμένη δ’ αὐστηρᾶς νηστείας (ξηροφαγίας δηλαδὴ ὠμὰ λαχανικὰ καὶ φροῦτα)  καὶ ἀργίας.

Σταυρός: Τό καύχημα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐπισημαίνουμε ὅτι ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι τό καύχημα τῆς Ἐκκλησίας, τό καύχημα τῶν πιστῶν, ὅπως πανηγυρικά κηρύττει ὁ ἀπόστολος Παῦλος : «Ὅσο γιά μένα, δέ θέλω ἄλλη ἀφορμή γιά καύχηση ἐκτός ἀπό τό σταυρό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό σταυρό πού πάνω του πέθανε ὁ κόσμος γιά μένα κι ἐγώ γιά τόν κόσμο». (Πρός Γαλάτας στ΄ 14).

 Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή μέ τό θάνατό Του ὑπάκουσε στό θέλημα τοῦ Ἐπουρανίου Πατέρα Του, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπό τά ἱερά εὐαγγέλια: «Γιά δεύτερη φορά ἀπομακρύνθηκε καί προσευχήθηκε μέ τοῦτα τά λόγια: “Πατέρα μου, ἄν δέν μπορῶ ν’ ἀποφύγω αὐτό τό ποτήριἀλλά πρέπει νά τό πιῶ, ἄς γίνει τό θέλημά σου”» (Ματθαίου κστ΄ 42).

Ὁ Κύριος μέ τήν θέλησή Του ὑπάκουσε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα νά θυσιασθεῖ μέ σταυρικό θάνατο, πού θανατώνονταν οἱ κακοποιοί γιά νά ζήσει ὁ κόσμος: «Ταπεινώθηκε θεληματικά ὑπακούοντας μέχρι θανάτου καί μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ» (Πρός Φιλιππησίους β΄ 8).

Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή ὑπέμεινε ἀγόγγυστα, ἀδιαμαρτύρητα καί καρτερικά ὅλη τήν ἐχθρότητα, τήν περιφρόνηση, τόν ἐξευτελισμό, τήν ἐξουθένωση πού Τοῦ ἔγινε, ὅπως προφήτευσε ὁ προφήτης Ἡσαΐας: «Σάν ἄφωνο πρόβατο ὁδηγήθηκε στήν σφαγή. Σάν ἀμνός ἄφωνος ἐνώπιον ἐκείνου, πού τόν κουρεύει, ἔτσι πορεύεται χωρίς νά ἀνοίγει τό στόμα του». (Ἡσαΐουν γ΄ 7).

 Δέν ὑπερασπίσθηκε τόν ἑαυτό Του. Δέν ἀμύνθηκε γιά νά μή συλληφθεῖ. Δέν ἀπείλησε. Δέν ζήτησε βοήθεια καί συμπαράσταση ἀκόμη κι ἀπό τούς δικούς Του μαθητές. Ἐπιτίμησε καί τόν ἀπόστολο Πέτρο, πού προσπάθησε νά ἐμποδίσει τήν σύλληψή Του στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ κτυπώντας μέ τό μαχαίρι τουτόν δοῦλο τοῦ Ἀρχιερέως λέγοντάς του: «Ἤ θαρρεῖς πώς δέν μπορῶ νά παρακαλέσω τόν Πατέρα μου καί αὐτός νά μοῦ στείλει γιά συμπαράσταση πάνω ἀπό δώδεκα λεγεῶνες ἀγγέλους;» (Ματθαίου κστ΄ 53).

Ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων Πέτρος προβάλλει τόν Πάσχοντα Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό ὡς ὑπόδειγμα ὑπομονῆς, μακροθυμίας καί ἀνεξικακίας, γράφοντας:«Σ’ αὐτό σᾶς κάλεσε ὁ Θεός. Γιατί ὁ Χριστός πέθανε γιά μᾶς, ἀφήνοντάς σας τό ὑπόδειγμα γιά νά βαδίσετε στ’ ἀχνάρια του. Αὐτός ἁμαρτία δέν ἔκανε, καί δόλος στό στόμα Του δέν βρέθηκε. Τίς λοιδορίες δέν τίς ἀνταπέδιδε, κι ὅταν ἔπασχε δέν ἀπειλοῦσε ·ἐμπιστευόταν στό δίκαιο Κριτή» (Α΄ Πέτρου β΄ 21-23).

 Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν ἐπειδή ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός καταδικάσθηκε καί πέθανε ὡς κακοῦργος ἐνῶ ἦταν ἀθῶος. Τήν ἀθωώτητά του ἀναγνώρισε καί ὁ συσταυρωθείς ἐκ δεξιῶν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ληστής, πού ἐπέπληξε τόν στα ἀριστερά Του συσταυρωμένο ληστή λέγοντάς του: «Οὔτε τό Θεό δέ φοβᾶσαι ἐσύ; Δέν εἶσαι ὅπως κι ἐκεῖνος καταδικασμένος; Αὐτός ὅμως δέν ἔκανε κανένα κακό» (Λουκᾶ κγ΄ 40-41).

 Ὁ θάνατός Του ἦταν ἄδικη τιμωρία ἑνός Δικαίου, ὅπως διαμήνυσε καί ἡ σύζυγος τοῦ Ρωμαίου Διοικητοῦ τῆς Ἰουδαίας Πιλάτου, συστήνοντας σ’αὐτόν νά ἀποφύγει νά ἀναμιχθεῖ στήν καταδίκη Του :«Μὴν κάνεις τίποτα ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἀθώου» (Ματθαίου κζ΄ 19).

Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση, τῶν πιστῶν, ἐπειδή μέ τόν θάνατό Του θριάμβευσε, ταπείνωσε τίς πονηρές δυνάμεις τίς Ἀρχές καί Ἐξουσίες τοῦ κόσμου τοῦ αἰῶνος τούτου, καθώς διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Κατάργησε τό χρεόγραφο μέ τίς διατάξεις του, πού ἦταν ἐναντίον μας, καί τό ἔβγαλε ἀπό τη μέση καρφώνοντάς το στό σταυρό. Ἀφαίρεσε τη δύναμη πού εἶχαν οἱ δαιμονικές ἀρχές καί ἐξουσίες καί τίς διαπόμπεψε, σέρνοντάς τες νικημένες στό θρίαμβο τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ». (Πρός Κολοσσαεῖς β΄ 14-15) βλ. καί Πρός Ἐφεσίους δ΄ 8).

 Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή ἐνῶ Ἐκεῖνος ἀνέβηκε περιφρονημένος πάνω σ’αὐτόν, δοξάσθηκε ἀπό τόν Ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα: «Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός τόν ἀνέβασε πολύ ψηλά καί τοῦ χάρισε τό ὄνομα πού εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα τά ὀνόματα» (Πρός Φιλιππησίους β΄ 9).

Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή ὁ ὑψωθείς σ’ αὐτόν προσείλκυσε ἀνά τούς αἰῶνες τίς ἐκλεκτές ψυχές τῶν μαθητῶν Του, Πατέρων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, Διδασκάλων, Ὁσίων, ὅπως προφήτευσε ὁ Ἴδιος :«Ἐγώ, ὅταν θά ὑψωθῶ ἀπό τη γῆ, ὅλους τούς ἀνθρώπους θά τούς τραβήξω κοντά μου» (Ἰωάννου ιβ΄ 32).

 Μέ τήν θυσία Του ἐπλάτυνε τήν υἱότητά Του.Ἔκαμε δηλαδή καί πολλούς ἄλλους ἀνθρώπους, υἱούς Θεοῦ, ὁδηγώντας τους στήν αἰώνια δόξα «Βλέπουμε ὅμως ὅτι ὁ Ἰησοῦς, πού ἔγινε γιά ἕνα χρονικό διάστημα «κατώτερος ἀπ’ τούς ἀγγέλους», στεφανώθηκε «μέ δόξα καί τιμή» ἐξαιτίας τοῦ θανάτου του. Γιατί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θέλησε νά γευτεῖ ὁ Ἰησοῦς τό θάνατο γιά τό καλό ὅλων. Ὁ Θεός, λοιπόν, ἡ ἀρχή καί ὁ σκοπός τῶν πάντων, ἐνῶ ὁδήγησε πολλούς υἱούς στή δόξα, ἔπρεπε νά ὁδηγήσει τόν αἴτιο τῆς σωτηρίας τους στήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου του μέ τό πάθος» (Πρός Ἑβραίους β΄ 9-10).

 ζ΄ Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή ἀποτελεῖ τήν ὕψιστη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς καθώς διακηρύσσει ὁ ἀπόστολος καί εὐαγγελιστής Ἰωάννης :«Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στό θάνατο τό μονογενῆ του Υἱό γιά νά μή χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτόν ἀλλά νά ἔχει ζωή αἰώνια» (Ἰωάννου γ΄).

Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἡ σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ βεβαία καί ἀναμφισβήτητη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά  μᾶς τούς ἁμαρτωλούς πού προκαλεῖ θαυμασμό καί εὐγνωμοσύνη στίς ψυχές μας :«Ὁ Θεός ὅμως ξεπερνώντας αὐτά τά ὅρια ἔδειξε τήν ἀγάπη του γιά μᾶς, γιατί ἐνῶ ἐμεῖς ζούσαμε ἀκόμα στήν ἁμαρτία, ὁ Χριστός ἔδωσε τη ζωή του γιά μᾶς» (Πρός Ρωμαίους ε΄ 8).

Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή εἶναι σύμβολο εἰρηνεύσεως, καταλλαγῆς τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων μέ τόν ἅγιο καί δίκαιο ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα. Σ’ αὐτή τήν ὑπηρεσία τῆς συμφιλιώσεως μας μέ τό Θεό Πατέρα ἀναφέρεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος :«Παρ’ ὅ,τι ἤμασταν ἐχθροί μέ τό Θεό, μᾶς συμφιλίωσε μαζί του ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Υἱοῦ του· πολύ περισσότερο τώρα πού συμφιλιωθήκαμε, ἡ ζωή του θά μᾶς χαρίσει τη σωτηρία» (Πρός Ρωμαίους ε΄ 10) (βλ. καί Πρός Κορινθίους Β, ε΄ 18-19).  Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου ἔγινε καύχηση τῶν πιστῶν, ἐπειδή μέ τήν θυσία Του μᾶς χάρισε τήν πνευματική ἐλευθερία μας: «Ὁ Χριστός μᾶς ἐξαγόρασε ἀπό τήν κατάρα τοῦ νόμου». (Πρός Γαλάτες γ΄ 13).

«Τόν σταυρόν σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καί τήν ἁγίαν σου ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν»

8 Σεπτεμβρίου 2022

Παναγία Παρηγορήτρια ἡ « Δακρυρροοῦσα»

Παναγία Παρηγορήτρια

ἡ « Δακρυρροοῦσα»

 

«Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκᾶ α΄, 48)

 

Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γεγονότος τῆς δακρυρροῆς τῆς Εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς ἐπονομαζομένης «Παρηγορητρίας»  κατά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου 8 Σεπτεμβρίου 2020 καταθέτουμε ἕνεκα ἐπικαιρότητος τίς ἐν συνεχείᾳ σκέψεις μας γιά τό πρόσωπο τῆς Παναγίας μας καί τά ληφθέντα μηνύματα τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ «σημείου».

Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ παρηγορεῖ καί στηρίζει τούς πιστούς ὥστε νά παραμείνουν σταθεροί στήν πίστη τους.

Μέ σεβασμό στίς ἐνέργειες τοῦ Φιλανθρώπου Θεοῦ καί Πατρός καί τήν ὑποχρέωση νά στηρίξουμε τούς ἀδελφούς μας σέ ἐποχές πού ψυχραίνεται ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό πληροφοροῦμε τούς εὐσεβεῖς γιά τό γεγονός τῆς δακρυρροούσης εἰκόνος τῆς Θεοτόκου τῆς «Παρηγορητρίας» πού φυλάσσεται στήν Ἐνορία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Νέας Ἑλβετίας Βύρωνος.

                                                            Τό ἱστορικό

1. Τελουμένης τῆς θείας Λειτουργίας κατά τήν ἑορτή τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου (8/9) τήν ὥρα πού ἀνεγινώσκετο ἀπό τόν λειτουργοῦντα Ἱερέα τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς οἱ προσευχόμενοι ἐνορίτες διεπίστωσαν, ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῆς «Παρηγορητρίας» εἶχε ἀρχίσει νά δακρυρροεῖ. Κατά τό θυμίαμα πρό τῆς Μεγάλης Εἰσόδου ὁ θυμιῶν Ἱερεύς κατῆλθε ἀπό τό πλατύσκαλο τῆς Ὠραίας Πύλης καί κατευθύνθηκε στό προσκυνητάρι, ὅπου εἶναι τοποθετημένη ἡ εἰκόνα γιά νά θυμιάσει. Οἱ ἐνορίτες ἀσφαλῶς σχολίαζαν τό γεγονός καί διερωτῶντο περί τοῦ λόγου γιά τόν ὁποῖο συμβαίνει αὐτό. Ἡ δακρυρροή συνέχισε νά συμβαίνει σταδιακῶς καί γίνεται ἕως τίς ἡμέρες αὐτές. Τό γεγονός διεδόθηκε ἀπό τούς πιστούς πού ἄρχισαν νά προσέρχονται γιά νά προσκυνήσουν τήν δακρυρροοῦσα εἰκόνα τῆς Θεοτόκου.

Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας

Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τά θέματα αὐτά διδάσκει ὅτι:

α΄. Τά «σημεῖα» κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας ἀπευθύνονται στούς πιστούς καί ὄχι στούς ἀπίστους. Οἱ πιστοί πρέπει νά βεβαιωθοῦν γιά τήν πίστη τους καί νά στηριχθοῦν οἱ πνευματικοί ἀγῶνες τους. Εἶναι «θεοσημεῖα» γιά τούς πιστούς (Μάρκου ιστ΄, 16).

β΄. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀρνήθηκε νά ἐπιτελέσει θαῦμα στούς συμπατριῶτες Του Ναζαρηνούς, ἐπειδή Τόν ὑποτιμοῦσαν γιά τήν καταγωγή Του, ὅτι κατήγετο ἀπό ἄσημη οἰκογένεια τῆς Ναζαρέτ καί ὅτι ἦταν ἀμόρφωτος. Ἐκεῖνος ὅμως ὑπέδειξε σ’ αὐτούς ὅτι γιά νά ἐνεργήσει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπαιτοῦνται προϋποθέσεις πού ἐκεῖνοι δέν διέθεταν (Λουκᾶ δ΄, 16-30).

Ἐπίσης ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἐπεσήμανε στούς ἀπιστοῦντες Ἰουδαίους πού Τοῦ ζητοῦσαν θαῦμα ὡς ἀπόδειξη τῆς θεότητός Του καί τῆς  ἀποστολῆς Του, ὅτι τό θαῦμα πού ζητοῦν εἶναι ἡ ἀνάστασή Του (σημεῖο Ἰωνᾶ)

«Τῶν δὲ ὄχλων ἐπαθροιζομένων ἤρξατο λέγειν· ἡ γενεὰ αὕτη γενεὰ πονηρά ἐστι· σημεῖον ζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον ᾿Ιωνᾶ τοῦ προφήτου» (Λουκᾶ ια΄, 29)

Σημειώνουμε καί τοῦτο ὅτι:

Τό γεγονός συνέβη ἐν ὥρᾳ τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας ὅπου τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐπισκοπεῖ στόν χῶρο καί μέ τήν παρουσία Του εὐλογεῖ τήν σύναξη τῶν πιστῶν. Εἶναι ὁ ἐνεργῶν «τά πάντα ἐν πᾶσιν» (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 11)

Ἐξ ἄλλου στήν Καινή Διαθήκη ἀναφέρονται ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πού ἐκδηλώθηκαν σέ ὥρα προσευχῆς (Κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν Βάπτιση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ  (Λουκᾶ γ΄, 22), Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας (Λουκᾶ θ΄, 28), ἀπελευθέρωση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Πράξεων ιβ΄, 6-19) ἀποφυλάκιση τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί τῶν συνεργατῶν του στούς Φιλίππους (Πράξεων ιστ΄, 25-32) τό ὅραμα τῆς Ἀποκαλύψεως (Ἀποκαλύψεως α΄, 10)

Στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (Πράξεων δ΄, 28-31) ἀναφέρεται ἡ προσευχή γιά ἐνίσχυση τῶν πρώτων χριστιανῶν ὅταν ἐδιώκοντο ἀπό τούς Ἰουδαίους θρησκευτικούς ἄρχοντες τῆς Ἱερουσαλήμ.

Ὅτι τό «σημεῖο» ἐκδηλώθηκε σ’ αὐτή τήν συγκεκριμένη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῆς ἐπικαλουμένης «Παρηγορητρίας» ἑρμηνεύεται, ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία στηρίζει καί παρηγορεῖ τούς πιστούς, ὅπως παρηγοροῦσε καί στήριζε τούς Ἀποστόλους καί τούς λοιπούς πιστούς τῆς πρώτης χριστιανικῆς κοινότητος, ὅταν ἐδιώκοντο καί ἀπειλοῦντο καί ἦσαν κλεισμένοι καί φυλακισμένοι «διά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων» (Ἰωάννου κ΄, 19).

«Οὗτοι (δηλαδή οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι) πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει σὺν γυναιξὶ καὶ Μαρίᾳ τῇ μητρὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ σὺν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ» (Πράξεων α΄, 14).

Πέριξ τῆς Μητρός τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ συνήρχετο ἡ πρώτη Χριστιανική κοινότητα, οἱ Μαθητές τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί ἐμεῖς ἀπευθυνόμαστε στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου καί προσευχόμεθα καί δεόμεθα μέ τήν μητρική παρρησία νά ἱκετεύει τόν  Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό νά μᾶς προστατεύει ἀπό τήν ἐνεστώσα ἀνάγκη (βλ. «Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου» (Ψαλμός θ΄, 1)

«Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με

πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκᾶ α΄, 48)

Ἱκέσιον μακαρισμόν ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων οἱ πιστοί ὑψώνουμε εἰς τήν Ἀειμακάριστον καί Παναμώμητον Μητέρα τοῦ Θεοῦ τήν Ἀειπάρθενον Μαρίαν.

Ἡ Ἐκκλησία διά τρεῖς λόγους τιμᾶ καί ὑπερυψώνει τό πάντιμον Θεομητορικόν πρόσωπον.

α- Διά τήν προσωπικήν ἁγιότητά Της καί τήν καθαρότητα τοῦ βίου Της ἀπό τήν ἁμαρτία, ὅπως δηλώθηκε ἀπό τήν προσφώνηση τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ «Χαῖρε Κεχαριτωμένη».

β- Διά τήν διακονίαν Της στό μυστήριον τῆς σωτηρίας τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων δεχθεῖσα νά διακονήσει τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ πού ἐβουλήθη νά σαρκωθεῖ δι’ ἡμᾶς καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν.

γ- Διά τήν κεντρικήν θέσιν στό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, στό μυστήριο τῆς σωτηρίας πού ἐκφράσθηκε μέ τήν προτροπή Της στούς ὑπηρέτες στό Γάμο τῆς Κανᾶ «ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» (Ἰωάννου β΄, 5), ὑποδείξασα νά τηροῦμε καί νά πιστεύουμε στό λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Κύριος «ὁ ἐνεργῶν θαυμάσια μόνος» (Ψαλμός οστ΄, 14-15) ἐπέτρεψε νά ἐκδηλωθεῖ τό ὑπερφυές τοῦτο γεγονός πρός παρηγορίαν, στήριξιν καί ἐνίσχυσιν τῶν πιστῶν πού ἐπιβεβαιώνει τήν διαβεβαίωση καί ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ «οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ' οὐ μή σε ἐγκαταλίπω» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 5· Δευτερονομίου λα΄, 6,8). Πεπείσμεθα, ὅτι ὁ Θεός δέν ἐγκατέλειψε τόν λαό Του παρά τίς πολλές ἁμαρτίες καί τήν ὀλιγοπιστία του.

Τέλος, ἀξίζει νά ἀναφερερθεῖ ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας κ. Ἰωήλ συνέθεσε Παρακλητικόν Κανόνα σέ βοήθεια τῶν πιστῶν, ὥστε προσευχόμενοι στόν Παντοδύναμο Κύριο νά παρηγοροῦνται καί νά ἐνισχύονται στόν πνευματικό ἀγῶνα τῆς ζωῆς τους, τῇ πρεσβείᾳ τῆς Πανάμωμης Μητέρας Του. 

Τῆς Παναγίας Ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν

Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας μνημονεύσαντες

ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν

Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα

1 Σεπτεμβρίου 2022

Ἐκκλησία καί ἐνορία

Ἐκκλησία καί ἐνορία

      Οἱ πιστοὶ ποὺ κατοικοῦν στὰ ὅρια μιᾶς συγκεκριμένης γεωγραφικῆς περιοχῆς συγκροτοῦν τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ποὺ ἀποκαλεῖται ᾿Ενορία, ποὺ ἔχει κέντρο της τὸν ᾿Ενοριακὸ ῾Ιερὸ Ναό. Οἱ ᾿Ενορίες συγκροτοῦν τὴν Μητρόπολι ἢ τὴν ᾿Αρχιεπισκοπή, ἢ τὴν ᾿Επισκοπὴ ἀναλόγως τοῦ συστήματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως, ποὺ ὑφίσταται σὲ κάθε περιοχή. Οἱ Μητροπόλεις, οἱ ᾿Αρχιεπισκοπές, οἱ ᾿Επισκοπὲς συγκροτοῦν εἴτε τὸ Πατριαρχεῖο εἴτε τὴν Αὐτοκέφαλη ᾿Εκκλησία ἀναλόγως καὶ πάλι τοῦ ἐφαρμοζομένου συστήματος ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. ῞Ολες μαζὶ ἀπὸ κοινοῦ οἱ ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες καὶ δομὲς καὶ ἡ κάθε μία ἀποτελοῦν τὴν Μία, ῾Αγία, Καθολικὴ καὶ ᾿Αποστολικὴ ᾿Εκκλησία. ῾Η ᾿Εκκλησία στὸ σύνολό Της καὶ ἡ κάθε μία ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ᾿Ενορία ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἀναφέρονται στὸ σύμβολο τῆς πίστεώς μας: «Πιστεύω... εἰς Μίαν, ῾Αγίαν, Καθολικὴν καὶ ᾿Αποστολικὴν ᾿Εκκλησίαν». Σημειώνουμε, τά ἐν συνεχείᾳ διευκρινιστικά καί ἀναγκαῖα πρός ἀποσαφήνιση τῶν ὡς ἄνω θεολογικῶν ὅρων καί ἐννοιῶν

1. Ἡ ἑνότητα ἐξασφαλίζεται·

α´. ᾿Απὸ τὴν κοινὴ πίστι, ποὺ δὲν ἐπιδέχεται αὐθαίρετες διαφοροποιήσεις.

β´. ᾿Απὸ τὴν ἕνωσί τους, μέσω τῶν ἱερῶν Μυστηρίων μὲ τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ἐπειδὴ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα ἑνώνει καὶ τοὺς πιστοὺς  ποὺ εἶναι ἑνωμένοι μαζί Του, μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα.

γ´. Μὲ τὴν κοινὴ προσευχή, τὴν κοινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει κέντρο της τὴν θεία Εὐχαριστία, στὴν ὁποία συμμετέχουν οἱ πιστοὶ ποὺ συγκροτοῦν τὴν ᾿Εκκλησία.

δ´. Μὲ τὴν συμμετοχή τους στὴν ἐνοριακὴ ζωή.

῾Επομένως ἡ ᾿Ενορία αὐτὸν τὸν σκοπὸ ὑπηρετεῖ, νὰ ἑνώσει τὰ μέλη της, ποὺ εἶναι οἱ πιστοὶ ποὺ κατοικοῦν στὴν συγκεκριμένη γεωγραφικὴ περιοχὴ μὲ τὸν Χριστό.

῾Ενούμενοι οἱ πιστοὶ μὲ τὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστὸ χριστοποιοῦνται, ἀποκτοῦν δηλαδὴ τὰ χαρακτηριστικὰ καὶ τὰ ἰδιώματα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ καθίστανται υἱοὶ κατὰ Χάρι. «Κληρονόμοι μὲν Θεοῦ. συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ» (Πρός Ρωμαίους η΄, 17).

῾Η ᾿Εκκλησία εἶναι ΜΙΑ. Δὲν ὑπάρχουν πολλὲς ᾿Εκκλησίες, ὅπως καὶ ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι ΕΝΑΣ, ποὺ εἶναι ἡ Κεφαλὴ τῆς ᾿Εκκλησίας δηλαδὴ ὅλων τῶν πιστῶν καὶ καθενὸς πιστοῦ.

2. Ἡ ἁγιότητα κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «ἅγιοι γίνεσθε ὅτι ἅγιος εἰμί» (Α΄ Πέτρου, α΄, 16 ), «καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς» (Πρός Κορινιθίους Β΄, στ΄, 17).  ῾Ο Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν σταυρική Του θυσία καὶ τὸν ἑκούσιο θάνατό Του καθάρισε τὴν ᾿Εκκλησία «μὴ ἔχουσα σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων» (Πρός Ἐφεσίους ε΄, 27). Οἱ πιστοὶ ὀφείλουν νὰ ἀγωνίζονται γιὰ τὸν προσωπικό τους ἁγιασμό «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνη ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Πρός Κορινιθίους Β΄ ζ΄, 1). Γι᾿ αὐτὸ ὅσοι ἁμαρτάνουν καὶ κηλιδώνουν, ρυπαίνουν τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῶν παθῶν, ὀφείλουν νὰ καθαρθοῦν μὲ τὴν Χάρι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ποὺ ἐνεργεῖ στὰ ἅγια Μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας. Ὁ τελικὸς σκοπὸς τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ περιγράφεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ ᾿Ιωάννη στὴν ᾿Αποκάλυψι, ὅτι εἶναι ὁ Θεὸς νὰ συγκροτήσει τὸν λαό Του ποὺ θὰ εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ Τὸν λατρεύει δοξολογώντας Τον, εὐχαριστώντας Τον, ὑμνώντας Τον καὶ στὸν ὁποῖο θὰ ἐπιτρέπει νὰ συμμετέχει στὴν ἁγία καὶ ἔνδοξι καὶ ἀθάνατη ζωή Του.

3. Τὴν καθολικότητα ποὺ δείχνει τὴν δυναμικὴ τῆς ᾿Εκκλησίας νὰ συμπεριλαμβάνει πάντα ἄνθρωπο ἐρχόμενο στὸν κόσμο ὅπου «οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ. πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ (Πρός Γαλάτας γ΄, 28).  ῞Ολοι οἱ ἄνθρωποι δικαιοῦνται τὴν σωτηρία καὶ νὰ συμπεριληφθοῦν στὸν λαὸ τοῦ Θοῦ. Τὴν παγκοσμιότητα τῆς ᾿Εκκλησίας προκήρυξαν οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὑπηρέτησαν οἱ ἅγιοι ᾿Απόστολοι ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ποὺ βαπτίσθηκαν «Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ ᾿Ελαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, ᾿Ιουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ ᾿Ασίαν» (Πράξεων β΄, 9) καὶ συγκρότησαν τὴν πρώτη κοινότητα τῶν πιστῶν στὰ ῾Ιεροσόλυμα.

4. Τὴν ἀποστολικότητα ποὺ φανερώνει τὴν γνησιότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς, ὅτι προέρχεται ἢ βασίζεται σὲ ὅσα δίδαξαν οἱ ᾿Απόστολοι ποὺ εἶναι ἀψευδεῖς μάρτυρες τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ μᾶς βεβαιώνουν γιὰ ὅσα δίδαξε, ἔζησε καὶ ἔπραξε ὁ Λυτρωτὴς καὶ Σωτήρας μας (Α’ Ἰωάννου α, 1-10).

Σ᾿ αὐτὴ τὴ μαρτυρία τῶν ᾿Αποστόλων στηρίζονται τὰ πάντα στὴν ᾿Εκκλησία, τὴν ὁποία ἑρμήνευσαν ἀπλανῶς οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ποὺ ἑρμήνευσαν καὶ καθόρισαν τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως τῆς ᾿Εκκλησίας μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.

῾Η κάθε ᾿Ενορία καὶ κατ᾿ ἐπέκτασι κάθε ἐκκλησιαστικὴ δομὴ ἀποτελεῖ τέλεια καὶ πλήρη ᾿Εκκλησία, ἀνεξάρτητα τὴν ποσότητα τῶν πιστῶν, ἐὰν εἶναι λίγοι ἢ πολλοί. Μὲ τὴν ζωή της ἑνώνει τοὺς πιστοὺς μὲ τὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό. Στὴν ᾿Ενορία τους οἱ πιστοὶ προσεύχονται, καθαρίζουν τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἀγωνίζονται ὅλοι μαζὶ ἐναντίον τῶν παθῶν, οἰκοδομοῦνται, διδάσκονται καὶ ἁγιάζονται σ᾿ ὅλη τὴν ζωή τους ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννιοῦνται μέχρι τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου τους ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμο. ῾Η ᾿Ενορία ὑποδέχεται τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν γέννησί του μὲ εὐχὲς καὶ εὐλογίες. Στὴν ᾿Ενορία βαπτίζεται, λαμβάνει τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες του, κοινωνεῖ τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων, εὐλογεῖται, διδάσκεται τὴν πίστι καὶ τὴν σώζουσα ἀλήθεια, ἐνισχύεται μὲ τὴν προσευχή, βιώνει τὴν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν του καὶ ἀπὸ τὴν ᾿Ενορία, ὅταν συμπληρώσει τὸν χρόνο τῆς ἐπὶ γῆς παροικίας του ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν οὐράνια πατρίδα συνοδευόμενος ἀπὸ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς εὐχὲς ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.

Συνεπῶς οἱ πιστοὶ ποὺ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν ᾿Ενορία τους διακόπτουν τὸν πνευματικὸ δεσμό τους μὲ τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ ποὺ δὲν ἀναπληρώνεται, δὲν ἀποκαθιστᾶται μὲ κανένα ἄλλο τρόπο, παρὰ μόνο μὲ τὴν ἐπιστροφή τους στὴν ᾿Εκκλησία.

῾Η πανήγυρις τοῦ ᾿Ενοριακοῦ ῾Ιεροῦ Ναοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς μνήμης τοῦ προστάτου ῾Αγίου τῆς ᾿Ενορίας συγκαλεῖ τὰ μέλη τῆς ᾿Ενορίας σὲ πανηγυρικὴ ἑορταστική, εὐχαριστιακὴ σύναξι γιὰ νὰ δοξολογήσουν, νὰ εὐχαριστήσουν, νὰ ὑμνήσουν ὅλοι μαζὶ τὸν Τριαδικὸ Θεό, νὰ τιμήσουν τὸν ἅγιο προστάτη τους καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουν νὰ μεσιτεύει γι᾿ αὐτούς.

῾Η ᾿Ενορία γιὰ νὰ τονώσει αὐτὴ τὴν πνευματικὴ σχέσι τῶν μελῶν της μὲ τὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστὸ προσφέρει σ᾿ ὅλους αὐτὴ τὴν μικρὴ μελέτη γιὰ τὴν προσευχή, δῶρο πνευματικῆς οἰκοδομῆς καὶ ἐκφράσεως εὐγνωμοσύνης γιὰ ὅσα προσφέρουν οἱ πιστοὶ στηρίζοντας μὲ τὴν ἀγάπη τους ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ τὴν ἀποστολή της καὶ τὴν διακο

1 Σεπτεμβρίου 2022

Μιμητές τῆς Ἀγάπης τοῦ Κυρίου μας

Μιμητές τῆς Ἀγάπης τοῦ Κυρίου μας

Ὁ Κύριός μας μιλώντας στούς Μαθητές Του λίγο προτοῦ παραδοθεῖ γιά νά σταυρωθεῖ καί νά πάθει γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἄφισε τίς τελευταῖες του ὑποθῆκες. Ἀνάμεσα σ’ αὐτές τίς τελευταῖες παραγγελίες εἶναι καί ἡ ἐντολή Του νά ἀγαποῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλον τούς εἶπε: 

 «Σᾶς δίνω μία νέα ντολή, νά γαπτε νας τόν λλο. πως σς γάπησα γώ, νά γαπτε κι σες νας τόν λλο. Ἔτσι θά σς ξεχωρίζουν λοι πώς εστε μαθητές μου, ν χετε γάπη νας γιά τόν λλο» (Ἰωάν. ιγ΄34-35)

Καί ἀργότερα τούς ἔδειξε τό μέγεθος τῆς ἀγάπης πού ὁ Ἴδιος εἶχε γι’ αὐτούς κι’ ὄχι μόνο γι’ αὐτούς ἀλλά γιά τόν κόσμο ὁλόκληρο λέγοντάς τους :

 «Αὐτή εναι δική μου ντολή: νά γαπτε νας τόν λλο, πως γώ σς γάπησα. Κανείς δέν χει μεγαλύτερη γάπη πό κενον πού θυσιάζει τή ζωή του γιά χάρη τν φίλων του. Ἐσεῖς, εἶστε φίλοι μου, ἄν κάνετε αὐτά πού σᾶς παραγγέλλω ἐγώ». (Ἰωάν. ιε΄ 12-14)

Γιά αὐτή τήν μεταξύ μας ἀγάπη θά κάνουμε λόγο στή σημερινή σύναξη μας ὑποδεικνύοντας καί τρόπο ἐκδηλώσεώς της.

1. Ἡ Ἐκκλησία κοινωνία ἀγάπης.

Ἡ ἀγάπη σύμφωνα μέ τούς λόγους τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τῶν Χριστιανῶν. Αὐτή στηρίζεται στό γεγονός, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀποτελοῦμε μία οἰκογένεια, τήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός εἶναι ὁ Πατέρας μας. Ἐμεῖς οἱ πιστοί τά παιδιά Του. Ἄρα εἴμαστε ἀδελφοί μεταξύ μας.

Ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο ἦλθε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί σαρκώθηκε εἶναι γιά νά φανερώσει στούς ἀνθρώπους τήν ἀλήθεια αὐτή, νά τούς διδάξει τήν νέα σχέση Τους μέ τόν Θεό, νά τούς καλέσει νά ἑνωθοῦν μαζί Του σ’ ἕνα σῶμα, τήν Ἐκκλησία.

Ζῶντες σάν μέλη τῆς Ἐκκλησίας οἱ πιστοί ὀφείλουν νά συγκροτήσουν μία κοινωνία ἀγάπης. Ἀγάπης πρῶτα πρός τόν Θεόν Πατέρα ὁλοκληρωτική καί τέλεια. Ἀγάπης καί πρός τούς ἀδελφούς τους ἡ ὁποία δέν πρέπει νά σταματᾶ εἰς τό «ὡς σ’ ἑαυτόν», ὅπως ἀγαποῦν τόν ἑαυτό τους ἀλλά νά ξεπερνάει φθάνοντας μέχρι τήν οὐσία τῆς ζωῆς τους γιά τούς ἀδελφούς τους: «Νά πώς μάθαμε τί εἶναι ἀγάπη: Ἐκεῖνος πρόσφερε τή ζωή του γιά χάρη μας ἔτσι ὀφεί­λουμε κι ἐμεῖς νά προσφέρουμε τή ζωή μας γιά χάρη τῶν ἀδελφῶν μας» (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 16).

Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης πού καλεῖται καί ὁ ἀπόστολος τῆς ἀγάπης, ἐπειδή ὑπῆρξε κήρυκας καί ἐκφραστής της συσχετίζει τίς δύο αὐτές κατευθύνσεις τῆς ἀγάπης σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε νά ταυτίζωνται. Λέγει σχετικῶς:  «μεῖς ἀγα­πᾶμε τό Θεό, γιατί ἐκεῖνος πρῶτος μᾶς ἀγάπησε. Ἄν κάποιος πεῖ «ἀ­γαπῶ τό Θεό», μισεῖ ὅμως τόν ἀδελφό του, εἶναι ψεύτης. Γιατί, πραγ­ματικά, αὐτός πού δέν ἀγαπάει τόν ἀδελφό του, τόν ὁποῖο βλέπει, πώς μπορεῖ νά ἀγαπάει τό Θεό, τόν ὁποῖο δέ βλέπει». (Α΄ Ἰωάννου δ΄ 19-20)

2. Τρόποι ἐκφράσεως τῆς ἀγάπης πρός τούς ἀδελφούς.

Δέν ὑπάρχουν ὅρια στήν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης. Εἶναι ἀγάπη.

        α) Χωρίς ὅρια, χρονικά.

        Ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη συχνά μέ κόπο κάνει καί τό πρῶτο μίλι. Κουράζεται, εὔκολα καί γρήγορα. Τό δεύτερο μίλι κι ἄν τό κάμει, τῆς εἶναι πιά φορτίο κι ὄχι εὐχαρίστηση. Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παντοτινή. Δέν τήν κουράζει καί δέν τήν ξεθωριάζει ὁ χρόνος. «Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Πρός Κορινθίους Α΄ ιγ΄ 8).

        β) Χωρίς ὅρια, περιστάσεων

        Συχνά, ὁ ἄνθρωπος ἐκφράζει τήν ἀγάπη του, σέ στιγμές ἤ συνθῆκες εὐφορίας καί ἀνέσεως. Ὅταν ὁ δρόμος εἶναι ὁμαλός καί ἄνευ κόπου ἤ πόνου. Ὅταν δοκιμαζώμαστε νομίζουμε ὅτι πρέπει νά σταματήσουμε νά ἀγαπᾶμε. Ὁ Χριστός ὅμως δέν μᾶς ἐδίδαξε αὐτό. Τό ἀντίθετο. Ἐκεῖνος πορευόμενος πρός τό Πάθος «ἀγαπάει εἰς τέλος» τούς μαθητές Του (Ἰωάννου ιγ΄ 1).

        γ) Χωρίς ὅρια, κοινωνικά.

        Συνήθως ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη περιορίζεται σ’ ἕνα «ἰδιαίτερο κύκλο» μέ μόνο κριτήριο διαχωρισμοῦ τήν κοινωνική τάξη, τήν οἰκονομική βάση, τήν μορφωτική στάθμη. Μπορεῖ ὅμως νά περιορισθεῖ ἡ ἀγάπη αὐτή πού ἐδίδαξε ὁ Χριστός καί πού ζητᾶ νά τήν ἐφαρμόσουμε κι ἐμεῖς ; Ὄχι βέβαια. Ἀφοῦ Ἐκεῖνος ἀγάπησε πάντες «τούς ἐν τῷ κόσμῳ» (Ἰωάν. ιγ΄ 1). Χωρίς ὅρια καί περιορισμούς.

        δ) Χωρίς ὅρια, ὑπηρεσία.

        Πολλές φορές ἀκοῦμε. Αὐτό μπορῶ νά τό κάμω γιά τόν ἀδελφό μου, τό ἄλλο ὅμως ὄχι. Ἴσως κάποιες φορές νά μή τό λέμε. Σίγουρα ὅμως τό πράττουμε. Ὁ Χριστός ὅμως τά ἔκαμε ὅλα καί δίδαξε καί ἔπλυνε τά πόδια τῶν Μαθητῶν Του γιατί ἤθελε νά μᾶς διδάξει : πώς δέν ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπό τήν ὑπηρεσία. Τήν ὑπηρεσία μέ ἀγάπη χωρίς ὅρια : «Σᾶς βεβαιώνω πώς δέν πάρχει δολος νώτερος πό τόν Κύριό του, οτε πεσταλμένος νώτερος πό κενον πού τόν στειλε » (Ἰωάννου ιγ΄ 16)

        ε) Χωρίς ὅρια προσώπων.

Ἕνα ἄλλο γνώρισμα τῆς ἀνθρώπινης ἀτελοῦς ἀγάπης εἶναι ἡ μεροληψία. Αὐτό τόν φίλο μας, πού μᾶς ἀγαπᾶ, τόν ἀγαπᾶμε. Τόν ἄλλο ὄχι. Ὁ Χριστός ἐδίδαξε τόν ἀντίθετο  : «Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας, εὐεργετεῖτε ὅσους σᾶς μισοῦν· δίνετε εὐχές σ’ ὅσους σᾶς δίνουν κατάρες, προσεύχεστε γι’ αὐτούς ποῦ σᾶς κακομεταχειρίζονται. «Σ’ ὅποιον σέ χαστουκίζει στό ἕνα μάγουλο, γύριζε καί τό ἄλλο· κι ἄν κάποιος σου πάρει τό πανωφόρι, μήν τόν ἐμποδίσεις νά πάρει καί τό πουκάμισο. Σ’ ὅποιον σου ζητάει κάτι δίνε τό, κι ἀπό ὅποιον σου παίρνει ὅ,τι σου ἀνήκει μή ζητᾶς νά σού τό ἐπιστρέφει. Όπως θέλετε νά σᾶς συμπεριφέρονται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι ἀκριβῶς νά τούς συμπεριφέρεστε κι ἐσεῖς. Γιατί ἄν ἀγαπᾶτε αὐτούς ποῦ σᾶς ἀγαποῦν, ποιά εὔνοια περιμένετε ἀπό τό Θεό; Ἀφοῦ καί οἱ ἁμαρτωλοί ἀγαποῦν αὐτούς πού τούς ἀγαποῦν. Κι ἄν κάνετε καλό σ’ αὐτούς ποῦ σᾶς κάνουν καλό, ποιά εὔνοια περιμένετε ἀπό τό Θεό; Καί οἱ ἁμαρτωλοί τό ἴδιο κάνουν. Αν δανείζετε σ’ ὅσους ἐλπίζετε νά σᾶς τά ἐπιστρέφουν, ποιά εὔνοια περιμένετε ἀπό τό Θεό; Καί οἱ ἁμαρτωλοί δανείζουν στούς ὁμοίους τους γιά νά τά πάρουν πίσω.» Ἀντίθετα, ἐσεῖς ν’ ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας, νά κάνετε τό καλό καί νά δανείζετε, χωρίς νά περιμένετε νά πάρετε πίσω τίποτε. Κι ἔτσι. Ὁ Θεός, πού εἶναι καλός ἀκόμα καί μέ τούς ἀχάριστους καί τούς κακούς, θά σᾶς ἀνταμείψει μέ τό παραπάνω καί θά σᾶς κάνει παιδιά του. Να εἶστε λοιπόν σπλαχνικοί, ὅπως σπλαχνικός εἶναι κι ὁ Θεός Πατέρας σας » (Λουκᾶ στ΄ 27-36). Ὁ Κύριος ἔνιψε τά πόδια καί τοῦ Ἰωάννη πού ἦταν ὁ ἀγαπημένος καί τοῦ Ἰούδα πού ἐσκέπτετο τήν προδοσία (Ἰωάννου ιγ΄ 5).

        στ) Χωρίς ὅρια, ἀνθρώπινα.

        Ἡ τέλεια καί εἰλικρινής ἀγάπη δέν μπορεῖ νά σταματᾶ στά ἀνθρώπινα ὅρια.

        Ἄς θυμώμαστε ὅτι τό καθῆκον τοῦ πιστοῦ εἶναι νά ἀγαπᾶ ὅπως ὁ Χριστός «εἰς τέλος» καί ὅλους. Δίνοντας τήν ἀγάπη μας  μιμούμαστε τόν Χριστό. Σώζουμε μία ζωή. Συμβάλλουμε στή σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ. Χαρίζουμε αἰσιοδοξία καί δύναμη. Ὁμολογοῦμε Χριστό. Κηρύττουμε τήν ἀγάπη. Γινόμαστε ἄξιοι μαθητές Του.

1 Σεπτεμβρίου 2022

Ἡ ἔνδοξη Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ Γεγονός – προτυπώσεις -βίωση

Ἡ ἔνδοξη Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

Γεγονός – προτυπώσεις -βίωση

 

Τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ

            Κατὰ τοὺς συνοπτικοὺς Εὐαγγελιστὲς (Ματθαῖο ιζ΄ 1-13, Μάρκο θ΄ 2-13 καὶ Λουκᾶ θ’ 28-36) ὁ Κυριό μας Ἰησοῦς Χριστὸς πρὸ τοῦ σταυρικοῦ  θανάτου Του παρέλαβε τοὺς τρεῖς μαθητὲς Του Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη καὶ ἀνέβη μαζί τους «εἰς ὅρος ὑψηλὸν κατ’ ἰδίαν», καὶ «μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν».

            Μαζὶ μὲ τὸν μεταμορφωθέντα Ἰησοῦ παρέστησαν καὶ «συνελάλουν αὐτῷ» οἱ ἀπὸ τὴν Παλαιά Διαθήκη ἱεροὶ καὶ ἐπιφανεῖς ἄνδρες Μωυσῆς καὶ Ἠλίας. Οἱ μαθητὲς δὲν ἠδύναντο νὰ προσβλέψουν πρὸς τὴν «δόξαν» τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ Ὁποίου τὸ πρόσωπο ἔγινε λαμπρὸ καὶ ἀκτινοβόλο ὡς ὁ ἥλιος. Δὲν κατέστη μόνο ἡ μορφή Του ἀπαστράστουσα καὶ ἀκτινοβόλος, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἱμάτια Του ἔγιναν «λευκὰ ὡς τὸ φῶς» στίλβοντα καὶ ἀνακλῶντα, ἐκπέμποντα ἀκτῖνες θείου μεγαλείου καί δόξας.

            Οἱ εὐαγγελιστὲς μᾶς πληροφοροῦν γιὰ τὴν παρουσία τῶν δύο ἀνδρῶν ἀπὸ τή Παλαιά Διαθήκη καὶ τὸ περιεχόμενο  τῆς συνομιλίας τους μὲ τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Λουκᾶς ὁμιλεῖ ὅτι κι αὐτοὶ ἐμφανίσθηκαν δοξασμένοι, ὅπως ὁ Μωυσῆς στὸ Σινᾶ.

            Οἱ ἐμφανισθέντες δύο ἱεροὶ ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης συνδέονται ἄμεσα μὲ τὸ πρόσωπο καί τήν ἀποστολὴ τοῦ Μεσσία. Οὐσιαστικῶς μὲ τὴν ἐμφάνισή τους ἐπιβεβαιώνουν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας, δηλαδὴ ὁ Χριστὸς πού αὐτοὶ προανήγγειλαν ὡς τὸν ἐκλεκτό τοῦ Θεοῦ.

            Ἡ ἔκπληξη καὶ ὁ θαυμασμὸς ἀπὸ τὴ θέα τοῦ φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως τῶν σ’ αὐτὴ παρόντων μαθητῶν δημιούργησαν σ’ αὐτοὺς κατάσταση συναισθηματικῆς εὐαισθησίας καὶ φόβο. Πρὸ τῆς θέας τῶν ἐξόχων γεγονότων, μάλιστα δὲ μὲ τὸ ἄκουσμα τῶν λόγων τῆς Φωνῆς, οἱ μαθητὲς «ἔπεσαν ἐπὶ τὸ πρόσωπο αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα».

            Ὁ Πέτρος, σπεύδοντας καὶ πάλι, πρότεινε νὰ στηθοῦν ἀπὸ τοὺς μαθητὲς στὸ χῶρο ποὺ εὑρίσκοντο τρεῖς «σκηναὶ», μία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀπὸ μία γιὰ τοὺς Μωυσῆ καὶ Ἠλία. Ἐνῶ ὅμως ὁμιλοῦσε ὁ Πέτρος νεφέλη ἐπισκίασε τοὺς μαθητὲς καὶ φωνὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴ νεφέλη νά λέγει: «Οὗτος ἐστὶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς αὐτοῦ ἀκούγεται». Ἐν τέλει ὁ Ἰησοῦς παρέμεινε καὶ πάλι μόνος μὲ τοὺς τρεῖς μαθητές Του, ὁ Ὁποῖος τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς ἄγγιξε λέγοντας «ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε». Κατέβηκε μαζί τους ἀπὸ τὸ ὄρος ὑποδεικνύοντάς τους νὰ μὴν ἀναφέρουν τὸ γεγονὸς αὐτὸ πρίν τήν ἐκ νεκρῶν  Ἀνάστασή Του.

            Κατὰ τὰ Πάθη καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ οἱ τρεῖς μαθητές Του ἔζησαν στιγμὲς συγκινήσεων ἀλλὰ καὶ ἀναμνήσεων. Οἱ ἴδιοι μαθητὲς θὰ γίνουν ἀπὸ πολὺ κοντὰ μάρτυρες καί τῆς προοιωνίζουσας νέα δόξα ἀγωνίας τοῦ Ἰησοῦ στὴ Γεθσημανῆ.

            Ἡ ἀκτινοβολία τῆς παρουσίας τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ συνεχισθεῖ μὲ τό λαμπρό καί ἐξαστράπτον φῶς τῆς Ἀνάστασεώς Του.

Προτυπώσεις τοῦ γεγονότος στὴν Παλαιὰ Διαθήκη

            Ἡ περιγραφὴ τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνακαλεῖ στὴ μνήμη μας ὁρισμένα γνωστὰ γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στά ὁποῖα ἐμφανίσθηκε ἡ ἀπαστράπτουσα καὶ ἐκπέμπουσα θεῖες μαρμαρυγὲς δόξα τοῦ Κυρίου.         

            α)  Κατὰ τὸ κδ΄ (24ο) κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου (στίχοι 12-18) ὁ Μωυσῆς κλήθηκε καὶ ἀνῆλθε «εἰς τὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ» (τὸ Σινᾶ) , τὸ ὁποῖο κάλυψε νεφέλη, ἐνῶ συγχρόνως «κατέβη ἡ δόξα Θεοῦ ἐπὶ τὸ ὄρος Σινᾶ». Τὸ δὲ «εἶδος τῆς δόξης Κυρίου πῦρ φλέγον ἐπί τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους». Κατὰ τὴν περιγραφὴ αὐτὴ τρεῖς ἄνθρωποι καὶ πάλι μνημονεύονται, ὅτι ἦσαν παρόντες ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἀαρών καὶ ὁ Ὤρ.

            β) Μεταξὺ ἄλλων παρεμφερῶν περιπτώσεων ἀναφέρουμε τὴν μνημονευομένη στὰ κεφάλαια λγ΄ (33ο στίχοι 11-23) καὶ λδ΄ (34ο στίχοι 4-8) τῆς Ἐξόδου. μνημονευομένη,  ὁπότε καὶ πάλι ὁ Μωυσῆς «ἀνέβη εἰς τὸ ὅρος Σινᾶ…….. καὶ κατέβη Κύριος ἐν νεφέλῃ». Πρὸ τῆς θέας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἐμφανίζεται ὁ Μωυσῆς « κύψας ἐπὶ τῆς γῆς», ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ μαθητὲς κατὰ τὴν Μεταμόρφωση «ἔπεσαν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν».

            γ) Ὡς πρὸς τὸν Ἠλία, αὐτός ἐμφανίζεται κατὰ τὸ ιθ΄ (19ο)  κεφάλαιο (στίχοι 3-16) τοῦ Γ’ Βασιλειῶν, φεύγοντας ἀπὸ τῆν ὀργίν τῆς βασίλισσας Ἰεζάβελ νά μεταβαίνει, ἕως τοῦ ὄρους Χωρὴβ «καὶ ἰδοὺ ρῆμα Κυρίου πρὸς αὐτόν» ποὺ προανήγγειλε ἔνδοξη καὶ φοβερὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ, συγχρόνως δὲ καὶ πῦρ «καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς κακεῖ ὁ Κύριος». Προστίθεται στὴν συνέχεια, ὅτι «ὡς ἤκουσε (ἐννοεῖται ὁ Ἠλίας)    ἐπεκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ». Ὅλα αὐτὰ ἀντιστοιχοῦν  μὲ τὰ συμβάντα στὴν Μεταμόρφωση ὅπου πρὸ τῆς λαμπρότητος τοῦ Ἰησοῦ, ὑπὸ τὴν νεφέλη καὶ κατόπιν τῆς φωνῆς ποὺ ἀκούσθηκε, οἱ μαθητὲς «ἔπεσαν ἐπὶ τὸ πρόσωπον αὐτῶν» ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε.

            δ) Ἡ περιγραφὴ τῆς Μεταμορφώσεως, στὴν ὁποία τὰ προαναφερθέντα πρόσωπα Μωυσῆς  καὶ Ἠλίας ἐμφανίζονται μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ, παρουσιάζει μεγάλη λεκτικὴ ὁμοιότητα μὲ τὴν περιγραφὴ τῆς μεγάλης ὁράσεως τοῦ Προφήτου Δανιὴλ μάλιστα δὲ μὲ τὰ δεδομένα ἐκ τοῦ ι΄ (10ου) κεφαλαίου τῆς προφητείας δεδομένα.

            Ἡ ἀντιστοιχία καθίσταται φανερὴ μέ τήν ἀντιπαράθεση τοῦ κειμένου τοῦ Δανιὴλ ι΄ (10ου στίχοι 9-12) καὶ τοῦ Ματθαίου ιζ΄ (17ου στίχοι 6-8). Ἐπὶ πλέον παρατηροῦμε καὶ τοῦτο, ὅτι στὴν προφητεία τοῦ Δανιὴλ εἶδε τὸ ὅραμα καὶ ἄκουσε τὴν φωνὴ μόνο ὁ Δανιὴλ καὶ ὅτι στὴν Μεταμόρφωση εἶδαν τὸ γεγονὸς καὶ ἄκουσαν τὴν φωνὴ μόνο οἱ τρεῖς μαθητὲς καὶ ὄχι ὅλοι.

Ἡ βίωση τοῦ γεγονότος ἀπὸ τοὺς πιστοὺς

            Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί εὐσέβεια ἀνέπτυξε καὶ ἀνέδειξε τὴν Χριστολογικὴ, σωτηριολογική καί ἐσχατολογικὴ σημασία τοῦ γεγονόντος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος.

            Τὸ  μεγαλεῖο ποὺ πληροῖ τὴν ὀρθόδοξη καρδιά κατοπτρίζεται     στὴν ἡσυχαστικὴ κίνηση (14ος αἰώνας μ.Χ.) ποὺ καταυγάζεται ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως,  τό Θαβώριο φῶς.

            Οἱ «ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων» (Migne Ε.Π. τ. 150, 1101  καὶ ἑξῆς)   λόγοι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, μὲ τὸ ἀπολογητικὸ περιεχόμενό τους, ὅπως ἐπίσης οἱ Ἀντιρρητικοί καὶ οἱ δύο ὁμιλίες του ἡ ΛΔ΄ «εἰς τὴν μεταμόρφωσιν τοῦ Σωτῆρος ἐν ᾗ παράστασις, ὅτι τὸ κατ’ αὐτὸν φῶς ἄκτιστον ἐστὶ» καὶ ἡ ΛΕ΄ «εἰς τὴν αὐτὴν τοῦ Κυρίου μεταμόρφωσιν, ἐν ᾗ παράστασις, ὡς εἰ καὶ ἄκτιστον ἐστὶ κατ’ αὐτὸν τό  θειότατον φῶς, ἀλλ’ οὐκ ἐστιν οὐσία τοῦ Θεοῦ» (Migne Ε.Π. 151,424 καί ἑξῆς 436 καί ἑξῆς) ἀποτελοῦν καὶ ὕμνο πρὸς τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μπροστὰ στὸ φῶς τῆς ὁποίας παρέμεινε ἔκπληκτος ὁ ἱερὸς Πατέρας.

            Ἀνακεφαλαιώνοντας τίς γνῶμες τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἀνατολῆς γιὰ νὰ στηρίξει τὶς ἀπόψεις του ὁ θεοφόρος Πατέρας διδάσκει, ὅτι οἱ πάντες δύνανται νά γευθοῦν τήν χαρά τοῦ Θαβωρείου φωτός τό ὁποῖο χαρακτηρίζεται μέ πλῆθος ἐπιθέτων καί ἐκφράσεων.

            Ἡ ὀρθόδοξη εὐσέβεια καὶ κατὰ Χριστὸν ζωὴ διαποτίζεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς θεοπτικὲς ἐμπειρίες  τῆς Μεταμορφώσεως, πού νοηματοδοτοῦν τὴν ἄσκηση καὶ τὸν ἁγῶνα τῶν πιστῶν γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.

1 Σεπτεμβρίου 2022

«Ἐν τῇ κοιµήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε» Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

«Ἐν τῇ κοιµήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε»

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

 

Γιά τήν κοίμηση τῆς Θεοτόκου ἡ Ἐκκλησία ἀπό τήν ἀρχαία  παράδοση τῶν Πατέρων παρέλαβε τά ἑξῆς: Ὅταν πλησίασε ὁ καιρός, κατά τόν ὁποῖο ὁ Σωτήρας μας εὐδόκησε νά παραλάβει κοντά του τή Μητέρα του, ἔστειλε μήνυμα σ᾿ αὐτὴ µέσω Ἀγγέλου τρεῖς µέρες πρίν γιά τή μετάβασή της ἀπὸ τήν πρόσκαιρη ζωή στήν αἰώνια καὶ µακάρια. Καὶ ἐκείνη, ὅταν τό ἄκουσε, ἀνέβηκε μέ σπουδή στό ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν, ὅπου συνεχῶς πήγαινε καὶ προσευχόταν καί ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὀ Θεό, ἐπέστρεψε στό σπίτι της καί ἑτοίμαζε τά σχετικά μέ τόν ἐνταφιασμό. Καί ἐνῶ γίνονταν αὐτά, νεφέλες ἅρπαξαν τοὺς Ἀποστόλους ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς, ὅπου ὁ καθένας ἔτυχε νά κηρύσσει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, καί τοὺς μετέφεραν στό σπίτι τῆς Θεομήτορα. Καί ἐκείνη, ἀφοῦ τοὺς φανέρωσε τήν αἰτία τῆς αἰφνίδιας συνάθροισής τους καὶ τοὺς παρηγόρησε, ὅπως ἦταν φυσικό, γιὰ τή θλίψη τους µέ τρόπο μητρικό, ὕψωσε ἔπειτα τὰ χέρια της στόν οὐρανὸ, προσευχήθηκε γιὰ τήν εἰρήνη τοῦ κόσμου καί εὐλόγησε τούς Ἀποστόλους. Ὕστερα ἀφοῦ ἔγειρε στήν κλίνη της καὶ ἔδωσε στό σῶμα της τό σχῆμα πού ἐκείνη θέλησε, ἔτσι παρέδωσε τήν πανάγια ψυχή της στά χέρια τοῦ Υἱοῦ της καὶ Θεοῦ.

Τότε οἱ Ἀπόστολοι σήκωσαν µέ εὐλάβεια καὶ πολλή λαμπαδοφορία τήν κλίνη τοῦ θεοδόχου ἐκείνου σώματος καί ψάλλοντας ἐπιτάφιους ὕμνους τήν μετέφεραν στό μνῆμα, ἐνῶ καί Ἄγγελοι συνέψαλλαν ἀπό τόν οὐρανό προπέµποντας τήν ἀνωτέρα τῶν Χερουβείµ. Στό μεταξύ κάποιος ἀπό τούς Ἰουδαίους πού παρακινήθηκε ἀπό φθόνο καί µέ αὐθάδεια ἅπλωσε τά χέρια του στή νεκρική κλίνη ἔλαβε ἀμέσως ἀπό τή θεία δίκη τήν τιμωρία τῆς αὐθάδειάς του, ἀφοῦ µέ ἀόρατο χτύπημα τοῦ κόπηκαν τά χέρια πού τόλμησαν να αὐθαδιάσουν καὶ µόνο ὅταν πίστεψε μ’ ὅλη του τήν ψυχή θεραπεύτηκε καὶ ἔγινε ὑγιῆς, ὅπως ἦταν προηγουμένως.

Ὅταν ἔφτασαν στήν τοποθεσία πού ὀνομάζεται Γεθσημανή, ἐκεῖ ἔθαψαν μέ τιμές τό πανάχραντο καὶ ζωαρχικό σῶμα τῆς Θεοτόκου. Τήν τρίτη ὅμως ἡμέρα µετά τήν ταφή, ὅταν οἱ Ἀπόστολοι συγκεντρωμένοι ὃλοι μαζί γιά παρηγοριὰ ὕψωναν, ὅπως συνήθιζαν, τό τεμάχιο τοῦ ἄρτου τό προορισµένο γιά τὸν Ἰησοῦ Χριστό καὶ ἑτοιμάζονταν νά ποῦν τή συνηθισμένη τους εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, βοήθησέ µας», παρουσιάστηκε ἡ Θεοτόκος στόν ἀέρα λέγοντας σ᾿ αὐτούς τό «Χαίρετε» καὶ ἀπ᾿ αὐτό σχημάτισαν σαφή ἀντίληψη γιά τήν ἔνσωμη στούς οὐρανούς µετάσταση τῆς Θεοτόκου. Αὐτά παρέλαβε ἡ ᾿Εκκλησία ἀπό τήν παράδοση τῶν Πατέρων καί  πολλά ἀπό αὐτά τά ἔκαμε ὕμνους σέ ἔνδειξη εὐλάβειας καί ψάλλει κατὰ τή σηµερινή ἡμέρα δοξάζοντας τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Διευκρινίζουμε ἐδῶ ὅτι τό παρόν συναξαριακό σηµείωµα καί τίς πληροφορίες αὐτές ἔχουμε λάβει κυρίως ἀπό τὸ Μέγα Ὡρολόγιο καὶ δευτερευόντως ἀπό τό Μηναῖο.

Τήν Θεοτόκο, πού εἶναι ἀκοίμητη στή µεσολάβηση πρός τό Θεὸ καί ἀποτελεῖ τήν ἀμετακίνητη ἐλπίδα µας σέ σχέση μέ τήν προστασία πού μᾶς παρέχει, ὁ τάφος καί ἡ νέκρωση (ὁ θάνατος) δέν τήν κατανίκησαν· γιατί αὐτή ὡς Μητέρα τῆς ζωῆς πρός τή ζωή τή μετατόπισε Αὐτός πού κυοφορήθηκε στήν παντοτινά παρθενική μήτρα της (δηλ. ὁ Χριστός).

Στά σχετικά τροπάρια τῆς ἑορτῆς μπορεῖ κανείς νά ἀνιχνεύσει ἀρκετά ἀπό τά στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τήν ὀρθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Ἕνα πρῶτο στοιχεῖο εἶναι πώς ἡ σεμνή κόρη τῆς Ναζαρέτ γιά τήν ἀρετή της, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν τήρηση τοῦ θείου θελήµατος ἀξιώθηκε τή μέγιστη δωρεά καί τὴν ὕψιστη τιμή νὰ κυοφορήσει τὸ Σωτήρα τοῦ κόσμου Χριστό. Εἶναι πράγματι ἡ μονη Θεοτόκος, Ἡ γυναίκα δηλαδή ποὺ «ἔτεκε», γέννησε «κατά σάρκα» τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, τοῦ τριαδικοῦ κατά τήν πίστη µας Θεοῦ.

Ἕνα δεύτερο στοιχεῖο εἶναι πώς ἡ Παναγία κατὰ τρόπο θαυμαστὸ «καὶ ἀσύλληπτο στόν ἀνθρώπινο νοῦ παρέμεινε σ᾿ ὅλο της τό βίο ἁγνή παρθένος, μολονότι γνώρισε τήν ἐµπειρία τόσο τῆς κυοφορίας ὅσο καί τοῦ τοκετοῦ. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς τό λόγο καὶ «ἀειπάρθενος» ἀποκαλεῖται. Τὸ θαῦμα αὐτό ὑπογραμμίζεται μέ χαρακτηριστικό τρόπο ἀπὸ τόν ὑμνωδό στόν Εἱρμό τῆς θ΄ Ὠδῆς τοῦ Κανόνα τῆς ἑορτῆς καί θεωρεῖται ὡς ἡ ὑπέρβαση τῶν νόμων τῆς φύσης ὑπέρβαση πού δὲν ἀντέχει σέ καμιά λογική ἑρμηνεία. Στήν κατανόηση τοῦ ὑπερβατικοῦ αὐτοῦ γεγονότος χωρεῖ µόνο ἡ πίστη πού κι αὐτή εἶναι, χωρίς ἀμφιβολία ἀποτέλεσµα τῆς θείας χάρης. Ὁ ἀ ριστουργηματικός αὐτός Εἱρμός (Καταβασία) µέ τὸ βαθὺ θεολογικό περιεχόµενο καὶ την ἐκφραστική του δύναμη καί χάρη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γάρ τόκος καὶ ζωήν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ µετά τόκον παρθένος καί µετά θάνατον ζῶσα σώζοις ἀεί Θεοτόκε, τήν κληρονομίαν σου». Δηλαδή στὴ δική σου περίπτωση, ἁγνή Παρθένε, ἔχουν νικηθεῖ οἱ νόμοι τῆς φύσης· γιατί ὁ τοκετός σου σέ διατηρεῖ σέ κατάσταση παρθενίας καί ὁ θάνατός σου προοιωνίζεται καὶ ὑπόσχεται τή ζωή. Ἐσύ Θεοτόκε, ποὺ μετά τόν τοκετό ἔμεινες παρθένος καὶ ἐξακολουθεῖς νά ζεῖς µετά τό θάνατό σου, εἴθε νά σώζεις πάντοτε τήν κληρονοµία σου (ἐμᾶς δηλαδή τοὺς πιστοὺς πού εἴμαστε κληρονόμοι τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ).

Ἕνα τρίτο στοιχεῖο πού τονίζεται καὶ στὰ δύο τροπάρια (Ἀπολυτίκιο καὶ Κοντάκιο εἶναι τὸ γεγονός ὃτι τήν Παναγία δὲν τήν ἄγγιξε ὁ θάνατος, μὲ τήν ἔννοια που δίνουμε σ᾿ αὐτόν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Ἡ Παναγία «ἐκοιμήθη», «μετέστη πρός τήν ζωήν» καὶ ζεῖ καί «μετά θάνατον». Εἶναι καὶ τοῦτο ἀπό τά «θαυμάσια», τά θαυµαστὰ δηλαδή γεγονότα γύρω ἀπό τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ὁ ὑμνογράφος µέ ἐκφραστικότατο τρόπο τονίζει τοῦτο τὸ  στοιχεῖο καί τό βρίσκει, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, λογικό· Ὦ Μητέρα τῆς ζωῆς, αὐτή πού γέννησε τή ζωή, τὸ Χριστό δηλαδή, δέν ἦταν δυνατό νὰ ἀφεθεῖ νὰ ὑποκύψει  στή φθορά καὶ στό θάνατο. Ὁ Χριστός πού κυοφορήθηκε στήν ἀειπάρθενη μήτρα της, αὐτός πού εἶπε τό «ἐγώ εἶμι ἡ ὁδός καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» καὶ τὸ «ἐγώ εἶμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ» (Ἰωάννου ιδ’, 6 καί ια΄, 25), αὐτὸς καὶ «μετέστησε πρός τὴν ζωήν» τή Μητέρα  τῆς ζωῆς (ἀξιοσημείωτη ἡ χρήση τοῦ ἐτυμολογικοῦ σχήματος ἀπό τόν ὑμνωδό).

Ἕνα τελευταῖο στοιχεῖο, κοινό ἐπίσης καί στά δύο τροπάρια, εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστη µας πῶς ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Παναγία, ποὺ δίκαια τή µακαρίζουν αἰῶνες τώρα «πᾶσαι αἱ γενεαί», εἶναι ἡ ἀκοίμητη προστάτρια καὶ βοηθὸς στίς ποικίλες ἀνάγκες τῶν πιστῶν· εἶναι αὐτὴ ποὺ μετὰ τὴν ἅγια κοίμησή της δέν ἐγκατέλειψε τόν κόσμο, ἀλλὰ συνεχῶς «πρεσβεύει», µεσιτεύει καὶ µεσολαβεῖ στόν Υἱό της καὶ Θεό µας γιά τὴ δική µας σωτηρία, τή λυτρωσή μας ἀπό τά δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου καί τήν ἀποκατάστασή µας «εἰς τήν ἀρχαίαν μακαριότητα»· εἶναι ἡ ἀμετακίνητη ἐλπίδα τῶν πιστῶν ὅτι πάντοτε θά τοὺς σκεπάζει µέ τήν προστασία της καὶ θά τούς παρέχει μέ ἀφθονία τῆν εὐεργετική της χάρη.

28 Ἰουλίου 2022

«Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ οἱ ἐκλεκτοί»

«Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ οἱ ἐκλεκτοί»

(Ματθαίου κ´ 16)

 

Ἐπισημάνσεις περί τοῦ ἐκκλησιασμοῦ τῶν πιστῶν.

Ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν συνήθως περισσότερο καὶ συχνότερα τὴν ποιμαντική μας ὡς κληρικούς καί ποιμένες εἶναι μεταξύ ἄλλων πολλῶν καί ὁ ἐκκλησιασμός, ἡ συμμετοχή στήν εὐχαριστιακή σύναξη δηλαδή τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.

            Ἐπισημαίνουμε στήν συνέχεια μερικές σκέψεις μας καί καταθέτουμε τούς προβληματισμούς μας γιά τό σημαντικό αὐτό θέμα πού οἱ τρέχουσες συνθῆκες ἰδιαίτερα ἕνεκα τῆς πανδημίας τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν τό καθιστοῦν ἔντονο καί λίαν ἐνδιαφέρον.

            ῾Η ἀπόρριψη τῆς κλήσεως ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ συμμετάσχουν οἱ πιστοὶ στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη

            ῾Ως ἐκκλησιασμὸ ἐννοοῦμε τὴν συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὶς εὐχαριστιακὲς καὶ λοιπὲς λατρευτικὲς συνάξεις, τὴν συγκρότηση δηλαδὴ τῆς ᾿Εκκλησίας. Στήν Ἐκκλησία μας τελοῦνται καθημερινῶς λατρευτικές συνάξεις στίς ὁποῖες καλοῦνται οἱ πιστοί μας πρός προσευχή καί συμμετοχή σ’ αὐτές, ἔχοντας ὅμως ὁπλισθεῖ πνευματικά γιά τό γεγονός αυτό.

            Μὲ τὴν θεία Λατρεία, κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας  μας, οἱ πιστοὶ ἐκφράζουν τὴν εὐχαριστία τους γιὰ τὴν ἔνσαρκη φανέρωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, γιὰ τὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας καὶ τὴν χαρά τους γιὰ τὴν προσδοκωμένη δευτέρα ἔνδοξη φανέρωσή Του καὶ τὴν συμμετοχή τους στὴν δόξα ποὺ θὰ ἀποκαλυφθεῖ.

Πέραν τούτων ἡ θεία Λατρεία εἶναι:

            Πρόσκληση στὸ δεῖπνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ (Ματθαίου κβ´ 1-14· Λουκᾶ ιδ´ 15-24).

            Συμμετοχὴ στὴν σύναξη τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ (Ματθαίου ιη´ 20),

            ῎Αθλημα ἀναβάσεως στὴν ἐμπειρία τῆς θεοπτίας (πρὸς Κολοσσαεῖς γ´ 1-2).

             Οἱ πιστοὶ συνεχῶς προσκαλοῦνται κατὰ τὰ γεγραμμένα·

            Νὰ συμμετάσχουν στὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ ἑνωμένοι μὲ τὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό (᾿Ιωάννου στ´ 56, ιζ´ 23).

            Νὰ γίνουν «συμπολίται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (πρὸς ᾿Εφεσίους β´ 19).

            Νὰ γίνουν «κοινωνοὶ θείας φύσεως» (Πέτρου Β´ α´ 4).

            Νὰ εἰσέλθουν στὰ ῞Αγια «ἐν τͺῷ αἵματι τοῦ ᾿Ιησοῦ» (πρὸς ῾Εβραίους ι´ 14).

            Νὰ προσέλθουν μὲ παρρησία στὸ θρόνο τῆς Χάριτος (πρὸς ῾Εβραίους γ´ 16).

            Νὰ ὑψωθοῦν ἀπὸ τὰ γήινα στὰ οὐράνια, ἀπὸ τὰ μάταια στὰ ἀληθινά, ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ αἰώνια, ἀπὸ τὰ φθαρτὰ στὰ ἄφθαρτα (πρὸς Κολοσσαεῖς γ´ 1).

            ᾿Ενῶ καλοῦνται πάντες, λίγοι ὅμως  εἶναι ἐξησκημένοι στὴν ἀληθινὴ αὐτὴ πρόσκληση, κατὰ τό «πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ οἱ ἐκλεκτοί» (Ματθαίου κ´ 16).

            Οἱ περισσότεροι προσέρχονται ὑποδουλουμένοι στὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου (πρὸς Γαλάτας δ´ 3). ᾿Αδυνατοῦντες νὰ ἀνανήψουν ἀπὸ τὴν μέθη τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν (Λουκᾶ κα´ 34), νὰ ἐγερθοῦν ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ραθυμίας, νὰ γρηγορήσουν, νὰ συναναβοῦν μὲ τὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό (πρὸς ῾Εβραίους β´ 6).

            ῞Οσων οἱ ὀφθαλμοὶ εἶναι βεβαρημένοι «ὕπνῳ» καὶ δὲν δυνηθοῦν νὰ γρηγορήσουν, τελικά, θὰ ἐγκαταλειφθοῦν ἀπὸ τὸν Κύριο (Ματθαίου κστ´ 39-40).

            Ὁ ἀποστολικὸς λόγος ἀντιδιαστέλλει τὴν παλαιὰ λατρεία τῶν ᾿Ιουδαίων ποὺ στηριζόταν στὸ φόβο, ἀπὸ τὴν λατρεία τῆς ᾿Εκκλησίας, ποὺ (ἐξ) οἰκειώνει τὸν πιστὸ μὲ τὸν Τριαδικό Θεό. «Δέν προσήλθατε στό ὅρος Σινά, πού μπορεῖ κανείς νά τό ψηλαφίσει, καί πού κάηκε μέ φωτιά καί καλύφθηκε μέ ὁμίχλη, σκοτάδι καί θύελλα, καί στό ὁποῖο ἀκούστηκε ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγας κι ἡ τρομερή ἐκείνη φωνή, πού ὅσοι τήν ἄκουσαν παρακάλεσαν νά μήν ἀκούσουν ἄλλη λέξη. Γιατί δέν μποροῦσαν ν’ ἀντέξουν τή διαταγή: Καί θηρίο ἀκόμη ἄν ἀγγίξει τό βουνό, θά λιθοβοληθεῖ. Κι ἦταν τόσο φοβερό τό φαινόμενο, ὥστε ὁ Μωυσῆς εἶπε: Εἶμαι γεμάτος φόβο καί τρόμο. Ἀντίθετα, ἐσεῖς προσήλθατε στό ὅρος Σιῶν, στήν πόλη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, στήν ἐπουράνια Ἱερουσαλήμ, σέ μυριάδες ἀγγέλους, σέ πανηγύρι, καί σέ σύναξη τῶν πρωτοτόκων υἱῶν τοῦ Θεοῦ, πού τά ὀνόματά τους ἔχουν καταγραφεῖ στούς οὐρανούς. Προσήλθατε στό Θεό, πού εἶναι κριτής τῶν πάντων, καί σέ πνεύματα ἀνθρώπων δίκαιων, πού ἔχουν φτάσει στήν τελείωση· καί στόν Ἰησοῦ, μεσίτη νέας διαθήκης, καί σέ αἷμα ἐξαγνισμοῦ, πού ὁ Θεός τό εἰσακούει καλύτερα ἀπό τό αἷμα τοῦ Ἄβελ. Προσέχετε νά μήν ἀρνηθεῖτε τή φωνή αὐτοῦ πού σᾶς μιλάει. Γιατί, ἄν ἐκεῖνοι δέν ξέφυγαν τήν τιμωρία, ὅταν ἀρνήθηκαν ν’ ἀκούσουν ἐκεῖνον πού τούς δίδαξε πάνω στή γῆ, πολύ περισσότερο δέ θά ξεφύγουμε ἐμεῖς, ἄν ἀπαρνηθοῦμε ἐκεῖνον πού εἶναι ἀπό τούς οὐρανούς. Ἡ φωνή τοῦ σάλεψε τότε τή γῆ· μά τώρα ἔδωσε τούτη ‘δῶ τήν ὑπόσχεση: «θά σαλέψω ἀκόμα μία φορά ὄχι μόνο τή γῆ ἀλλά καί τόν οὐρανό». Τό «ἀκόμα μία φορά» σημαίνει πώς ἐκεῖνα πού σαλεύονται, ἐπειδή εἶναι δημιουργήματα, θά παραμεριστοῦν, γιά νά παραμείνουν ὅσα δέν εἶναι δυνατό νά σαλευτοῦν. Γι’ αὐτό ἄς εἴμαστε εὐγνώμονες πού μᾶς προσφέρεται ἀσάλευτη βασιλεία, κι ἄς λατρεύουμε τό Θεό μέ τρόπο εὐάρεστο, μέ σεβασμό καί μέ εὐλάβεια, γιατί ὁ Θεός μας εἶναι φωτιά πού κατακαίει» (πρὸς ῾Εβραίους ιβ´ 18-29).

            Παρὰ ταῦτα παρατηροῦμε, ὅτι πολλοὶ δὲν βιώνουν γνήσια καί αὐθεντικά τὴν συμμετοχή τους στὴν λατρεία τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Επηρεασμένοι ἀπὸ στρεβλὲς ἀπόψεις καὶ τὴν ἐκκοσμίκευση παραλείπουν νὰ ἐκκλησιασθοῦν ἢ καὶ ἂν ἐκκλησιασθοῦν παραμένουν πτωχοί, πεινῶντες καὶ διψῶντες πνευματικά.

            ῾Ο προφητικὸς λόγος ἐπεσήμανε τὴν ἔλλειψη τῆς γνήσιας καὶ ἀληθινῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό· «᾿Εγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ και ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμῶσι με,  ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ· μάτην δὲ σέβονταί με διδάσκοντες ἐντάλματα ἀνθρώπων  καὶ διδασκαλίας» (῾Ησαΐου κθ´ 13).

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὑποδεικνυόταν ἡ σωστὴ εὐάρεστη στὸν Θεὸ Λατρεία.

            ᾿Οφείλουμε νὰ μελετήσουμε τὶς αἰτίες ποὺ ἀποτρέπουν τοὺς πιστοὺς ἢ τοὺς ἐμποδίζουν νὰ συμμετέχουν στὶς ῾Ιερὲς ᾿Ακολουθίες καὶ νὰ λάβουμε τὰ ἀπαραίτητα μέτρα, διευκολύνοντας τοὺς πιστοὺς νὰ ἐννοήσουν τὴν σημασία καὶ τὴν ἀξία τοῦ γεγονότος τοῦ ἐκκλησιασμοῦ, νὰ συνέρχονται στὴν ᾿Εκκλησία, ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

            Βέβαια τὰ μέτρα ποὺ θὰ ληφθοῦν πρέπει νὰ ἔχουν τὴν σφραγίδα τοῦ αὐθεντικοῦ ἤθους καὶ τῆς γνήσιας παραδόσεως τῆς ᾿Εκκλησίας.  Ἐπίσης μποροῦν νά ποικίλουν κατὰ τίς ἰδιαίτερες συνθῆκες τῶν περιοχῶν καὶ τὶς ἀνάγκες τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.

14 Ἰουλίου 2022

ΕΚΚΛΗΣΙΑ  (Μέρος Α΄) Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ-Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑ  (Μέρος Α΄)

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ-Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

            Ἄν πολλοί σύγχρονοί μας, ὅταν ἀναφέρονται στήν Ἐκκλησία ἀναφέρονται στόν ἀνθρώπινο χαρακτῆρα της, στήν ἀνθρώπινη διάστασι καί ὄψι της, ὅτι εἶναι μιά παγκόσμιος κοινωνία προσώπων μέ καλή ὀργάνωσι, δομή καί συγκρότησι, ἑνωμένων μεταξύ τους μέ κοινή πίστι καί κοινή λατρεία, ἡ Ἁγία Γραφή, ὅμως, ὅταν ἀπευθύνεται στήν πίστη μας, τήν χαρακτηρίζει ὡς μυστήριο κρυμμένο ἄλλοτε στό Θεό, τό ὁποῖο ὅμως ἐφανερώθη καί ὡς ἕνα σημεῖο ἐπραγματοποιήθη (Ἐφεσίους α΄ 9 καί ἑξῆς καί Ρωμαίους ιστ΄ 25 καί ἑξῆς) “ ἐπ’ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων  ” (Ἑβραίους α΄ 2)

            Εἶναι τό μυστήριο ἑνός λαοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀκόμη, ὁ ὁποῖος ὅμως κατέχει τήν ἐγγύησι τῆς σωτηρίας διά τοῦ ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ πιστός λαός εἶναι ἡ προέκτασι στόν τόπο καί στόν χρόνο τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ἑστία τῆς ἀγάπης.

            Εἶναι τό μυστήριο ἑνός θεανθρώπινου θεσμοῦ, στόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά βρεῖ τό φῶς, τήν ἄφεσι, τήν χάρι “ εἰς ἔπαινον τῆς δόξης τῆς χάριτος αὐτοῦ ” (Ἐφεσίους α΄ 14).

  1. Πρεοτοιμασία τῆς Ἐκκλησίας.

            Ὁ Θεός μέ μεγάλη σοφία προετοίμαζε τήν σύναξι τῶν διασκορπισμένων παιδιῶν Του.

            Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης αὐτή τήν διάστασι δίδει στήν θυσία, στόν σταυρικό θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ  : “ Καϊάφας, ἀρχιερεύς ὤν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου…προεφήτευσεν, ὅτι ἔμελλεν ὁ Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπέρ τοῦ ἔθνους, καί οὐχ ὑπέρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ’ ἵνα καί τά τέκνα τοῦ Θεοῦ τά διεσκορπισμένα συναγάγῃ  ” (ια΄ 49,51-52).

            Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ κοινότητα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τό προνόμιο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας. “ Ὁ δέ Κύριος προσετίθει τούς σωζομένους καθ’ ἡμέραν τῇ Ἐκκλησίᾳ ” (Πράξεις β΄ 47).

            Ἡ θεία οἰκονομία τῆς σωτηρίας, ἄν καί ἀποκορυφώνεται μέσα στήν κοινότητα αὐτή, εἶχε συλληφθεῖ “ πρό καταβολῆς κόσμου ” κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στό θέμα αὐτό στό προοίμιο τῆς πρός Ἐφεσίους ἐπιστολῆς του. “ Ε’yλογημένος νά εἶναι ὁ Θεός, ὁ Πατέρας τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς δώρισε μέσω τοῦ Χριστοῦ πλούσιες τίς εὐλογίες του, πνευματικές καί οὐράνιες. Μᾶς διάλεξε πρίν θεμελιώσει τόν κόσμο, νά γίνουμε δικοί του διά τοῦ Χριστοῦ, ἀψεγάδιαστοι  στήν τελική του κρίση. Μᾶς προόρισε μέ τήν ἀγάπη του νά γίνουμε παιδιά τοῦ διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τό καλόβουλο γιά μᾶς θέλημά Του, ὧστε νά τόν ὑμνοῦμε γιά τήν πλούσια χάρη του, πού μᾶς δώρισε διά τοῦ ἀγαπημένου τοῦ Υἱοῦ. Μᾶς λύτρωσε μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μας μέ τήν πλούσια χάρη πού μᾶς τή σκόρπισε περίσσια, μαζί μέ κάθε λογής φρόνηση καί γνώση. Μᾶς ἔκανε γνωστό τό μυστήριο τοῦ θελήματός Του, πού μέ ἀγαθότητα προσχεδίασε νά πραγματοποιήσει μέ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ στήν καθορισμένη στιγμή, δηλαδή νά ἑνώσει ὅλα, οὐράνια καί ἐπίγεια, στό πρόσωπο Χριστοῦ. Διά τοῦ Χριστοῦ ἀποκτήσαμε μερίδιο στήν κληρονομιά τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτό ἦταν ἀπαρχῆς τό σχέδιό Του, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο πραγματοποίησε τό θέλημά Του. Γιά νά εἴμαστε ἐκεῖνοι πού ὑμνοῦμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐμεῖς πού ἀπό πρίν στηρίξαμε τήν ἐλπίδα μας στό Χριστό.  Ἔτσι κι ἐσεῖς ἀκούσατε τό λόγο τῆς ἀλήθειας, τό χαρμόσυνο μήνυμα πού σᾶς φέρνει τή σωτηρία. Κι ἀφοῦ πιστέψατε στό Χριστό, σᾶς σφράγισε ὁ Θεός μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα πού εἶχε ὑποσχεθεῖ ” (Ἐφεσίους α΄ 3-13).

            Ἡ Ἐκκλησία κατά τήν θεόπνευστη Ἁγία Γραφή εἶχε ἀρχίσει νά σκιαγραφεῖται μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἤδη ἀπό τόν καιρό τοῦ Ἀβραάμ καί ἀκόμη παλαιότερον ἀπό τήν δημιουργία τοῦ Ἀδάμ.

            Ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς δημιουργίας καί τῆς ζωῆς του ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ἀποτελέσει κοινωνία καί νά πολλαπλασιασθεῖ ζώντας μέ οἰκειότητα καί σέ κοινωνία μέ τόν Θεό Πατέρα του.

            Ἀλλά ἡ ἁμαρτία ἐστάθη ἐμπόδιο στό θεϊκό σχέδιο. Ὁ Ἀδάμ ἀντί νά μείνει ἡ κεφαλή ἑνός συνηγμένου λαοῦ γιά νά ζήσει μέ τόν Θεό ἔγινε πατέρας μιᾶς ἀνθρωπότητος διῃρημένης ἀπό τό μῖσος, διασκορπισμένης ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία ἀποφεύγει τόν Δημιουργό της.

            Ἐχρειάζετο λοιπόν ἕνας δεύτερος Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος θά ἐνεκαινίαζε μιά νέα δημιουργία, εἰς τήν ὁποία ἡ ζωή φιλίας μέ τόν Θεό θά ἀπεκαθίστατο, ἡ ἀνθρωπότητα θά ἐπανεύρισκε τήν ἑνότητα της καί τά μέλη της θά συνεφιλιόντο μεταξύ τους καί μέ τόν Δημιουργό Θεό Πατέρα.

            Ἔτσι ὁ Θεός προετοίμασε στήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ τούς προπάτορες καί δικαίους τήν Ἐκκλησία γιά νά πραγματοποιήσει τόν σκοπό τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου.

  1. Ἵδρυσι καί θεμελίωσι τῆς Ἐκκλησίας

            Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀποκαλύπτει μέ τήν διδασκαλία Του καί θεμελιώνει μέ τό ἔργο Του,  κυρίως μέ τόν θάνατό Του, τήν ἀνάστασι Του, τήν ἀνάληψι  Του καί τήν καθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν Ἐκκλησία.

            Ἡ Ἐκκλησία ἔρχεται στό φῶς κατά τό Πάσχα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν Αὐτός “ μεταβαίνει ” ἀπό τόν κόσμο τοῦτο στόν Πατέρα Του (Ἰωάννου ζ΄ 1). Μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐλευθερωθεῖ ἀπό τόν θάνατο κι ἔχει γίνει “ πνεῦμα ζωοποιοῦν ” (Ἰωάννου στ΄ 23) ἐμφανίζεται μιά καινούρια ἀνθρωπότητα μιά νέα δημιουργία (Β΄ Κορινθίους γ΄ 6).

            Οἱ Πατέρες παρομοίασαν τήν Ἐκκλησία μέ τήν Εὔα. Ὅπως ἡ πρώτη, ἡ προμήτωρ Εὔα, ἐπλάσθη ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀποκοιμισμένου Ἀδάμ, ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία, ὡς νέα Εὔα, ἐγεννήθη ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τόν ὕπνο τοῦ θανάτου Του.

            Τό σῶμα ὅμως τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή οἱ πιστοί, εἶναι ζωντανό μόνο ἄν εἶναι σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ τό Πνεῦμα. Αὐτή ἡ χορηγία ἄρχισε τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὅταν “ ἐνεφύσησε ” (Ἰωάννου κ΄ 21) τό ἀναδημιουργό Πνεῦμα πάνω στούς μαθητές, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν ἀπό τόν Ἴδιο (Ἰωάννου ιε΄ 16) καί οἱ ὁποῖοι θά ἀποτελέσουν τούς ἡγέτες καί ἀρχηγούς τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

            3. Εἴσοδος καί παραμονή τοῦ ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία.

            Μετά τήν Πεντηκοστή ἡ Ἐκκλησία αὐξάνεται μέ ταχύ ρυθμό. Ἡ εἴσοδος σ’ αὐτή γίνεται πρῶτον μέ τήν ἀποδοχή τοῦ λόγου τῶν Ἀποστόλων, πού γεννᾶ τήν πίστι στόν ἀναστημένο Ἰησοῦ, Κύριο καί Χριστό, Ἀρχηγό καί Σωτῆρα καί δεύτερον μέ τό βάπτισμα τοῦ ὕδατος καί τήν ἐν συνεχείᾳ αὐτοῦ χειροθεσία μέ τήν ὁποία χορηγεῖται τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τά χαρίσματά Του.

            Παραμένει κάποιος ζωντανό μέλος τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ, ὅταν πληροῖ τίς προϋποθέσεις  μιᾶς τετραπλῆς πιστότητος, ὅπως γράφει στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων : “ Ἦσαν δε προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς ” (Πράξεις β΄ 42). Ἤτοι :

α) στήν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, ἡ ὁποία στερεώνει καί ἐμβαθύνει τήν πρώτη πίστι, τήν γεννημένη ἀπό τήν διακήρυξι τοῦ μηνύματος τῆς σωτηρίας˙

            β)  στήν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν˙

            γ) στήν κλάσι τοῦ ἄρτου, συμμετέχει στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας˙

            δ)  στίς κοινές προσευχές˙

Κυρίως στήν διάρκεια τῆς κλάσεως τοῦ ἄρτου, δηλαδή τοῦ εὐχαριστιακοῦ δείπνου, σφυρηλατεῖται ἡ “ ὁμόθυμος προσκαρτέρησις ” (Πράξεων α΄ 14), γίνεται ἐμπειρία ἡ παρουσία τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, ἡ θυσία Του “ καταγγέλλεται ” καί διατηρεῖται ἡ προσδοκία τῆς ἐπιστροφῆς Του “ ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ ” (Α΄ Κορινθίους ια΄ 26).

 

 

14 Ἰουλίου 2022

Οἱ πρωτοκορυφαῖοι ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος

Οἱ πρωτοκορυφαῖοι ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος

 

Α΄. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος

 

Μέ ἀφορμή τόν ἑορτασμό τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου θά ἀναφερθοῦμε στά δύο αὐτά ἅγια αὐτά πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅταν ὁ Πέτρος, στὸν δρόµο τῆς Καισάρειας, ὡμολόγησε τὸν Ἰησοῦ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ἔλαβε αὐτὴ τὴν ἀπάντησι: «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ' ὁ πατήρ µου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθαίου ιστ΄, 17).

Ἀπ’ εὐθείας φωτισμένος ἄνωθεν ὁ Πέτρος, ξεστόμισε πρῶτος τὴ μεγαλύτερη, τὴν ἀκρογωνιαία ἀλήθεια τῆς πίστεως, ὅτι δηλαδὴ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (Ματθαίου ιστ΄, 16)

Στάθηκε µακάριος, γιατὶ ἦταν φτωχὸς στὸ πνεῦμα (Ματθαίου ε΄, 3), δηλαδὴ ἁπλός καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιά. Δὲν δίστασε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν Ἰησοῦ, νὰ ἀφοσιωθῇ σ’ Αὐτόν ὀλόψυχα καὶ νὰ µείνῃ πλησίον Του. Κι ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς, κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, θέλησε νὰ πλύνει τὰ πόδια τῶν Μαθητῶν, ὁ μόνος ποὺ ἔδειξε ντροπὴ κι ἀντιστάθηκε ἀπὸ ταπεινοφροσύνη, ἦταν ὁ Πέτρος.

Στάθηκε µακάριος, γιατὶ πένθησε κι’ ἔκλαψε γιὰ τὰ παραπτώµατά του (Ματθαίου ε΄, 4), ὅπως ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὴν αὐλὴ τοῦ Ἀρχιερέως, ὅπου εἶχε ἀρνηθῆ τὸν Διδάσκαλό του, κι ἄκουσε τὸ λάλημα τοῦ πετεινοῦ.

Στάθηκε µακάριος, γιατὶ πείνασε καὶ δίψασε τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ (Ματθαίου ε΄, 6), πίνοντας ἀχόρταγα ἀπὸ τὰ νάµατα τῆς διδαχῆς τοῦ Κυρίου του καὶ ποθῶντας ὅσο κανένας ἄλλος τὸ οὐράνιο μάννα, ποὺ ἦταν αὐτὴ ἡ διδαχή.

Στάθηκε µακάριος, γιατί ἐνῶ πρῶτα ἦταν ὀξύθυμος καὶ τράβηξε μαχαίρι στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ κί ἔκοψε τὸ αὐτὶ τοῦ ὑπηρέτη Μάλχου, ὑπερασπιζόμενος τὸν Διδάσκαλο, ὕστερα ἔγινε πρᾶο κι  ἄκακο πρόβατο (Ματθαίου ε΄, 5) καὶ σύρθηκε στὴ σφαγή, μαρτυρῶντας γιὰ τὸν ᾿Ιησοῦ στὴ Ρώμη.

Στάθηκε µακάριος, γιατὶ ἦταν ἐλεήμων (Ματθαίου ε΄, 7), σκορπίζοντας παντοῦ ὅπου διάβαινε τὸν θησαυρὸ τῆς θείας δυνάµεως καί σοφίας, σηκώνοντας παραλυτικούς, ὅπως ὁ Αἰνέας, γυρίζοντας στὴ ζωὴ νεκρούς, ὅπως ἡ Δορκάς, καὶ τρέφοντας τὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν μὲ τὸ ἄφθονο κήρυγµά του.

Στάθηκε µακάριος, γιατὶ ἦταν καθαρὸς στὴν καρδιὰ (Ματθαίου ε΄, 8) κι ἔτσι κατάλαβε πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους τὴ θεία φύσι τοῦ Ἰησοῦ, ὁμολογῶντας τόν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.

Στάθηκε µακάριος, γιατὶ ἀγάπησε κ ἀπεδίωξε τὴν εἰρήνη (Ματθαίου ε΄, 10), συμβουλεύοντας τοὺς Χριστιανοὺς ἀπὸ τὶς γραμμὲς τῆς πρώτης ᾿Επιστολῆς του νὰ τοῦ ζητοῦν τὴν εἰρήνη καὶ νὰ τὴν παίρνουν ἀπὸ πίσω.

Στάθηκε µακάριος, γιατὶ καταδιώχθηκε, ὠνειδίστηκε (Ματθαίου ε΄, 11), µισήθηκε κι’ ὑπέφερε πολλὰ γιὰ χάρι τοῦ Κυρίου του.

Στάθημε µακάριος, γιατὶ ἄκουσε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν φύλαξε στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του (Λουκᾶ ια΄, 28)

Στάθηκε µακάριος, γιατὶ πρὶν δῆ τὸν ἀναστάντα Κύριο, ἀλλὰ ἔχοντας ἀντικρύσει μονάχα τὸν ἄδειο τάφο, ὅπου ἔτρεξε μαζὶ μὲ τόν Ἰωάννη μετὰ τὴν ἀναγγελία τῆς Μαγδαληνῆς πίστεψε στὴν ᾿Ανάστασί του καὶ δὲν ὑπέθεσε, ὅπως ἡ γυναῖκα ἐκείνη, ὅτι εἶχαν μεταφέρει ἀλλοῦ τὸ Σῶμα Του.

Στάθηκε µακάριος, γιατί, ἀφοῦ πλουτίσθηκε μὲ τοὺς θησαυροὺς τοῦ Πνεύματος κατὰ τὴν Πεντηκοστή, ἄρχισε πλέον νὰ δίνῃ καὶ νὰ μὴ παίρνη, σκορπίζοντας τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου παντοῦ καὶ προσφέροντας κόπους, ἔγνοιες, τέλος δὲ καὶ τὴ ἴδια του τὴ ζωὴ στὸ ἔργο τοῦ Κυρίου.

 

Β΄. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ πρῶτος μετά τόν Ἕνα.

Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος σκιαγραφεῖ τό πορτραῖτο του :  «Σ’ ἐμένα, τόν πιό ἀσήμαντο ἀπ’ ὅλους τους χριστιανούς, ἔδωσε ὁ Θεός αὐτή τή χάρη, νά κηρύξω στούς εἰδωλολάτρες τόν ἀνεξερεύνητο πλοῦτο τοῦ Χριστοῦ» (Πρός Ἐφεσίους γ΄ 8)

Σ’ αὐτούς τούς λόγους διακρίνουμε:

i. Τήν ταπείνωσή του : «Εἰς ἐμέ τόν ἐλάχιστον πάντων τῶν ἁγίων»

ii. Τό χάρισμά του : «ἐδόθη ἡ χάρις αὕτη».

iii. Τήν ἀποστολή του: «νά εὐαγγελίζομαι».

iv. Τό πεδίο τῆς διακονίας του : «μεταξύ τῶν ἐθνῶν».

v. Τό θέμα του: «τόν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ».

 

2. Ἡ καύχηση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου

1. Καυχιόταν γιά τήν λατρεία καί τήν πίστη στόν Χριστό.

Ἄς παρακολουθήσουμε τίς σκέψεις Του: «Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ πραγματικά περιτμημένοι, ἐμεῖς, πού λατρεύουμε τό Θεό μέ τό Πνεῦμα του καί στηρίζουμε τήν καύχηση καί τήν πεποίθησή μας στόν Ἰησοῦ Χριστό κι ὄχι σέ ἀνθρώπινα πλεονεκτήματα» (Πρός Φιλιππησίους γ΄, 3). Ἡ πίστη του στόν Ἰησοῦ Χριστό ἦταν τό προσωπικό καύχημα, ὅπως καί κάθε πιστοῦ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

2. Καυχιόταν στόν Θεό

Καυχιόταν γιά ὅσα ἐπέτυχε ὁ Θεός, ὥστε νά συμφιλιωθοῦμε μαζί Του καί ἀπό υἱοί ὀργῆς νά μετατραποῦμε σέ υἱούς Θεοῦ κατά χάρη. Στόν Ἕνα Θεό ἀπό τόν Ὁποῖο πηγάζουν ὅλα τά ἀγαθά καί οἱ εὐλογίες στή ζωή μας (Πρός Ρωμαίους ε΄11)

3. Καυχιόταν στίς θλίψεις.

Τίς ἀντιλαμβανόταν ὡς πνευματική ὠφέλεια πού προξενεῖ ἡ ὑπομονή στίς θλίψεις πού ἀποτελεῖ καύχημα γιά τόν χριστιανό (Πρός Ρωμαίους ε΄ 3)

4. Καυχιόταν στόν Σταυρό.

Ὁ Σταυρός πρό Χριστοῦ ἀπό ἀτιμωτικό μέσο θανατικῆς καταδίκης (Δευτερονομίου κα΄ 23) γιά τόν Ἀπόστολο ἔγινε καύχημα καί δόξα τοῦ κηρύγματος του πού τόν ἔκανε νά μή συμβιβάζεται μέ τόν κόσμο καί τήν ἁμαρτία (Πρός Γαλάτας στ΄ 14)

5. Καυχιόταν γιά τά ἀσθενήματά του

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τόλμησε καί διεκήρυξε τό «ἐν ταῖς ἀσθενείαις καυχήσομαι» (Πρός Κορινθίους Β΄ ιβ΄ 9) δηλ. «Θά καυχηθῶ γιά τίς ταλαιπωρίες μου». (βλ. καί Πρός Κορινθίους Β΄, ιβ΄, 7-10)

6. Καυχόταν γιά τόν ζῆλο τῶν ἀδελφῶν του νά στηρίξουν τούς ἔχοντας ἀνάγκη

Ἀπευθύνεται στούς Κορινθίους καί ἐξομολογεῖται ὅτι καυχᾶται γι’ αὐτούς στούς Μακεδόνες ἐπειδή ἐκδηλώνουν ζῆλο καί προθυμία νά βοηθήσουν οἰκονομικά τούς ἀδελφούς Χριστιανούς τῆς Παλαιστίνης (Πρός Κορινθίους Β΄ θ΄ 1-2)

7. Καυχιόταν γιά τήν ἁπλότητα καί τήν εἰλικρίνεια τῆς συνειδήσεώς του.

«Αὐτή εἶναι ἡ καύχησή μας: Ἡ συνείδησή μας μαρτυρεῖ ὅτι συμπεριφερθήκαμε στόν κόσμο καί πιό πολύ σ’ ἐσᾶς μέ τήν ἁπλότητα καί τήν εἰλικρίνεια πού δίνει ὁ Θεός, ὄχι μέ ἀνθρώπινη σοφία ἀλλά μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Δέ σᾶς γράφουμε ἄλλα καί ἄλλα ἐννοοῦμε, ἀλλά γράφουμε αὐτά ἀκριβῶς πού διαβάζετε καί πού καταλαβαίνετε» (Πρός Κορινθίους Β΄, α΄ 12-13)

 

 8. Τό καύχημα τοῦ Ποιμένος, οἱ πιστοί, καί τῶν πιστῶν ὁ Ποιμένας.

«Ἐλπίζω μάλιστα ὅτι θά τό κατανοήσετε πλήρως ὡς τό τέλος, ὅπως καταλάβατε ὡς ἕνα σημεῖο κι ἐμᾶς, γιατί τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τό καύχημα τό δικό σας θά ’μαστε ἐμεῖς καί τό δικό μας θά εἶστε ἐσεῖς» (Πρός Κορινθίους Β΄ α΄ 13-14)

9. Καυχόταν στό ἀδάπανο Εὐαγγέλιο δηλαδή στήν χωρίς οἰκονομική ἐπιβάρυνση τῆς διακονίας του. «Ἀκόμα κι ὅταν ἤμουνα κοντά σας καί περνοῦσα στερήσεις, δέν ἐπιβάρυνα κανέναν, γιατί αὐτά πού μου ἔλειπαν γιά τή συντήρησή μου τά συμπλήρωσαν οἱ ἀδελφοί πού ἦρθαν ἀπό τή Μακεδονία» (Πρός Κορινθίους Β΄ ια΄ 9-10)

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μᾶς δίδαξαν τό εὐαγγέλιο μέ τά λόγια τους, ἀλλά καί μέ τήν ζωή τους. Ἡ ζωή τους ἦταν εὐαγγελική.

 

7 Ἰουλίου 2022

Πνευματικές ἀντιθέσεις στήν Ἁγία Γραφή

Πνευματικές ἀντιθέσεις στήν Ἁγία Γραφή

 

Εὔλογα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρωτήσει κάποιος. ῾Υπάρχουν παράδοξα καί ἀντιθέσεις στὴν ἁγία Γραφή; ῾Η ἀπάντηση εἶναι καὶ ΟΧΙ καὶ ΝΑΙ. ῎Οχι, γιατὶ ἡ ἁγία Γραφὴ περιέχει μόνο ἅγιες, πάνσοφες καὶ εὐλογημένες ἀλήθειες τοῦ Θεοῦ. Ναί, γιατὶ ἡ δική μας φιλοσοφία ζωῆς εἶναι τόσο ἀντίθετη, ποὺ βλέπουμε ἀνάποδα καὶ σὰν παράδοξες τὶς θέσεις τῆς ἁγίας Γραφῆς. ᾿Ιδοὺ λοιπὸν τὰ παράδοξα καί οἱ πνευματικές ἀντιθέσεις·

1.  Γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε πρέπει νὰ ταπεινωθοῦμε

῾Ο Κύριος μᾶς γνώρισε ἕνα νόμο ποὺ ἐξυψώνει καὶ δοξάζει πραγματικὰ τὸν ἄνθρωπο.  «῞Οποιος ὑψώνει τὸν ἑαυτό του θὰ ταπεινωθεῖ, κι ὅποιος τὸν ταπεινώνει θὰ ὑψωθεῖ (Λουκᾶ ιη, 14).

«῞Οποιος λοιπὸν ταπεινώσει τὸν ἑαυτό του σὰν αὐτὸ τὸ παιδί, αὐτὸς εἶναι ὁ ἀνώτερος στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Ματθαίου ιη΄, 4).

῾Η ταπείνωση ὁδήγησε στὴν δόξα καὶ τὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό· «῾Ο ῾Οποῖος, ἂν καὶ ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά του μὲ τὸν Θεὸ ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλὰ τὰ ἀπαρνήθηκε ὅλα καὶ πῆρε μορφὴ δούλου· ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικὰ ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνέβασε πολὺ ψηλὰ καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὀνόματα.

῎Ετσι, στὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιησοῦ ὅλα τὰ ἐπουράνια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ ὑποχθόνια θὰ προσκυνήσουν, καὶ κάθε γλώσσα θὰ ὁμολογήσει ὅτι Κύριος εἶναι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, γιὰ νὰ δοξάζεται ἔτσι ὁ Θεὸς Πατέρας» (Πρός Φιλιππησίους β΄, 6-11).

2.  Γιὰ νὰ γίνουμε πρῶτοι  πρέπει νὰ γίνουμε τελευταῖοι

῾Ο Κύριος δίδαξε τοὺς μαθητές Του ὅτι πρέπει νὰ ἀναζητοῦν τὰ πρωτεῖα τῆς διακονίας καὶ ὄχι τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς. «Κι ὅποιος ἀπὸ σᾶς θέλει νὰ εἶναι πρῶτος πρέπει νὰ γίνει δοῦλος σας» (Ματθαίου κ΄, 27). ᾿Επεσήμανε ὅτι μὲ αὐτὸ τὸ κριτήριο «Πολλοὶ θὰ βρεθοῦν ἀπὸ πρῶτοι τελευταῖοι, καὶ ἄλλοι ἀπὸ τελευταῖοι πρῶτοι» (Ματθαίου ιθ΄, 30). «῎Ετσι θὰ βρεθοῦν οἱ τελευταῖοι πρῶτοι καὶ οἱ πρῶτοι τελευταῖοι» (Ματθαίου κ΄, 16).

3.  Γιὰ νὰ γίνουμε σοφοὶ  πρέπει νὰ γίνουμε μωροί

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τὸν πιστὸ νὰ γίνει μωρὸς κατὰ κόσμο γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν κατὰ Θεὸ σοφία. «Κανένας, λοιπόν, ἂς μὴν ξεγελάει τὸν ἑαυτό του. ῞Οποιος ἀπὸ σᾶς νομίζει πὼς εἶναι σοφὸς μὲ τὰ μέτρα αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ αἰώνα, ἂς γίνει μωρός, γιὰ νὰ γίνει ἔτσι πραγματικὰ σοφός» (Πρός Κορινθίους Α΄, γ΄, 18).

4.  Γιὰ νὰ νικήσουμε πρέπει νὰ παραδοθοῦμε

῾Ο Κύριος δίδαξε τοὺς μαθητές Του νὰ μὴν ἀποφεύγουν τὶς ἐπιθέσεις τῶν πονηρῶν κακῶν ἀνθρώπων. «᾿Εγὼ ὅμως σᾶς λέω νὰ μὴν ἀντιστέκεστε στὸν κακὸ ἄνθρωπο· ἀλλὰ ἂν κάποιος σὲ χτυπήσει στὸ δεξὶ μάγουλο, γύρισέ του καὶ τὸ ἄλλο» (Ματθαίου ε΄, 39). Αὐτὴ τὴν διδασκαλία Του ἐπιβεβαίωσε στὸ πάθος Του, ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Πέτρος· «Τὶς λοιδορίες δὲν τὶς ἀνταπέδιδε, καὶ ὅταν ἔπασχε δὲν ἀπειλοῦσε· ἐμπιστευόταν στὸν δίκαιο Κριτή» (Πέτρου Α΄, β΄, 23).

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τοὺς πιστούς· «῍Αν κάποιος σᾶς κάνει κακό, μὴν τοῦ τὸ ἀνταποδίδετε. Φροντίστε νὰ κάνετε τὸ καλὸ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. ῞Οσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς, νὰ ζεῖτε εἰρηνικὰ μὲ ὅλους. Μὴν ἀγωνίζεστε, ἀγαπητοί, νὰ πάρετε ἐσεῖς ἐκδίκηση, γιατὶ αὐτὸ εἶναι δουλειὰ τοῦ Θεοῦ τὴν ὥρα τῆς κρίσεως. ῞Οπως λέει ἡ Γραφή· δική μου εἶναι ἡ ἐκδίκηση, ἐγὼ θὰ τοὺς τὸ ξεπληρώσω, λέει ὁ Κύριος» (Πρός Ρωμαίους ιβ΄, 17-19).

5.  Γιὰ νὰ ζήσουμε  πρέπει νὰ πεθάνουμε

῾Ο Κύριος δίδαξε, ὅτι ὅποιος θέλει νὰ ζήσει στὴν αἰώνια ζωὴ πρέπει νὰ ἀρνηθεῖ καὶ νὰ νεκρώσει τὴν ζωὴ τῆς ἁμαρτίας.  «῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε τοὺς ἀπάντησε· ῎Εχει ἔρθει πιὰ ἡ ὥρα νὰ δοξασθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου. ᾿Ακοῦστε καλά· ἂν τοῦ σιταριοῦ ὁ σπόρος δὲν πέσει στὴν γῆ καὶ δὲν πεθάνει, μένει ἕνας μονάχος σπόρος. ῍Αν ὅμως πεθάνει, φέρνει ἄφθονο καρπό. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπάει τὴν ζωή του θὰ τὴν χάσει· αὐτὸς ὅμως ποὺ τὴν ζωή του δὲν τὴν λογαριάζει ὅσο κρατάει αὐτὸς ὁ κόσμος, θὰ τὴν φυλάξει γιὰ τὴν αἰώνια ζωή» (Ἰωάννου ιβ΄, 23,25).

6.  Γιὰ νὰ σώσουμε τὴν ζωή μας πρέπει νὰ τὴν θυσιάσουμε γιὰ τὸν Χριστό μας. ῾Ο Κύριος δίδαξε τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη γιὰ τὴν ζωή.

«῞Οποιος προσπαθήσει νὰ σώσει τὴν ζωή του θὰ τὴν χάσει, καὶ ὅποιος χάσει τὴν ζωή του γιὰ μένα θὰ τὴν σώσει» (Ματθαίου ι΄, 39).

7.  Γιὰ νὰ πάρουμε πρέπει νὰ δώσουμε

῾Ο Κύριος προέτρεψε τοὺς μαθητές Του νὰ δίνουν γιὰ νὰ παίρνουν.

«Δίνετε καὶ θὰ σᾶς δώσει καὶ ἐσᾶς ὁ Θεός» (Λουκᾶ στ΄, 38). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος τόνισε αὐτὸ τὸν νόμο, ὅταν μίλησε στοὺς Πρεσβυτέρους τῆς ᾿Εφέσου· «Μὲ κάθε τρόπο σᾶς ἔδωσα τὸ παράδειγμα, ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζεστε ἔτσι σκληρά, γιὰ νὰ μπορεῖτε νὰ βοηθᾶτε αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη. Νὰ θυμᾶστε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ, ποὺ εἶπε· καλύτερο εἶναι νὰ δίνεις παρὰ νὰ παίρνεις» (Παροιμιῶν ια΄, 23,25).

Αὐτὸ τὸν πνευματικὸ νόμο, ποὺ πρέπει νὰ διέπει τὴν ζωὴ τοῦ πιστοῦ, ἀναπτύσσει ἐκτενῶς ὁ ἴδιος ᾿Απόστολος στὴν ἐπιστολή του πρὸς Κορινθίους Β´, θ´ 6-15.

8. ῞Ενας θησαυρὸς φυλάσσεται σὲ εὔθραστο ὀστράκινο σκεῦος

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀναφερόμενος στὴν πνευματικὴ κατάσταση τῶν πιστῶν, διαπιστώνει ὅτι ἡ πίστη, ποὺ εἶναι ὁ πνευματικὸς θησαυρὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου φυλάσσεται σὲ ἕνα εὔθραστο ὀστράκινο σκεῦος ποὺ εἶναι ἡ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου. ῞Οπως ὅταν θραυστεῖ τὸ σκεῦος καταστρέφεται ὁ θησαυρός, ἔτσι καὶ ὅταν ἡ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου πληγεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀμφιβολία ἐξαφανίζεται ἡ πίστη στὸν ἀληθινὸ καὶ ζωντανὸ Θεό. «᾿Εμεῖς ἔχουμε αὐτὸ τὸν θησαυρὸ μέσα στὰ σώματά μας τὰ εὔθραυστα καὶ χωματένια» (Πρός Κορινθίους Β΄, δ΄, 7).

Αὐτὸν τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρό, ποὺ εἶναι ἡ πίστη μας καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ὀφείλουμε νὰ προφυλάξουμε καὶ νὰ τὸν κρατήσουμε, διότι ὅπως τὸ σκεῦος χωρὶς τὸν θησαυρὸ δὲν ἔχει καμία ἀξία ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὴν πίστη.

9.  ῍Αν καὶ ἀδύναμοι ἐργαζόμαστε τὰ τέλεια καὶ μεγάλα ἔργα τοῦ Θεοῦ.

Παρατηρεῖται ἕνα παράδοξο στὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας, ὅτι πολλὲς φορὲς ὁ Θεὸς χρησιμοποιεῖ ἀδύναμους ἀνθρώπους γιὰ νὰ ἐπιτελέσουν ἔργα ποὺ ὑπερβαίνουν τὶς δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων. ῎Ετσι ἡ ἀσθένεια, ἡ ταπεινὴ καταγωγή, ἡ ἔλλειψη ἀνθρώπινης σοφίας καὶ ἄλλα δὲν ἐμποδίζουν τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτύχει τὸ θέλημά Του. Αὐτὸ τὸν πανίσχυρο πνευματικὸ νόμο ὑπενθύμισε ὁ Θεὸς στὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ Τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του γιὰ νὰ μπορεῖ μὲ περισσότερες δυνάμεις νὰ Τὸν ὑπηρετεῖ, λέγοντάς του· «Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου, γιατὶ ἡ δύναμή μου φανερώνεται στὴν πληρότητά της μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἀδυναμία σου» (Πρός Κορινθίους Β΄, ιβ΄, 9). Μὲ τὸν ἴδιο νόμο ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς ὅπως διακήρυξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος,  ὅτι· «Αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος τοὺς θεωρεῖ μωρούς, ἐκείνους διάλεξε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ντροπιάσει τελικὰ τοὺς σοφούς· καὶ αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος τοὺς θεωρεῖ ἀνίσχυρους, ἐκείνους διάλεξε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ντροπιάσει τελικὰ τοὺς κατὰ κόσμον ἰσχυρούς· καὶ αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος τοὺς θεωρεῖ παρακατιανοὺς καὶ περιφρονημένους, ἐκείνους διάλεξε ὁ Θεός, τὰ μηδενικά, γιὰ νὰ καταργήσει ὅσους θαρροῦν πὼς εἶναι κάτι» (Πρός Κορινθίους Α΄, α΄, 27).

10.  Τά παράδοξα τῆς πνευματικῆς ζωῆς

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ὁ μέγας αὐτὸς ἀγωνιστὴς τοῦ χριστιανικοῦ στίβου περιγράφει τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν καὶ τὰ παράδοξά της ὡς ἑξῆς·  «Δοκιμάζουμε δόξα καὶ ἀτίμωση, δυσφήμηση καὶ ἔπαινο. Μᾶς θεωροῦν λαοπλάνους, καὶ ὅμως λέμε τὴν ἀλήθεια· μᾶς ἀγνοοῦν καὶ ὅμως γινόμαστε γνωστοί· φτάνουμε στὸν θάνατο, καὶ νὰ ποὺ ζοῦμε· μᾶς βασανίζουν, ἀλλὰ δὲν πεθαίνουμε· μᾶς προξενοῦν στενοχώριες κι ὅμως πάντοτε χαιρόμαστε· εἴμαστε φτωχοί, κάνουμε ὅμως πολλοὺς νὰ πλουτίσουν· τίποτα δὲν ἔχουμε καὶ τὰ πάντα κατέχουμε» (Πρός Κορινθίους Β΄ στ΄, 8-10).

23 Ἰουνίου 2022

«Μνήμη Δικαίου μετ’ ἐγκωμίων»

«Μνήμη Δικαίου μετ’ ἐγκωμίων» (Παροιμιῶν ι΄ 7).

 

Ἡ αἰδέσιμος ἑορτή τοῦ Γενεθλίου τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Προφήτου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ μᾶς καλεῖ νά θυμηθοῦμε τά ἐγκώμια πού λέχθηκαν καί συνοδεύουν τόν Πρόδρομο τοῦ Κυρίου μας καί ὑπηρέτη τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του.

1) Τό ἐγκώμιο τοῦ ἀγγέλου Γαβριήλ.

Ὁ ἄγγελος πού εὐαγγελίσθηκε στόν ἱερέα Ζαχαρία καί Πατέρα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου περιέγραψε ἐγκωμιαστικά τό πρόσωπο, τήν ζωή καί τήν ἀποστολή αὐτοῦ πού θά γεννιόταν (Λουκᾶ α΄ 13-17)

Ὁ ἄγγελος ἀνήγγειλε στόν Ζαχαρία ὅτι:

α΄. Θά γεννήσει υἱό πού θά τόν ὀνομάσει Ἰωάννη.

β΄. Ἡ γέννηση τοῦ υἱοῦ του θά γίνει αἰτία χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως γιά τόν ἴδιο καί γιά πολλούς ἄλλους θεοσεβεῖς.

γ΄. Ἡ ἀποστολή τοῦ υἱοῦ του θά εἶναι νά ἑτοιμάσει τόν λαό νά ὑποδεχθεῖ τόν Κύριο.

δ΄. Θά πλησθεῖ Πνεύματος Ἁγίου κυοφορούμενος.

ε΄. Θά καθοδηγήσει πολλούς πού ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ νά ἐπιστρέψουν στόν Κύριο,

στ΄. Θά προπορευθεῖ στήν διακονία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τό πνεῦμα καί τήν δύναμη τοῦ Προφήτη Ἠλία.

ζ΄. Θά συμφιλιώσει τούς πατέρες μέ τά παιδιά τους καί θά κάνει τούς ἀσεβεῖς νά ἀποκτήσουν τήν φρόνηση τῶν δικαίων.

η΄. Θά εἶναι Ναζηραῖος, δηλαδή ἀφιερωμένος στόν Θεό κατά τό Κριτῶν ιγ΄ 5,7.

2)Ἔλαβε τό ὄνομά του ἀπό τόν πατέρα του μέ γραφή καί μέ λόγο.

Ὁ τρόπος πού δόθηκε τό ὄνομα στόν ἅγιο Ἰωάννη ἀποκτᾶ μιά θεολογική καί πνευματική σημασία γιά τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Στό πρόσωπό του ἑνώνονται ἡ προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (μέ τήν γραφή τοῦ ὀνόματός του ἐπί πινακιδίου) καί τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου τῆς Καινῆς Διαθήκης (μέ τόν λόγο τοῦ Πατέρα του, ὅταν λύθηκε ἡ ἀφωνία του καί εἶπε τό ὄνομά του). (Λουκᾶ α΄ 59-66)

3) Ὁ θαυμασμός καί τό ἐγκώμιο τῶν συγχρόνων του Ἰουδαίων.

Οἱ Ἰουδαῖοι πού πληροφορήθηκαν τά γεγονότα τῆς συλλήψεως καί τῆς γεννήσεώς τοῦ Ἰωάννου θαύμαζαν, ἀποροῦντες διερωτούμενοι γιά τό μέλλον τοῦ παιδιοῦ (Λουκᾶ α΄ 66). Ἀναγνωριζόταν ἀπό τόν Ἰουδαϊκό λαό, ὅτι εἶχε τήν προστασία τοῦ Κυρίου.

 

4) Τό ἐγκώμιο τοῦ πατέρα του.

Ὁ ἱερέας Ζαχαρίας ἐγκωμίασε τόν υἱό του κατά τήν ὀνοματοδοσία του, λέγοντας ὅτι:

α΄. Θά ὀνομαστεῖ προφήτης Κυρίου

β΄ Θά προπορευθεῖ στήν παρουσία καί ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στόν κόσμο γιά νά ἑτοιμάσει τήν ἔλευσή Του.

γ΄. Θά κάνει γνωστή στό λαό Του τήν σωτηρία πού θά δοθεῖ μέ τήν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τους  (Λουκᾶ α΄ 76-79)

5) Τό ἐγκώμιο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Κύριός μας ἐγκωμίασε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο λέγοντας ὅτι,  

Σᾶς βεβαιώνω πώς μάνα δέν γέννησε ὥς τώρα προφήτη πιό μεγάλο ἀπό τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή (Λουκᾶ ζ΄ 28).

  Μελετώντας τά δεδομένα τῆς ἁγίας Γραφῆς γιά τίς ἐξέχουσες καί θαυμαστές προσωπικότητες πού διακόνησαν τόν Κύριο σέ διάφορες φάσεις τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας διαπιστώνουμε τήν ὑπεροχή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ἔναντι αὐτῶν.

α΄. Ὁ Προφήτης Σαμουήλ (Α΄ Βασιλειῶν α΄ 11) γεννήθηκε κατόπιν προσευχῆς ἀπό στείρους γονεῖς. Ἦτο εὐγενέστατος καί ἁγνότατος στόν χαρακτῆρα καί λευΐτης στό γένος. Δέν εἶχε πιεῖ κρασί, ἀλλά δέν κατοίκησε στήν ἔρημο οὔτε ἡ γέννησή του προβλέφθηκε, ὅπως τοῦ ἁγίου Ἰωάννου.

β΄. Ὁ Ἰσαάκ (Γενέσεως ιη΄ 9-13) γεννήθηκε ἀπό ἡλικιωμένους γονεῖς, ἀλλά δέν πληρώθηκε Πνεύματος Ἁγίου κυοφορούμενος, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης.

γ΄. Ὁ Πάγκαλος Ἰωσήφ, ὁ φημισμένος γιά τήν σοφία του καί τήν ἐγκράτειά του γεννήθηκε ἀπό τήν στείρα μητέρα του Ραχήλ (Γενέσεως λ΄ 22), διακρίθηκε γιά τήν σωφροσύνη του (Γενέσεως λζ΄ 6-20), ἀλλά δέν ἦταν παρθένος. Ὅση ἀπόσταση ὑπάρχει μεταξύ παρθενίας καί ἠθικῆς ἀκεραιότητος τόση καί ἡ ὑπεροχή τοῦ Προδρόμου ἔναντι τοῦ Ἰωσήφ.

δ΄. Ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ:

i. Γεννήθηκε ἀπό στείρα μητέρα καί ὅπως ὁ Πρόδρομος προφητεύθηκε ἐνῷ ἐκυοφορεῖτο ὅτι θά ὑπερέχει ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλά δέν πληρώθηκε τόν καιρό τῆς κυοφορίας του μέ Πνεῦμα Ἅγιο (Γενέσεως κε΄ 19 καί ἑξῆς), ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης.

ii. Πάλαιψε μέ τόν Θεό, ἀλλά δέν προπορεύθηκε τῆς ἐλεύσεώς Του στόν κόσμο (Γενέσεως λβ΄ 22-32).

iii. Μέ τήν χωλότητά του προτύπωσε, ὅτι οἱ ἀπόγονοί του θά ἦσαν βραδυκίνητοι καί δυσκίνητοι, δηλαδή ἀπρόθυμοι καί ἀδιάφοροι γιά τήν λυτρωτική Χάρη πού θά τούς προσέφερε ὁ Θεός, ἐνῶ ὁ Πρόδρομος ὑπερέχει διότι ἔγινε ἄριστος καί ταχύς δρομέας καί κήρυκας τῆς Χάριτος, πού θά ἀποκτοῦσαν οἱ πιστοί τῆς Καινῆς Διαθήκης.

ε΄. Ὁ Κριτής Σαμψών (Κριτῶν ιγ΄-ιστ΄), γεννήθηκε καί αὐτός προαναγγελθείς ἀπό ἄγγελο στούς γονεῖς του Ἦτο ἀπό μικρός Ναζηραῖος. Ἀνῆκε στήν τάξη τῶν εὐσεβῶν ἀνδρῶν πού δέν ἐκείροντο, δέν ἔπιναν οἶνο, δέν ἔτρωγαν ἀκάθαρτη τροφή κατά τόν Ἰουδαϊκό νόμο. Ἡ Δαλιδά ὅμως ἐκμεταλλευομένη τήν φιληδονία του τόν ὁδήγησε στήν περιφρόνηση ἐνῶ ὁ Πρόδρομος ἤλεγξε τήν ἠθική παρεκτροπή τοῦ Ἡρώδη καί τῆς Ἡρωδιάδος.

Οἱ Ναζηραῖοι κατά τό Ἀριθμῶν στ΄ 2-12 ἔδιναν στόν Θεό εἰδική ὑπόσχεση ἁγνότητος «ἀφαγνίσασθαι ἁγνείαν Κυρίῳ» καί εἶχαν τά ἑξῆς χαρακτηριστικά:

i. Ἔπρεπε νά καθιερωθοῦν ἀπό τούς Ἱερεῖς μέ εἰδική εὐχή καί ἀποκοπή τῶν μαλλιῶν τους, τά ὁποῖα προσφέρονταν στό θυσιαστήριο ὡς θυσία καί συμβόλιζαν τήν ἀπόλυτη παράδοσή τους στό Θεό (Ἀριθμῶν 6, 2).

ii. Ἔπρεπε νά ἀποφεύγουν τελείως τό κρασί καί τά οἰνοπνευματώδη ποτά, ἀκόμα καί τό μοῦστο, τό ξύδι, τό σταφύλι καί αὐτό ἀκόμα τό κουκούτσι τοῦ σταφυλιοῦ (Ἀριθμ. 6, 3-4).

iii. Ἔπρεπε νά μήν ξανακόψουν τά μαλλιά τους ἄλλα νά τά ἀφήσουν ἐντελῶς ἀνέπαφα μέχρι τό τέλος τοῦ χρόνου τοῦ τάματος ἤ καί ἰσόβια. Αὐτό ἀποτελοῦσε τή σπουδαιότερη ὑποχρέωση τοῦ Ναζηραίου, γιατί θεωροῦσαν καί τά μαλλιά ὡς μή ἀνήκοντα στόν ἀφιερωμένο ἄνθρωπο, ἀλλά στό Θεό. Ἀκόμα γιατί αὐτό ἦταν τό ὁρατό σημεῖο τῆς ὡραιότητας καί τῆς δυνάμεως πού εἶχαν οἱ τελείως καί ὁλοκληρωτικῶς δοσμένοι στό Θεό (Ἀριθμῶν 6, 5).

iv. Ἔπρεπε νά ἀποφεύγουν νά ἐγγίζουν νεκρό ἀκόμα καί ἄν αὐτός εἶναι ὁ πατέρας ἤ ἡ μητέρα τους (Ἀριθμῶν 6, 12). Σέ περίπτωση πού ἄγγιζαν θεωροῦντο μολυσμένοι καί ἔπρεπε νά ὑποβληθοῦν σέ ἐξιλαστήριες θυσίες, γιά ἑπτά ἡμέρες διεκόπτετο ἤ ἀφιέρωση. Γινόταν πάλι κουρά καί προσφερόταν ἕνα ζεῦγος τρυγόνων ἤ δύο μικρά περιστέρια.

v. Ἔπρεπε, μετά τό τέλος τοῦ χρόνου τῆς ἀφιερώσεως, νά γίνει ἐκ νέου κουρά καί νά προσφερθοῦν τά μαλλιά, πού τράφηκαν κατά τό διάστημα τῆς ἀφιερώσεως, στό θυσιαστήριο, ἀπό τόν ἴδιο τό Ναζηραῖο, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε διαβαστεῖ σχετική εὐχή ἀπό τόν ἱερέα. Ἔτσι θεωρεῖτο πλέον ἐλεύθερος τοῦ τάματος.

Ὁ Σαμψών ἀποκάλυψε στή Δαλιδά ὅτι ἡ δύναμή του βρισκόταν στά μακριά μαλλιά του, δηλαδή στήν ἀπόλυτη ἀφιέρωσή του στό Θεό, ἡ ὁποία εἶχε σάν ὑλική ἔκφραση τά μακριά μαλλιά. Ἀπό αὐτή τή σχέση του μέ τό Θεό ἀντλοῦσε δύναμη καί νικοῦσε τούς ἐχθρούς. Ἡ Δαλιδά μέ τήν ἁμαρτία ἀπομάκρυνε τό Σαμψών ἀπό τό Θεό, πράγμα πού ἐκφράστηκε ὑλικά καί ὁλοκληρώθηκε μέ τήν ἀποκοπή τῶν μαλλιῶν, ἡ ὁποία τόν ἀποδυνάμωσε. Ἰσόβιοι Ναζηραῖοι θεωροῦντο ὁ Τίμιος Πρόδρομος (Λουκ. 1, 5), ὁ Σαμψών (Κριτ. 13, 5), ὁ Σαμουήλ ( Α΄ Βασ. 1, 11). ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος (Εὐσ. Ἐκκλ. Ἱστ. Β 23, 4 κ. ἑξ.).

Καί γιά περιορισμένο χρονικό διάστημα (πιθανόν ὄχι περισσότερο τῶν σαράντα ἡμερῶν) ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Πράξ. 18, 18).

Ναζηραῖες μποροῦσαν νά γίνουν καί οἱ γυναῖκες. Μία ἀπό αὐτες ἦταν ἡ Βερενίκη, ἡ ἀδερφή του βασιλιά Ἀγρίππα (Ἰωσ. Ἰουδ. Πολ. Β΄,  15,1).

στ΄. Πολλοί ἄλλοι μεγάλοι ὑπῆρξαν πού κοσμήθηκαν μέ πολλά πνευματικά χαρίσματα, ἀλλά δέν ἀξιώθηκαν νά προπορευθοῦν τῆς ἐλεύσεως καί παρουσίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά δείξουν τόν Μεσσία μέ τό «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάννου α΄ 29) καί τέλος νά Τόν βαπτίσουν «διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγἐν τὕδατι βαπτίζων» (Ἰωάννου α΄ 31).

18 Ἰουνίου 2022

“ Ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ ” (Ἰωάννου ιε΄ 14 ) (Σεῖς εἶσθε φίλοι μου) Οἱ Ἱεροί Εὐαγγελιστές μᾶς παρέδωσαν μεταξύ ἄλλων τρεῖς βασικές ὁμιλίες τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στά 5, 6, καί 7 κεφάλαια το

Ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ ” (Ἰωάννου ιε΄ 14 )

(Σεῖς εἶσθε φίλοι μου)

 

Οἱ Ἱεροί Εὐαγγελιστές μᾶς παρέδωσαν μεταξύ ἄλλων τρεῖς βασικές ὁμιλίες τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στά 5, 6, καί 7 κεφάλαια τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Περιέχει τούς νόμους τῆς βασιλείας Του. Ἐλέχθη στήν ἔναρξι τῆς δημοσίας δράσεως καί τοῦ κηρύγματος τοῦ Κυρίου μας.

Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἐπί τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στά 24 καί 25 κεφάλαια τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Ἐλέχθη μετά τήν θριαμβευτική εἴσοδο στά Ἱεροσόλυμα καί τήν δημόσια σύγκρουσι στό Ναό μέ τήν θρησκευτική καί πνευματική ἡγεσία τῶν Ἰουδαίων. Ἔχει ἔντονο ἐσχατολογικό χαρακτήρα. Ἐλέχθη στό τέλος τῆς δημοσίας δράσεως Του.

Ἡ τρίτη εἶναι ἡ ὁμιλία στό ἀνώγειο. Ἀναφέρεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη στά κεφάλαια 13-16 τοῦ Εὐαγγελίου του. Περιέχει τόν πνευματικό ἀποχαιρετισμό τοῦ Κυρίου καί τίς ὑποθῆκες Του στούς μαθητές Του. Ἐλέχθη στό τέλος τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του.

Μελετῶντες τίς τρεῖς αὐτές ὁμιλίες διαπιστώνουμε, ὅτι στήν πρώτη ἡ λέξι πού ἐπαναλαμβάνει ὁ Κύριος εἶναι τό “Μακάριος”, στήν δεύτερη ἡ λέξις “ἀγρυπνεῖτε” καί στήν τρίτη ἡ λέξι “φίλοι μου”.

Ἄς ἀνέβουμε στό πνευματικό χῶρο τοῦ ἀνωγείου γιά νά ἀκούσουμε τήν ὁμιλία Του πρός τούς φίλους Του γιά νά μάθουμε καί νά ζήσουμε τούς ὅρους τῆς ὑπέροχης καί ἔξοχης αὐτῆς φιλίας. Καλούμεθα νά γίνουμε φίλοι τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, γιά τόν ὁποῖον ἀναφέρει ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος ὅτι “ ἐκλήθη φίλος τοῦ Θεοῦ ”  (Ἰακώβου β΄, 23). Ὁ Πρόδρομος ἐπίσης ἀπεκλήθη “ φίλος τοῦ Νυμφίου ” (Ἰωάννου γ΄, 29). Ὁ Λάζαρος ὁμοίως (Ἰωάννου ια΄, 11).

 Ὁ Κύριος μᾶς θεωρεῖ φίλους Του.

Στό κέντρο αὐτῆς τῆς ὁμιλίας εἶπε αὐτούς τούς λόγους : «Εἶστε φίλοι μου, …. Ἐσᾶς ὅμως σᾶς ὀνόμασα φίλους, γιατί σᾶς ἔκανα γνωστά ὅλα ὅσα ἔκουσα ἀπό τόν Πατέρα μου…» (Ἰωάννου ιε΄ 11-17) κατά τίς ἐν συνεχεία προϋποθέσεις:

  • Ἐάν θεραπεύουμε ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν μας.

Στό ἀνώγειο ὁ Κύριος ἔδωκε ἕνα παράδειγμα καί ἐποπτικό μάθημα μέ τό πλύσιμο τῶν ποδιῶν τῶν μαθητῶν Του. Νίπτω πόδας στή χριστιανική ζωή καί εὐαγγελική γλῶσσα σημαίνει θεραπεύω ἀνάγκες. Ἀπό τόν ἄμβωνα μέχρι τήν περιποίησι τοῦ κατακοίτου ἀδελφοῦ. Γίνεται στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μέ τό πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ (Βλ. Ἰωάννου ιγ΄ 12-15). 

  • Ἐάν ἐφαρμόζουμε-ποιοῦμε- αὐτά πού γνωρίζουμε ἐκ τῆς διδασκαλίας.

Τό μεγάλο μας πρόβλημα ὡς ἄνθρωποι εἶναι ὅτι εἴμαστε γίγαντες στή γνῶσι καί νάνοι στή πράξι. Γνωρίζουμε, ἀλλά δέν πράττουμε. Στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου τῶν “Πράξεων” ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς πρῶτον ἀναφέρει τό “ποιεῖν” καί μετά τό “διδάσκειν” (Πράξεις α΄ 1).

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι θρησκεία γνώσεων, ἀλλά στάδιο ἀγώνων, μαρτύρων καί ἀθλητῶν. Εὔχομαι νά πράττουμε ὅλα, ὅσα διδάσκουμε. Νά μή ἀκυρώνουμε μέ τήν ζωή μας αὐτά πού διδάσκουμε. Ταυτόχρονα αὐτά πού διδάσκουμε καί πιστεύουμε νά τά τηροῦμε καί αὐτά πού πράττουμε νά συμβαδίζουν μέ τήν θεία διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, τούς Κανόνες της, τίς Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν Ἱερά Παράδοση Αὐτῆς.

  • Ἐάν τηροῦμε τίς ἐντολές Του.

Ἐάν ἀγαπᾶτε με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε” (Ἰωάννου ιδ΄ 14). Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἔστω καί ἄν δέν καταλαβαίνουμε ἐν τούτοις τηροῦμε τίς ἐντολές Του, ἐπειδή εἴμαστε φίλοι Του.

Μ’ αὐτό τόν τρόπο ἀποδεικνύουμε καί ἐπιβεβαιώνουμε ὅτι ἀγαπᾶμε τόν Κυριό μας (Ἰωάννου  ιε΄ 14).

4)Ἐάν ἀγαπᾶμε τούς λόγους Του.

Εἶπε “ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ· καὶ ὁ λόγος ὃν ἀκούετε οὐκ ἔστιν ἐμὸς, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με πατρός” (Ἰωάννου ιδ΄ 24). Ἐξομολογεῖται ὁ Ψαλμωδός : “Πόσο ἀγαπῶ τόν νόμο σου. ὅλη τήν ἡμέρα εἶναι αὐτός ὁ στοχασμός μου εἶναι αὐτή ἡ μελέτη μου” (Ψαλμός ριθ΄ στ.97). Ἐμεῖς, ὅμως; Μᾶς ὁμιλεῖ ὁ Φίλος μας, μᾶς βεβαιώνει, μᾶς ὑπόσχεται, μᾶς ἐξηγεῖ μᾶς παρηγορεῖ.

5)Ἐάν εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του.

Μελετώντας τά ὀκτώ πρῶτα ἐδάφια τοῦ δεκάτου πέμπτου κεφαλαίου τοῦ κατά Ἰωάννην Εὐαγγελίου βλέπουμε πῶς περιγράφεται ἡ σχέση καί ἡ ἕνωση τοῦ κλήματος (Χριστοῦ), τοῦ ἀμπελουργοῦ (Θεοῦ Πατρός) μέ τίς κληματόβεργες (τούς πιστούς).  

Μέ τήν εἰκόνα αὐτή ὁ Κύριος τονίζει τήν ἀλήθεια, ὅτι πρέπει νά εἴμαστε ἑνωμένοι ὀργανικῶς μαζί Του ὡς φίλοι Του. Ἡ ποιότης καί ὁ χαρακτήρ αὐτῆς τῆς ἑνώσεως ἀρχίζει μέ τήν ταυτότητα τοῦ θελήματος πραγματοποιεῖται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διά τῶν Μυστηρίων καί τελειοῦται ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ “σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις” (Ἐφεσίους γ΄ 18).

6)Ἐάν μένουμε μέχρι τέλους στήν ἀγάπη αὐτή καί δέν τήν διακόπτουμε.

Εἶπε “ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ” (Ἰωάννη ιε΄ 10). Ὁ ὑπέροχος Φίλος μας ὅμως δέν ἀγαπάει ἀνθρώπινα ἀγαπᾶ θεϊκά.

Μᾶς τό παραδίδει, τό μαρτυρεῖ, ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μέ τήν ἀναφορά του στή μέχρι τέλους ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ. (Ἰωάννου ιγ΄ 1)

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐξυμνεῖ αὐτή τήν πιστότητα καί παραμονή στήν ἀγάπη μέ τούς ἑξῆς λόγους του «Τί, λοιπόν, μπορεῖ νά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιά μᾶς ; Μήπως τά παθήματα, οἱ στενοχώριες, οἱ διωγμοί, ἡ πείνα, ἡ γύμνια, οἱ κίνδυνοι ἤ ὁ μαρτυρικός θάνατος ;» (Ρωμαίους η΄ 35-39).

Ἐμεῖς ὅμως ὑπερνικοῦμε μέσα ἀπό ὅλες τίς δυσκολίες μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ πού μᾶς ἀγάπησε ἀνιδιοτελῶς καί θυσιαστικῶς.

7)Ἐάν ἀγαπᾶμε ἀλλήλους

Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθώς ἠγάπησα ἡμᾶς ” (Ἰωάννου ιε΄ 12). Ὁ Κύριος ζητεῖ νά εἴμαστε φίλοι καί μέ Ἐκεῖνον καί μέ ὅλους τούς δικούς Του φίλους. Τό φοβερό ἐνδεχόμενο εἶναι νά μήν ὑπάρχει ἀγάπη μεταξύ τῶν δικῶν Του. Νά εἶναι ὑποτονική, ψυχρή, ἐθιμοτυπική.

Ἄς προσέξουμε καί τούς ἄλλους λόγους : «Δικαιοκρίτη Πατέρα, ὁ κόσμος δέ σέ γνώρισε. ἐνῶ ἐγώ σέ γνώρισα, κι αὐτοί ἀναγνώρισαν πώς μ’ ἔστειλες ἐσύ. Τούς ἔμαθα ποιός εἶσαι καί θά συνεχίσω νά τούς τό μαθαίνω, ὥστε νά εἶναι μέσα  τους ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποία μέ ἀγάπησες, ὅπως κι ἐγώ θά εἶμαι μαζί τους» (Ἰωάννου ιζ΄ 25-26). Ἡ γνῶσι αὐξάνει, δένει τήν ἀγάπη.

8) Ἡ φιλία-ἡ ἀγάπη-ὁδηγεῖ στήν ἑνότητα ἑνωμένοι μοιραζόμαστε τήν δόξα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Κύριος στήν Ἀρχιερατική προσευχή Του πολλές φορές ἀναφέρθηκε στήν ἑνότητα Του μέ τόν Πατέρα καί τούς μαθητές Του πού εἶναι ἑνότητα καί τῶν μαθητῶν μεταξύ τους «Πατέρα, εἶσαι ἑνωμένος μ’ ἐμένα κι ἐγώ μ’ ἐσένα˙ νά εἶναι κι αὐτοί ἑνωμένοι μ’ ἐμᾶς, κι ἔτσι ὁ κόσμος νά πιστέψει ὅτι μ’ ἔστειλες ἐσύ … Ἐγώ ἑνωμένος μαζί τους κι ἐσύ ἑνωμένος μαζί μου, ὥστε ν’ ἀποτελοῦν μιά τέλεια ἑνότητα…» (Ἰωάννου ιζ΄ 20-23).

                                                         

10 Ἰουνίου 2022

Πεντηκοστή «Λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, … καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»

Πεντηκοστή

«Λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος

τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, … καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»

Ἡ λέξη «Πεντηκοστή» δηλώνει τήν ἑορτή πού τελεῖται πενήντα ἡμέρες μετά τό Πάσχα. Τό θέμα τῆς ἑορτῆς ἐξελίχθηκε σταδιακά. Ἀρχικά ἦταν ἀγροτική ἑορτή. Ἀργότερα μετατράπηκε σέ ἑορτή μνήμης τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου ἀπό τόν Θεό διά τοῦ Μωϋσέως στούς Ἰσραηλίτες στό Σινᾶ. Τελικῶς κατέστη ἡ ἑορτή τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐγκαινιάζει στήν γῆ τήν Καινή Διαθήκη πού ἔδωσε ὁ Θεός διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σ’ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος.

Α΄. Ἡ Ἰουδαϊκή ἑορτή

Ἡ Πεντηκοστή μαζί μέ τό Πάσχα καί τήν Σκηνοπηγία ἦταν ἡ μία ἀπό τίς τρεῖς ἑορτές, ὅπου ὁ Ἰσραηλίτης ὄφειλε νά παρουσιασθεῖ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, στόν τόπο πού εἶχε διαλέξει ὁ Ἴδιος γιά νά γίνει ἡ κατοικία του Ὀνόματός Του (Δευτερονομίου ιστ΄, 16).

α΄. Στήν ἀρχή ἦταν ἡ ἑορτή τοῦ θερισμοῦ  ἡμέρα χαρᾶς καί εὐχαριστιῶν (Ἐξόδου κγ΄, 16, Ἀριθμῶν κη΄, 26, Λευιτικοῦ κγ΄, 16 καί ἑξῆς.).

Τότε προσφέρονταν θυσία στόν Ναό, οἱ ἀπαρχές τῶν προϊόντων τῆς γῆς (οἱ πρῶτοι καρποί τῆς νέας περιόδου συγκομιδῆς). Ἡ ἑορτή ὀνομαζόταν ἑορτή τῶν Ἑβδομάδων. Ἡ ὀνομασία σήμαινε, ὅτι ἡ ἑορτή συνέβαινε ἑπτά ἑβδομάδες (7Χ7) μετά τό Πάσχα καί προσφερόταν τό πρῶτο δεμάτι τῶν σιτηρῶν (Λευιτικοῦ κγ΄, 15).

β΄. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ ἑορτή προσέλαβε τόν χαρακτήρα ἐπετείου. Ἡ Διαθήκη τοῦ Θεοῦ μέ τούς Ἰσραηλίτες εἶχε συναφθεῖ στό Σινᾶ πενήντα ἡμέρες μετά  τήν Ἔξοδο ἀπό τήν Αἴγυπτο καί τήν διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης πού ἑορταζόταν τό Πάσχα. Ἡ Πεντηκοστή ἔγινε φυσικά ἡ ἐπέτειος τῆς Διαθήκης.

Β΄. Ἡ χριστιανική ἑορτή.

  1. Ἡ θεοφάνεια

Κατά τήν ἑορτή ἑορτάζεται τό γεγονός τῆς θεοφανείας πού πραγματοποιήθηκε πενήντα ἡμέρες ἀπό τό Πάσχα μέ τήν δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ θεοφάνεια συνέβη ὡς προέκταση τῶν θεοφανειῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί συνοδευόταν ἀπό τά σημεῖα· τόν δυνατό ἄνεμο, τήν φωτιά καί τήν γλωσσολαλιά. Ὁ βίαιος ἄνεμος καί ἡ φωτιά θύμιζε στούς Ἰσραηλίτες τόν τρόπο πού ὁ Θεός κατέβηκε στό Σινᾶ γιά νά ἐξαγγείλει στό λαό Του τίς ἐντολές Του. Τό χάρισμα τῆς γλωσσολαλιᾶς τῶν Ἀποστόλων δόθηκε γιά νά ὑμνήσουν σ’ ὅλες τίς γλῶσσες τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ  (Πράξεων β΄, 11).

  1. Τό νόημα τοῦ γεγονότος

α΄. Ἡ ἐπαλήθευση τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μιλώντας στό συγκεντρωμένο πλῆθος πού παρακολουθοῦσε τό θαυμαστό γεγονός ἐξήγησε, ὅτι αὐτό πού συνέβη ἦταν ἡ ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως πού ὁ Θεός εἶχε δώσει μέ τόν Προφήτη Ἰωήλ, ὅτι στούς ἔσχατους καιρούς ἐπρόκειτο νά δοθεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους  (Ἰωήλ γ΄, 1-5 καί Ἱεζεκιήλ λγ΄, 27).

          Ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης εἶχε ἀναγγείλει τήν ἔλευση Ἐκείνου πού ἔμελλε νά βαπτίσει «ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι» (Μάρκου α΄, 8). Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὑπόσχεται στούς Μαθητές Του καί Ἀποστόλους «τι, (δηλαδή, ν ωάννης βάπτιζε μέ νερό), σες θά βαφτιστετε σέ λίγες μέρες μέ τό γιο Πνεμα»  («Ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν πνεύματι Ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰ ταύτας ἡμέρας» Πράξεων α΄, 5).

β΄. Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μετά τόν θάνατο, τήν Ἀνάσταση καί τήν ὕψωσή Του στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα ὁλοκληρώνει τό ἔργο Του ἀποστέλλοντας τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀρχικά στούς Μαθητές Του καί Ἀποστόλους καί στήν συνέχεια σέ κάθε πιστό πού θά πιστεύει σ’ Αὐτόν καί θά βαπτίζεται.

γ΄. Ἡ συγκρότηση τοῦ Νέου Λαοῦ δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Προφῆτες εἶχαν ἀναγγείλει, ὅτι οἱ διασκορπισμένοι στούς διάφορους τόπους Ἰσραηλίτες ἀπό τίς ἱστορικές περιπέτειες τοῦ Ἔθνους τους θά συναθροίζονταν στό ὄρος Σιών γύρω ἀπό τόν Κύριο.

Αὐτή ἡ σύναξη θά πραγματοποιηθεῖ στήν Ἱερουσαλήμ ὅπου πιστοί ἀπό ὅλα τά ἔθνη θά ἑνωθοῦν γιά νά ἀπαρτίσουν τόν Νέο Λαό τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ ἕνωση θά πραγματοποιηθεῖ μέ πνευματικό τρόπο, τήν κοινή πίστη σ’ ἕνα Θεό τόν Κοινό Πατέρα καί σ’ ἕνα Κύριο τόν Ἰησοῦ Χριστό, τό ἕνα Βάπτισμα στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν μία ἐλπίδα καί τήν ἀδελφική ἀγάπη πού εἶναι ἡ καινή ἐντολή τό κύριο γνώρισμα καί ἄθλημα τῶν πιστῶν  (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 3-6).

δ΄. «Εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε».

Ἡ Πεντηκοστή καί ἡ ἔνταξη στό Νέο Λαό πού ζεῖ τήν Νέα Ζωή ἔθεσε τέλος σ’ ὅλες τίς διαιρέσεις τοῦ ἀνθρώπινου γένους ἀρχικά τῆς Βαβέλ (Γενέσεως ια΄, 1-9) καί στήν συνέχεια σέ Ἰσραηλίτες καί εἰδωλολάτρες καί κάθε ἄλλη φυλετική, κοινωνική, ἐθνική.

Ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ἡ σωτηρία δίδεται σέ κάθε ἄνθρωπο ἀδιακρίτως ἀφοῦ «Οὐκ ἐστι προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ» (Πρός Ρωμαίους ι΄, 34). Τό χάρισμα τῆς γλωσσολαλιᾶς προσέδωσε αὐτό τόν οἰκουμενικό χαρακτήρα καί προορισμό τῆς Ἐκκλησίας.

ε΄. Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἀνέθεσε στούς Μαθητές Του νά δώσουν μαρτυρία γιά Ἐκεῖνον, τό ἔργο Του καί τήν διδασκαλία Του, γιά τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση, γιά τήν ἀπολύτρωση τοῦ ἀνθρώπου: «Θά λάβετε μως δύναμη ταν θά ’ρθει τό γιο Πνεμα σ’ σς, καί θά γίνετε μάρτυρες δικοί μου, στήν ερουσαλήμ, σέ λη τήν ουδαία καί στή Σαμάρεια καί ς τά πέρατα τς γῆς» («Λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» Πράξεων α΄, 8). Ἡ πρώτη πράξη τῆς ἀποστολῆς πραγματοποιήθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο πού μίλησε στό συγκεντρωμένο πλῆθος σύμφωνα μέ τούς λόγους Του (πρβλ. Πράξεων β΄, 14).

Αὐτή εἶναι ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας πού ἄρχισε τήν Πεντηκοστή νά δίδει μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο.

στ΄. Μυστήριο σωτηρίας

Ἄν ἡ ἐξωτερική ὄψη τῆς θεοφάνειας ἦταν μοναδική, ἡ δωρεά πού ἔγινε στήν Ἐκκλησία εἶναι ὁριστική. Ἡ Πεντηκοστή ἐγκαινιάζει τήν ἐποχή τῆς Ἐκκλησίας πού πορεύεται γιά νά συναντήσει τόν Κύριο πού δέχεται ἀπ’ Αὐτόν τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού τήν συγκεντρώνει μέ πίστη καί ἀγάπη τήν ἐξαγιάζει καί τήν ἀποστέλλει νά γίνει μάρτυράς Του, νά ἐξαγγείλει τήν σωτηρία, τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τήν μετάνοια, τήν καταλλαγή, τήν υἱοθεσία, τήν κληρονομία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χαρακτηρίζει τούς ἐσχάτους καιρούς τήν περίοδο πού ἀρχίζει μέ τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί θά ὁλοκληρωθεῖ τήν ἔσχατη Ἡμέρα ὅταν ὁ Κύριος θά ἐπανέλθει ἔνδοξος στήν Δευτέρα Παρουσία Του.  

2 Ἰουνίου 2022

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Πηγή σωτηρίας Β΄ Μέρος

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Πηγή σωτηρίας

Β΄. Μέρος

Στήν ἁγία Γραφή ἀναφέρονται οἱ ὄψεις τῆς σωτηρίας πού μᾶς χάρισε ὁ Κυριός μας Ἰησοῦς Χριστός, τίς ὁποῖες θά περιγράψουμε στήν συνέχεια ἐπιγραμματικά.

α΄. Ἀπό τήν «ἐνοχή» τῆς ἁμαρτίας στήν σωτηρία μας

Κατά τήν Καινοδιαθηκική ἀναφορά : «Αὐτός σήκωσε τίς μαρτίες μας μέ τό διο του τό σμα στό σταυρό, γιά νά πεθάνουμε κι μες ς πρός τήν μαρτία, καί νά ζήσουμε μέσα στό θέλημα το Θεο. Μέ τίς πληγές το Χριστο γιατρευτήκατε. Περιπλανιόσασταν σάν πρόβατα, μά τώρα γυρίσατε πίσω στόν ποιμένα πού φροντίζει γιά σς» (Α΄ Πέτρου β΄ 24-25)  καθώς καί «Γιατί κι Χριστός πέμεινε τό πάθος μία γιά πάντα γιά τίς μαρτίες μας, νας δίκαιος γιά χάρη τν μαρτωλν. Γιά νά μς φέρει κοντά στό Θεό, θανατώθηκε σωματικά, τό Πνεμα μως τόν ζωοποίησε» (Α΄ Πέτρου γ΄ 18)

β΄. Ἀπό τήν «δύναμη» τῆς ἁμαρτίας στήν σωτηρία μας

«Γιατί σ’ ναν πού πέθανε, μαρτία δέν χει πιά καμία ξουσία» (Πρός Ρωμαίους στ΄ 7)

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βαπτίζεται καί συμμετέχει στά ἅγια μυστήρια καί ἀγωνίζεται κατά τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας νεκρώνει τήν δύναμη τῆς ἁμαρτίας πού εἶχε κληρονομήσει ὡς ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας.

γ΄. Ἀπό τη «δύναμη» τοῦ Σατανᾶ

 «Γιά ν’ νοίξεις τά μάτια τους, στε νά πιστρέψουν πό τό σκοτάδι στό φς κι πό τήν ξουσία το σαταν στό Θεό. Γιατί, ν πιστέψουν σ’ μένα θά λάβουν τή συγχώρηση τν μαρτιν τους καί μία θέση νάμεσα σ’ κείνους πού νήκουν στό Θεό» (Πράξεων κστ΄ 18)

Ὁ ἄνθρωπος ἕνεκα τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας καί τῶν προσωπικῶν του ἐν συνεχείᾳ ἁμαρτιῶν τίθεται ὑπό τήν ἐξουσία τοῦ Σατανᾶ. Ὁ Σατανᾶς χαρακτηρίζεται κοσμοκράτορας (Ἰωάννου ιβ΄ 31, ιστ΄ 11 ιδ΄ 30, Πρός Ἐφεσίους στ΄ 12) καί ἡ πάλη μαζί του δέν εἶναι εὔκολη ἕνεκα τῆς πανουργίας του καί τῶν πονηρῶν μεθοδειῶν του (Πρός Ἐφεσίους στ΄ 1-20) ἀπό τήν ὁποία μόνο ὁ Χριστός μπορεῖ νά τόν ἐλευθερώσει.

δ΄. Ἀπό τό φρόνημα τοῦ κόσμου

 «Αὐτός, πως τό θέλησε Πατέρας μς Θεός, δωσε τή ζωή του γιά τίς μαρτίες μας, γιά νά μς λυτρώσει πό τόν τωρινό κόσμο, που κυριαρχε τό κακό» (Πρός Γαλάτας α΄ 4)

Τό φρόνημα τοῦ κόσμου ἐπηρεάζει τόν φρόνημα τοῦ ἀνθρώπου καί τό μολύνει μέ τήν πονηρία καί τήν ἁμαρτία. Μόνο ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ καθιστᾶ τό ἀδρανές γιά νά ζοῦμε ἀνεπηρρέαστοι ἀπ’ αὐτό.

ε΄. Ἀπό τήν «δύναμη» τοῦ νόμου,

δηλαδή ἀπό τίς συνέπειες τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ.

Μέ τήν πίστη σου στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί τήν μετάνοια αἴρονται οἱ συνέπειες τῆς παραβάσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἐφ’ ὅσον συγχωροῦνται καί ἐξαλείφονται οἱ ἁμαρτίες μας «Γιατί Χριστός εναι τό τέλος το νόμου, φο κπληρώνει τό σκοπό του, δίνοντας τή σωτηρία σ’ ποιον πιστεύει» (Πρός Ρωμαίους ι΄ 4)

στ΄. Ἀπό τήν «δύναμη» τῆς ἐρχόμενης ὀργῆς τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ δέν συμβιβάζεται μέ τήν ἁμαρτία. Ὁ Θεός δέχεται τόν ἁμαρτωλό πού μετανοεῖ ὑποδεικνύοντας τήν ὁδό δηλαδή τόν τρόπο τῆς μετανοίας. Σ’ ὅσους ὅμως ἀρνηθοῦν τήν σωτηρία θά χαθοῦν αἰώνια «᾿Αποκαλύπτεται γὰρ ὀργὴ Θεοῦ ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἀσέβειαν καὶ ἀδικίαν ἀνθρώπων τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικίᾳ κατεχόντων» (Πρός Ρωμαίους α΄ 18 καί Πρός Θεσσαλονικεῖς α΄ 9, 10)

ζ΄. Ἀπό τήν «ἐνέργεια» τῆς ἁμαρτίας μέσα μας.

«Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχοντας τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πρόσφερε τόν ἑαυτό του ἀψεγάδιαστη θυσία στό Θεό, θά καθαρίσει τή συνείδησή μας ἀπό τά ἔργα πού ὁδηγοῦν στό θάνατο, ἔτσι ὥστε νά μποροῦμε νά λατρεύουμε τόν ἀληθινό Θεό» (Πρός Ἑβραίους θ΄ 14)

 «Ἔτσι κι ὁ Χριστός, ἀφοῦ θυσιάστηκε μία φορά γιά νά σηκώσει πάνω του τίς ἁμαρτίες ὅλων μας, θά ἐμφανιστεῖ γιά δεύτερη φορά, ὄχι γιά ν’ ἀντιμετωπίσει τήν ἁμαρτία, ἀλλά γιά νά σώσει αὐτούς πού τόν προσμένουν» (Πρός Ἑβραίους θ΄ 28)

Μέ τήν σταυρική θυσία Του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς κάθαρισε ἀπό τήν ἁμαρτία καί μᾶς καλεῖ νά ἑνωθοῦμε μαζί Του κοινωνοῦντες τόν ἅγιο Σῶμα Του καί τό Τίμιο Αἷμα Του μέ πίστη γιά νά καθαρισθοῦμε ἀπό τήν παρουσία καί τήν δύναμη καί τήν ἐνέργεια τῆς ἁμαρτίας.   

          4. Ἐπίσης στήν Ἁγία Γραφή συναντᾶμε καί τίς πλευρές τῆς σωτηρίας.

α΄. Ὁ χορηγός τῆς σωτηρίας εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός

«Ἔτσι ὁλοκλήρωσε τό ἔργο κι ἔγινε ἡ αἰτία νά σωθοῦν γιά πάντα ὅλοι ὅσοι ὑπακοῦν σ’ αὐτόν» (Ἑβραίους ε΄ 9)

 

β΄.Τό εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας.

Ὅσοι πιστέψουν στήν Ἰησοῦ Χριστό θά λάβουν τήν σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἀποτελεῖ τήν βεβαίωση τῆς σωτηρίας.

«Ἔτσι κι σες κούσατε τό λόγο τς λήθειας, τό χαρμόσυνο μήνυμα πού σς φέρνει τή σωτηρία. Κι φο πιστέψατε στό Χριστό, σς σφράγισε Θεός μέ τό γιο Πνεμα πού εχε ποσχεθε» (Πρός Ἐφεσίους α΄ 13)

γ΄. Ἡ ὁδός τῆς σωτηρίας

          Ὁ Θεός ἄνοιξε γιά τόν ἄνθρωπο τήν ὁδό τῆς σωτηρίας πού κηρύττουν οἱ ἀπεσταλμένοι Του: Ὁδός τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ μετάνοια, ἡ ἐπιστροφή στόν Θεό Πατέρα, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, ὁ ἁγιασμός μέ τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού χορηγεῖτε ὅταν ὁ ἄνθρωπος συμμετέχει στά Ἱερά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. 

«Αὐτή κολουθοσε τόν Παλο καί τό Σίλα καί φώναζε: «Ατοί ο νθρωποι εναι δολοι το ψιστου Θεο, πού σς κηρύττουν τήν δό τς σωτηρίας» (Πράξεων ιστ΄ 17)

δ΄. Ἡ γνώση τῆς σωτηρίας.

 «Κάνοντας γνωστά στό λαό του τή σωτηρία μέ τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τους» (Λουκᾶ α΄ 77)

Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ἡ σωτηρία προσφέρεται ἀπό τόν Θεό καί ἐξασφαλίζεται ἀπό τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν πού δίδεται στόν ἁμαρτωλό ὅταν μετανοεῖ.

ε΄. Ἡ χαρά τῆς σωτηρίας

 «Σᾶς βεβαιώνω πώς τό ἴδιο χαρά θά εἶναι στόν οὐρανό γιά τή μετάνοια ἑνός ἁμαρτωλοῦ παρά γιά ἐνενήντα ἐννιά δικαίους, πού δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό μετάνοια» (Λουκᾶ ιε΄ 7)

Γιά τήν σωτηρία ἑνός ἁμαρτωλοῦ χαίρονται νά πανηγυρίζουν οἱ ἀόρατες πνευματικές Δυνάμεις δηλαδή οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας στόν Οὐρανό.

στ΄. Ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας.

Μπροστά στούς πειρασμούς ἄς ὁπλιζόμαστε μέ τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας : «Ἐμεῖς μως, ς νθρωποι τς μέρας, ς εμαστε νηφάλιοι, φορώντας τήν πίστη καί τήν γάπη γιά θώρακα καί τήν λπίδα τς σωτηρίας γιά περικεφαλαία» (Α΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς ε΄ 8)

26 Μαΐου 2022

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Πηγή σωτηρίας

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Πηγή σωτηρίας

Α΄. Μέρος

1. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Σωτήρας τῆς ζωῆς μας, ὁ Σωτήρας τῆς ψυχῆς μας, ὁ Σωτῆρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων.  Στήν Ἁγία Γραφή ἀναφέρονται περιπτώσεις ἀνθρώπων πού ποθοῦσαν νά σωθοῦν καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός τούς πρόσφερε τήν εὐκαιρία νά σωθοῦν. Συνεπῶς ὁ Θεός δέν ἀδιαφορεῖ γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

α΄. Οἱ Μάγοι.

Πολλά ἀστέρια ὑπῆρχαν στόν οὐρανό, ὅμως ἕνας «ἀστήρ προεπορεύετο αὐτῶν, ἑωσοῦ ἐλθών ἐστάθη ἐπάνω ὅπου ἦτο τό παιδίον» (Ματθαίου β΄ 9). Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἦσαν εἰδωλολάτρες, εἶχαν ὅμως πνευματικές ἀνησυχίες καί ἀναζητοῦσαν τήν ἀλήθεια καί τό φῶς. Ὁ Θεός δέν τούς ἄφησε στήν ἄγνοιά τους, τούς ὁδήγησε μέ ἕνα θαυμαστό τρόπο, μέ τό ὑπέρλαμπρο ἀστέρι μπροστά στό Λυτρωτή γιά νά Τόν προσκυνήσουν καί νά πιστέψουν σ’ Αὐτόν. Ὁ Θεός πού γνωρίζει τήν πρόθεση κάθε ἀνθρώπου πού ποθεῖ τήν σωτηρία του καί ἐπιθυμεῖ νά γνωρίσει τήν ἀλήθεια  οὐδένα θά ἀγνοήσει, ἀλλά θά ἀνταποκριθεῖ στήν ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς του.

β΄. Ἡ  αἱμορροοῦσα.

Μέγα πλῆθος ἀνθρώπων «συνέθλιβεν τόν Ἰησοῦ», καθώς Ἐκεῖνος περιόδευε στήν Γαλιλαία, ὅμως ἡ αἱμορροοῦσα γυναῖκα Τόν πλησίασε μέ πίστη «μεταξύ τοῦ ὄχλου».  Ξεχώρισε Ἐκεῖνο τόν Κύριο «καί ἤγγισε τό ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος» (Μάρκου ε΄ 29). Ἀπό τό περιστατικό τῆς αἱμορροούσας συνάγεται, ὅτι  ὁ Κύριος πού γνώριζε τήν πίστη τῆς γυναίκας, τόν σεβασμό της καί τήν μεγάλη ἐπιθυμία της νά θεραπευθεῖ ἀνταποκρίθηκε καί τῆς ἐχάρισε καί τήν θεραπεία καί τήν σωτηρία.

γ΄. Οἱ  Ἕλληνες προσκυνητές.

Τίς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πάσχα συνέρρεαν πολλοί προσκυνητές στήν Ἱερουσαλήμ ἀπ’ ὅλες τίς περιοχές καί ἐκτός τῆς τότε Παλαιστίνης. Μαζί μέ τούς ἐκ γένους Ἰσραηλῖτες μετέβαιναν καί οἱ ἐξ εἰδωλολατρῶν εἴτε ἐδιδάσκοντο τήν Ἰσραηλιτική θρησκεία καί ζωή, εἴτε τηροῦσαν τόν Μωσαϊκό Νόμο καί εἶχαν ὑποστεῖ τήν περιτομή. Οἱ ἀναφερόμενοι στήν γνωστή περικοπή τοῦ κατά Ἰωάννην Εὐαγγελίου ἀνῆκαν σ’ αὐτή τήν κατηγορία, οἱ ὁποῖοι ὅταν εἶδαν τόν ἐνθουσιασμό τῶν Ἰουδαίων πού ὑποδέχθηκαν τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό τήν Κυριακή τῶν Βαΐων στά Ἱεροσόλυμα ζήτησαν τήν ἄλλη μέρα νά Τόν γνωρίσουν.

Συνάντησαν τούς μαθητές πρῶτα, ὅμως δέν ἱκανοποιήθηκαν ἀπ’  αὐτούς. Τό ἐπίμονο αἴτημά τους ἦταν «θέλομεν νά ἴδωμεν τόν Ἰησοῦν» (Ἰωάννου ιβ΄ 21). Ἡ ἐπικοινωνία μέ τόν Κύριο φαίνεται, ὅτι ἱκανοποίησε καί αὐτούς καί τόν Κύριό μας ὁ Ὁποῖος γνωρίζοντας τίς ἀπόκρυφες διαθέσεις τῆς πνευματικῆς ἡγεσίας τῶν Ἰουδαίων, πού Τόν ἀπέρριπταν διεκήρυξε, ὅτι θά δοξασθεῖ μέ τήν  πίστη καί ἀποδοχή τῶν εἰδωλολατρῶν. 

δ΄. Ὁ πατέρας τοῦ σεληνιαζομένου νέου.

          Ὁ βασανισμένος καί ἀπογοητευμένος Πατέρας τοῦ νέου ἐκείνου ἀπευθύνθηκε καί ἀλλοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ γιοῦ του. Παρακάλεσε καί τούς μαθητές τοῦ Κυρίου. Ὅμως «δέν ἠδυνήθησαν» νά θεραπεύσουν τόν γιό του. Ἔτσι «γονυπέτησε» στόν Κύριο καί Τόν ἐπικαλέσθηκε : «Κύριε, σπλαχνίσου τό γιό μου, γιατί εναι πιληπτικός καί ποφέρει· πολλές φορές μάλιστα πέφτει στή φωτιά καί στό νερό» (Ματθαίου ιζ΄ 15)

Συνεχῶς οἱ ἄνθρωποι ἀπογοητεύονται ὅταν αὐτοί στούς ὁποίους ἀναζητοῦν βοήθεια καί σωτηρία ἀδυνατοῦν νά ἀνταποκριθοῦν. Ὁ Χριστός ὅμως κανένα δέν ἀπωθεῖ, κανένα δέν ἀπογοητεύει, κανενός δέν διαψεύδει τίς ἐλπίδες.

Ὅταν ὁ Κύριος μᾶς ἀνοίξει ὁδό σωτηρίας στήν ζωή μας μή διστάσουμε νά τήν βαδίσουμε θά σέ ὁδηγήσει μᾶς ἀσφάλεια καί βεβαιότητα στήν σωτηρία.

2. Ζήτησε καί σύ ἀπό τόν Χριστό τήν σωτηρία σου, διότι:

α΄. ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μοναδικός Σωτήρας πού μᾶς χαρίσθηκε ἀπό τόν Θεό, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀπό κανέναν λλο δέν μπορε νά προέλθει σωτηρία οτε πάρχει λλο πρόσωπο κάτω πό τόν ορανό δοσμένο στούς νθρώπους μέ τό ποο νά μπορομε νά σωθομε» (Πράξεων δ΄ 12)

β΄.  Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μεσιτεύει γιά μᾶς στόν οὐράνιο θρόνο τοῦ Θεοῦ  : «Γιατί ἕνας εἶναι ὁ Θεός κι ἕνας ὁ μεσίτης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός» (Α΄ Τιμόθεον  β΄ 5)

γ΄. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός πού τελειοποιεῖ-στεφανώνει τόν δικό μας ἀγῶνα εἶναι ὁ Ἀρχηγός τῆς πίστεως καί ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας : «Ἄς ἔχουμε τά μάτια μᾶς προσηλωμένα στόν Ἰησοῦ, πού μᾶς ἔδωσε τήν πίστη, τήν ὁποία καί τελειοποιεῖ. Αὐτόν πού, ἀντί γιά τή χαρά πού θά μποροῦσε νά ἔχει, ὑπέμεινε τό σταυρικό θάνατο περιφρονώντας τήν ἀτίμωση, καί κάθισε στά δεξιά τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ» ( Πρός Ἑβραίους ιβ΄ 2)

δ΄. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός θυσιάσθηκε γιά ὅλους μας 

Αὐτός ἔπαθε γιά τίς ἁμαρτίες μας καί ἀνέστη γιά τήν δικαίωσή μας : «ησος παραδόθηκε στό θάνατο γιά τίς νομίες μας κι ναστήθηκε γιά τή σωτηρία μας» (Πρός Ρωμαίους δ΄ 25)

20 Μαΐου 2022

Ὁ εὐλογῶν Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός

Ὁ εὐλογῶν Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός.

«ἐν παντὶ ἐπλουτίσθητε ἐν αὐτῷ» (Α΄ Πρός Κορινθίους α΄ 5)

 

Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος Λόγος μέ τήν ἐνανθρώπησι Του  εἰσέρχεται στόν συνεχῶς μεταβαλλόμενο καί ἀλλοιούμενο κόσμον τῆς ματαιότητος καί τῆς φθορᾶς γιά νά τόν ὑψώσει στήν αἰωνιότητα παύοντας κάθε ροπή καί μεταβολή του.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό σταθερό σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς ἐπί τῆς γῆς ἱστορίας καί τῆς πνευματικῆς πορείας, τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ χρόνος μεταβάλλει τίς γνῶμες καί τίς ἔννοιες τῶν ἀνθρώπων.Οἱ γνῶμες, οἱ ἰδέες, οἱ τρόποι τῶν ἀνθρώπων εἶναι καταδικασμένοι σέ ἀδιάλειπτη μεταβολή καί ὁ χρόνος μεταβάλλει τά περιβάλλοντα μας ἀντικείμενα. Ἐπίσης ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας παρέρχεται καί ἐμεῖς συνεχῶς μεταβαλλόμεθα. Ὁ ἄνθρωπος διαπιστώνει τήν τραγικότητα καί τό πρόσκαιρον τῆς ζωῆς του, τό ἄστατο τῆς δόξης καί πάσης καταστάσεως καί ἐξομολογεῖται “ Ἐξέλιπον ὡσεί καπνός αἱ ἡμέραι μου” (Ψαλμός 101 (ρα΄), 4). “αἱ ἡμέραι μου ὡσεί σκιά ἐκλίθησαν ” (Ψαλμός 101 (ρα΄),  2). Ὁ ὁρατός κόσμος μεταβάλλεται.

 

Ὁ ἀμετάβλητος Χριστός.

Παρά ταῦτα, παρά τήν τῶν πάντων ἀλλοίωση, μεταβολήν καί ἐναλλαγή στό κέντρον τῆς ἱστορίας βρίσκεται ἕνα Πρόσωπο. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτός παραμένει αἰώνιος καί ἀμετάβλητος κατά τούς προηγουμένους λόγους τῆς Γραφῆς “Σύ δέ ὁ αὐτός καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν ”. Μάταια θά προσπαθήση ὁ ἄνθρωπος νά βρεῖ ἤ νά κατασκευάσει ἀντίδοτο στήν ἐσωτερική ἀνασφάλεια καί τό ἄγχος ἄλλο, ἐκτός ἀπό τήν πίστη.

Στήν ἐποχή μας τῆς ἐφιαλτικῆς ρευστότητος καί τῆς ἀσθματικῆς μεταβλητότητος ὁ Χριστός εἶναι καί μένει μοναδικός καί ἀμετάβλητος.

Τό δρόμο τῆς πίστεως πρέπει νά βαδίσωμε μέ συνέπεια. Αὐτοῦ τοῦ δρόμου ἡ ἀρχή εὑρίσκεται στήν ταπεινή Βηθλεέμ, ἀναβαίνει στόν φρικτό Γολγοθᾶν κατεβαίνει στόν κενόν μνημεῖον καί ἀπ’ ἐκεῖ ἀνεβαίνει εἰς τόν οὐρανόν καί στόν Κύριον τῆς δόξης.

Ἔτσι τό ἄστατο, μεταβλητό καί πρόσκαιρο διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ  μεταστοιχειοῦται σέ αἰώνιο καί οἱ πρόσκαιροι καί μεταβλητοί καί μάταιοι μετέχουν τῆς ἀγαθότητος τῆς αἰωνίου ζωῆς καί ἀφθαρσίας.

 

Ὁ Κύριός μας πηγή εὐλογιῶν

          Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι πηγή εὐλογιῶν γιά τούς πιστούς, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος «ὅτι ἐν παντὶ ἐπλουτίσθητε ἐν αὐτῷ» (Α΄ Πρός Κορινθίους α΄ 5), σκορπίζοντας εὐλογίες σ’ ὅλους τούς πένητες καί στερημένους χαρίτων κατά τόν ἀποστολικό λόγο «ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν» (Πρός Κορινθίους Β΄ θ΄ 9).

          Ἡ ἁγία Γραφή ὑποδεικνύει ὅτι κάθε πιστός δύναται νά ἀπευθύνεται στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό:  

α΄. Γιά Ἐλευθερία

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος διακηρήττει ὅτι «Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Πρός Γαλάτας ε΄ 1). Εἶναι ὁ ἐλευθερωτής μας.

β΄. Γιά Ὑγεία

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός τήν ἐπίγεια ζωή Του «διῆλθε εὐεργετῶν καί ἰώμενος» (Πράξεων ι΄ 38). Χάρισε τήν θεραπεία σέ πολλούς, ὅπως παραλύτους, τυφλούς, λεπρούς, ἀναπήρους καί ἄλλους πού ὑπέφεραν ἀπό δυσίατες ἀσθένειες. Σ’ Αὐτόν στρεφόμαστε ὅλοι γιά νά μᾶς θεραπεύσει ὅπως Ἐκεῖνος γνωρίζει καί βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. «Αὐτός (δηλαδή ὁ Χριστός) θεράπευσε ὅλους τους ἀρρώστους, κι ἔτσι ἐκπληρώθηκε αὐτό πού εἶχε εἰπωθεῖ μέσω τοῦ προφήτη Ἠσαΐα μ’ αὐτά τά λόγια: Αὐτός πῆρε τίς ἀσθένειές μας καί βάσταξε τίς ἀρρώστιες». (Ματθαίου η΄ 16-17)

δ΄. Γιά Δύναμη

Ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται στήν ζωή του ἀντιμέτωπος μέ ὑπέρτερες δυνάμεις ἀνθρώπινες καί δαιμονικές πού καλεῖται νά ἀντιμετωπίσει. Σ’ αὐτή τήν πάλη ἐνδυναμώνεται ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅπως ὁμολογοῦσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλιππησίους δ΄ 13) Δηλαδή : «Ὅλα τά μπορῶ χάρη στό Χριστό πού μέ δυναμώνει».

δ΄. Γιά Ἁγιότητα

Ἅγιος εἶναι αὐτός πού καθαρίσθηκε ἀπό τόν μολυσμό τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἄνθρωπος μόνος του δέν εἶναι δυνατόν νά τό κατορθώσει αὐτό. Ὡστόσο καθαριζόμαστε ἀπό τόν Θεό μέ τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού μᾶς δίδεται καί ἐνεργεῖ ὅταν συμμετέχουμε στά Ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας «Γιατί ὅλοι ἔχουν τόν ἴδιο πατέρα: καί αὐτός πού ἐξαγνίζει καί αὐτοί πού ἐξαγνίζονται. Γι’ αὐτό καί δέν ντρέπεται νά τούς ὀνομάζει ἀδέλφια». (Πρός Ἑβραίους β΄ 11)

ε΄. Γιά  Εἰρήνη

Ὁ ἄνθρωπος καθώς ζεῖ σέ ταραχές καί ἀκαταστασίες ἔχει ἐσωτερική εἰρήνη πού προέρχεται ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή του, ὅπως διαβεβαίωσε ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός τούς Μαθητές Του: «Φεύγω καί σς φήνω τήν ερήνη. Τή δική μου ερήνη σς δίνω. Δέ σς τή δίνω πως τή δίνει κόσμος» (’Ιωάννου ιδ΄ 27)

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος διακηρύττει πανηγυρικά «Χριστός ἐστίν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Ἐφεσίους β΄ 14). Δηλαδή : «Ὁ Χριστός εἶναι ἡ εἰρήνη μας»

στ΄. Γιά Χαρά

Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ δείχνει τήν ἀγάπη μας γιά τόν Θεό καί ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό κάνει τόν ἄνθρωπο χαρούμενο καί εὐτυχισμένο:  «Καί θά μείνετε πιστοί στήν γάπη μου, ν τηρήσετε τίς ντολές μου, πως γώ τήρησα τίς ντολές το Πατέρα μου καί γι’ ατό μένω πιστός στήν γάπη του. Σς τά επα ατά, στε χαρά δική μου νά εναι μέσα σας, κι χαρά σας νά εναι λοκληρωμένη» (’Ιωάννου ιε΄ 10-11)

ζ΄. Γιά  Ἀνάπαυση

Ὁ Κύριος καλεῖ ὅλους μας κοντά Του γιά νά μᾶς ξεκουράσει λέγοντας :  «λτε σ’ μένα λοι σοι κοπιάζετε καί εστε φορτωμένοι, κι γώ θά σς ξεκουράσω» (Ματθαίου ια΄ 28)

η΄. Γιά Εὐτυχία

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, πού κλήθηκε ἀπό τόν προφήτη Ἡσαΐα «μεγάλος βουλῆς ἄγγελος» (Ἡσαΐου θ΄ 6), μᾶς γεμίζει πνευματική χαρά καί ἀγαλλίαση μέ τήν ὑπόσχεση τῆς μελλοντικῆς δόξας, τήν ὁποία προγεύομαστε στήν ζωή αὐτή: «Τό Χριστό τόν γαπτε, ν καί δέν τόν χετε γνωρίσει κατ’ ψη. Τώρα δέν τόν βλέπετε, πιστεύετε μως σ’ ατόν, κι ατός σᾶς γεμίζει νείπωτη χαρά κι γαλλίαση, καί προγεύεστε τήν τελική δόξα» (Α΄ Πέτρου α΄ 8)

θ΄. Γιά Αἰώνια Ζωή

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός χαρίζει τήν αἰώνιο ζωή σ’ ὅσους πιστεύουν σ’ Αὐτόν στήν θεότητά Του καί στήν θυσία Του.

«Σᾶς βεβαιώνω: ποιος πιστεύει σ’ μένα ατός χει τήν αώνια ζωή» (Ἰωάννου στ΄ 47)

18 Μαΐου 2022

Ὁ Ζωοδότης Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός

Ὁ Ζωοδότης Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός

 

 

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ πηγή τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἡ χριστιανική ζωή ἔχει ἀπαιτήσεις, δυσκολίες, κινδύνους καί εὐθύνες. Σ’ αὐτή τή ζωή πού ὁ Κύριός μας χαρακτήρισε ὡς «στενή καί τεθλιμμένη ὁδό» (Ματθαίου ζ΄ 14) καί προειδοποίησε τούς μαθητές Του ὅπως ὁ Ἴδιος διεκήρυξε «ἐγώ εἰμί ἡ ζωή» (Ἰωάννου ια΄ 25) ὅτι «ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε» (Ἰωάννου ιστ΄ 33) ὁ πιστός ἀντλεῖ ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό:

θάρρος κατά τήν προτροπή Του «θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμο» (Ἰωάννου ιστ΄ 33)

δύναμη ὅπως καί ὁμολογοῦσε μέ αὐτοπεποίθηση ὁ ἀπόστολος Παῦλος «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι μέ Χριστῷ» (Φιλιππησίους δ΄ 13) καί

ἔμπνευση κατά τήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου «ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν» (Πρός Ἑβραίους ιβ΄ 2),

ὑπομονή στούς πειρασμούς ἐπειδή κατά τόν ἀπόστολο Ἰάκωβο «τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονή» (Ἰακώβου α΄ 3)

καρτερία, ὅπως ὁ Μωϋσῆς πού «πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν θυμὸν τοῦ βασιλέως· τὸν γὰρ ἀόρατον ὡς ὁρῶν ἐκαρτέρησε» (Πρός Ἑβραίους ια΄ 27). Μερικά παραδείγματα βεβαιώνουν τοῦ λόγου τό ἀληθές:

α΄. Τοῦ ἀποστόλου Πέτρου.

Πού ὅσο κοίταζε πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό αἰσθανόταν ἀσφαλής καί σίγουρος καί περιπατοῦσε πάνω στά κύματα τῆς λίμνης Γεννησαρέτ. Μόλις ὅμως ἀπέσπασε τήν ματιά του ἀπ’ Αὐτόν βλέποντας τήν δύναμη τοῦ ἀνέμου κυριεύθηκε ἀπό φόβο καί ἀμφιβολία. Τότε «ἄρχισε νά καταποντίζεται».

 «Βλέποντας μως τόν σχυρό νεμο φοβήθηκε, κι ρχισε νά καταποντίζεται· βαλε τότε τίς φωνές: «Κύριε, σσε μέ!» (Ματθαίου ιδ΄ 30)

Συνεπῶς ἄς ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό παρά τόν ἔντονο πόλεμο πού γίνεται ἐναντίον μας, τήν ἀστάθεια καί ρευστότητα τῶν συνθηκῶν πού ἐπικρατοῦν γύρω μας. Μή ὀλιγοπιστοῦμε. Μή διστάζουμε. Μήν ἀμφιβάλλουμε ὅτι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι δίπλα μας, μᾶς παρακολουθεῖ, μᾶς ἐνσχύει, θά σπεύσει νά μᾶς βοηθήσει, ὅταν ἀπειλούμαστε ἀπό τούς πειρασμούς.

β΄. Τοῦ Λώτ.

Πού ἀτένιζε ἐνῶ ἐγκατέλειπε τά Σόδομα κατευθυνόμενος, πρός τήν Σηγώρ, τήν πόλη πού τοῦ ὑπέδειξε ὁ Κύριος νά μετοικίσει φεύγοντας ἀπό τά φλεγόμενα Σόδομα στά ὁποῖα κατοικοῦσε ἐκεῖ καί ὁλοκλήρωσε τήν σωτηρία του. Ἀντίθετα, ἔπραξε ἡ γυναίκα του.

Ὅταν γύρω μας ὁ κόσμος χάνεται ἄς ἀκολουθήσουμε τίς ἐντολές πού μᾶς δίδει ὁ Χριστός γιά νά διασωθοῦμε. Ἀλλιῶς καί μεῖς δέν θά ἔχουμε καμμία, προοπτική καμμία ἐλπίδα ὅταν ὁ Θεός θά κατακαύσει «πυρί ἀσβέστῳ» τήν ἁμαρτία, τήν ἀσέβεια, τήν σκλήρυνση τῶν καρδιῶν καί τήν ἀμετανοησία. Μόνο ὁ Χριστός θά μᾶς ὁδηγήσει μέ ἀσφάλεια στήν σωτηρία «Καθώς τούς ἔβγαζαν ἔξω, είπε ἕνας : φύγε, γιά νά σώσεις τήν ζωή σου ! Μήν κοιτάξεις πίσω σου καί μη σταθεῖς πουθενά σέ ὅλη τήν περιοχή. Τρέξε νά σωθεῖς στά βουνά, γιά νά μήν καταστραφεῖς...ἡ γυναίκα ὅμως τοῦ Λώτ κοίταξε πίσω καί ἔγινε στήλη ἅλατος». (Γενέσεως ιθ΄ 17, 26)

γ΄.Τοῦ ἀποστόλου Παύλου.

Πού ἄλλοτε τόν κατέκριναν γιά τήν σκληρότητα πού ἐπιδείκνυε κατά τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Πράξεων θ΄ 1) καί ἄλλοτε τόν ἐπευφημοῦσαν ἐπειδή κήρυττε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, (Πράξεων ιδ΄ 18, ιστ΄ 17), ἀλλά αὐτό  «ἐλάχιστα» τόν ἐνδιέφερε, τό ὑπελόγιζε καί τό λογάριαζε. Ἡ ζωή του ἦταν πρός τόν Κύριο, πού ἦταν «ὁ ἀνακρίνων».

Ἔτσι κι ἐμεῖς δέν πρέπει νά ἐπηρεαζόμαστε εἴτε ἀπό τά ἀρνητικά σχόλια τοῦ περιβάλλοντός μας, ὅταν ἀγωνιζόμαστε κατά τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας, τηροῦντες τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ εἴτε ἀπό τούς ἐπαίνους ὅταν ἐπιτελοῦμε τό καθῆκον μας. Νά ὑπολογίζουμε μόνο τήν γνώμη καί τήν κρίση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ὁ Κριτής ὅλων μας.  «Ὅσο γιά μένα, χει μικρή σημασία ν μου ζητηθε νά ποδώσω λογαριασμό ς διαχειριστής σ’ σς σ’ ποιοδήποτε νθρώπινο δικαστήριο, φο οτε διος δέν μπορ νά δικάσω τόν αυτό μου» (Α΄ Κορινθίους δ΄ 3)

2. Μέ τήν ἴδια ἐμπιστοσύνη πρέπει καί μεῖς νά στρεφόμαστε πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ἐπειδή: 

α΄. Αὐτός εἶναι τό θεῖο πρότυπό μας. Ἔζησε χωρίς νά ἁμαρτήσει, γι’ αὐτό μέ παρρησία διακήρυξε : «τίς μέ ἐλέγχει περί ἁμαρτίας;» (Ἰωάννου η΄ 46). Ἄς εἴμαστε μιμητές Του «ἀποστυγοῦντες τό πονηρό» (Πρός Ρωμαίους ιβ΄ 9), ἀποφεύγοντες τήν ἁμαρτία καί τήν κοσμική νοοτροπία, ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος διεκήρυττε «ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ» (Πρός Γαλάτας στ΄ 14).

β΄. Ἀπό τούς ἀνθρώπους μπορεῖ ν’ ἀποκαρδιωθοῦμε ἀφοῦ ἐνδέχεται νά ἀστοχήσουν στήν κρίση τους, νά δείξουν μεροληψία, νά κινηθοῦν ἀπό σκοπιμότητα. Βλέπουμε τόν «παροξυσμό» μεταξύ Παύλου καί Βαρνάβα (Πράξεων ιε΄ 39). Ἀπό τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό ὅμως δέν θά ἐγκαταλειφθοῦμε, δέν θά προδοθοῦμε ποτέ, διότι εἶναι «ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός» (Ἀποκαλύψεως γ΄ 14) δηλαδή : «Ὁ ἀξιόπιστος κι ἀληθινός μάρτυρας, αὐτός»

γ΄. Ἀγωνιζόμαστε ἀποβλέποντες στόν Ἰησοῦ, «τόν Ἀρχηγόν καί τελειωτήν τῆς πίστεως» : «Ἄς ἔχουμε τά μάτια μᾶς προσηλωμένα στόν Ἰησοῦ, πού μᾶς ἔδωσε τήν πίστη, τήν ὁποία καί τελειοποιεῖ. Αὐτόν πού, ἀντί γιά τή χαρά πού θά μποροῦσε νά ἔχει, ὑπέμεινε τό σταυρικό θάνατο περιφρονώντας τήν ἀτίμωση, καί κάθισε στά δεξιά τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ» (Ἑβραίους ιβ΄ 2)

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός προπορεύεται στήν χριστιανική ζωή, ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά Του, ζοῦμε ὅπως ζοῦσε Ἐκεῖνος, σκεφτόμαστε ὅπως ἐσκέπτετο Ἐκεῖνος, μιλᾶμε ὅπως μιλοῦσε Ἐκεῖνος, συμπεριφερόμαστε, ὅπως συμπεριφερόταν Ἐκεῖνος.  

Οἱ θυσίες καί οἱ κόποι πού κάνουμε γιά νά ζήσουμε ἐφαρμόζοντες τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ δέν θά χαθοῦν, θά ἀνταμοιφθοῦν μέ δόξα πνευματική.

10 Μαΐου 2022

Τό σύγχρονο λειτουργικό κήρυγμα ὡς μέσο παιδαγωγίας εἰς Χριστόν

Τό σύγχρονο λειτουργικό κήρυγμα

ὡς μέσο παιδαγωγίας εἰς Χριστόν

 

          Λειτουργικό κήρυγμα σημαίνει κυρίως καί κατά πρῶτο λόγο τό κήρυγμα πού γίνεται κατά τήν διάρκεια πού τελεῖται ἡ θεία Εὐχαριστία πού καλεῖται καί θεία Λειτουργία καί κατ’ ἐπέκταση τό κήρυγμα πού γίνεται σέ ὅλες τίς ἱερές Ἀκολουθίες.  

          Ὁ λόγος αὐτός δέν εἶναι λόγος ἀργός πού ὁ Κύριος συνέστησε στούς μαθητές Του νά ἀποφεύγουν λέγοντας : «Λγω δ μν τι πν ῥῆμα ργν ἐὰν λαλσωσιν ο νθρωποι, ποδσουσι περ ατο λγον ν μρ κρσεως» (Ματθ. ιβ΄ 36), δηλαδή δέν εἶναι λόγος περιττός καί ἀνώφελος.

          Ὁ λόγος αὐτός δέν εἶναι λόγος ἀνθρώπινος πού νά ἐπιδέχεται ἀλλαγές, ἐκσυγχρονισμούς ἤ καί ἀπόρριψη.  Τήν ταυτότητα τοῦ λόγου αὐτοῦ προσδιορίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, λέγοντας :  «Πρέπει νά ξέρετε, δελφοί μου, πώς τό εαγγέλιο πού σς κήρυξα δέν προέρχεται πό νθρωπο. Γιατί κι γώ οτε τό παρέλαβα οτε τό διδάχτηκα πό νθρωπο, λλά μοῦ  τό ποκάλυψε ησος Χριστός» (Πρός Γαλάτες α΄ 11-12).

            Συνεπῶς αὐτά πού κηρύττουν οἱ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου δέν τά ἐπινόησαν οὔτε τά ἐξήγγειλαν ἄνθρωποι.  Εἶναι λόγος Θεοῦ, λόγος μέ αἰώνιο κῦρος καί θεία αὐθεντία. Ὁ Θεός ὁμιλεῖ στόν λαό Του. Ὁ λαός ἀκούει τόν Πατέρα Του, τόν Κύριο τῆς ζωῆς του πού τόν παιδαγωγεῖ, ὥστε ἀπό ἄνθρωπο τῆς γῆς νά τόν ἀνεβάσει σέ μέτοχο τῆς δόξας Του καί πολίτη τῆς βασιλείας Του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου νά ἐννοήσει τό βάθος καί τό πλάτος καί τό ὕψος του χρειάζεται νά ἑρμηνευθεῖ. Τρεῖς θεωροῦνται οἱ γίγαντες τῆς κακίας κατά τούς ἀσκητές πατέρες πού πολεμοῦν τήν γνώση τοῦ Θεοῦ ἡ λήθη, ἡ ἄγνοια καί ἡ ραθυμία.  Ἡ αὐθεντική ἑρμηνεία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ γίνεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἑρμήνευσε μέ αὐθεντικότητα τόν Νόμο πού δόθηκε ἀπό τον Θεό στόν Μωϋσῆ πάνω στό ὄρος Σινᾶ, ὅπως διαβάζουμε στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία Του (Ματθαίου ε΄, στ΄, ζ΄).

          Ὁ Κύριος ἐπίσης ὑποσχέθηκε στούς Μαθητές Του πρίν ἀναληφθεῖ καί  ἐπιστρέψει στούς οὐρανούς θά τούς ἀποστείλει τό ἅγιο Πνεῦμα γιά νά τούς ὁδηγήσει στήν ἀλήθεια νά κατανοήσουν δηλαδή τό βάθος τῆς διδασκαλίας Του (Ἰωάννου ιστ΄ 13).

            Στούς ἁγίους Ἀποστόλους ὁ Κύριος ἔδωσε τό ἅγιο Πνεῦμα καί ἀποκάλυψε  τίς αἰώνιες ἀλήθειές Του, ὅπως διακηρύττει ὁ ἀπόστολος Παῦλος  (Πρός Κορινθίους Α΄  β΄ 10)

          Ἀξιοπρόσεκτοι εἶναι καί οἱ λόγοι του μέ τούς ὁποίους περιβάλλει μέ τό θεῖο κῦρος τήν διακονία τῶν κηρύκων τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πού δέχονται τήν θεία ἀποκάλυψη γιά νά ἑρμηνεύσουν τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου. Αὐτό τό ἔργο δέν ἐπιτελεῖται ἀπό τόν καθένα μέ δική του ἔμπνευση καί αὐθαίρετη συλλογιστική. (Πρός Κορινθίους Α΄ β΄ 12-16)

          Μέ αὐτά τά δεδομένα τό λειτουργικό κήρυγμα περιλαμβάνει τόν αὐθεντικό λόγο τοῦ Θεοῦ καί τήν αὐθεντική ἐξήγηση, ἑρμηνεία ἤ ἐμβάθυνση ἀπό τόν ἔχοντα τόν φωτισμό τοῦ ἁγίου Πνεύματος πού τοῦ ἀποκαλύπτει τήν ἀληθινή σημασία του γιά τούς πιστούς.

α-Ὁ σκοπός τοῦ λειτουργικοῦ κηρύγματος

          Τό περιεχόμενο καί ὁ σκοπός τοῦ κηρύγματος στήν θεία Λειτουργία καθορίσθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο μέ τούς λόγους Του:  «Γιατί ὁ Θεός φανέρωσε τή χάρη του, γιά νά σώσει ὅλους τούς ἀν­θρώπους. Αὐτή μᾶς καθοδηγεῖ νά ἀρνηθοῦμε τήν ἀσέβεια καί τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες καί νά ζήσουμε μέ σωφροσύνη, μέ δικαιοσύνη καί μέ εὐσέβεια στόν παρόντα αἰῶνα, περιμένοντας τή μακαριότητα πού ἐλπίζουμε, δηλαδή τήν ἐμφάνιση τῆς δόξας τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί σωτήρα μας, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Πρός Τίτον β΄ 11-13)

            Σύμφωνα μ’ αὐτούς τούς ἐκκλησιαστικούς λόγους τό λειτουργικό κήρυγμα μᾶς παιδαγωγεῖ, μᾶς ἐκπαιδεύει, μᾶς καθοδηγεῖ πρός τρεῖς κατευθύνσεις

          α΄.  στό νά ἀρνηθοῦμε τήν ἀσέβεια καί τίς ἐπιθυμίες τοῦ μάταιου καί ἁμαρτωλοῦ κόσμου καί νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπ’ αὐτόν

          β΄. στό νά ζήσουμε στή ζωή αὐτή μέ ἐγκράτεια στόν ἑαυτό μας, μέ δικαιοσύνη πρός τούς γύρω μας ἀνθρώπους καί μέ εὐσέβεια πρός τόν Θεό.

          γ΄.  στό νά περιμένουμε μέ χαρά τήν φανέρωση τῆς δόξας τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

β΄ Ἡ πνευματική γέννηση.

          Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στούς πιστούς, ὅτι μέ τό κήρυγμά του  γέννησε τά πνευματικά του παιδιά μέ τήν χάρη πού τοῦ ἔδωσε ἡ κοινωνία καί ἡ σχέση του μέ τόν Χριστό (Πρός Κορινθίους δ΄ 15). Συνεπῶς μέ τό κήρυγμα γεννιοῦνται τά πνευματικά παιδιά, τά παιδιά πού πιστεύουν στό Θεό πού ζοῦν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐφαρμόζοντας τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.

          Σ’ αὐτή τήν πνευματική γέννηση ἀναφέρεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος πού εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί κυρίως τῆς σταυρικῆς θυσίας Του (Πρός Ἑβραίους β΄10).

γ΄. Ἡ μόρφωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

          Αὐτή ἡ πνευματική παιδαγωγία, ἡ διαδικασία δηλαδή τῆς πνευματικῆς προόδου ἀναδεικνύει τούς υἱούς καί τίς θυγατέρες τοῦ Θεοῦ, χαρίζει δηλαδή στούς ἀνθρώπους τήν θεία υἱοθεσία.

          Τό ἔργο αὐτό γιά νά ἐπιτελεσθεῖ ἀπαιτεῖ ὑπηρέτες καί συνεργάτες τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἀνθρώπους γιά νά διαπαιδαγωγήσουν τούς μαθητές τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά τούς φθάσουν στήν πνευματική ὡριμότητα, τελειότητα πού εἶναι νά ἀποκτήσουν τόν τέλειο χαρακτήρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὑψηγορεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος : «Ἔτσι θά καταλήξουμε λοι στήν νότητα πού δίνει πίστη κι βαθιά γνώση το Υο το Θεο, θά γίνουμε ριμοι καί θά φτάσουμε στήν τελειότητα πού μέτρο τς εναι Χριστός. Δέ θά εμαστε πιά νήπια» (Πρός Ἐφεσίους δ΄ 13-14)

            Ὁ ἀγῶνας, ἡ ἀγωνία, ὁ κόπος αὐτῆς τῆς φροντίδας  τῶν ἐργατῶν στό γεώργιο ἤ τήν οἰκοδομή τοῦ Θεοῦ  (Πρός Κορινθίους Α΄ γ΄ 9) γιά τήν πνευματική πρόοδο καί προκοπή καί ὡρίμανση τῶν πιστῶν χαρακτηρίσθηκε πνευματικός τοκετός καί παρομοιάσθηκε ἀπο τόν ἀπόστολο Παῦλο μέ τούς πόνους καί τήν ἀγωνία τοῦ σωματικοῦ τοκετοῦ (Πρός Γαλάτες δ΄ 19)

         

δ΄ Τό λειτουργικό κήρυγμα

μέσο γιά τήν κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς σαρκώσεως

          Ὁ μέγας θεολόγος ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει, ὅτι σκοπός ὅλης τῆς  παιδαγωγίας τοῦ Θεοῦ πού ἐκτείνεται τήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν νά ὁδηγήσει στήν πίστη πρός τόν Ἰησοῦ Χριστό, οἱ ἄνθρωποι νά πιστέψουν στόν ἀληθινό καί ζωντανό Θεό καί στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πού ἀπέστειλε στόν κόσμο (Ἰωάννου ιζ΄ 3)

          Ὅπως στήν ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ συνέτεινε ἡ νομοθεσία τοῦ Σινᾶ κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅτι «ὁ νόμος παιδαγωγός ἡμῶν γέγονε εἰς Χριστόν » (Πρός Γαλάτες γ΄ 24) ἔτσι καί τό λειτουργικό κήρυγμα ἔχει κέντρο τήν ἐπίγνωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως «τ τ πλτος κα μκος κα βθος κα ψος » (Πρός Ἐφεσίους γ΄ 18) τῆς συγκαταβάσεως καί τοῦ ἐλέους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

ε΄. Ὁ Χριστολογικός χαρακτῆρας τοῦ λειτουργικοῦ λόγου.

          Ὁ χαρακτῆρας τοῦ λειτουργικοῦ κηρύγματος εἶναι Χριστολογικός καί ἀναφέρεται στήν προΰπαρξη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στίς προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γι’ Αὐτόν. Τό λειτουργικό κήρυγμα ἀναφέρεται στήν ζωή Του, στήν τήν ἐποχή Του, στόν χαρακτῆρα Του, στά ἔργα Του, στά σημεῖα, τίς ἀποδείξεις δηλαδή τῆς καταγωγῆς Του καί τῆς δυνάμεώς Του, στήν διδασκαλία Του, στόν σταυρικό θάνατό Του, στήν ἀνάστασή Του, στήν ἀνάληψή Του, στήν δευτέρα παρουσία Του. Ἀκόμα καίο στίς δωρεές Του πρός τούς μαθητές Του.

          Συνεπῶς μέ τό λειτουργικό κήρυγμα οἱ πιστοί ὁδηγοῦνται βαθμηδόν στήν ἐπίγνωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί στήν κατανόηση τῶν ἀληθειῶν τῆς διδασκαλίας Του.  

21 Ἀπριλίου 2022

Οἱ τρεῖς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Κυρίου μας

Οἱ τρεῖς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Κυρίου μας

         

Τήν τελευταία ἑβδομάδα τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ κορυφώνεται ἡ διακονία Του γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτό καί ἀποτελεῖ σταθμό στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας πού προβάλλει πρόσωπα καί γεγονότα πού νοηματοδοτοῦν τά ἔργα τοῦ Σωτῆρος. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τούς πιστούς νά βιώσουν τά γεγονότα τῆς Ἑβδομάδας συμπορευόμενοι μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό μέχρι τό Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση.

Μεγάλη Πέμπτη

Ὅλοι γνωρίζουμε, ὅτι τήν παραμονή τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου, τό βράδυ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός τέλεσε ὁ Ἴδιος γιά πρώτη φορά τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τό ὁποῖο παρέδωσε στούς Ἀποστόλους, μέ τήν ἐντολή, νά ἐξακολουθήσουν καί ἐκεῖνοι νά τό τελοῦν. Ἀπό τούς  Ἀποστόλους τό Ἁγιώτατο Μυστήριο παραδόθηκε στούς διαδόχους τους καί ἀπ’ αὐτούς στούς ἑπομένους, καί οὕτω καθεξῆς, διά μέσου τῶν αἰώνων, ἔφθασε ἕως τίς μέρες μας. Ἔχουμε δέ καί ἐμεῖς τό ἴδιο ἱερό προνόμιο, πού δόθηκε τήν πρώτη ἐκείνη Μεγάλη Πέμπτη στούς Ἀποστόλους: Νά ἔχουμε κατά τήν Θεία Λειτουργία ἐνώπιόν μας αὐτόν τόν Ἴδιον τόν Σωτῆρα Ἰησοῦν Χριστόν, νά μᾶς προσφέρει τό Σῶμα Του καί τό Αἷμα Του τό ἅγιον. Δέν πρέπει ποτέ νά παραμελοῦμε αὐτή τήν θεία δωρεά, ἀλλά καί οὔτε νά λησμονήσουμε ποτέ μέ πόση προσοχή καί εὐλάβειαν πρέπει νά τήν δεχόμαστε.

 

 Μεγάλη Παρασκευή

Ὅσοι καί ἄν ἐλέχθησαν ὅσα καί ἄν ἐγράφησαν καί ἄν μέ ὁποιαδήποτε μορφή ἀνθρωπίνης τέχνης, ἐχρησιμοποιήθησαν γιά τήν παράσταση τοῦ δράματος τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ, τίποτε δέν ὑπῆρξε ἱκανό νά μᾶς  τό καταστήσει καί νά τό ἐξυμνήσει ἐκτός ἀπό ὅσα μᾶς εἶπε γι’ αὐτό ὁ Ἴδιος ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Καί ὅσον καί ἄν οἱ ἄνθρωποι-ὁσονδήποτε σοφοί, εὐσεβεῖς καί ἐνάρετοι –προσπάθησαν νά ἐξηγήσουν τό μυστήριο αὐτό τῆς σωτηρίας τοῦ  Σταυροῦ, ποτέ ἡ ἀνθρωπίνη ἀντίληψη δέν μπόρεσε (μήτε καί στό μέλλον θά μπορέσει) νά τό ἐξιχνιάσει, γιατί δέν εἶναι δυνατό ποτέ τά ἀνθρώπινα νά ταυτισθοῦν μέ τά θεῖα καί οἱ ἄνθρωποι σκέπτονται καί κρίνουν πάντοτε μέ ἀνθρωπινά μέτρα. Ἐκεῖνοι ὅμως πού ἐπίστευσαν ἀληθινά στόν Ἐσταυρωμένο Λυτρωτή ἔχουν προσωπική πλέον πείραν τῆς πραγματικότητος, πού δημιούργησε ὁ Σταυρός Του, καί ἑκατομμύρια ἀπ’ αὐτούς προτίμησαν νά χύσουν τό αἷμα τους μέσα στό φρικτό μαρτύριο παρά νά χωρισθοῦν ἀπό κοντά Του.

 

 

 Μέγα Σάββατο

«Τοῦτο Σάββατόν ἐστι ὁ ὑπερευλογημένον»! Ἔτσι ὀνομάζει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τήν ἡμέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Διότι τήν θεωρεῖ ὡς τήν πραγματική ἡμέρα τῆς καταπαύσεως, ἀφοῦ κατ’ αὐτήν ἀνεπαύθη σωματικῶς στόν τάφο τόσο ἐργασθείς γιά τήν σωτηρία μας καί τόσο πονέσας γι’ αὐτήν ὁ θεῖος Λυτρωτής. Δέν ἔμεινε ὅμως ἀδρανής τοῦ ὑπερανθρώπου ἡ ψυχή. Ἀπ’ ἐναντίας, ἑνωμένη πάντοτε μέ τήν Θεότητα βρῆκε τήν εὐκαιρία νά ἐπικοινωνήσει καί μέ τούς προαπελθόντες,  ὅλους ἐκείνους πού εἶχαν ποθήσει τήν λύτρωση γιά τή σωτηρία, χωρίς νά τήν συναντήσουν στήν παροῦσα ζωή.  Καί τούς χάρισε τήν πνευματική ἀνάσταση καί τήν αἰώνια σωτηρία, τήν ὁποία πραγματοποίησε πρός χάριν ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος μέ τήν θυσίαν Του ἐπάνω στόν Σταυρό.  Ἀλλά καί σ’ ἐκείνους ἀκόμη, πού συνειδητά εἶχαν περιφρονήσει τόν θεῖο Νόμο καί ἤταν ἄξιοι μεγαλυτέρας καταδίκης, καί τούς προσέφερε αὐτή τήν σωτηρία, ὅταν πῆγε στόν Ἅδη ὡς Λυτρωτής.

 

 

 Κυριακή τοῦ Πάσχα

Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή μαζί μέ ἄλλες γυναῖκες ἀφοῦ εἶχαν ἐπιστρέψει ἀπό τόν Γογλοθᾶ στήν πόλη, παρευρέθηκαν στόν ἐνταφιασμό τοῦ Σωτήρα κατά τό βράδι τῆς Παρασκευῆς καί εἶχαν ἑτοιμάσει ἀρώματα καί μύρα γιά νά ἔλθουν νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα ἐξαιτίας τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου ἡσύχαζαν γιά ὅλη τήν ἡμέρα. Τήν ἑπομένη ἡμέρα Κυριακή ἀπό πολύ πρωΐ, πού ἀπό τούς εὐαγγελιστές ὀνομάζεται πρώτη Σαββάτου καί μία τῶν Σαββάτων, δηλαδή ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, τότε 25 Μαρτίου καί ἀφοῦ εἶχαν περάσει τριάντα ἕξι ὥρες σχεδόν ἀπό τόν θάνατο τοῦ ζωοδότου Λυτρωτή πῆγαν μέ τά νεκρώσιμα ἀρώματα στό μνημεῖο. Καί καθώς σκέφτονταν γιά τήν δυσκολία τῆς μετακινήσεως τοῦ λίθου μέ τόν ὁποῖο εἶχε σφραγισθεῖ ἡ θύρα τοῦ μνημείο, ἔγινε μεγάλος σεισμός καί ἕνας Ἄγγελος πού φεγγοβολοῦσε σάν ἀστραπή κλαί ἡ στολή του ἦταν λευκή σάν χιόνι μετακίνησε τόν λίθο καί ἀφοῦ κάθισε πάνω του ἔκανε τούς φύλακες τρομάξουν πάρα πολύ καί τούς ἔστρεψε σέ φυγή. Οἱ γυναῖκες στήν συνέχεια μπῆκαν στό μνημεῖο καί ἀφοῦ δέν βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ βλέπουν ἄλλυς δύο Ἀγγέλους πού φοροῦσαν λευκούς χιτῶνες, ἔχοντες ἡλικία ἄντρα καί ἀφοῦ τίς πληροφόρησαν γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ  τίς ἀπέστειλαν γιά νά διαμηνύσουν γρήγορα τά χαρούμενα γεγονότα καί τίς καλές ἀγγελίες στούς Μαθητές τοῦ Ἰησοῦ. Τήν στιγμή ἐκείνη ἔφθασε στό σημεῖο αὐτό ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης καί ἀφοῦ πληροφορήθηκαν τά ὅσα εἶχαν γίνει ἀπό τήν Μαγδαληνή μπῆκαν στό μνημεῖο καί βρήκαν μόνο τά σάβανα. Ἐπανερχόμενοι ὅλοι στήν πόλη μέ μεγάλη χαρά διακήρυτταν τήν ὑπερφυή ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ τόν Ὁποῖον καί εἶδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά τήν σημερινή ἑορτή.

Αὐτή τήν χαρμόσυνη ἀνάσταση ἑορτάζουμε σήμερα καί ἀσπαζόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον ἐν Χριστῷ δείχνοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο τήν κατάλυση τῆς προηγούμενης ἔχθρας μας μέ τόν Θεό καί τήν μεταξύ μας διαλλαγή μέσω τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρα μας. Ἡ ἑορτή ὀνομάζεται Πάσχα κατά ὁμωνυμία μέ τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων πού σημαίνει διάβαση. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός πού ἔπαθε καί ἀναστήθηκε μᾶς διεβίβασε ἀπό τήν κατάρα τοῦ Ἀδάμ καί τῆς δουλείας τοῦ Διαβόλου στήν ἀρχαία ἐλευθερία καί μακαριότητα. Ἡ ἡμέρα αὐτή τῆς ἑβδομάδας ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη τῶν ὑπολοίπων ἀφιερώθηκε στήν τιμή τοῦ Κυρίου μας καί γιά τό λόγο αὐτό ὀνομάσθηκε Κυριακή. Σ’ αὐτήν τήν ἡμέρα μετατέθηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους  ἡ ἀργία καί ἡ ἀνάπαυση τῆς ἑορτῆς τοῦ Σαββάτου σύμφωνα μέ τόν παλαιό νόμο.     

 «Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον

ὑμνοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν Αὐτοῦ.

Σταυρὸν γὰρ ὑπομείνας δι’ ἡμᾶς

θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν»

7 Ἀπριλίου 2022

Μετάνοια –Ἐξομολόγηση

Μετάνοια –Ἐξομολόγηση

«ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ·

καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου» (Ψαλμοῦ λα΄, 5).

Ἡ θεία Χάρη πού ὑπάρχει στήν  Ἐκκλησία καί χορηγεῖται ἀπό αὐτήν στούς πιστούς, τούς ποίους ἀποκαθιστᾶ, θεραπεύει ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἁγιάζει, μεταδίδεται σ’ αὐτούς μέ τά ἅγια Μυστήρια, τά ὁποῖα εἶναι θεοσύστατες τελετές πού μεταδίδουν μυστηριωδῶς τήν ἀόρατη θεία Χάρη μέ αἰσθητά στοιχεῖα καί μέσα.

Ἰδιαίτερα κατά τήν τρέχουσα περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς,  ὅλα τά ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, καί πιό εἰδικά τῆς  Μετανοίας - Ἐξομολογήσεως, ὅταν ἀξίως μετέχουμε σ᾽ αὐτό, ἀποβαίνει ὄργανο καί μέσο μεταδοτικό τῆς σώζουσας θείας Χάριτος, καθιστώντας τούς πιστούς κοινωνούς τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Σωτήρα, ἑνώνοντάς τους μέ τόν Θεό. Μέσω τῶν ἁγίων Μυστηρίων ἐνεργεῖ στούς ἀν θρώπους ἡ σωτήρια δύναμη τοῦ Θεοῦ καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁλοκληρώνεται ὁ ἁγιασμός τῶν πιστῶν μέ τήν Χάρη καί τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾽ αὐτόν τόν λόγο τά ἅγια Μυστήρια κατέχουν τέτοια θέση στήν συνείδηση τῶν ὀρθοδόξων, ὥστε καί αὐτή «ἡ Ἐκκλησία σημαίνεται διά τῶν Μυστηρίων, ἐπειδή εἶναι σῶμα Χριστοῦ καί μέλη ἐκ μέρους », ὅπως διδάσκει ὁ Θεσσαλονικέας θεολόγος τοῦ ιδ΄ αἰώνα, ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας: (Ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας, 37, 38 Migne P.G. 150, 452-453).) Τά ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἑπτά, Δηλαδή: Τό Βάπτισμα, τό Χρῖσμα, ἡ θεία Εὐχαριστία, ἡ Μετάνοια, ἡ Ἱερωσύνη, ὁ Γάμος καί τό Εὐχέλαιο. Ἀπό αὐτά, τά τρία, τό Βάπτισμα, τό Χρῖσμα καί ἡ Χειροτονία δέν ἐπαναλαμβάνονται, τά ὑπόλοιπα, ἡ θεία Εὐχαριστία, ἡ Μετάνοια, ὁΓάμος καί τό Εὐχέλαιο ἐπαναλαμβάνονται. Καθένα ἀπό τά ἅγια Μυστήρια μεταδίδει στούς πιστούς ἰδιαίτερη θεία Χάρη: Τό Βάπτισμα καί τό Χρῖσμα ἀναγεννᾶ καί δικαιώνει, ἡ θεία Εὐχαριστία τρέφει πνευματικά καί ἁγιάζει, θεραπεύει τήν ψυχή καί τό σῶμα, ἐνῶ ἡ Μετάνοια, τόΕὐχέλαιο, ἡ Ἱερωσύνη καί ὁ Γάμος ἱκανώνει τούς πιστούς σέ εἰδικά καθήκοντα.

Ἡ ἐνέργεια τῶν ἁγίων Μυστηρίων α) ὀφείλεται στό ὅτι τά συνέστησε καί τά τέλεσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός πού εἶναι ὁ ἀόρατος τελετάρχης τους καί μυσταγωγός μας. β) Ἐξαρτᾶται ἄν ἡ τέλεσή τους γίνεται ἀπό κληρικόν ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποστολική διαδοχή ἡ ὁποία ἐξασφαλίζεται μέ τήν χειροτονία του στήν Ἐκκλησία, ὅπου διατηρεῖται ἡ ἀποστολική διαδοχή καί γ) ἄν τελοῦνται γιά τόν σκοπό πού ἱδρύθηκαν, δηλαδή γιά ἀνθρώπους πού διαθέτουν ὀρθή πίστη καί ἔχουν προετοιμασθεῖ κατάλληλα γιά νά συμμετάσχουν σ’ αὐτά. Ὁ λειτουργός τελώντας τά ἅγια Μυστήρια εἶναι ἁπλῶς τό ὄργανο τοῦ ἀοράτου Κυρίου, ὁ Ὁποῖος ἐνεργεῖ καί «τελεταρχεῖ» αὐτά. Ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἠθική κατάσταση τοῦ ἱερουργοῦ, διδάσκει σχετικῶς ὁ ἱερός Χρυσόστομος (Ὁμιλία Η´ «Εἰς τήν πρός Κορινθίους Α´ ἐπιστολή» §1 Migne P.G. 61, 69).

Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία, ἐπειδή πιστεύει ὅτι ἡ θεία Χάρη δέν ἐνεργεῖ ἐκτός τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας, δέν ἀναγνωρίζει κατ’ ἀκρίβεια τά μυστήρια πού τελοῦνται ἐκτός αὐτῆς, μόνο δέ, σέ ἐντελῶς ἐξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεῖ, «κατ’οἰκονομίαν» καί συγκατάβαση, νά ἀναγνωρίσει τά μυστήρια ὅσων προέρχονται ἀπό ἑτεροδόξους καί ἐπιθυμοῦν νά ἐνταχθοῦν στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.

Ἡ Μετάνοια - Ἐξομολόγηση

Στήν Ἁγία Γραφή ἀναφέρονται περιπτώσεις ἐξομολογήσεως πού μᾶς διδάσκουν τά χαρακτηριστικά πού πρέπει νά ἔχει ἡ κατά Θεόν ἐξομολόγησις. Ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νά συνοδεύεται μέ κατά Θεό λύπη. Λύπη γιά τήν ἁμαρτία. Ἐπισημαίνουμε τόν Ψαλμό λζ΄ (λη΄), 37 (38) πού ἀναγιγνώσκεται καθημερινῶς στήν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί χαρακτηρίζεται ὡς ἱκετήριος Ψαλμός μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Περιεχόμενο τοῦ Ψαλμοῦ 37 εἶναι ὁ θρῆνος ἑνὸς ἄρρωστου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐκλαμβάνει τὴν ἀσθένειά του ὡς τιμωρία ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ κάποια ἁμαρτία του, ὁπότε ὁμολογεῖ τὴν ἐνοχή του καὶ ζητᾶ συγχώρηση. Εἶναι ὁ τρίτος ἀπὸ τοὺς λεγόμενους στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση «Ψαλμοὺς τῆς Μετανοίας». Ἀρχίζει, μετὰ τὴν ἐπιγραφή (στ. 1), μὲ μιὰ ἔκκληση πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ ἐπιείκεια (στ. 2) καὶ συνεχίζει μὲ μιὰ ἐκτεταμένη περιγραφὴ τῆς φυσικῆς καὶ ψυχολογικῆς κατάστασης τοῦ ἀρρώστου (στχ. 3 καί 11), ποὺ τὴν ἐπιδεινώνουν ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ ἐχθρότητα ἀντίστοιχα φίλων καὶ ἐχθρῶν (στ. 12 καί 13). Παρεμβάλλεται μιὰ νέα περιγραφὴ τῆς οἰκτρῆς κατάστασης τοῦ ἀρρώστου (στχ 14 καί15), καὶ ἀκολουθοῦν ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς πίστης στὸν Θεό (στχ 16-17), ἡ αἴτηση γιὰ συγχώρηση (στχ. 18 καί 19) καὶ ἡ καταγγελία τῶν ἐχθρῶν (στχ. 20 καί 21). Ὁ ψαλμὸς τελειώνει ὅπως ἄρχισε, μὲ μιὰ ἔκκληση πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ βοήθεια (στχ. 22 καί 23).

Μέ τό Ἅγιο Μυστήριο τῆς Μετανοίας στό ὁποῖο προσέρχονται πιό συχνά οἱ πιστοί κατά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή παρέχεται ἀπό τόν Θεό ἄφεση ὅλων τῶν μετά τό Βάπτισμα ἁμαρτιῶν σ᾽ αὐτούς πού μετανοοῦν εἰλικρινά καί ἐξομολογοῦνται τίς ἁμαρτίες τους, μπροστά στόν Ἐπίσκοπο ἤ τόν Πρεσβύτερο. Γι’ αὐτό καί ἡ Μετάνοια χαρακτηρίζεται κατά κάποιον τρόπο ὡς δεύτερο Βάπτισμα. Κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας γιά νά δοθεῖ ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὁ πιστός πρέπει νά ὁμολογήσει μόνος του ἐλεύθερα καί ἀβίαστα τίς παραβάσεις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐνώπιον εἴτε Πρεσβυτέρου εἴτε  Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος καί διαβάζει τήν καθιερωμένη συγχωρητική εὐχή, ὅπως ἔκανε ὁ Κύριος πού ἔλεγε «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι».  (Ματθαίου θ´, 2) Ἔτσι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες. Κάθε ἄλλη πρακτική δέν προσφέρει τήν ἄφεση. Τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν παρέχει καί ἐνεργεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἐνῶ αὐτός πού τελεῖ τό Μυστήριο Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος εἶναι ὄργανο πού ἐξαγγέλει τήν ἄφεση. Πάντως κατά τόν Μέγα Βασίλειο εἶναι «ἀνάγκη νά ἐξομολογούμαστε τά ἁμαρτήματα σέ αὐτούς πού ἔχει ἀνατεθεῖ ἡ οἰκονομία τῶν μυστηρίων τοῦ Θεο «Ἀναγκαῖον τοῖς πεπιστευμένοις τὴν οἰκονομίαν τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ ἐξομολογεῖσθε τὰ ἁμαρτήματα» (Μεγάλου Βασιλείου: «Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν 288». Migne P.G. 31, 1284).

Ἡ συγχώρηση πού παρέχεται στούς πιστούς, μετά ἀπό ἀληθινή καί εἰλικρινή ἐξομολόγηση, εἶναι πλήρης καί τελεία, καί δέν χρειάζεται καμμία συμπλήρωση. Τά ἐπιτίμια πού ἐπιβάλλονται στούς ἐξομολογουμένους εἶναι φάρμακα ἰαματικά πρός στερέωση τῆς ἠθικῆς ἀναρρώσεως πού ἔχει ἐπιτευχθεῖ καί ἰάσεως καί ἐκριζώσεως τῶν παθῶν. Θεωροῦνται μέσα θεραπευτικά καί παιδαγωγικά καί διορθωτικά γιά νά βελτιωθοῦν καί νά σταθεροποιηθοῦν στήν ἀρετή οἱ ἁμαρτάνοντες.

30 Μαρτίου 2022

ΘΕΟΤΟΚΟΣ «ἡ ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν»

ΘΕΟΤΟΚΟΣ

«ἡ ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν»

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                    

Ἡ Ἐκκλησίας μας καί τό Ἔθνος μας ἑορτάζει τήν 25 Μαρτίου  διπλῆ ἑορτή, τήν ἐθνική γιά τήν ἔναρξη τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 καί τήν θρησκευτική, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, μαρτυρώντας τόν ἄρρηκτο δεσμό τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καί δείχνοντας τήν συμπόρευσή τους στήν ἱστορία τῆς Πατρίδος μας. Χωρίς νά παραθεωροῦμε τό μέγιστο γεγονός τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως θά ἀναφερθοῦμε στό πρόσωπο τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.   

    Ἡ ᾿Εκκλησία µας στό πάνσεπτο πρόσωπό της τιμᾶ καὶ δοξάζει τήν «ἀσυγκρίτως» τῶν Χερουβεὶμ καὶ τῶν Σεραφείμ, καὶ τὴν θέτει ὑψηλότερον παντὸς ἄλλου δημιουργήµατος τοῦ Θεοῦ ἐντὸς τῆς ὁρατῆς, ἀλλὰ καὶ ἀοράτου κτίσεως «τήν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν». Ἡ Κυρία Θεοτόκος ἔμεινε τὸ κορυφαῖον Δημιούργημα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

᾽Αλλὰ καὶ στὴν κτιστὴ φύση, ὅπου εὑρίσκεται ἡ Κυρία Θεοτόκος, λαμβάνει μία κορυφαία θέση. Εἶναι ὑπεράνω ὅλων τῶν ποιημάτων τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ᾿Ασωμάτων Δυνάμεων, ποὺ εἶναι ὁ ᾿Αγγελικὸς κόσμος.

Ἡ µοναδικότητα τῆς Θεοτόκου καταφαίνεται καὶ ἀπό τήν προϊστορία της: Ὅπως ὁ ὑμνωδός ἀναφέρει, «μυστικῶς ταῖς ἱεροτεύκτοις Γραφαῖς λαλεῖται περὶ σοῦ, Μῆτερ Ὑψίστου». Δηλαδή, μὲ τρόπον µυστηριώδη, μητέρα τοῦ Θεοῦ, γίνεται λόγος γιὰ σὲνα στίς Γραφές, τίς ἀπὸ ἱερές χεῖρες γεγραμµένες. Καὶ προσθέτει εἰς ἄλλο ὕμνο: «Δανιήλ σὲ ὄρος καλεῖ νοητόν, Γεννήτριαν Θεοῦ ὁ Ἡσαΐας. Βλέπει δὲ ὡς πόκον Γεδεών. Ὁ Δαυΐδ δὲ ἁγίασμα φάσκει, πύλην δὲ ἄλλος». (Μεγαλυνάριον τῆς Θ΄ Ὠδῆς τοῦ Ὄρθρου τῆς Ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ΚΕ΄ Μαρτίου). Αὐτὴ ἡ προϊστορία της ἀποτελεῖ τὸ προανάκρουσμα τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς δόξης της, ἀλλὰ καὶ τῆς ἱστορίας της.

Ἐπίσης ἀπό τήν ἱστορία. Γιὰ τὴν ἱστορία της λίγες πληροφορίες ἔχομεν ἀπὸ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, συνδυαζόµενες ὅμως μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας εἶναι ἐπαρκεῖς, διὰ νά σημειωθοῦν τὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα τῆς ζωῆς της.

1. «Κεχαριτωμένη»:

Τὸ µέγα «μυστήριον τὸ χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένον» «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Πρός Ρωμαίους ιδ΄ 24. Πρός Κολοσσαεῖς α΄, 26), τὸ μυστήριον τῆς σωτηρίας φανερώνεται. «Ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Πρός Γαλάτας δ΄, 4) ὁ οὐράνιος πολίτης, ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, κομιστὴς πανευφροσύνου μηνύματος, καταφθάνει στὴν γῆ. Σέ ποιόν θά εὐαγγελισθεῖ τὸ χαρμόσυνο εὐαγγέλιο; Ἐπίσης τῆς ἀπευθύνεται ὁ θεῖος χαιρετισμός: «Χαῖρε, κεχαριτωµένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ: εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶν» (Λουκᾶ α΄, 28).

Μέχρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡ Θεοτόκος ὑπῆρξε «κεχαριτωμένη» μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δική της προσπάθεια. Μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ἀξία νὰ καταστῇ καὶ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ Λόγου, γιὰ αὐτό καὶ καθαρίζεται ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ καὶ ἀπὸ πάσης ροπῆς τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ πρώτου ἀνθρώπου.

2. Θεοτόκος:

Τὸ 431 στὴν Ἔφεσο ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος κατεδίκασε τὸ φρόνηµα τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ἡ Ἁγία Παρθένος ὑπῆρξε ἀνθρωποτόκος (δηλαδή µήτηρ ἀνθρώπου ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεῖον Λόγον)  ἤ Χριστοτόκος (µήτηρ τοῦ Χριστοῦ, ὄχι ὅμως καὶ τοῦ Θεανθρώπου). Καὶ ἀνεκήρυξε «τὴν ἁγίαν Παρθένον Θεοτόχκον, γεγέννηκε γὰρ σαρκικῶς σάρκα γεγονότα τὸν ἐκ Θεοῦ Λόγον» (βλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Πρός τούς τολμῶντας συνηγορεῖν τοῖς Νεστορίου δόγμασιν, ὡς ὀρθῶς ἔχουσι,  κεφ. Α΄. PG 76, 392).

᾿Ακατάληπτο μυστήριο ἀποτελεῖ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἐξήγηση λογική δὲν δύναται νὰ ὑπάρχει. Βρίσκεται πέρα τῆς δυνατότητος νὰ τὸ συλλάβει ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Μόνον ἡ πίστη ὅτι: «ὅπου Θεὸς βούλεται», ὅπου ὁ Θεὸς θέλει, «νικᾶται φύσεως τάξις», ἀνατρέπεται ὁ φυσικὸς νόµος καὶ ἡ φυσικὴ τάξη. Καὶ ἀληθῶς οὕτως ἔχει.

3. Ἀειπάρθενος:

Ἡ τρίτη βασική ἀλήθεια περὶ τοῦ προσώπου τῆς Παναγίας Θεοτόκου εἶναι τὸ ἀειπάρθενό της.

Παρθένος καὶ Μητέρα εἶναι δύο ἔννοιες ἀντιφατικαί. Δύο γεγονότα ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα. Ἡ Θεοτόκος, ἀπὸ τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς ὁποίας ἔλαβε τὴν ἀνθρωπίνη φύση ὁ Σωτήρ, ὑπῆρξε Παρθένος. Ἔζησε κατὰ τὴν ἔκφραση τῶν Πατέρων ζωὴ παρθενική, ἰσάγγελη καὶ ἄμωμη. Ὑπῆρξε Παρθένος, ἡ ὁποία εἶχε παραδώσει ὁλοκληρωτικῶς, χωρὶς καμμία ἐπιφύλαξη, στὸν Θεὸν ὅλον τὸ εἶναι της, ψυχή, νοῦ, θέληση, καρδιά καὶ σῶμα. Καὶ τὸ σημαντικώτερο. Ἡ παρθενία αὐτὴ συνώδευσε τὴν πάναγνη κόρην τῆς Ναζαρὲτ καὶ μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Σωτῆρος καὶ τῆς ἔμεινε κτῆμα παντοτινό.

Γ΄. Τά ἔσχατά της:

Οἱ Γραφὲς δὲν μᾶς δίδουν καµµία πληροφορία γιὰ τὸ τέλος τῆς Μαρίας, οὔτε ἐὰν ἀπέθανε, οὔτε ἐὰν ἐτάφη, οὔτε ἐὰν δὲν ἐτάφη.

Στίς εὐχαριστιακές µας συνάξεις τὸ διακηρύσσουμε: «ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ σῶσον ἡμᾶς» ἤ «Διὰ πρεσβειῶν τῆς παναχράντου Σου Μητρός... σῶσον ἡμᾶς». Καὶ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ γνωρίζει, ὄχι θεωρητικῶς καὶ νοησιαρχικῶς, ἀλλά καὶ βιωματικῶς, ὅτι «ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοὶ πρὸς Θεὸν ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσιν, ἀεὶ µεσιτείαν...». Γι’ αὐτὸ «οὐ σιωπήσωμέν ποτε Θεοτόκε - ἀναφωνοῦν οἱ πιστοὶ -τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα τίς ἡμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;»

Εἰκόνες, ἀφιερώματα, ναοί, ὕμνοι, παρακλητικοὶ κανόνες, ἱκεσίαι, ἑκατοντάδες ἐπίθετα τῆς ἀποδίδονται, γιὰ νὰ ἐκφρασθεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ ἀφοσίωση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπό της.

Ἑπομένως τὸ μέγα πλῆθος τῶν ὀνομάτων της εἶναι ἓνα μικρὸ δεῖγμα τῆς ἀπέραντης ἀγάπης καὶ τῆς βαθειάς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπό της. Μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιθέτων, τὰ ὁποῖα τῆς ἀποδίδονται, ὑποδηλώνονται οἱ πολλές αὐτῆς χάριτες, οἱ τρόποι προστασίας τῶν πιστῶν της καὶ τὰ πολλά δωρήµατα τῆς Παναχράντου καὶ ὑπερευλογηµένης Θεοτόκου, ποὺ λαμβάνουν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τήν ἐπικαλοῦνται.

Γιὰ τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἔμεινε « κεχαριτωμένη» Παναγία, ἡ Θεοτόκος καὶ ἀειπάρθενος, ἡ ὁποία σήμερα εἶναι ἡ µεσίτρια καὶ πρέσβειρα, ποὺ «ἀεὶ» πρεσβεύει ὑπὲρ τοῦ λαοῦ αὐτῆς. Εἶναι ἡ ἀναντικατάστατη «παραμυθία», παρηγορία καὶ ἐνίσχυση τῶν θλιβοµένων. Ὅπως ψάλλει ὁ λαός της: «πάντων θλιβομένων ἡ χαρά, καὶ ἀδικουμένων προστάτις, καὶ πενοµένων τροφή, ξένων τε παράκλησις καὶ βακτηρία τυφλῶν, ἀσθενούντων ἐπίσκεψις, καταπονουµένων σκέπη καὶ ἀντίληψις καὶ ὀρφανῶν βοηθός».

17 Μαρτίου 2022

Ἡ δύναμη τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ δύναμη τῆς Ἐκκλησίας

 

Ἡ Ἐκκλησία μας ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἑορτῆς καί πανήγυρης γιά τήν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων τό 843 μ.Χ θυμᾶται καί τιμᾶ ὅλους τούς λαμπρούς ἀγῶνες καί τούς ἄθλους τῶν ἁγίων Πατέρων ὑπέρ τῆς πίστεως στόν ἀληθινό Θεό καί τῆς σώζουσας ἀλήθειας, πού ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τῆς πλάνης κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου «γνώσεσθε τήν ἀλήθεια καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάννου η΄32). Ἔτσι στρέφουμε τό βλέμμα καί τήν σκέψη μας στήν νίκη τῆς Ἐκκλησίας κατά τούς ἀγῶνες Της γιά νά ἀντιμετωπίσει τούς ἐχθρούς τῆς ἀλήθείας  Της καί νά ἐμβαθύνουμε στό μυστήριο τῆς δυνάμεώς Της. Ἐνῶ ὁ κόσμος φθείρεται καί καταστρέφεται κατά τό ἀποστολικό λόγιο «παράγει γάρ τό σχῆμα τοῦ κόσμου» (Πρός Κορινθίους Α΄ ζ΄ 31) ἡ Ἐκκλησία θάλλει καί ἀναπτύσσεται. Μένει ἀσάλευτη καί ἀήττητη ἐπειδή:  α-Εἶναι ἀήττητος ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας  πρός Ἐφεσίους  ε΄ 23). Ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός ἀπευθυνόμενος στούς μαθητές Του εἶπε :  « Θεὸς μοῦ δωσε λη τὴν ξουσία στὸν ορανὸ καὶ στὴ γ» (Ματθαίου κη΄ 18).    Κατά τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκαλύψεως στ΄2). Τήν ἰσχύ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξαγγέλλει τό ψαλμικό: « Εἶπε ὁ Κύριος καί Θεός μου πρός τόν Κύριο καί Θεό μου· Κάθησαι στά δεξιά το θρόνου μου καί ἐγώ θά θέσω ὅλους τούς ἐχθρούς σου ὡς ὑποπόδιο τῶν ποδιῶν σου» (Ψαλμοῦ ρθ΄ (ρι΄) 1). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ πανηγυρικά τήν πνευματική ἐξουσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπί τῶν οὐρανίων (δηλαδή τῶν ἀγγέλων), τῶν ἐπιγείων (δηλαδή τῶν ἀνθρώπων), καί τῶν καταχθονίων (δηλαδή τῶν δαιμόνων) ὅτι : «Γι’ αὐτὸ καὁ Θεὸς τὸν ἀνέβασε πολὺ ψηλὰ καὶ τοῦ χάρισε τὄνομα ποὺ εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα τὀνόματα. Κι ἔτσι, στὄνομα τοἸησοὅλα τἐπουράνια, τἐπίγεια καὶ τὑποχθόνια θὰ προσκυνήσουν, καὶ κάθε γλώσσα θὁμολογήσει ὅτι Κύριος εἶναι Ἰησοῦς Χριστός,  γιὰ νὰ δοξάζεται ἔτσι ὁ Θεὸς Πατέρας »  (Πρός Φιλιππησίους β΄ 9-11)

Ἐδόθη ἡ ἐξουσία στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό γιά νά ὑποτάξει ὅλους τούς ἐχθρούς στό θεῖο θέλημα: «διος Χριστός πρέπει νά βασιλεύει σότου Θεός ποτάξει σ’ ατόν λους τους χθρούς. Ὁ τελευταος χθρός πού θά συντριφθε εναι θάνατος. Γιατί Γραφή διακηρύττει: Θεός πέταξε τά πάντα σ’ ατόν. ταν μως λέει τι χουν ποταχτε σ’ ατόν «τά πάντα», εναι φανερό πώς δέν περιλαμβάνεται στά «πάντα» καί Θεός, πού πέταξε σ’ ατόν τά πάντα. Ὅταν, λοιπόν, θά ποταχθον σ’ ατόν τά πάντα, τότε καί διος Υός θά ποταχθε σ’ ατόν πού θεσε κάτω πό τήν ξουσία το τά πάντα· τσι Θεός θά βασιλέψει πλήρως πάνω σέ λα». (Πρός Κορινθίους Α΄ ιε΄, 25-28). Ὁ  Κύριος διευκρίνησε, ὅτι εἶναι ὁ λίθος ὁ ἀκρογωνιαῖος, ὁ ἐκλεκτός, ὁ ἔντιμος (Α΄ Πέτρου Β΄ 6) πάνω στόν ὁποῖο θεμελιώθηκε ἡ Ἐκκλησία (Πρός Ἐφεσίους β΄ 21) καί προειδοποίησε ὅτι: «Ὅποιος πέσει πάνω σ’ ατὸν τὸ λίθο θὰ τσακιστε· καὶ σ’ ποιον πάνω πέσει λίθος θὰ τὸν κομματιάσει» (Ματθαίου κα΄43).

Εἶναι ἀήττητη ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Κύριος τόνισε στούς μαθητές Του, ὅτι οἱ ἀντίπαλοί τους δέν θά μποροῦν νά ἀντιμετωπίσουν τήν θεόσδοτη σοφία πού θά τούς δόσει: «Νιῶστε το καλά, πώς δέ χρειάζεται νά ἑτοιμάζετε ἀπό πρίν τήν ἀπολογία σας, γιατί ἐγώ θά σᾶς δώσω λόγια καί σοφία, καί σ’ αὐτά δέ θά μπορέσουν νά ἀντισταθοῦν ἤ νά τά ἀντικρούσουν οἱ ἀντίπαλοί σας »  (Λουκᾶ κα΄ 14-15). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει, ὅτι τό εὐαγγέλιο εἶναι «Ατό (ἐν. τό εὐαγγέλιο) εναι δύναμη το Θεο, πού σώζει καθέναν πού πιστεύει» (Πρός Ρωμαίους α΄16). Ὁ Κύριος εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν Διδάσκαλος (Ἰωάννου ιγ΄ 3), πού ὁμιλοῦσε «ὡς ἐξουσίαν ἔχων» (Ματθαίου ζ΄ 29).

Εἶναι ἀήττητη ἡ πίστη.

Μεγάλα καί θαυμαστά εἶναι τά τῆς πίστεως κατορθώματα, ὅπως ἀναφέρονται στό ια΄ (11ο) κεφάλαιο τῆς πρός Ἑβραίους ἐπιστολῆς γιά τήν ἐποχή τῆς οἰκονομίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἐπιβεβαιώνονται ὅμως  κι ἀπό τήν δισχιλιετῆ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.

Τό ἀήττητο τῆς Ἐκκλησίας ἐξαίρει πανηγυρικώτατα ἡ χρυσῆ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἅγιος πατέρας μας Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος : «Ἄς ἀκούσουν οἱ εἰδωλολάτρες, ἄς ἀκούσουν οἱ Ἰουδαῖοι τά κατορθώματά μας καί τήν πρωτοκαθεδρία (τά πρωτεῖα) τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό πόσους πολεμήθηκε ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά ποτέ δέν νικήθηκε; Πόσοι τύραννοι; Πόσοι στρατηγοί; Πόσοι βασιλεῖς; Ὁ Αὔγουστος, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάϊος, ὁ Κλαύδιος, ὁ Νέρων, ἄνθρωποι τιμώμενοι γιά τήν μόρφωσή τους, δυνατοί τόσο πολύ (τήν) πολέμησαν, ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμη στήν νεανική της ἡλικία, ἀλλά δέν τήν ξερίζωσαν. Ἀλλά ἐκεῖνοι μέν, οἱ ὁποῖοι τήν πολέμησαν, δέν ἀκούγονται πλέον καί ἔχουν λησμονηθεῖ, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία, πού πολεμήθηκε, ὑψώνεται ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ. Διότι νά μήν κοιτάξεις αὐτό, ὅτι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται στήν γῆ, ἀλλά ὅτι ἔχει τό πολίτευμά της στόν οὐρανό. Ἀπό ποῦ εἶναι φανερό αὐτό; Τό δείχνει ἡ ἀπόδειξη τῶν πραγμάτων. Πολεμήθηκαν ἕντεκα μαθητές καί ἡ οἰκουμένη πολεμοῦσε, αὐτοί δέ, πού πολεμήθηκαν ἐνίκησαν, ἐνῶ αὐτοί πού πολέμησαν καταλύθηκαν (ἀφανίσθηκαν). Τά πρόβατα νίκησαν τούς λύκους. Εἶδες ποιμένα νά ἀποστέλει τά πρόβατα ἀνάμεσα στούς λύκους, γιά νά μήν σωθοῦν οὔτε μέ τήν φυγή; Ποιός ποιμήν κάνει αὐτό; ’Αλλά ὁ Χριστός τό ἔκανε γιά νά σοῦ δείξει, ὅτι τά κατορθώματα γίνονται ὄχι κατά τήν (φυσικήν) ἀλληλουχίαν τῶν πραγμάτων, ἀλλά κατά τρόπον ἀνώτερον τῆς φύσεως καί τῆς ἀλληλουχίας αὐτῆς. Διότι, ἡ Ἐκκλησία εἶναι στερεωμένη περισσότερο ἀπό τόν οὐρανό. Ἀλλ’ ἴσως ὁ εἰδωλολάτρης μέ κατηγορεῖ γιά ἀνοησία (ἀκρισία). Ἀλλ’ ἄς ἀναμένει τήν ἀπόδειξη τῶν πραγμάτων καί ἄς μανθάνει τήν δύναμη τῆς ἀλήθειας, πῶς δηλαδή εἶναι εὐκολώτερο νά σβησθεῖ ὁ ἥλιος παρά νά ἐξαφανισθεῖ ἡ Ἐκκλησία» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, δ΄ ὁμιλία στό χωρίο Ἡσαΐου στ΄ 1 PG 56, 121-122).

Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης διακηρύττει ἐμφαντικότατα, ὅτι «αὕτη ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Ἰωάννου ε΄4)

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἰσχυρότερη

ἀπό τίς σκοτεινές δυνάμεις τοῦ κακοῦ.

Τό ἀήττητο τῆς Ἐκκλησίας διεκήρυξε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πού εἶπε, «Δέ θά τήν κατανικήσουν (ἐν. τήν Ἐκκλησία) ο δυνάμεις το δη (Ματθαίου ιστ΄ 8), ὅτι εἶναι ἀνίκητη ἀκόμη καί ὅταν τήν πολεμοῦν ὀργανωμένα οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ.

Γι’ αὐτό προειδοποίησε καί τόν Σαούλ τόν μετάπειτα ἀπόστολο Παῦλο λέγοντάς του «Σαούλ, Σαούλ, γιατί μέ καταδιώκεις; Εἶναι ὀδυνηρό νά κλοτσᾶς στά καρφιά »  (Πράξεων κστ΄ 14). Ὁ πόλεμος κατά τῆς Ἐκκλησίας ὁμοιάζει μέ κλοτσιές σέ καρφιά. Ἀπό τήν ἐπίθεση αὐτή πληγώνεται καί αἱμορραγεῖ ὅποιος κλοτσᾶ τά καρφιά. Ἡ Ἐκκλησία μέ τήν δύναμή Της ἐνισχύει τά μέλη Της γιά νά μήν ἐκπέσουν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καί στερηθοῦν τίς θεῖες δωρεές. Οὐσιαστικά ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας καθιστᾶ ἀσφαλῆ καί βεβαία τήν σωτηρία τῶν μελῶν Της.

15 Μαρτίου 2022

Ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων

«Ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων»

(Πρός Τιμόθεο Β΄α΄13-14).

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας

Οἱ Ὑγιαίνοντες λόγοι

            Τίς συμβουλές τοῦ ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου στόν μαθητή του ἀπόστολο Τιμόθεο (βλ. Πρός Τιμόθεον Β΄, α΄, 1-3) θεωρήσαμε, ὅτι εἶναι εὔκαιρο καί κατάλληλο νά θυμηθοῦμε καί νά μελετήσουμε κατά τήν μεγάλη πανήγυρη τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, πού ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησίας μας τήν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων (†843 μ.Χ.) σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (†787 μ.Χ.). Κατά τήν λαμπρή αὐτή πανήγυρη ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας ἔχει θέσει στό κέντρο τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεώς Της τήν νίκη τῆς ἀλήθειάς Της ἐπί τῶν ἀσεβῶν διδασκαλιῶν καί πρακτικῶν.

          Τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποκαλεῖ ὑγιαίνοντες λόγους καί καλή παρακαταθήκη προτρέποντας τόν μαθητή του ἀπόστολο Τιμόθεο νά τήν ἔχει βάση καί ὁδηγό τῆς ζωῆς του:

α΄ Νά ἔχεις ὑπόδειγμα ζωῆς.

          Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη, χρειάζεται ἕνα σταθερό σημεῖο ἀναφορᾶς γιά νά ἐλέγχει τήν ὀρθότητα τῶν ἀποφάσεών του καί τῶν ἐπιλογῶν του γιά νά μήν παρασύρεται ἀπό ἐπικίνδυνες γιά τήν ζωή του καί τήν ψυχή του ἀπόψεις καί γνῶμες.

          Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου μοιάζει μέ πορεία. Ὅπως στήν πορεία ὁ ἄνθρωπος  ἀκολουθεῖ ἕνα συγκεκριμένο δρόμο καί τίς ἐνδείξεις πού ὑπάρχουν γιά νά φτάσει μέ ἀσφάλεια καί σιγουριά στό προορισμό του, ἔτσι καί στήν ζωή τά ὑποδείγματα, τά πρόσωπα, οἱ ἀρχές καί οἱ κανόνες δείχνουν στόν ἄνθρωπο τόν σκοπό τῆς ζωῆς καί τόν τρόπο ἐπιτυχίας του.  

          Ἡ ἐπιλογή τῶν προτύπων ζωῆς δείχνει τήν ὑπευθυνότητα τοῦ ἀνθρώπου, πού μέ τήν ἀπαραίτητη σοβαρότητα σχεδιάζει τήν ἀνέλιξή του στήν κοινωνία.

          Ἐπίσης ἀπό τά πρότυπα ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιτυχία καί ἡ καταξίωση τοῦ προσώπου. Ἐφήμερα καί ψευδῆ πρότυπα γίνονται αἰτία ναυαγίων ζωῆς. Ἀντίθετα τά καταξιωμένα καί δοκιμασμένα συντελοῦν στήν ἐπιτυχία καί τήν ἀνάδειξη τοῦ προσώπου.

 

β΄-Ὑγιαίνοντες λόγοι.

          Κανόνες ζωῆς εἶναι οἱ ὑγιαίνοντες λόγοι, ἡ ὑγιαίνουσα διδασκαλία, δηλαδή ὁ καθαρός, ἅγιος καί φωτεινός λόγος τοῦ Θεοῦ (Πρός Τιμόθεο Α΄ στ΄,    3).

          Ὑπάρχουν λόγοι καί τρόποι ζωῆς, ἀπόψεις καί γνῶμες πού βλάπτουν, πού καταστρέφουν, πού παραπλανοῦν, πού συνιστοῦν ἀπειλή. Εἶναι γεμᾶτοι κινδύνους, πλάνες, ψεύδη καί ἀπάτες πού ὁδηγοῦν στήν αἰχμαλωσία τῆς ζωῆς, στήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς, στήν διαστροφή τῆς ἀλήθειας, στήν λεηλασία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.

          Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει τίς συνέπειες γιά ὅποιο δέν ἀκολουθεῖ τήν ὀρθή διδασκαλία τῆς πίστεως, ὅτι : «Αὐτὸς χει φουσκώσει π γωισμ κα δν ξέρει τίποτε. ντίθετα, καταγίνεται νοσηρ σ λεπτολογίες κα λογομαχίες, π τς ποες γεννιονται φθόνος, φιλονικία, προσβολές, καχυποψίες, συνεχεῖς συγκρούσεις νθρώπων μ χαλασμένο μυαλό, πο χουν χάσει τν λήθεια» (Πρός Τιμόθεον Α΄στ΄4-5)

          Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο : «φθείρουσι ἤθη χρηστά ὁμιλίαι κακαί» (Πρός Κορινθίους Α΄ιε΄33)

          Ὑπάρχουν ὅμως καί οἱ γεμᾶτοι χάρη, ὑγιεία, ζωή, φῶς, ἀλήθεια καί δόξα λόγοι. Αὐτούς τούς δεύτερους λόγους προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος νά ἀποδέχεται καί νά ἀκολουθεῖ ὁ ἀγαπημένος μαθητής του. Νά τούς ἔχει κανόνα καί πρότυπο ζωῆς.

          Ὁ 118ος Ψαλμός ἀποτελεῖ ἕνα ὑπέροχο ὕμνο στόν γεμᾶτο σοφία λόγο καί στίς θεουργές ἐντολές τοῦ Θεοῦ, στήν σωτήρια ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, πού πρέπει καί νά μελετᾶ καί νά ἐφαρμόζει ὁ πιστός. Αὐτούς τούς καθαρούς καί ἀψεγάδιαστους λόγους διαφυλάττει καί ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας ὡς ἱερά παρακαταθήκη, γιά νά ὁδηγήσουν τόν ἄνθρωπο στήν σωτηρία, στήν υἱοθεσία, στήν αἰώνια δόξα.

          Γι’ αὐτούς τούς ὑγιαίνοντες λόγους ἀγωνίσθηκαν οἱ ἅγιοι Πατέρες γιά νά μήν νοθευθοῦν γιά νά μήν ἀλλοιωθοῦν, ἀλλά νά παραμείνουν στόν κόσμο αὐθεντικοί καί γνήσιοι φῶς, ἐλπίδα καί καταφυγή τῶν ἀνθρώπων.

γ΄- Ἡ προέλευσή τους.

          Οἱ ὑγιαίνοντες λόγοι δέν εἶναι προϊόν ἀνθρωπίνης ἐπινοήσεως καί σοφίας, ὅπως βεβαιώνει ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος : «Πρέπει νά ξέρετε, δελφοί μου, πώς τό εαγγέλιο πού σς κήρυξα δέν προέρχεται πό νθρωπο. Γιατί κι γώ οτε τό παρέλαβα οτε τό διδάχτηκα πό νθρωπο, λλά μοῦ τό ποκάλυψε ησος Χριστός» (Πρός Γαλάτας α΄11-12).  

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τό περιεχόμενο τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού μέ ἀγῶνες καί θυσίες ὑπερασπίζεται καί διαφυλάττει ἡ Ἐκκλησία, προέρχεται ἀπό τόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι ὁ σοφός διδάσκαλος πού ἀποκάλυψε τίς ἀληθειές Του.  Μᾶς γνώρισε τόν Ἑαυτό Του, γιά νά ἀποκτήσουμε θεογνωσία. Μᾶς ὁδήγησε καί στήν αὐτογνωσία. Μᾶς εἶπε ποιοί εἴμαστε. Προσδιόρισε τήν θέση μας μέσα στόν κόσμο. Ρύθμισε τίς σχέσεις μας μαζί Του καί μεταξύ μας. Καθόρισε τό σκοπό καί τό νόημα τῆς ζωῆς μας. Ἔδωσε κανόνες ζωῆς καί πολλά ἄλλα.

Ὁ Κύριος βεβαίωσε στούς μαθητές Του, ὅτι «Σ’ σς δωσε Θεός νά γνωρίσετε τά μυστήρια τς βασιλείας τν ορανν» (Ματθαίου ιγ΄ 11).

δ΄-Χριστιανισμός -Ὀρθοδοξία

εἶναι μίμηση θείας φύσεως.

Τήν ἱερή παρακαταθήκη πού παραλάβαμε ἀπό τούς πνευματικούς πατέρες μας ὀφείλουμε νά τηροῦμε καί νά φυλάττουμε, διότι ὀρθή δόξα, ὀρθή πίστη συνεπάγεται ὀρθή πράξη, ὀρθή ζωή. Ἡ πνευματική παρακαταθήκη ἔχει τούς κανόνες καί τίς ἀξίες τῆς ζωῆς μας

Οἱ ἀγῶνες γιά τήν διαφύλαξη τῆς ὀρθῆς πίστεως δέν ὀφείλονται σέ μία στείρα καί πείσμονα προσκόλληση σέ γνῶμες καί ἀπόψεις ἥσσονος σημασίας, ἀλλά στίς συνέπειες πού προκαλεῖ ἡ τήρηση ἤ ἡ μή τήρηση τους καί εἶναι αἰώνιες καί σωτήριες. Σκοπός τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς τηρήσεως τῶν θεοσδότων ἐντολῶν στή ζωή εἶναι ἡ μίμηση τῆς θείας φύσεως.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης διδάσκει γιά τόν τρόπο ζωῆς τῶν Χριστιανῶν πού τόν χαρακτηρίζει μίμηση τῆς θείας φύσεως.

  «Ἐάν λοιπόν κανείς παρουσιάζεται νά φορᾶ σάν προσωπεῖο τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δέν δείχνει στήν ζωή του ὅσα παρατηροῦνται μαζί (συνυπάρχουν) μέ τό ὄνομα αὐτό, (αὐτός) δημιουργεῖ ψευδή ἐντύπωση γιά τό ὄνομα αὐτό, διότι, σύμφωνα μέ τό (χρησιμοποιηθέν) παράδειγμα, φόρεσε μέ κάποιο τρόπο στόν πίθηκο μία μάσκα κατασκευασμένη μέ ἀνθρώπινη μορφή. Διότι δέν μπορεῖ νά μήν εἶναι ὁ Χριστός δικαιοσύνη καί ἠθική καθαρότητα καί ἀλήθεια καί ἀποξένωση ἀπό κάθε κακία, οὔτε εἶναι δυνατόν ὁ Χριστιανός (βεβαίως ὁ ἀληθής Χριστιανός) νά μήν παρουσιάζει στόν ἑαυτό του τήν ἐνεργή συμμετοχή καί στά ὀνόματα ἐκεῖνα. Λοιπόν, ὅπως ἐάν παρουσίαζε κανείς μέ κάποιο ὁρισμό τό νόημα τοῦ Χριστιανισμοῦ, μέ τόν ἴδιο τρόπο θά ποῦμε, ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι μίμηση τῆς θείας φύσεως» (Γρηγορίου Νύσσης, Τί τῶν Χριστιανῶν ὄνομα ἤ ἐπάγγελμα PG 46, 244)

ε΄ Τό ἅγιο Πνεῦμα

Στήν φύλαξη τῆς ἱερῆς παρακαταθήκης συνεργεῖ καί τό ἅγιο Πνεῦμα πού μᾶς δόθηκε καί κατοικεῖ μέσα μας πού εἶναι τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὥστε νά μή πλανηθοῦμε, ὅπως τό ὑποσχέθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός: «Ἐκεῖνος ὁδηγήσει εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάννου ιστ΄ 13) Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ἔχοντες τόν φωτισμό τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὀρθοτόμησαν τόν λόγο τῆς ἀληθείας. Αὐτό τό λόγο ὀφείλει ὁ κάθε πιστός νά φυλάττει γιά τήν σωτηρία του.

4 Μαρτίου 2022

ΚΑΘΑΡΣΗ – ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ- ΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΚΑΘΑΡΣΗ – ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ- ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τό τριπλοῦν πνευματικό ἄθλημα τοῦ πιστοῦ

κατά τήν ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή

 

          Στήν ὀπισθάμβωνο εὐχή τῆς συνάξεως τῶν Προηγιασμένων Τιμίων  Δώρων ἀπευθυνόμαστε πρός τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα μας γιά νά Τόν εὐχαριστήσουμε πού μᾶς εἰσήγαγε στήν κατανυκτική περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς  ὡς ἑξῆς : “Δέσποτα Παντοκράτορ ὁ διά τήν ἄφατον σου πρόνοιαν καί πολλήν ἀγαθότητα  ἀγαγών ἡμᾶς τάς πανσέπτους ἡμέρας ταύτας … πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων  πρός ἐγκράτειαν παθῶν  πρός ἐλπίδα ἀναστάσεως

Στήν κατανυκτική αὐτή εὐχή ἀναφέρονται οἱ τρεῖς στόχοι τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα τῶν πιστῶν αὐτή τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὅπως τούς θέτει ἡ Ἐκκλησία μας.

Πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων

Οἱ πιστοί αὐτή τήν περίοδο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀγωνίζονται γιά νά καθαρισθοῦν ἀπό κάθε μολυσμό τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος τους. Μολυσμός σαρκός καί πνεύματος θεωρεῖται ἡ ἁμαρτία πού μολύνει τόν ἄνθρωπο.

          Ὁ προφήτης Ἠσαΐας μεταφέρει τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ στούς Ἰουδαίους, ἀλλά καί πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅτι πρέπει νά καθαρισθοῦν ἀπό τούς ρύπους τῆς ἁμαρτίας γιά νά τούς δεχθεῖ νά ζήσουν μαζί Του : “ Λουσθτε, λοιπόν, στό λουτρόν τς μετανοίας, γίνετε σωτερικς καθαροί, φαιρέσατε τάς πονηρίας καί τά μαρτωλά πάθη πό τάς ψυχάς σας, στε νά εσθε καθαροί νώπιόν μου. … Καί ἐάν αἵ ψυχαί σας ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν σας εἶναι ἐρυθραί, ἐγώ θά τάς καταστήσω λευκάς ὡσάν τό χιόνι. Ἐάν δέ εἶναι ἀκόμη περισσότερον κατακόκκιναι, ἐγώ θά τάς κάμω λευκάς ὡσάν τό μαλλί τῶν προβάτων ” (Ἠσαΐου  α΄ 16-18)

           

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑποδεικνύει στούς πιστούς, ὅτι πρέπει νά καθαρισθοῦν ἀπό τήν πολυειδῆ ἁμαρτία, πού ἀφαιρεῖ, κλέπτει τό θεοειδές κάλλος τῆς ψυχῆς καί τήν καθιστᾶ δυσειδῆ  (Πρός Κορινθίους Β΄ ζ΄ 1).

            Ἡ ἁμαρτία σκοτίζει καί ρυπαίνει τήν ψυχή. Ὁ ἁγιασμός τῆς ψυχῆς εἶναι τό ἔνδυμα γάμου, γιά τό ὁποῖο μίλησε ὁ Κύριός μας στήν παραβολή τῶν γάμων τοῦ υἱοῦ τοῦ βασιλέως  (Ματθαίου κβ΄ 1-13).  

            Ὁ ἁγιασμός τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς του εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν θέα τοῦ Θεοῦ κατά τό λόγο τοῦ Κυρίου μας: “Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται ” (Ματθαίου ε΄ 8).

Σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κυρίου μας ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑπενθυμίζει στούς πιστούς νά ἐπιδιώκουν τόν ἁγιασμό τους συνεχῶς καί μέ μέθοδο, διότι μόνο οἱ κεκαθαρμένοι ἀπό τήν ἁμαρτία θά ἀξιωθοῦν νά δοῦν τόν ἔνδοξο Κύριο μέ τούς λόγους Του  (Πρός Ἑβραίους ιβ΄ 14)

Ἑπομένως ὁ πνευματικός ἀγῶνας τῶν πιστῶν γιά τήν κάθαρση τους ἀπό τήν ἁμαρτία ἐπιστέφεται ἀπό τήν θέα τοῦ Κυρίου. Ἄν οἱ πιστοί δέν καθαρισθοῦν καί δέν ἁγιασθοῦν δέν θά ἔχουν κοινωνία μέ τόν ἅγιο Κύριο κατά τούς ἀποστολικούς λόγους : «Τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καἀνομίᾳ; Τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; ” (Πρός Κορινθίους Β΄ στ΄ 14)

            Ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀδύνατη ἡ κοινωνία καί ἡ ἐνοίκηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν ψυχή τοῦ ἁμαρτωλοῦ καί μολυσμένου ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπου προκύπτει ἡ ἀνάγκη τοῦ καθαρισμοῦ της, πού ἐνεργεῖται, ὅταν μετέχει στά ἅγια μυστήρια, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι:  (Πρός Ἑβραίους θ΄ 14)

        Ἐπίσης ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας προσκαλεῖ τούς πιστούς νά ἀγωνισθοῦν γιά τήν κάθαρσή τους ἀπό τήν ἁμαρτία μέ τήν ἐλεημοσύνη.

Δεῦτε ἐκκαθάρωμεν ἑαυτούς ἐν ἐλεημοσύναις καί οἰκτιρμοῖς πενήτων μή σαλπίζοντες, μή δημοσιεύοντες ἡμῶν τήν εὐποιΐαν μή ἐπιγνώτω ἡ ἀριστερά τῆς δεξιᾶς τό ἔργον μή σκορπίσῃ ἡ κενοδοξία τό καρπόν τῆς ἐλεημοσύνης ἀλλ’ ἐν κρυπτῷ τῷ τά κρυπτά εἰδότι ” (Ἰδιόμελον τῶν Ἀποστίχων τοῦ πλαγίου δ΄ ἤχου τῆς Α΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν).

Ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός ἐδίδαξε μέ σαφήνεια ὅτι:  “Ὅποιος ἁμαρτάνει γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας ” (Ἰωάννου η΄ 35)

                                      

 

Πρός ἐγκράτειαν παθῶν

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑπενθυμίζει στούς πιστούς, ὅτι ὁ ἀγωνιζόμενος στό στάδιο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ὀφείλει νά ἐγκρατεύεται, ὅπως ἐξάλλου πράττουν καί ὅσοι ἀγωνίζονται στό στίβο τῶν σωματικῶν ἀγώνων  (Πρός Κορινθίους Α΄ θ΄ 25)

Ἡ ἁμαρτία ἐκδηλώνεται καί φανεροῦται, ἐνεργεῖται διά τῶν παθῶν, πού εἶναι οἱ μορφές τῆς ἁμαρτίας, πού γι’ αὐτό τόν λόγο ὀνομάζεται πολυειδής. Τά πάθη τῆς ἁμαρτίας γεννοῦν ὄλεθρο καί καταστροφή καί ὁδηγοῦν στόν θάνατο, ὅπως κατηγορηματικά ἀποφαίνεται ἡ θεία δικαιοσύνη, ὅτι “τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος ” (Πρός Ρωμαίους στ΄ 23).

Γι’ αὐτό εἶναι ἀνάγκη  οἱ πιστοί νά τά περιορίσουν μέχρι νά τά νεκρώσουν, ὅπως διατάσσει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ : “Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν ” (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 5-6).

Αὐτή ἡ νέκρωση εἶναι ἑκούσια ἀποκοπή ἀπό ὅ,τιδήποτε ἁμαρτωλό (σκέψη, ἐπιθυμία, συναίσθημα, λόγο καί πράξη), εἶναι ἐνσυνείδητη ἄρνηση νά δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί νά ὑποταχθεῖ στό θέλημα τῆς ἁμαρτίας, ὅσο ἑλκυστικό ἤ πιεστικό κι ἄν εἶναι αὐτό. Ὅσο νεκροῦται ἡ ἁμαρτία τόσο ζωοποιοῦται ἡ ψυχή, πού ἑνώνεται μέ τόν Χριστό  (βλ. Πρός Κορινθίους B΄ δ΄ 10)

Κατηγορηματικά ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δήλωσε στούς μαθητές Του, ὅτι ὀφείλουν νά ἀποκόψουν, νά ἐκριζώσουν κάθε αἰτία πού γεννᾶ ἁμαρτία (Ματθαίου ε΄ 29-30).

                                                                              

Πρός ἐλπίδα ἀναστάσεως

Σέ μία ὁμιλία Του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀπευθύνθηκε στούς συγκεντρωμένους Ἰουδαίους καί τούς εἶπε : Καί τό θέλημα ἐκείνου πού μ’ ἔστειλε εἶναι νά μή χαθεῖ κανένας ἀπ’ ὅσους μοῦ ἔχει δώσει, ἀλλά ὅλους νά τούς ἀναστήσω τήν ἔσχατη ἡμέρα. 

Πρόκειται γιά τήν ἀνάσταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων πού θά συμβεῖ στήν δευτέρα Παρουσία Του; Ἀσφαλῶς ὄχι, ἀφοῦ αὐτή θά συμβεῖ οὕτως ἤ ἄλλως καί θά ἀναστηθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κατά τήν διδασκαλία του (Ἰωάννου ε΄ 28-29).

Ἑπομένως ὁ Κύριος ἀναφέρεται σέ ἄλλη ἀνάσταση. Αὐτή ἀφορᾶ, ὅπως εἶπε, σ’ ὅποιο θεωρεῖ τόν Υἱό καί πιστεύει σ’ Αὐτόν, δηλαδή ἀφορᾶ στούς πιστούς. Ὡς τέτοια θεωρεῖται ἡ πίστη, ὁ ἁγιασμός μέ τήν συμμετοχή στά ἅγια μυστήρια καί ὁ πνευματικός ἀγῶνας γιά τήν νέκρωση τῆς ἁμαρτίας, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, ὁ εὐαγγελιστής στήν Ἀποκάλυψι: (Ἀποκαλύψεως κ΄ 1-6).

        Αὐτά τά πνευματικά ἀγωνίσματα δέν εἶναι εὔκολα, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ θεοφόρος ἀπόστολος Παῦλος, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀπέναντί του τόν διάβολο νά τόν πολεμεῖ. Σ’ αὐτόν τόν ἀόρατο πνευματικό πόλεμο ὁ πιστός μάχεται μέ τά πνευματικά ὅπλα πού εἶναι οἱ ἀρετές (Πρός Ἐφεσίους στ΄ 12-18).

Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Πέτρος προτρέπει τούς πιστούς νά ἀγωνίζονται ἄγρυπνοι, ἀφοῦ ὁ ἀντίδικος τους διάβολος δέν παύεται νά τούς πολεμεῖ μοιάζοντας μέ λέοντα πεινασμένο πού ἀναζητεῖ τήν τροφή του (Α΄ Πέτρου ε΄ 8-9)

Ἰδού τό τριπλοῦν ἀγώνισμα καί ἄθλημα τοῦ πιστοῦ τήν ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή:  Στό τέλος αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος εὑρίσκονται ἔπαθλα καί ἀμοιβές, ἔπαινοι, πού δέν λησμονοῦνται καί στέφανος πού δέν μαραίνεται. “ Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἐνέῳκται oἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε”, προτρέπει ἡ Ἐκκλησία μας

24 Φεβρουαρίου 2022

Ἡ μίμηση ζώντων προτύπων καί ἡ πνευματική μας πορεία    κατά τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου

Ἡ μίμηση ζώντων προτύπων καί ἡ πνευματική μας πορεία   

κατά τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου

«μιμεῖσθαι κατά δύναμιν… καί ἀεί πρός Θεόν ἀνατρέχειν»

 

Ἡ ἀπαράμιλλος δύναμη τοῦ Τριωδίου διαλάμπει καί σέ τοῦτο ὅτι δέν περιορίζεται σέ θεωρητική καί ἀφηρημένη διδασκαλία τῶν ἀρετῶν, ἀλλά παρουσιάζει καί ζωντανά πρότυπα καί ὑποδείγματα πρός μίμηση. Τά παρουσιαζόμενα σέ μᾶς τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου πρότυπα καί παραδείγματα ἔχουν α΄. διαφωτιστικό χαρακτήρα πού καθιστᾶ λίαν ὁρατή τήν ὡραιότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς β΄. παροτρυντικό καί παρακινητικό σκοπό πού ὑποδεικνύουν τήν ἀκολουθητέα στήν ζωή ὁδόγ΄. ἐνθαρρυντικό περιεχόμενο πού ἀποσκοπεῖ νά ἐκδιώξει τούς δισταγμούς καί τήν δειλία ἀπό τήν ψυχή καί νά ἐμπνεύσει σ’ αὐτή ἐμπιστοσύνη, θάρρος καί βεβαιότητα γιά τήν τελική πνευματική νίκη.

Τό κατ’ ἐξοχήν ζωντανό πρόσωπο πού προβάλλεται σέ μᾶς τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πρός μίμηση εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος καί ὡς ἄνθρωπος, ὤν, «πεπειραμένος κατά πάντα καί καθ’ ὁμοιότητα χωρίς ἁμαρτίας» (Πρός Ἑβραίους δ΄, 15) ἐνσάρκωσε στόν ἑαυτό Του  τά βιώματα πού προβάλλονται καί ἀφῆκε σέ μᾶς «ὑπογραμμόν» «ἵνα ἰσχύος πολιτευσώμεθα αὐτοῦ». «ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀφείλει, καθὼς ἐκεῖνος περιεπάτησε, καὶ αὐτὸς οὕτω περιπατεῖν» (Α΄ Ἰωάννου β΄, 6). Ὁ Χριστός ἀποτελεῖ ὑπόδειγμα γιά ὅλες τίς ἀρετές πού καλεῖται νά βιώσει ὁ πιστός ὄχι μόνο τήν περίοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἀλλά καί σέ ὁλόκληρη τήν διάρκεια τοῦ βίου του.

Μετά τόν Χριστό τό Τριώδιο προβάλλει τήν Θεοτόκο ὡς πρότυπο ἀρετῆς, ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Χριστιανῶν, πρότυπο τῆς ζωντανῆς πίστεως τῆς βαθειᾶς ταπεινοφροσύνης, τῆς ἠθικῆς ἁγιότητας καί καθαριότητας, τῆς ὑπομονῆς στίς θλίψεις καί τῆς στοργῆς καί ἀγάπης.

Στίς Ἱερές Ἀκολουθίες τοῦ Τριωδίου δεσπόζει ἡ ἐποπτική ἔξαρση τῶν ἀρετῶν πού ἐνσάρκωσαν οἱ ὀνομαστικῶς ἀναφερόμενες βιβλικές καί ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες καί τῶν δύο φύλων.  Τό Τριώδιο παραλλήλως δέν παραλείπει νά ὑποδείξει συχνά καί τά καταστρεπτικά ἀποτελέσματα στήν ζωή βιβλικῶν ἤ ἐκκλησιαστικῶν προσώπων, τά ὁποῖα περιεφρόνησαν  τίς ἐντολές καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι ὁ ὕμνος πού ἀναφέρεται στά πρότυπα πού μνημονεύονται ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη λέγει ἐπιγραμματικά: 

«Τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἅπαντας παρήγαγον σοι ψυχή πρός ὑπογραμμόν· μίμησαι τῶν δικαίων τάς φιλοθέους πράξεις· ἔκφευγε δέ πάλιν τῶν πονηρῶν τάς ἁμαρτίας».

Τό Τριώδιο «προτρέπει ... πᾶσαν ψυχήν ὅσα μέν ἀγαθά τῆς ἱστορίας ζητοῦν καί μιμεῖσθαι κατά δύναμιν, ὅσα δέ τῶν φαύλων ἀποφεύγειν καί ἀεί πρός Θεόν ἀνατρέχειν».

Οἱ «θεοφόροι πατέρες διά τοῦ Τριωδίου πάντας τούτοις» «τούς ἐν ἀσκήσει λάμψαντας ἁγίους ἄνδράς τε καί γυναίκας εἰς μέσον προτίθεται ὡς ἄν, διά τάς αὐτῶν μνείας καί τῶν παλαισμάτων, εὐτυχεστέρως ἡμᾶς ποιήσωσι τό στάδιον, ἔχοντας τούς ἐκείνους βίους ὑπογραμμόν καί ὁδηγόν» δοθέντος ὅτι καί οὗτοι «τῆς αὐτῆς ἡμῖν φύσεως ἐκοινώνησαν»

Καθώς πορευόμαστε στά προαύλια τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί προετοιμαζόμαστε νά ἑορτάσωμε κι ἐφέτος τά σεπτά πάθη, τόν ζωοποιό σταυρό, τόν ἑκούσιο θάνατο, τήν θεόσωμη ταφή καί τήν ἔνδοξη ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία θυμίζει εἰς ὅλους μας πέντε ἀπαραίτητα βήματα, τά ὁποῖα ὀφείλουμε νά κάνουμε.

1. Στάσου καθ’ ἑαυτόν, σκέψου μόνος σου, συζήτησε µέ τόν ἑαυτό σου, διά ποῖον λόγον ἑορτάζουμε αὐτά τά κατά κάποιο τρόπο µακρυνά ἀπό τήν ἐποχή µας γεγονότα. «Εἴσελθε εἰς τόν ταμιεῖον σου» (Ματθαίου στ΄, 6), στό βάθος τῆς ψυχῆς σου καί προβληματίσου σοβαρά καί ὑπεύθυνα, «Πάντα τά συμβεβηκότα …ἐν ταῖς ἡμέραις, ταύταις» (Λουκᾶ κστ΄, 14,18). Ἀφοροῦν προσωπικῶς καί ἀμέσως στόν καθένα ἀπό ἐμᾶς. Ὁ Κύριος ἔπαθε γιά ἐμᾶς,  Αὐτός «ὅς παρεδόθη διὰ τὰ παραπτώματα ἡμῶν καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν» (Πρός Ρωμαίους δ΄, 24). Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἐξήγησε «καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰωάννου ιζ΄, 19) καί «τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθημι ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ἰωάννου ι΄, 11). Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησίας μας ψάλει «ἐσταυρώθες δι’ ἐμέ» στούς Μακαρισμούς τῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ψάξε νά βρῆς μέ ποιό τρόπο θά ἀνταποκριθῆς στήν τόση ἀγάπη καί φιλανθρωπία τοῦ οὐρανίου Θεοῦ καί Πατέρα Σου.

2. Μελέτησε. Διάβασε τά κατάλληλα πνευματικά βιβλία, πού θά σοῦ ἀποκαλύψουν τούς «θησαυρούς τῆς γνώσεως τούς ἀποκρύφους» (Πρός Κολοσσαεῖς β΄, 3) καί βυθίσου στήν σκέψη, καί στήν ἐμπειρία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσέγγισαν «τό μυστήριο τῆς εὐσέβειας» (Πρός Τιμόθεον Α΄, γ΄, 16) μέ ψυχική καί σωματική καθαρότητα καί ἔλαβαν «οὐρανίων μυστηρίων ἀποκάλυψιν» (Εὐχή τῆς Προσκομιδῆς).

3. Καθαρίσου. Οἱ ἡμέρες ἀπαιτοῦν τόν σεβασμό σου καί τήν τιμή σου. Καί τά δύο αὐτά στήν ὀρθόδοξη ζωή ἐκδηλώνονται µέ πνευματική καί σωματική καθαρότητα, κατά τήν ἀποστολική προτροπή «Καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Πρός Κορινθίους Β΄, ζ΄, 1). Κρατήσου μακρυά ἀπ᾿ ὅσα μολύνουν τήν ψυχή καί τό σῶμα. Τίμησε τίς ἡμέρες μέ νηστεία, ἐγκράτεια καί σωφροσύνη. Ζῆσε κατά Θεόν, μακρυά ἀπό τήν ἁμαρτία. Μή λησμονήσης, ὅτι οἱ ἁμαρτίες χωρίζουν τήν ψυχή καί τήν ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό. «Λούσασθε καί καθαροί γένεσθε, ἀφέλετε τάς πονηρίας ἀπό τῶν ψυχῶν ὑμῶν, μάθετε καλόν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, ρύσασθε ἀδικούμενον, κρίνατε ὀρφανῷ καί δικαιώσατε χήραν∙ καί δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος». (Ἡσαΐου α΄, 16-18). ᾿Απόθεσε τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν σον εἰς τό Μυστήριον τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως,

4. Προσευχήσου. Ἡ πλουσία λατρευτική ζωή τῶν ἡμερῶν σὲ προσκαλεῖ νά ἑνώσεις καί τήν δική σου εὐχαριστία δι’ ὅσα ὁ Κύριος ἔκανε κι ἔπαθε γιά ὅλους μας. Μή μείνης στήν τυπικότητα. Μετάλαβε προετοιμασμένος, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξομολογηθεῖς, τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων. Σοῦ τό ζητεῖ ὁ Παθών Κύριός µας εἰπών∙ «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀγάμνησιν», (Λουκᾶ κβ΄, 10).

5. ᾿Αγάπησε. Ἄνοιξε τήν καρδιά σου, τόν νοῦ σου, τήν σκέψη σου στόν ἀδελφό σου. Κλεῖσε µέσα σου ὅλους, ὅπως ὁ Κύριος δήλωσε πρός τοῦ σωτηρίου γιά ἐμᾶς πάθος Του ὅτι ἠγάπησε «τούς ἰδίους τούς ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τέλος ἡγάπησε αὐτούς» (Ἰωάννου ιγ΄, 1).

Ὅταν ὅλα αὐτά πράξης, τότε θά ἑορτάσης «Πάσχα Κυρίου».

21 Ἰανουαρίου 2022

«᾿Αρχὴ ζωῆς ἱμάτιον καλύπτων ἀσχημοσύνην»

«᾿Αρχὴ ζωῆς ἱμάτιον καλύπτων ἀσχημοσύνην»

(Σοφία Σειράχ κθ΄, 1).

Μαζὶ μὲ τὴν τροφὴ καὶ τὴν στέγη, τὸ ἔνδυμα συμπεριλαμβάνεται στὶς πρωταρχικὲς προϋποθέσεις τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως κατὰ τό «᾿Αρχὴ ζωῆς ὕδωρ καὶ ἄρτος καὶ ἱμάτιον καὶ οἶκος καλύπτων ἀσχημοσύνην» (Σοφία Σειράχ κθ΄, 1).  ῾Η εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἐξασφαλίζει στὸν ἄνθρωπο ἄρτο καὶ ἔνδυμα ὅπως δίδαξε ὁ Μωυσῆς τοὺς ῾Εβραίους στὸ Σινᾶ. 

᾿Ενῶ ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ συνεπάγεται πείνα καὶ γυμνότητα, ὅπως προειδοποίησε ὁ Μωυσῆς τοὺς ῾Εβραίους τονίζοντας τὴν ὑποχρέωσί τους νὰ τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔλαβαν, διότι ἐὰν δὲν τὶς τηροῦν θὰ ὑποταχθοῦν στοὺς ἐχθρούς τους καὶ θὰ ζήσουν μὲ πείνα καὶ μὲ δίψα καὶ μὲ γυμνότητα καὶ θὰ στεροῦνται τὰ πάντα κατὰ τό «ἐν λιμῷ καὶ ἐν δίψει καὶ ἐν γυμνότητι καὶ ἐν ἐκλείψει πάντων» (Δευτερονομίου κη΄, 48). 

Διαπιστώνουμε ὅτι ἀνάμεσα στὴν τροφὴ καὶ τὸ ἔνδυμα ὑπάρχει μία διαφορά.

῾Η τροφὴ δίδεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἔνδυμα δίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸ μετὰ τὴν πτῶσι καὶ μάλιστα ὡς ἐπακόλουθο αὐτῆς κατὰ τό «καὶ ἐποίησε Κύριος  ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γενέσεως γ΄, 21).

1. Τὸ σῶμα ἔνδυμα τῆς ψυχῆς

῾Η θεώρησις τοῦ σώματος κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς μᾶς βοηθεῖ νὰ ἀντιληφθοῦμε καὶ νὰ κατανοήσουμε τὸν ρόλο τοῦ ἐνδύματος. Τὸ σῶμα εἶναι ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖο ἐνέδυσε ὁ Θεὸς τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἀποτελέσουν τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Τὴν ἀντίληψι ὅτι τὸ σῶμα εἶναι ἡ οἰκία τῆς ψυχῆς διατύπωσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ ε´ κεφάλαιο τῆς Β´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς του· ῾Η πτῶσις τῶν ἀνθρώπων ἀνέτρεψε τὸ θεῖο σχέδιο

῾Η πτῶσις τῶν ἀνθρώπων ἐπέφερε δύο βασικὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα, μὲ ἄμεσο ἀντίκτυπο στὴν ὕπαρξι τοῦ ἀνθρώπου. Τὴν γυμνότητα τοῦ σώματος, τὴν ὁποία προσπάθησαν οἱ παραβάτες πρωτόπλαστοι νὰ καλύψουν μὲ τὰ φύλλα τῆς συκῆς, ὅπως ἀναφέρεται στὴν ἐξιστόρησι τῆς πτώσεως· Τὴν γυμνότητα τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποία προσπάθησαν ν᾿ ἀποφύγουν κρυπτόμενοι ἀπὸ τὸν Θεό·

Γιὰ ν᾿ ἀντιμετωπίσει ὁ Θεὸς αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν κατάστασι «ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς»

Ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ ἐνδύονται μὲ στολὴ σεμνὴ ποὺ ἁρμόζει σὲ ἀνθρώπους ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

῾Ο ἄνθρωπος δὲν εἶναι τὸ σῶμα, πολὺ δὲ περισσότερο δὲν εἶναι τὸ ἔνδυμα. Εἶναι συνεπῶς σφάλμα νὰ κρίνουμε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ ἔνδυμά του. ῞Ενα ἄψογο κοστούμι, πιθανὸν νὰ σκεπάζει ἕνα ἀκόλαστο σῶμα, νὰ κρύβει μία ἐλεεινὴ ψυχή. ῞Ενα πτωχὸ ἔνδυμα μπορεῖ νὰ σκεπάζει ἕνα ἀδούλωτο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία σῶμα, ἀκόμη μία ἁγιασμένη ἀπὸ τὴν λύτρωσι τοῦ Χριστοῦ ψυχή. Μὴ κρίνετε λοιπὸν ἀπὸ τὸ ἔνδυμα τὸν ἄνθρωπο. Παραμερίστέ το καὶ προχωρεῖστε. Προχωρεῖστε ἀκόμη πιὸ μέσα ἀπὸ τὸ ὄμορφο ἢ δύσμορφο σῶμα. Φτάστε ἂν μπορεῖτε στὴν ψυχή. ᾿Εκεῖ εἶναι ὁ ἄνθρωπος.

῞Ολη αὐτὴ τὴν πλούσια διδασκαλία ὁ Κύριος τὴν ἐπισφράγισε μὲ τὴν ἐντολή Του· «Τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον» (Ματθαίου ε΄, 40) , ἐννοώντας ὅτι ὀφείλουμε νὰ δίδουμε καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας σ᾿ αὐτὸν ποὺ τὸ ζητᾶ.

῾Η πρόνοια τοῦ Θεοῦ

῾Ο Κύριος μᾶς διαβεβαίωσε νὰ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸν Κύριο καὶ γιὰ τὴν ἐνδυμασία μας (Ματθαίου στ΄, 28-32). ῍Αν ὁ Κύριος φροντίζει νὰ ἐνδύει τὸ ἐφήμερο ἀγριολούλουδο, πόσο μᾶλλον ἐμᾶς τὰ παιδιὰ τῆς ἀγάπης Του;

῾Ο Κύριος ἐπέστησε τὴν προσοχὴ τῶν μαθητῶν Του νὰ ἀποφεύγουν τὴν πολυτέλεια καὶ τὴν ματαιοδοξία τῶν ἀκριβῶν καὶ τρυφηλῶν ἐνδυμάτων (Μάρκου ιβ΄, 38), στηλιτεύοντας τὴν πολυτέλεια καὶ τὴν χλιδὴ στὴν ἐνδυμασία.

Τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς

Δὲν εἶναι μόνο τὸ σῶμα ποὺ μετὰ τὴν πτῶσι χρειάσθηκε ἔνδυμα. Καὶ ἡ ψυχὴ ἔχει τὴν ἴδια ἀνάγκη. ᾿Εὰν τὰ φύλλα τῆς συκῆς ἔλυναν τὸ πρόβλημα, οἱ πρῶτοι παραβάτες δὲν θὰ ἐφοβοῦντο καὶ δὲν θὰ προσπαθοῦσαν μὲ τὴν φυγὴ καὶ μὲ τὸ κρύψιμο ν᾿ ἀποφύγουν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ μεγάλο κακό.

Καὶ ὅμως ὁ Κύριος ἐνέδυσε τὸν γυμνὸ ἄνθρωπο μὲ τὴν στολὴ τῆς θεότητός Του σύμφωνα μέ τήν ἱερὴ διήγησι τοῦ γ´ κεφαλαίου τῆς Γενέσεως.

Οἱ Πρωτόπλαστοι παρέβησαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ Δημιουργοῦ τους. ῾Η πτῶσις συντελέσθηκε. ῾Ο ἄνθρωπος τὴν παραδέχθηκε χωρὶς μετάνοια. Πίστεψε πὼς μὲ μερικὰ φύλλα συκῆς θὰ λυνότανε τὸ πρόβλημα. ῾Ο Θεὸς ὅμως ἀπορρίπτει τὸν τρόπο αὐτὸ καὶ σφάζει κάποια ζῶα γιὰ νὰ κατασκευάσει ἐνδύματα μὲ τὰ δέρματά τους καὶ νὰ ἐνδύσει τοὺς δύο παραβάτες.

Στὴν διήγησι αὐτὴ τὰ φύλλα δείχνουν τὴν ἐπίπλαστη εὐσέβεια, τὴν ἄγονη προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ αὐτοδικαιωθεῖ. Αὐτὸ ὁ Κύριος τὸ κατεδίκασε στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου καὶ μὲ τὴν ξηρανθεῖσα συκῆ.  ῾Η θυσία καὶ τὸ αἷμα ποὺ χύνεται, ἀναφέρεται σὲ ὅλη τὴν ῾Αγία Γραφὴ στὴν ἐξιλαστήριο θυσία καὶ στὴν σωτηρία, ποὺ ἕνα ἀθῶο θῦμα προσφέρει στὸν κάθε ἁμαρτωλό. Αὐτὸ θέλησε νὰ πεῖ ὁ Θεὸς στοὺς πρωτοπλάστους στὴν ᾿Εδὲμ μὲ τὰ δερμάτινα ἐνδύματα.

῾Ο ἄνθρωπος ὅμως δὲν πρόσεξε καὶ δὲν πίστεψε στὴν θεία λύσι. Προσπάθησε μόνος του πολύ, ἄγονα, μάταια. Δοκίμασε νὰ δικαιωθεῖ ἀρχικὰ μὲ τὴ συνείδησί του ποὺ ἀπὸ μέσα του πάντοτε τὸν ἤλεγχε καὶ ἀργότερα λαμβάνοντας τὸν γραπτὸ νόμο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔκαμε σαφεῖς τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ Θεοῦ. Τί πέτυχε; Πέτυχε νὰ φιάξει μία δικαιοσύνη τὴν ὁποία ὁ Θεὸς βαθμολόγησε «ὡς ρυπαρὸν ἱμάτιον». ᾿Αδύνατον νὰ τὸν ντύσει τὸ ἱμάτιο αὐτὸ τῆς δικῆς του δικαιοσύνης, ὅπως ὁ μεγάλος θεολόγος ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του κυρίως μᾶς δίδαξε στὰ κεφάλαια α´-η´. 

Μὲ αὐτὴ τὴν δικαιοσύνη ντύνει ὁ Θεὸς τὴν γυμνὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ τῆς συμμετοχῆς του στὰ ἅγια Μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας·

Αὐτὸ τὸ ἔνδυμα ποὺ προσφέρει ὁ Κύριος εἶναι·

*  Τὸ ἱμάτιο σωτηρίας αὐτὸ ποὺ προσφέρει ὁ Κύριος καὶ τὸ ὁποῖο ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος μπορεῖ ἀμέσως νὰ ἐνδυθεῖ, ἂν θελήσει νὰ ἀποβάλει τὰ ρυπαρὰ ράκη τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς του.

*  Τὸ ἔνδυμα τῆς δικαιοσύνης ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὴν γλυκειὰ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεὸς τὸν θεωρεῖ δικαιωμένον σὰν ποτὲ νὰ μὴν εἶχε ἁμαρτήσει.

*  Τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου, τὸ ἐπίσημο ἐκεῖνο ἔνδυμα μὲ τὸ ὁποῖο μία ἡμέρα ὁ πιστὸς θὰ παραστεῖ στοὺς γάμους τοῦ ᾿Αρνίου76.

*  ῾Η λευκὴ στολὴ ποὺ καθαρίσθηκε καὶ πλύθηκε στὸ αἷμα τοῦ ᾿Αρνίου καὶ μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος θὰ σταθεῖ δίπλα στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. 

῞Οταν ὁ Θεὸς θὰ τυλίξει τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ  σὰν ὕφασμα ποὺ πάλιωσε γιὰ νὰ τὰ ἀντικαταστήσει μὲ καινούρια καὶ ὅταν θὰ καθίσουν οἱ πρωταγωνιστὲς τῆς κρίσεως ντυμένοι  στὰ λευκά, τότε ἡ νέα ῾Ιερουσαλὴμ στολισμένη ὡς Νύμφη θὰ προχωρήσει ἐπιτέλους πρὸς τὸν Νυμφίο. «Καὶ ἡ πόλις δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὸν ἥλιο οὔτε ἀπὸ τὴν σελήνη, γιὰ νὰ τὴν φωτίζουν. Διότι ἡ ἀπαστράπτουσα δόξα τοῦ Θεοῦ τὴν πλημμύρισε στὸ φῶς, καὶ ἀκτινοβόλο λύχνο της ἔχει τὸ ᾿Αρνίο (Ἀποκαλύψεως κα΄, 23)

 

13 Ἰανουαρίου 2022

Τὸ Βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ

«Ἐβασίλευσε Κύριος ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ» (᾿Αποκάλυψις ιθ´ 6-7).

Τὸ Βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

     ῾Ο πρῶτος ἄνθρωπος ἀφοῦ ξέπεσε τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεό, δὲν ἄσκησε τὸ κυριαρχικό του ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ Κτίστη καὶ Θεὸ σύμφωνα μὲ τὸ κεφάλαιο α´ στίχο 26 καὶ ἑξῆς τῆς Γενέσεως.

Πρῶτον· ὡς βασιλέας ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν βασιλέας, ποὺ ἐξουσιάζει καὶ κυβερνᾶ τὴν πνευματικὴ βασιλεία Του,τὴν ᾿Εκκλησία, τὴν ὁποία ἵδρυσε στὴν γῆ, τὴν ὁποία θὰ τελειοποιήσει στὴν μέλλουσα ζωὴ στοὺς οὐρανούς.

1. Γιὰ τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ τοῦ Μεσσίου ὁμιλεῖ ἡ ἁγία Γραφή·

α´. ῾Η Παλαιὰ Διαθήκη·

Στὸν 2ο Ψαλμὸ ὁμιλεῖ ὁ ῎Ιδιος ὁ Μεσσίας καὶ ἀναγγέλλει αὐτὴ τὴν ἰδιότητά Του, τὸ ἀξίωμά Του· «᾿Εγὼ δὲ ὁ Χριστὸς τοῦ Κυρίου παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν ἀσεβῶν αὐτῶν ἐγκατεστάθηκα καὶ ἐνθρονίσθηκα ἀπὸ τὸν Κύριο βασιλέας στὸ ὄρος τὸ ἅγιο τῆς Σιών, στὴν πόλι ῾Ιερουσαλήμ (Ψαλμὸς β´ 6).

῾Ο Θεὸς ἀπευθύνεται στὸν Μεσσία, τὸν ἀποκαλεῖ Θεό, περιγράφει τὴν ὑπερλάμπουσα προσωπικότητά Του καὶ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμά Του.

«῾Ο θρόνος σου, ὦ Μεσσία καὶ Θεέ, θὰ παραμένει ἀκλόνητος σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες, τὸ σκῆπτρο σου καὶ ἡ βασιλική σου ἐξουσία εἶναι σκῆπτρο καὶ ἐξουσία εὐθύτητας καὶ δικαιοσύνης. ᾿Αγάπησες δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησες ἀδικία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς καὶ πατήρ σου, ὦ Θεέ, σοῦ ἔδωσε ἀμέτρητο τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα καὶ σὲ ἔχρισε μὲ τὸ πνευματικὸ ἐκεῖνο χρῖσμα, ποὺ φέρει ἀγαλλίασι στοὺς χριόμενους, καὶ ἐξέχυσε αὐτὸ σὲ σένα πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἐκείνους τοὺς βασιλεῖς καὶ τοὺς προφῆτες καὶ ἀρχιερεῖς, ὅσοι μετέχουν μαζὶ μὲ σένα σ᾿ αὐτὴ τὴν χρῖσι» (Ψαλμὸς μδ´ 7-8).

῾Ο 44ος χριστολογικὸς Ψαλμὸς ἀναφέρεται σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐξουσία. ῾Ομοίως καὶ ὁ 71ος Ψαλμὸς ἀναφέρεται στὸν ὑπέροχο βασιλέα, ὁ ῾Οποῖος θὰ ἔχει ἐκτεταμένη ἐξουσία πνευματικὴ καὶ στὸν ῾Οποῖο θὰ ὑποταγοῦν ὅλες οἱ ἐξουσίες τοῦ κόσμου·

῾Ομοίως σ’ αὐτὸν τὸν ἀξιοσέβαστο βασιλέα ἀναφέρεται καὶ ὁ 101ος Ψαλμός (ρα´ 16-17).

῾Ο προφήτης ῾Ησαΐας προφητεύει γιὰ τὸν βλαστό, τὸν ἀπόγονο τοῦ ᾿Ιεσσαί, δηλαδὴ τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν ἐξουσία Του» (῾Ησαΐου ια´ 1-16).

῾Ομοίως προφητεύει γι᾿ Αὐτὸν καὶ ὁ Προφήτης Δανιήλ.

«Καὶ στὸ πρόσωπο αὐτὸ δόθηκε ἡ ἐξουσία, ἡ τιμὴ καὶ ἡ βασιλεία, ὅλοι δὲ οἱ ἄνθρωποι, λαοί, φυλὲς καὶ γλῶσσες θὰ ὑπηρετήσουν Αὐτόν. ῾Η ἐξουσία του θὰ εἶναι ἐξουσία αἰώνια, ἡ ὁποία δὲν θὰ παρέλθει, ἡ δὲ βασιλεία του δὲν θὰ καταστραφεῖ· οὐδέποτε θὰ ἔχει τέλος» (Δανιὴλ ζ´ 14).

β´. ῾Η Καινὴ Διαθήκη.

῾Ο ᾿Αρχάγγελος ἀναγγέλλει στὴν Παρθένο ὅτι τὸ παιδί, ποὺ θὰ συλλάβει καὶ θὰ γεννήσει θὰ εἶναι βασιλέας αἰώνιος· «Καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκᾶ α´ 33).

Καὶ οἱ Μάγοι ἂν καὶ εἰδωλολάτρες ἀντελήφθησαν ἀπὸ τὸ ἀστρολογικὸ ἔκτακτο καὶ ἐκπληκτικὸ γεγονὸς τοῦ λαμπροῦ ἀστέρος ὅτι γεννήθηκε βασιλέας (Ματθαίου β´ 1-2).

Οἱ ᾿Απόστολοι ἀποκαλοῦν αὐτὸν Κύριο μὲ τὴν ἔννοια τοῦ βασιλέα·

῾Ο Εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης ἀποκαλεῖ στὴν ᾿Αποκάλυψι τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ βασιλέα βασιλέων καὶ κύριο κυρίων (᾿Αποκάλυψις ιθ´, 16).

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος προσδιορίζει τὸ ἔργο τοῦ βασιλέως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ τέλος τῆς ἐξουσίας Του (Α´ Πρός Κορινθίους ιε´, 25).

᾿Ακόμη καὶ οἱ ᾿Ιουδαῖοι, ἂν καὶ περιπαικτικῶς, ἀνεγνώριζαν τὸν Κύριο ὡς Βασιλέα  (Ματθαίου κζ´ 37).

῾Ο Πιλᾶτος εἶχε μὲ τὸν Κύριο μιὰ ἐνδιαφέρουσα συζήτησι γι᾿ αὐτὴ τὴν βασιλικὴ ἰδιότητα καὶ ἐξουσία Του (᾿Ιωάννου ιη´ 37).

῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἀνάστασί Του ἐμφανίστηκε στοὺς μαθητές Του καὶ τοὺς εἶπε «᾿Εδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθαίου κη´, 18).

῾Ο χαρακτήρας τῆς βασιλείας Του διακηρύσσεται στὸ χωρίο· «᾿Αποκρίθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς· ῾Η δική μου βασιλεία δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό. ᾿Εὰν ἦταν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν ἡ βασιλεία μου, οἱ ὑπηρέτες μου θὰ ἔκαναν ἀγώνα γιὰ νὰ μὴν παραδοθῶ στοὺς ᾿Ιουδαίους. Τώρα ὅμως βλέπεις καὶ σύ, ὅτι ἡ βασιλεία μου δὲν εἶναι ἀπ᾿ ἐδῶ, ἀλλ᾿ ἀπὸ τὸν οὐρανό.» (᾿Ιωάννου ιη´ 36).

2. ῾Ο Κύριος ἀφοῦ ἀπολύτρωσε τὸν κόσμο μὲ τὴν σταυρική Του θυσία, ἵδρυσε τὴν πνευματικὴ βασιλεία Του στὴν γῆ, τὴν ᾿Εκκλησία, τὴν ὁποία ἐφοδίασε μὲ νομοθεσία καὶ εἰδικὰ πνευματικὰ προνόμια καὶ ἐξουσίες καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τὴν κυβερνᾶ, ὡς Κεφαλὴ τοῦ σώματος αὐτῆς· «ὁ Χριστός ἐστι κεφαλὴ τῆς ᾿Εκκλησίας» (᾿Εφεσίους ε´ 23). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀναπτύσσει τὴν ὡραία αὐτὴ διδασκαλία ὅτι ὁ Κύριος μετὰ τὴν θυσία Του συγκρότησε τὴν ᾿Εκκλησία ὡς Σῶμα· (᾿Εφεσίους α´ 17, 20-23).

῾Ο Κύριος κατευθύνει τὴν ᾿Εκκλησία πρὸς τὸν ἐσχατολογικὸ προορισμό της μὲ τὴν ἀρχικὴ δωδεκάδα τῶν Μαθητῶν καὶ ᾿Αποστόλων Του καὶ τῶν διαδόχων αὐτῶν, μέχρις ὅτου συμπεριλάβει στοὺς κόλπους της ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ λαμπρυνθεῖ καὶ τελειωθεῖ στὴν μέλλουσα ζωή.

3. ῾Η ᾿Εκκλησία ὀνομάζεται στὴν ῾Αγία Γραφή «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» ἢ «Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ» ἢ «Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».

Παρουσιάζεται ἄλλοτε μὲν ὡς παροῦσα καὶ ἐπίγειος, ἄλλοτε ὡς μέλλουσα καὶ οὐράνιος.

῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι ἰσχυρότερος ὅλων τῶν δυνάμεων  καὶ τῶν καταστάσεων.

Οἱ πιστοὶ μέτοχοι τοῦ τρισσοῦ ἀξιώματος τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

Μὲ τὰ ῞Αγια Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος οἱ πιστοὶ μετέχουμε στὸ τρισσὸ ἀξίωμα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἑνωνόμαστε μαζί Του καὶ συγκροτοῦμε τὸ μυστικὸ σῶμα Του, μὲ σκοπὸ νὰ προοδεύσουμε «Μέχρις ὅτου φθάσουμε νὰ ἔχουμε ὅλοι μία καὶ τὴν αὐτὴ ἀληθινὴ πίστι καὶ τέλεια γνῶσι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ αὐξηθοῦμε σὲ τέλειο ἄνδρα ἀπὸ ἀπόψεως πνευματικῆς καὶ ἀποκτήσουμε τὸ μέτρο τῆς πνευματικῆς ὡριμότητας, κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἔχουμε πλήρεις τὶς δωρεὲς καὶ τὴν ἠθικὴ τελειότητα τοῦ Χριστοῦ» (᾿Εφεσίους δ´ 13).

Ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς μὲ τὸ τρισσὸ ἀξίωμα ἐνήργησε τὴν σωτηρία μας, ἀλλὰ καὶ ἐξεπλήρωσε τὸν σκοπὸ τῆς δημιουργίας τοῦ Κόσμου, νὰ προσφέρει τὴν πίστι καὶ τὴν ὑπακοή της στὸν Κτίστη καὶ Δημιουργό «ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν» (Α´ Κορινθίους ιε´ 28). Μὲ προφητικὴ ἔμπνευσι ὁ Εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης στὴν ᾿Αποκάλυψι περιγράφει τὴν εἰκόνα τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ὡς αἰωνίου βασιλέως ἀπὸ τοὺς σωζομένους τῆς ᾿Εκκλησίας. «Καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν ὄχλου πολλοῦ καὶ ὡς φωνὴν ὑδάτων πολλῶν καὶ ὡς φωνὴν βροντῶν ἰσχυρῶν, λεγόντων· ᾿Αλληλούϊα·  ὅτι ἐβασίλευσε Κύριος ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ.  Χαίρωμεν καὶ ἀγαλλιώμεθα  καὶ δῶμεν τὴν δόξαν αὐτῷ» (᾿Αποκάλυψις ιθ´ 6-7).

 

3 Δεκεμβρίου 2021

Τό νόημα τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ

Τό νόημα τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ

«εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι» (Πρός Ἑβραίους θ΄, 14)

Ἡ λατρεία προσδιορίζει τίς σχέσεις μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μέ τήν ἁγία Γραφή ἡ πρωτοβουλία τῶν σχέσεων αὐτῶν ἀνήκει στόν ζωντανό Θεό πού ἀποκαλύπτεται στόν ἄνθρωπο. Δεχόμενος ὁ ἄνθρωπος τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἀνταποκρίνεται λατρεύοντας τόν Θεό. Μέ τή λατρεία ἐκφράζει τίς ἀνάγκες του στόν Δημιουργό του ἀπό τόν Ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα καί ἐκπληρώνει τό καθῆκον του, τήν ἀποστολή του πού εἶναι νά γίνει μάρτυράς Του. Λατρεύοντας γίνεται μάρτυρας τοῦ Θεοῦ. Μέ τή λατρεία ὑπηρετεῖ τόν Θεό, κηρύττει τήν πίστη του, δοξολογεῖ τήν ἁγιότητά Του, θαυμάζει τά μεγαλεῖα Του, σέβεται καί τιμᾶ τά θαυμαστά Του ἔργα, ἐκφράζει τήν εὐγνωμοσύνη του γιά τίς σωτηριώδεις ἐνέργειές Του.

Ἡ διαμόρφωση καί ἐξέλιξη τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ

α.΄ Πρίν ἀπό τήν ἁμαρτία οἱ σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό ἦταν ἁπλές. Μέ τήν προϋπόθεση ὁ ἄνθρωπος νά σεβασθεῖ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, νά μή φάει δηλαδή ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, δείχνοντας ἔτσι τήν ἐξάρτησή του ἀπό τόν Θεό, μποροῦσε νά φάει ἀπό τό δένδρο τῆς ζωῆς ( Γενέσεως β΄, 3 καί γ΄, 22)Ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς Του ἐπέτρεπε στόν ἄνθρωπο νά ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Θεό ἄμεσα, μέ συνέπεια νά μπορεῖ νά τραφεῖ ἀπό τό δένδρο τῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ ἄμεση

ἐπικοινωνία διακόπηκε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος παρέβηκε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἀπορρίπτοντας τήν ἐξάρτησή του ἀπό τόν Πατέρα τῆς ζωῆς.

β΄. Μετά τήν ἁμαρτία ἀναπτύχθηκε ἡ μεσιτεία μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ πού θά διαρκέσει ὥς τό τέλος τῆς ἱστορίας καί τοῦ παρόντος κόσμου. Αὐτή ἐκτείνεται σέ τρεῖς περιόδους. Ἡ πρώτη περίοδος ἐκτείνεται ἀπό τόν Ἄβελ καί Κάϊν μέχρι τήν παράδοση τοῦ Νόμου στούς Ἰσραηλίτες μέ διαμεσολαβητή τόν Μωυσῆ στό Σινᾶ. Ἡ δεύτερη περίοδος ἐκτείνεται ἀπό τήν παράδοση τοῦ Νόμου μέχρι τή Σταύρωση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ τρίτη περίοδος ἐκτείνεται ἀπό τήν Ἀνάσταση μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία.

Κατά τήν πρώτη καί δεύτερη περίοδο διαπιστώνουμε ὅτι ἐμφανίζονται γιά τή λατρεία τοῦ Θεοῦ τόποι, ἀντικείμενα καί πρόσωπα ἱερά (ἄδυτα, κιβωτός, θυσιαστήρια, ἱερεῖς), ἅγιες ἡμέρες (ἑορτές, Σάββατα), πράξεις λατρευτικές (ἐξαγνισμοί, καθαγιασμοί, περιτομή, προσφορές, θυμιάματα, προσευχή, σ’ ὅλες τίς μορφές της), λατρευτικές διατάξεις (νηστεία, ἀπαγορεύσεις).

γ΄. Μετά τήν ἁμαρτία ἐμφανίζεται στή λατρεία τοῦ Θεοῦ ἡ θυσία. Πρῶτοι πρόσφεραν θυσία στόν Θεό ὁ Ἄβελ καί ὁ Κάϊν, οἱ υἱοί τῶν Πρωτοπλάστων ( Γενέσεως δ΄ 3 καί ἑξῆς). Ὁ Θεός ὅμως δέν δέχεται τήν ὁποιαδήποτε θυσία (Λευϊτικοῦ ι΄ 1-2· Μαλαχίου α΄ 8-14, β΄ 1-17· Ἡσαΐου α΄ 10-12, νστ΄ 7.) ἀφοῦ :

Ἐ ρ ε υ ν ᾶ τήν ἐσωτερική διάθεση αὐτοῦ πού προσφέρει τήν θυσία (5. Γενέσεως δ΄ 3 καί ἑξῆς),

Ἀ π ο κ λ ε ί ε ι ὁρισμένους ἐξωτερικούς τύπους, ὅπως τίς ἀνθρωποθυσίες (Γενέσεως κβ΄, Βασιλειῶν Δ΄ ιστ΄ 3, Λευιτικοῦ κ΄ καί ἑξῆς.) ἤ τήν ἱερά πορνεία (Βασιλειῶν Γ΄ κβ΄47, Δευτερονομίου κγ΄ 18.),

Κ α θ ο ρ ί ζ ε ι μία ἀπαιτητική νομοθεσία πού διέπει τά τῆς λατρείας τῶν ἑορτῶν, τῶν θυσιῶν, τῶν προσφορῶν, τῶν Ἱερέων καί λοιπῶν ὑπηρετῶν τῆς λατρείας.

δ΄. Στήν οὐράνια Ἱερουσαλήμ ἡ ἐπικοινωνία εἶναι ἄμεση καί ἡ λατρεία δέν ἔχει μεσάζοντες, μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων πού Τόν λατρεύουν - ὑπηρετοῦν (Ἀποκαλύψεως κβ΄, 2 καί ἑξῆς.).

Στήν πρώτη καί δεύτερη περίοδο κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ ἔχει χαρακτήρα σκιᾶς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν πού πραγματοποιήθηκαν μέ τό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου θείας Οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί χαρακτηρίζονται ὡς εἰκόνα τῆς ἀλήθειας τῆς μέλλουσας, πού πρόκειται νά ἀποκαλυφθεῖ μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Πρός Ἑβραίους ι΄, 1)

Σκοπός τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ

Ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη εἶχε παιδαγωγικό χαρακτήρα πού προσέδιδε στήν θρησκευτική ζωή τῶν Ἰσραηλιτῶν τρεῖς ἱστορικές διαστάσεις.

α΄. Ἡ λατρεία ὑπενθύμιζε ἀρχικά γεγονότα τοῦ παρελθόντος τῶν ὁποίων ἀνανέωνε τόν ἑορτασμό στό παρόν (Πάσχα, Πεντηκοστή, Σκηνοπηγία).

β΄. Ἡ λατρεία ζωογονοῦσε τήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου στόν ζωντανό καί παντοδύναμο Θεό, πού ἀγαπᾶ τόν λαό Του, πού δέν τόν περιφρονεῖ ὅσο κι ἄν φθείρεται ἀπό τήν ἁμαρτία, πού δέν τόν ἐγκαταλείπει ἀλλά τόν φροντίζει γιά νά τόν ἐπαναφέρει στήν ὁδό τῆς ἀλήθειας καί τῆς ζωῆς καί νά τόν ἀποκαταστήσει στήν οὐράνια καί πνευματική βασιλεία Του.

γ΄. Τέλος ἡ λατρεία συντηροῦσε τήν ἐσχατολογική ἐλπίδα καί προσδοκία τοῦ Ἰσραηλίτου στήν Ἡμέρα πού ὁ Θεός θά ἐγκαταστήσει τήν βασιλεία Του μέ σκοπό νά ἑνωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στήν λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, πού πραγματοποιήθηκε κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

27 Νοεμβρίου 2021

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὡς Ἀρχιερεύς

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὡς Ἀρχιερεύς-

«κρείττονός ἐστι διαθήκης μεσίτης» (Πρός Ἑβραίους η΄, 6)

Δημοσιεύθηκε 25.11.2021

Ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας κατέχει τὸ ᾿Αρχιερατικὸ ἀξίωμα. Εἶναι ὁ ῞Υψιστος ᾿Αρχιερεὺς ποὺ προσέφερε τὴν Μία, Μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη θυσία «ἐν μέσῳ τῆς γῆς» ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας. Μὲ τὴν ἱερωσύνη Του ὁ Χριστὸς διακόνησε - ἐνήργησε τὴν σωτηρία μας.

῾Η ᾿Εκκλησία διδάσκει, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν συμφιλίωσε μὲ τὸν ᾿Επουράνιο Θεὸ Πατέρα μὲ τὴν σάρκωσι, τὴν διδασκαλία καὶ τὸ παράδειγμά Του. Τὸ κορύφωμα καὶ τὸ ἐπιστέγασμα τῆς ἀπολυτρώσεως εἶναι ἡ Σταυρικὴ θυσία Του καὶ ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάστασί Του ποὺ ἀκολούθησε μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ τὸν θάνατό Του. ῾Ο Κύριος ὡς ᾿Αρχιερέας θυσίασε τὴν ζωή Του ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας καὶ παρέδωσε τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον».  ῾Ο Κύριος μίλησε γιὰ τὴν σταυρικὴ θυσία Του·

῞Οτι ἔγινε γιὰ νὰ ἁγιασθοῦν (καθαρισθοῦν) οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. ᾿Απευθυνόμενος στὸν ᾿Επουράνιο Θεὸ καὶ Πατέρα κατὰ τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχή Του: Καὶ χάριν αὐτῶν ἐγὼ ἀφιέρωσα ὁλόκληρη τὴν ζωή μου σὲ σένα καὶ προσφέρω καὶ τώρα τὸν ἑαυτό μου σὰν θῦμα καὶ σφάγιο ἱερό, γιὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν συμμετοχή τους στὴ θυσία μου αὐτὴ ἁγιασμένοι, ἐγκολπούμενοι πρωτίστως τὸν λόγο τῆς ἀλήθειας. Δὲν σὲ παρακαλῶ δὲ μόνο γι᾿ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ γι᾿ αὐτούς, ποὺ θὰ πιστεύσουν μὲ τὸ κήρυγμά τους σὲ μένα (᾿Ιωάννου ιζ´ 19-20). ῎Ετσι φανέρωσε τὴν αἰτία τῆς θυσίας Του.

῞Οτι ἐθυσιάσθη ἐξ ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Εἶπε· Μεγαλύτερη ἀγάπη πρὸς τοὺς φίλους του κανεὶς δὲν ἔχει ἀπὸ αὐτή, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ νὰ δώσει τὴν ζωή του χάριν τῶν φίλων του. (᾿Ιωάννου ιε´ 13).

῞Οτι εἶναι ἑκούσια προσφορά. ῾Ο ῎Ιδιος δέχθηκε νὰ θυσιασθεῖ γιὰ μᾶς. Εἶπε· Γι᾿ αὐτὸ δὲ ὁ Πατὴρ μὲ ἀγαπᾶ, διότι ἐγὼ μόνος μου καὶ χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ ἀναγκάζει παραδίδω τὴν ζωή μου σὲ θάνατο, γιὰ νὰ τὴν λάβω πάλι. Κανεὶς δὲν ἔχει τὴν δύναμι νὰ πάρει τὴν ζωή μου καὶ νὰ μὲ θανατώσει παρὰ τὴν θέλησί μου. ᾿Αλλ᾿ ἐγὼ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ μόνος μου παραδίδω αὐτή. ῎Εχω ἐξουσία νὰ δώσω τὴν ζωή μου καὶ ἔχω ἐξουσία πάλι νὰ τὴν λάβω. Αὐτὴ τὴν ἐντολὴ ἔλαβα ἀπὸ τὸν Πατέρα μου.  (᾿Ιωάννου ι´ 17-18).

Τὰ ἴδια μαρτυροῦν καὶ οἱ αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρές Του.

α´. ῾Ο εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης διδάσκει ὅτι θυσιάστηκε σηκώνοντας τὴν ἁμαρτία ὅλων τῶν ἀνθρώπων· (Α´ ᾿Ιωάννου γ´ 5 καί ᾿Ιωάννου α´ 29).

β´. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος διακηρύττει·῞Οτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀδιάδοχος ᾿Αρχιερέας, ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει καὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ Πατέρα γιὰ μᾶς. (῾Εβραίους ζ´ 24-25). ῞Ενας καὶ μόνος εἶναι Θεός, Θεὸς ὅλων· ἕνας εἶναι καὶ μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ἔδωσε τὸν ἑαυτό του λύτρο γιὰ νὰ ἐξαγοράσει ὅλους. Γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς ἐξαγορᾶς μας κάνει λόγο ἡ μαρτυρία, ποὺ δόθηκε ἀπὸ Αὐτὸν καὶ σφραγίσθηκε στοὺς ὡρισμένους ἀπὸ τὴν θεία Πρόνοια καιροὺς μὲ τὸν θάνατό του.  ῞Οτι εἶναι μεσίτης ἀνώτερης λειτουργίας (βλ. ῾Εβραίους η´ 6). ᾿Επειδὴ ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ὡς ᾿Αρχιερέας πρόσφερε τὴν ζωή Του ὡς μοναδικὴ θυσία γιὰ τὴν ζωὴ καὶ σωτηρία τοῦ κόσμου, τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης παρουσιάζουν τὸν θάνατο τοῦ ᾿Ιησοῦ· α´.  ῾Ως τὴν θυσία τοῦ «Δούλου», β´. ῾Ως τὴν θυσία τοῦ «᾿Αμνοῦ».

῾Ο ᾿Αρχιερέας Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός

Γιὰ τὸν ᾿Αρχιερέα ᾿Ιησοῦ Χριστὸ ὁμιλοῦν τὰ κείμενα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ ᾿Ιωάννου καὶ ἡ πρὸς ῾Εβραίους ᾿Επιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. ῾Η πρὸς ῾Εβραίους ᾿Επιστολὴ ἰδιαιτέρως ἀναφέρεται διεξοδικὰ καὶ ρητὰ στὴν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. ᾿Επαναλαμβάνει θέματα ποὺ ἔχουν ἀναφερθεῖ ἤδη καὶ ἀναδεικνύει καὶ ἄλλα· Παρουσιάζει τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὡς τὴν θυσία τοῦ ᾿Εξιλασμοῦ ποὺ προβλεπόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη· (῾Εβραίους θ´ 1-14). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σώζονται ἕνεκα τῆς ἀπολυτρωτικῆς θυσίας τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· (Ρωμαίους γ´ 23-26). ᾿Επίσης ἡ ἴδια ἐπιστολὴ παρουσιάζει τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς τὴν θυσία τῆς Διαθήκης·  (῾Εβραίους θ´ 18-24).

῾Η πρὸς ῾Εβραίους ἐπιστολὴ συγκεντρώνει ὅμως τὴν προσοχή της ἐπάνω στὸν προσωπικὸ ρόλο τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν προσφορὰ αὐτῆς τῆς θυσίας. ῾Ο ᾿Αρχιερέας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς μοιράζεται τὴν ἔνδειά μας καὶ τὸν πειρασμό· (῾Εβραίους β´ 18). Εἶναι ὁ μοναδικὸς καὶ αἰώνιος ῾Ιερέας. Πραγματοποίησε τὴν θυσία Του μιὰ γιὰ πάντα μέσα στὸ χρόνο «ἐφ᾿ ἅπαξ»· «ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας» (῾Εβραίους ζ´ 27).

Μετὰ τὴν θυσία εἶναι γιὰ πάντα ὁ μεσολαβητής· «ὁ δὲ διὰ τὸ μένειν αὐτὸν εἰς τὸν αἰῶνα ἀπαράβατον ἔχει τὴν ἱερωσύνην» (῾Εβραίους ζ´ 24), ὁ μεσίτης τῆς νέας Διαθήκης· (῾Εβραίους η´ 6-13 καί ῾Εβραίους ι´ 12-18).

῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Μοναδικὸς ᾿Αρχιερέας, ὁ ῾Οποῖος πρόσφερε τὴν Μία, Μοναδικὴ καὶ ᾿Ανεπανάληπτη θυσία, τὴν θυσία τῆς ἁγίας ζωῆς Του γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. ᾿Απὸ Αὐτὸν τὸν αἰώνιο ᾿Αρχιερέα ἁγιαζόμαστε καὶ σωζόμαστε ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί. ῾Ως ᾿Αρχιερέας θὰ προσφέρει πρὸς τὸν ᾿Επουράνιο Θεὸ καὶ Πατέρα τὴν κτίσι ὁλόκληρη, ὡς εὐχαριστία «ἐξ οὗ καὶ τὸ εἶναι προσελάβετο». Κατὰ ταῦτα ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς  ἀνεδείχθη ὁ Μέγας καὶ ῞Ενας Αἰώνιος  ᾿Αρχιερέας.

 

7 Ὀκτωβρίου 2021

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ Φωτοβόλος λύχνος τῶν πιστῶν

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Φωτοβόλος λύχνος τῶν πιστῶν

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ἡ παρουσία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στίς θεόπνευστες Ἅγιες Γραφές παραμένει τό θεμέλιο ὁλοκλήρου τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος καί τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα πού προσευχήθηκε γιά τόν ἁγιασμό τῶν Μαθητῶν Του λέγοντας : «Ἁγίασον αὐτούς ἐν τῇ ἀληθείᾳ· ὁ λόγος ὁ σός ἀλήθεια ἐστίν» (Ἰωάννου ιζ΄, 17).

          Ὁ πιστός ἄνθρωπος ζεῖ στόν κόσμο “κατά τάς γραφάς” συμπεριφερόμενος δηλαδή ὅπως ὁρίζουν καί διδάσκουν οἱ ἅγιες Γραφές, ἐφαρμόζοντας “τό θέλημα τοῦ Θεοῦ τό ἀγαθόν καί εὐάρεστον καί τέλειον” (Πρός Ρωμαίους ιβ΄ 2).

          Στίς ἅγιες Γραφές ἤ ἁγία Γραφή ἀναφέρεται ἡ ἀποκάλυψι τοῦ ἀληθινοῦ καί ζωντανοῦ Θεοῦ. Αὐτή ὁμιλεῖ γιά τά θαυμαστά ἔργα τοῦ Θεοῦ καί κυρίως γιά τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας.

Β΄ Χαρακτηρισμοί τῆς ἁγίας Γραφῆς

Ἡ ἁγία Γραφή περιέχει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πού εἶναι

 

  1. Καθρέπτης.

          Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος παρομοιάζει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ μέ καθρέπτη, πού μᾶς δείχνει τήν πραγματική πνευματική κατάστασί μας : “Αὐτόν τό λόγο νά τόν κάνετε πράξη κι ὄχι μόνο νά τόν ἀκοῦτε ξεγελώντας τούς ἑαυτούς σας. Γιατί ὅποιος ἀκούει τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί δέν τόν ἐφαρμόζει, αὐτός μοιάζει μέ ἄνθρωπο πού βλέπει τόν ἑαυ­τό του μέσα σ’ ἕναν καθρέφτη, τόν βλέπει καί φεύγοντας ξεχνάει ἀμέσως πῶς ἦταν. Ὅποιος ὅμως μελέτησε τόν τέλειο νόμο, δηλαδή τό νόμο τῆς ἐλευθερίας, καί ἔμεινε σταθερός σ’ αὐτόν, ὅποιος δέν ὑπῆρξε ἁπλός ἀκροατής πού ξεχνάει, ἀλλά τόν ἐφήρμοσε στήν πρά­ξη, αὐτός μέ τήν ἔμπρακτη αὐτή ἐφαρμογή θά εἶναι μακάριος ” (Ἰακώβου α΄ 22-25).

           

  1. Φῶς.

     Ὁ προφήτης καί βασιλέας Δαβίδ ἐξυμνεῖ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶναι φῶς στά μονοπάτια τῆς ζωῆς του:

            “Φωτοβόλος λύχνος εἰς τήν πορείαν τῆς ζωῆς μου εἶναι, ὁ Νόμος σου. Φῶς πλούσιον στούς δρόμους μου ” (Ψαλμός ριθ΄, 105).   

             

3. Φωτιά.

            Ὁ Κύριος παρομοιάζει τόν λόγο του μέ φωτιά πού καταφλέγει τήν ἁμαρτία πού καίει τό κακό μέσα μας καί μᾶς καθαρίζει: “ Ἰδού, οἱ λόγοι μου δέν εἶναι ὡσάν τό πῦρ, λέγει ὁ Κύριος, ὡσάν πέλεκυς, ὁ ὁποῖος κόπτει καί αὐτόν ἀκόμη τόν βράχον; ” (Ἱερεμίου κγ΄ 29).

4. Μαχαίρι.

          Ὁ ἀπόστολος Παῦλος χαρακτηρίζει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ζωντανό δραστικό καί κοφτερό μαχαίρι πού εἶναι ἱκανό νά ξεχωρίζει τήν ἀρετή ἀπό τήν ἁμαρτία, τό κακό ἀπό τό καλό, τό ἀγαθό ἀπό τήν πονηρία, τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψεῦδος: “ Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωντανός καί δραστικός, πιό κοφτερός κι ἀπό κάθε δίκοπο σπαθί· εἰσχωρεῖ βαθιά, ὥς ἐκεῖ πού χωρίζει τήν ψυχή ἀπ’ τό πνεῦμα, τό κόκαλο ἀπ’ τό μεδούλι, καί κρίνει τούς διαλογι­σμούς καί τίς προθέσεις τῆς καρδιᾶς ” (Πρός Ἑβραίους δ΄ 12).

                                                           

5. Σπόρος.

          Ὁ ἀπόστολος Πέτρος διδάσκει, ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀναγεννᾶ τόν ἄνθρωπο. Εἶναι ὁ πνευματικός σπόρος πού φέρνει μέσα μας ζωή: “ Μήν ξεχνᾶτε ὅτι ἔχετε ξαναγεννηθεῖ ἀπό Πατέρα, πού δέν εἶναι θνητός, ἀλλά ἀθάνατος, διά τοῦ λόγου του πού εἶναι ζωντανός καί αἰώνιος ” (Α΄ Πέτρου α΄ 23).

                                               

6. Μέλι.

          Ὁ προφήτης καί βασιλεύς Δαβίδ χαρακτηρίζει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ γλυκύ πού γλυκαίνει τήν ζωή πού γίνεται πικρή ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν πονηρία μας: “Πόσον γλυκέα καί εὐχάριστα εἶναι τά λόγια σου στόν λάρυγγά μου! Ὅταν τά προφέρω διά τοῦ στόματός μου, εἶναι γλυκύτερα παρά πάνω ἀπό τό μέλι ” (Ψαλμός ριθ΄ 103).

                                                    

7. Γάλα.

          Ὁ ἀπόστολος Πέτρος χαρακτηρίζει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ γάλα, πού τρέφει καί αὐξάνει τόν πιστό, γιά νά ἐνηλικιωθεῖ πνευματικά:          “Σάν τά νεογέννητα βρέφη, νά λαχταρᾶτε τό πνευματικό κι ἄδολο γάλα, γιά νά αὐξηθεῖτε καί νά φτάσετε τή σωτηρία ”(Α΄ Πέτρου β΄ 2).

                                               

                                      8. Προϋπόθεσι γιά ἐπιτυχημένη ζωή.

          Ὁ προφήτης καί βασιλεύς Δαβίδ σ’ ἕνα ρητορικό διάλογο μέ τόν Θέο Πατέρα διετύπωσε τήν ἄποψι ὅτι γιά τόν νέο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ἀσφαλῆ καί βέβαιο τρόπο γιά νά ἔχει μιά ἐπιτυχημένη καί καταξιωμένη ζωή : “Μέ ποιόν τρόπον θά κατορθώση καί θά ἐπιτύχη ὁ νεώτερος εἰς τήν ζωήν του; Μόνον ὅταν τηρῆ τούς λόγους σου ”

 (Ψαλμός ριθ΄ 9).

                                   

9. Τσεκούρι.

          Ὁ Κύριος παρομοιάζει τόν λόγο Του μέ τσεκούρι κοφτερό πού κόφτει καί τήν σκληρή πέτρα, δηλαδή συντρίβει τήν σκληρή καί ἀμετανόητη καρδιά πού ὁμοιάζει μέ βράχο :        “ Ἰδού, οἱ λόγοι μου δέν εἶναι ὡσάν τό πῦρ, λέγει ὁ Κύριος, ὡσάν πέλεκυς, ὁ ὁποῖος κόπτει καί αὐτόν ἀκόμη τόν βράχον; (Ἱερεμίου κγ΄ 29).

             

10. Τροφή.

          Ὁ Κύριός μας ἀποκρούοντας τόν πρῶτο πειρασμό στό ὄρος τῶν πειρασμῶν χαρακτήρισε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ τροφή πνευματική πού εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ζήσουμε: Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ ἀποκρίθηκε: «Ὁ ἄνθρωπος λέει ἡ Γραφή δέ ζεῖ μέ μόνο τό ψωμί, ἀλλά μέ κάθε λόγο πού βγαίνει ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ» ”(Ματθαίου δ΄ 4).

                                               

1 Ὀκτωβρίου 2021

Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

«῾Ο δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα» (Ματθαίου κστ΄ 63).

 

          Προσπαθοῦμε συνήθως νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Κυ­ρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὰ κηρύγματά Του, τὶς παραβολές Του, ἀπ’ ὅσα ἄκουσαν οἱ αὐτήκοοι μάρτυρες Του, οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καὶ μαθητές Του. 

          Μέ τὴν μελέτη μας αὐτὴ θὰ προσπαθήσαμε νὰ διδαχθοῦμε καὶ νὰ παρα­δειγματισθοῦμε ἀπὸ τὴν σιωπὴ τοῦ Κυρίου μας.

  1. Ἡ σιωπὴ τοῦ βαθειοῦ ἐλέγχου.

          Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης (η΄ 1-8) ἀναφέρει τὴν περίπτωσι τῆς μοι­χαλίδας γυναίκας ποὺ τὴν ὁδήγησαν στὸν Κύριό μας, γιὰ νὰ κρίνει ἐὰν ἔπρεπε νὰ λιθοβολιθεῖ, ὅπως προέβλεπε ὁ παραδοθεὶς Νόμος τοῦ Θεοῦ στὸν Μωϋσῆ:  (Δευτερονομίου κβ΄ 22).

          Οἱ Ἰουδαῖοι προσπάθησαν, ἀλλὰ μάταια, νὰ ἐκθέσουν τὸν Κύριο ἐνώπιον τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ζητώντας Του νὰ τοποθετηθεῖ σ’ ἕνα θέμα ποὺ πίστευαν, ὅτι ὅποια θέσι καὶ ἂν ἔπερνε θὰ ἦταν εἰς βάρος Του. Ἐὰν ζητοῦσε τὸν θάνατο τῆς γυναικός, θὰ ἐφαίνετο σκληρὸς καὶ ἀπάν­θρωπος, ἐάν ἀπέλυε τὴν γυναίκα, θὰ ἐκατηγορεῖτο ὡς μὴ σεβόμενος τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐδόθη μέσῳ τοῦ Μωϋσῆ.

Ὅμως στὴν ἐρώτησι τῶν Ἰουδαίων: «Σὺ οὖν τί λέγεις; ὁ δὲ  Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν». Ὅταν ἐπέμεναν νὰ Τὸν ἐρωτοῦν: «ἀνκυψε κα επεν ατος· ναμρτητος μν πρτος βαλτω λθον π' ατήν. Κα πλιν κτω κψας γραφεν ες τν γν» (Ἰωάν­νου η΄ 7-8).

          Ἡ ἁγία σιωπή Του μαστίγωσε καὶ ξύπνησε τὴν σὲ λήθαργο συν­είδησί τους ποὺ τοὺς ὁδήγησε σὲ φυγὴ ἐγκαταλίποντες τὴν προσπάθεια παγιδεύσεώς Του.

          Ἡ σιωπηλὴ παρουσία μιᾶς ἁγίας ζωῆς ἐλέγχει πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀσυνεποῦς χριστιανοῦ.

                                                          *****

  1. Ἡ σιωπὴ τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἐλευθερίας

          Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἀναφέρει τὸν διάλογο ποὺ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶχε μὲ τοὺς μαθητές Του, ὅταν εὑρίσκετο μαζί Τους στὴν Καισάρεια τῆς Φιλίππου κατὰ τὴν τελευταία πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατὸ Του περιοδεία Του καὶ τοὺς ρώτησε: «Τίνα μὲ λέγετε εἶναι;» καὶ «᾿Αποκριθες δ Σμων Πτρος επε· Σ ε Χριστς υἱὸς το Θεο το ζντος».

 Ἡ ἀλήθεια δὲν ἐπιβλήθηκε μὲ τὴν δύναμι τοῦ ἐντυπωσιασμοῦ, ἀλλὰ φανεροῦται σ’ ἐκείνους ποὺ διαθέτουν τὶς ἀπαραίτητες προϋπο­θέ­σεις γιὰ νὰ τὴν βιώσουν.

          Ὁ Χριστὸς σέβεται τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, τὴν βοηθᾶ, δὲν τὴν ἐξαναγκάζει. Ἡ ἀλήθεια εἶναι βίωμα καὶ ἐμπειρία.

                                                *****

  1. Ἡ σιωπὴ τῆς ὑποδειγματικῆς ταπεινώσεως

          Στὴν Μεταμόρφωσί Του, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας τοὺς ἔδειξε τὸ ἄρρητο κάλλος τῆς θείας φύσεώς Του καὶ θεότητός Του, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ λάμπει σὰν καθαρὸ καὶ ἀνόθευτο χρυσάφι, ζήτησε ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, ποὺ βίωσαν τὸ γεγονός, νὰ μὴν τὸ διηγηθοῦν μέχρι τὴν ἀνάστασί Του (Ματθαίου ιζ΄ 1-13).

          Ὁ Ἴδιος συνέστησε στοὺς μαθητές Του νὰ σιωπήσουν «καταβαι­νντων ατν π το ρους νετελατο ατος ησος λγων· Μηδεν επη­τε τ ραμα ως ο υἱὸς το νθρπου κ νεκρν ναστ» (στ. 9).

          Ἄλλοι θὰ ἔβγαζαν ὄχι μόνο δελτίο τύπου, ἀλλὰ καὶ ἔκτακτο εἴτε παράρτημα ἐφημερίδος εἴτε δελτίο εἰδήσεων. Ὄχι ὅμως ὁ Κύριός μας Ἰη­σοῦς Χριστός. Αὐτὸς σκέπαζε μὲ τὴν σιωπὴ τὸ μεγαλεῖο Του.

Αὐτὴ ἡ σιωπὴ τοῦ Χριστοῦ μᾶς διδάσκει ὅτι τὸ μεγαλεῖον γί­νεται λαμπρότερον ἐνδεδυμένον μὲ τὴν ταπείνωσι, δι’ αὐτὸ ἡ ταπεί­νωσι χαρακτηρίζεται «στολὴ θεότητος».

                                                                        *****

  1. Ἡ σιωπὴ τῆς δοκιμασίας τῆς πίστεως

        Ἡ Χαναναία ἔμεινε γνωστὴ γιὰ τὴν μεγάλη πίστι της. Ἂν καὶ ἦταν εἰδωλαλάτρισσα καὶ δὲν μετεῖχε στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἰουδαϊκὸ λαό, ἐν τούτοις ἐπέδειξε μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους πίστι παρὰ τὴν ἀρχικὴ σιωπὴ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ματθαίου ιε΄ 21-28).

            Στὴν ἰκεσία τῆς γυναίκας «᾿Ελησν με, Κριε, υἱὲ Δαυΐδ· θυγτηρ μου κακς δαιμονζεται. ῾Ο δ οκ πεκρθη ατ λγον» (στ. 22-23). Ὅταν ἐκείνη ἐπέμενε, ὁ Κύριός μας ἱκανοποίησε τὸ αἴτημά της συνοδεύοντας τὴν θεραπεία τῆς θυγατέρας της μὲ τὸν ἔπαινό Του « γναι, μεγλη σου πστις!» (Ματθαίου ιε΄ 28).    Ὁ Κύριός μας ἐπαίνεσε τὴν ταπείνωσι καὶ πίστι τῆς γυναίκας.

          Ἡ σιωπὴ τοῦ Χριστοῦ στὰ αἰτήματά μας εἶναι ὀδυνηρὴ καὶ συχνὰ ἀβάσταχτη. Ὁ Χριστὸς ὅμως σιωπᾶ, γιὰ νὰ δοκιμασθεῖ ἡ πίστι μας, ὥστε μαζὶ μὲ τὴν ἀπάντησι νὰ ἀκούσουμε και τὸ «μεγάλη ἡ πίστις σου».

          Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ συνεχίσουμε νὰ ζητᾶμε καὶ νὰ προσευ­χόμαστε. Ἡ σιωπή Του δὲν σημαίνει ὅτι ἀδιαφορεῖ ἢ ὅτι μᾶς ἀπο­δοκιμάζει.

                                                            *****

  1. Ἡ σιωπὴ τῆς ἀξιοπρεποῦς ἀπολογίας

Ὁ Κύριος ἀνακρίνεται στὸ Μεγάλο Συνέδριο τῶν Ἰουδαίων καὶ ἀκούοντας τὶς ψευδομαρτυρίες σιωπᾶ. Δύο ψευδομάρτυρες Τὸν κατηγοροῦν (στ. 61,62,63. Βλ. καί Ματθαίου κστ΄ 59-63).

Ὁ Κύριός μας μπροστὰ στὸν πειρασμὸ τῆς συκοφαντίας ἐσιώπησε, διότι «παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως» (A΄ Πέτρου β΄ 23).

Ὅταν ἀκούσουμε τὴν δυσφήμιση ἢ τὸ λασπολόγημα γιὰ τὸ πρόσωπό μας καὶ ἔρχεται ὁ πειρασμός, τότε οἱ περισσότεροι μ’ ἕνα χείμαρρο δίκαιης ἐπιχειρηματολογίας προσπαθοῦμε νὰ ἀμυνθοῦμε, νὰ ἀπολογηθοῦμε, νὰ καταρρίψουμε τὴν συκοφαντία.

Ἀπὸ τὸν Κύριό μας μαθαίνουμε νὰ σιωποῦμε στὸν πειρασμὸ τοῦ «τ οτο σου καταμαρτυροσιν;» (στ. 62).

                                                            *****

  1. Ἡ σιωπὴ τῆς ἀπόλυτης ἀποδοκιμασίας

Τὰ Εὐαγγέλια ἀναφέρουν, ὅτι ὁ Πιλᾶτος ἔστειλε τὸν Κύριό μας Ἰη­σοῦ Χριστὸ νὰ δικασθεῖ ἀπὸ τὸν ῾Ηρώδη. Ἀποπειρώμενος νὰ ἀθωώσει τὸν Κύριό μας, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι εἶναι Γαλιλαῖος, παρέπεμψε Αὐ­τὸν νὰ δικασθεῖ ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, τὸν διοικητὴ τῆς Γαλιλαίας, ποὺ παρε­πιδημοῦσε κι αὐτὸς στὴν Ἱερουσαλὴμ τὶς ἡμέρες τοῦ Πάσχα (Λουκᾶ κγ΄ 6-12).     

Ὁ Λουκᾶς μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ὁ Ἡρώδης ἐχάρηκε ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Πιλάτου, διότι εἶχε ἀκούσει πολλὰ γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἐπεδίωκε νὰ Τὸν ἀκούσει καὶ νὰ τὸν ἰδεῖ νὰ θαυματουργεῖ, «ατς δ οδν πεκρνατο ατ» (Λουκᾶ κγ΄ 9).

Ὁ Κύριος ἀποδοκίμασε τὸν Ἡρώδη, ἐπειδὴ οἱ ἐρωτήσεις του δὲν προήρχοντο ἀπὸ εἰλικρινῆ καρδία, ἀλλὰ ἀπὸ περιέργεια καὶ περιπεκτικὴ διάθεσι. Ὁ Κύριος ἐσιώπησε τηρώντας τὶς ἐντολὲς : «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλάτας στ΄ 7), «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριος τὸν Θεὸν σου» (Ματθαίου δ΄ 7).

                                                *****

  1. Ἡ σιωπὴ τῆς προσωπικῆς θυσίας

Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας προαναγγέλλει, ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς «ἄφωνος» ὑπέφερε τὸ Πάθος Του. (Ἠσαΐου νγ΄, 7).

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξοχώτερη καὶ συγκλονιστικώτερη σιωπὴ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ σιωπὴ τῆς θυσίας, τὸ ἀγόγγυστο σήκωμα τοῦ Σταυροῦ, ἡ ἀδιαμαρτύρητη ἀποδοχὴ τοῦ βρώμικοῦ φορτίου τῶν ἁμαρ­τωλῶν.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης παραθέτει τὸν διάλογο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς στρατιῶτες, ἀπὸ ὅπου φαίνεται ἡ αὐτοπροαίρετη ἀνάληψι τῆς εὐθύνης γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων (Ἰωάννου ιη΄ 4-9).

Ἡ  δική μας συμπεριφορὰ δὲν ὁμοιάζει μ’ αὐτὴ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς παντοῦ καὶ πάντοτε θὰ διαμαρτυ­ρη­θοῦ­με διεκδικώντας πείσμονα καὶ ἀνυποχώρητα τὰ δικαιώματά μας.

Ὁ Χριστὸς ὅμως «οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσε», καθὼς γράφει ὁ Ἀπό­στο­λος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του (στ. 1-3).

Νὰ μάθουμε νὰ σηκώνουμε τὰ φορτία μας σιωπώντας.

                                               

Ἂς μᾶς διδάξει ἡ σιωπή Του.

1 Ὀκτωβρίου 2021

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

1. Ἡ μάχη καί ἡ νίκη

Στό Σταυρό ὁ Κύριος μας ἔδωσε τήν πιό σκληρή καί ἀδυσώπητη μάχη καί ἐπέτυχε τήν πιό περιφανῆ νίκη. Ὡς ἔνδοξο πολεμιστή βλέπει τόν Κύριό μας ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψι (Ἀποκαλύψεως στ΄ 2). Συγκρούσθηκε μέ τόν διάβολο καί τόν ἐνίκησε : “Ἀνέβηκε ψηλά, πῆρε μαζί του αἰχμάλωτους”, ὅπως πανηγυρικά διακηρύσσει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Πρός Ἐφεσίους δ΄ 8)

Αὐτό προεφήτευσε ὁ Προφήτης Δαυΐδ (Ψαλμός ξζ΄ (ξη΄) 67, 19)

Ὁ Κύριος μας δέν νίκησε ἁπλῶς τόν διάβολο, ἀλλά τόν ἀπογύμνωσε ἀπό κάθε δύναμι καί ἐξουσία πού εἶχε πάνω στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί μάλιστα τῶν δικαίων (Πρός Ρωμαίους ε΄, 12-14) 

Ὁ Κύριος μας προεφήτευσε τήν ὁλοσχερῆ ἐξουδένωσι τοῦ διαβόλου καί τήν ἀφαίρεσι τῆς ἐξουσίας του κατά τόν λόγο Του : (Ἰωάννου ιβ΄, 31).

Ὡς πολεμιστή καί ἐκδικητή τοῦ λαοῦ Του παρουσιάζει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας τόν Κύριο μας (Ἡσαΐου ξγ΄ 1-6).

                                                                       

                                                2. Ἡ αἰτία τῆς νίκης

Ἄς δοῦμε γιατί νίκησε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός.

α. Διότι δέν Τόν ἐξουσίαζε ὁ ἀντικείμενος Του διάβολος. Εἶπε :     “Γιατί ὁ κυρίαρχος τοῦ αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἔρχεται νά μέ θανατώσει, ἄν καί δέν ἔχει πάνω μου καμία ἐξουσία” (Ἰωάννου ιδ΄ 30).

Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὅταν σέ ἐξουσιάζει ὁ διάβολος δέν μπορεῖς νά τόν πολεμήσεις, διότι κατά τόν ἰσχύοντα πνευματικό νόμο : “Γιατί ὁ ἄνθρωπος γίνεται δοῦλος ἐκείνου ἀπό τόν ὁποῖο ἔχει νικηθεῖ”  (Β΄ Πέτρου β΄ 19).

Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας διευκρινίζει ἀπό τόν ὄγδοο πρό Χριστοῦ αἰῶνα, ὅτι ὁ Κύριος δέν ὑπέστη τό Πάθος τιμωρούμενος ἀπό τόν Θεό ὡς ἁμαρτωλός καί ἀσεβής.

βυθίσθη στόν πόνο καί τήν ὀδύνη, καί ἐμεῖς στήν πλάνη μας ἐνομίσαμε, ὅτι αὐτός εὑρίσκετο στήν ὀδυνηράν αὐτήν πληγή καί συμφορά, ἐπειδή ἐτιμωρεῖτο ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ γιά δικές του ἁμαρτίες. Αὐτός ὅμως ἐτραυματίσθη γιά τίς δικές μας ἁμαρτίες, ἐταλαιπωρήθη καί ὑπέφερε γιά τίς ἀνομίες μας. Παιδευτική τιμωρία ἔπεσεν ἐπάνω του γιά τήν ἰδικήν μας εἰρήνη καί σωτηρία. Χάρις δέ στήν πληγή ἐκείνου ἡμεῖς θεραπευθήκαμε ” (Ἠσαΐου νγ΄, 5).

β. Διότι ὑπέμεινε ἀδιαμαρτύρητα μέ καρτερία τούς πόνους τοῦ πάθους Του “ἄφωνος” (νγ΄ 7) κατά τόν προφήτη Ἠσαΐα :

Μέ τό παράδειγμα Του μᾶς ἐνισχύει στόν ἀγῶνα γιά νά ἀντιμετωπίσουμε τούς πειρασμούς τῆς ζωῆς κατά τήν παρήγορη διαβεβαίωσι τοῦ ἀποστόλου Παύλου : “τσι, πειδή διος πέφερε καί δοκιμάστηκε, μπορε τώρα νά βοηθήσει ατούς πού δοκιμάζονται ” (Πρός Ἑβραίους β΄ 18).

                                                            *****

γ. Διότι τό πάθος καί ὁ θάνατός Του ἦτο θυσία ἀπό ἀγάπη γιά τούς ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος μας νίκησε τόν ἄρχοντα τῆς κακίας μέ τήν ἀγάπη Του, μέ τήν φιλανθρωπία Του, ὅπως διδάσκει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ :  “ Τόσο πολύ γάπησε Θεός τν κόσμο, στε παρέδωσε στ θάνατο τ μονογεν Του Υό γι ν μ χαθε ποιος πιστεύει σ’ αὐ­τὸν ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωή αἰώνια ” (Ἰωάννου γ΄ 16)

δ. Διότι ἦτο θυσία ἀπό ὑπακοή καί ταπείνωσι, πού τιμήθηκε ἀπό τόν Θεό Πατέρα μέ τήν θεία δόξα. Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας προφητεύει τήν ἀπόφασι γιά τήν θυσία τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ὡς ἑξῆς :

Ρομφαία ς ψωθ ναντίον τν κακν ποιμένων μου κα ναντίον κάθε κακο συμπολίτου μου, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Κτυπήσατε τος ποιμένας, δι νὰ ποσπάσετε κα γλυτώσετε π τ χέρια των τ πρόβατα. γ δ θ πιφέρω βαρεαν κα τιμωρν τν χερά μου ναντίον ποιμένων ”.  (Ζαχαρίου ιγ΄, 7)

Ὁ Κύριός μας στόν κῆπο τῆς Γεσθμανῆ κατά τήν ὑπερφυᾶ προσευχή παρεκάλεσε τόν Θεόν Πατέρα : “Πατέρα μου, ἄν εἶναι δυνατὸ, ἄς μήν πιῶ αὐτὸ τὸ ποτήρι” (Ματθαίου κστ΄ 39 ). Τελικῶς ὅμως ὑποτάχθηκε στή θεία βουλή καί μέ ταπείνωσι συγκατατέθηκε νά θυσιασθεῖ μέ τούς λόγους Του : “πλν οχ ς γ θλω, λλ' ς σ ” (Ματθαίου κστ΄ 39)

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει τούς σταθμούς τῆς πορείας τῆς κενώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ, ἀπό τήν γῆ στόν Ἄδη, ἀπό τόν Ἄδη στήν δόξα:

α. Ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων” (Πρός Φιληππησίους β΄ 6).

Μέ τούς λόγους αὐτούς ὁ ἀπόστολος ἀναφέρεται στήν ἔνδοξη προΰπαρξι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ

β. Ἑαυτόν ἐκένωσεν μορφήν δούλου λαβών” (Πρός Φιληππησίους β΄ 6).

 Μέ τούς λόγους αὐτούς καί τούς ἑπόμενους ἀναφέρεται στήν σάρκωσι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πού ἦταν ἀθάνατος καί ἔγινε θνητός ἄνθρωπος. Αὐτός εἶναι ὁ πρῶτος σταθμός τῆς κενωτικῆς πορείας Του.

γ. Γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου θανάτου δέ σταυροῦ ” (Πρός Φιληππησίους β΄ 8).

Αὐτός εἶναι ὁ δεύτερος σταθμός τῆς κενωτικῆς πορείας ἡ κάθοδος στόν ᾃδη. Σκοπός τῆς καθόδου Του στόν ᾃδη ἦταν νά κηρύξει “τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι ” (Α΄ Πέτρου γ΄ 19). Ὁ Χριστός εἶναι παράδειγμα ταπεινώσεως.

                                                         

ε. Διότι ἦτο θυσία γιά νά θεμελιωθεῖ ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων γύρω ἀπό τό πρόσωπο Του καί τήν δύναμι τῆς θυσίας Του “ Ἐγώ, ὅταν ὑψωθῶ ἀπό τή γῆ, ὅλους τούς ἀνθρώπους θά τούς τραβήξω κοντά μου ”. (Ἰωάννου ιβ΄ 32).

Ἡ ἕλξι τῆς μεγαλειώδους θυσίας Του προσελκύει ὅλα τά πνεύματα κάτω ἀπό τήν σκιά τοῦ Σταυροῦ ἐπιδεικνύοντα τήν ἀληθινή πίστι καί τίς λάμπουσες ἀρετές πού τά κοσμοῦν.

 

 

 

3. Τό ἔπαθλο τῆς νίκης

Σ’ ἕνα διάλογο πού εἶχε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μέ  τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τήν ἐξουσίαν Του πάνω στά δαιμόνια, ἀποκρούει τήν κατηγορία ὅτι μέ τήν δύναμι τῆς δαιμονικῆς ἐξουσίας ἐκβάλλει τά δαιμόνια ἀπό τούς ἀνθρώπους μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι ἐάν ὁ ἕνας δαίμονας πολεμεῖ τόν ἄλλο τότε διαλύθηκε ἡ ἐξουσία τους καί τούς προβληματίζει γιά νά σκεφθοῦν μήπως συμβαίνει κάτι ἄλλο, δηλαδή νά ἐκβάλλει δαιμόνια μέ τήν δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος :   ( Mατθαίου ιβ΄ 28).                                          

Γι’ αὐτό ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης διακηρύττει πανηγυρικά : “ Νὰ πῶς μποροῦμε νὰ νικοῦμε τὸν κόσμο: μὲ τὴν πίστη μας. Ποῖος μπορεῖ νὰ νικάει τὸν κόσμο; Μόνον ὁποῖος πιστεύει πώς ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ” (Α΄ Ἰωάννου ε΄ 4-5).

           

       

17 Σεπτεμβρίου 2021

Ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου μας

Ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου μας

«εἰς εὔκαιρον βοήθειαν»

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανῆς Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Δημοσιεύθηκε 16.9.2021

Τό μῆνα αὐτό ὅλοι οἱ πιστοί ζοῦμε μέσα στό λειτουργικό χῶρο καί χρόνο τῆς Ἐκκλησίας μας μιά ἰδιαίτερη εὐκαιρία γιά νά ἀντλήσουμε εὐλογία καί χάρη. Καί μᾶς προσφέρεται μέ τήν ὕψωση καί σεβάσμια προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου μας. Προερχόμενοι «οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν» (Πρός Ἑβραίους δ΄ 16). Δηλαδή : «Μέ θάρρος τό θρόνο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, γιά νά μᾶς σπλαχνιστεῖ καί νά μᾶς δωρίσει τή χάρη του, τήν ὥρα πού τή χρειαζόμαστε».

πρέπει νά γνωρίζουμε καί νά βιώνουμε τό θεῖο καί ὑπερφυές μυστήριο μέσα ἀπό τό ὁποῖο ἐξεπήγασε ἡ σωτηρίας μας.

Τί σημαίνει γιά μᾶς ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ;

Αὐτό τό Πανσεβάσμιο Ξῦλο, «ὅ περιέπουσι τάξεις Ἀγγέλων γηθόμεναι», ἔγινε τό μέσο, ὁ τρόπος μέ τό ὁποῖο μᾶς φανερώθηκε ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιά μᾶς. Δι’ αὐτοῦ μᾶς δόθηκε ἡ δυνατότητα νά ἀπολαμβάνουμε τή λύτρωσή μας. Κι αὐτό ἀποτελεῖ μιά χάρη καί δωρεά τοῦ Σταυρωθέντος Σωτῆρος Χριστοῦ, πού ἐκδηλώθηκε ἡ ἄφατη θεία ἀγάπη.

Κανένας μας δέν μπορεῖ νά συλλάβει πλήρως μέ τό μυαλό του, πῶς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, ὅταν κρεμόταν στόν Σταυρό…Ἤ μᾶλλον, ὅσο γίνεται κάθε πιστός πού συσταυρώνεται μέ τόν Χριστό ἀρχίζει νά βιώνει αὐτό τό μυστήριο, τό «ἀπό τῆς ἔκτης ὥρας ἕως ὥρας ἐννάτης» τῆς Παρασκευῆς ἐκείνης. Στό Πάθος ὁ Ἰησοῦς σταμάτησε κάθε ἐνέργεια, κάθε δράση, κάθε προσπάθεια, δέν παρουσίασε οὔτε μιά κίνηση γιά νά τό ἀποφύγει, οὔτε μιά ἐπιφύλαξη, ἀλλά ὅλα σῶμα καί ψυχή, καρδιά καί νοῦ, τά παρέδωσε στίς φλόγες τοῦ ἀπύθμενου Πάθους, πού πλημμύριζε τά πάντα. Ὅλα τά ἔδωσε ὁ Ἰησοῦς γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό μιά ἐνοχή, πού ἦταν δική μας, καί πού τήν ἔκανε δική Του, πού ἐτελείωσε μέ τό θάνατό Του, χωρίς ἄλλη διέξοδο. Μέ τό Πάθος ἔφθασε ὁ Κύριος ὡς ἐκεῖνα τά βάθη, ἀπό ὅπου ἡ παντοδυναμία τῆς Ἀγάπης δημιουργεῖ τήν Καινή Κτίση.

 Ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου μας ὡς ἔκφραση τῆς ἀγάπης Του γιά μᾶς εἶναι μιά πραγματικότητα. Κι ἡ πραγματικότητα αὐτή ἄλλαξε τό πᾶν. Μέ αὐτή τήν πραγματικότητα ζοῦμε, ἐφ’ ὅσον ζοῦμε «κατενώπιον Θεοῦ». Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἀγάπη αὐτή τοῦ Σταυρωθέντος Χριστοῦ γιά μᾶς εἶναι τό μοναδικό καί βέβαιο στήριγμα στή ζωή μας. Τόσο βέβαιο πού νά μπορεῖ κανείς ὄχι μόνο νά στηρίζει σ’ αὐτό τήν ζωή του, ἀλλά καί νά πεθαίνει γι’ αὐτό.

Ἡ ζωή μας μέσα στήν Ἐκκλησία μᾶς μαθαίνει, πώς αὐτό τό ἀπόλυτα βέβαιο στήριγμά μας δέν μπορεῖ νά εἶναι οἱ ἄνθρωποι, ἔστω κι ἄν αὐτοί εἶναι οἱ πιό καλοί, οἱ πιό ἀγαπητοί κι οἱ πιό δυνατοί. Οὔτε ἡ ἐπιστήμη, οὔτε ἡ φιλοσοφία, οὔτε ἡ τέχνη, οὔτε ἄλλο τίποτε ἀπό ὅσα μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος. Οὔτε ἡ φύσις ἤ ὁ χρόνος ἤ …Ἀκόμα οὔτε γενικά «τό θεῖον» ἤ καί ἡ Θεότης, γιατί ὅταν ἀνάψει ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἁμαρτία μας, πῶς μποροῦμε νά ξέρουμε τί μᾶς πρειμένει ἄν δέν ἔχουμε τό Χριστό; Βέβαιο στήριγμά μας εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γιατί κι αὐτή μᾶς ἔγινε γνωστή μόνο μέ τήν μεσολάβηση τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά καί ἄν ἀκόμα ὑποτεθεῖ, ὅτι ἦταν δυνατόν νά γνωρίζουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν μεσολάβηση τοῦ Χριστοῦ, καί πάλι δέν θά ἦταν αὐτό πού ξέρουμε καί ζοῦμε τώρα ἐπειδή ἡ ἀγάπη μπορεῖ νά εἶναι ἀμείλικτη καί σκληρή. Καί μπορεῖ νά εἶναι τόσο πιό σκληρή, ὅσο εἶναι εὐγενέστερη. Μόνο ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ μαθαίνουμε, πώς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ συγχωρεῖ καί δέχεται τούς ἁμαρτωλούς.

Ἤ μᾶλλον τά ἀπόλυτα βέβαιο στήριγμά μας εἶναι, αὐτό πού ἀποκαλύφθηκε μέ λόγια ἀπό τόν Κύριό μας καί βεβαιώθηκε μέ τήν σταυρική Του θυσία: «καί ὑπέρ αὐτῶν ἐγώ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα ὦσι καί αὐτοί ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰωάννου ιζ΄ 19).  

10 Σεπτεμβρίου 2021

Σταθμοί στή ζωή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

Σταθμοί στή ζωή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

Δημοσιεύθηκε 09.09.2021

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν χριστολογικό ὕμνο πού ἀπηχεῖ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους καί τήν μαρτυρία τῶν ἁγίων ἀποστόλων γιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ περιγράφει μέ τήν ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος τούς σταθμούς τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τήν σάρκωση Του καί τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ὡς ἑξῆς  (Φιλιππησίους β΄, 6-11).

Στό κείμενο αὐτό ἀναφέρονται τρεῖς σταθμοί.

1. Πρῶτος σταθμός, ἡ Βηθλεέμ.

Σύμφωνα μέ αὐτά ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν κόλπο τοῦ ἐπουρανίου Πατέρα σαρκώνεται, γίνεται ἄνθρωπος καί κατέρχεται στή γῆ.

Ὁ “ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ πατρός ” (Ἰωάννου α΄ 18) Υἱός τοῦ Θεοῦ ταπεινώνεται καί λαμβάνει μορφήν δούλου καί γεννᾶται γνήσιος, αὐθεντικός καί ἀληθινός ἄνθρωπος στήν Βηθλεέμ, τήν πολίχνη ἀπό τήν ὁποία κατήγετο καί ὁ ἔνδοξος βασιλεύς Δαυΐδ πρόγονος κατά σάρκα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Αὐτή τήν κένωση Του περιγράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μέ τούς λόγους “ ὃς (δηλ. ὁ Ἰησοῦς Χριστός) ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος ” (Πρός Φιληππησίους β΄ 6, 7).

Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης θεολογεῖ “ Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος…Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς, παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας ” (Ἰωάννου α΄ 1, 14).

                                           *****

2. Δεύτερος σταθμός, ὁ Γολγοθᾶς.

Στήν συνέχεια ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀπό τήν φάτνη τῆς Βηθλεέμ ἀνέρχεται στό Σταυρό καί κατέρχεται στόν Ἅδη.

Ἡ κενωτική πορεία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ συνεχίζεται ἀπό τήν Βηθλεέμ καί κορυφοῦται στόν Γολγοθᾶ.

Μέ τήν ὑπακοή Του στό θέλημα τοῦ ἐπουράνιου Πατέρα συνέτριψε τόν ἐγωϊσμό τῶν ἀνθρώπων. Στήν ἀγωνία τῆς Γεσθημανῆς συγκρούσθηκαν τά δύο θελήματα τό ἀνθρώπινο καί τό θεῖο. Τελικῶς τό ἀνθρώπινο ὑπετάγη στό θεῖο, ὅπως μᾶς παρέδωσαν οἱ Εὐαγγελιστές  (Ματθαίου κστ΄ 36-44, Μάρκου ιδ΄ 32-36, Λουκᾶ κβ΄ 40. Βλ. καί Ἑβραίους ε΄ 7-8)

Μέ τήν πρόνοια Του γιά νά μήν χαθοῦν οἱ ψυχές που εὑρίσκοντο στόν Ἅδη κατέρχεται στόν Ἅδη γιά νά τίς ἐλευθερώσει ἀπό τά προαιώνια δεσμά τους “ καί τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθείς ἐκήρυξεν ” (Α΄ Πέτρου γ΄ 19).

Ὁ ἅγιος καί ἀναμάρτητος Κύριος μας μέ τήν ταπείνωσι Του ἦλθε νά μᾶς συναντήσει στόν Ἅδη πού μᾶς ἔρριψε ἡ ἁμαρτία μας γιά νά μᾶς ἀφαρπάσει ἀπ’ αὐτόν. Δέν ἐπαισχύνθη ὁ Πανάγαθος νά εὑρεθῇ ἀνάμεσα σέ πόρνους, μοιχούς, ἅρπαγες ἀφιλάδελφους, πονηρούς, πλεονέκτες, φονεῖς, λοίδωρους, ἐπίορκους, ἐπίβουλους. Ἅδης εἶναι ἡ ζωή μας ὄχι μόνο γιά Ἐκεῖνον, ἀλλά καί γιά μᾶς. Κι’ ὅμως ἦλθε ἀνάμεσα μας καί μᾶς καταδέχθηκε καί θυσιάσθηκε γιά νά μᾶς ἐξαγάγει ἀπό τόν σκοτεινό καί βαθύτατο Ἅδη μας, τῆς ἁμαρτίας καί ἀπελπισίας.  

                                                *****

3.Τρίτος σταθμός, ὁ ἔνδοξος οὐράνιος θρόνος.

Τέλος ἀπό τό μνῆμα ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀνέρχεται δοξασμένος στόν οὐράνιο θεϊκό θρόνο.

Μέ τήν ταπείνωσι Του στό σταυρό καί τήν θυσία τῆς ζωῆς Του ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός ἐδοξάσθη. Ἔδειξε καί ἐφανέρωσε στούς ἀνθρώπους πού φλέγονται καί  φθείρονται ἀπό τόν πόθο τῆς δόξας ἄλλο τρόπο ἀληθοῦς δόξης. Αὐτό σημαίνεται στούς λόγους: “ διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα,  ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός ” (Φιληππησίους β΄ 9,11).

Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης καταθέτη τήν ἀποστολική μαρτυρία γιά τόν θάνατο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅτι εἶναι ἡ δόξα Του “ οὔπω γάρ ἦν πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη ” (Ἰωάννου ζ΄ 39. Βλ. καί Ἰωάννου ιβ΄ 16).

Ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός θεωρεῖ τόν σταυρικό θάνατο Του δόξα Του καί δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅπως δηλώνουν οἱ λόγοι Του :  

Ὅτε οὖν ἐξῆλθε, λέγει ὁ Ἰησοῦς · νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, καί ὁ Θεός ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ. εἰ ὁ Θεός ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ καί ὁ Θεός δοξάσει αὐτόν ἐν ἑαυτῷ, καί εὐθύς δοξάσει αὐτόν ” (Ἰωάννου ιγ΄ 31-32).

                                                *****

          Ἡ βασίλειος γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Καισαρείας φαεινότατος φωστήρας ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ μέγας διδάσκει, ὅτι ἡ ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου καί ἡ συγκατάβαση Του ὑπερβαίνει τήν δημιουργία ὅλων τῶν ἀγγέλων, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅλων τῶν φυτῶν, τῶν ζώων, τῶν στοιχείων καί γενικῶς ὅλης τῆς ὁρατῆς καί αἰσθητῆς ἀφ’ ἑνός καί τῆς ἀοράτου καί νοητῆς ἀφ’ ἑτέρου δημιουργίας (Μ. Βασιλείου, Ἑρμηνεία εἰς τόν μδ΄ Ψαλμόν, ΒΕΠΕΣ τ.52, σελ.98.)

Ὁ θεῖος Νύσσης Γρηγόριος, ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, προσθέτει καί τήν αἰτία γιά τήν ὁποία ἡ ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει τήν δημιουργία ὅλων τῶν κτισμάτων, ἐπειδή ἐκείνη εἶναι μέν κατά φύση, αὐτή δέ ὑπέρ φύση (Γρηγορίου Νύσσης, Μέγας Κατηχητικός, ΒΕΠΕΣ τ.68, σελ. 412)

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ὁ Παλαμᾶς ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ συγκατάβαση αὐτή τοῦ Θεοῦ Λόγου δέν προὐξένησε σ’ Αὐτόν ὕφεση καί ἐλάττωση, ἀλλά μάλιστα προσέθεσε ἀνώτερη δόξα καί μεῖζον ὕψος · ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι κατά τήν φύση Του ἀνώτατος καί ὕψιστος πάντων καί δέν ὑπάρχει ἀνώτερο ὕψος γιά νά ἀναβεῖ καί νά τιμηθεῖ μέ μεγαλύτερη δόξα παρά μόνον ἀπό τῶν κάτω, δηλαδή ἀπό τό νά συγκαταβεῖ καί νά συνταπεινωθεῖ μέ τά κτίσματα Του. Θεωρεῖται δόξα τοῦ Ὑψηλοῦ ἡ πρός τά ταπεινά συγκατάβαση γιά νά δείξει ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι ὁδός ἀρίστης ὑψώσεως, καί ἀληθοῦς δόξης, σ’ ὅσους ἐφθάρησαν ἀπό τόν πόθο τοῦ ὕψους καί τῆς δόξης. Γι’ αὐτό ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου, τά βρεφικά Του σπάργανα, ἡ ἀνάκληση Του στή φάτνη, ἡ τεπεινότατη νίψη τῶν ποδῶν τῶν μαθητῶν Του, ὁ ἄτιμος θάνατος στό σταυρό, ὁ ἐνταφιασμός Του, ἡ κάθοδος Του στόν ἅδη καί ἁπλῶς ὅλα τά ταπεινά ἔργα καί πάθη, τά ὁποῖα ἐνήργησε καί ὑπέμεινε ἐπί τῆς γῆς, εἶναι τόσο ἔνδοξα καί τόσο ὑψηλά, ὅσο δέν εἶναι ὑψηλός καί ἔνδοξος ὁ οὐρανός καί οἱ οὐράνιες καί ὑπερκόσμιες δυνάμεις (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Λόγος εἰς τήν Χριστοῦ γέννησιν, Ὁμιλία ΝΗ΄ (58) ΕΠΕ τ.11, σ.454 καί ἑξ. §5. ) 

3 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΙΣΤΗ   Δῶρο καί ἀπαίτηση  (μέρος Β΄)

ΠΙΣΤΗ

 

Δῶρο καί ἀπαίτηση  (μέρος Β΄)

ε´. ῾Η πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή παρουσιάζει τά πρόσωπα ἐκεῖνα πού διακρίθηκαν δείχνοντας ἐμπιστοσύνη στόν Θεό κατά τήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Πίστη σημαίνει σιγουριά γι’ αὐτά πού ἐλπίζουμε καί βεβαιότητα γι’ αὐτά πού δέ βλέπουμε. Μ’ αὐτήν ἀπέκτησαν κι οἱ προπάτορές μας τήν καλή μαρτυρία. Μέ τήν πίστη καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ Θεός μέ τόν λόγο Του δημιούργησε τό σύμπαν κι ὅτι, συνεπῶς, καθετί πού βλέπουμε δημιουργήθηκε ἀπό κάτι πού δέν φαίνεται. Ἐπειδή ὁ Ἄβελ πίστευε στόν Θεό, πρόσφερε καλύτερη θυσία ἀπ’ τόν Κάιν· μ’ αὐτή τήν πίστη θεωρήθηκε δίκαιος ἀπό τόν Θεό, πού ἔδωσε τήν μαρτυρία Του πάνω στά δῶρα Του, καί μ’ αὐτήν, ἄν καί πεθαμένος, μᾶς μιλάει ἀκόμη. Ἐπειδή πίστευε ὁ Ἐνώχ στόν Θεό, μεταφέρθηκε στόν οὐρανό καί δέ γνώρισε θάνατο· δέν τόν ἔβρισκε κανείς στόν κόσμο, γιατί τόν μετέθεσε ὁ Θεός. Ἡ γραφή μαρτυρεῖ ὅτι πρίν ἀπό τήν μετάστασή του ὁ Ἐνώχ εἶχε εὐαρεστήσει στόν Θεό. Χωρίς ὅμως πίστη εἶναι ἀδύνατο νά εὐαρεστήσει κανείς στόν Θεό, γιατί αὐτός πού πλησιάζει τόν Θεό πρέπει νά πιστεύει ὅτι ὑπάρχει Θεός καί ὅτι ἀνταμείβει ὅσους Τόν ἀποζητοῦν. Χάρη στήν πίστη του ὁ νῶε, μολονότι δέν ἔβλεπε ἀκόμη τά πράγματα γιά τά ὁποῖα τόν προειδοποίησε ὁ Θεός, ὑπάκουσε σ’ αὐτόν κι ἔκανε τήν κιβωτό, γιά νά σώσει τήν οἰκογένειά του. Ἔτσι κληρονόμησε ἀπό τόν Θεό τήν δικαιοσύνη πού προέρχεται ἀπό τήν πίστη, καί μέ τήν πίστη ἀπέδειξε πόσο ἄξιος καταδίκης ἦταν ὁ κόσμος. Μέ τήν πίστη ὁ Ἀβραάμ ὑπάκουσε στόν Θεό, πού τόν καλοῦσε νά φύγει γιά τήν γῆ πού θά κληρονομοῦσε, κι ἔφυγε χωρίς νά ξέρει πού πηγαίνει. Μέ πίστη ἐγκαταστάθηκε στήν γῆ πού τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ξένος σέ ἄγνωστη χώρα, ζώντας σέ σκηνές μέ τόν Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ, πού κι αὐτοί ἦταν κληρονόμοι τῆς ἴδιας ὑπόσχεσης. Κι αὐτό, γιατί περίμενε τήν πόλη πού θά εἶχε στέρεα θεμέλια καί πού ἀρχιτέκτονας καί δημιουργός της θά ἦταν ὁ Θεός. Μέ τήν πίστη τοῦ Ἀβραάμ ἀπέκτησε ἀκόμα καί ἡ Σάρρα τήν ἱκανότητα νά δεχτεῖ τό σπέρμα καί νά γεννήσει παρά τήν μεγάλη ἡλικία της, ἐπειδή ὁ Ἀβραάμ θεώρησε ἀξιόπιστο τόν Θεό, πού τοῦ τό ὑποσχέθηκε. ῎Ετσι, ἀπό ἕναν ἄνθρωπο πού μάλιστα δέν μποροῦσε πιά νά τεκνοποιήσει ἦρθαν στήν ζωή ἀπόγονοι ἀμέτρητοι ὅπως τά ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, κι ἀναρίθμητοι ὅπως ἡ ἄμμος στήν ἀκροθαλασσιά. ῞Ολοι αὐτοί πέθαναν μ’ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, χωρίς νά ἔχουν μπεῖ στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας ἁπλῶς τήν εἶδαν ἀπό μακριά, τήν χαιρέτησαν καί διακήρυξαν ὅτι εἶναι ξένοι καί περαστικοί πάνω στήν γῆ. Ἀσφαλῶς, ὅσοι ἐκφράζονται ἔτσι δείχνουν πώς ἐπιζητοῦν μία μόνιμη πατρίδα. γιατί, ἄν εἶχαν τό νοῦ τους πίσω, στήν χώρα ἀπ’ ὅπου εἶχαν φύγει, θά εἶχαν τόν καιρό νά ξαναγυρίσουν. Ἐνῶ τώρα λαχταροῦν μία καλύτερη πατρίδα, δηλαδή ἐπουράνια. γι’ αὐτό καί δέν ντρέπεται ὁ Θεός νά λέγεται Θεός τους γιατί τούς ἑτοίμασε μία μόνιμη πολιτεία. Μέ τήν πίστη πρόσφερε ὁ Ἀβραάμ τόν Ἰσαάκ, ὅταν δοκιμάστηκε ἀπό τόν Θεό. Αὐτός πού πῆρε τίς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ πρόσφερε τό μονάκριβο γιό του, μολονότι τοῦ εἶχε εἰπωθεῖ: Ἀπό τόν Ἰσαάκ θά προέλθουν οἱ ἀπόγονοί σου. ῾Ο Ἀβραάμ σκέφτηκε πώς ὁ Θεός μποροῦσε καί τούς νεκρούς νά ζωντανέψει· μποροῦμε, λοιπόν, νά ποῦμε πώς στήν οὐσία ὁ Ἀβραάμ τόν πῆρε πίσω ἀπό τούς νεκρούς. Μέ τήν πίστη ὁ Ἰσαάκ ἔδωσε στόν Ἰακώβ καί στόν Ἠσαῦ τίς εὐλογίες του, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στίς ὑποσχέσεις πού θά ἐκπληρώνονταν. Μέ τήν πίστη ὁ Ἰακώβ, ὅταν πέθαινε, εὐλόγησε καί τούς δύο γιούς τοῦ Ἰωσήφ καί προσκύνησε τόν Θεό ἀκουμπώντας στήν ἄκρη τοῦ μπαστουνιοῦ του. Ἐπειδή πίστευε ὁ Ἰωσήφ, ὅταν πέθαινε, μίλησε γιά τήν ἔξοδο τῶν Ἰσραηλιτῶν κι ἔδωσε ἐντολές γιά τά ὀστᾶ του. Μέ τήν πίστη οἱ γονεῖς τοῦ Μωυσῆ τόν ἔκρυβαν γιά τρεῖς μῆνες μετά τήν γέννησή του· εἶδαν ὅτι τό βρέφος ἦταν πολύ χαριτωμένο, καί δέν φοβήθηκαν τήν διαταγή τοῦ βασιλιᾶ. Μέ τήν πίστη ὁ Μωυσῆς, ὅταν πιά μεγάλωσε, ἀρνήθηκε νά ὀνομάζεται γιός τῆς κόρης τοῦ Φαραώ· προτίμησε νά ὑποφέρει μαζί μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ, παρά ν’ ἀπολαμβάνει τήν πρόσκαιρη ἁμαρτωλή ζωή. Θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου τόν ἐξευτελισμό, σάν ἐκεῖνον πού ὑπέφερε ὁ Χριστός, γιατί ἀπέβλεπε στήν ἀνταπόδοση. Μέ τήν πίστη ἐγκατέλειψε τήν Αἴγυπτο, χωρίς νά φοβηθεῖ τήν ὀργή τοῦ βασιλιᾶ, γιατί παρέμενε σταθερός στήν πίστη του στόν ἀόρατο Θεό σάν νά τόν ἔβλεπε. Μέ τήν πίστη γιόρτασε τό Πάσχα καί ράντισε μέ αἷμα, γιά νά μή θίξει ὁ ἐξολοθρευτής ἄγγελος τά πρωτότοκα παιδιά τῶν Ἑβραίων. Μέ τήν πίστη πέρασαν τήν Ἐρυθρά θάλασσα σάν νά ἦταν στεριά, ἐνῶ οἱ Αἰγύπτιοι, ὅταν προσπάθησαν, καταποντίστηκαν. Μέ τήν πίστη ἔπεσαν τά τείχη τῆς Ἱεριχοῦς ἀφοῦ γιά ἑπτά μέρες οἱ Ἰσραηλίτες βάδιζαν τριγύρω τους. Μέ τήν πίστη ἡ πόρνη Ραάβ δέν χάθηκε μαζί μέ τούς ἀπίστους, ἐπειδή εἶχε δεχτεῖ φιλικά τούς κατασκόπους. Χρειάζεται νά συνεχίσω; Δέν θά μέ πάρει ὁ χρόνος νά διηγηθῶ γιά τόν Γεδεών, τόν Βαράκ, τόν Σαμψών, τόν Ἰεφθάε, τόν Δα- βίδ, τόν Σαμουήλ καί τούς προφῆτες. Μέ τήν πίστη κατατρόπωσαν βασίλεια, ἐπέβαλαν τό δίκαιο, πέτυχαν τήν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβησαν τήν δύναμη

τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τήν σφαγή, ἔγιναν ἀπό ἀδύνατοι ἰσχυροί, ἀναδείχτηκαν ἥρωες στόν πόλεμο, ἔτρεψαν σέ φυγή ἐχθρικά στρατεύματα, γυναῖκες ξαναπῆραν πίσω στήν ζωή τούς ἀνθρώπους τους, κι ἄλλοι βασανίστηκαν ὡς τόν θάνατο, χωρίς νά δεχτοῦν τήν ἀπελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ὅτι μποροῦσαν ν’ ἀναστηθοῦν σέ μία καλύτερη ζωή. ῎Αλλοι δοκίμασαν ἐξευτελισμούς καί μαστιγώσεις, ἀκόμη καί δεσμά καί φυλακίσεις, λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες, θανατώθηκαν μέ μάχαιρα, περιπλανήθηκαν ντυμένοι μέ προβιές καί κατσικίσια δέρματα, ἔζησαν σέ στερήσεις, ὑπέφεραν καταπιέσεις, θλίψεις καί κακουχίες, ὁ κόσμος δέν ἦταν ἄξιος νά ἔχει τέτοιους ἀνθρώπους, πλανήθηκαν σέ ἐρημιές καί βουνά, σέ σπηλιές καί σέ τρύπες τῆς γῆς. ῞Ολοι οἱ παραπάνω, παρά τήν καλή μαρτυρία τῆς πίστης τους, δέν πῆραν ὅ,τι τούς ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ὁ ῾Οποῖος εἶχε προβλέψει κάτι καλύτερο γιά μᾶς, ἔτσι ὥστε νά μή φτάσουν ἐκεῖνοι στήν τελειότητα χωρίς ἐμᾶς» (Πρός Ἑβραίους ια΄). Αὐτή ἡ ἀναφορά καθιστᾶ ἀναπολόγητους τούς Ἰσραηλίτες πού δέν πίστεψαν στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλά καί ἐνισχύει ὅσους ἔχουν ἀγαθή προαίρεση νά ἐμπιστευθοῦν τόν Κύριο Ἰησοῦ. Ἐκεῖνοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔδειξαν ἐμπιστοσύνη στόν Θεό γιά τήν ἐπίγεια ζωή καί τήν πατρίδα τους. Οἱ ἅγιοι τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔχοντας τίς ἀποδείξεις, ὅτι ὁ Θεός πραγματοποιεῖ ὅσα ὑπόσχεται, ἐμπιστεύονται τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, πού θά τούς ὁδηγήσει στήν αἰώνια πατρίδα, τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

3 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΙΣΤΗ Δῶρο καί ἀπαίτηση  (μέρος Α΄ )

ΠΙΣΤΗ

Δῶρο καί ἀπαίτηση  (μέρος Α΄ )

῾Η πίστη σύμφωνα μέ τήν Ἁγία γραφή ἐκδηλώνεται μέ δύο τρόπους: α´. Μέ τήν ἐμπιστοσύνη, πού δείχνει ὁ ἄνθρωπος καί ἀπευθύνεται σ’ ἕνα πρόσωπο πού θεωρεῖται «πιστό», δηλαδή ἄξιο ἐμπιστοσύνης καί δεσμεύει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο. Mέ αὐτή τήν ἔννοια ὁ Θεός εἶναι ἀξιόπιστος γιά τίς ὑποσχέσεις πού δίνει, κατά τό, «εἶναι ἀξιόπιστος Ἐκεῖνος πού ἔδωσε τήν ὑπόσχεση» (Πρός Ἑβραίους ι΄, 23) καί τό «ἐκεῖνο πού ὑπόσχεται ὁ Θεός, ἔχει τήν δύναμη καί νά τό ἐκπληρώσει» (Πρός Ρωμαίους δ΄, 21). Ἐφ’ ὅσον ὁ Θεός εἶναι ἀξιόπιστος, ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει, πού δείχνει ἐμπιστοσύνη στόν Θεό μένει σταθερός, ἀμετακίνητος σ’ ὁλόκληρη τήν ζωή του. Δέν προβληματίζεται. Δέν ἀμφιβάλλει. Δέν ταλαντεύεται. Συχνά ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στίς ἐπιστολές του, τονίζει τήν ἀξιοπιστία τοῦ Θεοῦ, ὥστε οἱ χριστιανοί νά Τόν ἐμπιστευτοῦν. «῾Ο Θεός, πού σᾶς κάλεσε νά ζεῖτε σέ κοινωνία μέ τόν Υἱό του, τόν Ἰησοῦ Χριστό τόν Κύριό μας, κρατάει τίς ὑποσχέσεις του» (Πρός Κορινθίους Α´ α´ 9). «Αὐτός πού σᾶς καλεῖ κρατᾶ τό λόγο του καί θά τόν κάνει πράξη» (Πρός Θεσσαλονικεῖς Α´ ε´ 24). «Ἐάν ἐμεῖς δείχνουμε ἀπιστία, Ἐκεῖνος

μένει πιστός σέ ὅσα ὑπόσχεται. Δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ τόν ῾Εαυτό Του καί νά ἀθετήσει τούς λόγους Του» (Πρός Τιμόθεον Β´ β´ 10. 13). Οἱ πειρασμοί, διάφορα γεγονότα πού συμβαίνουν στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πού ὁ ἴδιος δέν μπορεῖ νά τά ἑρμηνεύσει, πολύ περισσότερο νά τά δεχθεῖ, μπορεῖ νά μειώσουν ἤ νά ἐξαφανίσουν τήν ἐμπιστοσύνη του στόν Θεό. Καί σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά δείχνει ἐμπιστοσύνη. Αὐτό τό νόημα ἔχει καί ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στούς μαθητές Του «πιστεύετε εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε» (Ἰωάννου ιδ´ 1)

β´. Μέ τήν παραδοχή ἑνός λόγου ἤ ὁρισμένων σημείων, δηλαδή ἀποδεικτικῶν γεγονότων, πού ἐπιτρέπουν καί βοηθοῦν τόν πιστό νά προσεγγίσει πραγματικότητες, πού δέν εἶναι δυνατόν νά καταστοῦν ἀντιληπτές ἀπό τίς αἰσθήσεις του, κατά τό «πίστη σημαίνει σιγουριά γι’ αὐτά πού ἐλπίζουμε καί βεβαιότητα γι’ αὐτά πού δέν βλέπουμε»«῎Εστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (πρός ῾Εβραίους ια´ 1).

Μέσα στήν ἱερή ἱστορία τῆς σωτηρίας πού ἐξελίσσεται στήν ἁγία γραφή διαπιστώνουμε ὅτι, ἡ πίστη αὐξάνεται, προοδεύει, τελειοποιεῖται. Εἶναι συγχρόνως δῶρο ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο καί ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο. Στό σύντομο διάγραμμα θά καταγράψουμε αὐτή τήν δύναμη τῆς πίστεως.

α´. ῾Ο Θεός τοῦ Ἀβραάμ ἐπισκέπτεται στήν Αἴγυπτο τόν δύστυχο λαό Του (Ἐξόδου γ´ 13. 15. Ἐξόδου γ´ 1-15.). Καλεῖ τόν Μωυσῆ, τοῦ ἀποκαλύπτεται καί τοῦ ὑπόσχεται ὅτι θά εἶναι μαζί του γιά νά ὁδηγήσει τούς Ἰσραηλίτες στήν γῆ τους (Ἐξόδου γ΄, 1-15). «Τὸν γὰρ ἀόρατον ὡς ὁρῶν» ὁ Μωυσῆς ἀπαντᾶ στήν κλήση τοῦ Θεοῦ μέ μία πίστη πού ἄντεξε «ἐκαρτέρησε» (Πρός Ἑβραίους ια΄, 23-29) παρά τίς ἐκδηλωθεῖσες ἀδυναμίες (17. Ἀριθμῶν κ´ 1-12 καί Ψαλμοῦ 105, 32 καί

ἑξῆς). ῾Ο Μωυσῆς, ὡς μεσίτης μεταξύ Θεοῦ καί Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, κοινοποιεῖ στόν λαό τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τά θαύματα πού τελοῦνται δείχνουν τήν προέλευση τῆς ἀποστολῆς του καί στηρίζουν τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ἰσραηλίτες καλοῦνται νά «πιστεύσουν τῷ Θεῷ καί τῷ Μωϋσῇ τῷ θεράποντι αὐτοῦ» (Ἐξόδου ιδ´ 31, πρός ῾Εβραίους ια´ 29.) δείχνοντας ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη (19. Ἀριθμῶν ιδ´ 11, Ἐξόδου ιθ´ 9).

β´. Στό Σινᾶ συνάπτεται ἡ Διαθήκη πού ἐπισφραγίζει αὐτή τήν ὑπεύθυνη συμμετοχή τοῦ Θεοῦ στήν ζωή καί τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ. ῾Ο Θεός ὑπόσχεται νά ὁδηγήσει τούς Ἰσραηλίτες στήν γῆ τῶν πατέρων τους καί νά τούς εὐλογήσει γιά νά ζήσουν ἔχοντες εἰρήνη, ἀσφάλεια καί ὅλα τά ἀγαθά. ῾Ως ἀντάλλαγμα ζητεῖ ἀπό τόν λαό τοῦ Ἰσραήλ, νά ὑπακούει στόν Λόγο τοῦ Θεοῦ (20. Ἐξόδου ιθ´ 3-9). Ἀκoύω τόν Θεό σημαίνει ἀρχικά πιστεύω σ’ Αὐτόν (Δευτερονομίου θ´ 23. Ψαλμοῦ 105, 24 ἑξῆς.). ῾Η Διαθήκη ἑπομένως ἀπαιτεῖ τήν πίστη (Ψαλμοῦ 77, 37). ῾Η ζωή καί ὁ θάνατος τοῦ Ἰσραήλ θά ἐξαρτῶνται στό ἑξῆς ἀπό τήν ἐλεύθερη πιστότητά του (Δευτερονομίου λ´ 15-20. 28, πρός ῾Εβραίους ια´ 33.) νά ἐπαληθεύσει τήν πίστη (Δευτερονομίου κζ´ 9-26.), πού τόν κατέστησε λαό τοῦ Θεοῦ.

γ´. Παρά τίς ἀναρίθμητες ἀπιστίες τῶν Ἰσραηλιτῶν πού ὑφαίνουν τήν ἱστορία τῆς σαραντάχρονης πορείας τους στήν ἔρημο, τῆς κατακτήσεως τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας καί τῆς ἐγκαταστάσεώς τους στήν Χαναάν, ἡ περιπέτεια αὐτή μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς ἐποποιία τῆς δυνάμεως τῆς πίστεως, ὅπως συνοψίζεται στήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή ὅτι: «Μέ τήν πίστη ἔπεσαν τά τείχη τῆς Ἱεριχοῦς, ἀφοῦ γιά ἑπτά μέρες οἱ Ἰσραηλίτες βάδιζαν τριγύρω τους. Μέ τήν πίστη ἡ πόρνη Ραάβ δέν χάθηκε μαζί μέ τούς ἄπιστους, ἐπειδή εἶχε δεχτεῖ φιλικά τούς κατασκό-

πους. Χρειάζεται νά συνεχίσω; Δέν θά μέ πάρει ὁ χρόνος νά διηγηθῶ γιά τόν Γεδεών, τόν Βαράκ, τόν Σαμψών, τόν Ἰεφθάε, τόν Δαβίδ, τόν Σαμουήλ καί τούς προφῆτες» (Πρός ῾Εβραίους ια´ 30-32).

δ´. Σύμφωνα μέ τίς ἐπαγγελίες τῆς Διαθήκης (Δευτερονομίου ζ´ 7-24. λα´ 3-8) ἡ παντοδύναμη πιστότητα, δηλαδή ἀξιοπιστία τοῦ Θεοῦ φανερωνόταν πάντοτε στό πλευρό τοῦ Ἰσραήλ, ὅταν ὁ Ἰσραήλ διατηροῦσε τήν πίστη του σ’ Αὐτόν. Καί ἑπομένως ἡ διακήρυξη τῶν μεγαλείων τοῦ παρελθόντος, ὡς ἔργο τοῦ ἀόρατου Θεοῦ, ἦταν γιά τόν Ἰσραήλ ὁμολογία μιᾶς πίστεως (Δευτερονομίου κστ´ 5-9. Ψαλμοῦ 77, 105), πού μεταδιδόταν ἀπό τήν μία γενεά στήν ἄλλη καί ἰδιαίτερα κατά τίς μεγάλες ἐτήσιες ἑορτές (28. Ἐξόδου ιβ´ 26. ιγ´ 8. Δευτερονομίου στ´ 20). ῎Ετσι ὁ λαός δέν ξεχνοῦσε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ (Ψαλμοῦ 135). (συνεχίζεται)

30 Αὐγούστου 2021

Ἡ πρεσβεία τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου

       Ἡ πρεσβεία τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου

«Δύνασαι γάρ πάντα ὡς πανσθενοῦς»

Δημοσιεύθηκε 12.08.2021

           Δραττόμεθα τῆς εὐκαιρίας πού διανύουμε τήν περίοδο τοῦ Ἁγίου Δεκαπενταυγούστου καί ψάλλουμε καθημερινῶς ἐναλλάξ τήν Μικρή καί Μεγάλη Παράκληση πρός τήν Θεοτόκο νά ἐπισημάνουμε τούς λόγους γιά τούς ὁποίους οἱ πιστοί καταφεύγουν μέ ἐμπιστοσύνη καί προσδοκία στήν προστασία τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Μητέρας τῶν μαθητῶν Του καί πιστῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν, ὅτι ἡ καταφυγή τῶν πιστῶν στήν πρεσβεία τῆς Θεοτόκου στηρίζεται σέ μαρτυρίες ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας:

α΄. Ὅτι στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπευθύνθηκαν οἱ καλεσμένοι στόν γάμο τῆς Κανᾶ καί Τήν παρακάλεσαν νά μεσολοβήσει καί νά παρακαλέσει τόν Υἱό Της νά θαυματουργήσει γιά νά μήν τούς λείψει ὁ οἶνος ἀπό τήν γαμήλια ἑορτή. Ἐκείνη ἀμέσως προθυμότατα ἀνταποκρίθηκε καί ἀνέφερε στόν Υἱό Της τό αἴτημά τους. Ὁ Κύριός μας δέχθηκε τήν παρέμβασή Της καί ἱκανοποίησε τό αἴτημα τῶν καλεσμένων μεταβάλλοντας τό νερό σέ οἶνο (Ἰωάννου β΄ 1-11).

Συνεπῶς ἐφ’ ὅσον ζῶσα μεσίτευε στόν Υἱό Της καί Κύριό μας, ἀσφαλῶς συνεχίζει νά μεσιτεύει ὡς ἀκαταίσχυντη Προστασία τῶν Χριστιανῶν καί παρεδρεύουσα στόν θεϊκό Θρόνο Του κατά τό «παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν Σου» (Ψαλμοῦ μδ΄ (με΄) 44, 9), ἀποδεχόμενη τήν δέηση καί ἱκεσία τῶν προστρεχόντων μέ πίστη σ’Αὐτή ζητώντας τήν βοήθειά Της.

β΄. Ὅτι, ὅταν ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μας εἰδοποιήθηκε μέ Ἄγγελο ἐξ οὐρανοῦ κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση γιά τήν κοίμηση καί τήν ταφή Της πού διασώθηκε σέ ὁμιλίες τους στήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀνδρέα ἐπίσκοπο Κρήτης (βλ. Λόγοι ιβ΄, ιγ΄, ιδ΄, PG 97, 1045-1089) καί Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό (βλ. Ὁμιλίαι η΄, θ΄, ι΄, PG 96, 700-753),  ὅτι πρόκειται μετά τρεῖς μέρες νά ἀναχωρήσει γιά τούς οὐρανούς, παρεκάλεσε τόν Κύριο καί Υἱό της νά συναχθοῦν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι γιά νά ψάλουν τά ἐξόδια ἄσματα.

Ὁ Υἱός Της καί Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀμέσως ἱκανοποίησε τό αἴτημα τῆς Μητέρας Του καί μεταφέρθηκαν θαυματουργικῶς καί ὑπερκοσμίως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μέ νεφέλες ἀπό τούς τόπους ὅπου εὑρίσκοντο στά Ἱεροσόλυμα γιά νά παραστοῦν στήν κοίμηση τῆς Μητέρας Του καί νά ἐνεργήσουν τήν ταφή τοῦ εὐλογημένου καί κεχαριτωμένου θεοδόχου Θεομητορικοῦ σκηνώματος. Ὁ Ἴδιος παρέλαβε τήν ὁλόφωτη καί πάναγνη ψυχή Της.

γ΄. Ὅτι ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος «πολύ ἰσχύει δέηση δικαίου ἐνεργουμένη» (Ἰακώβου ε΄ 16), συνοψίζοντας ὁλόκληρη τήν ἁγιογραφική παράδοση κατά τήν ὁποία ὁ Θεός εἰσακούει τίς προσευχές τῶν δικαίων.

Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι πολύ ἰσχυρή ἡ δέηση ὅταν γίνεται στό Θεό ἀπό ἕνα δίκαιο, δηλαδή ἅγιο καί ἐνάρετο, καί ἀναφέρεται κάποιο αἴτημα, πολλῷ δέ μᾶλλον ὁ Κύριος μας καί Θεός μας δέχεται τίς προσευχές τῆς δεομένης πρός Αὐτόν Μητέρας Του γιά μᾶς καί τήν σωτηρία μας.

δ΄. Ὅτι κέκτηται μητρική παρρησία πού ἐπειδή εἶναι Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ὁ Θεός τῶν Δυνάμεων δηλαδή ὁ Παντοδύναμος Θεός, ἔχει ἰδιαίτερη δύναμη ἡ δέησή Της καί ἡ ἱκεσία Της στόν Υἱό Της καί Κύριό μας.

Ἀπό μητρική μέριμνα καί πρόνοια δέεται γιά μᾶς πού εἴμαστε τά κατά χάρι τέκνα Της, οἱ υἱοί Της καί οἱ θυγατέρες Της, ἐφ’ ὅσον ὁ Κύριος ἀπευθυνόμενος ἀπό τό ὕψος τοῦ σταυροῦ ἔδειξε τήν Μητέρα Του στόν Μαθητή Του Ἀπόστολο Ἰωάννη καί κατ’ ἐπέκταση σέ κάθε μαθητή Του, λέγοντας «Ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ἰωάννου ιθ΄ 27).

Αὐτή τήν παρρησία Της ἐπικαλοῦνται οἱ πιστοί, ὅταν ψάλλουν:

«Τήν δέησίν μου δέξαι τήν πενιχράν, καί κλαυθμόν μή παρίδῃς, καί δάκρυα καί στεναγμόν· ἀλλ’ ἀντιλαβοῦ μου, ὡς ἀγαθή, καί τάς αἰτήσεις πλήρωσον· δύνασαι γάρ πάντα ὡς πανσθενοῦς, Δεσπότου Θεοῦ Μήτηρ, εἰ νεύσεις ἔτι μόνον, πρός τήν ἐμήν οἰκτράν ταπείνωσιν»

ε΄. Ὡς ἄνθρωπος στήν ἐπίγεια ζωή Της γεύθηκε πολλές θλίψεις καί πικρίες, ὥστε νά κάμπτεται ἀπό τίς δεήσεις τῶν θλιβομένων στήν ζωή καί νά σπεύδει νά τούς παρηγορήσει γιά νά μήν ἀπελπισθοῦν καί χαθοῦν ἀπό τήν ἀπόγνωση πού προκαλοῦν οἱ πειρασμοί. 

Γι’ αὐτό οἱ πιστοί μέ ἐμπιστοσύνη ἀπευθύνονται στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας προσευχόμενοι: «Οὐδείς προστρέχων ἐπί Σοί κατησχυμμένος ἀπό σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνή Παρθένε Θεοτόκε, ἀλλ’ αἰτεῖται τήν χάριν καί λαμβάνει τό δώρημα πρός τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως».

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τό πάντιμο καί πάνσεπτο θεομητορικό πρόσωπο τῆς Παρθένου Μαρία μεταξύ ἄλλων ἐπισημαίνει μία ἀντίθεση καί μία προτύπωση

1. Ἀντίθεση Εὔας καί Μαρίας

  Ἡ ἀντίθεση τῆς Προμήτορος Εὔας καί τῆς Παρθένου Μαρίας ἀναπτύσσεται στούς ἐγκωμιαστικούς λόγους τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας ἤδη ἀπό τόν δεύτερο μετά Χριστό αἰῶνα. Ἀπ’ αὐτούς τούς λόγους ἐμπνεύσθηκε τίς ἀναφορές της καί ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας ἐπισημαίνοντας τά ἑξῆς στοιχεῖα ἀντιθέσεως:

  α΄ Ἡ Εὔα μέ τήν παράβαση ὑπέταξε τό ἀνθρώπινο γένος καί τούς ἀπογόνους της στό θάνατο καί τόν Ἄδη. Ἡ Παρθένος Μαρία ὑπηρετώντας μέ τήν θέλησή της τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ συνείργησε στήν ἀπελευθέρωση τῶν μαθητῶν τοῦ Υἱοῦ Της ἀπό τήν τυραννία τοῦ θανάτου.

  β΄. Ἡ Εὔα παρασύρθηκε καί ὑπήκουσε στόν πειρασμό καί παρέβη τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παρθένος Μαρία ὑπήκουσε στήν κλήση τοῦ Θεοῦ καί ὑπηρέτησε μέ ἀφοσίωση τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀπαντώντας στόν Ἀρχάγγελο μέ ταπείνωση λέγουσα τό «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου.

   γ΄. Ἡ Εὔα ἔφερε στόν κόσμο τόν πόνο, τήν λύπη καί τήν θλίψη, τήν φθορά καί τόν θάνατο. Ἡ Παρθένος Μαρία ἔφερε στόν κόσμο τήν χαρά, τήν ζωή, τήν ἀναγέννηση.

            2. Ἡ προτύπωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Παρθένο Μαρία.

  Αὐτή ἡ προτύπωση στηρίζεται στήν εἰκόνα τῆς γυναικός καί τοῦ δράκοντος πού χρησιμοποιεῖ ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψη (κεφάλαιο ιβ΄).

  Στήν εἰκόνα περιγράφεται μία ἐγκυμονούσα γυναίκα πού γεννάει τό ἄρρεν τέκνο της, πού ἀπειλεῖ νά καταφάγει ὁ δράκοντας πού καιροφυλακτεῖ, ἀλλά ἁρπάζεται στόν οὐρανό διασωζόμενο ἀπό τήν ἀπειλή καί τόν ὄλεθρο.

  Ἐξηγώντας αὐτή τήν εἰκόνα μερικοί ἑρμηνευτές εἶδαν ὡς γυναίκα τήν Παρθένο Μαρία τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ πού γέννησε τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού ὁ διάβολος ἐπεδίωξε νά αἰχμαλωτίσει μέ τόν θάνατο στόν Ἅδη, ἀλλά ἀναστήθηκε ὡς Θεός καί δέν παρέμεινε αἰχμάλωτος.

30 Αὐγούστου 2021

Συσχηματισμός ἤ Μεταμόρφωση ;

Συσχηματισμός ἤ Μεταμόρφωση ;

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Δημοσιεύθηκε 5.8.2021

«Μή συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά μεταμορφοῦσθαι…» (Πρός Ρωμαίους ιβ΄, 2)

Συχνά πυκνά διατυπώνεται ἀπό διάφορους τό αἴτημα περί ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ ἤθους τῶν πιστῶν. Πολλοί ὑποστηρίζουν τήν ἄποψη, ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά ἐκσυγχρονισθεῖ ἀποδεχόμενη τήν ἐξέλιξη τῆς κοινωνίας, τῶν θεσμῶν της καί τῶν ἐπικρατουσῶν ἀντιλήψεων.

Τό αἴτημα αὐτό κρίνεται θεολογικῶς ἄτοπο. Διότι ὅσοι τό ὑποστηρίζουν ἐννοοῦν, ὅτι πρέπει ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας νά ἐκσυγχρονισθεῖ υἱοθετοῦσα τίς σύγχρονες ἰδεολογικές, κοινωνικές καί ἀνθρωπολογικές ἀπόψεις, ἀρχές καί συμπεριφορές. Αὐτό χαρακτηρίζεται ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Κύριος ὅταν ἀντελήφθη, ὅτι οἱ Μαθητές Του δέν ἐνεργοῦσαν σύμφωνα μέ τό πνεῦμα Του τούς ἤλεγχε καί τούς διόρθωνε, λέγοντάς τους «οὐχ οἴδατε ποίου πνεύματος ὑμεῖς ἐστέ» (Λουκᾶ θ΄, 55) καί «οὐχ οὕτως ἔσται ὑμῖν» (Μάρκου ι΄, 43).

 Ὅσοι ὑποστηρίζουν αὐτήν τήν ἄποψη ἀγνοοῦν οὐσιαστικά, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μέ τήν διδασκαλία Της ἐπιδιώκει τό ἀντίθετο, ἀντί νά προσλάβει τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐργάζεται γιά νά μεταδώσει στόν κόσμο τίς ἀλήθειες τοῦ Θεοῦ, νά ἐκκλησιοποιήσει τόν κόσμο, νά ἐμπνεύσει στούς ἀνθρώπους τό πνεῦμα καί τό ἦθος τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ. Ἐπιδιώκει νά κηρύξει σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τό Εὐαγγέλιο καί νά τούς ἐνσωματώσει στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Ἄν δέν συνέβαινε αὐτό τότε ἡ Ἐκκλησία θά ἀκύρωνε τήν ἀποστολή Της, τή μεταμορφωτική δύναμή Της καί θά μετατρεπόταν σέ μιά ἐγκόσμια ἰδεολογία. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος χαρακτήρισε μαθητές Του φῶς καί ἅλας τῆς γῆς (Ματθαίου ε΄, 13-16)

Τήν μεταμορφωτική δύναμη τῆς Ἐκκλησίας ἀποδεικνύουν οἱ περιπτώσεις βαρύτατα ἁμαρτωλῶν πού ἐξυψώθηκαν σέ δυσθεώρητα ὕψη ἁγιότητος.

           

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος  (Πρός Ρωμαίους ιβ΄, 2) συνιστᾶ καί προτρέπει τούς πιστούς νά μήν ἀφομοιώνονται ἀπό τό πνεῦμα τῶν ἀσεβῶν καί πονηρῶν ἀνθρώπων, ἀλλά νά μεταμορφώνονται μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνεχῶς πρός τό καλό ἀποκτώντας τό νέο φρόνημα τοῦ πιστοῦ πού διαμορφώνεται ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.  Μ΄ αὐτό τό νέο φρόνημα θά διακρίνουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό καλό καί ἀρεστό στόν Θεό καί τέλειο.

Συγχρόνως τό αἴτημα εἶναι καί κοινωνικῶς ἀνέφικτο. Διότι τίθεται τό εὔλογο ἐρώτημα πρός ποιό πνεῦμα νά συμμορφωθεῖ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν εἶναι γνωστό ὅτι τά ἤθη καί οἱ κοσμοθεωριακές ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων διαφέρουν ἀπό τόπο σέ τόπο καί ἀπό ἐποχή σέ ἐποχή. Ἀπό αὐτή τήν ἐκδοχή μόνο σύγχυση καί παραζάλη ἐνδέχεται νά προκληθεῖ στούς πιστούς. Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι αἰώνια.  

Τό αἴτημα αὐτό ἀφορᾶ μόνο στόν Χριστιανικό κόσμο. Διότι τούς μή Χριστιανούς ἀσφαλῶς καί ἀδυνατεῖ νά ἐπηρεάσει. Ὁ ἐκσυγχρονισμός τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας οὐδόλως τούς ἐνδιαφέρει.  

Ποιμαντικῶς τό αἴτημα κρίνεται ἀτελέσφορο. Διότι δέν εἶναι βέβαιο, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θά ἑλκυσθοῦν πρός τήν πίστη, πρός τήν Ἐκκλησία, ἄν ἡ διδασκαλία Της ἀποδεχθεῖ τό φρόνημα καί τήν συμπεριφορά τῆς ἁμαρτίας. Τότε οὐσιαστικά αὐτοκαταργεῖται. Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει γιά νά πολεμήσει τήν ἁμαρτία. Ἄν λοιπόν συμβιβασθεῖς μέ τήν ἁμαρτία δέν ἔχει λόγο ὑπάρξεως.

Σ’ αὐτή τήν ρευστότητα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ παραμένει σταθερή στήν διδασκαλία Της, ἐπειδή στηρίζεται στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πού παραμένει ἀμετάβλητος «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 8).

Στήν συνέχεια ἐπισημαίνουμε τά χαρακτηριστικά τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας.  

1ον. Τό ἀρραγές καί σταθερό θεμέλιο

Τό θεμέλιο τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος προβάλλει καί ἐξαίρει αὐτό τό πνευματικό θεμέλιο (Α΄ Πέτρου β΄, 4-6)

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος παρομοιάζει τούς πιστούς μέ πνευματικό οἶκο καί βασιλικούς ἱερεῖς πού προσφέρουν εὐπρόσδεκτη θυσία στόν Θεό. Συνεπῶς ὁ κάθε πιστός μεριμνᾶ γιά νά προσφέρει ἀρεστή θυσία στό Θεό κι ὄχι στόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πονηρίας.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός σέ μιά ὁμιλία Του ἀναφέρθηκε σ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο πού θεμελίωσε τήν ζωή του στόν βράχο πού εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος  (Λουκᾶ στ΄, 48·  Α΄ Πρός Κορινθίους γ΄, 11) καί σέ ἐκεῖνον πού στήριξε τήν ζωή του στήν σαθρότητα τῶν ἐγκοσμίων ἰδεῶν καί ἀρχῶν.

Καί πάλι οἱ πιστοί θεωροῦνται ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο πνευματικό οἰκοδόμημα πού κατεσκεύασαν οἱ Προφῆτες καί οἱ Ἀπόστολοι καί τό θεμελίωσαν στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Αὐτή ἡ θεμελίωση τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας τήν καθιστᾶ μοναδική ὥστε νά ὑπερέχει οἱασδήποτε θεωρίας καί ἀντιλήψεως. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ ἀλήθεια καί ὅ, τι συμφωνεῖ μαζί Του εἶναι ἐκ τῆς ἀληθείας.

Οἱ ἀνθρώπινες θεωρίες δέν διατηροῦν τό κῦρος τους ἀνατρέπονται, καταργοῦνται, ἀναθεωροῦνται. Γι’ αὐτό χαρακτηρίζονται πεπερασμένες δηλαδή περιωρισμένες.

 

2ον. Τό ἀμετάβλητο τῆς ἰσχύος

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι σταθερή καί παραμένει ἀμετάβλητη στό χρόνο ἐφ’ ὅσον ἀμετάβλητος εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως διακηρύσσει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Πρός Ἑβραίους α΄, 10-12)

Τήν σταθερότητα αὐτή τῆς ἰσχύος τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας  διεκήρυξε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός (Ματθαίου ε΄, 18,  Μάρκου ιγ΄, 37, Ματθαίου κδ΄, 35).

          3ον. Ἡ ὑπεροχή τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου

Ὅταν οἱ ἀποσταλμένοι τῶν Φαρισαίων πού εἶχαν σταλεῖ γιά νά συλλάβουν τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό,  ὅταν δίδασκε δημόσια καί δέν  ἐκτέλεσαν τήν ἐντολή πού εἶχαν λάβει ἀπό τούς θρησκευτικοούς Ἡγέτες τῶν Ἰουδαίων, ἐνῶ εἶχαν ἀκούσει τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό νά διδάσκει, ὅταν ἐπέστρεψαν ὁμολόγησαν μέ θαυμασμό ἐντυπωσιασμένοι ἀπό τά ὑψηλά καί θεοφιλῆ νοήματα τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου  ὅτι «οὐδείς ἐλάλησε ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάννου ζ΄, 46).

Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς διασώζει στό περιστατικό πού ὁ Κύριος παρέμεινε στόν Ναό τῶν Ἰεροσολύμων δωδεκαετής τό θαυμασμό τῶν θρησκευτικῶν Ἡγετῶν ἀπό τήν συζήτηση πού εἶχαν μαζί Του (Λουκᾶ β΄, 47).

Ὁ Κύριος καί κατ’ ἐπέκταση ἡ Ἐκκλησία δέν διδάσκει ὅ, τι ἀρέσει στόν ἀκαλλιέργητο πνευματικά ἄνθρωπο πού ἐμφορεῖται ἀπό φρόνημα φθαρτό καί γήϊνο γιά τόν ὁποῖο ἀποφαίνεται ὁ ἀποστολικός λόγος  (Πρός Ἑβραίους ε΄, 13-14).

Ἀφ’ ἑτέρου ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας προετοιμάζει τήν εἴσοδο τοῦ ἀνθρώπου στήν αἰώνια ζωή, τόν ἀπελευθερώνει ἀπό τήν χαμοζωή καί τόν βοσκηματώδη βίο κατά τόν Μέγα Βασίλειο (Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τήν Ἑξαήμερον (Ὁμιλία ζ΄) PG 29, 157D).

Ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας

Ἀπό ὅσα ἐξετέθησαν γίνεται κατανοητό ὅτι ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά συμμορφώσει τούς πιστούς δηλαδή νά τούς δώσει τήν μορφή τόν χαρακτῆρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ὄχι τόν χαρακτήρα τοῦ ξεπεσμένου ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί παρηκμασμένου καί ἐφθαρμένου καί καταδυναστευομένου κόσμου πού θά ἀπωλεσθεῖ. Ἑπομένως στό ἐρώτημα Συσχηματισμό ἤ Μεταμόρφωση ἡ ἀπάντηση δίδεται ἀβίαστα. Μεταμόρφωση «εἰς ἄνδρα τέλειον εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 13)

29 Ἰουλίου 2021

Προφήτης Ἠλίας

Προφήτης Ἠλίας

 

Ὁ ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ

«ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, ᾧ παρέστην ἐνώπιον αὐτοῦ» (Γ΄ Βασιλειῶν ιζ΄, 1)

Ὁρκίζομαι στόν Κύριο πού ὑπηρετῶ τόν ἀληθινό Θεό τοῦ Ἰσραήλ

1. Ὁ πυρφόρος ἀγωνιστής Προφήτης

Ὁ κατ’ ἐξοχήν δραστήριος καί ἰσχυρός προφήτης, ψυχή φλογερή, καρδιά τολμηρή, χέρι στιβαρό, στόμα ἐλεύθερο, ὁ ἀξιώτερος ὑπηρέτης τοῦ Κυρίου πού ἀξιώθηκε γι’ αὐτό καί τοῦ προνομίου νά μήν γνωρίσει θάνατο καί νά ζήσει καί νά ἀπέλθει ἄφθαρτος καί ἀθάνατος.

Ἡ δράση καί ἡ ἀκμή του ἔμεινε ἕως τοῦ ἕκτου βασιλέως τοῦ Ἰσραήλ Ἀχαάβ πού διαδέχθηκε τόν πατέρα του Ἀμβρί τό 913 π.Χ. καί εἶχε σύζυγο τήν ἐμπαθή, φιλόδοξο, πλεονέκτη καί ἀσεβή Ἰεζάβελ κόρη τοῦ βασιλέα τῶν Σιδωνίων.

Ἐπί τοῦ Ἀχαάβ εἰσήχθη στούς Ἰσραηλῖτες ἡ λατρεία τοῦ Βάαλ καί τῆς Ἀστάρτης, ἀνήγειρε μάλιστα καί εἴδωλα καί ναό στήν Σαμάρεια.

2.  Προσευχή στήν ἔρημο

Στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου

Ἐκεῖ ὁ Ἠλίας προσκύνησε καί ἐλάτρευσε τόν Θεό μέ τήν ἰσχυρή πνευματική ἀνύψωση τήν ὁποία δίδει ἡ ἐρημία στίς φλεγόμενες ἀπό εὐσέβεια ψυχές.

Στήν ἔρημο τοῦ χείμαρρου Χορράθ ἀνατολικῶς τοῦ Ἰορδάνου πού κατέφυγε κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ μετά τήν προσταγή νά κλείσει τόν οὐρανό νά μήν βρέχει ἀποκαλύφθηκε ἡ μέριμνα τοῦ Θεοῦ.

                             Στό ὄρος Χωρήβ (Σινᾶ)

Ἐκεῖ τοῦ φανερώθηκε ὁ Θεός στό ἴδιο μέρος ὅπου εἶδε ὁ Μωϋσῆς τά «ὀπίσω τοῦ Θεοῦ».

Κι ὅπως ὁ Μωϋσῆς  ἔτσι καί ὁ θεσβίτης γίνονται χάρις στήν συνάντηση μέ τόν Κύριο πηγή ἁγιότητος γιά τόν λαό.

 

3. Ὁ μαχητής τοῦ Θεοῦ καί τῶν καταπιεσμένων

 

Μέ τόν φοβερό ζῆλο του ἀγωνίσθηκε νά ἀντιμετωπίσει τούς ἰσχυρούς τῆς ἐποχῆς του.

Αὐτοί μεθυσμένοι ἀπό τίς στρατιωτικές νίκες, ἀπό τήν λάμψη τῆς πρωτεύουσας (Σαμάρεια), καί ἀπό τήν εὐημερία τῶν πόλεων πλέουν σέ μία ἀτμόφαιρα ἀλαζονικῆς, αὐτάρκειας καί ἐθνικῆς ἐξάρσεως.

Ἡ σύζυγος τοῦ Ἀχαάβ στόν «ἐλεφάντινον οἶκοω» δηλαδή στό παλάτι καταστρώνει βλάσφημα σχέδια. Συντηρεῖ ἑκατοντάδες ψευδοπροφῆτες ἐπιφορτισμένους μέ τήν λατρεία τοῦ Βαάλ.

Μέ τήν θυσία στό Κάρμηλο φανέρωσε τόν ἀληθινό Θεό.

«Καί ἀνέστη ᾿Ηλίας προφήτης ὡς πῦρ, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ ὡς λαμπὰς ἐκαίετο» (Σοφία Σειράχ 48, 1)

4. Μάρτυρας τοῦ Θεοῦ στούς Ἐθνικούς εἰδωλολάτρες στά Σαρεπτά

5. Ἀποκαθιστᾶ τίς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό

«καταλλάγητε τῷ Θεῷ» (Πρός Κορινθίους Β΄, ε΄, 20)

«καί ἰδού ἐγώ ἀποστελλῶ ὑμῖν Ἠλίαν τόν Θεσβίτην πρίν ἔλθειν ἡμέραν Κυρίου τήν μεγάλην καί ἐπιφανή» (Μαλαχίου δ΄, 4)

«ὃς ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν καὶ καρδίαν ἀνθρώπου πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ» (Μαλαχίου δ΄, 5)

Τό ἔργο του νά ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρός πρός υἱόν καί καρδίαν ἀνθρώπου πρός τόν πλησίον αὐτοῦ.

6. Ἰησοῦς καί Ἠλίας.

Ὁ προφήτης Ἠλίας προτυπώνει τήν ἀποστολή τοῦ Ἰησοῦ.

α΄. Προσευχή στήν ἔρημο

β΄. Στήν Ναζαρέτ ἀποκαλύπτει τήν ἀποστολή Του

γ΄. Στό θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν διαγράφεται τό θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας στά  Σαρεπτά

δ΄. Ἡ φωτιά ἀπό τόν οὐρανό προτυπώνει τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

ε΄. Στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν ὁ Ἰησοῦς παραμυθεῖται καί ἐνισχύεται ἀπό ἕνα Ἄγγελο, ὅπως ὁ Προφήτης Ἠλίας στήν ἔρημο

στ΄. Ὁ Ἠλίας ἀναλήφθηκε «ὡς εἰς τόν οὐρανόν» ἐνῶ τό πνεῦμα του ἀναπαύθηκε ἐπί τοῦ Ἐλισσαίου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀναληφθείς ἀποστέλλει τήν ἐπαγγελία τοῦ Πατρός, τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς μαθητές Του.

7. Ἡ οἰκειότητα τοῦ Θεοῦ

Στό Σινᾶ ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός στόν προφήτη Ἠλία χωρίς νά τοῦ προκαλεῖ φόβο. Ἀντίθετα.

Ἡ συνομιλία τοῦ Προφήτη μέ τόν ματαμορφωμένο Ἰησοῦ (Ματθ. ιζλ, 1-8) ὅπως ἄλλοτε καί μέ τόν Θεό μέσα σέ φωνή «αὔρας λεπτῆς» (Γ΄, Βασιλειῶν ιθ΄, 12) παραμένει γιά τήν χριστιανική παράδοση παράδειγμα οἰκειότητος στήν ὁποία καλεῖ ὁ Κύριός μας τούς πιστούς

 

 

 

25 Ἰουλίου 2021

Ἡ κλήση τῶν πιστῶν στήν Ἐκκλησία

Ἡ κλήση τῶν πιστῶν στήν Ἐκκλησία

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Δημοσιεύθηκε 22.7.2021

Ἕνα ἀπό τά πλέον σημαντικά θέματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν εἶναι ἡ κλήση (δηλαδή ἡ πρόσκληση) πού μᾶς ἀπευθύνει ὁ Θεός.  Γνωρίζουμε ἄραγε γιά ποιό σκοπό μᾶς κάλεσε ὁ Θεός νά γίνουμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του. Ποιά εἶναι ἡ ἐλπίδα μας; Tί προσδοκοῦμε νά λάβουμε ἀπό τό Θεό; Ποιό εἶναι αὐτό τό ἰδιαίτερο ἀγαθό, πού μᾶς προσφέρει ὁ Θεός μέσῳ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας Του καί εἶναι προνόμιο, πού δέν ἔχουν ὅσοι δέν εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του, τό ὁποῖο ἀγαθό ἐπίσης δέν μποροῦν νά ἐξασφαλίσουν καί νά προσφέρουν ἄλλες πίστεις καί θρησκεῖες, δόγματα καί ἐγκόσμιες θεωρίες;

Φοβοῦμαι ὅτι πολλοί εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι σέ θέση νά μαρτυρήσουν περί τῆς «ἐν ὑμῖν ἐλπίδος». (Α΄ Πέτρου γ΄, 15). Δυστυχῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού ἀδυνατοῦν νά ἐξηγήσουν γιατί εἶναι ὀρθόδοξοι χριστιανοί καί μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας. Νά πληροφορήσουν μετά παρρησίας καί δυνάμεως πολλῆς τούς ἄλλους γιά τό λόγο τῆς ζωῆς τους. Δέν θά ἀναζητήσουμε τά αἴτια αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας τους καί τῆς ἐλλείψεώς τους. Ἴσως ὀφείλεται σέ ἄγνοια. Ἴσως σέ ἀδιαφορία. Ἴσως σέ πολλά ἄλλα προσωπικά ἤ κοινωνικά γεγονότα καί καταστάσεις.

Πάντως αὐτή τήν ἀδυναμία καί τήν ἀγνοια ἐκμεταλλεύονται οἱ ἀνερχόμενες σέ ἑκατοντάδες ξενόφερτες παραθρησκευτικές ὁμάδες καί ὀργανώσεις, πού δροῦν ἔντονα καί πιεστικά στήν πατρίδα μας καί τήν κοινωνία μας, ἀσύδοτες τά τελευταία ἰδιαίτερα χρόνια. Ἔρχονται αὐτές καί προτείνουν τίς «λύσεις» τους γιά νά καλύψουν τά οὐσιαστικά κενά. Μέ τίς βαρύγδουπες ἐπωνυμίες λειτουργοῦν οὐσιαστικῶς ὡς ἔμποροι ἐλπίδων γιά ἀνθρώπους «μή ἔχοντες ἐλπίδα», οἱ ὁποῖοι ἀναζητοῦν δικαιολογημένα ἐναγωνίως τρόπο καί τόπο γιά νά στεγάσουν τή μετέωρη ὕπαρξή τους. Ἔτσι ὅμως παγιδεύονται ἀπό ἀδίστακτες καί ἀπάνθρωπες ὀργανώσεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἐνδυθεῖ ἕνα ἀπατηλό μανδύα καί χρησιμοποιοῦν ὡς δόλωμα ἕνα ὅραμα ζωῆς γιά νά τούς μετατρέψουν σέ δούλους καί ὑπηρέτες τῶν συμφερόντων τους καί τῆς ἰδιοτέλειάς τους. Αὐτή εἶναι ἡ πιό στυγνή τυραννία γιά τά πρόσωπα αὐτά. Καί σέ αὐτές τίς ὀργανώσεις ἔχει τέλεια ἐφαρμογή ὁ προφητικός λόγος τοῦ Κυρίου μας: «καὶ μὴ φοβεῖσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεένν » (Ματθαίου ι΄ 28)

Δηλαδή: «Καί μή φοβηθεῖτε ατούς πού σκοτώνουν τό σμα, λλά δέν μπορον νά σκοτώσουν τήν ψυχή. ντίθετα, νά φοβηθετε ποιον μπορεῖ νά καταστρέψει ψυχή καί σμα στήν κόλαση»

Ποιά εἶναι λοιπόν ἡ κλήση μας.

Σύμφωνα μέ τό κήρυγμα καί τή μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας κληθήκαμε σέ κοινωνία μετά τοῦ Θεοῦ. Νά γίνουμε ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, τά παιδιά Του. Νά γίνουμε οἱ κατά χάριν υἱοί Του καί θυγατέρες Του στούς ὁποίους ὁ Θεός Πατέρας θά προσφέρει κληρονομία τήν αἰώνια ζωή, τά αἰώνια ἀγαθά τῆς Βασιλείας Του τόν ὑπεράρρητον πλοῦτο τῶν χαρισμάτων Του, τήν ὑπεράφθονη Χάρη Του καί τό ἔλεός Του. Τί ὅμως εἶναι νά εἶσαι υἱός τοῦ Θεοῦ στή μέλλουσα ζωή εἶναι ἀδύνατο στό νοῦ καί τήν λογική τοῦ ἀνθρώπου καί νά τό συλλάβει καί νά τό ἐννοήσει καί νά τό ἐκφράσει. Ποιά καί πόσα ἀγαθά θά ἀπολαύσει; Ποιάς δόξας θά ἀξιωθεῖ; Ποιάς μακαριότητος κι εὐτυχίας θά εἶναι μέτοχος; Πάντως αὐτό εἶναι τό θεῖο δῶρο: Καλούμαστε νά γίνουμε «κοινωνοί θείας φύσεως» μέτοχοι τῆς αἰωνίου ζωῆς. Καί σ’ αὐτό ἐξαντλοῦνται οἱ ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες. Δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἀνώτερο γιά νά ἐπιθυμήσει ὁ ἄνθρωπος. Κι αὐτό εἶναι τόσο ὑπέροχο, τόσο τέλειο, τόσο πλῆρες, τόσο ἀγαθό, τόσο ἅγιο, τόσο ἔνδοξο, τόση εὐτυχία, τόση μακαριότητα, πού δέν ὑπάρχει περισσότερη γιά νά τήν ἐπιθυμήσει νά τήν δοκιμάσει ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ἀπόλαυση τῆς υἱοθεσίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό εἶναι «τῶν ἐφετῶν τῶν ἀκρότατον. Ἄς ἀνταποκριθοῦμε λοιπόν στήν ἅγια κλήση Του καί στό θεῖο κάλεσμά Του γιά νά ἀπολαύσουμε τά αἰώνια καί πανάγαθα δωρήματά Του.

15 Ἰουλίου 2021

Ὁ ἀμετάβλητος Ἰησοῦς Χριστός σ’ ἕνα μεταβαλλόμενο κόσμο.

Ὁ ἀμετάβλητος Ἰησοῦς Χριστός

σ’ ἕνα μεταβαλλόμενο κόσμο.

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δ α ν ι ή λ.

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς παραγγέλλει, καλοῦσα καί προτρέπουσα τούς πιστούς νά ὑψωθοῦν πνευματικῶς καί νά ἐννοήσουν, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος Λόγος μέ τήν ἐνανθρώπησι Του εἰσέρχεται στόν συνεχῶς μεταβαλλόμενο καί ἀλλοιούμενο κόσμο τῆς ματαιότητος καί τῆς φθορᾶς γιά νά τόν ὑψώση στήν αἰωνιότητα παύοντας κάθε ροπή καί μεταβολή του.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό σταθερό σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς ἐπί τῆς γῆς ἱστορίας καί τῆς πνευματικῆς πορείας, τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου.

1. Τό μεταβλητό τοῦ κόσμου τούτου.

Τίποτε ἐπί τῆς γῆς εἶναι σταθερόν καί μόνιμον· τό κάθε μετακινεῖται καί μεταβάλλεται. Κάθε στιγμή μεταβάλλει τά φαινόμενα καί τά ἀναγκάζει νά παρουσιάζωνται μέ νέες μορφές.

Αὐτό τό φαινόμενο ὁ ἀπόστολος Παῦλος περιέγραψε μέ τήν φράση  “παράγει γάρ τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου ” (Κορινθίους Α΄, ζ΄ 31). Τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παρέρχεται. Θά δοῦμε μέ πιό τρόπο :

α. Ὁ χρόνος μεταβάλλει τίς γνῶμες καί τίς ἔννοιες τῶν ἀνθρώπων.

Οἱ γνῶμες, οἱ ἰδέες, οἱ τρόποι τῶν ἀνθρώπων εἶναι καταδικασμένοι δέ ἀδιάλειπτη μεταβολή. Ματαίως ζητοῦμε τρόπο δυνάμενο νά μείνη ἀναλλοίωτος · ματαίως ἐλπίζουμε, ὅτι ὁ χρόνος θά σεβασθεῖ ὅ, τι βλέπουμε γενικῶς ἐπιδοκιμαζόμενο καί ἀσφαλῶς στηριζόμενο ἀπό ἐτῶν καί αἰώνων ἐνδεχομένως.

Ἡ πεῖρα, ἡ ἱστορία μᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι ἀρχές, τίς ὁποῖες ἡ ἀπωτάτη ἀρχαιότης εἶχε καταστήσει σεβαστές στούς προγόνους μας, ἤδη ἀποκρούονται. Συστήματα φιλοσοφικά καθολικῶς παραδεδεγμένα καί μεταδιδόμενα ὡς ἀναντίρρητες ἀλήθειες ἐτάφησαν ἤδη στήν λήθη.

Τά ἤθη τά ἔθιμα, ἡ χρήση τοῦ χρόνου, οἱ ἀσχολίες τῶν δραστηρίων ἀνθρώπων καί οἱ διασκεδάσεις τῶν ραθύμων μετεβλήθησαν κατά μυρίους τρόπους.

β. Ὁ χρόνος μεταβάλλει τά περιβάλλοντα μας ἀντικείμενα.

 Παρατηροῦντες τήν ὄψιν τῆς φύσεως ἤ τά μνημεῖα τῆς τέχνης διακρίνομεν παντοῦ τά σημεῖα τῆς ἀλλοιώσεως καί τῆς ἐναλλαγῆς. Σέ κάθε βῆμα μας ἐπί τῆς γῆς ὁ χρόνος μᾶς ἀναγκάζει νά ἀναγνωρίσωμεν τά ἴχνη του, τήν φθοροποιόν δύναμιν του.

γ. Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας παρέρχεται καί ἐμεῖς συνεχῶς μεταβαλλόμεθα.

Τόν πανίσχυρο τοῦτο νόμον ἀπέδωσε ἡ κατά Θεόν φιλοσοφία καί ἡ θύραθεν. Ἀπό τά λόγια τῆς ἁγίας Γραφῆς ἀναφέρουμε τούς ἑξῆς : 

i) Ὁ ἄνθρωπος διαπιστώνει τήν τραγικότητα καί τό πρόσκαιρο τῆς ζωῆς του, τό ἄστατο τῆς δόξης καί πάσης καταστάσεως καί ἐξομολογεῖται “ Ἐξέλιπον ὡσεί καπνός αἱ ἡμέραι μου” (Ψαλμός 101 (ρα΄), 4). “αἱ ἡμέραι μου ὡσεί σκιά ἐκλίθησαν ” (Ψαλμός 101 (ρα΄), 12).

ii) Τό φευγαλέο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου δηλώνουν καί οἱ στίχοι “αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεί σκιά παράγουσι” (Ψαλμός 143 (ρμγ΄), 4),  “ἄνθρωπος ὡσεί χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ” (Ψαλμός 102 (ρβ΄), 15).

δ. Ἡ κοινωνική θέσις τοῦ ἀνθρώπου μεταβάλλεται.

Ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον βλέπει τίς ἡμέρες του παρερχόμενες ἐν μέσῳ μεταβολῶν καί κατά τρόπον ἀδυσώπητο, ἀλλά διαρκούσης τῆς ζωῆς αὐτοῦ καί ἡ κοινωνική θέσις αὐτοῦ ἐπίσης ὑπόκειται στό νόμον τῆς ἀδιαλείπτου μεταβολῆς.

ε) Ὁ ὁρατός κόσμος μεταβάλλεται.

Ὁ κόσμος αὐτός, στόν ὁποῖο κατοικοῦμεν, ὁ ὁποῖος εἶναι τό κέντρον τῶν τέρψεων τῆς παρούσης ζωῆς καί αὐτός δημιουργήθηκε μεταβλητός καί γιά νά παρέλθη κατά τό ψαλμικόν “ κατ’ ἀρχάς σύ, Κύριε, τήν γῆν ἐθεμελίωσας, καί ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοί ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις, καί πάντες ὡς ἰμάτιον παλαιωθήσονται, καί ὡσεί περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς καί ἀλλαγήσονται. Σύ δέ ὁ αὐτός εἶ καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν ”. (Ψαλμός ρα΄ (101) 26-28).

                                     

2. Ὁ ἀμετάβλητος Ἰησοῦς Χριστός.

Παρά ταῦτα, παρά τήν τῶν πάντων ἀλλοίωση, μεταβολή καί ἐναλλαγή στό κέντρον τῆς ἱστορίας ἵσταται ἕνα Πρόσωπο. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτός παραμένει αἰώνιος καί ἀμετάβλητος κατά τούς προηγουμένους λόγους τῆς Γραφῆς “Σύ δέ ὁ αὐτός καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν ” Διά τοῦ Προφήτου Μαλαχίου ὁ Κύριος διακηρύττει “ Ἐγώ Κύριος ὁ Θεός ὑμῶν καί οὐκ ἠλλοίωμαι ” (Μαλαχίου γ΄ ,6).

Τό ἀμετάβλητό Του καί ταὐτοχρόνως τό μοναδικό Του ἀποδεικνύουν ἐκτός τῶν ἄλλων καί ὡρισμένες διακηρύξεις Του, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλες ἐξήγγειλεν εἰς τό Ὄρος, ἄλλες εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καί ὡρισμένες εἰς τό Ἀνώγειο τῆς Ἱερουσαλήμ. Τούτων ἡ ἀξία ἤ σημασία ἤ χρησιμότης ποτέ δέν ἐξέλιπε ἤ μειώθηκε (Ἰωάννου ιε΄ 5 ).

Ἡ ἐποχή μας μέ τό ζενίθ τῆς τεχνολογίας καί τό ναδίρ τῆς ἠθικῆς της, τραγικῶς ἐπαλήθευσε αὐτό τόν πνευματικό νόμο καί ἐξακολουθητικῶς τόν ἐπαληθεύει.

Ἀληθέστερος καί καθαρώτερος καθρέπτης τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς δέν εὑρέθη ἕως τώρα ἀπό τό βλέμμα καί τό μάτι τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτό ὅλα φαίνονται διάφανα.

Νόμοι καί Νομολογίες ἀνθρώπινες ὑποκλίνονται εἰς τήν ἀπόλυτη θεσμικότητα τῆς Κυριακῆς ρήσεως (Ἰωάννου ιδ΄ 1).

Μάταια θά προσπαθήση ὁ ἄνθρωπος νά βρεῖ ἤ νά κατασκευάση ἀντίδοτο στήν ἐσωτερικήν ἀνασφάλειαν καί τό ἄγχος ἄλλο, ἐκτός ἀπό τήν πίστιν.

Αὐτό πραγματοποιήθηκε καί πραγματοποιεῖται σέ πεῖσμα τῶν διωγμῶν καί τῆς πανστρατιᾶς τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους.

Ἡ ἐποχή μας, τῆς ἀφθονίας καί τοῦ καταναλωτισμοῦ μέ τά ὑπερπλήρη ψυγεῖα καί τίς ἄδειες ψυχές συμμαρτυρεῖ καί ἐπιβεβαιώνει τήν ἀντιστροφή τῶν προτεραιοτήτων τοῦ ἀνθρώπου στήν ὁποία ὀφείλεται ὁ ὑπερκορεσμός τῶν αἰσθήσεων τοῦ σώματος καί ἡ πενία τῆς ψυχῆς.

Στήν ἐποχή μας, τῆς ἐφιαλτικῆς ρευστότητος καί τῆς ἀσθματικῆς μεταβλητότητος ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι καί μένει μοναδικός καί ἀμετάβλητος.

Τό δρόμο τῆς πίστεως πρέπει νά βαδίσωμε μέ συνέπεια. Αὐτοῦ τοῦ δρόμου ἡ ἀρχή εὑρίσκεται στήν ταπεινή Βηθλεέμ, ἀναβαίνει στόν φρικτό Γολγοθᾶ κατεβαίνει στόν κενό μνημεῖον καί ἀπ’ ἐκεῖ ἀνεβαίνει στόν οὐρανόν καί στόν Κύριον τῆς δόξης.

Ἔτσι, τό ἄστατο, μεταβλητό καί πρόσκαιρο διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μεταστοιχειοῦται σέ αἰώνιο καί οἱ πρόσκαιροι καί μεταβλητοί καί μάταιοι μετέχουν τῆς ἀγαθότητος τῆς αἰωνίου ζωῆς καί ἀφθαρσίας.

 

15 Ἰουλίου 2021

Ἡ συμφιλίωσή μας μέ τόν Θεό Πατέρα

 

Ἡ συμφιλίωσή μας μέ τόν Θεό Πατέρα

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

 

 Μέ τήν ἔνσαρκο οἰκονομία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτεύχθηκε ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου  ἀπό τό κακό καί ἡ ἐπιστροφή του στό ἀγαθό μέ τήν θέλησή του. Ἐπειδή ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό ἔγινε θεληματικά, θεληματικά ἔπρεπε καί ἦταν δίκαιο νά γίνει καί ἡ ἐπάνοδος. Διαφορετικά, ἡ ἀναγκαστική προσαγωγή τοῦ ἀνθρώπου στό ἀγαθό θά ἦταν μία πράξη στερητική τῆς ἐλευθερίας του. Ἔπρεπε, λοιπόν, νά βρεθεῖ ἕνας τρόπος ὥστε καί τό αὐτεξούσιο νά μήν παραβιασθεῖ, ἀλλά καί ἡ ἐπάνοδος πρός τό ἀγαθό νά μήν παρεμποδισθεῖ κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης (P.G. 46, 524).

Ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας στόν α΄ λόγο του «Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» ἀναφέρει γιά τόν τρόπο αὐτό:

«Δέν κινηθήκαμε οὔτε ἀνεβήκαμε ἐμεῖς πρός τόν Θεόν, ἀλλά ἐκεῖνος ξεκίνησε καί κατέβηκε πρός ἐμᾶς. Δέν ζητήσαμε, ἀλλά ζητηθήκαμε· δέν ἀναζήτησε τό πρόβατο τόν ποιμένα, κι ἡ δραχμή τόν κάτοχο, ἀλλά αὐτός ἔσκυψε στή γῆ καί βρῆκε τό νόμισμα καί ἔφθασε στόν τόπο, ὅπου περιπλανιόταν τό πρόβατο, τό πῆρε στούς ὤμους του κι ἔθεσε τέρμα στήν περιπλάνηση» (P.G. 150, 504).

Βέβαια, ἀναγνωρίζει καί ὁ ἴδιος ὅτι ἦταν ἀδύνατο στούς ἀνθρώπους νά ζήσουν κοντά στόν Θεό, ἄν δέν πέθαιναν ὡς πρός τίς ἁμαρτίες. Ἀλλά ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἐξαφανίσει τήν ἁμαρτία εἶναι μόνο ὁ Θεός. Γιατί αὐτό ναί μέν ὄφειλαν νά τό κάνουν οἱ ἄνθρωποι, πού εἶχαν τήν ὑποχρέωση νά ἐπαναλάβουν τόν ἀγώνα ἀφοῦ εἶχαν νικηθεῖ θεληματικά, ἀλλά δέν μποροῦσαν οὔτε νά τό πλησιάσουν ἐπειδή εἶχαν ἤδη γίνει δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας κατά τό «ᾧ ἥττηταὶ τις τούτῳ καί δεδούλωται» (Πέτρου Β΄ β΄, 19). Ἀλλά πῶς θά μποροῦσαν νά γίνουν ἀνώτεροι ἀπό τήν ἁμαρτία τή στιγμή πού ἦταν δοῦλοι της; Ὁπότε ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ὅτι :  «οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν κύριον αὐτοῦ» (Ματθαίου ι΄, 24).

 «Γίνεται τοίνυν καὶ Θεὸς μὲν οἰκειοῦται τὸν ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἀγῶνα, ἄνθρωπος γὰρ ἄνθρωπος νικᾶ τὴν ἁμαρτίαν, καθαρός ὤν ἁμαρτίας ἁπάσης Θεὸς γὰρ ἦν» (PG 150, 512-513). Καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀπαλλάσσεται ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τό ὄνειδος καί στεφανώνεται μέ τόν στέφανο τῆς νίκης, ἀφοῦ ἡττήθηκε ἡ ἁμαρτία.

Σύμφωνα μέ αὐτά, ἡ σωτηρία μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς συνεργασίας τῆς βουλήσεως του Θεοῦ πού ἐκδηλώνεται με τή Θεία Χάρη, καί τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου πού ἀνταποκρίνεται μέ τήν πίστη στόν Θεό καί τήν ἀποκήρυξη καί ἄρνηση τῶν ἔργων τῆς ἁμαρτίας.

Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ - ἡ ζωή πού δέν μᾶς ἀνήκει.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προχωρεῖ περαιτέρω ἀναλογιζόμενος τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ πρός ἐμᾶς ἀλλά καί τῆς δυναμικῆς τοῦ θανάτου Του (Πρός Κορινθίους Β΄, ε΄, 14-15).

Μᾶς διακατέχει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀφοῦ ξεκινᾶμε μέ τήν πεποίθηση πώς ἕνας πέθανε γιά χάρη ὅλων, γεγονός πρᾶγμα, πού σημαίνει πώς ὅλοι πέθαναν. Πέθανε γιά χάρη ὅλων καί αὐτό σημαίνει ὅτι ὅσοι ζοῦν δέν μποροῦν νά ζοῦν γιά τόν ἑαυτό τους, ἀλλά γιά ἐκεῖνον πού πέθανε κι ἀναστήθηκε γι’ αὐτούς.

Ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία, κατά τήν ὁποία ὁ ἀεί ὤν ἐκ τοῦ ἀεί ὄντος ὑπέρ αἰτίαν καί λόγον, ὁ μονογενής καί ἀγαπητός καί ὁμοούσιος ἐκεῖνος Υἱός, ὁ ὤν ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρός, ὁ Προαιώνιος ἐκεῖνος Λόγος, δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο καί ὁ ἐκ Θεοῦ ἀληθινός Θεός, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων καταδέχθηκε νά γίνει ἄνθρωπος, νά φανερωθεῖ ἐπί τῆς γῆς καί νά συναναστραφεῖ μέ τούς ἀνθρώπους, πραγματοποιήθηκε ἀπό τήν ἰδική Του ἀγάπη γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, ὅπως ἀποφαίνεται ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: « Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν» (Ἰωάννου γ΄, 16).

Περαιτέρω ὁ ἀπόστολος Παῦλος διευρύνει καί διαφωτίζει τήν ἀγάπη του Θεοῦ λέγοντας: «Συνίστησι δέ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπὲρ ἡμῶν  ἀπέθανε» (Πρός Ρωμαίους ε΄, 8). Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐξαίρει τή δύναμη τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου, πού γίνεται ἀκόμη πιό ἱερή καί πολύτιμη χάρη στήν ἁγιότητα τοῦ θυσιασθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (Α΄ Πέτρου α΄, 18-19)

Ἀναλογιζόμαστε τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ ἀφοῦ «εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον» (Πρός Κορινθίους Β΄ ε΄, 14) καί μποροῦμε νά συνοψίσουμε ὅλη τή διδασκαλία ὡς ἑξῆς:

α΄. Ὁ Ἀδάμ κατέστησε ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ὑπεύθυνο γιά τήν ἁμαρτία του. Ὑπήγαγε τόν ἑαυτό του καί τούς ἀπογόνους του στό «θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γενέσεως β΄, 17).

β΄. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὑπέστη θεληματικά τίς συνέπειες δηλαδή τόν θάνατο, χωρίς νά εἶναι ἁμαρτωλός, γιά νά δοθεῖ ἡ ἄφεση.

γ΄. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του ζωοποίησε ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος.

δ΄. Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἡ θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ συνεπάγεται ὅτι ἡ ζωή δέν μᾶς ἀνήκει: «Δέν νήκετε στόν αυτό σας· σᾶς γόρασε Θεός καί πλήρωσε τό τίμημα. Τό Θεό λοιπόν νά δοξάζετε μέ τό σμα σας καί μέ τό πνεμα σας τά ὁποῖα νήκουν σ’ ατόν» (Πρός Κορινθίους Α΄ στ΄, 19-20).

Ἐπειδή ὁ Θεός Πατέρας γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως νά πολεμήσει κατά τῆς ἁμαρτίας καί νά νικήσει, γιά νά λάβει ὡς στέφανο τήν υἱοθεσία ἀπό τόν Θεό Πατέρ, χορηγεῖ σέ κάθε ἄνθρωπο τό Ἅγιο Πνεῦμα γιά νά τόν θεραπεύσει, νά τόν ἐνισχύσει, νά τόν φωτίσει καί νά τόν στηρίξει σ’ αὐτή τήν πάλη, ὥστε νά ἀναδειχθεῖ νικητής καί ὡς ἐκ τούτου νά λάβει δικαιωματικά τόν στέφανο τῆς δικαιοσύνης.

Ἡ συμφιλίωσή μας μέ τόν Θεό Πατέρα μ’ αὐτό τό φιλάνθρωπο σχέδιο μᾶς διεγείρει σέ εὐχαριστία καί καύχηση:

«Εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ· οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμενοι ἐν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ νῦν τὴν καταλλαγὴν ἐλάβομεν» (Πρός Ρωμαίους  ε΄, 10-11).

 

1 Ἰουλίου 2021

᾿Ασθένεια - ἁμαρτία «Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ»

᾿Ασθένεια - ἁμαρτία

«Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος,

τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ»

(Πρός Ρωμαίους στ΄, 23)

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Στὴν ῾Αγία Γραφὴ ἡ ἀσθένεια, ὅπως καὶ ὁ θάνατος συνδέονται μὲ τὴν ἁμαρτία. Προσδιορίζονται αὐτὲς οἱ συνθῆκες, ποὺ συνδέουν αὐτὲς τὶς ἔννοιες καὶ τὶς καταστάσεις, μὲ τὴν σχέσι αἰτίου (τῆς ἁμαρτίας) καὶ ἀποτελέσματος (τῆς ἀσθένειας καὶ τοῦ θανάτου) (Πρός Ρωμαίους στ΄, 21-23).  ῾Ο Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ ζεῖ εὐτυχισμένος, ὅπως ἀναφέρεται στὸ δεύτερο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως. Γι᾿ αὐτὸ δημιούργησε τὸν κόσμο, φύτευσε τὸν παράδεισο καὶ ἔβαλε τὸν ἄνθρωπο νὰ κατοικήσει σ᾿ αὐτόν.

῾Η ἀσθένεια, ὅπως καὶ ὅλα τὰ κακὰ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀντίθετη σ᾿ αὐτὴ τὴν σταθερὴ πρόθεσι καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμφανίζεται στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος ὡς συνέπεια τῆς παραβάσεως τῆς  ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ ποὺ δόθηκε στοὺς Πρωτοπλάστους. «Πρὸς δὲ τὴν γυναίκα εἶπε· Θὰ κάνω πολλὲς τὶς λύπες σου καὶ τὰ βάσανά σου· μὲ κόπους νὰ γεννᾶς παιδιά· νὰ εἶσαι ἐξαρτημένη ἀπὸ τὸν ἄνδρα σου καὶ αὐτὸς νὰ σὲ ἐξουσιάζει. Πρὸς δὲ τὸν ᾿Αδὰμ εἶπε· ᾿Επειδὴ ὑπάκουσες στὸν λόγο τῆς γυναίκας σου καὶ ἔφαγες ἀπὸ τὸ δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μόνον σὲ διέταξα νὰ μὴ φάγεις, καταραμένη νὰ εἶναι ἡ γῆ ἐξ αἰτίας σου· μὲ κόπο νὰ τρώγεις τοὺς καρπούς της σὲ ὅλη σου τὴν ζωή· ἀγκάθια καὶ τριβόλια νὰ σοῦ βλαστήσει καὶ νὰ τρώγεις χορτάρι τοῦ ἀγροῦ· μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου σου νὰ τρώγεις τὸ ψωμί σου, μέχρις ὅτου ἐπιστρέψεις στὴν γῆ, ἀπὸ τὴν ὁποία πλάστηκες, γιατὶ χῶμα εἶσαι καὶ στὸ χῶμα θὰ ἐπιστρέψεις» (Γενέσεως γ΄, 16-19)

Στὸ βιβλίο τῆς ᾿Εξόδου, στὸ θ´ κεφάλαιο, ὁ θάνατος τῶν ζώων καὶ ὁ μολυσματικὸς καπνός, μὲ τὰ ὁποῖα κτύπησε ὁ Θεὸς τοὺς ἄπιστους Αἰγύπτιους, εἶναι μέσα γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὸν σκοπό Του, νὰ κάμψει τὸν Φαραώ, ποὺ δὲν ἐλευθέρωνε τοὺς ῾Εβραίους καὶ δὲν τοὺς ἐπέτρεπε νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀναγγέλλει ὅτι ὁ Κύριος θὰ κτυπήσει καὶ τοὺς ῾Εβραίους ἂν δὲν σεβασθοῦν τοὺς ὅρους τῆς Διαθήκης· «Θὰ σοῦ κολλήσει ὁ Κύριος θανατηφόρο ἀρρώστια, ἕως ὅτου σὲ ἐξοντώσει στὴν χώρα αὐτή, ἐκεῖ ὅπου εἰσέρχεσαι ἤδη γιὰ νὰ τὴν κληρονομήσεις. Θὰ σὲ χτυπήσει ὁ Κύριος μὲ στενοχώρια καὶ ἄγχος, μὲ πυρετό, μὲ ρίγος, μὲ φαγούρα, μὲ ἀνεμοπύρωμα καὶ μὲ κιτρινάδα (ἴκτερος). Καὶ θὰ σὲ κυνηγοῦν αὐτὲς οἱ ἀσθένειες, ἕως ὅτου σὲ ἐξαφανίσουν... Θὰ σὲ κτυπήσει ὁ Κύριος μὲ τὸ ἕλκος τῆς Αἰγύπτου, μὲ πληγὴ δὲ καὶ ἀπόστημα στὴν ἕδρα καὶ μὲ ψώρα βαρειᾶς μορφῆς καὶ μὲ φαγούρα, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖς νὰ θεραπευθεῖς. Θὰ σὲ κτυπήσει ὁ Κύριος μὲ παραπληγία καὶ τύφλωσι καὶ τρέλλα... Θὰ σὲ κτυπήσει ὁ Κύριος μὲ φοβερὴ πληγὴ στὰ γόνατα καὶ στὶς κνῆμες, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖς νὰ θεραπευθεῖς. Θὰ ἔχεις πληγὲς ἀπὸ τὸ πέλμα τῶν ποδιῶν σου μέχρι τῆς κεφαλῆς σου» (Δευτερονομίου κη΄, 21-22· 27-28·25)

Μὲ ὅλα αὐτὰ ὁ Θεὸς ἐπιδιώκει νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ συνειδητοποιήσει τὶς ὀδυνηρὲς καὶ φοβερὲς συνέπειες τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἁμαρτίας. Γι᾿ αὐτὸ διαπιστώνουμε ὅτι στοὺς παρακλητικοὺς ψαλμούς, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν θεραπεία του ἀπὸ τὶς ἀσθένειες, τὸ αἴτημα συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ὁμολογία σφαλμάτων· «Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, μὴν ἐξαντλήσεις τὸν θυμό σου, τιμωρώντας με, οὔτε τὴν ὀργή σου παιδαγωγώντας με. Γιατί τὰ βέλη σου (τῶν ἀσθενειῶν, πόνων καὶ τιμωριῶν) ἔχουν καρφωθεῖ στὸ σῶμα μου καὶ βαρὺ ἔχει πέσει ἐπάνω μου τὸ χέρι σου. Κανένα μέλος τοῦ σώματός μου δὲν εἶναι ὑγιὲς (ὅλο μου τὸ σῶμα πάσχει καὶ ὑποφέρει) ἐξ αἰτίας τῆς ὀργῆς σου ἐναντίον μου. Τὰ ὀστᾶ μου δὲν ἔχουν ἡσυχία (ἀλλὰ πονοῦν καὶ αὐτά) λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μου. Γιατί οἱ ἀνομίες μου εἶναι τόσο πολλές, ὥστε ἔχουν ὑπερκαλύψει τὴν κεφαλή μου, σὰν βαρὺ φορτίο ἔχουν πέσει ἐπάνω μου. Τὰ τραύματά μου βρώμησαν καὶ σάπισαν ἀπὸ τὴν ἀφροσύνη μου» (Ψαλμός λζ΄, (λη΄) 2-6)

«Συγχώρησε ὅλες τὶς ἁμαρτίες μου, γιατί ἐξ αἰτίας τους ἐπέτρεψες νὰ γίνω ἐμπαιγμὸς παντὸς ἀνόητου καὶ ἀσεβοῦς. ῎Εκανα πὼς δὲν ἄκουγα καὶ δὲν ἄνοιξα τὸ στόμα μου (γιὰ νὰ παραπονεθῶ) γιατί σὺ ἐπέτρεψες (νὰ συμβοῦν ὅλα αὐτὰ ποὺ μοῦ συμβαίνουν). ᾿Απομάκρυνε τὶς μαστιγώσεις σου ἀπὸ μένα (μὴ μὲ τιμωρεῖς πλέον), γιατί μὲ τὰ δυνατὰ κτυπήματα τῆς χειρός σου ἐγὼ κινδυνεύω νὰ ἀφανισθῶ. Μὲ τιμωρίες παιδεύεις τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ κάνεις τὴν ζωή του εὔθραστη σὰν τὸν ἱστὸ τῆς ἀράχνης. (Ψαλμός λη΄ (λθ΄) 9-12). Πλὴν ὅμως μάταια ταράσσεται κάθε ἄνθρωπος (μοχθώντας καὶ θησαυρίζοντας). «Καὶ ὁ Κύριος τοὺς βοήθησε νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν δρόμο τῆς ἁμαρτίας, γιατὶ εἶχαν ὑποστεῖ τὶς ταπεινώσεις αὐτὲς ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν τους (Ψαλμός ρστ΄ (ρζ΄) 17). ᾿Ενῶ αὐτὴ εἶναι μία σαφὴς γενικὴ θεώρησις γιὰ τὶς αἰτίες τῶν ἀσθενειῶν, παραμένει ἀδιευκρίνιστο ἐὰν κάθε ἀσθένεια ἔχει ὡς αἰτία τὶς προσωπικὲς ἁμαρτίες ἐκείνου ποὺ ἀσθενεῖ.

῾Η ῾Αγία Γραφὴ δίδει στὸ θέμα αὐτό, γιὰ τὴν αἰτία τῶν ἀσθενειῶν, διάφορες ἀπαντήσεις. Μὲ σαφήνεια ὅμως ἐκθέτει τὸν σκοπὸ τῆς ἀσθένειας. Εἶναι μία δοκιμασία ποὺ ἐπιτρέπει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ ποὺ ἀποσκοπεῖ νὰ δείξει τὴν πιστότητα τοῦ δοκιμαζόμενου στὸν Θεό, ὅπως στὴν περίπτωσι τοῦ ᾿Ιώβ, καθὼς καὶ τοῦ Τωβίτ, στὸν ὁποῖο ἐμφανίστηκε ὁ ἀρχάγγελος Ραφαὴλ καὶ τοῦ εἶπε· «Καὶ τώρα λοιπὸν μὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ θεραπεύσω καὶ σένα καὶ τὴν νύμφη σου Σάρρα» (Τωβίτ ιβ΄, 14).

 

25 Ἰουνίου 2021

Ἅγιος Ἰωάννης Πρόδρομος καί Βαπτιστής Τό κήρυγμά του καί ἡ ἀποδοχή του

Ἅγιος Ἰωάννης Πρόδρομος καί Βαπτιστής

Τό κήρυγμά του καί ἡ ἀποδοχή του

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Τό κήρυγμα τοῦ  ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ.

 

Θά προσπαθήσουμε νά δώσουμε ἕνα σύντομο διάγραμμα τοῦ κηρύγματος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεθλίου του.

1ον Ὁ Ἰωάννης κηρύττει τήν ριζική μεταστροφή τοῦ ἀνθρώπου, τήν μετάνοια. Ὡς τόπος δράσεώς του ἀναφέρεται ἡ ἔρημος κοντά στόν Ἰορδάνη ὡς χρόνος τό 150 ἔτος τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Τιβερίου (Λουκᾶ γ΄ 1) δηλαδή τό 28/29 μ.Χ. ἤ 27/28 μ.Χ. Μέ τήν ἔξοδο του στήν ἔρημο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἐξαίρει τόν ἐσχατολογικό χαρακτῆρα τοῦ κυρύγματος του. Γιατί ὅπως κάποτε ὁ Ἰσραηλιτικός λαός βίωσε στήν ἔρημο τήν ἐγγύτητα καί τήν θαυμασία βοήθεια τοῦ Θεοῦ του, ἔτσι ἀναμενόταν πώς ὁ Θεός στούς ἔσχατους χρόνους πάλι στήν ἔρημο θά ἔλθει κοντά στό λαό Του.

2ον Ὁ ἅγιος Ἰωάννης κηρύττει πώς τό τελικό δικαστήριο ἔφτασε καί προσκαλεῖ σέ μετάνοια κατά τήν ἔσχατη ὥρα. Ἡ ἐρχόμενη κρίση διαλύει κάθε ἀσφάλεια πού νομίζει κανείς ὅτι ἔχει καί ἀφαιρεῖ τήν ὅποια ἀξία τῆς ἐπίκλησις πώς ἀνήκει στόν ἐκλεκτό λαό τοῦ Θεοῦ.

« Ὀχιᾶς γεννήματα, ποιός σᾶς εἶπε πώς ἔτσι θά ξεφύγετε ἀπό τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πού πλησιάζει: Ἄν θέλετε νά γλιτώσετε, κάνετε ἔργα πού ταιριάζουν σ’ αὐτούς πού πραγματικά μετανοοῦν. Και μήν αὐταπατάστε λέγοντας, «καταγόμαστε ἀπό τόν Ἀβραάμ». Νά εἶστε βέβαιοι πώς ὁ Θεός, ἀκόμη κι ἀπ’ αὐτές ἐδῶ τίς πέτρες μπορεῖ νά κάνει ἀπογόνους του Ἀβραάμ. Τό τσεκούρι βρίσκεται κιόλας στή ρίζα τῶν δέντρων. Κάθε δέντρο πού δέ δίνει καλό καρπό θά κοπεῖ σύρριζα καί θά ριχτεῖ στή φωτιά » (Ματθαίου γ΄ 7-10. Πρβλ. Λουκᾶ γ΄, 7-9).

3ον. Ἀναγγέλλει τήν ταχεία ἔλευση τοῦ ἐρχομένου πού θά στήσει τό δικαστήριο. Δέν ἀναφέρεται τό ὄνομά του, δέν μνημονεύεται ὁ ἀναμενόμενος ἀπό τόν λαό Υἱός τοῦ Δαβίδ. Στό κήρυγμα τοῦ Βαπτιστοῦ γίνεται λόγος γιά τόν ἐρχόμενο (Ματθαίου γ΄1) γιά τόν ἰσχυρότερο (Μάρκου α΄ 7) ἤ «γι’ αὐτόν» (Μάρκου α΄ 8). Στόν Ἰωάννη δοκιμάζεται ὁ ἄνωθεν ἐρχόμενος (γ΄31). Ἐξαίρει τήν σαφή ὑπεροχή τοῦ ἐρχόμενον, πῶς δηλαδή εἶναι ἀξιος νά τοῦ προσφέρει τήν ὑπηρεσία τοῦ ἐσχάτου τῶν δούλων καί νά τοῦ λύσει τά κορδόνια ἀπό τά σανδάλια του. Ὁ ἐρχόμενος κρατάει στό χέρι του τό φτυάρι γιά νά ξεχωρίσει τό στάρι ἀπό τό ἄχυρο, νά φέρει τό στάρι στήν ἀποθήκη καί νά ρίξει τό ἄχυρο στήν φωτιά (Ματθαίου γ΄ 12, Λουκᾶ γ΄ 17).

Ὁ Ἰωάννης βαφτίζει μέ νερό, ὁ ἐρχόμενος ὅμως θά βαφτίσει μέ φωτιά δηλαδή θά ἐπιτελέσει τό ἐσχατολογικό δικαστήριο.

4ον Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τελεῖ τό βάπτισμα μετανοίας. Τό στοιχεῖο αὐτό ὑπῆρξε χαρακτηριστικό τῆς δραστηριότητος του ὥστε νά λάβει τό προσωνύμιο Βαπτιστής. Τό Βάπτισμα τελεῖται ἐν ὄψει τοῦ ἐγγίζοντος δικαστηρίου τῆς ὀργῆς, ὥστε οἱ βαπτιζόμενοι νά καθαρισθοῦν καί νά σωθοῦν. Ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν δέν θά τούς διαφυλάξει ἀπό τήν ἐπερχόμενη καταστροφή.

5ον Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦλθε στόν Ἰωάννη γιά νά βαπτισθεῖ (Μάρκου α΄ 9). Ἡ πληροφορία αὐτή ἔχει ἀναμφισβήτητα ἱστορικό χαρακτῆρα καί περιεχόμενο. Αὐτή ὅμως ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἰησοῦ δημιουργεῖ τήν ἐρώτηση γιατί ὁ Ἰησοῦς νά δεχθεῖ νά βαπτισθεῖ τό «βάπτισμα τῆς μετανοίας».

Ἀπάντηση μᾶς δίδει ὁ διάλογος πού διεξήχθει μεταξύ τοῦ Ἰωάννη καί τοῦ Ἰησοῦ (Ματθαίου γ΄ 14).

Μέ τό βάπτισμά Του ὁ Ἰησοῦς τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του μεταξύ τῶν ἁμαρτωλῶν. Μέ τό «σύ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός» τοῦ Ψαλμοῦ β΄ 7 διακηρύσσεται ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἰσέρχεται στό μεσσιανικό του λειτούργημα. Ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτεται πώς εἶναι αὐτός πού εἶναι ὁ ἀγαπητός υἱός, ὁ ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ.  

Ἡ ἀποδοχή τοῦ κηρύγματος

τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ

Στήν συνέχεια θά δοῦμε τό πῶς οἱ σύγχρονοι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ ἀποδέχονταν τό κήρυγμά του:

1ον. Ὁ Ἰουδαϊκός λαός ἀποδεχόταν τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου καί ἔπραττε σύμφωνα μ’ αὐτό.

Ἀπό τίς ἀναφορές τῶν Εὐαγγελιστῶν συνάγεται, ὅτι ὁ Ἰουδαϊκός λαός ἐκτιμοῦσε τόν ἅγιο Ἰωάννη, ἐπειδή τόν θεωροῦσε προφήτη. Ἀκόμη οἱ σύγχρονοι του Ἰουδαῖοι τόν θεωροῦσαν ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας (Λουκᾶ γ΄15). Γι’ αὐτό καί ἀποδέχονταν τό κήρυγμα του καί προσήρχοντο νά βαπτιστοῦν ἐξομολογούμενοι τίς ἁμαρτίες τους.

 «Σ’ αὐτὸν τόν ἄνθρωπο πήγαινε τότε ὅλος ὁ κόσμος, ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα κι ἀπ’ ὅλη τὴν Ἰουδαία, κι ἀπ’ ὅλη τὴν περιοχὴ τοῦ Ἰορδάνη. Ἔρχονταν καί τούς βάφτιζε στόν Ἰορδάνη ποταμό, καθώς ὁμολογοῦσαν τίς ἁμαρτίες τους» (Ματθαίου γ΄5-6)

Οἱ Ἰουδαῖοι ἔδειχαν τήν ἱκανοποίησή τους δοξάζοντας τόν Θεό πού τούς ἔστειλε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Βαπτιστή : «Ὅλος ὁ κόσμος, πού ἄκουσε τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννη, ἀκόμη κι οἱ τελῶνες βαφτίστηκαν ἀπ’ αὐτόν, γιατί πίστεψαν πώς τὸν ἔστειλε ὁ Θεός » (Λουκᾶ ζ΄29)

2ον. Οἱ πνευματικοί Ἡγέτες τῶν Ἰουδαίων δέν λάμβαναν ὑπ’ ὄψι τους ὅσα κήρυττε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής.

Ὁ Κύριος στηλίτευσε τούς ἀρχιερεῖς (θρησκευτικοί ἡγέτες) καί τούς πρεσβυτέρους (πολιτικοί ἡγέτες) τῶν Ἰουδαίων πού δέν ἀνταποκρίθηκαν στό κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ νά μετανοήσουν καί νά βαπτιστοῦν.  «Γιατί ἦρθε σ’ ἐσᾶς ὁ Ἰωάννης κηρύττοντας τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, καὶ δὲν τὸν πιστέψατε οἱ τελῶνες ὅμως καὶ οἱ πόρνες τὸν πίστεψαν ἐνῶ ἐσεῖς, παρ’ ὅλο πού τοὺς εἴδατε, δὲ μετανιώσατε οὔτε τότε γιὰ νὰ τὸν πιστέψετε» (Ματθαίου κα΄32)

3ον. Ὁ κυβερνήτης τῆς Γαλιλαίας καί τῆς Ὑπεριορδανίας, τῆς περιοχῆς στήν ὁποία ὑπάγονταν καί ἡ περιοχή πού ἐκήρυττε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ὁ Ἠρώδης ὁ Ἀντίπας ἐσέβετο τόν ἅγιο Ἰωάννη, ἄκουε εὐχάριστα τό κήρυγμά του, ἀλλά δέν ἐφήρμοζε αὐτά πού ἄκουε. Ἡ προσοχή του ἦταν ἐπιφανειακή, ρηχή, χωρίς οὐσιαστική ἀποδοχή. Γι’ αὐτό καί ὅταν κλήθηκε νά τηρήσει τήν ὑπόσχεση του πρός τήν ἀνεψιά του Σαλώμη (ἦταν θυγατέρα τοῦ ἑτεροθαλοῦς ἀδελφοῦ του Φιλίππου) δέν δίστασε νά ἀποκεφαλίσει τόν ἅγιο.  «Γιατί ὁ Ἡρώδης φοβόταν τὸν Ἰωάννη, ἐπειδὴ ἤξερε ὅτι ἦταν δίκαιος κι ἅγιος ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ τὸν προστάτευε, ἔκανε πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ πού τὸν ἄκουσε νὰ λέει καὶ τὸν ἄκουγε εὐχαρίστως»  (Μάρκου στ΄ 20).  «Ὁ βασιλιὰς λυπήθηκε, ἐξαιτίας ὅμως τοῦ ὅρκου ποῦ εἶχε δώσει μπροστὰ στοὺς καλεσμένους δὲν ἤθελε νὰ τῆς τὰ ἀρνηθεῖ. Ἔστειλε τότε ἀμέσως ὁ βασιλιὰς ἕνα στρατιώτη τῆς φρουρᾶς μὲ τὴ διαταγὴ νὰ φέρει τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννη »  (Μάρκου στ΄ 26-27)

18 Ἰουνίου 2021

Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς

Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς

 «Οὐ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορινθίους β,12).

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ὅλοι οἱ χριστιανοὶ γνωρίζουν πὼς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος πὼς κατὰ τὴ μέρα τῆς Πεντηκοστῆς στάλθηκε ἀπ᾿ τὸ Χριστὸ πάνω στοὺς Μαθητὲς καὶ Ἀποστόλους κι ἔτσι συνέστησε τὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἔκτοτε τὴν καθοδηγεῖ σὰν Πνεῦμα Χριστοῦ. Ὅλοι μας, σχεδόν, ξέρουμε τὴν Προσευχὴ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν... ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης πηλῖδος...». Ὅλα αὐτὰ τὰ ξέρουμε λίγο-πολὺ ὅλοι. Δὲν καταλαβαίνουμε ὅμως ὅλοι τὸ ἴδιο καλὰ τί σημαίνουν αὐτὰ γιὰ τὴ ζωή μας. Τὰ ἀντιλαμβανόμαστε ὅλα αὐτὰ σὰν κάτι ἱερό, ποὺ μᾶς παραδόθηκε ἀπ᾽ τὸ παρελθόν δὲν καταλαβαίνουμε ὅμως πολὺ καλὰ πόσο σπουδαῖα εἶναι ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴ ζωή μας. Ἡ γιορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι μιὰ εὐκαιρία γιὰ ν’ ἀναλύσουμε σύντομα τὴ βιωματικὴ σημασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Καί, πρῶτα - πρῶτα, κάθε χριστιανὸς πρέπει νὰ ξέρει τί ἡ Ἁγία Γραφὴ κι ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας θεμελιώδη πράγματα διδάσκουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο σὲ σχέση μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ ἄνθρωπος -διδάσκουν- δὲν εἶναι σωστὸς ἄνθρωπος, εἰκόνα τοῦ Πλάστη καὶ Δημιουργοῦ Του, εἰκόνα ἀληθινὴ τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ ἔχει μέσα του τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ἀνθρωποειδές, μὲ πολὺ ἀνεπτυγμένα πολλὲς φορὲς ταλέντα στὴν ἐπιστήμη, στὴν τέχνη, στὴ φιλοσοφία ὄχι ὅμως στὴν ἀνθρωπιά, σ᾿ ὅ,τι δηλ. κάνει τὸν άνθρωπο ἀληθινὸ ἄνθρωπο, σύμμορφο μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, τὸ ἅγιο Πνεῦμα μέσα στὸν ἄνθρωπο σημαίνει μιὰ σχέση καὶ ἀναφορά, οὐσιαστικὸ προσανατολισμὸ καὶ ὁλοκληρωτικὴ ἐξάρτηση ἀπ᾿ τὸ Θεό. Ἐξάλλου, ὅμως, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μέσα στὸν ἄνθρωπο σημαίνει μιὰ δύναμη φωτιστικὴ καὶ ἁγιαστικὴ ποὺ καθοδηγεῖ, ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο στὸν ἀληθινό του προορισμό, στὸ Χριστό. Μ᾿ ἄλλα λόγια ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν δέχεται πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι  ἕνα αὐτονόμο πλᾶσμα ἀκόμα κι’ ὅταν φαντάζεται ὁ ἴδιος πὼς γυρνάει μόνο γύρω ἀπ’ τὸν ἑαυτό του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔτσι πλασμένος, ὥστε νὰ ζεῖ πάντοτε «ἐν ἀναφορᾷ» πρὸς κάτι τι ἔξω ἀπ᾿ τὸν ἑαυτό του, εἴτε αὐτὸ τὸ κάτι εἶναι ὁ Θεός, εἴτε ἕνα ὁποιοδήποτε ὑποκατάστατο τοῦ Θεοῦ, συνήθως φοβερὸ καὶ τρισάθλιο. Αὐτὸ τὸ πολὺ σπουδαῖο ἀνθρωπολογικὸ θέμα στὴν Καινὴ Διαθήκη μορφοποιεῖται ὡς ἑξῆς: Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴ σωστὴ ἀναφορά του στὴν πραγματικότητα, στὴν ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ὁ Θεός ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τότε ἡ ὕπαρξή του ἔχει ἀναφορὰ στὶς ἀντίθεες δυνάμεις κι ἔχει μέσα του τὸ πνεῦμα τοῦ Πονηροῦ. ᾽Ανάλογα χωρίζει ἡ Καινὴ Διαθήκη καὶ τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας: Μέχρι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ ἦλθε τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στὴν Ἐκκλησία, ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία κυριαρχόταν καὶ δυναστευόταν ἀπ᾿ τὶς δυνάμεις τῶν πονηρῶν Πνευμάτων, τοῦ πνεύματος τοῦ μίσους, τοῦ ψεύδους, τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀδικίας. Δὲν ὑπῆρχε στὴ σωστὴ ἔννοια ἀνθρώπινη «κοινωνία» ἀλλὰ ἁπλὴ συμβίωση. Ἡ Πεντηκοστὴ κι ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους σημαίνει τὴν ἀρχὴ μιᾶς καινούργιας ἐποχῆς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, ἀφοῦ τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς νέας κοινωνίας, τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μέσα στὰ μέλη της: μιὰ ζωὴ ἀλήθειας, γνησιότητας, δικαιοσύνης, εἰρήνης καὶ ἀγάπης, οὐσιαστικῆς ἑνότητας. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, λοιπόν, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ συνέστησε καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία τῶν ἁγίων μέσα στὸν κόσμο, ἀπ᾿ τὴν Πεντηκοστὴ μέχρι σήμερα, εἶναι κάτι, χωρὶς τὸ ὁποῖο οὔτε τί εἶναι ἄνθρωπος στὴν ἀληθινὴ οὐσία του μποροῦμε νὰ καταλάβουμε, οὔτε τί εἶναι ἀληθινὴ κοινωνία μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἐννοοῦμε, χωρὶς τὸ Πνεῦμα, οὔτε τί εἶναι ὁ Χριστὸς μέσα μας οὔτε τί εἶναι ἡ βασιλεία Του ἀνάμεσά μας. Αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔχει ἡ Πεντηκοστἡ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα: εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς Καινῆς Κτίσεως, τοῦ νέου ἀνθρώπου καὶ τῆς νέας κοινωνίας. Γιὰ νὰ καταλάβουμε λίγο καλύτερα αὐτὰ τὰ δυὸ σημεῖα θὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὴ βοήθεια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὁ Παῦλος ὀνομάζει στὴν ᾽Επιστολή του πρὸς Γαλάτας τὴν κατάσταση τοῦ σωστοῦ ἀνθρώπου «ἐν πνεύματι» κατάσταση καὶ τὴν ἀνώμαλη κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου «ἐν σαρκὶ» κατάσταση. Ποιὰ εἶναι τὰ χαρακτηριστικά τῆς πρώτης; Εἶναι ἡ «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστιν νόμος». Αὐτὰ εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἡ ζωή του παράγει ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀγαθοὺς καρποὺς ὄχι σὰν συνέπεια τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιβολῆς κάποιου νόμου ἀλλὰ σὰν τὸ καρποφόρο δένδρο, ποὖναι ριζωμένο στὸ κατάλληλο χῶμα, ἀναπνέει στὸ κλῖμα ποὺ τοῦ ταιριάζει, κι ὅλη του ἡ ὑφὴ εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ μὴ παράγει τίποτε ἄλλο παρὰ καλοὺς καρπούς. «Κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστιν νόμος». Καὶ ποιὰ εἶναι τὰ χαρακτηριστικά τῆς ζωῆς «ἐν σαρκί»; Εἶναι «ἡ πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρις, ζῆλος, θυμός, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, φθόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις». Τὸ πρῶτο εἶδος ἀνθρώπου ὀνομάζεται ἀπὸ τὸν Παῦλο «πνευματικός», ἐνῶ τὸ δεύτερο «σαρκικὸς» ἢ «ψυχικός». Πρέπει νὰ προσέξουμε σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Γιατὶ στὴν κοινὴ γλώσσα μας «πνευματικὸς» λέγεται ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὶς ἐπιστῆμες καὶ ξέρει πολλὰ πράγματα ἢ μὲ τὶς τέχνες καὶ τὰ γράμματα. Μιλᾶμε τόσο συχνὰ γιὰ πνευματικούς ἀνθρώπους καὶ πνευματικὲς ἐκδηλώσεις. Ἡ ἔννοια ὅμως αὐτὴ τῆς πνευματικότητας, ὅσο κι᾽ ἂν ἀξίζει τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸ θαυμασμὸ μας, πολλὲς φορές, καταρχὴν μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν πνευματικότητα, δηλ. μὲ τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅπως τοὺς περιγράφει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος. Γιὰ ἔνα χριστιανό, μ᾿ ἄλλα λόγια, ὅσο πλούσια κι ἂν εἶναι ἡ γνώση, κι ὅσο ὑψηλὴ ἡ καλλιτεχνικὴ εὐαισθησία, κι ἡ διεισδυτικότητα τοῦ ἀνθρώπινου μυαλοῦ, δὲν μποροῦν ὅλα αὐτὰ νὰ χαρακτηρισθοῦν σὰν γνήσια πνευματικὰ φαινόμενα, ἂν δὲν εἶναι δεμένα μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μὲ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸν ἄνθρωπο.

Σχετικὰ μὲ τὴν ἀληθινὴ «κοινωνία», δηλ. τὴν οὐσιαστικὴ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἑνότητα, ὁ Παῦλος τὴν ὀνομάζει «κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος» (Β΄ Κορ. ιγ΄, 13) καὶ τονίζει ὅτι ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ, ὁ καθένας κατὰ τὴν δική του Πεντηκοστή, στὸ Βάπτισμά του, «οὐ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορινθίους β,12). Τό «πνεῦμα τοῦ κόσμου» ἔχει μέσα του τὸ ψεῦδος, τὸ μῖσος καὶ τὴ διαίρεση. Τὸ «πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ» φέρνει τὴν εἰρήνη, τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δικαιοσύνη. Γ ι᾽ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος προτρέπει «τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος» (Ἐφεσίους δ΄, 3). Ὁ ἄνθρωπος ἀναζητεῖ τὴν ἑνότητα σὲ τεχνικούς, οἰκονομικούς, πολιτιστικοὺς ἢ ἄλλους ἀνθρώπινους παράγοντες. Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει πὼς εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προϊὸν τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅλοι οἱ ἄλλοι παράγοντες, ποὺ φαίνεται πὼς ἑνώνουν τοὺς ἀνθρώπους, δὲν τελεσφοροῦν σὲ τελευταία ἀνάλυση δημιουργοῦν νέες διαιρέσεις. Ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπινου γένους εἶναι ἕνα θαῦμα, ποὺ ἐπιτελεῖ μυστηριωδῶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μέσα στοὺς ἀνθρώπους.

15 Ἰουνίου 2021

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ

(Ἡ Ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως)

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

« Ἰδο γ μεθ' μν εμι πσας τς μρας ως τς συντελεας το αἰῶνος » (Ματθαίου κη΄ 20).

 

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός λίγο πρίν ἀναληφθεῖ στούς οὐρανούς μέ ὅλη τήν θεϊκή δόξα καί μεγαλοπρέπειά Του ἔδωσε στούς μαθητές καί Ἀποστόλους Του τήν τελευταία ἐντολή Του, νά κηρύξουν σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους τό εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας τους, ὅτι δηλαδή μποροῦν, ἐφ’ ὅσον μετανοήσουν γιά τίς ἁμαρτίες τους, νά σωθοῦν ἀπό τήν αἰώνια κατάκριση, (Λουκᾶ κδ΄ 47), ἐφ’ ὅσον πιστεύσουν στόν ἀληθινό Θεό καί βαπτισθοῦν (Μάρκου ιστ΄ 16) καί ἀγωνισθοῦν νά μή ὑποδουλωθοῦν πάλι στήν ἁμαρτία ἀπό τά πάθη τους (Πρός Γαλάτας β΄ 18).

Μετά ἀπό τήν τελευταία ἐντολή Του τούς εὐλόγησε καί τούς διαβεβαίωσε ὅτι: « Κι ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζὶ σας πάντα ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου» (Ματθαίου κη΄ 20).

Μέ τή διαβεβαίωση αὐτή ὁλοκλήρωσε τήν ἐπίγεια παρουσία καί ἀποστολή Του. Αὐτοί ἦταν οἱ τελευταῖοι λόγοι πού ἄκουσαν ἀπό τό στόμα Του. Τούς εὐλόγησε καί ὑψώθηκε στούς οὐρανούς.

Κατά τή λαμπρή καί μεγάλη ἑορτή τῆς ἀνόδου στούς οὐρανούς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἀνῆλθε ἔνδοξος πάνω στίς  νεφέλες  τοῦ οὐρανοῦ συνοδευόμενος ἀπό τούς ἁγίους Ἀγγέλους («καί ἐκάθησεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Μάρκου ιστ΄ 19),  ἀκοῦμε τούς Κυριακούς αὐτούς λόγους.

Ὁ Κύριος ἀπευθύνεται στούς μαθητές Του ὅλων τῶν αἰώνων καί τούς διαβεβαιώνει, ὅτι ἄν καί ἔφυγε καί ἐπέστρεψε στήν οὐράνια καθέδρα Του καί ἀνέβηκε ὅπου ἦταν προηγουμένως «πρς τν Θεν » (Ἰωάννου α΄ 2) δέν θά ἀπουσιάζει ἀπό τή ζωή τους οὔτε θά τούς ἀποχωρισθεῖ, ἀλλά θά εἶναι μαζί τους γιά πάντα.

Ἑπομένως τίθεται τό ἐρώτημα, πῶς, ὁ Χριστός παραμένει μαζί μέ τούς μαθητές Του.

Στό ἐρώτημα αὐτό μᾶς ἀπαντᾶ ἡ ἁγία Γραφή ὡς ἑξῆς:

1. Μέ τήν συμμετοχή τους στά ἅγια Μυστήρια.

Ὁ Κύριός μας ἐδίδαξε ὅτι: « Ἐκεῖνος ποὺ τρώει τὴ σάρκα μου καὶ πίνει τὸ αἶμα μου εἶναι ἑνωμένος μαζὶ μου. Κι ἐγώ μ’ αὐτὸν» (Ἰωάννου στ΄ 56).

Ἑπομένως μέ τό μυστήριο τῆς μεταλήψεως τοῦ ἁγίου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, ὁ πιστός ἑνώνεται μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό μυστικά, δηλαδή μέ τρόπο πού δέν γίνεται ἀντιληπτός ἀπό τήν ἀνθρώπινη λογική, πού ἐνεργεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί πού εἶναι πραγματική ἕνωση, ἀπό τήν ὁποία παράγονται τά ἑξῆς ἀποτελέσματα ὅπως ἀναφέρονται στή λειτουργική εὐχή « εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν” (Ματθαίου κστ΄ 28) καί “εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάννου στ΄ 54).

Ἔτσι ὁ Κύριος ἁγιάζει καί ἀφθαρτίζει τούς πιστούς, μεταδίδει δηλαδή σ’ αὐτούς τήν ἁγιότητά Του καί τήν ἀθανασία Του.

*****

2. Μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Στήν ἀποχαιρετιστήρια ὁμιλία Του στό ὑπερῷο τῆς Ἱερουσαλήμ ὁ Κύριός μας εἶπε στούς μαθητές Του ὅτι:  «Ὅποιος μὲ ἀγα­πάει θὰ τηρήσει τὸν λόγο μου. Κι ὁ Πατέ­ρας μου θὰ τὸν ἀγαπήσει, καὶ θὰ ἔρθουμε σ’ αὐτὸν καὶ θὰ κατοική­σουμε μαζὶ του» (Ἰωάννου ιδ΄ 23).

Μέ αὐτούς τούς λόγους ὁ Κύριός μας δίδαξε τούς μαθητές Του ὅτι θά κατοικήσει μαζί μέ τόν Πατέρα Του ἐντός τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, πού τηρεῖ τίς ἐντολές Του.

Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν πιστό φανερώνει τήν συμφωνία τῆς θελήσεώς του πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁμαρτία διαφοροποιεῖ ἀσεβῶς τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό καί συνεπάγεται τό θάνατό του. Ἡ συμφωνία τοῦ θελήματος τοῦ ἀνθρώπου μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐπέρχεται μέ τήν ὑπακοή του στό θεῖο θέλημά Του, πού φανερώνεται μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου πού ἀκολουθοῦν τονίζουν αὐτή τή διδασκαλία «Μ’ ατὸν τὸν τρόπο φανερώνεται δόξα το Πατέρα μου: ταν σες κάνετε φθονο καρπὸ κι ποδειχθετε τσι μαθητές μου. πως μὲ γάπησε Πατέρας, τσι σς γάπησα κι γὼ· μείνετε πιστοὶ στὴν γάπη μου. Καὶ θὰ μείνετε πιστοὶ στὴν γάπη μου, ν τηρήσετε τὶς ντολὲς μου, πως γὼ τήρησα τὶς ντολὲς το Πατέρα μου καὶ γι’ ατὸ μένω πιστὸς στὴν γάπη του”. (Ἰωάννου ιε΄ 9-10).

Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀναφέρεται στή σημασία πού ἔχει ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ γράφοντας τά ἑξῆς:  «Αὐτὸ ποὺ εἴδαμε κι ἀκούσαμε τὸ ἀναγγέλλουμε καὶ σ’ ἐσᾶς, γιὰ νὰ συμμετάσχετε κι ἐσεῖς μ’ ἐμᾶς, στὴν ἴδια κοινωνία, ποὺ εἶναι ἡ κοινωνία μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τὸν Υἱὸ του τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ. Κι αὐτὰ σᾶς τὰ γράφουμε γιὰ νὰ εἶναι ὁλοκληρωμένη ἡ χαρὰ σας. Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα ποὺ ἀκούσαμε ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ σᾶς τὸ μεταφέρουμε: Ὁ Θεός εἶναι φῶς, καὶ δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτὸν καθόλου σκοτάδι. Ἄν, λοιπὸν, ἰσχυρισθοῦμε πὼς ἔχουμε κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ, ἐνῶ ζοῦμε στὸ σκοτάδι, λέμε ψέματα, καὶ οἱ πράξεις μας δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴν ἀλήθεια » (Α΄ Ἰωάννου α΄ 3-6). Ἐπίσης «ποιος τηρε τὶς ντολές του μένει νωμένος μαζὶ του κι κενος μ’ ατὸν. Τὸ ξέρουμε πὼς Θεός ζε μέσα μας κι νάμεσά μας πὸ τὸ Πνεμα ποὺ μς δωσε » (Α΄ Ἰωάννου γ΄ 24).

*****

3. Μέ τήν ἀγάπη.

      Διδάσκει ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστής ὅτι:

  «Κανένας δὲν ξιώθηκε ποτὲ ς τώρα νὰ δε τὸν Θεό· ν γαπμε νας τὸν λλο, εμαστε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, καὶ γάπη του μέσα μας χει λοκληρωθε » (Α΄ Ἰωάννου δ΄ 12) καί  «Κι μες γνωρίζουμε πιὰ τὴν γάπη ποὺ μς χει Θεός κι μπιστευόμαστε τὸν αυτὸ μας σ’ ατὴν » (Α΄ Ἰωάννου δ΄ 16).

Μέ τούς λόγους αὐτούς ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης δείχνει στούς πιστούς τόν τρόπο γιά νά ἔχουν τόν ἀόρατο καί ἀμέθεκτο Θεό πάντοτε μαζί τους, μέ τήν ἀγάπη. Ὅτι πρέπει νά ἀγαποῦν κατά τή διδασκαλία τοῦ Κυρίου. Νά τηροῦν τήν ἐντολή πού ἔδωσε τῆς ἀγάπης «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους » (Ἰωάννου ιε΄ 12).

*****

4. Μέσῳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Διδάσκει ὁ ἀπόστολος καί εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅτι:

« Μς δωσε τὸ Πνεμα του· τσι εμαστε βέβαιοι πὼς εμαστε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καί Θεός μ’ μς» (Α΄ Ἰωάννου δ΄ 13).

Ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατοικία τοῦ ἁγίου Πνεύματος πού, μέ τή παρουσία Του καί τήν ἐνέργειά Του τό ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει τόν πιστό μέ τόν Θεό, τόν θεώνει καί τόν δοξάζει.

Γι’ αὐτό ὅταν προσευχόμαστε ζητοῦμε ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα «ἐλθὲ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν». 

*****

5. Μέ τήν σωτήρια ὁμολογία.

Ὁ ἀπόστολος καί εὐαγγελιστής Ἰωάννης διδάσκει ὅτι: « ποιος παραδέχεται πὼς νθρωπος ησος εναι πεσταλμένος Υός το Θεο, Θεός κατοικε μέσα σ’ ατὸν καί ατὸς ζε νωμένος μὲ τὸν Θεὸ » (Α΄ Ἰωάννου δ΄ 15).

Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ ὁδηγεῖ τόν πιστό στήν ὁμολογία τῆς πίστεώς του. Ἡ ὁμολογία ἐπιβεβαιώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ.

Γι’ αὐτό ὁ Κύριος προέτρεψε τούς μαθητές Του: « Μείνετε ἑνωμένοι μαζὶ μου· τότε θά ’μαι κι ἐγὼ ἑνωμένος μαζὶ σας. Ὅπως ἡ κληματόβεργα δὲν μπορεῖ νὰ καρποφορήσει ἀπὸ μόνη της, ἄν δὲν εἶναι ἑνωμένη μὲ τὸ κλῆμα. Τὸ ἴδιο κι ἐσεῖς ἄν δὲν μείνετε ἑνωμένοι μαζὶ μου. Ἐγώ εἶμαι τὸ κλῆμα, ἐσεῖς οἱ κληματόβεργες. Ἐκεῖνος ποὺ μένει ἑνωμένος μαζὶ μου κι ἐγὼ μαζὶ του, αὐτὸς κάνει ἄφθονο καρπὸ, γιατὶ χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε τίποτε νὰ κάνετε. Ἄν κάποιος δὲν μένει ἑνωμένος μαζὶ μου, θὰ τὸν πετάξουν ἔξω σὰν τὴν κληματόβεργα, καὶ θὰ ξεραθεῖ. Τὶς βέργες αὐτὲς τὶς μαζεύουν, τὶς ρίχνουν στὴ φωτιὰ, καὶ καίγονται. Ἄν μείνετε ἑνωμένοι μαζὶ μου κι ἄν τὰ λόγια μου μείνουν ζωντανὰ μέσα σας, ὅ,τι θελήσετε ζητῆστε το καὶ θὰ σᾶς δοθεῖ ». (Ἰωάννου ιε΄ 4-6).

                                                *****

Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι παρεκάλεσαν τόν ἀναστάντα Κύριο μας ἔτσι καί αὐτοί Τόν ἱκετεύουν Κύριε: «μεῖνον μεθ’ ἡμῶν» (Λουκᾶ κδ΄ 29).

Οἱ πιστοί ἀντλοῦντες δύναμη ἀπό τήν παρουσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν ψυχή τους καί τήν ζωή τους ὁμολογοῦν μαζί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο:  «Ὅλα τὰ μπορῶ χάρη στὸ Χριστὸ ποὺ μὲ δυναμώνει».  (Πρός Φιλιππησίους δ΄ 13).

Ἐμπνεόμενοι ἀπό τόν ἀναστάντα Κύριο ψάλλουν μέ τόν προφήτη Ἠσαΐα: «Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ἡσαΐου η΄ 9).  

17 Μαΐου 2021

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ὁ  Ἁγιασμός μας

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

ὁ  Ἁγιασμός μας

Ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός ποὺ «μᾶς καθάρισε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας» (Πρός Ἑβραίους α΄, 3) εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ ἁγιασμοῦ μας, ἀφοῦ μᾶς μεταδίδει τὸν ἁγιασμό Του σύμφωνα μὲ τὸν ἀποστολικὸ λόγο «῍Αν εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Θεὸ τὸ προζύμι, τότε εἶναι καὶ τὸ ζυμάρι· καὶ ἂν ἀνήκει στὸν Θεὸ ἡ ρίζα, τότε τοῦ ἀνήκουν καὶ τὰ κλαδιά» (Πρός Ρωμαίους ια΄, 16).

Ἅγιος εἶναι ᾿Εκεῖνος ποὺ εἶναι ἡ ρίζα τῆς ζωῆς, καὶ ὅπως ἡ ρίζα μεταφέρει τὴν ζωὴ στὰ κλαδιὰ ἔτσι καὶ ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς μεταφέρει τὸν ἁγιασμό Του σὲ ὅσους εἶναι συνδεδεμένοι μαζί Του, κατὰ τὸν λόγο Του· «᾿Εγὼ εἶμαι τὸ ἀληθινὸ κλῆμα, καὶ ὁ πατέρας μου εἶναι ὁ ἀμπελουργός.  Κάθε κληματόβεργα ἐπάνω μου ποὺ δὲν κάνει καρπὸ τὴν κόβει· καὶ κάθε κληματόβεργα ποὺ κάνει καρπὸ τὴν κλαδεύει, γιὰ νὰ καρποφορήσει περισσότερο. ᾿Εσεῖς εἶστε κιόλας κλαδεμένοι καὶ καθαροὶ ἐξαιτίας ὅσων σᾶς δίδαξα. Μείνετε ἑνωμένοι μαζί μου· γιὰ νὰ εἶμαι κι ἐγὼ ἑνωμένος μαζί σας. ῞Οπως ἡ κληματόβεργα δὲν μπορεῖ νὰ καρποφορήσει ἀπὸ μόνη της, ἂν δὲν εἶναι ἑνωμένη μὲ τὸ κλῆμα, τὸ ἴδιο κι ἐσεῖς ἂν δὲ μείνετε ἑνωμένοι μαζί μου.  ᾿Εγὼ εἶμαι τὸ κλῆμα, ἐσεῖς οἱ κληματόβεργες. ᾿Εκεῖνος ποὺ μένει ἑνωμένος μαζί μου κι ἐγὼ μαζί του, αὐτὸς κάνει ἄφθονο καρπό, γιατὶ χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε τίποτε νὰ κάνετε. ῍Αν κάποιος δὲν μένει ἑνωμένος μαζί μου, θὰ τὸν πετάξουν ἔξω σὰν τὴν κληματόβεργα, καὶ θὰ ξεραθεῖ. Τὶς βέργες αὐτὲς τὶς μαζεύουν, τὶς ρίχνουν στὴ φωτιά, καὶ καίγονται. ῍Αν μείνετε ἑνωμένοι μαζί μου καὶ ἂν τὰ λόγια μου μείνουν ζωντανὰ μέσα σας, ὅ,τι θελήσετε ζητῆστε το καὶ θὰ σᾶς δοθεῖ. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο φανερώνεται ἡ δόξα τοῦ Πατέρα μου· ῞Οταν ἐσεῖς κάνετε ἄφθονο καρπὸ κι ἀποδειχθεῖτε ἔτσι μαθητές μου» (Ἰωάννου ιε΄, 1-8).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπαναλαμβάνει αὐτὴ τὴν διδασκαλία μὲ ἄλλες ζωηρὲς εἰκόνες.Στὸν σύνδεσμο αὐτὸ τῶν πιστῶν μὲ τὸν Κύριο, ποὺ εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ᾿Εκκλησίας ἀναφέρονται καὶ οἱ ἀποστολικοὶ λόγοι· «῞Ολοι ἔχουν τὸν ἴδιο πατέρα. Καὶ αὐτὸς ποὺ ἐξαγνίζει καὶ αὐτοὶ ποὺ ἐξαγνίζονται» (Πρός Ἑβραίους β΄, 11 καί Πρός Κορινθίους Α΄, ιβ΄, 27, Πρός Κορινθίους ε΄, 6).

α´. ῾Η ἔννοια τοῦ ὅρου «ἅγιος»

«Ἅγιος» εἶναι κάποιος ἄνθρωπος καὶ ἕνα ἀντικείμενο καθαρό, δηλαδὴ ποὺ δὲν ἔχει μολυνθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Κύριο. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη βλέπουμε πρόσωπα, ζῶα καὶ πράγματα νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ τὸν κοινὸ βίο καὶ τὴν κοινὴ χρήση, γιὰ νὰ ἀφιερωθοῦν ἀποκλειστικὰ στὸν Κύριο καὶ Θεό· π. χ.

Τὸ Σάββατο, ὡς ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Κύριο, εἶναι «ἅγιον», ὅπως τὸ ἀποκαλεῖ ὁ ῎Εσδρας στὴν ἐξομολόγησή Του πρὸς τὸν Κύριο, γιὰ τὸν ᾿Ισραηλιτικὸ λαό, «τοὺς ἔκανες ἐπίσης γνωστὴ καὶ ἁγία τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου» (Νεεμίου θ, 14 καί ι΄, 31).

Ἡ «Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου» καὶ τὸ «Θυσιαστήριον» τοῦ Ναοῦ τῶν ῾Ιεροσολύμων, ἀφοῦ χρησιμοποιοῦνταν ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸν Κύριο, ἦταν «ἅγια». «Θὰ ἀναδείξω δὲ ἱερὰ καὶ ἁγία τὴν Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου, καθὼς ἐπίσης θὰ κάνω ἅγιο καὶ ἱερὸ τὸ θυσιαστήριο» (Ἐξόδου κθ΄, 44) ὑπόσχεται ὁ Θεὸς στὸν Μωυσῆ.

             «Ἅγιοι» εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἁγιάσθηκαν (καθαρίσθηκαν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου μας «ἁγίασέ τους μὲ τὴν ἀλήθειά σου. ῾Ο λόγος ὁ δικός σου εἶναι ἀλήθεια» (Ἰωάννου ιζ΄, 17).

 «῞Αγιοι» εἶναι ὅλοι, ὅσοι ὑπάκουσαν στὴν ἐντολή «φύγετε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ χωριστῆτε, λέει ὁ Κύριος, καὶ ἀκάθαρτον μὴν ἀγγίζετε, καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δεχτῶ» (Πρός Κορινθίους Β΄, στ΄, 17). Αὐτοὺς τοὺς «ἁγίους» περιγράφει ὁ εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης στὴν ᾿Αποκάλυψη ιδ´ 1-5.

β´. Τὸ ἅγιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο

«Πρέπει νὰ εἶστε ἅγιοι, διότι εἶμαι ἅγιος ᾿Εγώ, ὁ Κύριός σας»(Λευϊτικό ια΄, 45). Ἡ ῾Αγία Γραφὴ μᾶς ἀποκαλύπτει τὸν χαρακτήρα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «αὐτές (οἱ ἐντολές) εἶναι ποὺ μαρτυροῦν γι᾿ Αὐτόν» (Πρβλ. Ἰωάννου ε΄, 39). Μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ᾿Αγάπη καὶ ῞Αγιος. «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν» (Ἰωάννου Α΄, δ΄, 8) θεολογεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης. ῾Η ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώθηκε μὲ ἕνα συγκεκριμένο τρόπο, μὲ τὸ μυστήριο τῆς λυτρώσεώς μας, ὅπως μαρτυροῦν οἱ λόγοι τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς. «῾Ο ῎Ιδιος ὁ Κύριος τοὺς ἔσωσε, διότι τοὺς ἀγαπᾶ καὶ τοὺς λυπᾶται· Αὐτὸς τοὺς ἐλευθέρωσε καὶ τοὺς ἔλαβε στὴν ἄγκαλιά Του καὶ τοὺς ὕψωσε ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς τους» (Ἡσαΐου ξγ΄, 9).

Ὁ Θεὸς πού εἶναι ἀγάπη «κάθεται στὸν ἅγιο θρόνο του» (Ψαλμοῦ μστ΄, (μζ)΄ 46, 9). Στὸν οἶκο Του «ποὺ εἶναι τόπος ἅγιος καὶ ἱερός, ἅγιοι μόνον πρέπει νὰ εἰσέρχονται» (Ψαλμοῦ 92 (93), 5), ἐφ᾿ ὅσον «ἁγιότητα καὶ μεγαλοπρέπεια ἀπαστράπτουν στὸν ἱερὸ θρόνο του στὸν οὐρανό» (Ψαλμοῦ 95 (96), 6).  Τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἦταν, νὰ γίνει μέτοχος τοῦ ἁγίου χαρακτῆρος Του ὁ ἄνθρωπος ποὺ πλάσθηκε «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσίν» (Γενέσεως α΄, 26) Του. ῾Η πρόσκλησή Του πρὸς κάθε ἄνθρωπο στὸ παρελθόν, στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον παραμένει ἡ ἴδια. «Πρέπει νὰ εἶστε ἅγιοι, διότι εἶμαι ἅγιος ᾿Εγώ, ὁ Κύριός σας» (Λευϊτικοῦ ια΄, 45). ῾Η νομοδοσία στὸ ὄρος Σινᾶ καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ ῎Ορους ὁμιλία τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τὸν ἴδιο σκοπὸ ἐξυπηρετοῦν, νὰ φανερώσουν στὸν ἄνθρωπο τὸν χαρακτήρα καὶ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ τοὺς προτρέψουν νὰ Τὸν μιμηθοῦν κατὰ τό «νὰ εἶστε σπλαγχνικοί, ὅπως σπλαγχνικὸς εἶναι καὶ ὁ Θεὸς Πατέρας σας» (Λουκᾶ στ΄, 36), καὶ κατὰ τό «μιμηθεῖτε λοιπὸν τὸν Θεό, ἀφοῦ εἶστε ἀγαπητά του παιδιά» (Πρός Ἐφεσίους ε΄, 1).  

Ο ἅγιος Πατέρας μας Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἑρμηνεύοντας τὴν Κυριακὴ Προσευχὴ στὸν δεύτερο λόγο του διδάσκει, ὅτι γιὰ νὰ ἀποκαλεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ Πατέρα του πρέπει νὰ μοιάζει στὸν χαρακτήρα Του, ἄλλως εἶναι ἀσέβεια καὶ προσβολὴ ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ ἀκάθαρτος ἄνθρωπος νὰ ἀποκαλεῖ τὸν Θεὸ Πατέρα Του. ῾Ο Θεὸς δὲν γεννᾶ πονηροὺς καὶ ἀσεβεῖς ἀνθρώπους, ὅπως μὲ κάθε σαφήνεια διδάσκει ὁ ἀπόστολος ᾿Ιωάννης ὁ εὐαγγελιστής·  «῞Οποιος πράττει δίκαια εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάννου Α΄, β΄, 29).

 

14 Ἀπριλίου 2021

ΣΑΛΠΙΣΜΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΑΦΥΠΝΗΣΕΩΣ

 ΣΑΛΠΙΣΜΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΑΦΥΠΝΗΣΕΩΣ

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι” (Πρός Ρωμαίους ιγ΄ 11)

Σάλπισμα πνευματικῆς ἐγέρσεως καί ἀφυπνήσεως ἀκούεται στήν ζωή μας, συνεχῶς, ἰδιαίτερα δέ κατά τήν περίοδο τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς καλεῖ νά ἐγερθοῦμε ἀπό τόν πνευματικό ὕπνο τῆς ζωῆς μας, νά ἀποτινάξουμε τήν ραθυμία ἀπό τήν ψυχή μας πού βιάζει τήν καθηρινότητά μας, νά γρηγορήσουμε καθώς πορευόμαστε νά συναντήσουμε τόν ἔνδοξο καί ἀναστάντα Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ κατάλληλος καιρός ἐκτείνεται ἐνώπιόν μας, συνεχῶς. Εἶναι ἡ ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή, πού οἱ πιστοί ἀναλαμβάνουν νά διεξαγάγουν τά πνευματικά ἀγωνίσματα πού καθιστοῦν τήν ψυχή ρωμαλέα καί φωτεινή, ἀνδρεία καί σοφή, εὐσεβῆ καί εὔσπλαγχνοι, δεκτική τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ἀπόρθητη στίς ἐπιθέσεις τῶν δαιμόνων, ἀνενέργητη στίς προκλήσεις τῶν παθῶν τῆς κακίας, λάμπουσα ἀπό τίς ἀρετές, ἀστράπτουσα ἀπό τήν θεία δόξα, ἔνδοξη ἀπό τήν ἐνοίκηση καί παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος σ’ αὐτή.

Ὁ πνευματικός ἀγῶνας τῶν πιστῶν τήν ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή προσδιορίζεται μέ σαφήνεια ἀπό τόν ἔμπειρο διδάσκαλο τῆς πνευματικῆς ζωῆς τόν ἀπόστολο Παῦλο.

Ἀφ’ ἑνός μέν “ἀποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους” νά πετάξουμε, νά ἀποβάλλουμε ἀπό τήν ψυχή μας τά σκοτεινά ἔργα, τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας.

Ἀφ’ ἑτέρου δέ “ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός” νά ἐνδυθοῦμε σάν ὅπλα πνευματικά τά ἔργα τῆς ἀρετῆς πού εἶναι φωτεινά.

Ἡ ἁμαρτία φέρει στήν ψυχή τό σκοτάδι καί τήν χαύνωση.

Ἡ ἀρετή ἀπεργάζεται τήν ψυχή φωτεινή καί γρηγοροῦσα.

Σ’ αὐτό τόν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως ἡ Ἐκκλησία μας θέτει στήν διάθεσή μας ὅλα ἐκεῖνα τά ἀπαραίτητα μέσα καί τούς τρόπους γιά νά κατορθώσουμε νά πετάξουμε ἀπό τήν ψυχή μας κάθε ρυπαρότητα καί νά τήν ἐνδύσουμε μέ τήν ἀρετή.

Μᾶς καλεῖ νά προσευχηθοῦμε στίς Ἱερές Ἀκολουθίες νά διδαχθοῦμε ἀπό τά παραδείγματα τῆς ἱερῆς ἱστορίας, νά ἀκούσουμε τόν σωτήριο λόγο τοῦ Θεοῦ, νά φωτισθοῦμε ἀπό τήν θεία σοφία καί νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τήν δύναμι τοῦ  Θεοῦ.

Μᾶς βοηθεῖ νά ἀποκτήσουμε αὐτογνωσία καί αὐτοέλεγχο στή ζωή μας φωτίζοντας μας μέ τό φῶς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Νά ἐξετάσουμε τήν ζωή μας μέ τό κριτήριο τοῦ Παναγίου Θεοῦ μας καί νά ζητήσουμε μέ ταπείνωσι συγγνώμη γιά νά λάβουμε τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Μᾶς δείχνει τίς ὑψηλές κορυφές τῶν θείων ἀρετῶν, ἀλλά καί τά σκοτεινά βάραθρα τῆς κακίας ὥστε νά ὡριμάσουμε στήν πνευματική ζωή.

Μᾶς ἐνισχύει μέ τήν νηστεία, τήν ἐλεημοσύνη καί τά ἄλλα πνευματικά ἀγωνίσματα νά ἀποκτήσουμε ἰσχυρή θέληση πρῶτα ἀπορρίψεως καί ἀποφυγῆς τοῦ κακοῦ καί μετά ἀποδοχῆς τοῦ ἀγαθοῦ καί καλοῦ.  

Σ’ ὅσους φαίνεται ὁ ἀγῶνας αὐτός κουραστικός καί δύσκολος ὁ Κύριος μᾶς προτρέπει: “Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς ” δηλαδή σηκῶστε ἐπάνω σας τόν ζυγόν μου καί “εὑρήσετε ἀνάπαυσον τῆς ψυχῆς ὑμῶν” δηλαδή θά εὕρετε ἀνάπαυσιν καί εἰρήνη στίς ψυχές σας.

  “Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστίν ” (Ματθαίου ια΄29).

Στό εἰκοστό κεφάλαιο (στῖχοι 1-8) τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως ὁ ἀπόστολος καί εὐαγγελιστής Ἰωάννης περιγράφει τήν περίοδο τῆς δεσμεύσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Σατανᾶ ἀντιπροτείνοντας τά σωτηρία καί λυτρωτικά ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, τά ἅγια Μυστήρια, πού ἀκυρώνουν τόν σκοτεινό καί ἀπάνθρωπο ἔργο του.

Ἄρχοντας τῆς ἁμαρτωλῆς ἀνθρωπότητος ἐχαρακτηρίσθη ὁ διάβολος ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό μέ τούς λόγους Του:  “Ἔφτασε ἡ ὥρα ποὺ ὁ κόσμος αὐτὸς θὰ κρι­θεῖ· ἔφτασε ἡ ὥρα ποὺ ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου θὰ διωχτεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο ” (Ἰωάννου ιβ΄ 31 καί Ἰωάννου ιδ΄ 30).

Μέ τήν ἐξουσία καί δύναμη πού μετέδωσε ὁ Κύριός μας στούς μαθητές Του αὐτοί ἀγωνίζονται κατά τῶν ἐναντίων καί ἀντιθέων πονηρῶν δυνάμεων, ἀφοῦ  δέν μπορεῖ μόνος του ὁ ἄνθρωπος νά τίς ἀντιμετωπίσει, πολλῷ δέ μᾶλλον νά τίς νικήσει.

Ὁ Κύριος ἐπεσήμανε ὅτι αὐτό τὸ δαι­μονικὸ γένος δὲν βγαίνει παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία (Ματθαίου ιζ΄ 21 ).

Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στούς πιστούς νά ἐνισχυθοῦν σ’ αὐτό τόν ἀγῶνα μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ σέ ὅλη τήν ζωή τους, πού εἶναι τό ἅγιο Πνεῦμα καί νά προστατευθοῦν ἀπό τίς ἐπιθέσεις τοῦ Πονηροῦ μέ τήν πνευματική πανοπλία τους, πού εἶναι οἱ ἀρετές, γιά νά μπορέσουν νά ἀντιμετωπίσουν τίς παγίδες καί τίς μεθοδεύσεις του (Πρός Ἐφεσίους στ΄ 10-1).

 Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος προτρέπει τούς πιστούς νά ὑποταχθοῦν στό θέλημα τοῦ ἐπουρανίου Πατέρα, νά ἀντιταχθοῦν στό θέλημα τοῦ διαβόλου καί ὁ διάβολος θά ἀπομακρυνθεῖ:                     

 Ὑποταχθεῖτε, λοιπόν, στὸ Θεὸ. Ἀντισταθεῖτε στὸ διάβολο, κι αὐτὸς θὰ φύγει μακριά σας  (Ἰακώβου δ΄ 7).

Μή διστάσετε μᾶς λέγει ὁ Κύριός μας διότι ὁ ζυγός μου εἶναι καλός καί χρήσιμος καί τό φορτίο τῶν ὑποχρεώσεων καί τῶν καθηκόντων πού ἐπιβάλλω ἐγώ. Ὁ Κύριος ὑπόσχεται ὅτι ἐγώ θά σᾶς βοηθήσω νά τό σηκώσετε.

Καλή καί εὐλογημένη πορεία πρόςτήν ἀνάσταση.   

23 Μαρτίου 2021

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Παναγίας

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

Ἄς μεταφερθοῦμε νοερὰ στὴ Ναζαρέτ, στὸ ἀπέριττο σπίτι τῆς Παρθένου Μαρίας καὶ ἐκεῖ μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ πίστι ἂς µελετήσωμε τὴ µεγάλη συγκατάβασι τοῦ Παντοδυνάµου νὰ εὐαγγελίση τὴν Παρθένο. Μὲ ἀχώριστα ἐφόδια τὶς δύο αὐτὲς ἀρετές: τὴν πίστι καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη ἂς µελετήσωµε τὸ ἱερὸ κείµενο τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἀναφέρει τὴν ἐξαιρετικὴ διήγησι τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος, ποὺ εἶναι «τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον»,

Τῷ ἕκτω µηνί. Ἕξι μῆνες μετὰ ποὺ συνέλαβε ἡ Ἑλισάβετ, ἡ σύζυγος τοῦ Ζαχαρία καὶ ἐξαδέλφη τῆς Παρθένου Μαρίας καὶ ἡ µελλοντικὴ μητέρα τοῦ προφήτου προδρόµου καὶ βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου.

Ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στέλλει ἕνα ἀπὸ τὰ ἐκλεκτότερα λειτουργικά του πνεύματα γιὰ νὰ φέρη στὴ γῆ τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα. Ὅ,τι ἀνέμεναν οἱ Πατριάρχαι καὶ ὅ,τι προανήγγειλαν οἱ Προφῆται ἐκπληρώνεται σήµερα.

Ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὁ ἴδιος ἄγγελος ποὺ χρόνια πρὶν φανερώθηκε στὸν προφήτη Δανιὴλ γιὰ νὰ τοῦ ἐξαγγείλη σ᾿ ἕνα ὅραμα τὸν «ὡς Υἱὸν ἀνθρώπου ἐρχόμενον» (ζ΄, 13), ὁ ἴδιος ἄγγελος ποὺ λίγους µῆνας πρὶν εἶχε ἐμφανισθῆ στὸν προφήτη Ζαχαρία γιὰ νὰ τοῦ πῆ ὅτι ἡ γυναίκα του θὰ ἔφερε στὸν κόσµο ἐκεῖνον, ποὺ θά ἦταν «μέγας ἐνώπιον Κυρίου» (Λουκ. α΄, 15).

Ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς θέλει νὰ σώση τὸ ἀνθρώπινον γένος καὶ νὰ συμφιλιώση τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεό. Ἡ Ἁγία Τριὰς δὲν λέγει ὅπως ἄλλοτε «ποιήσωµεν ἄνθρωπον καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ», ἀλλά λέγει: «ποιήσωμεν τὸν Θεὸν καθ᾽ ὁμοίωσιν ἀνθρώπου». Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἔλαμψε στὴν ἐπανάστασι τῶν ἀγγέλων, ἂς λάμψη τώρα ἡ φιλευσπλαγχνία του στὸ παραστράτηµα τοῦ ἀνθρώπου.

Ποῦ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος; Μήπως στὴν θριαμβεύουσα καὶ πανίσχυρη Ρώμη; Μήπως στὴν ᾿Αθήνα, τὴν πόλι τῶν σοφῶν καὶ τῶν ρητόρων; Μήπως στὴν ὑπερήφανο Βαβυλωνία; Μήπως στὴν ἁγία πόλι τῆς Ἱερουσαλήμ; Ὄχι. Σὲ καμιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς πόλεις, ἀλλὰ σ᾿ ἕνα ἀσήμαντο χωριό. Ποῦ ἀπεστάλη;

Εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας ἀπεστάλη σὲ μιὰ φτωχικὴ καὶ µικρὴ πόλι τῆς Γαλιλαίας, σὲ μιὰ πόλι ἢ μᾶλλον σ’ ἕνα ἀσήμαντο χωριό, ποὺ ζήτημα νὰ εἶχε τότε χίλιους κατοίκους. Σὲ μιά πόλι, γνωστὴ µόνο στὴν περιφρόνησι τοῦ λαοῦ, γιατὶ «ἐκ Ναζαρὲτ οὐ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι».

Σέ ποιά ἀποστέλλεται ὁ ἄγγελος; Μήπως σὲ καμιὰ φηµισµενη κόρη γιὰ τὴ σοφία της, γιὰ τὰ πλούτη της, γιὰ τὰ στολίδια της; Τίποτε ἀπ᾿ αὐτά. Στέλλεται :

Πρὸς Παρθένον ἐμνηστευμένη ἀνδρὶ ὧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυὶδ καὶ τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου Μαριάμ. Σὲ μιὰ παρθένο, ποὺ ἔχει γιὰ μοναδικὸ στολίδι τὴν παρθενία της καὶ ζῆ στὴν ἀφάνεια καὶ τὴν ταπείνωσι καὶ εἶναι ἀρρεβωνιασμένη μὲ ἕνα ἄνδρα δίκαιο, ὀνομαζόμενο ᾽Ιωσήφ, ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαυίδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου Μαριάμ. Ἡ Μαρία ἂν καὶ ἐμνηστευμένη καὶ μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ σύζυγος κατὰ τὸν Ἰουδαϊκὸ νόµο, εἶναι παρθένος, ὅπως θὰ εἶναι παρθένος καὶ μετὰ ποὺ θὰ γίνη µητέρα, καθὼς ὁ Υἱός της καὶ ὡς ἄνθρωπος δὲ θὰ παύση νὰ εἶναι Θεός.

Καί ἀφοῦ εἰσῆλθε στὸ σπίτι τῆς Παρθένου ὁ ἄγγελος τῆς εἶπε :

Χαῖρε κεχαριτωμένη. Μὲ αὐτὲς τὶς λέξεις ὁ οὐράνιος ἀγγελιαφόρος χαιρετᾶ τὴν Παρθένον.

Κάθε φορὰ ποὺ ἡ Ἱερὰ Γραφὴ ἀναφέρει ἐμφανίσεις ἀγγέλων ὡς ἀπεσταλμένων τοῦ Θεοῦ τοὺς παρουσιάζει πάντα ὡς ἀνωτέρους πρὸς κατωτέρους, ὄχι γιὰ νὰ τιμήσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ τιμηθοῦν, ὅπως ἀναφέραμε προηγουμένως τὴν ἐμφάνισι τοῦ Γαβριὴλ στὸν Δανιὴλ καὶ στὸν Ζαχαρία, ποὺ τοῦ εἶπε καθαρά: «Ἐγώ εἰμι... ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι τοῦτα: καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάµενος λαλῆσαι» (Λουκ. α΄, 18). Αὐτὴ εἶναι ἡ γλώσσα τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ πρὸς ἄνθρωπον, ἂν καὶ περιβεβληµένον τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης.

Καὶ τώρα ὁ ἴδιος ἄγγελος σταλµένος σὲ μιὰ ἁπλῆ κόρη, μνηστευμένη, πλησιάζει, συνεσταλµένος καὶ δειλὰ θὰ λέγαμε, τὴν προσφωνεῖ μὲ τὶς λέξεις «Χαῖρε κεχαριτωµένη».

Κεχαριτωμένη. Ἡ χάρις, ὑπερφυσικὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ, ποὺ καθιστᾶ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι μὲ αὐτή προικισµένος, φίλο τοῦ Θεοῦ καὶ µέτοχο τῶν τελειοτήτων τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ χάρις ποὺ κάνει τοὺς ἁγίους καὶ ποὺ ἔκανε τὰ πνεύματα ἀγγέλους φωτός, βρισκόταν ἔτσι ἄφθονα στὴν Παρθένο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν προσφωνήση διαφορετικά παρὰ σὰν «κεχαριτωμένη» γεμάτη ἀπὸ χάρι. Ὅ,τι οἱ ἄλλοι θὰ ἔχουν μὲ μέτρο, αὐτὴ τὸ ἔχει ἀπεριόριστα καὶ ἄφθονα. Εἶναι γεμάτη ἀπὸ χάρι γιὰ νὰ τὴν µεταδώση σὲ κείνους ποὺ θὰ πιστεύσουν στὸν Υἱόν της.

Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Ὁ Κύριος εὑρίσκεται παντοῦ, ἰδιαίτερα ὅμως στὴν καρδιὰ τῶν ἐκλεκτῶν του καὶ μὲ ξεχωριστὸ τρόπο στὴν Μαρία. «Ὁ Πατὴρ εἶναι µαζί σου, Παρθένε, κάνοντας καὶ δικό σου τὸν Υἱό Του. Ὁ Υἱὸς εἶναι μαζί σου στὰ σπλάγχνα σου. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι µαζί σου ἁγιάζοντας μὲ τὸν Πατέρα τὸν καρπὸ τῆς κοιλίας σου».

Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί. Θαυμαστὸς ἔπαινος ποὺ ἁρμόζει µόνον στὴν Παρθένο Μαρία. Ἡ κατάρα ἔπληξε κάθε γυναίκα, γιατὶ ἀπὸ τὴ γυναίκα ἦλθε τὸ κακό, ἀλλὰ ἡ εὐλογία δόθηκε στὴ Μαρία, γιατὶ ἀπ᾿ Αὐτὴ μὲ τὸν Ἰησοῦ ἦλθε ἡ ἐπανόρθωσις.

Τί κάνει ἡ Παρθένος ἀκούοντας αὐτά; Ταράττεται, ὄχι γιὰ τὴ θέα τοῦ ἀγγέλου, ἀλλὰ γιὰ τὰ λόγια του, γιατὶ αὐτὴ ταπεινὴ κι ἄγνωστη κόρη ἀκούει τέτοιο παράξενο χαιρετισμό.

«Ἡ δὲ ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ διεταράχθη». Τί διαφορὰ μεταξὺ τῆς Εὔας καὶ τῆς Μαρίας! Ὅταν ὁ διάβολος εἶπε στὴν Εὔα: Ἄν φάγετε ἀπὸ τὸν ἀπηγορευμένο καρπὸ θὰ εἶσθε σὰν θεοί, παρευθὺς ὠνειρεύθηκε τέτοια δόξα, ἐνῶ ὅταν ἡ Μαρία ἄκουσε ὅτι εἶναι εὐλογημένη ἐν γυναιξί, ἐταράχθη. Ἡ Παρθένος Μαρία ταράττεται ἐπειδὴ τὴν ἐπαινοῦν. Μεῖς ταραττόµεθα ὅταν μᾶς ἀρνοῦνται ἐπαίνους, γιὰ τοὺς ὁποίους εἴμεθα τόσο πιὸ ἀνάξιοι, ὅσο νοµίζουµε ὅτι τοὺς ἀξίζομε.

Ἄν ὁ ἄγγελος τῆς μίλησε μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο εἶναι γιὰ νά ἐπισύρη τὴν προσοχή της στὸ πρωτάκουστο γεγονὸς ποὺ εἶχε νὰ τῆς ἀναγγείλη.

Μιὰ πάλη «συνάπτεται µέσα στὸ πνεῦμα τῆς Παρθένου. Ἡ Παρθένος βλέπει ὅτι ἐκεῖνος ποὺ τῆς μιλεῖ εἶναι ἕνας Ἄγγελος σταλµένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ πῆ ψεύματα, ἀλλὰ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ πιστεύση στὰ λόγια του γιατὶ δὲν λέγει παρὰ ἐγκώμια. Σὲ τέτοια µεγάλη ἀπορία ποὺ εὑρίσκεται δὲν ξεύρη τὶ νὰ κάνη. Ταπεινώνεται, σιωπᾶ.

Ὁ Ἄγγελος προλαμβάνει, συνεχίζει: «Μή φοβοῦ εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ». Μάλιστα ἡ Παρθένος Μαρία εὑρῆκε χάρι, εὐνοήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ νὰ τὴν ἐκλέξη μεταξὺ ὅλων τῶν γυναικῶν καὶ νὰ τὴν προορίση σὲ τέτοια ὑψηλὴ ἀποστολὴ νὰ τὴν κάνη µητερα του.

Καὶ γιὰ νὰ τῆς ἐξηγήση κάπως τὸ μυστήριο ὁ πολίτης τοῦ οὐρανοῦ, προσθέτει:

«Καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ Υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν, οὗτος ἔσται µέγας καὶ υἱός ὑψίστου κληθήσεται» Ἔτσι θὰ γίνη ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ Λόγου. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ θὰ λάβη σάρκα στὰ σπλάγχνα τῆς Μαρίας, θὰ γεννηθῆ ἀπ᾿ αὐτή, θὰ εἶναι ταυτοχρόνως καὶ υἱός της καὶ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Θὰ τὸν ὀνομάση Ἰησοῦν, δηλαδή Σωτήρα, γιατὶ θὰ σώση τὸν ἄνθρωπον.

Ὁ Ἄγγελος συνεχίζει τὶς ἀποκαλύψεις του καὶ διαλευκαίνοντας τὸ μεγαλεῖο τοῦ µυστηρίου προσθέτει: «Καὶ δώση αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυΐδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ βασιλεύσῃ ἐπὶ οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος». Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ δόξα τοῦ ᾿Ιησοῦ. Χριστὸς νικᾶ, Χριστὸς βασιλεύει, Χριστὸς κυριαρχεῖ θὰ ἀπαντοῦν οἱ αἰῶνες στὴν προφητεία τοῦ ᾽Αγγέλου. Ὁ Ἰησοῦς θὰ εἶναι τὸ κέντρον τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος. Θὰ νικᾶ μὲ τὴν ἀγάπη Του, θὰ βασιλεύη μὲ τὶς ἀρχές Του, θὰ κυριαρχῆ μὲ τὴ δικαιοσύνη Του.

Ἡ Παρθένος Μαρία ταράχθηκε ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους κι ὄχι ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψι τῶν σχεδίων τοῦ Θεοῦ. Πιστεύει στὰ λόγια τοῦ ᾿Αγγέλου, ἀφοῦ εἶναι σταλµένος ἀπὸ τὸν Θεό. ᾽Αλλὰ ὁ Ἄγγελος τονίζει ὅτι θὰ εἶναι µητέρα κι αὐτὴ ὑποσχέσθηκε στὸν Θεὸ νὰ µείνη πάντα παρθένος. Πῶς θὰ γίνη; Ζητεῖ ἐξηγήσεις γιατὶ πρόκειται γιὰ κάτι ποὺ τὴν ἀφορᾶ, πρόκειται γιὰ τὸ πρόσωπό της. «Πῶς ἔσται τοῦτο ἐπὶ ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;» Δὲν ἀμφιβάλλει γιὰ τὴ δυνατότητα τοῦ γεγονότος, ἀλλὰ νομίζει ὀρθῶς ὅτι ἔχει δικαίωµα νὰ ζητήση ἐξηγήσεις πρὶν δώση τὴ συγκατάθεσί της γιὰ νὰ µπορέση νὰ συνεργασθῆ ἐλεύθερα καὶ συνειδητά. Μὲ αὐτὴ τὴ στάσι της ἡ Παρθένος Μαρία δεικνύει τὴν ἀγάπη της καὶ τὴν πίστι της. Ἡ Παρθένος γνωρίζει ὅτι ἡ χάρις ποὺ μᾶς ἐξαγιάζει καὶ μᾶς καθιστᾶ φίλους τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τὰ προνόμια. Ἡ Παρθένος γιὰ νὰ µείνη παρθένος εἶναι πρόθυμος νὰ ἀρνηθῆ τὴν τιμὴ νὰ γίνη µητέρα τοῦ Χριστοῦ. Ὁποία εὐγένεια αἰσθημάτων. Ἡ Παρθένος Μαρία θὰ εἶναι ἡ παρθένος τῶν παρθένων. Ἡ ἀρετή της, ἡ στάσις της, ἡ πίστις της θὰ ἑλκύσουν στὰ σπλάγχνα της τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἀπάντησις τοῦ ᾽Αγγέλου στὸ ἐρώτημα τῆς Παρθένου: «Πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;» ἐξηγεῖ τὸ µυστήριο

«Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναµις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» Ἐκεῖνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἐνεργεῖ στὴν κοινή σύλληψι, ὦ Μαρία, ποὺ δὲν γνωρίζεις ἄνδρα θὰ γίνη μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ μὲ τὴ δύναμί του θὰ σὲ περιβάλλη. Καὶ ὁ Ἄγγελος συνέχισε: «διὸ καὶ τὸ γεννημένον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ». ᾽Απὸ τὸν Θεὸ Πατέρα θὰ ἔχη τὴ θεϊκὴ  φύσι καὶ θὰ εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ ἀπὸ σέ, Παρθένε, τὴν ἀνθρωπίνη φύσι καὶ θά εἶναι τέλειος ἄνθρωπος. Ἡ Μαρία ζητεῖ πῶς θὰ γινόταν µητέρα καὶ ὁ Ἄγγελος μὲ οὐράνια λεπτότητα τῆς δίδει τὴν ἐξήγησι.

Γιὰ ἐπιβεβαίωσι τῶν ἁποκαλύψεών του, ὁ Ἄγγελος ἀναφέρει στὴν Μαρία τὸ σχετικὸ παράδειγµα τῆς ἐξαδέλφης της, Ἑλισάβετ: «Καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνείληφεν υἱόν ἐν γήρει αὐτῆς καὶ οὗτος μὴν ἕκτος αὐτῇ τῇ καλουμένη στείρᾳ». Σὰν νὰ τῆς ἔλεγε: «Ἐκεῖνος ποὺ κατέκτησε γόνιμο τὴν ἐκ φύσεως καὶ τὴν ἐξ ἡλικίας στείρα θὰ κάνη γόνιμο ἐσὲ ποὺ θὲς νὰ μείνης παρθένος ἀπὸ ἐκλογὴ καὶ ἀρετή. «Ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρά τοῦ Θεοῦ πᾶν ρῆμα». Αὐτὸς εἶναι παντοδύναµος καὶ μπορεῖ νὰ κάνη ὅ,τι θέλει. Σ’ Αὐτὸν ἡ θέλησις εἶναι ἐνέργεια καὶ ἡ ἐνέργεια ἀκολουθεῖ τὴν θέλησι.

Τὸ ἄφατο μυστήριο ἔχει ἤδη ἀποκαλυφθῆ. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἀγγέλου τελείωσε. ᾽Απεκάλυψε ὅ,τι εἶχε νὰ ἁποκαλύψη ὡς ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ Παρθένος Μαρία δέχεται τὴν ἀποκάλυψι. Εἶναι ἡ γυναίκα γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς εἶπε στὸν ὄφι τοῦ ἐπιγείου Παραδείσου: «Ἔχθραν θήσω ἀνάμεσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον αὐτῆς» καὶ διὰ τὴν ὁποία ὁ Ἡσαΐας προφήτευσε: «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ».

Τὸ μυστήριο δὲν ἐτελείωσε ἀκόμα. Χρειάζεται ἡ συγκατάθεσις τῆς Μαρίας. Ὁ Ἄγγελος σιωπᾶ, γιατὶ ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολή του. Στὴν Παρθένο ἀνήκει ἡ τελευταία λέξις. Ἡ Εὔα ἐλεύθερα ἡμάρτησε καὶ ἡ Μαρία ἐλεύθερα θὰ δώση τὴν συγκατάθεσί της. Ἡ Παρθένος συλλογίζεται... προβλέπει τὸ μυστήριο τῆς θείας µητρότητος, τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ δύσκολη ἀποστολή της. Θὰ πρέπη νὰ γίνη συλλυτρώτρια, ἀλλὰ για νὰ γίνη αὐτὸ θὰ πρέπη νὰ συσταυρωθῆ μὲ τὸν Υἱόν της, νὰ θυσιάση τὴν ἡσυχία της καὶ τὴν ἀνάπαυσί της καὶ νὰ μπῆ σὲ ἀγωνίες καὶ στερήσεις, νὰ συμμερισθῆ τὸ πάθος τοῦ Υἱοῦ της. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ οἰκουμένη ἀναμένουν τὴν ἁπάντησί της.

Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος γιὰ νὰ ἐξάρη τὴν ἐπίσημο αὐτὴ σκηνὴ φαντάζεται ὅτι εὑρίσκεται κοντὰ στὴν Παρθένο Μαρία καὶ στρεφόµενος σ᾿ Αὐτὴ τῆς λέγει: « Ὦ ἁγία Παρθένε, γιατί ἀργεῖς νὰ ἀπαντήσης; Γιατί κρατᾶς σὲ ἀγωνία ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, Ὁ Ἄγγελος περιμένει γιὰ νὰ ἐπιστρέψη, στὸν Θεό, ποὺ τὸν ἔστειλε. Ὦ µητέρα τοῦ ἐλέους καὶ μεῖς περιµένομε, μεῖς ποὺ εἴμεθα κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς κατάρας. Θὰ σωθοῦμε ἂν ἀπαντήσης τὸ «γένοιτο». Ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται ἡ παρηγοριὰ τῶν δυστυχισµένων, ἡ ἀπολύτρωσις τῶν δούλων, ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν καταδίκων, ἡ σωτηρία τῶν τέκνων τῆς Εὔας. Εἰπὲ τὴν τόσον ἐπιθυμητὴ καὶ τόσο ἀναμενοµένη ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἀπὸ τὴ γῆ λέξι. Ὅλος ὁ κόσμος εἶναι στὰ πόδια σου. Ὁ οὐρανὸς σὲ ἀναμένει. Εἰπὲ μιὰ λέξι καὶ θὰ περικλείσης στοὺς κόλπους σου τὸν Λόγο. Δῶσε τὴν συναίνεσί σου καὶ θὰ αἰσθανθῆς τὴν δύναμι τοῦ Ὑψίστου. Μὲ τὴν ἀπάντησί σου θὰ κλείση ἢ θὰ ἀνοίξη ὁ οὐρανὸς» (Sermo I, Ιn Natali Domini).

Ἡ Παρθένος Μαρία βλέπει σὲ κείνη τὴ στιγμὴ τὴν ἀρχὴ ἑνὸς νέου κόσμου, τὴν ἀπολύτρωσι τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν νίκη τοῦ Οὐρανοῦ, τὴν ἧττα τῆς Κολάσεως, τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν. Τότε κλίνει τὴν κεφαλή στὴ θέλησι τοῦ Θεοῦ καὶ συγκατατίθεται καὶ μὲ τὰ λόγια ἀκόμα δηλώνει τὴν συγκατάθεσί της.

Καὶ ὅπως ἥρμοζε σὲ τέτοια ὑπέροχο στιγμὴ λέγει τὸ «ναὶ» μὲ ἀπερίγραπτο ἁπλότητα. «Καὶ εἶπε Μαριάμ. Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό µοι κατὰ τὸ ρῆμά σου». Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ἀναγγέλλει ἡ Παρθένος στὸν οὐρανό, στὴ γη καὶ στὸν Ἄδη τὴν ἐπίσηµή της συγκατάθεσοι. «Γένοιτο» ἁπλῆ καὶ ταπεινὴ λέξις τῆς Παρθένου ποὺ ἔγινε πιὸ παντοδύναµη ἀπὸ τὸ γένοιτο ποὺ εἶπε ὁ Πλάστης τὴν ἡμέρα τῆς δημιουργίας. Ἐκεῖ ἔκαμε νὰ γίνη ἕνας κόσμος ποὺ δὲν ὑπῆρχε, ἐδῶ κατεβάζει στὰ σπλάγχνα τῆς Παρθένου τὸν ἴδιο τὸ Δημιουργό. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο».

Ἐδῶ συντελεῖται τὸ µεγάλο μυστήριο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ θεῖος Λόγος, γίνεται ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἦταν, δηλαδὴ ἄνθρωπος καὶ γινόμενος ἄνθρωπος, μένει πάλι καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἦταν δηλαδὴ Θεός. ᾽Αλλὰ καὶ ἡ Παναγία ἔγινε ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἦταν

δηλαδὴ Μητέρα, καὶ ἔμεινε καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἦταν πρῶτα δηλαδὴ Παρθένος! Μυστήρια, ποὺ ἂν δὲν πιστεύει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀγάπη καὶ τὴν παντοδυναµία τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ ἂν βασανίζη τὸ λογικό του δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τὰ κατανοήση. Μπρὸς σὲ ἕνα τέτοιο μυστήριο ἄς κλίνωµε τὸ γόνυ τῆς καρδίας καὶ τῆς διανοίας καὶ ἄς λατρεύσωμε τὸν καρπό τῆς ἐπισκιάσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἃς εὐχαριστήσωμε τὴν Παρθένο γιὰ τὴ συµβολή της στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας µας.

Ἄχραντε Δέσποινα, Παρθένε Μαρία, Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Μητέρα δική µου, καύχηµα καὶ δόξα τῆς ἀνθρωπότητος, βοήθεια καὶ παρηγοριά δική µου, δέξου τὴν εὐγνωμοσύνη µου γιὰ τὸ «γένοιτό» σου καὶ ἀξίωσέ µε κατὰ τὸ παράδειγμά σου νὰ μὴ διστάζω ποτὲ νὰ ἐκπληρῶ τὸ θέληµα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ γενναῖα καὶ ἀποφασιστικὰ νὰ λέγω κι ἐγὼ τὸ δικό μου «γένοιτο». ᾽Αμήν.

23 Μαρτίου 2021

ΠΡΟΘΥΜΩΣ ΑΝΑΒΑΙΝΕ στήν πορεία πρός τό Πάσχα Κυρίου

ΠΡΟΘΥΜΩΣ ΑΝΑΒΑΙΝΕ

στήν πορεία πρός τό Πάσχα Κυρίου

Δημοσιεύθηκε 18.03.2021

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος & Ὑμηττοῦ
Δανιήλ

Κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ὁ πιστός πορεύεται. Διαβαίνει καί μεταβαίνει ἀπό τήν κατάστασι τῆς κατά σάρκα ζωῆς στήν κατάστασι τῆς κατά πνεῦμα ζωῆς. Ἡ πορεία αὐτή εἶναι ἀνάβασις. Ἀναβαίνει πρός τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Πορεύεται πρός τήν Βασιλεία τοῦ Πατρός. Στήν ἀνάβασί του αὐτή ἔχει πρότυπό του τόν ἱστορικό Ἰσραηλιτικό λαό. Ὅπως ὁ ἱστορικός Ἰσραήλ ἔφυγε ἀπό τή χώρα τῆς Αἰγύπτου στήν ὁποία ἦταν δοῦλος καί ἐπορεύθη διά τῆς ἐρήμου στή χώρα τῆς ἐπαγγελίας, τῆς ἐλευθερίας καί τῆς υἱοθεσίας, ἔτσι καί ὁ πιστός κινεῖται. Φεύγει ἀπό τήν ζωή τῆς δουλείας στά πάθη καί ζητεῖ τήν πνευματική του ἐλευθερία διά τῆς ὑπακοῆς του στό θέλημα τοῦ Ἐπουρανίου Πατέρα. Ὡς πνευματική ἐλευθερία ἐννοεῖται αὐτή ἡ κατάστασι πού περιγράφεται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο: «Πάντα μοι ἔξεστι, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· Πάντα μοι ἔξεστι ἀλλ’ οὐκ ἐγώ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος» (Α΄ Κορ. ς΄ 12). Στό διδακτικό ὄγδοο κεφάλαιο τῆς πρός Ρωμαίους ἐπιστολῆς ὁ Ἀπόστολος διαπιστώνει: «ὅσοι εὑρίσκονται κάτω ἀπό τήν κυριαρχία τῆς σαρκός, δηλαδή τῆς ἁμαρτίας φρονοῦν (σκέπτονται, ἐπιθυμοῦν, πράττουν) ὅσα τούς ἐπιβάλλουν οἱ ἁμαρτίες. Ἀντίθετα ὅσοι ζοῦν κατά πνεῦμα, δηλαδή ὅπως θέλει ὁ Θεός, αὐτοί φρονοῦν (σκέπτονται, θέλουν καί πράττουν) ὅσα θέλει τό Ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή ὁ Θεός» (στ. 5). Ἰδού λοιπόν ὁ ἀγών νά ἀνέβουμε ἀπό τήν κατάστασι τῆς «κατά σάρκα» ζωῆς στήν κατάστασι τῆς «κατά πνεῦμα» ζωῆς. Ὅλα τά τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς σ’ αὐτό συντελοῦν, συνεργούσης ἀσφαλῶς καί βεβαίως τῆς θείας Χάριτος, Αὐτοῦ τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας.

ME ΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΘΑ ΑΓΩΝΙΣΘΟΥΜΕ;

Α) Προθύμως

Ὁ πνευματικός ἀγώνας, ἡ ἐκκλησιαστική ἄσκησις, τά πνευματικά γυμνάσματα, ἡ προσπάθειά μας ἀπαιτεῖ νά γίνεται προθύμως. Μέ προθυμία, μέ σφοδρή καί δυνατή ἐπιθυμία, μέ ὅλην τήν δύναμι τῆς θελήσεως, μέ χαρά.

Αὐτά σημαίνουν:

 ‑Ὅτι αὐτό πού γίνεται μέ βία καί καταναγκασμό ἀπό ἄλλους, ἀπό φόβο καί ἀπειλή δέν ὠφελεῖ, ἀλλά μᾶλλον βλάπτει.

 Ὅτι προσευχόμεθα, γιατί τό ἐπιθυμοῦμε.

 Ὅτι νηστεύουμε, ἐπειδή τό θέλουμε.

 ‑Ὅτι ἀσκούμεθα στίς ἀρετές, γιατί ἀναγνωρίζουμε τήν ἀξία τους.

 ‑Ὅτι τηροῦμε τίς ἐντολές, ἐπειδή συμφωνοῦμε μέ αὐτές.

 ‑Ὅτι μελετᾶμε τό λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή ζητᾶμε τήν ἀλήθεια.

 Καί πολλά ἄλλα.

Κι ὅλα τά πράττουμε εὐχαρίστως, χωρίς γογγυσμούς, χωρίς διαμαρτυρίες, χωρίς νά πιεζόμαστε, ἀγωνιζόμεθα μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς θελήσεως καί ὑπάρξεως μας.

Β) Μέ πρόγραμμα

Ἡ πνευματική ζωή ἀπαιτεῖ πρόγραμμα καί συγκεκριμένες πνευματικές ἀσκήσεις. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει στούς ἀγωνιστές τοῦ χριστιανικοῦ στίβου: «ἐάν κάποιος ἀγωνίζεται δέν στεφανώνεται, ἐάν δέν ἀγωνισθῆ σύμφωνα μέ τούς νόμους τῆς ἀθλήσεως» (Β΄ Τιμ. β΄ 5).

Οἱ κανόνες τῆς πνευματικῆς ἀσκήσεως εἶναι γνωστοί σ’ ὅσους ἀγωνίζονται τόν ὡραῖο καί καλόν ἀγῶνα.

Γ)Μέ τήν καθοδήγησι ἐμπείρου πνευματικοῦ Πατέρα

Χωρίς τόν ἔμπειρο πνευματικό Πατέρα ὁ ἀγώνας γιά τήν πνευματική ἐλευθερία καί τήν ἀνάστασι εἶναι ἀμφίβολος καί δυσχερέστατος λόγῳ τῶν παγίδων τοῦ ἐχθροῦ καί πολλῶν ἄλλων αἰτιῶν.

Δ) Πῶς ἀρχίζουμε

Μέ αὐτοέλεγχο. Μέ αὐτοκριτική.

Στρεφόμεθα πρός τά ἔσω τῆς ὑπάρξεώς μας, τῆς ψυχῆς μας, καί ρίχνουμε μιά διερευνητική ματιά στήν ἐσωτερική κατάστασι μας.

Γιά νά τό ἐπιτύχουμε χρειαζόμαστε ἡσυχία καί περισυλλογή, συγχρόνως καί τό φῶς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἁγίου θελήματός Του. Στήν ἡσυχία, χωρίς περισπασμούς καί θορύβους ἐξετάζουμε τή ζωή μας μέ κριτήριο τόν νόμο τοῦ Θεοῦ.

Ἐρωτᾶμε τόν ἑαυτό μας. Τί ζητεῖ ἀπό ἐμέ ὁ Θεός Πατέρας μου; Ζῶ ὅπως θέλει ὁ Θεός Πατέρας μου; Ἀπό τίς ἀπαντήσεις, θά καταλάβουμε σέ ποιά πνευματική κατάστασι εὑρισκόμεθα.

Ε) ‑Μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί προσευχή

Στήν συνέχεια χρειαζόμαστε μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ γιά νά καθοδηγηθοῦμε σωστά καί προσευχή γιά νά ἐνισχυθοῦμε ἀπό τή θεία Χάρι.

Μελέτησε τήν Ἁγία Γραφή. Περιέχει: α) τήν ἱστορία τῆς σωτηρίας, β) τίς θαυμαστές ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας γιά τήν σωτηρία μας, γ) τό ἅγιο καί λυτρωτικό θέλημά Του, δ) παραδείγματα ζωῆς, ἄλλα πρός ἀποφυγήν καί ἄλλα πρός μίμησιν, ε) τό μυστήριον τῆς θείας ἀποκαλύψεως.

Μελέτησε βιβλία πού θά σέ βοηθήσουν νά ἀνέβης ψηλότερα ἀπό τήν χαμοζωή τοῦ κόσμου τούτου.

ΣΤ) Τά πνευματικά ἀγωνίσματα

Ἀγωνιζόμαστε:

α) νά ἐφαρμόσουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ·

β) νά κατορθώσουμε τίς ἀρετές·

γ) ‑νά ἀποφύγουμε κάθε κακία, πονηρία καί γενικῶς τήν πολυειδῆ ἁμαρτία·

δ) νά νεκρώσουμε τά πάθη τῆς ἁμαρτίας·

ε) ‑νά πράξουμε τό θέλημα τοῦ Ἐπουρανίου Πατέρα·

ς) ‑νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό τίς βρωμιές τῆς ἁμαρτίας·

ζ) ‑νά θεραπεύσουμε τίς πληγές τῆς ψυχῆς μας ἀπό τόν πόλεμο τῆς ἁμαρτίας.

Ζ) Ὁ Θεός Πατέρας

Ὁ Θεός Πατέρας χαίρεται, ὅταν μᾶς βλέπει νά ἀγωνιζόμεθα καί δέν μᾶς ἀφήνει μόνους.

Μᾶς ἐνισχύει μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα πού κατοικεῖ μέσα μας.

Γιά νά ἔχουμε ὅμως Ἅγιο Πνεῦμα πρέπει νά Τό λάβουμε. Λαμβάνουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τήν συμμετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, στή λατρεία τοῦ Θεοῦ καί στόν λοιπό πνευματικό  ἀγώνα. Μέ τόν πνευματικό ἀγώνα δείχνουμε στόν Ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα τήν ἰσχυρή θέλησί μας νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τήν ἁμαρτία καί τό θάνατο καί Ἐκεῖνος μᾶς στεφανώνει καί μᾶς χαριτώνει μέ τήν πλούσια Χάρι του.

Η) Ἡ Ἐκκλησία

Ἡ Ἐκκλησία δημιουργεῖ τό κατάλληλο πνευματικό κλῖμα πού θά διευκολύνη τόν πνευματικό ἀγώνα τῶν πιστῶν μέ τήν νηστεία, τίς ἱερές Ἀκολουθίες, τά ἐποικοδομητικά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα καί τήν κατάλληλη διδασκαλία.

Θ) Ὁ Κύριος

Ὁ πιστός πού καλεῖται νά ἀγωνισθεῖ ἔχει ἐνώπιόν του, πρό ὀφθαλμῶν του, τήν ἐσχατολογική προοπτική τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἐρχομένη ἔνδοξη βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἐνισχύεται ἀπό τόν λόγο τοῦ Ἀπ. Παύλου:

α) ὅτι ὁ Κύριός μας δείχνει συμπάθεια στούς ἀγωνιζομένους πιστούς

«οὐ γάρ ἔχομεν ἀρχιερέα μή δυνάμενον συμ­παθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δέ κατά πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρίς ἁμαρτίας. Προσερχώμεθα οὖν μετά παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν» (Ἑβρ. δ΄ 15-16).

β) ὅτι ὁ Κύριος μπορεῖ νά βοηθήσει τόν πιστό νά ἀντιμετωπίσει τούς πειρασμούς τῆς ἁμαρτίας·

«ὅθεν ὤφειλε κατά πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καί πιστός ἀρχιερεύς τά πρός τόν Θεόν, εἰς τό ἱλάσκεσθαι τάς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ. Ἐν ὧ γάρ πέπονθεν αὐτός πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι» (Ἑβρ. β΄ 17-18).

γ) ὅτι ἔχομε γύρω μας πλῆθος μαρτύρων, ὁσίων καί ἁγίων πού διεξήγαγον νικηφόρως αὐτόν τόν ἀγώνα καί ἐστεφανώθησαν·

«Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καί τήν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγώνα, ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ΄ 1-2).

δ) Ὁ πιστός ἐνισχύεται ἀπό τόν Κύριο πού τόν καλεῖ καί τόν διαβεβαιώνει:

1) ὅτι θά τόν στεφανώσει καί θά τόν δοξάσει

«γίνου πιστός ἄχρι θανάτου καί δώσω σοι τόν στέφανον τῆς ζωῆς» (Ἀποκ. β΄ 10)

2) ὅτι θά τοῦ ἐπιτρέψει νά καθίσει στό θεϊκό θρόνο γιά νά συμβασιλεύσει μετά Πατρός καί Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος, εἰς τούς αἰώνας·

«Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ’ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγώ ἐνίκησα καί ἐκάθισα μετά τοῦ Πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ» (Ἀποκ. γ΄ 21).

17 Μαρτίου 2021

Ὁ σκοπός τῶν ἁγίων ἡμερῶν τῶν νηστειῶν

σκοπός τῶν ἁγίων ἡμερῶν τῶν νηστειῶν

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Δημοσιεύθηκε 11 Μαρτίου 2021

Μεγάλη Τεσσαρακοστή θεωρεῖται στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί συνεπῶς καί τῶν πιστῶν ὅτι εἶναι εὐπρόσδεκτος καιρός γιά νά οἰκειοποιηθοῦμε καί νά ἀξιοποιήσουμε τήν χάρη πού μᾶς δόθηκε γιά τήν σωτηρία μας. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τήν ἐπικαιρότητα τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα τοῦ πιστοῦ πού ὀφείλει νά ἀγωνισθεῖ ὑπενθυμίζοντας τούς λόγους τῆς ἁγίας Γραφῆς «καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσα σου καί ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Ἡσαΐας μθ΄ 8 καί πρός Κορινθίους Β στ΄ 2).        

Ἡ Ἐκκλησία μας μέ τήν ὑμνολογία της καί τά ἱερά κείμενά της προτρέπει καί καλεῖ τούς πιστούς νά ἀγωνισθοῦν πνευματικά κατά τήν διάρκεια τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Στήν ὀπισθάμβωνο εὐχή τῆς Προηγιασμένης πού βρίσκεται στόν Βερβερινό Κώδικα (336) ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεός προόρισε τίς ἅγιες ἡμέρες τῶν νηστειῶν γιά τήν κάθαρση καί τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν μας.

 «Ἡ ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, ὁ Θεός, ὁ προορίσας τάς ἁγίας σου ἡμέρας τῶν νηστειῶν διά τε τοῦ νόμου καί τῶν προφητῶν καί εὐαγγελιστῶν καθάρσεως καί σωτηρίας εἶναι πρόξενος· καταξίωσον καί ἡμᾶς ἅπαντας τόν δρόμον τῆς νηστείας εὐαρέστως ἐπιτελέσαι, τήν πίστιν ἀκλινῆ διατηρῆσαι καί τάς θείας σου ἐντολάς ἀμέμπτως μέχρι τέλους φυλάξαι· ἄγγελον δέ εἰρήνης ἔντειλαι διατηρεῖν τάς εἰσόδους ἡμῶν καί ἐξόδους καί τά διαβήματα ἀσφαλίζειν καί κατευθύνειν εἰς ὁδούς δικαιωμάτων σου, προσδεχόμενος καί τόν τῆς νηστείας καί γονυκλισίας ἡμῶν ἅγιον καιρόν, ἀνταμειβόμενος ἡμᾶς ἐν εὐλογίαις πνευματικαῖς καί ἀγαθαῖς δωρεαῖς. Ὅπως παρά σοῦ ἐλέους τυχόντες, δόξαν σοί ἀναπέμπωμεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

Συγκεκριμένα ἀναφέρονται οἱ στόχοι τῶν ἀγώνων τῶν πιστῶν αὐτῆς τῆς περιόδου:

α΄. Νά μᾶς ἀξιώσει νά ἐπιτελέσουμε εὐαρέστως τόν δρόμο τῆς νηστείας καί νά ὁλοκληρώσουμε ἀξίως τόν ἀγώνα μας. Πολλοί ἀρχίζουν νά νηστεύουν καί νά ἐπιτελοῦν καί ἄλλα πνευματικά παλαίσματα ἀλλά κουράζονται καί διακόπτουν τόν ἀγώνα τους. Δέν ὁλοκληρώνουν τήν προσπάθειά τους.

Ἡ ἐγκατάλειψη αὐτή ὀφείλεται ἀσφαλῶς σέ πολλές αἰτίες καί στόν πόλεμο τῶν πειρασμῶν πού ἐγείρει ὁ ἀντίδικός μας διάβολος γιά νά ματαιώσει κάθε πνευματική ἐπιδίωξή μας. Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στούς πιστούς νά ὁπλισθοῦν μέ τά ὅπλα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι οἱ ἀρετές γιά νά ἀποκρούσουν τίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου (Πρός  Ἐφεσίους στ΄ 11-18).

Γιά τήν ὁλοκλήρωση ἀξίως τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει ὅτι γιά τά ἐπιβραβευθεῖ ὁ ἀγώνας τοῦ πιστοῦ πρέπει νά διεξαχθεῖ νομίμως

«ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ» (Πρός Τιμόθεον Β΄ γ΄ 5).

β΄. Νά διατηρήσουμε τήν πίστη ἀκλινῆ.

Ἡ πίστη εἶναι τό πολυτιμότερο ἀγαθό. Αὐτή μᾶς ἐπιτρέπει νά παρουσιασθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιά νά ζητήσουμε τήν πνευματική ἀποκατάστασή μας. Γι’ αὐτό μεριμνοῦμε ἐπισταμένως ὥστε ἡ πίστη μας νά μή μειωθεῖ, νά μή ἐξαλειφθεῖ, νά μή παρεκκλίνει. Ὀφείλουμε νά διατηροῦμε τήν πίστη ἀκέραιη, ἀνόθευτη, ἀναλλοίωτη ἐφ’ ὅσον ἀποτελεῖ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας «ὁ πιστεύσας σωθήσεται» (Μάρκου ιη΄).

Τήν πίστη ἀπειλοῦν οἱ πλάνες πού γεννοῦν τήν ἀμφιβολία καί τήν ἀπόρριψή της.

Οἱ πειρασμοί τῆς ζωῆς προκαλοῦν ἐπίσης ἀμφιβολίες γιά τήν ἀγαθότητα, τήν πιστότητα καί τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

 

γ΄. Νά τηρήσουμε τίς θεῖες ἐντολές ἀμέμπτως μέχρι τέλους.

Οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ δόθηκαν στόν ἄνθρωπο γιά νά τοῦ θυμίζουν τό θέλημά Του. Λέγονται θεουργές, ἐπειδή ὅταν τηροῦνται κάνουν τόν ἄνθρωπο Θεό.

 

δ΄. Νά καθαρίσουμε τίς ψυχές καί τά σώματά μας.

Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μᾶς βοηθεῖ νά καθαρίσουμε τίς ψυχές καί τά σώματά μας ἀπό τόν ρύπο τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας.

Ὁ Κύριος ζητεῖ οἱ μαθητές Του νά εἶναι καθαροί καί ἀπαλλαγμένοι ἀπό κάθε κηλίδα.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει «καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Πρός Κορινθίους ζ΄ 1).

Ἡ ψυχή μας ὅταν παύσει νά ἐνεργεῖ κατά φύσιν, ὅπως τήν δημιούργησε ὁ Θεός, τότε ἀσθενεῖ. Ἡ ἁμαρτία ἀποτελεῖ ἀρρώστια τῆς ψυχῆς. Τά πάθη εἶναι «ψυχῆς νόσοι» (Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως, Προτρεπτικός ΙΙ ΒΕΠΕΣ 7, 74).

Γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής: «Ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς εἶναι νά μήν ἐνεργεῖ κατά φύσιν. Διότι ἀπό αὐτό γεννιοῦνται στόν νοῦ οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί. Τότε πράγματι ἡ ψυχή ἐνεργεῖ κατά φύσιν, ὅταν οἱ παθητικές δυνάμεις - ἐννοῶ τό θυμικό καί ἡ ἐπιθυμία - στήν προσβολή πού δέχονται ἀπό τά πράγματα καί ἀπό τούς λογισμούς πού σχετίζονται μέ αὐτά, παραμένουν ἀπαθεῖς» (Κεφάλαια περί ἀγάπης Γ΄ ἑκατοντάδα, 35, Φιλοκαλία τ. Β΄ σελ. 81).

 Πῶς λοιπόν μποροῦμε νά ἁγνίσουμε τήν ψυχή μας; Νά τήν ἐλευθερώσουμε ἀπό τήν δυναστεία τῶν παθῶν; Νά τήν κρατήσουμε ἔτσι, ὥστε νά ἐνεργεῖ πάντοτε κατά φύσιν;

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ἀπαντᾶ: Μέ τίς ἀρετές σωματικές καί ψυχικές.

Μέ ποιές ἀρετές θά ἐξαγνίσουμε τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς; Τό λογιστικό μέ τήν ἀνάγνωση, τήν πνευματική θεωρία καί τήν προσευχή. Τό θυμικό μέ τήν ἀγάπη πού ἀντίκειται στό μῖσος καί τό ἐπιθυμητικό μέ τήν σωφροσύνη καί τήν ἐγκράτεια.

 

ε΄. Νά νεκρώσουμε τά πάθη τῆς ἁμαρτίας.

Στήν νέκρωση τῶν παθῶν πού πληγώνουν τήν ψυχή καί ἀκυρώνουν τήν σωτηρία στοχεύει ἤ πνευματική πάλη κατά τό ἀποστολικό:

«Οἱ τοῦ Χριστοῦ τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς πάθεσι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Πρός Γαλάτας ε΄,  24).

 

Στήν νέκρωση αὐτή ἀναφέρεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος: (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄  5-17).

 

στ΄. Νά ζήσουμε μέ ἐλπίδα ἀναστάσεως καί ζωῆς αἰωνίου. Ὅλα τά πνευματικά παλαίσματα στηρίζουν τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως πού ἀποτελεῖ νίκη κατά τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας, κατά τό ἀποστολικό «τά γάρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τό δέ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωή αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Πρός Ρωμαίους στ΄ 23).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ ὅτι ἡ ἐλπίδα της αἰώνιου ζωῆς στηρίζεται στήν ἀγάπη καί στήν εὐσπλαγχία τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἔσωσε μέ τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Πρός Τίτον α΄ 1-2 καί Πρός Τίτον γ΄ 5-7).

ζ΄. Νά προσκυνήσουμε ἀκατακρίτως τήν ἁγία Ἀνάσταση.

Ὁ πιστός ἑορτάζοντας τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἑορτάζει καί τήν δική του ἀνάσταση, τήν δική του νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν.

10 Φεβρουαρίου 2021

῾Ο ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ ἀσθένεια «Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσαΐου νγ΄, 5) Μέρος Β΄

῾Ο ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ ἀσθένεια

«Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσαΐου νγ΄, 5)

Μέρος Β΄

῾Ο προφητικὸς λόγος (Ἠσαΐου νγ΄, 5) δὲν διδάσκει μόνο ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, ἀλλὰ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ θεάνθρωπος Κύριός μας «᾿Ετραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν» (Ἠσαΐου νγ΄, 5). Σ᾿ αὐτὸ τὸν λόγο ἐπισφραγίζονται τρεῖς ἀλήθειες ποὺ διατρέχουν σὲ ὁλόκληρη τὴν ῾Αγία Γραφή. ῾Η πρώτη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπάρχει σχέσις καὶ σύνδεσμος ἀσθένειας καὶ ἁμαρτίας. ῾Η δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὶς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν μας, ποὺ εἶναι ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ θάνατος. Καὶ ἡ τρίτη ὅτι ὁ Κύριος ὁ ἴδιος ὑπέστη, χωρὶς νὰ εὐθύνεται Αὐτός, τὶς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύσει.

Τά «σημεῖα» τῆς θείας ἐξουσίας

καί ἡ σχέση τους μέ τίς θεραπεῖες τῶν ἀνθρώπων

῾Ως σημάδια τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσσία ἀναφέρονται καὶ οἱ θεραπεῖες τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ἀναπηρίες καὶ ἀσθένειες. ῾Ο Κύριος ἔδωσε ὡς σημάδια τῆς παρουσίας Του στὸν κόσμο τὰ ἑξῆς· Ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπε πρός τούς μαθητές τοῦ Προδρόμου «πηγαίνετε νὰ πεῖτε στὸν ᾿Ιωάννη αὐτὰ ποὺ ἀκοῦτε καὶ βλέπετε. ῞Οτι τυφλοὶ ἀποκτοῦν τὸ φῶς τους, χωλοὶ θεραπεύονται καὶ περπατοῦν, λεπροὶ καθαρίζονται ἀπὸ τὴν λέπρα καὶ κουφοὶ ἀποκτοῦν τὴν ἀκοή τους, νεκροὶ ἀνασταίνονται, πτωχοὶ δέ, δέχονται τὴν χαρούμενη ἀγγελία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν (Ματθαίου ις΄, 4-5) 

῾Ο Κύριος ἐπαλήθευσε στὸν ἑαυτὸ Του τὴν προφητεία τοῦ ῾Ησαΐου περὶ Μεσσίου  : Πνεῦμα Κυρίου μένει σὲ μένα, διότι μὲ αὐτὸ μὲ ἔχρισε ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπο καὶ μὲ ἔστειλε νὰ κηρύξω στοὺς πτωχοὺς καὶ γυμνοὺς ἀπὸ πίστι ἀνθρώπους τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς λυτρώσεως, νὰ θεραπεύσω αὐτοὺς τῶν ὁποίων ἡ καρδιὰ ἔχει συντριβεῖ ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Νὰ κηρύξω στοὺς δούλους τῆς ἁμαρτίας τὴν ἄφεσι καὶ τὴν ἀπελευθέρωσι, νὰ χαρίσω ἀνάβλεψι σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔχουν σκοτισμένο καὶ τυφλωμένο τὸν νοῦ ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας, νὰ στείλω ὑγιεῖς καὶ ἐλεύθερους ἀπὸ κάθε ἐνοχή ἐκείνους, ποὺ ἔχουν καταπληγωθεῖ καὶ συντριβεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία» (Λουκᾶ δ΄, 18-19)

῾Ο Κύριος ἔδωσε ἐξουσία στοὺς μαθητές Του νὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένεια (Ματθαίου ι΄, 1). ῾Υπόσχεται ὅτι τὸ κήρυγμα τῶν ᾿Αποστόλων θὰ τὸ συνοδεύουν θεραπεῖες ἀσθενειῶν καὶ ἀποκαταστάσεις ἀναπήρων (Μάρκου ιστ΄, 17-18). Γι᾿ αὐτὸ οἱ Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων ὑπογραμμίζουν πολλὲς φορὲς τὶς θαυματουργικὲς θεραπεῖες ποὺ δείχνουν τὴν δύναμι τοῦ ᾿Ονόματος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς Του. ῾Ο ἀπόστολος Πέτρος θεραπεύει τὸν χωλό· (Πράξεων γ΄, 1-10). ῾Ο διάκονος Φίλιππος ἐνήργησε θεραπεῖες στὴν Σαμάρεια (Πράξεων η΄, 5-8). ῾Ο ἀπόστολος Πέτρος θεραπεύει τὸν Αἰνέα· (Πράξεων θ΄, 34-35). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος θεραπεύει τὸν χωλὸ τῶν Λύστρων· (Πράξεων ιδ΄, 8-10). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος θεράπευσε, ὅταν ναυάγησε καὶ βγῆκε στὴν νῆσο Μελίτη, τὸν πατέρα τοῦ Ποπλίου ἀπὸ τὸν πυρετὸ καὶ τὴν δυσεντερία· (Πράξεων κη΄, 7-10). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀνάμεσα στὰ χαρίσματα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μνημονεύει καὶ τὸ χάρισμα τῆς θεραπείας· (Πρός Κορινθίους ιβ΄, 9, 28, 30).

«῾Η εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα»

῾Η θεραπεία ἀπὸ τὶς ἀσθένειες ἀποτελεῖ ἐγγύησι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος στὴν ᾿Εκκλησία καὶ δείχνει ὅτι τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ μεταξὺ τῶν πιστῶν. Αὐτὰ ἐπισφραγίζονται στὴν περικοπὴ τοῦ ἀδελφοθέου  (Ἰακώβου ε΄, 13-15). 

῞Οσο διαρκεῖ ὁ κόσμος, ἡ ἀνθρωπότητα συνεχίζει νὰ ὑφίσταται τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. ῾Ο Κύριος μᾶς δίδαξε ὅτι οἱ ἀσθένειες ἔχουν λυτρωτικὴ ἀξία.  ᾿Ακόμη καὶ ὅταν ὁ Κύριος δὲν σηκώνει τὴν ἀσθένεια ἀπὸ ἐπάνω μας, μᾶς δίδει τὴν δύναμι νὰ τὴν ἀντέξουμε. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὁ ὁποῖος ἐξομολογεῖται  «῞Ενεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀποκαλύψεων ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ μοῦ δοθεῖ ξύλο ἀκανθωτὸ στὸ σῶμα, ἀρρώστια ἀθεράπευτος, ἄγγελος τοῦ σατανᾶ γιὰ νὰ μὲ κτυπᾶ κατὰ πρόσωπο καὶ νὰ μὲ ταλαιπωρεῖ, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι. Γιὰ τὸν πειρασμὸ αὐτὸ τρεῖς φορὲς παρακάλεσα τὸν Κύριο νὰ μοῦ τὸν ἀπομακρύνει. Καὶ μοῦ ἔχει πεῖ ὁ Κύριος· Σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρις ποὺ σοῦ δίδω. Διότι ἡ δύναμίς μου ἀναδεικνύεται τελεία,  ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενὴς καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσί μου κατορθώνει μεγάλα καὶ θαυμαστά. Μὲ μεγάλη εὐχαρίστησι θὰ καυχῶμαι περισσότερο γιὰ τὶς ἀσθένειές μου, ὥστε νὰ μένω στὴν ταπεινοφροσύνη καὶ γιὰ νὰ κατοικεῖ  ἔτσι ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ δοκιμάζω ἐσωτερικὴ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη στὶς ἀσθένειες, στὶς ὕβρεις, στὶς ἀνάγκες, στοὺς διωγμούς, στὶς στενοχώριες, τὶς ὁποῖες ὑφίσταμαι γιὰ τὸν Χριστό. Διότι τότε, μὲ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ γίνομαι καὶ εἶμαι δυνατός»  (Πρός Κορινθίους Β΄, ιβ΄, 7-10) 77. Γιὰ τοὺς κάμνοντας, προσευχόμαστε συνεχῶς στὴν προσευχή μας ἐκφράζοντες μία ἄλλη προοπτικὴ γιὰ τὸν ἀσθενῆ.  ῾Ο ἀσθενὴς δὲν εἶναι ἕνας καταραμένος ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποστρέφει κανεὶς τὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ εἰκόνα καὶ σημεῖο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

῎Οχι βέβαια ὅτι εἶναι εὔκολο νὰ ὑπομένει κάποιος τὸν πόνο, τὴν ἀσθένεια, τὴν ἀναπηρία. Παραμένει πάντοτε δοκιμασία ὀδύνης καὶ ἀποτελεῖ ἔνδειξι ἀγάπης νὰ βοηθεῖ κάποιος τὸν πάσχοντα, ὥστε νὰ τὴν ὑπομένει ἐπισκεπτόμενός τον καὶ παρηγορώντας τον. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει Ὅσοι ἔχουμε δυνατὴ πίστι ὀφείλουμε νὰ ἀνεχόμαστε τὶς ἀδυναμίες ὅσων ἔχουν ἀδύναμη πίστι καὶ νὰ μὴν κάνουμε ὅ,τι ἀρέσει σ᾿ ἐμᾶς(Πρός Ρωμαίους ιε΄, 1) καί νὰ δέχεσθε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὅπως δέχτηκε καὶ σᾶς ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δοξάζεται ὁ Θεός (Πρός Ρωμαίους ιε΄, 7)

 

5 Φεβρουαρίου 2021

῾Ο ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ ἀσθένεια «Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσαΐου νγ΄, 5)

῾Ο ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ ἀσθένεια

«Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσαΐου νγ΄, 5)

Μέρος Α΄

Ἡ ἀσθένεια μὲ τοὺς πόνους ποὺ τὴν συνοδεύουν θέτει ἕνα πρόβλημα στοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν. ῾Η ῾Αγία Γραφή στρέφει τὴν προσοχή της στὴν σημασία τῆς ἀρρώστιας καὶ τῆς θεραπείας στὰ πλαίσια τοῦ σχεδίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ μὲ τὴν ἀσθένεια ἐκδηλώνεται ἡ τυραννικὴ ἐξουσία τοῦ θανάτου ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ φωτίζει ἀρκετὰ τὸ θέμα καί συμβουλεύει καὶ ὑποδεικνύει στὸν πιστὸ νὰ συμπαρίσταται στὸν ἀσθενῆ καὶ νὰ ὑπομένει μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ τὴν δοκιμασία τῆς ἀσθένειάς του.

 ῾Η ἐξάλειψις τῆς ἀσθένειας

῾Η ἐξάλειψις τῆς ἀσθένειας εἶναι ἐσχατολογικὴ ὑπόσχεσις καὶ θὰ πραγματοποιηθεῖ στὸν νέο κόσμο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ᾿Εκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχουν ἀνάπηροι διότι θά ἔχει φύγει γρήγορα καί μακριά κάθε πόνος, λύπη καί στεναγμός (Ἠσαΐου λε΄, 5-10). ᾿Εκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχει πόνος οὔτε δάκρυα (Ἠσαΐου κε΄, 8-12 βλ. καί Ἠσαΐου ξε΄, 19-25)

῾Ο ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ ἀσθένεια

῾Ο Κύριος «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου» (Πράξεων ι΄, 38), δηλαδή· Διῆλθε εὐεργετώντας καὶ θεραπεύοντας, ὅλους ὅσους βασανίζονταν ἀπὸ τὸν διάβολο. Εἶναι ἄξιο καὶ χρήσιμο νὰ ἀναφερθοῦν οἱ παρατηρήσεις τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ γιὰ τὸν Κύριό μας, ὅτι ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶχε τὴν δύναμι νὰ θεραπεύει (Λουκᾶ ε΄, 17) καὶ ὅτι «῞Ολος ὁ λαὸς ζητοῦσε νὰ τὸν ἐγγίσει, διότι θεία δύναμις ἔβγαινε ἀπὸ αὐτὸν καὶ θεράπευε ὅλους, ὅσοι εἶχαν πίστι σ᾿ αὐτόν» (Λουκᾶ στ΄, 19).

Στὰ θαύματα θεραπείας ἀνθρώπων μὲ δυσίατες ἀσθένειες, ὁ Κύριος, μᾶς φωτίζει ἐν μέρει, πλὴν ἐπαρκῶς, γιὰ νὰ ἐξηγήσουμε τὸ πρόβλημα τῆς αἰτίας τῆς ἀσθένειας, διανοίγοντας λυτρωτικὰ τοὺς ὁρίζοντες τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως. ῾Ο Κύριος σὲ τρεῖς περιπτώσεις θεραπείας ἀσθενῶν ἑρμηνεύει μὲ διαφορετικὸ τρόπο τὸ πρόβλημα τῆς ἀσθένειας καὶ τοῦ πόνου ἑνὸς ἑκάστου.

α´. ῾Ο Εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης στὸ ε´ κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του στοὺς στίχους 2-15 ἀναφέρει τὴν θεραπεία τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδὰ ἀπὸ τὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο θεραπευμένος μετὰ τὴν ἴασί του συνάντησε τὸν Κύριο στὸν Ναό. ῾Ο δὲ Κύριος τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχὴ λέγοντάς του τὰ ἑξῆς ἀποκαλυπτικά· «῎Ιδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται». Τοῦ εἶπε· Πρόσεξε, λοιπὸν νὰ μὴν ἁμαρτάνεις πλέον, γιὰ νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ τίποτε χειρότερο ἀπὸ τὴν ἀσθένεια ποὺ εἶχες. ῾Ο Κύριος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ φανέρωσε στὸν παράλυτο τὴν αἰτία τῆς παραλύσεώς του, ἡ ὁποία τὸν εἶχε κυριεύσει ἐπὶ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη. Συνέδεσε τὴν παράλυσί του μὲ τὶς ἁμαρτίες του ἢ γενικὰ μὲ τὴν ἁμαρτία. ῎Ετσι μᾶς δίδαξε, ὅτι μία αἰτία τῆς ἀσθένειας καὶ τοῦ πόνου εἶναι ἡ ἁμαρτία.

᾿Εξ ἄλλου δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας τὸ γεγονός, ὅτι ὁσάκις ὁ Κύριος θεράπευε ἀσθενεῖς, προηγουμένως συγχωροῦσε τὶς ἁμαρτίες τους. Αὐτὸ ἔπραξε καὶ στὴν περίπτωσι ποὺ ἀναφέραμε.

β´. Στὴν περίπτωσι τῆς θεραπείας τῆς συγκύπτουσας γυναίκας,  ὁ Κύριος ἀπευθυνόμενος στὸν διαμαρτυρόμενο ἀρχισυνάγωγο, ἐπειδὴ θεράπευσε τὴν γυναίκα ἡμέρα Σάββατο καὶ ἐντὸς τῆς Συναγωγῆς, τοῦ εἶπε ἐπιτιμητικὰ καὶ ἐλεγκτικά· «ὑποκριτά, ὁ καθένας σας κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου δὲν λύνει τὸ βόδι του  ἢ τὸν ὄνο του ἀπὸ τὴν φάτνη καὶ δὲν τὸ πηγαίνει νὰ τὸ ποτίσει; Αὐτὴ δὲ ποὺ εἶναι κόρη καὶ ἀπόγονος τοῦ ᾿Αβραάμ, δηλαδὴ ἄνθρωπος καὶ ὁμόφυλος, τὴν ὁποία ἔδεσε ὁ σατανᾶς μὲ τὴν ἀσθένεια, ὥστε ἐπὶ δέκα καὶ ὀκτὼ χρόνια νὰ μὴ μπορεῖ νὰ σηκωθεῖ ὄρθια, δὲν ἦταν πρέπον καὶ ἐπιβεβλημένο νὰ λυθεῖ ἀπὸ τὸ μακροχρόνιο αὐτὸ καὶ ὀδυνηρὸ δέσιμο κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;»(Λουκᾶ ιγ΄, 10-17). ᾿Εδῶ ὁ Κύριος ἀποδίδει τὴν ἀναπηρία καὶ τὴν ταλαιπωρία τῆς γυναικὸς στὸν διάβολο.

῞Οπως ὁ Κύριος στὴν προηγούμενη περίπτωσι συνέδεσε τὴν ἀσθένεια μὲ τὴν ἁμαρτία, ἔτσι καὶ σ᾿ αὐτὴ συνδέει τὴν ἀσθένεια μὲ τὸν διάβολο. Καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ μὴν αἰτιώμεθα, νὰ μὴν κατηγοροῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἀρρώστιες μας, τὸν πόνο καὶ τὰ βάσανά μας. ῾Η ἀσθένεια, ἡ φθορὰ καὶ τελικὰ ὁ θάνατος δὲν δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό. Εἰσῆλθαν στὴν ζωή μας ὑπαιτιότητί μας καὶ «φθόνῳ διαβόλου» κατὰ τὴν Γραφή. ῾Ο Κύριος ἦλθε γιὰ νὰ λύσει τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου καὶ νὰ ἀποδείξει ὅτι εἶναι ἰσχυρότερος τοῦ διαβόλου. Τοὺς δὲ ἀσθενεῖς, τοὺς ἔβλεπε μὲ συμπόνοια καὶ εὐσπλαγχνία. (Ματθαίου κ΄, 34). ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς τοὺς σπλαγχνίσθηκε, ἄγγισε τὰ μάτια τους, καὶ ἀμέσως αὐτοὶ ἀπέκτησαν τὸ φῶς τους καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη πολλὴ τὸν ἀκολούθησαν.

γ. ῾Υπάρχει καὶ μία τρίτη περίπτωσις, αὐτὴ τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, τὴν ὁποία μᾶς διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔνατο κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του. ῞Οταν οἱ Μαθητὲς ρώτησαν τὸν Κύριο γιὰ ποιὸ λόγο ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς γεννήθηκε τυφλὸς καὶ μάλιστα ἀόμματος, χωρὶς μάτια, ὁ Κύριος ἀπάντησε, ὅτι γεννήθηκε τυφλός «ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάννου θ΄, 3). ῾Επομένως ἡ τύφλωσίς του ἔγινε, ὥστε ἡ θεραπεία του νὰ ἀποτελέσει σημεῖο ἀποδείξεως τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Τοιουτοτρόπως ὁ Κύριος συνέδεσε τὴν ἀσθένεια καὶ κάθε ταλαιπωρία σωματικὴ μὲ τὴν φανέρωσι τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Στὴν προκειμένη περίπτωσι, φανέρωσις τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ἡ ἀποκάλυψις στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἀλήθειας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς Θεὸς καὶ ἡ ἐπιβεβαίωσις τοῦ τρόπου δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου.

Πολλὲς φορὲς στὴν ζωή μας καλούμεθα νὰ γίνουμε ὄργανα φανερώσεως καὶ ἀποδείξεως τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἄλλων θείων ἰδιωμάτων. Μία τέτοια περίπτωσις ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. ῾Ο ἴδιος ὁ ᾿Απόστολος ἐξομολογεῖται ὅτι· «῞Ενεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀποκαλύψεων ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ μοῦ δοθεῖ ξύλο ἀκανθωτὸ στὸ σῶμα, ἀρρώστια ἀθεράπευτος, ἄγγελος τοῦ σατανᾶ γιὰ νὰ μὲ κτυπᾶ κατὰ πρόσωπο καὶ νὰ μὲ ταλαιπωρεῖ, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι. Γιὰ τὸν πειρασμὸ αὐτὸ τρεῖς φορὲς παρακάλεσα τὸν Κύριο νὰ μοῦ τὸν ἀπομακρύνει. Καὶ μοῦ ἔχει πεῖ ὁ Κύριος· σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρις ποὺ σοῦ δίδω. Διότι ἡ δύναμίς μου ἀναδεικνύεται τέλεια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενὴς καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσί μου κατορθώνει μεγάλα καὶ θαυμαστά» (Πρός Κορινθίους Β΄, ιβ΄, 7-8). ῾Επομένως στὶς ἀσθένειές μας πρωτίστως θὰ πρέπει νὰ διερωτώμεθα· τί ὁ Θεὸς θέλει νὰ φανερώσει μέσῳ τῆς δικῆς μας ταλαιπωρίας καὶ τοῦ πόνου μας; Νὰ εἴμαστε σίγουροι, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς τὸ φανερώσει. Πάντως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ διαλάθει τῆς προσοχῆς μας εἶναι τοῦτο· ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει μόνους στὴν ταλαιπωρία μας. ᾿Αντίθετα μᾶς ἐνισχύει μὲ τὴν χάρι Του, ὥστε νὰ ἀνταποκριθοῦμε ἐπιτυγχάνοντας τὸν βελτίονα σκοπὸ τῆς ἀρρώστιας μας.

Μὲ τὴν ἀνάστασί Του ὁ Κύριος ἐλευθέρωσε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς πτώσεώς του καὶ τόν «διεβίβασε» ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν ζωή, ἀπὸ τὴν φθορὰ στὴν ἀφθαρσία.

῾Ο ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ ἀσθένεια

«Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσαΐου νγ΄, 5)

Μέρος Β΄

῾Ο προφητικὸς λόγος (Ἠσαΐου νγ΄, 5) δὲν διδάσκει μόνο ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, ἀλλὰ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ θεάνθρωπος Κύριός μας «᾿Ετραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν» (Ἠσαΐου νγ΄, 5). Σ᾿ αὐτὸ τὸν λόγο ἐπισφραγίζονται τρεῖς ἀλήθειες ποὺ διατρέχουν σὲ ὁλόκληρη τὴν ῾Αγία Γραφή. ῾Η πρώτη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπάρχει σχέσις καὶ σύνδεσμος ἀσθένειας καὶ ἁμαρτίας. ῾Η δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὶς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν μας, ποὺ εἶναι ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ θάνατος. Καὶ ἡ τρίτη ὅτι ὁ Κύριος ὁ ἴδιος ὑπέστη, χωρὶς νὰ εὐθύνεται Αὐτός, τὶς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύσει.

Τά «σημεῖα» τῆς θείας ἐξουσίας

καί ἡ σχέση τους μέ τίς θεραπεῖες τῶν ἀνθρώπων

῾Ως σημάδια τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσσία ἀναφέρονται καὶ οἱ θεραπεῖες τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ἀναπηρίες καὶ ἀσθένειες. ῾Ο Κύριος ἔδωσε ὡς σημάδια τῆς παρουσίας Του στὸν κόσμο τὰ ἑξῆς· Ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπε πρός τούς μαθητές τοῦ Προδρόμου «πηγαίνετε νὰ πεῖτε στὸν ᾿Ιωάννη αὐτὰ ποὺ ἀκοῦτε καὶ βλέπετε. ῞Οτι τυφλοὶ ἀποκτοῦν τὸ φῶς τους, χωλοὶ θεραπεύονται καὶ περπατοῦν, λεπροὶ καθαρίζονται ἀπὸ τὴν λέπρα καὶ κουφοὶ ἀποκτοῦν τὴν ἀκοή τους, νεκροὶ ἀνασταίνονται, πτωχοὶ δέ, δέχονται τὴν χαρούμενη ἀγγελία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν (Ματθαίου ις΄, 4-5) 

῾Ο Κύριος ἐπαλήθευσε στὸν ἑαυτὸ Του τὴν προφητεία τοῦ ῾Ησαΐου περὶ Μεσσίου  : Πνεῦμα Κυρίου μένει σὲ μένα, διότι μὲ αὐτὸ μὲ ἔχρισε ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπο καὶ μὲ ἔστειλε νὰ κηρύξω στοὺς πτωχοὺς καὶ γυμνοὺς ἀπὸ πίστι ἀνθρώπους τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς λυτρώσεως, νὰ θεραπεύσω αὐτοὺς τῶν ὁποίων ἡ καρδιὰ ἔχει συντριβεῖ ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Νὰ κηρύξω στοὺς δούλους τῆς ἁμαρτίας τὴν ἄφεσι καὶ τὴν ἀπελευθέρωσι, νὰ χαρίσω ἀνάβλεψι σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔχουν σκοτισμένο καὶ τυφλωμένο τὸν νοῦ ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας, νὰ στείλω ὑγιεῖς καὶ ἐλεύθερους ἀπὸ κάθε ἐνοχή ἐκείνους, ποὺ ἔχουν καταπληγωθεῖ καὶ συντριβεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία» (Λουκᾶ δ΄, 18-19)

῾Ο Κύριος ἔδωσε ἐξουσία στοὺς μαθητές Του νὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένεια (Ματθαίου ι΄, 1). ῾Υπόσχεται ὅτι τὸ κήρυγμα τῶν ᾿Αποστόλων θὰ τὸ συνοδεύουν θεραπεῖες ἀσθενειῶν καὶ ἀποκαταστάσεις ἀναπήρων (Μάρκου ιστ΄, 17-18). Γι᾿ αὐτὸ οἱ Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων ὑπογραμμίζουν πολλὲς φορὲς τὶς θαυματουργικὲς θεραπεῖες ποὺ δείχνουν τὴν δύναμι τοῦ ᾿Ονόματος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς Του. ῾Ο ἀπόστολος Πέτρος θεραπεύει τὸν χωλό· (Πράξεων γ΄, 1-10). ῾Ο διάκονος Φίλιππος ἐνήργησε θεραπεῖες στὴν Σαμάρεια (Πράξεων η΄, 5-8). ῾Ο ἀπόστολος Πέτρος θεραπεύει τὸν Αἰνέα· (Πράξεων θ΄, 34-35). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος θεραπεύει τὸν χωλὸ τῶν Λύστρων· (Πράξεων ιδ΄, 8-10). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος θεράπευσε, ὅταν ναυάγησε καὶ βγῆκε στὴν νῆσο Μελίτη, τὸν πατέρα τοῦ Ποπλίου ἀπὸ τὸν πυρετὸ καὶ τὴν δυσεντερία· (Πράξεων κη΄, 7-10). ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀνάμεσα στὰ χαρίσματα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μνημονεύει καὶ τὸ χάρισμα τῆς θεραπείας· (Πρός Κορινθίους ιβ΄, 9, 28, 30).

«῾Η εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα»

῾Η θεραπεία ἀπὸ τὶς ἀσθένειες ἀποτελεῖ ἐγγύησι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος στὴν ᾿Εκκλησία καὶ δείχνει ὅτι τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ μεταξὺ τῶν πιστῶν. Αὐτὰ ἐπισφραγίζονται στὴν περικοπὴ τοῦ ἀδελφοθέου  (Ἰακώβου ε΄, 13-15). 

῞Οσο διαρκεῖ ὁ κόσμος, ἡ ἀνθρωπότητα συνεχίζει νὰ ὑφίσταται τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. ῾Ο Κύριος μᾶς δίδαξε ὅτι οἱ ἀσθένειες ἔχουν λυτρωτικὴ ἀξία.  ᾿Ακόμη καὶ ὅταν ὁ Κύριος δὲν σηκώνει τὴν ἀσθένεια ἀπὸ ἐπάνω μας, μᾶς δίδει τὴν δύναμι νὰ τὴν ἀντέξουμε. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὁ ὁποῖος ἐξομολογεῖται  «῞Ενεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀποκαλύψεων ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ μοῦ δοθεῖ ξύλο ἀκανθωτὸ στὸ σῶμα, ἀρρώστια ἀθεράπευτος, ἄγγελος τοῦ σατανᾶ γιὰ νὰ μὲ κτυπᾶ κατὰ πρόσωπο καὶ νὰ μὲ ταλαιπωρεῖ, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι. Γιὰ τὸν πειρασμὸ αὐτὸ τρεῖς φορὲς παρακάλεσα τὸν Κύριο νὰ μοῦ τὸν ἀπομακρύνει. Καὶ μοῦ ἔχει πεῖ ὁ Κύριος· Σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρις ποὺ σοῦ δίδω. Διότι ἡ δύναμίς μου ἀναδεικνύεται τελεία,  ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενὴς καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσί μου κατορθώνει μεγάλα καὶ θαυμαστά. Μὲ μεγάλη εὐχαρίστησι θὰ καυχῶμαι περισσότερο γιὰ τὶς ἀσθένειές μου, ὥστε νὰ μένω στὴν ταπεινοφροσύνη καὶ γιὰ νὰ κατοικεῖ  ἔτσι ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ δοκιμάζω ἐσωτερικὴ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη στὶς ἀσθένειες, στὶς ὕβρεις, στὶς ἀνάγκες, στοὺς διωγμούς, στὶς στενοχώριες, τὶς ὁποῖες ὑφίσταμαι γιὰ τὸν Χριστό. Διότι τότε, μὲ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ γίνομαι καὶ εἶμαι δυνατός»  (Πρός Κορινθίους Β΄, ιβ΄, 7-10) 77. Γιὰ τοὺς κάμνοντας, προσευχόμαστε συνεχῶς στὴν προσευχή μας ἐκφράζοντες μία ἄλλη προοπτικὴ γιὰ τὸν ἀσθενῆ.  ῾Ο ἀσθενὴς δὲν εἶναι ἕνας καταραμένος ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποστρέφει κανεὶς τὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ εἰκόνα καὶ σημεῖο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

῎Οχι βέβαια ὅτι εἶναι εὔκολο νὰ ὑπομένει κάποιος τὸν πόνο, τὴν ἀσθένεια, τὴν ἀναπηρία. Παραμένει πάντοτε δοκιμασία ὀδύνης καὶ ἀποτελεῖ ἔνδειξι ἀγάπης νὰ βοηθεῖ κάποιος τὸν πάσχοντα, ὥστε νὰ τὴν ὑπομένει ἐπισκεπτόμενός τον καὶ παρηγορώντας τον. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει Ὅσοι ἔχουμε δυνατὴ πίστι ὀφείλουμε νὰ ἀνεχόμαστε τὶς ἀδυναμίες ὅσων ἔχουν ἀδύναμη πίστι καὶ νὰ μὴν κάνουμε ὅ,τι ἀρέσει σ᾿ ἐμᾶς(Πρός Ρωμαίους ιε΄, 1) καί νὰ δέχεσθε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὅπως δέχτηκε καὶ σᾶς ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δοξάζεται ὁ Θεός (Πρός Ρωμαίους ιε΄, 7)

 

18 Ἰανουαρίου 2021

Ἡ φύση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν

Ἡ φύση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν

                                                                   Δημοσιεύθηκε 14.1.2021

῾Ο Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δημοσίας δράσεώς του ποτὲ δὲν ὑπέκυψε στὸν μεσσιανικὸ ἐνθουσιασμὸ τοῦ ἰουδαϊκοῦ ὄχλου, ὁ ὁποῖος (ἐνθουσιασμός) ἦταν ἀνάμεικτος μὲ πολλὰ ἀνθρώπινα στοιχεῖα καὶ ἐγκόσμιες ἐλπίδες.

Συγκεκριμένα ὑπάρχουν τὰ ἑξῆς περιστατικά·

  1. Μετὰ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων ὁ συγκεντρωμένος ὄχλος θέλησε νὰ Τὸν ἀνακηρύξει Βασιλέα του καὶ ὁ Κύριος, τὸ ἀπέφυγε καί «ἔφυγε πάλι καὶ πῆγε στὸ βουνὸ ὁλομόναχος» (Ἰωάννου στ΄, 15).
  2. ᾿Ανακρινόμενος ρωτήθηκε ἀπό τὸν Πιλάτο «ἐσὺ εἶσαι ὁ βασιλέας τῶν ᾿Ιουδαίων;» (Ἰωάννου ιη΄, 33) καὶ ὁ Κύριος διαβεβαίωσε τὸν Ρωμαῖο ῾Ηγεμόνα δύο φορὲς ὅτι· «ἡ βασιλεία μου δὲν προέρχεται ἀπὸ αὐτὸ τὸν κόσμο» (Ἰωάννου ιη΄, 36).
  3. ῎Οχι μόνον ἀρνήθηκε νὰ δεχθεῖ, ὅτι εἶναι ἕνας ἐγκόσμιος βασιλέας, ἀλλὰ καὶ κάποτε, ποὺ τοῦ ζητήθηκε νὰ λύσει μία διαφωνία δύο ἀδελφῶν γιὰ τὴν πατρικὴ κληρονομία τους, δέν δέχθηκε τὸν ρόλο ποὺ τοῦ ἀνέθεσαν καὶ ἐπικαλούμενος ἀναρμοδιότητα εἶπε· «ἄνθρωπέ μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι δικαστὴς γιὰ νὰ χωρίζω περιουσίες» (Λουκᾶ ιβ΄, 14).
  4. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἐνώπιον τῶν Φαρισαίων ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ στὸν Ναό εἶπε· «᾿Εσεῖς κρίνετε μὲ ἀνθρώπινα κριτήρια, ἐνῶ ἐγὼ δὲν κρίνω κανέναν» (Ἰωάννου η΄, 15).
  5. Δὲν ἐπεδίωξε τὸ μεγαλύτερο ἀλλὰ ἀπέρριψε καὶ τὸ μικρότερο.

α´. ῞Οταν οἱ υἱοὶ Ζεβεδαίου ζήτησαν ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ ἐγκόσμια δόξα, τοὺς ἀποκρίθηκε· «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε» (Ματθαίου κ΄, 22).

β´.  Προειδοποίησε τοὺς μαθητές Του, ὅτι ὁ κόσμος θὰ τοὺς καταδιώκει, θὰ τοὺς μισεῖ, ἀλλ᾿ ἐκεῖνοι πρέπει νὰ ἔχουν θάρρος, ὑπομονὴ καὶ ἐμπιστοσύνη σ᾿ Αὐτόν (Ἰωάννου ιε΄, 18).

γ´.  Στὴν κλῆσι τοῦ ἀποστόλου Ναθαναὴλ ὁ ἀγαθὸς ᾿Ισραηλίτης ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «βασιλέας τοῦ ᾿Ισραήλ» (Ἰωάννου α΄, 50). ῾Ο Κύριος ὅμως τὸν προσανατολίζει πρὸς τὴν παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου λέγοντας· «Σύντομα θὰ δεῖτε νὰ ἔχει ἀνοίξει ὁ οὐρανός, καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν γιὰ χάρη τοῦ Υἱοῦ τοῦ ᾿Ανθρώπου» (Ἰωάννου α΄, 52).

δ´. Τέλος ὁ Κύριος δὲν ἀντετάχθηκε στὴν ἐξουσία τοῦ τετράρχου ῾Ηρώδου, ὁ ὁποῖος παρ᾿ ὅλα αὐτὰ τὸν θεωροῦσε ἐχθρό του καὶ ἀντίπαλό του (Λουκᾶ ιγ´ 31). Γι᾿ αὐτὸ κι ἔφυγε ἀπὸ τὴν περιοχή του. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο δὲν ἦρθε σὲ ἀντίθεση καὶ μὲ τὸν Ρωμαῖο αὐτοκράτορα, ἀφοῦ συμφώνησε, ὅτι πρέπει νὰ δίνεται ὁ φόρος σ᾿ αὐτόν (Μάρκου ιβ´ 13-17).

Τὰ χωρία αὐτὰ ἔδειξαν ὅτι «ἡ δική μας πατρίδα καὶ πολιτεία εἶναι στοὺς οὐρανούς» (Πρός Φιλιππησίους γ΄, 20).

Στὸν οὐρανὸ ὑπάρχει μία πόλη, μία κοινότητα, ἡ ὁποία δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα γιὰ μᾶς, μιὰ νέα ῾Ιερουσαλήμ. Εἶναι ἤδη ἀπὸ τώρα ἡ πόλη μας, σ᾿ αὐτὴ οἰκοδομεῖται ἡ αἰώνια διαμονὴ ποὺ ποθοῦμε. ῾Οδεύουμε πρὸς αὐτή. Αὐτὴ ἡ αἰώνια διαμονὴ εἶναι ἕνας καινούργιος κόσμος, ἕνα νέο σύμπαν (᾿Αποκαλύψεως κα´ 5), τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπό «νέους οὐρανοὺς καὶ νέα γῆ» (Πέτρου Β΄, γ΄, 13 καί Ἀποκαλύψεως κα΄, 1). ῾Ο κόσμος αὐτὸς θὰ εἶναι κόσμος οὐράνιας γαλήνης καὶ χαρᾶς (Ἀποκαλύψεως κα΄, 4), καθετὶ τὸ ἀκάθαρτο. ῾Ο Κύριος μᾶς ἐπιφυλάσσει μετὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ πρώτου οὐρανοῦ καὶ τῆς πρώτης γῆς (᾿Αποκαλύψεως κα´ 1) ἕνα πνευματικὸ νέο κόσμο, ὅπου ὁ ῎Ιδιος θὰ φωτίζει ὅλα τὰ δημιουργήματά Του.

Σχέση τοῦ οὐρανίου πολιτεύματος καὶ τῆς ἐδῶ βιοτῆς.

Πολλοὶ ἐκλαμβάνουν τό «ἡ δική μας πατρίδα καὶ πολιτεία εἶναι στοὺς οὐρανούς» (Πρός Φιλιππησίους γ΄, 20), ὡς ἐγκατάλειψη τοῦ παρόντος κόσμου καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐνδιαφέρονται οἱ πιστοὶ γιὰ τὴν καθημερινὴ ζωή. ᾿Αφοῦ οἱ ἐλπίδες μας μετατίθενται μετὰ θάνατο καὶ μετὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὡρισμένοι συμπεραίνουν ὅτι μποροῦν νὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὰ παρόντα.

Γιὰ τὸ σοβαρὸ αὐτὸ θέμα, ὅπως εἶναι φυσικό, πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ ἡ ἀλήθεια στοὺς λόγους τῆς Γραφῆς καὶ στὴν ἐμπειρία τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

Ι.  ῾Η ῾Αγία Γραφή

  1. ῾Ο Κύριός μας κήρυξε τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς (Ματθαίου δ΄, 17).

῾Ωστόσο ὅμως ὁ Κύριος μὲ τὶς παραβολὲς τοῦ σπορέως, τῶν ζιζανίων, τοῦ σινάπεως, τῆς ζύμης, τοῦ κρυμμένου θησαυροῦ, τοῦ καλοῦ μαργαρίτου καὶ τοῦ δικτύου (Ματθαίου ιγ´) κήρυξε καὶ τὴν αὔξηση τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἡ ὁποία θὰ φθάσει στὴν πληρότητά της κατὰ τοὺς ἔσχατους καιρούς. ῎Ετσι λοιπὸν διαπιστώνουμε, ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ διέρχεται ἀπὸ διαδοχικὲς φάσεις. 

῾Η περίοδος ποὺ διανύουμε εἶναι ἡ περίοδος, ποὺ ὁ Οὐράνιος Πατέρας συγκεντρώνει, συνάγει τὸν λαό Του ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη. Εἶναι ἡ περίοδος ποὺ πρέπει νὰ κηρυχθεῖ τὸ εὐαγγέλιο «σὲ ὅλη τὴν κτίση» (Μάρκου ιστ΄, 15) καὶ οἱ πιστοὶ νὰ δώσουν τὴν  μαρτυρία τους γιὰ τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό. 

  1. ῾Ο Κύριος διαβεβαιώνει τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του, ὅτι οἱ μαθητές Του «δὲν ἀνήκουν στὸν κόσμο» (πρβλ. Ἰωάννου ιε΄, 19), ἀλλὰ Τὸν παρακαλεῖ συγχρόνως «νὰ τοὺς προστατέψει ἀπὸ τὸν διάβολο» (πρβλ. Ἰωάννου ιζ΄, 15) γνωρίζοντας ὅτι «αὐτοὶ μένουν μέσα στὸν κόσμο» (Ἰωάννου ιζ΄, 11).

῾Η ἔννοια τῶν λόγων τοῦ Σωτήρα μας εἶναι αὐτή· Οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, γιατὶ δὲν ἀποδέχονται τὰ φρονήματα τῆς ἁμαρτίας καὶ τὰ ἔργα τῆς πονηρίας. ᾿Επειδὴ ὅμως ζοῦν «ἐν χρόνῳ καὶ τόπῳ», ἔχουν ἀνάγκη νὰ προστατευθοῦν ἀπὸ τὸν πονηρό.

῾Ο κόσμος, ἂν καί «εὑρίσκεται ὅλος κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου» (Ἰωάννου Α΄, ε΄, 19) καὶ φθείρεται ἀπὸ τὶς ἀπατηλὲς ἐπιθυμίες τῆς ἁμαρτίας, ἐν τούτοις ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ εἶναι τὸ ἁλάτι καὶ τὸ φῶς (Ματθαίου ε´ 13, 14).

Τὸ ὅτι τὸ πολίτευμα τῶν Χριστιανῶν εὑρίσκεται στοὺς οὐρανούς, σημαίνει γιὰ τὴν ἐποχή μας τὸ ἑξῆς· Οἱ Χριστιανοὶ ζοῦν σωστὰ καὶ πιὸ δημιουργικὰ μέσα στὸν κόσμο τὴν παροῦσα ζωή, γιατὶ ἐμπνέονται ἀπὸ ἀρχὲς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν οὐράνιο κόσμο, ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ.

  1. Τὸ πνεῦμα αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο, ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ ζοῦν μέσα στὸν κόσμο ἐν τούτοις ὀφείλουν νὰ μὴ ζοῦν κατὰ τρόπο κοσμικό, ἐπαναλαμβάνουν καὶ οἱ ᾿Απόστολοι, ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Πρός Ρωμαίους ιβ΄, 1-2) καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος (Πέτρου Α΄, α΄, 13-15).

γ´.  ῾Ο εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης λέει·

«Σᾶς ἔγραψα,  Μὴν ἀγαπᾶτε τὸν κόσμο, μήτε ὅσα εἶναι τοῦ κόσμου. ῍Αν κάποιος ἀγαπάει τὸν κόσμο, δὲν ἔχει μέσα του τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Πατέρα. Γιατὶ ὅλα ὅσα εἶναι τοῦ κόσμου -οἱ ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τοῦ ἐγώ, ἡ λαχτάρα ν᾿ ἀποκτήσουμε ὅ,τι βλέπουν τὰ μάτια μας, καὶ ἡ ὑπεροψία ὅτι κατέχουμε γήϊνα ἀγαθά- δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο» (Ἰωάννου Α΄, β΄, 14-16).

῾Η ἀπαίτηση γιὰ τὸν Χριστιανὸ ποὺ ζεῖ «ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ» εἶναι «νὰ ἐπιδιώκει τὰ ἀγαθὰ ποὺ εὑρίσκονται στὸν οὐρανό... οἱ σκέψεις του νὰ εἶναι στραμένες πρὸς αὐτὰ καὶ ὄχι πρὸς τὰ γήινα πράγματα» (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 1-2) Τὰ ἄνω εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ ἀποκαλύφθηκε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐλπίδα ποὺ εἶναι «ἀποθησαυρισμένη» (Πρός Κολοσσαεῖς ε΄, 5) στοὺς οὐρανούς.

 

11 Ἰανουαρίου 2021

Ὁ Βαπτιστής Ἰωάννης

Ὁ Βαπτιστής Ἰωάννης

«Οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων»

Δημοσιεύθηκε 7.1.2021

     Μετά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκου τήν ἐπιφανέστερη θέση μεταξύ τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας κατέχει ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἅγιος Ἰωάννης, τοῦ ὁποίου τό Γενέθλιο ἑορτάζουμε τήν 24η Ἰουνίου καί τοῦ ὁποίου ἡ εἰκόνα εἶναι ἐνθρονισμένη σέ ὅλους τούς Ναούς τῆς Ἐκκλησίας μας. Πολύ δίκαια, διότι ὁ Πρόδρομος εἶναι ἡ μοναδική ἀνθρώπινη προσωπικότητα γιά τήν ὁποία στά Εὐαγγέλια παρέχονται τόσες πληροφορίες καί εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος πού ἔτυχε τόσων ἐγκωμίων ἀπό τόν Ἴδιο τόν Σωτήρα, πού εὐδόκησε νά δεχθεῖ ἀπό τά χέρια του τό βάπτισμα στόν Ἰορδάνη ποταμό. Ἀλλά καί ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη εἶχε προφητευθεῖ τό ἔργο τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας εἶπε: «Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου …» (Ἠσαΐου μ΄, 3-5). Ὁ Προφήτης Μαλαχίας πρόσθεσε : «Ἰδοὺ ἐγὼ ἐξαποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου, καὶ ἐπιβλέψεται ὁδὸν πρὸ προσώπου μου» (Μαλαχίου γ΄, 1).

Ὁ Κύριος εἶχε πεῖ γιά τόν Ἰωάννη ὅτι «οὕτός ἐστι περὶ οὗ γέγραπται, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελό μου πρὸ προσώπου σου, ὅς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου» (Ματθαίου ια΄, 10 καί Λουκᾶ ζ΄, 27). Τά κατά τήν γέννηση τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου τοῦ τέκνου τῶν προσευχῶν τοῦ γέροντος ἱερέα Ζαχαρία καί τῆς συζύγου του Ἐλισάβετ πού «ἦσαν δίκαιοι ἀμφότεροι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι», ἐκτίθενται ἀπό τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ (Λουκᾶ α΄, 13-17). Ὁ Ζαχαρίας πού εἶχε παραμείνει βουβός μέχρι τήν στιγμή τῆς γεννήσεως τοῦ Προδρόμου καί ἀμέσως ὅταν λύθηκε ἡ γλώσσα του ἄρχισε νά δοξάζει τόν Θεό διότι  «ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ». Γιά τήν ἀνατροφή τοῦ Προδρόμου μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ὅτι στό «Τ δ παιδον ηξανε κα κραταιοτο πνεματι, κα ν ν τας ρμοις ως μρας ναδεξεως ατο πρς τν ᾿Ισραλ». Σέ ποιά ἡλικία ὁ Βαπτιστής Ἰωάννης τράπηκε στήν ἔρημο δέν εἶναι γνωστό. Εἶναι ὅμως εὐνόητος ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο προτίμησε τήν ἔρημο σάν τόπο διαμονῆς του, ὅπου ἔλαβε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ γιά τό προφητικό του ἔργο (Λουκᾶ γ΄, 2).  Ἐκεῖ μετέβηκε τότε καί ὁ κατά ἕξι μῆνες νέωτερος τοῦ Ἰωάννου Ἰησοῦς «ἀρχόμενος ὡσεί ἐτῶν τριάκοντα» (Λουκᾶ γ΄, 23) καί τόν ἔπεισε παρά τήν ἀρχική του ἄρνηση καί τούς προβαλλόμενους δισταγμούς του, νά Τόν βαπτίσει.

Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἰδιαίτερα ἐπιμένει στήν προσπάθεια τοῦ Βαπτιστοῦ νά ὁδηγήσει πρός τήν γνωριμία τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκείνους πού τόν πλησίαζαν καί ἰδιαίτερα τούς μαθητές του. Γιά τό λόγο αὐτό κατ’ ἐπανάληψη Τόν ὑποδεικνύει μέ τήν περίφημη σύσταση  : «Ἴδε ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάννου α΄, 29).

Χαρακτηριστική τῶν ἁγίων διαθέσεων τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννη εἶναι ἡ δήλωσή του πρός ἐκείνους πού τοῦ παραπονέθηκαν γιά τήν αὔξηση τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ : «Αὐτόν δεῖ αὐξάνειν ἐμὲ δὲ ἐλλατοῦσθαι» εἶπε τότε ὁ Πρόδρομος γιά τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί Τόν παρομοίασε μέ τόν «φίλο τοῦ νυμφίου » πού χαίρεται ὅταν ἀκούει τοῦ «νυμφίου» τήν φωνή (Ἰωάννου γ΄, 23-36). Ἐπειδή ἔλεγξε τόν Βασιλιά Ἡρώδη Ἀντίππα γιά τήν παράνομη σχέση του μέ τήν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του Ἡρωδιάδα συλλήφθηκε ἀπό αὐτόν καί φυλακίσθηκε (Ματθαίου ιδ΄, 4-5. Μάρκου στ΄, 17-18. Λουκᾶ γ΄, 19-20). Ἀλλά καί ἀπό τήν φυλακή ὁ Ἰωάννης στέλνει ἄλλη ὁμάδα μαθητῶν του πρός τόν Ἰησοῦ Χριστό γιά νά γνωρίσει ἀπό κοντά καί νά πληροφορηθεῖ ἀπό τόν Ἴδιο ὅτι Ἐκεῖνος ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Λυτρωτής (Ματθαίου ια΄, 2-4 καί Λουκᾶ ια΄, 18-20).

Ὁ Κύριος ἀπάντησε ἔπειτα στούς ἀπεσταλμένους τοῦ Ἰωάννου « πορευθέντες ἀπαγγείλατε ᾿Ιωάννῃ ἃ ἀκούετε καὶ βλέπετε· τυφλο ναβλπουσι κα χωλο περιπατοσι, λεπρο καθαρζονται κα κωφο κοουσι, νεκρο γερονται κα πτωχο εαγγελζονται· κα μακρις στιν ς ἐὰν μ σκανδαλισθ ν μο» (Ματθαίου ια΄, 4-6. Λουκᾶ ζ΄, 22-23). Καί μόλις οἱ μαθητές τοῦ Ἰωάννου ἀναχώρησαν γιά νά μήν νομίσουν οἱ παρευρισκομένοι ὅτι δῆθεν εἶχε κλονισθεῖ ἡ πίστη τοῦ φυλακισμένου Ἰωάννου τοῦ ἔπλεξε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός τό ἐγκώμιο καί τόν ὀνόμασε «μείζονα προφήτου» καί βεβαίωσε ὅτι «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» (Ματθαίου ια΄, 7-19. Λουκᾶ ζ΄, 24-28).

Πόσο καιρό ἔμεινε ὁ Ἰωάννης στή φυλακή δέν εἶναι γνωστό. Μαρτυρεῖται ὅμως ἀπό τούς ἱερούς εὐαγγελιστές ἡ ἀκτινοβολία τῆς ἁγιότητάς του καί ἡ πνευματική του δύναμη ὥστε καί στήν φυλακή ἀκόμη ὁ Ἡρώδης τόν ἀναγνώριζε ὡς  «ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον», τόν ἄκουγε εὐχάριστα καί «ἀκούσας αὐτοῦ πολλὰ ἐποίει» (Μάρκου στ΄, 20). Αὐτή ἀκριβῶς τήν ἐπιρροή τοῦ Ἰωάννου στόν Ἡρώδη φοβήθηκε ἡ Ἡρωδιάδα ἡ ὁποία γιά τούς ἐλέγχους του «ἐνεῖχεν αὐτῷ καὶ ἤθελεν αὐτὸν ἀποκτεῖναι». Ἐπωφελήθηκε τήν μέθη καί τήν ἀπερισκεψία τοῦ συζύγου της καί ὁδήγησε τήν θυγατέρα της νά τοῦ ζητήσει νά «ἐπί πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» ὡς μοναδική ἀμοιβή γιά τόν χορό της. Ἐκεῖνος «περίλυπος γονόμενος διὰ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους οὐκ ἠθέλησεν ἀθετῆσαι αὐτὴν» καί διέταξε τήν ἀποκεφάλιση τοῦ Ἰωάννου καί τήν προσαγωγή τῆς τιμίας κεφαλῆς του «ἐπί πίνακι» (Ματθαίου ιδ΄, 6-12. Μάρκου στ΄, 19-29). Τό μαρτυρικό θάνατο τοῦ Προδρόμου ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει πένθιμα τήν 29η Αὐγούστου κάθε ἔτος, κατά τήν ὁποία τηρεῖται νηστεία. Τήν εὕρεση τῆς τιμίας κεφαλῆς αὐτοῦ γιορτάζει τήν 24η Φεβρουαρίου, μέ χαρά γιά τήν ἀπόκτηση ἑνός τέτοιου θησαυροῦ, καί αὐτό ἡ Ἐκκλησία τό ἐκδηλώνει μέ τήν ἐλαφρά διακοπή τῆς νηστείας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἐπίσης τήν 23η Σεπτεμβρίου, γιορτάζει τόν εὐαγγελισμό τοῦ πατέρα τοῦ Ἰωάννου Ζαχαρία (Λουκᾶ α΄, 5-25). Τήν 7ην Ἰανουαρίου τελεῖται ἡ Σύναξη τοῦ Τιμίου Προδρόμου διότι ἔπαιξε πρωτεύοντα λόγο στήν Βάπτιση  τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη ποταμό. Ἐκτός ἀπό τίς ἐτήσιες μνῆμες τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀφιερώσει στήν ἱερή μνήμη του καί τήν Τρίτη κάθε ἑβδομάδας σέ ὁλόκληρο τό ἔτος.   

22 Δεκεμβρίου 2020

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

α΄. Ἡ προέλευσή του

Τό εὐαγγέλιο πηγάζει ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ (Πρός Ἐφεσίους β΄,18). Τό μήνυμά του εἶναι ὅτι ὁ Θεός χαρίζει αἰώνια ζωή δωρεάν σέ ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς, πού δέν τό ἀξίζουν. Βάση τοῦ εὐαγγελίου ἀποτελεῖ ἡ θυσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν σταυρό (Πρός Κορινθίους Α΄, ιε΄, 1-4). Ὁ Κύριος μας ἐκπλήρωσε ὅλες τίς ἀπαιτήσεις τῆς θείας δικαιοσύνης, δίνοντας τήν ἠθική δυνατότητα στόν ἅγιο Θεό νά δικαιώνει κάθε ἁμαρτωλό πού πιστεύει σ’ Αὐτόν. Οἱ πιστοί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σώθηκαν μέ τήν δύναμη τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μολονότι αὐτό ἦταν ἀκόµη κάτι πού θά γινόταν στό µέλλον. Πιθανόν ἐκεῖνοι δέν ἤξεραν καί πολλά πράγµατα γιά τόν Μεσσία, ἤξερε ὅµως ὁ Θεός - καί ὑπολόγισε κι αὐτούς, ὥστε να τούς συμπεριλάβει στά ἀποτελέσματα τῆς ἀπολυτρωτικῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ κάποια ἔννοια, σώθηκαν «ἐπί πιστώσει». Κι ἐµεῖς σωζόµαστε σήµερα µέσω αὐτῆς τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά στή δική µας περίπτωση ἡ λύτρωση ἔχει ἤδη συντελεστεῖ καί ἀπομένει στόν κάθε ἄνθρωπο νά τήν ἀποδεχθεῖ καί νά τήν οἰκειοποιηθεῖ.

β΄. Ἡ ἀποδοχή του

Τό εὐαγγέλιο γίνεται δεκτό στήν καρδιά μόνον διά τῆς πίστεως (Πρός Ἐφεσίους β΄, 8). Στήν Παλαιά Διαθήκη οἱ ἄνθρωποι σώζονταν πιστεύοντας ὅ, τιδήποτε τούς ἔλεγε ὁ Θεός. Στή σηµερινή ἐποχή οἱ ἄνθρωποι πιστέυουν στή διαθήκη τοῦ Θεοῦ σχετικά, µέ τόν Υἱό Του, ὅτι αὐτός εἶναι ἡ μόνη ὁδός σωτηρίας (Α΄ Ἰωάννου ε΄, 11-12). Ὁ τελικός σκοπός τοῦ εὐαγγελίου εἶναι ὁ οὐρανός. Ἔχουμε τήν ἐλπίδα ὅτι θά ζήσουμε αἰώνια στόν πνευματικό κόσμο τοῦ Θεοῦ πού στή γλώσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς λέγεται Βασιλεία τοῦ Θεοῦ  (Πρός Κορινθίους Β΄, ε΄, 6-10), ὅπως ἀκριβῶς πίστευαν καί οἱ πιστοί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Πρός Ἑβραίους ια΄, 10 καί 14-16).

++++++++++

Ἡ ἀνταπόκριση στό εὐαγγέλιο θά εἶναι μετάνοια καί Ἐπίτη (Μάρκου α΄, 15). Ὁ Θεός προσφέρει τή χάρη τῆς ἀφέσεως (Μάρκου β΄, 10 πρλ· β΄, 17 πρλ) καί τῆς ἀνανεώσεως (Μάρκου β΄, 21 ἑξ). Περιμένει ἀπό τόν ἄνθρωπο, μέ τήν ὁμολογία καί τήν ἀπάρνηση τῆς ἁμαρτίας του, νά διακυβεύσει τή ζωή του πάνω στό εὐαγγέλιο: «Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν: ὃς δ᾽ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτὴν» (Μάρκου η΄, 35). Οἱ φυσικοί ἀποδέκτες τοῦ εὐαγγελίου εἶναι οἱ «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» (Ματθαίου ε΄,3 πρλ. Μάρκου ι΄, 17-23 πρλ), τά «νήπια» (Ματθαίου ια΄, 28. Λουκᾶ θ΄, 48· ι΄,21), ἀκόμα καί οἱ ἁμαρτωλοί (Λουκᾶ ιε΄, 1ἑξ.· ιη΄, 9-14· Ματθαίου κα΄, 31), καί μάλιστα οἱ εἰδωλολάτρες (Ματθαίου η΄, 10 ἑξ. ιε΄, 21-28 πρλ). Ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀδυναμίας τους τούς προδιαθέτει ν᾿ ἀκούσουν καί ν᾿ ἀντιληφθοῦν τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν ὁποία πηγάζει τό εὐαγγέλιο (Ματθαίου θ΄, 36· ιδ΄,14 πρλ. Λουκᾶ ζ΄, 47-50· ιη΄, 1-10).

Ἡ ἀποδοχή τοῦ εὐαγγελίου. - Ἡ καλή εἴδηση συνοδεύεται ἀπό «σημεῖα», ὅπως ὑποσχέθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς (Μάρκου ιστ΄, 17· Πράξεων δ΄,30· ε΄,12. 16· η΄, 6 ἑξ. ιθ΄,11 ἑξ.). Διαδίδεται µέσα σέ µιά ἀτμόσφαιρα φτώχειας, ἁπλότητας, κοινοτικῆς ἀγάπης καί χαρᾶς (Πράξεων β΄, 46· ε΄, 41· η΄, 8.39). Παντοῦ τό εὐαγγέλιο συναντᾶ καρδιές πού τοῦ προσφέρονται, πού ἐπιθυμοῦν «ἀκοῦσαι τόν λόγον τοῦ Θεοῦ» (Πράξεων ιγ΄,7.12), καί εἶναι πρόθυμες νά μάθουν τί πρέπει νά κάνουν γιά νά σωθοῦν (Πράξεων ιστ΄, 29 ἑξ). Ἔχουν αὐτό τό κοινό χαρακτηριστικό ὅτι «ἀκούουν» (Πράξεων β΄, 22.37· γ΄, 22 ἑξ. κλπ), «ἀποδέχονται» (Πράξεων η΄, 14· ια΄, 1· ιζ΄,11) καί «ὑπακούουν» (Πράξεων στ΄,7). ᾿Αντίθετα, ἡ αὐτάρκεια, ἡ ὑπεροπτική ( Πράξεων ιγ΄, 41) καί φθονερή (Πράξεων ιγ΄, 45 ἑξ.), ὅπως καί ἡ ἐλαφρότητα (Πράξεων ιζ΄, 32) κλείνουν τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στό εὐαγγέλιο.

  1. Ἡ ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου στό εὐαγγέλιο. - Τό εὐαγγέλιο δέν ἀσκεῖ τή σωστική του δύναμη, παρά μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀνταποκριθεῖ σ᾽ αὐτό μέ τήν πίστη: «δύναμις γὰρ Θεοῦ ἐστιν εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι... δικαιοσύνη γὰρ Θεοῦ ἐν αὐτῷ ἀποκαλύπτεται ἐκ πίστεως εἰς πίστιν» (Πρός Ρωμαίους α΄, 16 ἑξ. Πρός Κορινθίους Α΄, α΄, 18.21). Τό εὐαγγέλιο εἶναι ὁ χῶρος μιᾶς ἐπιλογῆς. Ἔτσι πού ἀναπτύσσει τή σωστική του δύναμη μέσα στήν ἀδυναμία καί ἐνεργοποιεῖ τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ (Πρός Κορινθίους α΄, 17-β΄,5), γιά μερικούς εἶναι σκάνδαλο, «μωρία» (Πρός  Κορινθίους α΄, 18.21.23· Πρός Ρωμαίους θ΄, 32 ἑξ.· Πρός Γαλάτας ε΄, 11) καί παραμένει «κεκαλυμμένον»: οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, τυφλωμένοι ἀπό τό Θεό «τοῦ αἰῶνος τούτου», δέν μποροῦν νά δοῦν «τὸν φωτισμόν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ» (Πρός Κορινθίους δ΄,4). Δέν ὑπακούουν σ᾽ αὐτό (Πρός  Θεσσαλονικεῖς α΄,8). Ἄλλοι, ἀντίθετα, δέχονται τό εὐαγγέλιο «εἰς ὑπακοὴν πίστεως» (Πρός Ρωμαίους α΄, 5· Πρός Κορινθίους Α΄, ι΄,5). Μέ τή χάρη τοῦ εὐαγγελίου, ἀνοίγουν τόν ἑαυτό τους στό «εὐαγγέλιον τῆς χάριτος» (Πράξεων κ΄, 24).

δ΄. Ἡ ἀπιστία τῶν Ἰουδαίων

Παρά ταῦτα ἐλάχιστοι ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐπίστευσαν σ’ Αὐτόν. Οἱ περισσότεροι δέν πίστευσαν, ὥστε ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης νά σχολιάζει:

«Τοσαῦτα δὲ αὐτοῦ σημεῖα πεποιηκότος ἔμπροσθεν αὐτῶν οὐκ ἐπίστευον εἰς αὐτόν, ἵνα ὁ λόγος ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου πληρωθῇ ὃν εἶπε· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν ῾Ησαΐας· τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς.  ταῦτα εἶπεν ῾Ησαΐας ὅτε εἶδε τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ. Ὅμως μέντοι καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται· ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάννου ιβ΄, 37-43)

Δηλαδή : «Αὐτά εἶπε ὁ Ἰησοῦς, κι ἔφυγε καί κρύφτηκε μακριά τους. Καί μολονότι εἶχε κάνει τόσα θαύματα μπροστά στά μάτια τους, δέν πίστευαν σ’ αὐτόν, ἔτσι ὥστε νά ἐπαληθευτοῦν τά λόγια πού εἶχε πεῖ ὁ προφήτης Ἠσαΐας: Κύριε, ποιός πίστεψε στό μήνυμά μας: Σέ ποιόν φανέρωσε ὁ Κύριος τή δύναμή του; Ὁ Ἠσαΐας εἶχε πεῖ ἐπίσης γιά ποιό λόγο αὐτοί δέν μποροῦσαν νά πιστέψουν: Ὁ Θεός τύφλωσε τά μάτια τους  καί σκότισε τό νοῦ τους,  ἔτσι πού νά μή δοῦνε μέ τά μάτια τους, καί μέ τό νοῦ τους νά μήν καταλάβουν, κι ἐπιστρέψουν σ’ ἐμένα καί τούς γιατρέψω. Αὐτά τά εἶχε πεῖ ὁ Ἠσαίας γιά τόν Ἰησοῦ, κι εἶχε μιλήσει ἔτσι γι’ Αὐτόν, ὅταν εἶδε τή δόξα του. Πολλοί ὡστόσο κι ἀπό τούς ἄρχοντες πίστεψαν σ’ αὐτόν, ἀλλά δέν ὁμολογοῦσαν τήν πίστη τούς ἐξαιτίας τῶν Φαρισαίων, γιά νά μήν τούς διώξουν ἀπό τή συναγωγή. Προτίμησαν τόν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων παρά τόν ἔπαινο τοῦ Θεοῦ».

Τήν ἀπιστία τῶν Ἰουδαίων σχολιάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή τονίζοντας ὅτι ἡ προσφερομένη ἀπό τό Θεό σωτηρία εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία γιά τήν σωτηρία. Ἄλλη δέν θά ὑπάρξη (δ΄)

Ὅταν, στό δεύτερο αἰώνα, ἡ λέξη «εὐαγγέλιο» ἔφθασε νά σηµαίνει γραπτή ἀφήγηση τῆς ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ, δέν ἔχασε γι᾿ αὐτό τήν ἀρχική της σημασία. Συνέχισε γά σημαίνει τήν καλή εἴδηση τῆς σωτηρίας καί τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. «Αὐτό τό εὐαγγέλιο, γράφει ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος, τό κήρυξαν πρῶτα οἱ Ἀπόστολοι. Ἔπειτα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μᾶς τό μεταβίβασαν μέ τίς Γραφές, ὥστε νά γίνει ἡ βάση καί τό στήριγμα τῆς πίστεώς μας». Τό εὐαγγέλιο πού κηρύσσεται στή διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας ἀναγγέλλει στόν κόσμο τήν καλή εἴδηση καί τήν ἀπελευθέρωση τοῦ κόσμου διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν ἀπάντησή της, ἡ ἱερή σύναξη ἐκδηλώνει τόν ἐνθουσιασμό καί τήν ἀγαλλίαση τῆς πρώτης συναντήσεως τοῦ κόσμου μέ τήν καινότητα τοῦ εὐαγγελίου.

7 Δεκεμβρίου 2020

῾Υποδείγματα Προσώπων ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή

 ῾Υποδείγματα Προσώπων ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή

 

Τὰ πρότυπα ζωῆς κατευθύνουν μὲ ἀσφάλεια τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐπίγεια πορεία του.  Στὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ ὅσων ἐπιθυμοῦν νὰ ζήσουν κατὰ Θεὸν καὶ νὰ ἀγωνιστοῦν γιὰ τὴν πνευματικὴ τελείωσή τους, συντελοῦν καὶ τὰ ἀληθινὰ καὶ αὐθεντικὰ πρότυπα ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς. Στὴν ῾Αγία Γραφὴ ἀναφέρονται αὐτὰ τὰ πρότυπα. Παραθέτουμε ἕνα κατάλογο μερικῶν προσώπων ποὺ ἡ κοινωνία μας ἔχει ἀνάγκη·

  1. Πατέρες, ὅπως ὁ ᾿Αβραάμ

῾Ο Κύριος μιλάει γι᾿ αὐτὸν διαπιστωτικὰ καὶ προφητικά·

῾Ο Κύριος καὶ Θεός μας σὲ κάθε ἄνθρωπο ἀναθέτει μία ἀποστολή. ῎Ετσι καὶ στοὺς πατέρες ποὺ γεννοῦν παιδιά. ῾Η ἀποστολὴ τῶν πατέρων εἶναι νὰ διδάσκουν στὰ παιδιὰ τους τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὰ προτρέπουν νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ αὐτὸν πράττοντας τὸ σωστὸ καὶ τὸ δίκαιο κατὰ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ᾿Αβραὰμ προβάλλεται ὡς πρότυπο πατέρα, ἐπειδὴ ὡς πατέρας πρόσφερε στὸν Θεὸ Πατέρα πλῆθος ψυχῶν πιστῶν σὲ Αὐτόν (Γενέσεως ιη΄, 19). 

  1. Μητέρες, ὅπως ἡ ῎Αννα

῾Η μητέρα τοῦ προφήτη Σαμουὴλ σκεπτόταν·

«Γιὰ τὸ παιδὶ αὐτὸ προσευχήθηκα· καὶ ὁ Κύριος μοῦ ἔδωσε αὐτὸ ποὺ τοῦ ζήτησα. ῎Ετσι καὶ ἐγὼ τὸ ἀφιερώνω τώρα στὸν Κύριο. Γιὰ ὅλη του τὴν ζωὴ θὰ εἶναι ἀφιερωμένο σὲ Αὐτόν» (Α΄ Βασιλειῶν α΄, 27-28).

Ἡ εὐσεβὴς γυναίκα εὐχόταν καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ γίνει μητέρα γιὰ νὰ φέρει στὸν κόσμο τὸν Μεσσία. Τὸ παράδειγμα τῆς ῎Αννας μᾶς διδάσκει νὰ εὐχαριστοῦμε ἔμπρακτα τὸν Θεὸ Πατέρα μας γιὰ τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει στὴν ζωή μας.

  1. Παιδιά, ὅπως ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός

῾Ο Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὅταν ἦταν παιδί, σεβόταν καὶ ὑπάκουε στὴν Μητέρα Του καὶ στὸν προστάτη τους ᾿Ιωσήφ. Μὲ αὐτὴ τὴν συμπεριφορά Του δίδαξε, ὅτι ἡ ὑπακοὴ καὶ ὁ σεβασμὸς στοὺς γονεῖς εἶναι θεῖο γνώρισμα (Λουκᾶ β΄, 51)

  1. Κορίτσια, ὅπως ἡ μικρὴ ὑπηρέτρια

Μία μικρὴ ὑπηρέτρια ἔδωσε μία σωστὴ συμβουλὴ σὲ ἕνα ἰσχυρὸ ἀρχιστράτηγο (Δ΄Βασιλειῶν ε΄, 1-4). ῾Η μικρὴ ἀλλογενής, αἰχμάλωτη ὑπηρέτρια τοῦ ἰσχυροῦ ἀρχιστράτηγου τῆς Συρίας, ἔδωσε μία σωστὴ συμβουλὴ στὸν κύριό της μὲ διακριτικὸ τρόπο. Ὁδήγησε τὸν ἰσχυρὸ ἀρχιστράτηγο στὸν προφήτη ᾿Ελισσαῖο γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν λέπρα. ῾Ο Νεεμὰν καὶ θεραπεύθηκε καὶ πίστευσε στὸν ἀληθινὸ Θεό.

  1. ᾿Αδελφές, ὅπως ἡ Μαρία καὶ ἡ Μάρθα

Οἱ δύο ἀδελφές, ἂν καὶ εἶχαν διαφορετικὲς ἐπιλογὲς καὶ προτεραιότητες, ἐν τούτοις εἶχαν κοινὴ ἐπιθυμία νὰ βρίσκονται μὲ τὸν Κύριο. ῾Η μία χαιρόταν τὴν διακονία της γι᾿ Αὐτὸν καὶ ἡ ἄλλη ἀπολάμβανε τὴν διδαχή Του. ῾Η ζωή μας νὰ ἔχει κέντρο της τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό. Νὰ εἶναι Χριστοκεντρικὴ καὶ ὄχι ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ ἐγωιστική. Οἱ δύο ἀδελφὲς Μαρία καὶ Μάρθα μᾶς διδάσκουν νὰ βάζουμε τὸν Κύριο κέντρο τῆς ζωῆς μας (Λουκᾶ ι΄, 38-42).

  1. ᾿Αδελφούς, ὅπως ὁ Νεεμίας καὶ ὁ ᾿Ανανίας

῾Ο Νεεμίας ἀνάθεσε στὸν ἀδελφό του ᾿Ανανία τὴν ἀποστολὴ τῆς φυλάξεως τῆς ῾Ιερουσαλὴμ μετὰ τὴν ἀνοικοδόμησή της μὲ κριτήριο ὄχι τὴν συγγένειά του, ἀλλὰ τὴν ἀρετή του  (Νεεμίας ζ΄, 2)

Στὴν περίπτωση αὐτὴ διαπιστώνουμε, ὅτι σὲ ἕνα ἱκανὸ ἀξιωματοῦχο, ποὺ ἦταν καὶ εὐσεβὴς καὶ ἀκέραιος στὸν χαρακτήρα, δόθηκε ἕνα ἀξίωμα καὶ μία ἐξουσία γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὴν πόλη καὶ τὸν λαό.

  1. ᾿Αξιωματούχους, ὅπως ὁ προφήτης Δανιήλ

Οἱ φθονεροὶ σοφοὶ καὶ σύμβουλοι τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Δαρείου, ποὺ ἐπιβουλεύονταν τὸν προφήτη Δανιὴλ ἀναγνώριζαν καὶ ὁμολογοῦσαν τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτήρα του. Γι᾿ αὐτὸ ἀποφάσισαν νὰ τὸν χτυπήσουν ἐκεῖ ποὺ θεωροῦσαν ὅτι ἦταν τὸ ἀδύνατο σημεῖο του, στὴν πίστη του στὸν Θεὸ καὶ στὴν θεοσέβειά του (Δανιήλ στ΄, 5). Τὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐπίθεση ἦταν νὰ δοξασθεῖ ὁ προφήτης καὶ νὰ θανατωθοῦν ἐκεῖνοι.

  1. Συνεργάτες, ὅπως ὁ ᾿Ακύλας καὶ ἡ Πρίσκιλλα

Κανεὶς ἀπὸ ὅσους βοήθησαν τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὸ ἔργο του, δὲν πῆρε τέτοιο ἔπαινο, ὅπως αὐτὸν ποὺ πῆραν οἱ ὁμότεχνοι μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ ὁμόθρησκοι σύζυγοι ᾿Ακύλας καὶ Πρίσκιλα, οἱ ὁποῖοι φιλοξένησαν τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὸ σπίτι τους στὴν Κόρινθο. (Πρός Ρωμαίους ιστ΄, 3-4).  

  1. Κήρυκες, ὅπως ὁ Παῦλος

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ὅταν ἐμφανίσθηκε νὰ κηρύξει στὴν Κόρινθο, ἦταν ἀνήμπορος, φοβισμένος καὶ κατατρομαγμένος κατὰ ἄνθρωπο, ἀλλὰ σοφὸς καὶ δυνατὸς κατὰ Θεό (Πρός Κορινθίους Α΄, β΄, 1-5).

᾿Απὸ αὐτὸ συμπεραίνουμε ὅτι τὰ πνευματικὰ θέματα καὶ οἱ ὑποθέσεις τῆς ᾿Εκκλησίας δὲν πρέπει νὰ κρίνονται μὲ κριτήρια ἐγκόσμια. ῎Ετσι καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος δὲν ἐργαζόταν μὲ μέσα καὶ κριτήρια ἀνθρώπινα, ἀλλὰ μὲ τὴν σοφία καὶ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ.

  1. ῾Υπηρέτες τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ Βαρνάβας

῾Ο εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς παρουσιάζει τὸν χαρακτήρα τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα ὡς ἄνθρωπο ἀγαθὸ καὶ γεμάτο ῞Αγιο Πνεῦμα καὶ πίστη (Πράξεων ια΄, 24). Οἱ ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κοσμοῦνται μὲ πνευματικὰ χαρίσματα γιὰ νὰ διδάσκουν μὲ τὴν ζωή τους. ῎Ετσι ἡ διακονία τους φέρει ἀποτέλεσμα καὶ καρπὸ πολύ.

  1. Ψυχὲς ἀνεπηρέαστες, ὅπως οἱ Βεροιεῖς

Οἱ Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων διηγοῦνται τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴν Βέροια. Συγκρίνουν τοὺς Βεροιεῖς μὲ τοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ τοὺς ἐγκωμιάζουν (Πράξεων ιζ΄, 11).

Τὰ προσόντα τῶν Βεροιέων ποὺ ἀναζητοῦσαν τὴν ἀλήθεια ἦταν καὶ νὰ εἶναι ἀπροκατάληπτοι καὶ νὰ ἐρευνοῦν τὴν οὐσία τῶν ὑποθέσεων χωρὶς νὰ παρασύρονται. ῾Η προκατάληψη καὶ ἡ ἀντίδραση χωρὶς ἐπιχειρήματα ἀδικοῦν τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο.

᾿Αναζητήσαμε ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφὴ αὐτὰ τὰ πρόσωπα γιὰ νὰ μᾶς καθοδηγοῦν στὴν ἐπίπονη πορεία τῆς ζωῆς μας, γιὰ νὰ ἀντλοῦμε δύναμη καὶ κουράγιο στὸν πνευματικό μας ἀγώνα καὶ γιὰ νὰ μὴ χάνουμε τὰ κριτήρια τῆς ἀξιοπιστίας καὶ αὐθεντικότητας τῆς ζωῆς μας.

 

1 Δεκεμβρίου 2020

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ὁ Μεσίτης τοῦ ἀνθρώπου

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ὁ Μεσίτης τοῦ ἀνθρώπου

α´. Τὸ «μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ»

Στὴν πρὸς ᾿Εφεσίους ἐπιστολὴ β´ 14 διαβάζουμε, ὅτι ὑψώθηκε ἕνας τοῖχος, ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐμπόδιζε τὴν ἐπικοινωνία μεταξύ τους καὶ τὴν καθιστοῦσε ἀδύνατη. Ποιὸ εἶναι τὸ μεσότοιχο; ῾Η συνέπεια τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στοὺς Πρωτοπλάστους· (Γενέσεως β΄, 17). Μὲ τό «θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» προειδοποιεῖ ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ὅτι ἐὰν δὲν τηρήσει τὴν ἐντολή, ἐὰν ἁμαρτήσει, θὰ ἀποκοπεῖ ὑπαρξιακὰ ἀπὸ Αὐτόν, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς. ῎Εκτοτε ἡ ἁμαρτία ἐμποδίζει καὶ καθιστᾶ ἀδύνατη τὴν ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ὁ φραγμός.

῾Η ἁμαρτία κατέστησε τὴν ἐπικοινωνία ἀδύνατη, ὅπως ἐξηγεῖ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Ποιὰ δὲ ἐπικοινωνία ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι; Ποιὰ συμφωνία μπορεῖ νὰ γίνει ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ στὸν διάβολο; ῍Η τί ἔχει νὰ μοιράσει ὁ πιστὸς μὲ τὸν ἄπιστο;» (Β΄ Πρός Κορινθίους στ΄, 14-15).

Εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκατοικήσει τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι, ἡ ἁγιότητα μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀκαθαρσία, τὸ κελάδημα μὲ τὸν θρῆνο, ἡ ζωὴ μὲ τὸν θάνατο.

Μεσίτης δὲν ὑπάρχει γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει αὐτὴ τὴν ἐπικοινωνία.

β´. Οἱ πρῶτοι τύποι Μεσίτη

῞Ομως ὁ Θεὸς δὲν ἀδιαφόρησε γιὰ τὴν ἀποκοπὴ τοῦ πλάσματός Του, ποὺ δὲν τὴν ἐπιθυμοῦσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ συνεχισθεῖ. Γι᾿ αὐτὸ ἀναφαίνονται οἱ πρῶτοι μεσίτες ὅπως·

  1. ῾Ο ᾿Αβραὰμ ποὺ μεσιτεύει στὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν Σοδόμων (Γενέσεως ιη΄, 23 κ.ἕξ) .
  2. ῾Ο Μωυσῆς, ποὺ μεσιτεύει ἐπανειλημμένα γιὰ τὸν ἀποστάτη λαό (Ἐξόδου ε΄, 1-9).

῎Αλλοι τύποι μεσίτη εἶναι·

  1. ῾Η λατρεία στὴν Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου καὶ στὸν Ναὸ τῶν ῾Ιεροσολύμων μὲ ἐγκατεστημένο τὸ ἱερατεῖο του, ποὺ τὸ ἔργο του εἶναι καθαρὰ μεσιτικό.
  2. ῾Ο Σολομώντας ποὺ στέκεται ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, τὶς χιλιάδες θυσίες, τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ, τοὺς ἱερεῖς (Γ΄ Βασιλειῶν η΄, 22-53).

῞Ολα αὐτὰ μαρτυροῦν, ὅτι μιὰ ἐπικοινωνία ἀρχίζει νὰ καθιερώνεται μέσω μεσίτη.

γ´. ῾Ο Μεσίτης τῆς Καινῆς Διαθήκης

῞Ολη ἡ διαδικασία στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν τυπικὴ καὶ συμβολική. 

᾿Εντολές, ἱερεῖς, προσφορές, καθαρμοί, γίνονται «παιδαγωγοί μας, ποὺ μᾶς προετοιμάζουν γιὰ τὸν Χριστό» (Πρός Γαλάτας γ΄, 24). Προετοιμάζουν πνεύματα καὶ καρδιὲς νὰ δεχθοῦν τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό, ποὺ ἔγινε μὲ τὴν σταυρικὴ θυσία Του· «Μεσίτης κρείττονος διαθήκης»(Πρός Ἑβραίους η΄, 6), γιατὶ δὲν ὑπάρχουν οἱ ἑκατόμβες τῶν θυμάτων, «Μεσίτης νέας διαθήκης» (Πρός Ἑβραίους ιβ΄, 24), γιατὶ στηρίζεται σὲ προσφορὰ ἀγάπης, «Μεσίτης καινῆς διαθήκης» (Πρός Ἑβραίους θ΄, 15), γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ῞Ενας καὶ Μοναδικός, πού «μπῆκε μιὰ γιὰ πάντα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ μᾶς ἐξασφάλισε τὴν αἰώνια σωτηρία» (Πρός Ἑβραίους θ΄, 12), «γιὰ νὰ παρουσιαστεῖ τώρα μπροστὰ στὸν Θεό, μεσιτεύοντας γιὰ μᾶς» (Πρός Ἑβραίους θ’, 24).

δ΄. Ὁ Μοναδικὸς Μεσίτης

Στεντόρειο τὸ μήνυμα τῆς Καινῆς Διαθήκης μᾶς διευκρινίζει, ὅτι «ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς κι ἕνας ὁ μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ὁ ἄνθρωπος ᾿Ιησοῦς Χριστός» (Πρός Τιμόθεον Α΄, β΄, 5).

῾Ο Κύριός μας εἶναι ὁ γεμάτος ἀγάπη μεσίτης γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Μεσίτης ποὺ δὲν ἀπαιτεῖ ἀπὸ μᾶς τίποτα, ἀφοῦ πρόσφερε τὸν ῾Εαυτό Του γιὰ μᾶς κατὰ τό «κανεὶς δὲν ἔχει μεγαλύτερη ἀγάπη, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θυσιάζει τὴν ζωή του γιὰ χάρη τῶν φίλων του» (Ἰωάννου ιε΄, 13). Μεσίτης, ποὺ τὸ ἀρχιερατικό - μεσιτικὸ ἔργο Του ἀγκάλιασε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀφοῦ «ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου δὲν ἦρθε γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήσει καὶ νὰ προσφέρει τὴν ζωή του λύτρο γιὰ ὅλους» (Ματθαίου κ΄, 28).  

ε´. ῾Η παντοτεινὴ μεσιτεία Του γιὰ τὸν πιστό

Τὸ μεσιτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἔχει καὶ μιὰ ἀκόμη ὄψη· «Ζεῖ αἰώνια, γιὰ νὰ μεσιτεύει γιὰ μᾶς» (Πρός Ἑβραίους ζ΄, 25). Εἶναι ὁ αἰώνιος Μεσίτης μας πρὸς τὸν ᾿Επουράνιο Θεὸ καὶ Πατέρα μας. Αὐτός «καὶ ἂν κάποιος ἁμαρτήσει» γίνεται «συνήγορος στὸν Πατέρα» (Α΄ Ἰωάννου β΄, 1 ). ῾Ο ἀνθρώπινος βίος συνθέτει μιὰ τριλογία· ῾Ο ἅγιος Θεὸς Πατέρας ἀφ᾿ ἑνὸς καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος. ᾿Ανάμεσά τους εὑρίσκεται ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός. Γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς μεσιτεύει ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός. Στὸν εἱρμὸ τῆς πέμπτης ὠδῆς τοῦ ἀναστάσιμου κανόνα τοῦ δεύτερου ἤχου ὁ πρύτανις τῆς θεολογίας ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ὑμνεῖ τὸν ἀναστάντα Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστὸ ὡς μεσίτη Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. «Μεσίτης Θεοῦ, καὶ ἀνθρώπων γέγονας, Χριστὲ ὁ Θεός, διὰ σοῦ γὰρ Δέσποτα, τὴν πρὸς τὸν ἀρχίφωτον Πατέρα σου, ἐκ νυκτὸς ἀγνωσίας, προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν». Τοῦτο σχολιάζει μεταξὺ ἄλλων ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Ζωναρᾶς ὡς ἑξῆς· «᾿Αφ᾿ ὅτου ἑνώθηκες μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση (ἐνανθρώπησες) ἔγινες μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων καὶ αὐτοὺς ποὺ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπησή σου ἦταν μακρυὰ τοὺς ἕνωσες μὲ τὸν Θεό· καὶ σὺ ποὺ ἀνέτειλες ὡς τὸ ἀληθινὸ φῶς καὶ ἔλυσες τὴν νύκτα τῆς ἄγνοιας, τὴν ὁποία εἴχαμε πρίν, μᾶς προσάγαγες μὲ τὸ φωτισμὸ τῆς Θεογνωσίας στὸν Πατέρα Σου, τὴν πηγὴ τοῦ φωτός» (Ἁγιορείτικο Περιοδικό ΑΘΩΣ Ἀθῆναι 1920 σ. 62).

 

12 Νοεμβρίου 2020

Ἀπό τήν πτώση στήν δόξα

Ἀπό τήν πτώση στήν δόξα

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                                               

                                               

            Ἡ πνευματική ζωή τοῦ πιστοῦ διέρχεται ἀπό τά στάδια, ὅπως καθορίζονται ἀπό τά θεόπνευστα κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης).

1ον. Ἡ  κατάσταση τῆς πτώσεως

            Αὐτή στήν βιβλική παράδοση χαρακτηρίζεται ὡς παλαιός ἄνθρωπος πού φθείρεται συνεχῶς ἀπό τήν ἁμαρτία. Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου ἀδυνατεῖ νά ἀντισταθεῖ στήν ἁμαρτία, πού καταπιέζει καί ἐξουθενώνει τόν ἄνθρωπο. Ὁ νοῦς του σκοτίζεται καί θολώνεται. Ἡ θέλησή του ἐξασθενεῖ καί ἀποβαίνει ἀνίσχυρη σέ ὅ, τιδήποτε ἐπιθυμεῖ νά πράξει. Οἱ ἐπιθυμίες του ἐκτρέπονται στά μάταια καί τά φθαρτά πράγματα καί κααστάσεις. Ὁ ὁρίζοντας τῆς ζωῆς του εἶναι σκοτεινός, ἀβέβαιιος καί γίνεται ἐπικίνδυνος.

            Τήν δύσκολοη καί φθοροποιό αὐτή κατάσταση καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά τήν ἀκυρώσει μέ τήν συνεργασία τῆς δικῆς του θελήσεως καί τῆς θείας Χάριτος, ὅπως περιγράφεται στά ἐν συνεχείᾳ κείμενα:

            «φο βγάλατε πό πάνω σας τόν παλιό μαρτωλό αυτό σας μέ τίς συνήθειές του, καί ντυθήκατε τόν καινούργιο νθρωπο, πού νανεώνεται συνεχς σύμφωνα μέ τήν εκόνα το δημιουργο του, στε μέ τή νέα ζωή του νά φτάσει στήν τέλεια γνώση το Θεο» (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 9-10)

            « παλιός μαρτωλός αυτός μς πέθανε στό σταυρό μαζί μέ τό Χριστό. τσι, παψε νά ζε μαρτωλός νθρωπος καί δέν εμαστε πιά πόδουλοι στό ζυγό τς μαρτίας» (Πρός Ρωμαίους στ΄ 6).

2ον.Ἡ νέα ἐν Χριστῷ κατάσταση

            Μέ τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κύρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. δίδεται ἡ δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά ἑνωθεῖ μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί ἑνούμενος μαζί Του νά ἀποκτήσει νέες δυνατότητες ἐνισχυόμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἀνακαινίζει τήν ὕπαρξή του καί τό κάνει δυνατό καί σθεναρό ἀπέναντι στήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο.

            Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγει ὅτι ὁ ἄνθρωπος στήν κατάσταση αὐτή ἔχει γεννηθεῖ ἀπό τόν Θεό.

            «Σ’ σους μως τόν δέχτηκαν καί πίστεψαν σ’ ατόν δωσε τό δικαίωμα νά γίνουν παιδιά το Θεο Ἀπ’ τό Θεό γεννήθηκαν ατοί καί χι πό γυναίκας αμα, οτε πό πιθυμία νθρώπινη πιθυμία ντρα » (Ἰωάννου α΄ 12-13)

            «ποιος ἔχει γεννηθεῖ ἀπό τό Θεό καί εἶναι παιδί του παύει ν’ ἁμαρτάνει, γιατί ἡ δύναμη τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ, πού τόν γέννη­σε, μένει μέσα του. Ἀφοῦ ὁ Θεός τόν γέννησε, δέν μπορεῖ νά συνεχί­σει νά ἁμαρτάνει» (Α΄ Ἰωάννου γ΄ 9)

3ον. Ἡ πάλη

            Ὡστόσο ὅμως ἀνάμεσα στίς δύο καταστάσεις διεξάγεται μιά πάλη γιά τό ποιά ἀπό τίς δύο  θά κυριαρχήσει. Ἀπό τήν μιά ἡ νοοτροπία, ἡ συμπεριφορά καί ἡ κατάσταση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ κατάσταση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς πού ζεῖ ὁ ἄνθρωπος μαζί μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί ζωοποιεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.

            Ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος καλεῖται νά νεκρώσει τόν παλαιό ἄνθρωπο καί ζήσει μαζί μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό

            Αὐτό τόν ἀγῶνα περιγράφει ζωηρά ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

             «Γιατί ο μαρτωλές πιθυμίες εναι ντίθετες μέ τό Πνεμα, καί φυσικά τό Πνεμα ντίθετο μέ τίς μαρτωλές πιθυμίες. Ατά τά δύο ντιμάχονται τό να τό λλο, καί γι’ ατό λλωστε δέν κάνετε ατά πού θά θέλατε νά κάνετε» (Πρός Γαλάτας ε΄ 17)

            «Ἄς εχαριστήσουμε τό Θεό πού τό κανε ατό, μέ τό σωτήριο ργο το Κυρίου μς ησο Χριστο. ρα, λοιπόν, γώ διος, ν συμφων θεωρητικά μέ τό νόμο το Θεο, στήν πράξη εμαι ποταγμένος στό νόμο τς μαρτίας» (Πρός Ρωμαίους ζ΄ 25)

           

4ον. Ἡ νίκη-ὁ δοξασμός

            Ἡ κατά Χριστόν ζωή στεφανώνεται ἀπό τήν τελική καί ὁλοκληρωτική νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας καί ὁδηγεῖ στήν δόξα τόν ἄνθρωπο. Οἱ Ἀπόστολοι βεβαιώνουν τούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας ὅτι θά δοξασθοῦν μαζί μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό στήν αἰώνια καί οὐράνια Βασιλεία Του, ἐφόσον νικήσουν καί νεκρώσουν τόν παλαιό ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας.

            «Ὅταν Χριστός, πού εναι ληθινά ζωή μας, φανερωθε, τότε κι σες, στήν παρουσία του, θά φανερωθετε μαζί του δοξασμένοι» (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄ 4)

             «Ἀγαπητοί μου, τώρα εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ. Τί πρόκειται νά γίνου­με στό μέλλον δέν ἔχει ἀκόμα φανερωθεῖ. Ξέρουμε ὅμως πώς ὅταν ὁ Χριστός φανερωθεῖ στή δευτέρα παρουσία του, θά γίνουμε ὅμοιοι μ’ αὐτόν, γιατί θά τόν δοῦμε ὅπως πραγματικά εἶναι» (Α΄ Ἰωάννου γ΄ 2)

6 Νοεμβρίου 2020

ΟΙ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ

ΟΙ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ

ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ

(ἑορτή τῆς συνάξεως τῶν Ἀρχαγγέλων

καί πασῶν τῶν ἐπουρανίων Ἀσωμάτων:

Ἀγγέλων, Ἀρχαγγέλων, Ἀρχῶν, Ἐξουσιῶν, Δυνάμεων, Κυριοτήτων, Θρόνων, Χερουβείμ, Σεραφείμ)

 

Τοῦ  Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Πρῶτοι ἀπό ὅλα τά δημιουργήματα κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας δημιουργήθηκαν οἱ Ἄγγελοι ἐκ τοῦ μηδενός ἀπό τόν Θεό «Γιατί τά πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἦρθαν στήν ὕπαρξη, ὅσα στόν οὐρανό κι ὅσα στή γῆ, τά ὁρατά καί τά ἀόρατα, θρόνοι καί κυριότητες ἀρχές καί ἐξουσίες, ὅ,τι ὑπάρχει εἶναι πλασμένο δι᾽ αὐτοῦ καί αὐτόν ἔχει σκοπό του» (Πρός Κολοσσαεῖς α΄, 16)

Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο: «Ἐπειδή ὅμως δέν ἦταν αὐτό ἀρκετό στήν ἀγαθότητα,τό νά κινεῖται μόνο μέ τήν σκέψη της, ἀλλά

ἔπρεπε νά διασκορπισθεῖ τό ἀγαθό καί νά ἐξαπλωθεῖ, εἰς τρόπον ὥστε νά γίνουν περισσότερα τά εὐεργετούμενα (διότι αὐτό ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς ἀπείρου ἀγαθότητας), κατ’ ἀρχήν μέν δημιουργεῖ μέ τήν σκέψη τούς ἀγγέλους καί τίς οὐράνιες δυνάμεις. Καί ἡ σκέψη της γίνεται ἔργο τό ὁποῖο συμπληρώνεται ἀπό τόν Λόγο καί ὁλοκληρώνεται ἀπό τό Πνεῦμα. Καί ἔτσι δημιουργήθηκαν δεύτερες λαμπρότητες, ὑπηρέτες τῆς πρώτης λαμπρότητας, τίς ὁποῖες πρέπει νά θεωρήσουμε εἴτε νοερά πνεύματα, εἴτε πῦρ κατά κάποιο τρόπο ἄυλο καί ἀσώματο, εἴτε ὡς κάποια ἄλλη φύση, ἡ ὁποία ταιριάζει ὅσο τό δυνατόν περισσότερο πρός τά λεχθέντα» (Λόγος 38 «Εἰς τά Θεοφάνεια, δηλαδή τήν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος» § 9 Migne P.G. 36, 320).

Τό ὄνομα Ἄγγελος εἶναι δηλωτικό ὄχι τῆς οὐσίας, ἀλλά τῆς ἰδιότητας καί διακονίας του, διότι ἀναγγέλλει στούς ἀνθρώπους τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, ἄγγελος εἶναι: «Οὐσία νοερή, ἀεικίνητη, αὐτεξούσια, ἀσώματη, λειτουργός τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει λάβει τήν ἀθανασία στήν φύση κατά χάρη (Ἔκδοσις Ἀκριβής Ὀρθοδόξου Πίστεως, ΙΙ, Γ΄. Migne P.G. 94, 865)

Οἱ Ἄγγελοι κατατάσσονται σέ ἐννέα τάγματα κατά ἀνοδική κλίμακα, ἀπό τούς κατώτερους στούς ἀνώτερους ὡς ἑξῆς: Ἄγγελοι, Ἀρχάγγελοι, Ἀρχαί, Ἐξουσίαι, Δυνάμεις, Κυριότητες, Θρόνοι, Χερουβείμ, Σεραφείμ. Ἔργο τῶν ἀγαθῶν Ἀγγέλων εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί ἡ διακονία στήν διακυβέρνηση τοῦ κόσμου καί ἡ ὅλη ἐκπλήρωση τοῦ θείου θελήματος, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἡ προστασία τῶν ἀνθρώπων καί ἡ χρησιμοποίησή τους ἀπό τόν Θεό «γιά νά ὑπηρετοῦν ἐκείνους πού πρόκειται νά κληρονομήσουν τήν αἰώνια ζωή (Πρός Ἑβραίους α΄, 14)

Οἱ Ἀρχάγγελοι Μιχαήλ καί Γαβριήλ

Ἄν ρίξουμε ἕνα βλέμμα στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη, θά παρακολουθήσουμε μέ θαυμασμό τήν πορεία τῶν δύο Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ. Ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς Δημιουργίας αὐτοί πρωτοστατοῦν στή χαριτόβρυτη Ἐδέμ, φυλάσσοντας τίς πύλες τοῦ Παραδείσου μέ τό πλῆθος τῶν Ἀγγέλων, πού ἀσίγητα ὑμνοῦν τήν Τρισήλιο Θεότητα. Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ ἐμφανίζεται ὡς ὁ δυνατός, ὁ ἄρχων πολεμιστής καί διώκτης παντός κακοῦ, πού κατά τήν ἐπανάσταση τοῦ Ἑωσφόρου ἀναφωνεῖ πρός τά ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων τό βροντερό: «Στῶμεν καλῶς», πού σήμαινε τήν ὑποταγή στόν μέγα Κυβερνήτη τοῦ Ἀπείρου. Ὁ ἴδιος στέλλεται στόν Ἀβραάμ, ἐντολοδόχος στή θυσία τοῦ Ἰσαάκ, καί κρατᾶ τό χέρι τοῦ πατέρα, καθώς ἑτοιμάζεται νά βυθίσει τό  μαχαίρι στόν τράχηλο τοῦ παιδιοῦ του. Σώζει τόν Λώτ καί τήν οἰκογένειά του ἀπό τό πῦρ τῶν Σοδόμων, λυτρώνει τόν πατριάρχη Ἰακώβ ἀπό τά δολοφονικά χέρια τοῦ Ἠσαῦ. Προπορεύεται ὡς ὁδηγός καί προστάτης στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ κατά τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν Αἰγυπτίων καί μέ τή στήλη τοῦ πυρός καί τῆς νεφέλης διευκολύνει τήν ὁδοιπορία του στήν ἔρημο. Στόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὅταν τόν ἐρωτᾶ ποιός εἶναι, ἀπαντᾶ μέ ἀληθινή μεγαλοπρέπεια: « Ἐγώ Ἀρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα». Σέ κάθε καμπή τῆς βιβλικῆς ἱστορίας διαφαίνεται ἡ παρουσία του. Ἐμψυχώνει τόν Γεδεών καί τόν Δανιήλ, ὅταν μπροστά σέ ὑπέρτερους ἐχθρούς στέκουν ἀδύναμοι. Ὅπως τ’ ὄνομά του συμβολίζει τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί ἡ παρουσία τοῦ χαρίζει νικηφόρα τρόπαια κατά τῶν ἐναντίων καί χαλυβδώνει τήν ψυχή στόν ἀγώνα κατά τοῦ κακοῦ. Εἶναι ἐκεῖνος, πού, καθώς πιστεύει ὁ λαός μας, στέκει στήν ἐπιθανάτια κλίνη τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ὁδηγήσει τήν ψυχή του πρός τόν κόσμο τῆς αἰωνιότητος.

Δίπλα του, ἄν αὐτός εἶναι ὁ Ἀρχιστράτηγος πολεμιστής μέ τήν πύρινη ρομφαία, ἰσότιμος στέκει ὁ πανεύμορφος Ἀρχάγγελος τῆς χαρᾶς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ θαυμαστός Γαβριήλ, πού τ’ ὄνομά του σημαίνει «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ». Πολλές εὐεργεσίες πρόσφερε στήν ἀνθρωπότητα. Στήν Παλαιά Διαθήκη φανερώνεται στό ὅραμα τοῦ Δανιήλ κι’ ἀκόμα προλέγει στόν ἴδιο τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὕστερα ἀπό τετρακόσια ἐνενήντα χρόνια (ἑβδομήκοντα ἑβδομάδας ἐτῶν). Τόν βλέπομε ἰδιαίτερα νά πρωτοστατεῖ στήν Καινή Διαθήκη, ὅταν φέρνει τό μήνυμα τῆς χαρᾶς στόν πρεσβύτη Ζαχαρία, ἀναγγέλλοντάς του τή γέννηση τοῦ Προδρόμου. Παίρνοντας μέρος στό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, διασχίζει τά γαλάζια πλάτη καί κατεβαίνει στή Ναζαρέτ καί προσφέρει τόν χαιρετισμό τῶν Οὐρανῶν στήν ἁγνή Μαρία, φέρνοντας καί τό μεγάλο μήνυμα τῆς σωτηρίας μέ τήν γέννηση τοῦ Κυρίου.

Γιά τοῦτο τόν Ἀρχάγγελο ἕνας ἱερός ὑμνογράφος λέει πώς, φτάνοντας στή στέγη τῆς Παρθένου, στάθηκε μέ ἀπορία, διαλογιζόμενος πῶς νά χαιρετίση τήν Κόρη καί μέ ποιά λόγια νά εὐαγγελισθεῖ τό μέγα μυστήριο. Ξάφνου τινάζοντας τά λευκά φτερά του προχωρεῖ καί λέγει :

«Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σου !»

                                                                   8 Νοεμβρίου 2017

 

30 Ὀκτωβρίου 2020

Ἡ κατοικία μας ὡς οἶκος τοῦ Θεοῦ

Ἡ κατοικία μας ὡς οἶκος τοῦ Θεοῦ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

Γιὰ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα εὐνοϊκὸ περιβάλλον καὶ μία ἑστία προστατευτική, δηλαδὴ μία οἰκογένεια καὶ ἕνα σπίτι.

  1. ῾Ο οἰκογενειακὸς οἶκος

Γιὰ τὴν σημασία τῆς κατοικίας καὶ τὴν ἀξία της  διαβάζουμε στὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν· Σὰν τὸ πουλὶ ποὺ μακριὰ πλανιέται ἀπὸ τὴν φωλιά του, εἶναι ὅποιος ἀπὸ τὸν τόπο του πλανιέται μακριά. ῾Η κατοικία προσφέρει προστασία. (Παροιμιῶν κζ΄, 8) 

Στὸ βιβλίο τῆς Σοφίας Σειρὰχ ὁμοίως τονίζεται αὐτὴ ἡ βασικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔχει κατοικία (Σοφίας Σειράχ κθ΄ 21-22)

῾Ο Θεὸς προστατεύει τὴν οἰκογενειακὴ ἑστία καὶ τὴν περιουσία τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο εἶναι σαφής· Δὲν θὰ ἐπιθυμήσεις τὸ σπίτι τοῦ συνανθρώπου σου, οὔτε τὸ χωράφι του (Ἐξόδου κ΄, 17)

᾿Αρέσει στὸν ἄνθρωπο νὰ ὑποδέχεται στὸ σπίτι του φιλοξενούμενους, ὅπως ὁ δίκαιος Λὼτ τοὺς δύο ἀγγέλους· Παρακαλῶ, κύριοί μου, ἐλᾶτε στὸ σπίτι τοῦ δούλου σας νὰ περάσετε τὴν νύχτα. Νὰ πλύνετε τὰ πόδια σας,  καὶ τὸ πρωὶ σηκώνεστε καὶ συνεχίζετε τὸν δρόμο σας (Γενέσεως ιθ΄, 2). ῾Η ἁγία Λυδία ἐξανάγκασε τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὴν συνοδεία του νὰ δεχθοῦν τὴν φιλοξενία της· ᾿Αφοῦ βαπτίσθηκε αὐτὴ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά της, μᾶς παρακαλοῦσε· ἂν μὲ κρίνετε πιστὴ στὸν Κύριο, ἐλᾶτε νὰ μείνετε στὸ σπίτι μου, καὶ μᾶς τὸ ζητοῦσε μὲ πολλὴ ἐπιμονή. (Πράξεων ιστ΄, 15)

  1. Τὸ θεμέλιο τῆς κατοικίας μας

Βασικὴ προϋπόθεσις γιὰ τὴν δημιουργία μιᾶς χριστιανικῆς οἰκογένειας εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως τῶν οἰκούντων κατὰ τό «ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα». (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 4)

Πρὶν θέσουμε τὸ πρῶτο λιθάρι, τὸν θεμέλιο λίθο γιὰ νὰ ἀνεγείρουμε τὴν κατοικία μας καὶ πρὶν ἀγοράσουμε τὸ βασικότερο ἔπιπλο, πρέπει νὰ τοποθετήσουμε τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο τοῦ σπιτιοῦ μας καὶ τῆς οἰκογένειάς μας, τὸν Θεό. Στὴν ῾Αγία Γραφὴ διαβάζουμε γιὰ τέτοιες εὐλογημένες οἰκογένειες· Μερικὲς μνημονεύονται στὴν Καινὴ Διαθήκη σὰν ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις. 

῾Ο ἀρχιτελώνης δεχόμενος τὸν Χριστὸ ἀπόλαυσε «σωτηρίαν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ» (Λουκᾶ ιθ΄, 9).  ῾Ο δεσμοφύλακας τῶν Φιλίππων, ὅταν πίστευσε «ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα» (Πράξεων ιστ΄, 33). Ὁ Κορνήλιος ἦταν εὐσεβὴς καὶ εἶχε προσχωρήσει στὴν ἰουδαϊκὴ κοινότητα μαζὶ μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά του. ῎Εδιδε πολλὲς ἐλεημοσύνες καὶ προσευχόταν συνεχῶς στὸν Θεό. (Πράξεων ι΄, 2)

Σήμερα πολλοί, στὶς χριστιανικὲς οἰκογένειες, ἄφησαν νὰ σβύσει ἡ ἱερὴ φλόγα, νὰ ἀτονήσει ἡ πίστις, νὰ παραμεληθεῖ ἐγκληματικὰ ἡ πνευματικὴ ζωή, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γκρεμισθεῖ ἡ οἰκογένεια, νὰ ἀφανισθοῦν οἱ δεσμοὶ τῶν προσώπων, νὰ διαλυθεῖ, νὰ ἐκπέσει. Τὰ διαζύγια, τὰ οἰκογενειακὰ δράματα ὡς αἰτία τους ἔχουν ὄχι τοὺς κάποιους οἰκονομικοὺς λόγους ἢ τὴν ἀσυμφωνία τῶν χαρακτήρων ἢ κάτι ἄλλο, ἀλλὰ τὸ σβύσιμο αὐτῆς τῆς ἱερῆς φλόγας, τῆς πίστεως στὸν ἀληθινὸ Θεό. 

῍Ας θυμηθοῦμε τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας, μὲ τοὺς ὁποίους συνιστᾶ καὶ προτρέπει τὸν πιστὸ νὰ οἰκοδομήσει τὴν οἰκογένειά του στὸν ἀκλόνητο βράχο τῆς πίστεως καὶ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ· ῞Οποιος ἀκούει αὐτὰ τὰ λόγια μου καὶ τὰ τηρεῖ, αὐτὸν τὸν παρομοιάζω μ᾿ ἕναν συνετὸ ἄνθρωπο, ποὺ ἔχτισε τὸ σπίτι του ἐπάνω στὸν βράχο. ῎Ετσι, ὅταν ἦρθε ἡ βροχὴ καὶ πλημμύρισαν τὰ ποτάμια καὶ φύσηξαν οἱ ἄνεμοι καὶ ἔπεσαν ὁρμητικὰ ἐπάνω σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σπίτι, δὲν γκρεμίστηκε, γιατὶ εἶχε θεμελιωθεῖ ἐπάνω στὸν βράχο. Καὶ ὅποιος ἀκούει αὐτὰ τὰ λόγια μου, μὰ δὲν τὰ τηρεῖ στὴν πρᾶξι, μοιάζει μ᾿ ἕναν ἄμυαλο ἄνθρωπο, ποὺ ἔχτισε τὸ σπίτι του ἐπάνω στὴν ἄμμο. ῎Ετσι, ὅταν ἦρθε ἡ βροχὴ καὶ πλημμύρισαν τὰ ποτάμια καὶ φύσηξαν οἱ ἄνεμοι κι ἔπεσαν ἐπάνω σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σπίτι, αὐτὸ γκρεμίστηκε· καὶ ἡ πτῶσις ἦταν ὁλοκληρωτικὴ καὶ πλήρης. (Ματθαίου ζ΄, 24-27)

῾Η κατοικία λοιπὸν γιὰ νὰ σταθεῖ χωρὶς κλονισμὸ πρέπει νὰ εἶναι χῶρος στὸν ὁποῖο θὰ στεγάζεται «ἡ κατ᾿ οἶκον ἐκκλησία». Αὐτῆς τῆς ὁποίας κεφαλὴ θὰ εἶναι ὁ Κύριος καὶ μέλη οἱ ἐκλεκτὲς ψυχές, οἱ ὁποῖες ὅλες μαζὶ ζοῦν σὲ μία εὐλογημένη κοινότητα ζωῆς.

3.«Κατ᾿ οἶκον ᾿Εκκλησία» (Πρός Ρωμαίους ιστ΄, 4)

῾Ο σκοπὸς τῆς κατοικίας δὲν εἶναι μόνο ὑλικός, εἶναι καὶ πνευματικός. Δὲν εἶναι μόνο τὸ μέρος ποὺ γευματίζουμε καὶ κοιμόμαστε, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ τόπος στὸν ὁποῖο προσευχόμαστε, μελετᾶμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐπικοινωνοῦμε μὲ τοὺς ἀδελφούς μας, ἀσκούμεθα στὰ πνευματικὰ ἀγωνίσματα, βιώνουμε τὴν ἐν Χριστῷ ἀδελφότητά μας, ἀγαπᾶμε καὶ ἀγαπώμεθα. ᾿Αναφερόμαστε στὴν χριστιανικὴ οἰκογένεια.

4.Στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ

῾Ο Θεὸς δὲν ἀρκεῖται νὰ δώσει στὸν ἄνθρωπο μία φυσικὴ οἰκογένεια καὶ μία κατοικία. Θέλει νὰ εἰσαγάγει τὸν ἄνθρωπο μέσα στὸν δικό Του οἶκο, ὄχι σὰν ὑπηρέτη, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ υἱοῦ.

Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἀφοῦ κατοίκησε ἀνάμεσα στὸν ᾿Ισραὴλ μέσα στὸν Ναό, ἔστειλε τὸν Μονογενῆ Υἱό Του γιὰ νὰ κατασκευάσει ἕνα πνευματικὸ οἶκο, τὴν ᾿Εκκλησία, φτιαγμένο ἀπὸ ζωντανὲς πέτρες καὶ ἀνοικτὸ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. «῾Υμεῖς ἐστὲ Θεοῦ οἰκοδομή» (Πρός Κορινθίους γ΄, 9). Εἶστε οἰκοδόμημα τοῦ Θεοῦ. ᾿Ελᾶτε καὶ σεῖς νὰ χρησιμοποιηθεῖτε σὰν ζωντανὰ λιθάρια στὸ χτίσιμο τοῦ πνευματικοῦ ναοῦ (Α΄ Πέτρου β΄, 5)

῾Ο Κύριος ὑπόσχεται ὅτι θὰ καταλύσει τὸν ἐπίγειο οἶκο τῆς ψυχῆς καὶ θὰ οἰκοδομήσει νέο ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν· ᾿Εγὼ θὰ γκρεμίσω αὐτὸ τὸν ναό, ποὺ ἔγινε ἀπὸ ἀνθρώπινα χέρια, καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ οἰκοδομήσω ἄλλον, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἔχουν φτιάξει ἀνθρώπινα χέρια (Μάρκου ιδ΄, 58).

῾Ο πιστὸς ἀτενίζει πρὸς τὴν αἰωνία κατοικία του· «῾Ημῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Πρός Φιλιππησίους γ΄, 20)  Γνωρίζουμε πώς, ἂν ἡ ἐπίγεια σκηνὴ ποὺ κατοικοῦμε, δηλαδὴ τὸ σῶμα μας, διαλυθεῖ, ἔχουμε στοὺς οὐρανοὺς κατοικία αἰώνια, οἰκοδομημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπινα χέρια (Πρός Κορινθίους Β΄, ε΄, 1).

Αὐτὴ ἡ αἰώνια κατοικία εἶναι οἱ σκηνὲς τῶν δικαίων.

30 Ὀκτωβρίου 2020

Ἡ αὐτάρκεια τοῦ πιστοῦ πρός δόξαν Θεοῦ Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ἡ αὐτάρκεια τοῦ πιστοῦ πρός δόξαν Θεοῦ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Δημοσιεύθηκε τήν 22.10.2020

Αὐτάρκεια σημαίνει νὰ ἀρκεῖται ὁ ἄνθρωπος σ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔχει, σ᾿ αὐτὰ ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ ἔχει. ῾Ο Θεὸς θέλει ὁ πιστὸς νὰ εἶναι πνευματικά γυμνασμένος νὰ ἀντιμετωπίσει ὅποια κατάστασι Αὐτὸς ἐπιτρέψει νὰ ἔλθει στὴν ζωή του. ᾿Αγόγγυστα νὰ δέχεται ὅσα ὁ Θεὸς ἐπιτρέψει νὰ ἔλθουν στὴν ζωή του.

Παράδειγμα ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ εἶναι ὁ ᾿Ιώβ, ὁ ὁποῖος ἐπετίμησε τὴν γυναίκα του, ἡ ὁποία τὸν συμβούλευε καὶ τὸν ὠθοῦσε νὰ παραπονεθεῖ στὸν Θεὸ γιὰ τὶς συμφορές του, λέγοντας σ᾿ αὐτή «σὰν μία ἀνόητη γυναίκα ὁμίλησες; ᾿Εὰν τὰ καλὰ δεχθήκαμε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, τὰ θλιβερὰ δὲν πρέπει νὰ τὰ δεχθοῦμε;» (Ἰώβ β΄, 10)

Θαυμάζουμε καὶ διδασκόμαστε ἀπὸ τὴν αὐτάρκεια ποὺ αἰσθανόταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας «᾿Εγὼ ἔμαθα, λέγει ὁ ᾿Απόστολος, νὰ ἀρκοῦμαι σὲ ὅσα ἔχω. Μπορῶ νὰ ζήσω καὶ μὲ στερήσεις καὶ μὲ ἀφθονία· ἔχω μάθει νὰ ἀντιμετωπίζω κάθε φορὰ ὁποιαδήποτε κατάστασι· καὶ νὰ εἶμαι χορτάτος καὶ νὰ πεινῶ· καὶ νὰ ἔχω περίσσευμα καὶ νὰ στεροῦμαι. ῞Ολα τὰ μπορῶ χάρι στὸν Χριστὸ ποὺ μὲ δυναμώνει» (Πρός Φιλιππησίους δ΄, 11-13)

Γι᾿ αὐτὸ συμβούλευε τὸν ἀπόστολο Τιμόθεο : «δὲν φέραμε μαζί μας τίποτε ὅταν ἤρθαμε στὸν κόσμο, καὶ εἶναι φανερὸ πὼς τίποτε δὲν μποροῦμε νὰ βγάλουμε φεύγοντας. ῞Οταν ἔχουμε, λοιπόν, τροφὲς καὶ ἐνδύματα, θὰ ἀρκεσθοῦμε σ᾿ αὐτά»  (Πρός Τιμόθεον Α΄, στ΄, 7-8)

῾Ο πιστὸς ἄνθρωπος δὲν λησμονεῖ ὅτι τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀπολαμβάνει στὴν ζωή του εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν ἀντίληψι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τίποτε καλύτερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀπὸ τὸ νὰ τρώγει, νὰ πίνει καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὸν κόπο του. «Βλέπω ὅμως ὅτι αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ» (Ἐκκλησιαστής β΄, 24)

 ῾Ο κίνδυνος τῶν καταχρήσεων

῾Ο ἄνθρωπος διατρέχει τὸν κίνδυνο παρανοώντας καί διαστρέφοντας τήν αὐτάρκειά του νὰ καταχρασθεῖ τὴν τροφὴ καί τά προσφερόμενα ἀπό τόν Θεό καὶ νὰ περιπέσει:  

α´. Στὴν λαιμαργία καὶ στὴν μέθη, ἀλλά καί στά παρεπόμενα αὐτῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν ἀθλιότητα. Γι᾿ αὐτὸ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ συμβουλεύει «Ἀκουσε υἱέ μου καὶ γίνε σοφὸς καὶ τὴν καρδιά σου ὁδήγησέ την στὸν ἴσιο δρόμο, Μὴν εἶσαι στὴν παρέα τῶν μέθυσων, κι ἐκείνων ποὺ μὲ κρέατα παραχορταίνουν· γιατὶ ὁ μέθυσος καὶ ὁ λαίμαργος πτωχαίνουν, καὶ ντύνει μὲ κουρέλια τὸν ὑπναρᾶ ἡ νωθρότητα (Παροιμιῶν κγ΄, 19-21)

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τοὺς χριστιανούς «μὴ μεθᾶτε μὲ κρασί, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀσωτία, ἀλλὰ νὰ γεμίζετε τὴν ψυχή σας μὲ Πνεῦμα ῞Αγιο» (Πρός Ἐφεσίους ε΄, 18)

β´. Στὴν χλιδὴ καὶ στὴν τέρψι τῶν ἀπολαύσεων.

῾Ο προφήτης ᾿Αμὼς ἐλέγχει τοὺς τρυφῶντες καί ἀλλαζόνες «᾿Αλλοίμονο... σὲ σᾶς ποὺ ξαπλώνετε ἀμέριμνα σὲ ἀνάκλιντρα στολισμένα μὲ ἐλεφαντόδοντο, καὶ ποὺ τρῶτε ἀρνάκια καὶ καλοθρεμένα μοσχαράκια ἀπὸ τὰ κοπάδια σας» (Ἀμώς στ΄, 4)

γ´. Στὴν ἀδικία καὶ τὴν ἐκμετάλλευσι τοῦ πτωχοῦ. Αὐτὰ μὲ σφοδρότητα ἐλέγχει καὶ ἐπιτιμᾶ ὁ Θεός καί ὁ Κύριός μας στό λόγο του καί τίς παραβολές του.

  1. ῾Ο Θεὸς εἶναι ἡ τροφὴ τῶν παιδιῶν του πού πρέπει νά νιώθουν αὐτάρκη

῾Ο χριστιανὸς δὲν εἶναι πλέον «δεδουλωμένος ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου». Μὲ τὴν υἱοθεσία, Γαλάτας δ´ 3 καὶ ἑξῆς, ἔχει γίνει παιδὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνήκουν ὅλα ὅσα εὑρίσκονται μέσα στὴν οἰκουμένη κατὰ τὸν ἀποστολικὸ λόγο· « Γι᾿ αὐτὸ κανεὶς νὰ μὴν καυχᾶται ὅτι ἀνήκει σὲ ἀνθρώπους. ῞Ολα εἶναι δικά σας· καὶ ὁ Παῦλος καὶ ὁ ᾿Απολλὼς καὶ ὁ Πέτρος· σὲ σᾶς ἀνήκει ὅλος ὁ κόσμος, καὶ ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος, καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. ῞Ολα σὲ σᾶς ἀνήκουν· ἐσεῖς ὅμως ἀνήκετε στὸν Χριστό, καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι γνήσιος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Πρός Κορινθίους γ΄, 21-23)

῾Επομένως ὅ,τι καὶ νὰ φάγει ἢ νὰ πιεῖ ὁ χριστιανός, καθώς καί ὅ, τι κατέχει καί σέ ὅ, τι δρᾶ πρέπει νὰ γίνεται γι᾿ αὐτὸν πηγὴ εὐχαριστίας κατὰ τὴν ἀποστολικὴ προτροπή· «Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε» (Πρός Κορινθίους Α΄, ι΄, 31)

  1. ῾Ο Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός

῾Ο Κύριος μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ δείξει ὅτι τοῦ ἀρκεῖ ὁ Θεὸς καὶ ὅτι ἡ τροφή Του εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του ἀποκρίθηκε κατά τόν πειρασμό πού δέχθηκε ἀπ τόν διάβολο : «οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ» (Ματθαίου δ΄, 1-4)

Στὴν ἐπὶ τοῦ ῎Ορους ὁμιλία Του συνιστοῦσε στοὺς μαθητές Του νὰ ἐμπιστεύονται στὸν ᾿Επουράνιο Πατέρα τους τὰ θέματα τῆς ζωῆς τους· «Μὴ μεριμνᾶτε τί φάγετε» (Ματθαίου στ΄, 25), «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθαίου στ΄, 33). Γι᾿ αὐτὸ συνέστησε σὲ ὅσους εὐεργετήθηκαν νὰ ζητοῦν κάτι περισσότερο ἀπό «τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην» (Ἰωάννου στ΄, 27 καί Πρός Ρωμαίους ιδ΄, 17), δηλαδὴ τὴν ὑλικὴ τροφή, ποὺ εἶναι προσωρινὴ καὶ χάνεται καὶ πρότεινε ὁ ῎Ιδιος τὴν σάρκα Του, ὡς ἀληθινὴ τροφὴ καὶ τὸ αἷμα Του, ὡς ἀληθινὸ ποτό. «῾Η σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις» (Ἰωάννου στ΄, 55).

῾Η θεία Εὐχαριστία, στὴν ὁποία ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος τῆς γῆς γίνεται τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, κάνει τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἔχει γίνει παιδὶ τοῦ Θεοῦ, ἱκανὸν νὰ τρέφεται καί νά εἶναι αὐτάρκης. Ἔτσι σὲ κάθε δύσκολη περίστασί του ἐνισχύεται ἀπὸ τὸν Κύριός μας ᾿Ιησοῦ Χριστό, ἀπὸ τὰ λόγια Του, ἀπὸ τὴν θυσία Του, ἀπὸ τὴν ζωή Του.

 

 

16 Ὀκτωβρίου 2020

Ἡ πηγή καί ἡ σημασία τῆς τροφῆς γιά τόν Χριστιανό

Ἡ πηγή καί ἡ σημασία τῆς τροφῆς γιά τόν Χριστιανό

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Ἡ πρώτη βασικὴ ἀνάγκη τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ τροφή, γιὰ τὸ σῶμα καὶ γιὰ τὴν ψυχή. Πρῶτα θὰ ἐξετάσουμε τὴν τροφὴ τοῦ σώματος.

Ἡ τροφὴ τοῦ σώματος

Γνωρίζουμε ὅτι ἡ τροφὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἀνάπτυξι καὶ τὴν συντήρησι τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶναι  καὶ γνωστὸ ὅτι οἱ ἐκτροπές της πολλὲς φορὲς καταδυναστεύουν τὸν ἄνθρωπο. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ διευκρινίζει ὅλα τὰ σχετικὰ θέματα.

  1. ῾Η πηγὴ τῆς τροφῆς

῾Ο Θεὸς δίδοντας στὸν ἄνθρωπο τὸ σῶμα του, πρόβλεψε καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίησι τῶν ἀναγκῶν του καὶ ἐν προκειμένῳ πῶς θὰ αὐξηθεῖ, πῶς θὰ συντηρηθεῖ καὶ πῶς θὰ τραφεῖ. Εἶπε ὁ Θεός· Νά, ὅλα τὰ φυτὰ ἐπάνω στὴν γῆ, ποὺ βγάζουν σπόρους, σᾶς τὰ δίδω, καθὼς καὶ ὅλα τὰ δένδρα ποὺ ἔχουν καρποὺς γεμάτους σπόρους· αὐτὰ θὰ εἶναι γιὰ τροφή σας (Γενέσεως α΄, 29).

῾Ο ἄνθρωπος προσευχόμενος δοξολογεῖ τὸν Δημιουργό του, ἀναγνωρίζοντας ὅτι εἶναι «εἶναι Αὐτὸς ποὺ βλαστάνει ἀπὸ τὴν γῆ χορτάρι γιὰ τὴν διατροφὴ τῶν ζώων καὶ χλοερὴ φυτεία πρὸς ἐξυπηρέτησι τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου» (Ψαλμός 130, 14) καί «εἶναι Αὐτὸς ποὺ δίδει σὲ κάθε ὕπαρξι τροφή, καθ’ ὅσον τὸ ἔλεός Του μένει αἰώνια» (Ψαλμός 135, 25- Ματθαίου στ΄, 25-34)

  1. ῾Η σημασία τῆς τροφῆς

Τὸ δεύτερο θέμα ποὺ διευκρινίζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σημασία, ἡ ἀξία, ἡ χρῆσις τῆς τροφῆς.

῾Η τροφὴ δὲν εἶναι βέβαια αὐτὴ ἡ ζωή, εἶναι τὸ μέσον γιὰ νὰ συντηρηθεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν ζωή. ῾Ο ἄνθρωπος δὲν ζεῖ γιὰ νὰ τρώγει, ἀλλὰ τρώγει γιὰ νὰ ζεῖ. Αὐτὸ τὸ τόνισε μὲ σαφήνεια ὁ Κύριός μας, ὅταν εἶπε ὅτι· «ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς» (Ματθαίου στ΄, 25). Δηλαδή, ἡ ψυχὴ ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ τὴν τροφή.

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἐπιστολή του πρὸς Φιλιππησίους ἀναφέρεται στοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ μεταξὺ αὐτῶν συμπεριλαμβάνει καὶ αὐτούς, ποὺ θεός τους εἶναι ἡ κοιλία τους· «ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία» (Πρός Φιλιππησίους γ΄, 19).  Εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὸ ζωῶδες ἐπίπεδο τῆς ζωῆς καὶ εἶναι πρόθυμοι νά «φαυλίσουν (πουλήσουν) τὰ πρωτοτόκιά» τους, ὅπως ὁ ῾Ησαῦ τὰ πούλησε ἀντί «ἄρτου καὶ ἑψήματος φακοῦ» (Γενέσεως κε΄, 34).

  1. ῾Ο τρόπος ἀποκτήσεως τῆς τροφῆς

῾Ο βιολογικὸς καὶ ἠθικὸς νόμος τῆς ἐργασίας, εἶναι συνδεδεμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀγαθῶν, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη γιὰ τὴν συντήρησί του. ῾Η ἐργασία αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτὴ δὲν εἶναι κατάρα, ἀλλὰ εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔλαβε , ἀναφέρει ἡ Γραφή, «Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἔβαλε μέσα στὸν κῆπο τῆς ᾿Εδὲμ γιὰ νὰ τὸν καλλιεργεῖ καὶ νὰ τὸν προσέχει. Τοῦ ἔδωσε αὐτὴ τὴν ἐντολή· ᾿Απ᾿ ὅλα τὰ δένδρα τοῦ κήπου μπορεῖς νὰ τρώγεις. ᾿Απὸ τὸ δένδρο ὅμως τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ νὰ μὴ φάγεις· γιατὶ τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ θὰ φάγεις ἀπ᾿ αὐτό, ἐξάπαντος θὰ πεθάνεις» (Γενέσεως β΄, 15-17).

῾Η ἐργασία ὅμως ποὺ δὲν ἱκανοποιεῖ, ὁ ἱδρώτας ποὺ δὲν χορταίνει, τὸ ἡμερομίσθιο ποὺ δὲν ἀνταμείβει τὸν κόπο, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ τῶν συνεπειῶν της. ῞Οσα ἐπακολούθησαν μετὰ τὴν παράβασι τῆς θείας ἐντολῆς τὰ ἐπιβεβαιώνουν ἢ μᾶλλον τὰ προφητεύουν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ· «Εἶπε ὁ Θεὸς στὸν ᾿Αδάμ· ἐπειδὴ ἄκουσες τὴν συμβουλὴ τῆς γυναικός σου καὶ ἔφαγες ἀπὸ τὸ δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σὲ εἶχα διατάξει νὰ μὴ φάγεις, καταραμένη θὰ εἶναι ἡ γῆ ἐξ αἰτίας σου. Μὲ μόχθο θὰ τὴν καλλιεργεῖς σὲ ὅλη σου τὴν ζωή. ᾿Αγκάθια καὶ τριβόλια θὰ σοῦ βλαστάνει καὶ θὰ τρώγεις τὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ. Μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου σου θὰ τρώγεις τὸ ψωμί σου, ὥσπου νὰ ξαναγυρίσεις στὴν γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθες, γιατὶ χῶμα εἶσαι καὶ στὸ χῶμα θὰ ἐπιστρέψεις» (Γενέσεως γ΄, 17-19).

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δηλώνει ὅτι ἐκτιμᾶ πολύ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐξασφαλίζει τὰ πρὸς ζωάρκεια ἐργαζόμενος. Γι᾿ αὐτὸ μᾶς συνιστᾶ «νὰ ἐργάζεσθε μὲ τὰ ἴδια σας τὰ χέρια, σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες καὶ τὶς ἐντολὲς ποὺ σᾶς δώσαμε, γιὰ νὰ συμπεριφέρεσθε ἔτσι ὅπως ταιριάζει στοὺς χριστιανοὺς μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ εὐγένεια πρὸς τοὺς ἔξω τῆς ᾿Εκκλησίας, καὶ νὰ μὴν ἔχετε ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐργασία σας νὰ ἐπαρκεῖστε στὸν ἑαυτό σας» (Πρός Θεσσαλονικεῖς Α΄δ΄, 11-12). Καὶ προτρέπει· «ὅταν εἴμασταν κοντά σας, αὐτὸ σᾶς παραγγέλαμε· ῞Οποιος δὲν θέλει νὰ ἐργάζεται, αὐτὸς νὰ μὴ τρώγει κιόλας. Γιατὶ μαθαίνουμε ὅτι μερικοὶ ἀπὸ σᾶς εἶναι ἀργόσχολοι, δηλαδὴ δὲν ἐργάζονται, ἀλλὰ περιεργάζονται τοὺς ἄλλους. Σ᾿ αὐτοὺς παραγγέλλουμε καὶ τοὺς παρακαλοῦμε, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, νὰ ἡρεμήσουν καὶ νὰ ἐργάζονται κανονικά, γιὰ νὰ κερδίσουν τὸ ψωμί τους» (Πρός Θεσσαλονικεῖς Β΄, γ΄, 10-12)

 

 

15 Ὀκτωβρίου 2020

Ὁ Ζῶν Θεός

Ὁ Ζῶν Θεός

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ὁ Θεὸς εἶναι ζωντανός, ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ στὴν αἰώνια ζωή. Ἀπὸ τὴν μιὰ ἄκρη ἕως τὴν ἄλλη τῆς ῾Αγίας Γραφῆς μιὰ βαθειὰ αἴσθηση τῆς ζωῆς σ᾽ ὅλες τὶς μορφές της, καὶ μιὰ αἴσθηση πολὺ καθαρὴ τοῦ Θεοῦ, μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν ζωὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἐκζητεῖ μὲ ἀκατάβλητη ἐλπίδα, ὡς ἕνα δῶρο ἱερό, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ἐκδηλώνει ἐκθαμβωτικὰ τὸ μυστήριο καὶ τὴν γενναιοδωρία Του.

  1. ῾Ο «ζῶν» Θεός

Νὰ ἐπικαλεῖται κανεὶς «τὸν ζῶντα Θεόν», (Δευτερονομίου δ´, 33· ᾽Ιησοῦ τοῦ Ναυῆ γ´ 10· Τωβὶτ ιγ´, 1) νὰ ἐμφανίζεται ὡς ὁ «δοῦλος τοῦ ζῶντος Θεοῦ» ὡς ὁ Δανιήλ, (Δανιὴλ στ´ 20) ἢ ὡς ὁ ᾽Ηλίας (Γ΄ Βασιλειῶν ιη΄10,15), ἢ ὡς ὁ Δαυίδ, νὰ ὁρκίζεται κανεὶς «εἰς τὸν ζῶντα Θεόν» (Ματθαίου κστ΄, 63) δὲν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι ὁ Θεὸς τῆς Βίβλου εἶναι ἕνας Θεὸς Παντοδύναμος καὶ ἐνεργός, ἀλλὰ σημαίνει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή δίνει σ᾽ Αὐτὸν ἕνα ἀπὸ τὰ ὀνόματα μὲ τὰ ὁποῖα συνδέεται περισσότερο, σημαίνει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή ἐπικαλεῖται τὴν ἐξαιρετικὴ ζωτικότητά Του καὶ τὴν ἀνεξάντλητη δυναμικότητά Του ποὺ δὲν ἀτονεῖ καὶ δὲν κουράζεται (Ἡσαΐου μ΄, 28), τὸν αἰώνιο Βασιλιὰ μὲ τὴν ἀβάσταχτη ὀργή (Δευτερονομίου κθ´, 22-29· ᾽Αριθμῶν ιδ´, 34· Ματθαίου γ´, 7· ᾽Ιωάννου γ´, 35· πρὸς Ρωμαίους α´, 18). Αὐτὸν τὸν «μένοντα εἰς τοὺς αἰώνας», ποὺ «ἀντιλαμβάνεται καὶ ρύεται καὶ ποιεῖ σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ οὐρανῷ

καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Δανιήλ στ΄, 27). ῾Η μεγάλη σημασία ποὺ δίνει ἡ Ἁγία Γραφή στὸ ὄνομα «ζῶν» μαρτυρεῖ τὴν ἀξία ποὺ ἔχει γιὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἡ ζωή.

  1. ῾Η ἀξία τῆς ζωῆς

Τὴν ἀξία τῆς ζωῆς ἀποδεικνύουν τρεῖς χαρακτηρισμοὶ ποὺ ἀποδίδει σ᾽ αὐτὴ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ:

α´. ῾Η ζωὴ εἶναι πολύτιμη διότι εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ ἂν καὶ εἶναι πρόσκαιρη, «ὥσπερ μισθίου αὐθημεροῦ» (Ἰώβ ζ΄, 1) ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕτοιμος νὰ θυσιάσει τὰ πάντα γιὰ νὰ τὴν διατηρήσει (Ἰώβ β΄, 4). Μόνο ὁ Θεὸς κατέχει ζωὴ ἀτελεύτητη χωρὶς διακοπὴ καὶ χωρὶς τέλος. Αὐτὸς χορηγεῖ τὴν ζωὴ σ᾽ ὅλα τὰ δημιουργήματα καὶ σ᾽ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Τὰ πρῶτα κεφάλαια τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Γενέσεως α´ καὶ β´) κηρύττουν αὐτὴ τὴν βασικὴ ἀλήθεια. ῾Η ζωὴ οὔτε τυχαίως παρήχθη, οὔτε ἀπὸ συνδρομὴ κάποιων φυσικῶν νόμων γιὰ

τοῦτο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ παραχθεῖ ζωντανὸς ὀργανισμὸς στὸ ἐργαστήριο.

β´. ῾Η ζωὴ εἶναι εὔθραυστη. ῞Ολες οἱ ζωντανὲς ὑπάρξεις καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος κατέχουν τὴν ζωὴ προσωρινά, διότι ἀπὸ τὴν φύση τους ὑπόκεινται στὸν θάνατο. ῾Η πρόσκαιρη διάρκεια τῆς ζωῆς τὴν καθιστᾶ εὐάλωτη σὲ κινδύνους καὶ σὲ ἀπειλές. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεὸς διατάσσει τὸν ἄνθρωπο νὰ σέβεται τὴν ζωὴ τὴν δική του καὶ τῶν ἄλλων ζωντανῶν ὀργανισμῶν, νὰ μὴν τὴν ἀφαιρεῖ ἀλλὰ νὰ τὴν προστατεύει.

γ´. ῾Η ζωὴ εἶναι ἱερή. Κάθε ζωὴ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου προέρχεται ἀπὸ Αὐτὸν μὲ ἐντελῶς ἰδιαίτερο τρόπο. Γιὰ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο «ψυχὴν ζῶσαν» φύσηξε στὸ πρόσωπό του «πνοὴν ζωῆς» (Γενέσεως β΄, 7). Μὲ κανόνες καὶ ἐντολὲς ποὺ νομοθέτησε ὁ Θεὸς ὑπερασπίζεται τὴν ἱερότητα τῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ καθίσταται ζῶν ὀργανισμὸς καὶ εἰσέρχεται στὴν ζωὴ ἕως τὴν ὥρα τοῦ θανάτου ποὺ ἐξέρχεται. Καὶ τὰ δύο, ἀφετηρία καὶ τέλος τῆς ζωῆς, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅλα τὰ ἐκτεταμένως συμβαίνοντα τὰ ἐξουσιάζει ἀπόλυτα ὁ Πανάγαθος Δημιουργὸς Θεός.

 

1 Ὀκτωβρίου 2020

Ὁ πνευματικὸς πλοῦτος τῆς ἁγίας Γραφῆς

 Ὁ πνευματικὸς πλοῦτος τῆς ἁγίας Γραφῆς

 

῾Ο πιστὸς ἄνθρωπος ζεῖ στὸν κόσμο «κατὰ τὰς γραφάς»· συμπεριφέρεται δηλαδὴ ὅπως ὁρίζουν καὶ διδάσκουν οἱ ἅγιες Γραφές, ἐφαρμόζοντας «τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Πρός Ρωμαίους ιβ΄, 2)

Στὶς ἅγιες Γραφὲς ἢ στὴν ἁγία Γραφὴ ἀναφέρεται ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ καὶ ζωντανοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ μιλάει γιὰ τὰ θαυμαστὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ κυρίως γιὰ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας ὅτι δηλαδή,

«῾Ο Θεὸς φανερώθηκε ὡς ἄνθρωπος, τὸ Πνεῦμα ἀπέδειξε ποιός ἦταν· φανερώθηκε στοὺς ἀγγέλους, κηρύχθηκε στὰ ἔθνη, τὸν πίστεψε ὁ κόσμος, ἀναλήφθηκε μὲ δόξα» (Πρός Τιμόθεον Α΄, γ΄, 16)

            ῾Η ἁγία Γραφὴ δηλαδὴ μαρτυρεῖ γιὰ τὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό (Ἰωάννου ε΄, 39) 

῞Οσα γράφει μᾶς παραδόθηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ ποὺ μίλησαν ὁδηγούμενοι καὶ κινούμενοι ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα (Β΄ Πέτρου α΄, 21). Σὲ αὐτὴ ὑπάρχει ζωή (Ἰωάννου ε΄, 39).

Οἱ ἀλήθειές της καὶ οἱ διδασκαλίες της διατηροῦν ἀμείωτο τὸ κῦρος τους, παραμένουν σὲ ἰσχύ, ἐπειδὴ ἔχουν σφραγισθεῖ μὲ τὴν θεία αὐθεντία καὶ ὅπως εἶπε ὁ Κύριός μας «ὅ,τι εἶναι γραμμένο στὴ Γραφὴ δὲν μπορεῖ νὰ καταλυθεῖ» (Ἰωάννου ι΄, 35)

᾿Εφ᾿ ὅσον ἡ ἁγία Γραφὴ δὲν θὰ καταργηθεῖ ποτέ, δὲν θὰ χάσει τὴν ἀξία της καὶ τὴν χρησιμότητά της, ὁ πιστὸς ὀφείλει νὰ τὴν μελετᾶ γιὰ νὰ μὴν καταληφθεῖ ἀπὸ τὸ πνευματικὸ σκοτάδι, ἀλλὰ νὰ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὴν ἀλήθειά της ἔχοντας «τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάννου η΄, 12)

Γιὰ τὸν πνευματικὸ πλοῦτο τῆς ἁγίας Γραφῆς μᾶς μιλᾶνε οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι πατέρες μας. ᾿Απὸ τὶς πολλὲς ἀναφορές τους ἐπιλέξαμε νὰ παραθέσουμε τρεῖς πολὺ χαρακτηριστικὲς καὶ διδακτικές.

  1. Τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

(351-407 μ. Χ.)

«Εὐχάριστο βέβαια εἶναι τὸ λιβάδι καὶ ἕνας κῆπος, ἀλλὰ πολὺ πιὸ εὐχάριστο πράγμα εἶναι ἡ ἀνάγνωση τῶν θείων Γραφῶν. Γιατὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν ἄνθη ποὺ μαραίνονται, ἐνῶ ἐδῶ νοήματα ποὺ πάντα εἶναι ἀκμαῖα· ἐκεῖ εἶναι ὁ ζέφυρος ποὺ φυσάει, ἐνῶ ἐδῶ ἡ αὔρα τοῦ Πνεύματος· ἐκεῖ τὰ ἀγκάθια ποὺ φράζουν, ἐνῶ ἐδῶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀσφαλίζει· ἐκεῖ τὰ τζιτζίκια τραγουδοῦν, ἐνῶ ἐδῶ οἱ προφῆτες κελαηδοῦν· ἐκεῖ ἡ εὐχαρίστηση ἀπὸ τὸ θέαμα, ἐνῶ ἐδῶ ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση. ῾Ο κῆπος βρίσκεται σὲ ἕνα τόπο, ἐνῶ οἱ Γραφὲς σὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς οἰκουμένης· ὁ κῆπος δουλεύει ἀνάλογα μὲ τὶς ἐποχές, ἐνῶ οἱ Γραφὲς καὶ τὸν χειμώνα καὶ τὸ θέρος ἔχουν πλούσια φύλλα καὶ εἶναι γεμᾶτες καρπούς. ῎Ας προσέχουμε λοιπὸν στὴν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, γιατί, ἂν προσέχεις στὴν Γραφὴ σοῦ ἀπομακρύνει τὴν στενοχώρια, σοῦ φυτεύει τὴν εὐχαρίστηση, ἀφανίζει τὴν κακία, ριζώνει τὴν ἀρετή, δὲν ἀφήνει στὴν ἀναταραχὴ τῶν πραγμάτων νὰ παθαίνεις αὐτὰ ποὺ παθαίνουν ὅσοι ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τρικυμία. ῾Η θάλασσα μαίνεται, ἐσὺ ὅμως πλέεις μὲ γαλήνη, γιατὶ ἔχεις κυβερνήτη τὴν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν καὶ αὐτὸ τὸ σχοινὶ δὲν τὸ σπάζει ὁ πειρασμὸς τῶν περιστάσεων» (Ἰ. Χρυσοστόμου, Ὅτε τῆς ἔξω εὑρεθείς Εὐτρόπιος… P.G. 52, 395-397).

  1. Τοῦ ἁγίου ᾿Εφραὶμ τοῦ Σύρου

(306-378 μ. Χ.)

«᾿Απὸ τοὺς ἀγροὺς τέρψεις συγκομιδῆς καὶ ἀπὸ τὰ ἀμπέλια τρύγος ἐδεσμάτων. Καὶ ἀπὸ τὶς Γραφὲς διδαχὴ ζωοποιός. ῾Ο ἀγρὸς μία φορὰ ἔχει τὴν συγκομιδὴ καὶ τὸ ἀμπέλι μία φορὰ ἔχει τὸν τρύγο. ῾Η Γραφή, ὅμως, πάντοτε ἀναβλύζει διδαχὴ ζωοποιό. ῾Ο ἀγρός, ὅταν θερισθεῖ, μένει ἔρημος. Καὶ τὸ ἀμπέλι, ὅταν τρυγηθεῖ, ταπεινώνεται. ῾Η Γραφή, ὅμως, ἂν καὶ θερίζεται καθημερινά, τὰ στάχυα τῶν ἑρμηνειῶν τῶν λόγων της δὲν ἐκλείπουν. Καθημερινὰ τρυγᾶται καὶ τὰ σταφύλια τῆς ἐλπίδας ποὺ κρύβει δὲν δαπανῶνται. ῍Ας πλησιάσουμε λοιπὸν τὸν ἀγρὸ τοῦτο κι ἂς ἀπολαύσουμε τὰ ζωοποιά του ρεῖθρα καὶ ἂς θερίσουμε ἀπὸ αὐτὸν στάχυα ζωῆς, τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ ῾Οποῖος εἶπε· βρίσκονται ἐδῶ κάποιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ νὰ ἔρχεται μέσα στὴν δόξα Του» (Ἐφραίμ Σύρου, Λόγος εἰς τήν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου, Ἐκδόσεις «Τό περιβόλι τῆς Παναγιᾶς» τ. 7, σσ. 13-14 Θεσσαλονίκη 1998)

  1. Τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ

(676-749 μ. Χ.)

«Εἶναι πάρα πολὺ ὡραῖο καὶ πάρα πολὺ ὠφέλιμο γιὰ τὴν ψυχὴ νὰ μελετᾶ προσεκτικὰ τὶς θεῖες Γραφές. Διότι καθὼς ἀκριβῶς ἕνα δέντρο, ποὺ ἔχει φυτευθεῖ ἐκεῖ ὅπου τρέχουν καὶ χύνονται ἄφθονα νερά, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ὅταν ποτίζεται μὲ τὴν θεία Γραφή, τρέφεται καὶ παράγει, σὰν ὥριμο καρπὸ πίστη ὀρθόδοξο καὶ ἐξωραΐζεται μὲ καταπράσινα πάντοτε φύλλα, δηλαδὴ μὲ θεάρεστες πράξεις. Διότι ἀπὸ τὶς Γραφὲς παίρνουμε κατεύθυνση καὶ πρὸς τὴν ἐνάρετη πράξη καὶ πρὸς τὴν καθαρὴ θεωρία. Διότι μέσα σὲ αὐτὲς βρίσκουμε παρόρμηση γιὰ κάθε ἀρετὴ καὶ ἀπόκρουση ὅλης τῆς κακίας... ῍Ας χτυπήσουμε λοιπὸν τὴν πόρτα τοῦ ὡραίου παραδείσου τῶν Γραφῶν, ποὺ εἶναι εὐωδιαστός, γλυκύτατος, ἀπερίγραπτα ὄμορφος, ποὺ περιβάλλει τὰ αὐτιά μας μὲ ποικιλία κελαηδημάτων νοερῶν καὶ θεοφόρων πουλιῶν, ποὺ ἀγγίζει τὴν καρδιά μας, ποὺ τὴν παρηγορεῖ ὅταν λυπᾶται, ἐνῶ τὴν ἁπαλύνει ὅταν ὀργίζεται, καὶ τὴν γεμίζει μὲ παντοτινὴ χαρά, ποὺ ἀνεβάζει τὴν διάνοιά μας στὰ χρυσαφένια καὶ ἀστραφτερὰ νῶτα τῆς θείας περιστερᾶς καὶ στὰ φωτεινά της φτερά, ποὺ μᾶς πηγαίνει πρὸς τὸν μονογενῆ Υἱὸ καὶ τὸν κληρονόμο αὐτοῦ ποὺ φύτεψε τὸ νοητὸ ἀμπέλι καὶ μᾶς παρουσιάζει διὰ μέσου αὐτοῦ στὸν Πατέρα τῶν φώτων. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ χτυπήσουμε τὴν πόρτα ἀνόρεχτα, ἀλλὰ μὲ πολλὴ προθυμία καὶ μὲ ἐπιμονή· ἂς μὴν ἀποθαρρυνθοῦμε χτυπώντας. Γιατὶ μόνο ἔτσι θὰ ἀνοίξει γιὰ μᾶς. ῍Αν διαβάσουμε μία καὶ δυὸ φορές, χωρὶς νὰ καταλάβουμε αὐτὰ ποὺ διαβάσαμε, ἂς μὴν ἀποθαρρυνθοῦμε, ἀλλὰ νὰ ἐπιμείνουμε, νὰ τὰ ποῦμε πολλὲς φορές, νὰ ρωτήσουμε· γιατὶ λέει ἡ Γραφή· “᾿Επερώτησον τὸν πατέρα σου, καὶ ἀναγγελεῖ σοι, τοὺς πρεσβυτέρους σου, καὶ ἐροῦσί σοι”. ῾Η γνώση δὲν εἶναι ὅλων. ῍Ας ἀντλήσουμε ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ παραδείσου αὐτοῦ παντοτινὰ καὶ πεντακάθαρα νάματα ποὺ ὁδηγοῦν στὴν αἰώνια ζωή, ἂς ἐντρυφήσουμε, ἂς τὰ ἀπολαύσουμε ἄπληστα· γιατὶ ἡ χάρη τους ποτὲ δὲν ξοδεύεται»(Ἰ. Δαμασκηνοῦ Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Ἐκδόσεις Π.Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983 κεφ. Δ΄, β΄, 19 (90) σσ. 396-397 κ.ἑ.)

 

24 Σεπτεμβρίου 2020

Ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

«ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καί φαίνων» (Ἰωάννου ε΄ 35)

 

            Ἡ σεβάσμια ἑορτή τῆς συλλήψεως τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Προφήτου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου (23 Σεπτεμβρίου) συγκαλεῖ τούς πιστούς νά τιμήσουν τόν μεγάλο ἄνδρα πού ὑπηρέτησε μέ τήν ζωή του, τό κήρυγμα καί τό θανάτό του τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Στό πρόσωπό του ὀφείλεται ἐπάξια τιμή.          

            Θεωροῦμε εὔκαιρο νά ἐπισημάνουμε ὅσα τιμητικά ἔχουν λεχθεῖ γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη καί τήν διακονία του ἀπό:

1ον. Τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ.

            Ὅταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ ἐπισκέφθηκε τόν Πατέρα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, τόν Προφήτη Ζαχαρία, τόν ἱερέα γιά νά τοῦ ἀναγγείλει τήν γέννηση τοῦ υἱοῦ του, εἶπε :  «Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία, γιατί ἡ προσευχή σου εἰσακούστηκε καὶ ἡ γυναίκα σου ἡ Ἐλισάβετ θὰ σοῦ γεννήσει γιό, καὶ θὰ τοῦ δώσεις τὸ ὄνομα Ἰωάννης. (Λουκᾶ α΄ 13)

            Ἀπό τούς προφητικούς λόγους τοῦ Ἀρχαγγέλου πού εἶπε στόν Ζαχαρία τόν πατέρα τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου πληροφορούμαστε γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη καί τήν ἀποστολή του:

            α΄ «ἔσται χαρά σοι καί ἀγαλλίασις». Ἡ γέννησή του εἶπε ὁ Ἀρχάγγελος στόν στεῖρο καί ἄτεκνο πατέρα του θά σοῦ δώσει χαρά, ἀφοῦ θά λύσει τά δεσμά τῆς ἀτεκνίας καί θά ἐξαφανίσει τήν ντροπή πού αἰσθάνεσαι γι’ αὐτή τήν ἀδυναμία σου.

            β΄ «πολλοί ἐπί τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται». Ἡ γέννησή του θά γίνει πρόξενος χαρᾶς καί εὐφροσύνης σέ πολλούς ἀνθρώπους, ἕνεκα τοῦ ὅτι ὅπως εἶχε προαναγγελθεῖ θά εἶναι ὁ Πρόδρομος τοῦ Μεσσία.

            γ΄ «ἔσται μέγας ἐνώπιον Κυρίου». Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος θά ἀναδεικνύετο μέγας μπροστά στό Θεό, δηλαδή κατά τήν ἐκτίμηση τοῦ Θεοῦ. Πράγματι ὁ Κύριος μας ἐπιβεβαίωσε αὐτή τήν προφητεία λέγοντας γιά τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο ὅτι «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστο» (Ματθαίου ια΄ 11).

            δ΄ «καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ». Ὅτι ὁ Ἰωάννης δέν θά ἔπινε οἶνο καί ποτά πού προκαλοῦν μέθη καί ὁδηγοῦν σέ ἀσέλγειες. Θά ἀπεῖχε δηλαδή ἀπό τίς ἡδονές τῆς ἁμαρτίας.  

            ε΄ «Πνεύματος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτο». Ὅτι θά ἦτο πεπληρωμένος Πνεύματος ἁγίου, ἐνῶ ἀκόμα θά εὑρίσκετο στήν κοιλιά τῆς μητέρας του. Σ’ αὐτό ὀφείλεται καί τό γεγονός, ὅτι ἐσκίρτησε ἀπό χαρά ἐνῷ ἀκόμη ἦταν ἔμβρυο στήν κοιλιά τῆς μητέρας του ὅταν ἡ Παρθένος Μαρία καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ τούς ἐπισκέφθηκε. (Λουκᾶ α΄ 41)

            στ΄ «πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν». Ὅτι μέ τό κήρυγμά του θά ἀποκαταστήσει τίς σχέσεις τῶν Ἰουδαίων μέ τόν Θεό, διδάσκοντάς τους τήν οὐσία τῆς θρησκείας τους.  

            ζ΄ «αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον». Ὅτι θά ἐνεργεῖ μέ τήν δύναμη πού κήρυττε καί ἐνεργοῦσε ὁ Προφήτης Ἠλίας γιά νά ἀποκαταστήσει τίς διαταραγμένες ἀπό τήν ἀσέβεια καί τήν ἀποστασία σχέσεις μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ Θεοῦ μέ τό κήρυγμά Του.

 

2ον. Τόν Ζαχαρία τόν πατέρα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου.

            Ὅταν γεννήθηκε ὁ Τίμιος Πρόδρομος ὁ πατέρας του ὁ Προφήτης Ζαχαρίας καί ἱερέας προφήτευσε γιά τόν γιό του, περιγράφοντας τήν προσωπικότητά του (Λουκᾶ α΄ 76-79)

3ον. Τούς  σύγχρονούς του Ἰουδαίους.

Ὁ Ἰουδαϊκός λαός, οἱ ἁπλοί ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς του δηλαδή, σέβονταν τόν ἅγιο Ἰωάννη:

α΄ Ὡς προφήτη:

Στόν δημόσιο διάλογο πού διηξήχθη μεταξύ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν Φαρισαίων τήν ἑπομένη  τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου στόν Ναό τῶν Ἱεροσολύμων, τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, οἱ Φαρισαῖοι ρώτησαν τόν Κύριο νά τούς δικαιολογήσει ὅσα εἶχαν συμβεῖ τήν προηγουμένη ἡμέρα. Ὁ Κύριος τούς ἔθεσε ὅρο γιά νά τούς ἀπαντήσει νά Τοῦ δώσουν ἀπάντηση στό ἐρώτημά Του γιά τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, ἐάν ἦταν ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἤ ἀνθρώπινη ἐπινόηση. Τότε οἱ Φαρισαῖοι ἀποστομώθηκαν, διότι ὅπως γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὅποια ἀπάντηση κι’ ἄν ἔδιδαν θά ἐλέγχονταν (Ματθαίου κα΄ 23-27). Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὅμως ἀποτυπώνει καί τήν ἐκτίμηση πού εἶχε ὁ Ἰουδαϊκός λαός γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη πού τόν ἐγνώριζαν καί οἱ Φαρισαῖοι  (Ματθαίου κα΄ 26)

β΄ Ἐπειδή κατήγετο ἀπό ἱερατική οἰκογένεια.

Οἱ γονεῖς του ἦσαν ἀπόγονοι τοῦ Ἀαρών. Ἐπειδή ἡ Ἀαρωνική ἱερωσύνη τῶν Ἰουδαίων ἦταν κληρονομική, ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς τους καί οἱ ἱερεῖς τους ἦσαν ἀπόγονοι τοῦ Ἀαρών. Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ὁ Ζαχαρίας ἦταν ἱερεύς πού ἀνῆκε στήν ἐφημερία Ἀβιά (Λουκᾶ α΄ 5).

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ἄν καί ἠδύνατο νά ἱερατεύει καί μάλιστα ὡς πρωτότοκος νά εἶναι καί ἀρχιερεύς, προτίμησε νά ἀναχωρήσει στήν ἔρημο.   

γ΄ Γιά τόν ἀσκητικό βίο του.

Ἀπό τούς Εὐαγγελιστές πληροφορούμαστε ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ζοῦσε στήν ἔρημο βίο λιτό ἀποφεύγοντας τήν πολυτέλεια καί τήν τρυφηλή ζωή (Λουκᾶ α΄, 80)

δ΄ Ἐπειδή τόν θεωροῦσαν, ὅτι ἦταν ὁ Μεσσίας.

Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἀναφέρει στό Εὐαγγέλιό του, ὅτι οἱ σύγχρονοι του Ἰουδαῖοι προβληματίζονταν βλέποντας καί ἀκούοντας τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Βαπτιστή καί διερωτῶντο μήπως αὐτός ἦταν ὁ Μεσσίας (Λουκᾶ γ΄ 15)

ε΄ Ἡ ἀναγνώρισή του ἦταν καθολική :

Οἱ εὐαγγελιστές δέν ἀποσιώπησαν τό γεγονός, ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής εἶχε μεγάλο κῦρος στόν Ἰουδαϊκό λαό πού τόν ἐσέβοντο καί τόν ἀναγνώριζαν καί συμμορφονόντουσαν μέ τίς προτροπές του (Ματθαίου γ΄ 5)

στ΄ Τό κήρυγμά τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ἱκανοποιοῦσε τόν λαό:

Οἱ Ἰουδαῖοι δόξαζαν τόν Θεό ἀκούοντας τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ πού ἱκανοποιοῦσε τόν νοῦ καί τήν καρδιά τους. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπεδείκνυε ὅτι ὁ Θεός δέν τούς εἶχε ἐγκαταλείψει (Λουκᾶ ζ΄ 29)

4ον.  Τόν Ἡρώδη

Ὁ Ἡρῴδης ὁ Ἀντίπας ὁ κυβερνήτης τῆς Γαλιλαίας καί τῆς Ὑπεριοδρανίας στήν περιοχή πού ἔζησε καί ἔδρασε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, καθώς μαρτυροῦν οἱ εὐαγγελιστές, σέβεταν τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Βαπτιστή, ἐπειδή τόν θεωροῦσε ἄνδρα δίκαιο καί ἅγιο καί ἄκουε εὐχάριστα τό κήρυγμά του (Μάρκου στ΄ 20)

 

5ον. Τόν Κύριό μας  Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀναφέρθηκε στόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή μέ τιμητικούς καί ἐγκωμιαστικούς  λόγους βοηθώντας τούς μαθητές Του νά κατανοήσουν α΄ τήν ὑπεροχή καί τό μεγαλεῖο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ β΄ τήν σχέση του μαζί Του  γ΄ τήν ἀποστολή πού κλήθηκε νά ἐπιτελέσει (Ματθαίου ια΄ 7-11)

 

17 Σεπτεμβρίου 2020

Μνήμη τῶν μαρτύρων τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς

Μνήμη τῶν μαρτύρων τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς

(98 ἔτη ἀπό τήν Μικρασιατική Καταστροφή (1922-2020)

 

Μέ ἱερή κατάνυξι ἐπιτελέσαμε κατά τήν Κυριακή πρό τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἑορτῆς (14.9) τήν μνήμη τῶν μαρτύρων ἐκείνων, πού ἐμαρτύρησαν κατά τήν μικρασιατική καταστροφή (1922).

 

Μνημονεύουμε κατά τό χρέος πού ἔχουμε τούς ἁγίους πατέρες μας, ἐπισκόπους, πρεσβυτέρους καί διακόνους. Μνημονεύουμε ὅλους τούς μικρασιάτες τούς ἄνδρες, τίς γυναῖκες, τά παιδιά, τούς μικρούς, τούς μεγάλους, τούς ἄρχοντες, τούς ἰδιῶτες καί τούς στρατευμένους, πού ἐβασανίσθηκαν χωρίς οἶκτο, ἐδιώχθηκαν μέ φοβερές ἀπειλές καί προσβολές καί ἀπέθαναν βίαια, μαρτυρικά, βασανιστικά “ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καί ὄρεσι καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς ” (Ἑβραίους ια΄ 37-38). Ἀπαραμύθητος ὁ πόνος τους. Ἀπερίγραπτη ἡ ταλαιπωρία τους. Ἀνεκδιήγητα τά ποικίλα βασανά τους. Ὅλοι αὐτοί ἀποτελοῦν τό νέφος τῶν μαρτύρων τοῦ μικρασιατικοῦ χριστιανισμοῦ.

Ὁ ἔνδοξος ἱερομάρτυρας καί  μεγαλομάρτυρας Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος εἶναι ὁ κορυφαῖος τῆς ὀδύνης καί τῆς μεγάλης θλίψεως τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, πού παρέμεινε ὡς καλός ποιμένας κοντά στό πληττόμενο βάναυσα ποίμνιό του τίς ὕστατες ἐκεῖνες ὧρες τοῦ σκληροῦ διωγμοῦ τῶν χριστιανῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπό τίς πατρογονικές ἑστίες τους. Κατακρεουργήθηκε καί παρέδωκε τήν ἀρχιερατική ψυχή του στά χέρια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τό ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου 27 Αὐγούστου 1922 ὡς εὐώδη “θυσία ἑσπερινή”. Παρέμεινε “ πιστός ἄχρι θανάτου ” (Ἀποκάλυψις β΄ 19). Ἀτιμάστηκε καί διώχθηκε ὑπέρ τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θυσιάσθηκε γιά τήν ἐκκλησία του, γιά τήν πίστι του, γιά τό ποίμνιο του καί γιά τήν πατρίδα του.

Συγχρόνως ἐμαρτύρησαν οἱ Μητροπολίτες : α) Κυδωνιῶν Γρηγόριος (ἐτάφη ζωντανός), β) ὁ Μοσχονησίων Ἀμβρόσιος (κατατεμαχίσθη φρικωδῶς), γ) ὁ Ἰκονίου Προκόπιος (σάπησε στίς τουρκικές φυλακές καί πέθανε θάνατο φρικτό) καί δ) ὁ Ἐπίσκοπος Ζήλων Εὐθύμιος.

Τήν περίοδο αὐτή τοῦ φοβεροῦ διωγμοῦ ἀνδρείως ἤθλησαν μέ ἀνδρεία, ἡρωϊσμό καί ὑπομονή χριστιανική ἐπίσης 42 ἐπώνυμοι καί 342 ἀνώνυμοι κληρικοί μάρτυρες τῶν Μητροπόλεων τῆς Σμύρνης καί τῆς εὐρύτερης περιφερείας τῆς Σμύρνης, τῶν Κυδωνιῶν, τῶν Μοσχονησίων καί οἱ ἑκατοντάδες χιλιάδες ἁπλῶν πιστῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν πού βασανίσθηκαν ἄγρια καί σφαγιάσθηκαν. (†Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητροπολίτου Κορίνθου : “ Ἀκολουθίαι τρεῖς · ἁγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης, τῶν πολυπληθῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν Νεομαρτύρων κατά τήν αὐτήν ἐποχήν μαρτυρησάντων ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ καί τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Εὐθυμίου Ἐπισκόπου Ζήλων ” Ἐκδόσεις “ ΠΝΟΗ ” ἀριθμός 16 Κόρινθος 1992, σελ.15.)

                                                               *****

Οἱ διωγμοί καί ἡ καταπίεσι τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τήν περίοδο 1918-1922 ὁλοκληρώθηκαν μέ τήν μικρασιατική καταστροφή τόν Αὔγουστο τοῦ 1922. Τήν δεινή καί τραγική κατάστασι τῶν διωγμῶν τους περιγράφει ὁ ἱερομάρτυρας Μητροπολίτης σέ ἐπιστολή του πρός τούς Σμυρναίους πού ζοῦσαν στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα καί δημοσιεύθηκε στόν                       “ Ἐκκλησιαστικόν Κήρυκα ” (Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεττανίας, ἐκδιδόμενο στό Λονδῖνο φ. 181 τῆς 8/12/1918 σελ. 717-718).

Τήν συμφορά αὐτή ὁ Μητροπολίτης χαρακτηρίζει στήν ἐπιστολή του ὡς       “λαίλαπα διωγμῶν καί ἐρημώσεως”, “ἀπαραδειγμάτιστον ἐν τῇ Ἐθνικῇ μας ἱστορίᾳ, διότι ἐπί τέσσερα καί ἥμισυ ζοφερά ἔτη ἤνοιξεν εἰς τό ἐθνικό μας σῶμα πληγάς τοιαύτας, ὁποίας oἱ τέσσαρες καί ἥμισυς αἰῶνες τῆς δουλείας, ὅσοι ἀπό τῆς ἁλώσεως μέχρι τῆς σήμερον διέρρευσαν, δέν μᾶς προὐξένησαν, ἤ μᾶλλον, οἱ ἐξανδραποδισμοί καί αἱ ἐρημώσεις τῶν τελευταίων τούτων τεσσάρων καί ἡμίσεως σκοτεινῶν ἐνιαυτῶν εἶναι ἐν σμικρογραφίᾳ μία ἀλγεινή ἐπιτομή καί σύνοψις τῶν μεγάλων δεινῶν καί συμφορῶν, πρός ἅς ἐπαλαίσαμεν ἐπί 4 ½ ἑκατονταετηρίδας, μέ μόνην τήν διαφοράν, ὅτι τά τελευταῖα δεινά πλήγματα ἦλθον τόσον ἀλλεπάλληλα καί ἐν οὕτω βραχεῖ σχετικῶς χρόνῳ, ὥστε ἔπνιξαν τρόπον τινά, τό ἱστορικόν ἄλγος τῶν παθημάτων τῶν δεκατεσσάρων γενεῶν τῆς ἐπαχθοῦς καί ἀπεχθοῦς δουλείας μας …Τό ἐν Τουρκίᾳ ἐναπολειφθέν Ἑλληνικόν στοιχεῖον ἐφάνη πρός στιγμήν ὅτι κατέβῃ εἰς τόν ᾏδην διά νά μή ἀναβῇ ἐκεῖθεν ποτέ πλέον...”

Στήν ἴδια ἐπιστολή ὁ Μητροπολίτης ἀνακοινώνει καί πληροφορεῖ ὅτι, “ἐκ τῶν εἰς τά ἐνδότερα τῆς Ἀσίας ἐν μέσῳ τῶν Τουρκικῶν χωρίων διεσκορπισμένων ἀδελφῶν μας, ἀνερχομένων δέ εἰς τόν ἐπιβλητικόν ἀριθμόν τῶν 400.000 ψυχῶν, ζήτημα εἶναι ἄν ζῆ μόνο τό 1/4. Ἐκ δέ τῶν στρατολογηθέντων διά τά κατ’ εὐφημισμόν ὀνομασθέντα «ἐργατικά τάγματα» ὁμαιμόνων μας ἀδελφῶν μόλις τό 1/10 ζῆ, διότι εἶναι ἀπηκριβωμένον διά πολλῶν καί ἐπισήμων παρατηρήσεων καί ἐκθέσεων, ὅτι ὑπερέβη τά 80% ἡ θνησιμότης εἰς τά χριστιανικά κατά προτίμησιν ταῦτα τάγματα, ὅσα ἐστάλησαν νά κατασκευάζωσι τάς κολοσσιαίας σύραγγας ὑπό τόν Ταῦρον καί τά ὄρη τοῦ Ἀμανοῦ, ἤ νά κόπτωσι τόν ἰσθμόν τῆς Κυζικηνῆς χερσονήσου, ἤ νά ἐργάζωνται ἐπί 18 ὥρας τό ἡμερονύκτιον ἐν τοῖς μεταλλείοις τῶν γαιανθράκων, ἤ νά κρημνίζωσι καί μετατοπίζωσιν ὁλόκληρα βουνά πρός δημιουργίαν τάχα νέων στρατιωτικῶν δρόμων…”  (†Παντελεήμονος Καρανικόλα, ἔνθα ἀνωτέρω, σελ. 9).

Οἱ λυχνίες τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μετατέθηκαν γιά νά φωτίζουν τήν πορεία τῶν προσφύγων, τῶν διωχθέντων καί κατατρεχθέντων στίς νέες πατρίδες τους κατά τήν προφητεία “ κινήσω τήν λυχνίαν σου ἐκ τοῦ τόπου αὐτῆς ” (Ἀποκάλυψις β΄ 5).

*****

Ὅλα αὐτά τά πολυώδυνα μαρτύρια καί τίς ποικίλες βασάνους θυμόμαστε σήμερα. Συγχρόνως θυμόμαστε :

1) Ὅτι οἱ Ἔλληνες Χριστιανοί συστηματικά, μεθοδικά καί βίαια ἐξώσθηκαν ἀπό τήν Μικρασιατική γῆ, στήν ὁποία οἱ πατέρες μας ἔζησαν ἐπί τρεῖς χιλιάδες χρόνια.

2) Ὅτι τήν ἑλληνικότητα καί τήν χριστιανικότητα τῆς περιοχῆς μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία ἐκκλησιαστική καί θύραθεν, τά λαμπρά μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ τῆς περιοχῆς  καί οἱ ἐπιγραφές τους.

3) Ὅτι σ’ αὐτή τήν περιοχή ἐπί δύο χιλιάδες χρόνια ἤκμασε καί ἔλαμψε ἡ πνευματικότητα τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς ἐκκλησίας.

                                                               *****

Ὀφείλουμε κατ’ ἔτος νά τιμοῦμε τήν μνήμη τῶν πατέρων καί ἀδελφῶν μας καί νά παρακαλοῦμε τόν Παντοδύναμο Κύριο μας, τόν Κύριο τῆς σωτηρίας καί τῆς ἱστορίας, νά μᾶς εὐλογεῖ γιά νά ζοῦμε μέ εἰρήνη καί ἀσφάλεια μέ τά θεοφιλῆ ἔργα τῆς πίστεως καί τῆς ἀρετῆς γιά νά δοξάζουμε τό πάντιμο καί μεγαλοπρεπές Ὄνομά Του, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

                                                                    

10 Σεπτεμβρίου 2020

῾Ο Σταυρός στόν Οὐρανό

῾Ο Σταυρός στόν Οὐρανό

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί ῾Υμηττοῦ Δανιήλ

                                                                                               

Ὁ εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης καί ἡ θεολογία τῆς ᾿Αποκαλύψεως γιά τήν σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅτι ὁ ἐπί τοῦ Σταυροῦ θάνατος τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί ἡ λυτρωτική θυσία Του θά εἶναι τό κέντρο τῆς αἰώνιας λατρείας τῶν σεσωσμένων· Διαπιστώνει ὁ εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης· «Καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ναὸς αὐτῆς ἐστι, καὶ τὸ ἀρνίον» (᾿Αποκαλύψεως κα´ 22).

Στόν οὐρανό, τόν κατ᾿ ἐξοχή χῶρο λατρείας τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπάρχει ναός. ᾿Επειδή ὁ ἴδιος ὁ Παντοκράτορας Θεός εἶναι ὁ ναός τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν σεσωσμένων ἀνθρώπων κατά τόν λόγο Του «κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς» (Β´ Κορινθίους στ´ 17) καί ἡ μόνη λατρεία εἶναι γιά τήν σταυρική θυσία τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

Αὐτή τήν σταυρική θυσία τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ βιώνουμε μυστικά, ὅταν τελοῦμε στήν γῆ τήν Θεία Λειτουργία.

῾Ο ἐπί σταυροῦ λυτρωτικός θάνατος τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ θά εἶναι τό περιεχόμενο τῆς αἰώνιας ὑμνωδίας μας.

῾Ο εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης βλέπει καί ἀκούει ἀπό τόν οὐρανό τήν αἰώνια ὑμνωδία τῶν σεσωσμένων πού ἀντηχεῖ στόν οὐρανό καί τήν καταγράφει (᾿Αποκαλύψεως ε´ 6-14).

Οἱ ἄνθρωποι στήν γῆ ψάλλουν πολλούς ὕμνους καί μέ ποικιλία μουσικῆς. Πάντοτε θά συνθέτουν νέους ὕμνους γιά νά ἐκφράσουν ὅλη τήν εὐχαριστία τους καί τήν λατρεία τους στόν Κύριο τῆς δόξης.

Αὐτό θά συμβαίνει μέχρις ὅτου ὅλοι θά ψάλλουν ἕνα καινούργιο ὕμνο τήν καινή ᾠδή πού ἀπευθύνεται σ᾿ ᾿Εκεῖνον πού «ἐσφάγη καὶ ἠγόρασεν τῷ Θεῷ ἡμᾶς ἐν τῷ αἵματί Του» (᾿Αποκαλύψεως ε´ 9).

῾Ο εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης ἀνατρέπει τίς μάταιες ἀντιλήψεις ὅσων πολεμοῦν τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, τό εὐαγγέλιό Του, τήν ἐκκλησία Του, τούς μαθητές Του, φανερώνοντας προφητικά μέ τήν δύναμη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τόν θρίαμβο τοῦ Σταυρωθέντος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ γιά νά μή δειλιοῦν οἱ πιστοί καί νά μή ἐγκαταλείπουν τόν πνευματικό ἀγῶνα τους, ὅσο ὀδυνηρές καί ἄν εἶναι οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς, ὅσο ἀνελέητος κι ἄν εἶναι ὁ πόλεμος τῆς ἁμαρτίας κατά τῶν πιστῶν, κατά τῆς ᾿Εκκλησίας. ῞Ενας θά δοξάζεται αἰώνια, ὁ Νικητής τοῦ θανάτου ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός.

῾Ο ἐπί σταυροῦ θάνατος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ θά εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς στήν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἄνθρωπος διψᾶ γιά τήν ἀληθινή ζωή. ᾿Επιθυμεῖ νά ζήσει αὐθεντικά κατά Θεόν. Λαχταρᾶ νά κορέσει τήν δίψα του γιά ζωή σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Πολλοί ὅμως ἀπατῶνται ἐδῶ στήν γῆ καί μένουν διψασμένοι μέ τήν ψευδαίσθηση ὅτι ζοῦν. Εἶναι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου «οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην» (Ματθαίου ε´ 6).

Στόν οὐρανό ὅμως ὑπάρχει ποταμός πού τό νερό του λάμπει ὅπως τό κρύσταλλο καί πηγάζει ἀπό τόν θρόνο τοῦ σταυρωμένου Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή» (᾿Ιωάννου ιζ´ 3) πού προσφέρθηκε ἀπό τόν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό. ᾿Απ᾿ αὐτό τόν ποταμό τῆς ζωῆς ἀρδεύονται οἱ πιστοί καί ὅταν ζοῦν στήν γῆ κατά τήν παροῦσα ζωή καί στήν αἰωνιότητα (᾿Αποκαλύψεως κβ´ 1-5).

᾿Απ᾿ αὐτή τήν θυσία θά τρέφονται αἰώνια οἱ πολίτες ἐκείνης τῆς αἰώνιας πόλεως.

῾Ο σταυρωμένος Κύριος μας ᾿Ιησοῦς Χριστός θά κυβερνᾶ αἰώνια. Μέ τήν δύναμη τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου ἀναγνωρίσθηκε αἰώνιος βασιλέας καί κυβερνήτης.

Στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά καταργηθεῖ πᾶσα ἀρχή καί ἐξουσία ἐγκόσμια. ῞Ενας θά βασιλεύει καί θά κυβερνᾶ.

῾Η ἀήττητη καί νικητήρια δύναμη τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί οἱ πιστοί θά νικήσουν τόν διάβολο καί τήν ἁμαρτία τοῦ θανάτου.

Αὐτός πού ἐξῆλθε στό Γολγοθᾶ «νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ» (᾿Αποκαλύψεως στ´ 2) εἶναι ὁ Νικητής πού ὑπόσχεται νίκες καί ἔπαθλα σ᾿ ὅλους τούς νικητές μαθητές Του, ὅπως ἀναφέρεται στούς ᾿Αγγέλους τῶν ἑπτά ᾿Εκκλησιῶν τῆς ᾿Αποκαλύψεως.

῾Ο Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός ὁδηγήθηκε στήν ἐπίγεια ζωή Του ὡς ἄκακο πρόβατο στήν σφαγή γιά νά χαρίσει αἰώνια λύτρωση καί δόξα σ᾿ ὅσους πιστέψουν σ᾿ Αὐτόν καί ἐφαρμόσουν στήν ζωή τους τήν διδασκαλία Του. ᾿Αλλά αὐτή ἡ ἀκακία θά μεταβληθεῖ σέ ἀδυσώπητη ἐναντίωση στήν αἰωνιότητα πού θά στρέφεται κατ’ ἐκείνων πού περιφρόνησαν καί ἀρνήθηκαν τήν σωτηρία του ἤ καί πολέμησαν τήν ᾿Εκκλησία πού εἶναι ἡ κιβωτός τῆς σωτηρίας.

Τό ἀρνίο εἶναι σύμβολο πραότητας ἀνεξικακίας καί ταπεινώσεως. ῞Ομως στήν ᾿Αποκάλυψη ὁ Εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης περιγράφει τήν ἐναντίωση τοῦ ᾿Εσφαγμένου ᾿Αρνίου, τοῦ Σταυρωθέντος Κυρίου κατά τῆς ἄπιστης καί ἀντίθεης ἀνθρωπότητας. Σ’ αὐτό τό σύμβολο τῆς ἀκακίας θά συντρίβονται ὅσοι ἀγάπησαν καί ὑπηρέτησαν τήν ματαιότητα τῆς ἁμαρτίας (᾿Αποκαλύψεως στ´ 12-17).

Αὐτή ἡ ἐναντίωσή Του θά τρομάζει τούς βασιλεῖς τῆς γῆς, τούς μεγιστάνες καί τούς χιλιάρχους, τούς πλουσίους καί τούς ἰσχυρούς καί κάθε δοῦλο καί κάθε ἐλεύθερο θά τούς ἀναγκάσει νά τραποῦν σέ φυγή καί νά ζητήσουν καταφύγιο στά σπήλαια τῆ γῆς καί νά λένε στίς πέτρες  (᾿Αποκαλύψεως στ´ 17).

Γι᾿ αὐτό φροντίστε νά ζήσετε στή ζωή σας καί στήν αἰωνιότητα μέ τόν Σταυρωμένο Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό.

10 Σεπτεμβρίου 2020

῾Ο Σταυρός στόν Οὐρανό

῾Ο Σταυρός στόν Οὐρανό

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί ῾Υμηττοῦ Δανιήλ

                                                                                               

Ὁ εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης καί ἡ θεολογία τῆς ᾿Αποκαλύψεως γιά τήν σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅτι ὁ ἐπί τοῦ Σταυροῦ θάνατος τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί ἡ λυτρωτική θυσία Του θά εἶναι τό κέντρο τῆς αἰώνιας λατρείας τῶν σεσωσμένων· Διαπιστώνει ὁ εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης· «Καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ναὸς αὐτῆς ἐστι, καὶ τὸ ἀρνίον» (᾿Αποκαλύψεως κα´ 22).

Στόν οὐρανό, τόν κατ᾿ ἐξοχή χῶρο λατρείας τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπάρχει ναός. ᾿Επειδή ὁ ἴδιος ὁ Παντοκράτορας Θεός εἶναι ὁ ναός τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν σεσωσμένων ἀνθρώπων κατά τόν λόγο Του «κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς» (Β´ Κορινθίους στ´ 17) καί ἡ μόνη λατρεία εἶναι γιά τήν σταυρική θυσία τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

Αὐτή τήν σταυρική θυσία τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ βιώνουμε μυστικά, ὅταν τελοῦμε στήν γῆ τήν Θεία Λειτουργία.

῾Ο ἐπί σταυροῦ λυτρωτικός θάνατος τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ θά εἶναι τό περιεχόμενο τῆς αἰώνιας ὑμνωδίας μας.

῾Ο εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης βλέπει καί ἀκούει ἀπό τόν οὐρανό τήν αἰώνια ὑμνωδία τῶν σεσωσμένων πού ἀντηχεῖ στόν οὐρανό καί τήν καταγράφει (᾿Αποκαλύψεως ε´ 6-14).

Οἱ ἄνθρωποι στήν γῆ ψάλλουν πολλούς ὕμνους καί μέ ποικιλία μουσικῆς. Πάντοτε θά συνθέτουν νέους ὕμνους γιά νά ἐκφράσουν ὅλη τήν εὐχαριστία τους καί τήν λατρεία τους στόν Κύριο τῆς δόξης.

Αὐτό θά συμβαίνει μέχρις ὅτου ὅλοι θά ψάλλουν ἕνα καινούργιο ὕμνο τήν καινή ᾠδή πού ἀπευθύνεται σ᾿ ᾿Εκεῖνον πού «ἐσφάγη καὶ ἠγόρασεν τῷ Θεῷ ἡμᾶς ἐν τῷ αἵματί Του» (᾿Αποκαλύψεως ε´ 9).

῾Ο εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης ἀνατρέπει τίς μάταιες ἀντιλήψεις ὅσων πολεμοῦν τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, τό εὐαγγέλιό Του, τήν ἐκκλησία Του, τούς μαθητές Του, φανερώνοντας προφητικά μέ τήν δύναμη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τόν θρίαμβο τοῦ Σταυρωθέντος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ γιά νά μή δειλιοῦν οἱ πιστοί καί νά μή ἐγκαταλείπουν τόν πνευματικό ἀγῶνα τους, ὅσο ὀδυνηρές καί ἄν εἶναι οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς, ὅσο ἀνελέητος κι ἄν εἶναι ὁ πόλεμος τῆς ἁμαρτίας κατά τῶν πιστῶν, κατά τῆς ᾿Εκκλησίας. ῞Ενας θά δοξάζεται αἰώνια, ὁ Νικητής τοῦ θανάτου ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός.

῾Ο ἐπί σταυροῦ θάνατος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ θά εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς στήν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἄνθρωπος διψᾶ γιά τήν ἀληθινή ζωή. ᾿Επιθυμεῖ νά ζήσει αὐθεντικά κατά Θεόν. Λαχταρᾶ νά κορέσει τήν δίψα του γιά ζωή σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Πολλοί ὅμως ἀπατῶνται ἐδῶ στήν γῆ καί μένουν διψασμένοι μέ τήν ψευδαίσθηση ὅτι ζοῦν. Εἶναι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου «οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην» (Ματθαίου ε´ 6).

Στόν οὐρανό ὅμως ὑπάρχει ποταμός πού τό νερό του λάμπει ὅπως τό κρύσταλλο καί πηγάζει ἀπό τόν θρόνο τοῦ σταυρωμένου Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή» (᾿Ιωάννου ιζ´ 3) πού προσφέρθηκε ἀπό τόν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό. ᾿Απ᾿ αὐτό τόν ποταμό τῆς ζωῆς ἀρδεύονται οἱ πιστοί καί ὅταν ζοῦν στήν γῆ κατά τήν παροῦσα ζωή καί στήν αἰωνιότητα (᾿Αποκαλύψεως κβ´ 1-5).

᾿Απ᾿ αὐτή τήν θυσία θά τρέφονται αἰώνια οἱ πολίτες ἐκείνης τῆς αἰώνιας πόλεως.

῾Ο σταυρωμένος Κύριος μας ᾿Ιησοῦς Χριστός θά κυβερνᾶ αἰώνια. Μέ τήν δύναμη τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου ἀναγνωρίσθηκε αἰώνιος βασιλέας καί κυβερνήτης.

Στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά καταργηθεῖ πᾶσα ἀρχή καί ἐξουσία ἐγκόσμια. ῞Ενας θά βασιλεύει καί θά κυβερνᾶ.

῾Η ἀήττητη καί νικητήρια δύναμη τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί οἱ πιστοί θά νικήσουν τόν διάβολο καί τήν ἁμαρτία τοῦ θανάτου.

Αὐτός πού ἐξῆλθε στό Γολγοθᾶ «νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ» (᾿Αποκαλύψεως στ´ 2) εἶναι ὁ Νικητής πού ὑπόσχεται νίκες καί ἔπαθλα σ᾿ ὅλους τούς νικητές μαθητές Του, ὅπως ἀναφέρεται στούς ᾿Αγγέλους τῶν ἑπτά ᾿Εκκλησιῶν τῆς ᾿Αποκαλύψεως.

῾Ο Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός ὁδηγήθηκε στήν ἐπίγεια ζωή Του ὡς ἄκακο πρόβατο στήν σφαγή γιά νά χαρίσει αἰώνια λύτρωση καί δόξα σ᾿ ὅσους πιστέψουν σ᾿ Αὐτόν καί ἐφαρμόσουν στήν ζωή τους τήν διδασκαλία Του. ᾿Αλλά αὐτή ἡ ἀκακία θά μεταβληθεῖ σέ ἀδυσώπητη ἐναντίωση στήν αἰωνιότητα πού θά στρέφεται κατ’ ἐκείνων πού περιφρόνησαν καί ἀρνήθηκαν τήν σωτηρία του ἤ καί πολέμησαν τήν ᾿Εκκλησία πού εἶναι ἡ κιβωτός τῆς σωτηρίας.

Τό ἀρνίο εἶναι σύμβολο πραότητας ἀνεξικακίας καί ταπεινώσεως. ῞Ομως στήν ᾿Αποκάλυψη ὁ Εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης περιγράφει τήν ἐναντίωση τοῦ ᾿Εσφαγμένου ᾿Αρνίου, τοῦ Σταυρωθέντος Κυρίου κατά τῆς ἄπιστης καί ἀντίθεης ἀνθρωπότητας. Σ’ αὐτό τό σύμβολο τῆς ἀκακίας θά συντρίβονται ὅσοι ἀγάπησαν καί ὑπηρέτησαν τήν ματαιότητα τῆς ἁμαρτίας (᾿Αποκαλύψεως στ´ 12-17).

Αὐτή ἡ ἐναντίωσή Του θά τρομάζει τούς βασιλεῖς τῆς γῆς, τούς μεγιστάνες καί τούς χιλιάρχους, τούς πλουσίους καί τούς ἰσχυρούς καί κάθε δοῦλο καί κάθε ἐλεύθερο θά τούς ἀναγκάσει νά τραποῦν σέ φυγή καί νά ζητήσουν καταφύγιο στά σπήλαια τῆ γῆς καί νά λένε στίς πέτρες  (᾿Αποκαλύψεως στ´ 17).

Γι᾿ αὐτό φροντίστε νά ζήσετε στή ζωή σας καί στήν αἰωνιότητα μέ τόν Σταυρωμένο Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό.

3 Σεπτεμβρίου 2020

1η Σεπτεμβρίου ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, ἤτοι τοῦ νέου ἔτους

1η Σεπτεμβρίου ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου,

ἤτοι τοῦ νέου ἔτους

 

 

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Τό ὄνομα Σεπτέμβριος (September) εἶναι λατινικῆς προέλευσης καί σηµαίνει ἕβδομος (ἀπό τόν ἀριθμό septem=ἑπτά). Ὀνομάστημε ἔτσι ὁ Σεπτέμβριος, ἕβδομος δηλαδή διότι σύμφωνα μέ τό παλιό ρωμαϊκό ἡμερολόγιο πρῶτος µήνας τοῦ ἔτους ἦταν ὁ Μάρτιος καί ἑπομένως ὁ Σεπτέμβριος κατεῖχε στήν ἀρίθμηση τήν ἕβδομη θέση. Μετά τήν καθιέρωση ὅμως περί τό 45 π.Χ. τοῦ λεγόμενου Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου ὁ Σεπτέμβριος κατέλαβε τήν ἔνατη θέση, ἐπειδή μ᾿ αὐτό ὁρίστηκε ὡς πρῶτος μήνας τοῦ ἔτους ὁ Ἰανουάριος. Ὡστόσο κατά τούς βυζαντινούς χρόνους ὁ Σεπτέμβριος καθιερώθηκε ὡς πρῶτος μήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, γι’ αὐτό µέχρι καί σήµερα ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν 1η Σεπτεµβρίου ὡς ἀρχή τοῦ νέου (ἐκκλησιαστικοῦ) ἔτους. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί τό γεγονός ὅτι ὁ ἐνιαύσιος κύκλος τοῦ ἑορτολογίου τῆς ᾿Ανατολικῆς Ἐκκλησίας στά διάφορα ἐκκλησιαστικά βιβλία (π.χ. Ὡρολόγιο τό Μέγα) ἀρχίζει µέ τό µήνα Σεπτέμβριο.   

Τῇ 1ῃ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου, ἤτοι τοῦ νέου ἔτους.

Ἡ 1η Σεπτεμβρίου εἶναι γιά τήν Ἐκκλησία πρωτοχρονιά. Σύµφωνα µέ παλιά ρωμαϊκή συνήθεια, ἡ ὁποία µεταφέρθηκε καὶ στό Βυζάντιο, τὴν 1η Σεπτεμβρίου ἄρχιζε τὸ οἰκονομικό ἔτος.

Στά ἐκκλησιαστικά βιβλία ὁ Σεπτέμβριος  εἶναι ὁ πρῶτος μήνας, τοῦ ἐτήσιου ἑορταστικοῦ κύκλου καὶ ὁ Αὔγουστος ὁ τελευταῖος.

Ἑπόμενο εἶναι ἡ Ἐκκλησία νά εὐλογεῖ τήν ἔναρξη τῆς νέας ἐκκλησιαστικῆς περιόδου. Γιὰ τήν ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου στὸ Μηναῖο ὑπάρχει εἰδικὴ ἀσματική Ἀκολουθία µέ ὡραιότατους ὕμνους γιά τή σημασία τῇς ἑορτῆς. Μέ πολλή σοφία ἐπίσης εἶναι ἐπιλεγμένα ἀπό τοὺς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τά ἀναγνώσματα τῆς ἑορτῆς τό ἀποστολικό (Α΄ Τιμόθεον β’ 1-7) καὶ τὸ εὐαγγελικό (Λουκᾶ δ΄, 16-22).

Σύμφωνα μέ τό Ἀπολυτίκιο τῆς Ἰνδίκτου ἀναγνωρίζουμε τόν Θεό πού εἶναι ὁ δημιουργός ὅλης τῆς κτίσης καί ἐξουσιάζει ὁ ἴδιος καιρούς καί χρόνους, εὐλογεῖ μέ τά ἀγαθά τῆς καλοσύνης Του καί τῆς εὐεργετικῆς Του φροντίδας τό νέο ἔτος, πού σάν στεφάνι γυρίζει καί ἐπιστρέφει κανονικά στίς ἴδιες πάντα ἐποχές, προστατεύοντας καί διατηρώντας σέ κατάσταση εἰρήνης τούς ἄρχοντες καί τίς πόλεις μας μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου, καί παρακαλοῦμε νά μᾶς χαρίζει μας τή σωτηρία.

Ἐπίσης στό Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Θεός πού δημιούργησε τά σύμπαντα μέ σοφία ἀνέκφραστη καί ἔχει κάτω ἀπό τή δική Του ἐξουσία τό χρόνο στό σύνολό Του, δώρισε στό φιλόχριστο (εὐσεβή) λαό Του νίκες· καί εὐλόγησε τήν εἴσοδο καί τήν ἔξοδο τοῦ ἔτους (ἀπό τήν ἀρχή ὥς τό τέλος του) κατευθύνοντας τά ἔργα μας πρός τό δικό Του θεῖο θέλημα.

Στό ἕτερο Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Θεός τῶν ὅλων καί πράγματι ὑπερούσιος, Αύτός πού εἶναι ὁ ποιητής τῶν αἰώνων καί δεσπότης (κυρίαρχος πάντων), ζητοῦμε νά εὐλογήσει τὴν ἐτήσια περίοδο, παρέχοντας μὲ τὸ ἄπειρο ἔλεός Του τή σωτηρία, καί  σ᾽ ὅλους ἐκείνους πού λατρεύουν Αὐτόν τὸ μοναδικό Δεσπότη καί φωνάζουν δυνατά μέ εὐλάβεια καί φόβο· Ἐσύ, πού εἶσαι ὁ Λυτρωτὴς µας, χορήγησε εὔφορο καί καρποφόρο τὸ ἔτος σ᾽ ὅλους μας.

Ὅπως µπορεῖ νά παρατηρήσει ὁ ἀναγνώστης, τὸ  Ἀπολυτίκιο καὶ τὰ δύο Κοντάκια τῆς ἑορτῆς  εἶναι μεστὰ ἀπό βαθιά νοήματα καὶ διαπνέονται ἀπό τό ὀρθόδοξο πνεῦμα. Ὁ βασικός πυρήνας και τῶν τριῶν Τροπαρίων εἶναι ἡ εὐλογία τῆς νέας ἑορταστικῆς περιόδου τῆς Ἐκκλησίας. Καί τοῦτο διότι χωρίς τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ κάθε κόπος καὶ κάθε προσπάθειά µας εἶναι µαταιοπονία. Ἀπαραίτητη ἑπομένως εἶναι ἡ εὐλογία καὶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐφορία τῶν καρπῶν τῆς γῆς, ἡ εἰρηνική συµβίωση τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀντιμετώπιση τῶν πολλαπλῶν ἀντιξοοτήτων τοῦ βίου καὶ τῶν ποικίλων πειρασμῶν, ἡ πορεία καὶ εὐθυγράμμιση  πρός τό θεῖο θέλημα, ἡ πνευματική μας καρποφορία, ἡ ἴδια ἡ σωτηρία µας, ἡ ψυχικά ἐπωφελής ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου µας δέν κατορθώνεται μέ τή δική µας µόνο δύναμιη καί προσπάθεια: εἶναι ἀναγκαία καί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Καί καθώς ὁ Θεός συνήθως παρέχει τήν εὐλογία Του σὲ κάθε θεάρεστο ἔργο µας καὶ σέ κάθε πνευµατικά ὠφέλιμη προσπάθειά μας.

Ἡ δύναμη καί τό μεγαλεῖο, ἡ ἀγαθότητα καὶ τό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι διάχυτα καί στά τρία Τροπάρια. Ἔτσι ὁ Θεός εἶναι ὁ δημιουργός πάσης τῆς κτίσεως, ὁ ποιητής τῶν αἰώνων, ὁ μόνος Δεσπότης, ὁ ὄντως ὑπερούσιος, ὁ  ἀρρήτῳ σοφίᾳ τὰ πάντα δημιουργήσας, ὁ καιροὺς καί χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέµενος, εἶναι ὁ Θεός τῶν ὅλων, ὁ χρηστός, ὁ οἰκτίρμων, ὁ σώζων, ὁ λυτρωτής μας.

3 Σεπτεμβρίου 2020

Ἡ Διακονία τοῦ πιστοῦ ὡς ἐθελούσια θυσία τοῦ ἐγωϊσμοῦ

Ἡ Διακονία τοῦ πιστοῦ ὡς ἐθελούσια θυσία τοῦ ἐγωϊσμοῦ.

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

            Στήν βίωση τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς καί διδασκαλίας ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀδελφῶν μας χαρακτηρίζει τήν γνησιότητα τῆς πνευματικότητας τῶν πιστῶν

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μέ λόγια καί μέ ἔργα ἔδειξε τό μεγαλεῖο τοῦ νά ὑπηρετεῖς τόν ἄλλο. Οἱ μαθητές Του μαρτυροῦν ὅτι:

α΄. Ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός στήν ἐπίγεια ζωή Του «διῆλθε εὐεργετῶν καί ἰώμενος» (Πράξεων ι΄ 38) εὐεργέτησε ὄχι μόνο Ἰουδαίους ἀλλά καί εἰδωλολάτρες, ὅπως π.χ. τόν δοῦλο τοῦ Ἑκατόνταρχου, (Ματθαίου η΄ 5 κ.ἕξ) καί τήν θυγατέρα τῆς Χαναναίας, (Ματθαίου ιε΄ 22) ἐξαίροντας καί ἐπαινώντας μάλιστα τήν πίστη Τους, τήν ὁποία ἀποτίμησε ὡς μεγαλύτερη ἀπό τήν πίστη τῶν Ἰουδαίων, πού εἶχαν καλλιεργηθεῖ καί προετοιμασθεῖ γιά τήν ἔλευσή Του.

 «Αὐτός τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασε» (Ματθαίου η΄ 17).

β΄. Μέ τήν παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη (Λουκᾶ ι΄ 33 καί ἑξῆς) ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀναδεικνύει,ὅτι ἡ περιποίηση τοῦ περιπεσοῦντος στούς ληστές ἀπό τόν Σαμαρείτη, πού δέν ἐθεωρεῖτο καί ἀκραιφνής πιστός ἀπό τούς Ἰουδαίους, πού ἔπλυνε τά τραύματα τοῦ πληγωμένου ἀνθρώπου, τόν μετέφερε μέ τό ὑποζύγιό του στό πανδοχεῖο γιά νά συνέλθει καί κατέβαλε τό ἀπαιτούμενο ποσό στόν ἰδιοκτήτη τοῦ πανδοχείου, ἔδειξε ὅτι ἐνήργησε ἀπό ἔλεος πού κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης τό ἔλεος εἶναι ἐπίτασις (κορύφωση) τῆς ἀγάπης (Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος ε΄. Στούς Μακαρισμούς. PG 44, 1252). Γι’ αὐτό κι ὁ Θεός εἶναι ὁ Μόνος Ἐλεήμων.

Ὁ πιστός ὑπηρετεῖ τούς πάντες χωρίς καμμία διάκριση

γ΄. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός τήν παραμονή τοῦ θανάτου Του στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ ταπεινούμενος ἄκρως ζώσθηκε τό λεντίο (τήν ποδιά) καί βαστάζοντας τήν λεκάνη ἔσκυψε καί ἔπλυνε τά πόδια τῶν Μαθητῶν Του. Ὅταν τελείωσε τό νίψιμο τούς ρώτησε:

«Γινσκετε τ πεποηκα μν; μες φωνετ με, Διδσκαλος κα Κριος, κα καλς λγετε· εμ γρ. ε ον γ νιψα μν τος πδας, Κριος κα Διδσκαλος, κα μες φελετε λλλων νπτειν τος πδας» (Ἰωάννου ιγ΄ 12-14)

Ἔτσι ἀναγνωρίζονται οἱ μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

δ΄. Ἀνάμεσα στούς λόγους πού ἐξεξώνησε οἱ Μαθητές Του μᾶς διέσωσαν καί κατέγραψαν δύο πολύ χαρακτηριστικούς γιά τό θέμα μας.

 Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς τοποθετεῖ στήν διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου τήν συζήτηση πού ἔγινε μεταξύ τῶν 12 Μαθητῶν γιά τό ποιός εἶναι πρῶτος δηλαδή ἀνώτερος ἀπό τούς ἄλλους.

Στήν συζήτηση παρενέβη καί ὁ Κύριος πού τούς ἐρώτησε, ποιός θεωρεῖτε ὅτι εἶναι ἀνώτερος αὐτός πού κάθεται στό τραπέζι καί τρώγει ἤ αὐτός πού τόν ὑπηρετεῖ; Στήν ρητορική αὐτή ἐρώτησή Του ἀπάντησε ὁ Ἴδιος λέγοντας, ὅτι θεωρῶ ἀνώτερο αὐτόν πού ὑπηρετεῖ ὅπως συμβαίνει μέ Μένα πού ἄν καί εἶμαι ὁ Κύριος καί ὁ Διδάσκαλος εἶμαι ἀνάμεσά σας ὁ ὑπηρέτης (Λουκᾶ κβ΄ 22-27).

Ἕνας ἄλλος εὐαγγελιστής ὁ Ματθαῖος μᾶς παρέδωσε τήν τοποθέτηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά τό πῶς ἀναδεικνύεται τό μεγαλεῖο καί ἡ ἀνωτερότητα ἑνός ἀνθρώπου, λέγοντας ὅτι τό μεγαλεῖο ἑνός ἀνθρώπου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν κοινωνική θέση του, οὔτε ἀπό τά ἀξιώματά του, οὔτε ἀπό τήν ἐξουσία πού διαχειρίζεται καί μάλιστα μέ αὐθαιρεσίες καί τυραννικότητα, ἀλλά ἀπό τήν ὑπηρεσία πού προσφέρει καί τίς θυσίες πού ὑποβάλλεται, ὅπως συμβαίνει μέ τόν Ἴδιο πού «οκ λθε διακονηθναι, λλ διακονσαι κα δοναι τν ψυχν ατο λτρον ντ πολλν» (Ματθαίου κ΄ 28).

ε΄. Μ’ αὐτό τό πνεῦμα κι αὐτό τό κριτήριο θά κριθοῦν οἱ ἄνθρωποι πού ὑπηρέτησαν τούς ἀδελφούς τους καί μάλιστα αὐτούς πού εἶχαν ἀνάγκη (Ματθαίου κε΄ 31-46).

27 Αὐγούστου 2020

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

(ἑορτή τῆς ἀποτομῆς τῆς τιμίας κάρας

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ

καί Προδρόμου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ)

Τοῦ  Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Μέσα στήν αὐγουστιάτιπη λαύρα ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας προβάλλει μιά ὁλόφωτη καί πυρφόρα μορφή, γεμάτη ἀπό ἱερή φλόγα καί ἄφθαστη τόλμη. Εἶναι ἡ πύρινη φυσιογνωμία τοῦ Προδρόμου πού στόν πανηγυρισμό της τοῦτο τόν μήνα μᾶς θυμίζει ἔντονα τό ἀποπορύφωμα τῶν ἀγώνων του καί τό δραματιπό του τέλος. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής δέν εἶναι μόνον ἕνας ἐμπνευσνένος προφήτης καί ἀγγελιαφόρος τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι μόνον ἕνας μεγαλόφωνος Ἀπόστολος καί κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου, δέν εἶναι ἕνας μάρτυρας καί ὁμολογητής, πού ἔχυσε τό αἷμά του γιά τήν Ἀλήθεια καί τήν Δικαιοσύνη, οὔτε ἕνας ἀσκητής ὁσιώτατος πού ἔζησε μακρυά ἀπό τόν κόσμο γιά νά ὑψωθῆ στόν οὐρανό. Εἶναι μέσα σ’ ὅλα αὐτά τά μεγάλα χαρίσματα καί τ’ ἀξιώματα τῶν Ἁγίων, μά πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι ἕνας ἀστραποφόρος ἄγγελος τῆς ἐρήμου, πού, ζώντας τή νεότητά του μακρυᾶ ἀπό τή βοή καί τό θόρυβο τῆς κοσμικῆς τύρβης, ὥρμησε κάποτε μέ τήν πύρινη ρομφαία τοῦ πρόφητικοῦ λόγου στά περίχωρα τῆς Ἰουδαίας καί μέ τό πολύβοο σάλπισμά του «Μετανοεῖτε!» ἐξύπνησε χιλιάδες ψυχές ἀπό τόν λήθαργο τῆς ἁμαρτίας, φθάνοντας ἴσαμε τ’ ἀνάκτορα τοῦ  Ἡρώδη.

Γεννήθηκε θαυματουργικά στήν ὀρεινή Χεβρών ἀπό τόν ἱερέα Ζαχαρία καί τήν στείρα Ἐλισάβετ στά  βαθειά γεράματά τους. Ἀπό τό λίκνα του ἀκόμα ἐγνώρισε τόν πόνο καί μεγάλωσε μ’ αὐτόν, γιατί δέν πρόλαβε καλά-καλά νά χαρεῖ τό μητρικό χάδι οὔτε τήν πατρική στοργή, γιατί οἱ γέροντες γονεῖς του ἄφησαν τόν κόσμο λίγο μετά τή γέννησή του. Παιδί ἀκόμα, ὅπως οἱ νεοσσοί τῶν ἀετῶν, τράβηξε κατά  τήν ἔρημο. Αὐτή τοῦ χρησίμευσε ὡς τό μεγάλο σχολεῖο, ὅπου σπούδασε τόν Θεό συνομιλώντας μαζί Του τίς νύκτες, καθώς κυρίευε τήν ψυχή του τό ἔναστρο μεγαλεῖο τ’ οὐρανοῦ.

Μέ τούς βοριάδες καί τίς θύελλες ὕψωνε τό πνεῦμά του στ’ ἀκρόκορφα τῆς προσευχῆς, ἔχοντας γιά ναό καί σκήτη του κάποια σπήλια καί παιδικούς του φίλους τ’ ἀγρίμια τοῦ βουνοῦ. Φοροῦσε ἕνα σάκκο ἀπό τρίχες καμήλου κι’ ἔφερε στή μέση δερμάτινη ζώνη. Ἡ τροφή τοῦ ἤτανε ἀκρίδες καί μέλι ἀπό ἄγρια μελίσσια, πού ζούσανε κοπαδιαστά στούς βράχους τῆς ἐρήμου.

Ἀπορροφημένος ἀπό τήν θεία ἐνόραση, δέν ἐγνώρισε ἄλλη ἀγάπη, ἐκτός ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων.

Δέν ἤπιε ποτέ του κρασί, μά ἦταν πάντα κυριευμένος ἀπό τά προφητικά του ὁράματα, ποῦ τόν ἔκαναν νά οἰστρηλατεῖται ἀπό φλογερές παρορμήσεις, ὥσπου γεμᾶτος θεῖο ζῆλο ἀφήνει τήν ἔρημο, ὅπου ἔζησε σάν Ἄγγελος, καί κατεβαίνει μιά μέρα ἀκαταμάχητος ἀγωνιστής τοῦ Κυρίου ἀνάμεσα στόν λαό τῆς Παλαιστίνης. Σάν βρυχηθμός λιονταριοῦ, ἀκούγεται στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη τό βροντερό κήρυγμα τῆς μετανοίας καί τῆς ἐπιστροφῆς.  Ἔξαλλος ἀπό θεία μεταρσίωσι, ἀσυγκράτητος, σάν νά ἐφέρνονταν πάνω σέ πύρινο ἅρμα, φώναξε πρός τούς Φαρισαίους, τούς δυνατούς, τούς πλουσίους καί τούς ἁμαρτωλούς:- «Γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμιν φυγεῖν ἀπό τῆς μελλούσης ὀργῆς; Ποιήσατε οὖν καρπόν ἄξιον μετανοίας....Ἤδη δέ καί ἡ ἀξίνη πρός τήν ρίζαν τοῦ δένδρου κεῖται...».

Ἕνα πρωΐ ὁ Ἰορδάνης φεγγοβόλησε καί ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔκλινε τό κεφάλι Του, γιά νά λάβει κι’ Αὐτός τό βάπτισμα ἀπό τό προδρομικό χέρι. Ὁ Βαπτιστής δέν τολμᾶ νά Τόν ἐγγίσει καί μόνον τοῦτα τά λόγια, καθώς λέγει ὁ ἱερός ὑμνογράφος, βγαίνουν μέ δέος ἀπό τό στόμα του: «Πῶς φωτίσει ὁ λύχνος τό Φῶς; Πῶς χειροθετήσει ὁ δοῦλος τόν Δεσπότην;» Ἐνῶ βλέπει μέ χαρά νά «αὐξάνῃ» Ἐκεῖνος, πού εἶχε βαπτίσει, κλείνει τό φωτόδραμα τῆς ζωῆς του μέ τό δραματικό σκηνικό τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ. Γεμᾶτος ὀργή γιά τήν ἀκόλαστη παρανομία τοῦ Ἡρώδη, στέκεται κάποια μέρα κάτω ἀπό τ’ ἀνάκτορά του καί φωνάζει:- «Οὐκ ἔξεστι σοί ἔχειν τήν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ σου...»!

Ὁ Ἡρώδης μαίνεται. Τόν κλείνει στήν φυλακή, μά καί ἡ συνένοχή του μελετᾶ τήν ἐξόντωση τοῦ Προφήτου. Στά βασιλικά γενέθλια ἡ Σαλώμη, καθώς τό μεθύσι κορυφώνεται, ρίχνεται στόν ἀκόλαστο χορό. Τρελλός ἀπό τά πάθη του ὁ βασιλιᾶς ὑπόσχεται νά τῆς δώσει ὅ,τι τοῦ ζητήσει, «ἕως ἡμίσεως τῆς βασιλείας του». Καί ἡ παράνομη γυναίκα συμβουλεύει τήν κόρη της ν’ ἀπαιτήσει «ἐπί πίνακι» τήν κεφαλήν Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ.

Τά φλογοβόλα μάτια τοῦ Προδρόμου ἔσβησαν, καθώς τό κεφάλι ἀποχωρίζονταν ἀπό τό σῶμα. Ἄναψε ὅμως ἀπό τότε μιά ἀσυγκράτητη πυρκαγιά, πού ἀπειλεῖ κάθε κέντρο ἀκολασίας κι’ ἀνάμεσα στούς αἰῶνες φέρνει τό συνταρακτικό κήρυγμα τοῦ ἐλέγχου κάθε παρανομίας. Ὁ Βαπτιστής στέκεται ἐπιβλητικά καί φωνάζει σ’ ὅποιο παραβαίνει τόν Νόμο τοῦ Κυρίου:-

«Ο ὐ κ  ἔ ξ ε σ τ ί   σ ο ι !..».

                                                                  

 

20 Αὐγούστου 2020

Η  Π Α Ρ Θ Ε Ν Ο Σ  Μ ΑΡ Ι Α

Η  Π Α Ρ Θ Ε Ν Ο Σ  Μ ΑΡ Ι Α

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

Κατά τήν ἐκκλησιαστική περίοδο τοῦ Δεκαπενταυγούστου στό κέντρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν εὑρίσκεται ἡ Παρθένος Μαρία. 

Ἡ Καινή Διαθήκη μᾶς προσφέρει μέ αὐθεντικότητα τίς ἑξῆς πληροφορίες γιά τό πάντιμο πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

α΄ Τόν ἕκτο μῆνα ἀπό τῆς συλλήψεως τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ὁ ἄγγελος Γαβριήλ ἀπεστάλη ἀπό τόν Θεό πρός μία κόρη Παρθένο πού ὀνομαζόταν Μαριάμ καί ἦταν μνηστευμένη μ’ ἕνα ἄνδρα πού ὀνομαζόταν Ἰωσήφ καί κατοικοῦσαν στήν Ναζαρέτ τῆς Γαλιλαίας νά ἀναγγείλει στήν Μαρία τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (Λουκᾶ α΄ 26, 27 )

β΄. Μεταξύ τοῦ ἀγγέλου καί τῆς Παρθένου Μαρίας διεξάχθηκε ἕνας διάλογος πού ἀφοροῦσε στήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στήν δική Της ἀποστολή (Λουκᾶ α΄ 28-38)

            γ΄ Ὁ μνηστήρας τῆς Παρθένου Μαρίας Ἰωσήφ σαφῶς ἀναφέρεται, ὅτι ἦταν «ἐξ οἴκου Δαβίδ», δηλαδή ἀπό τήν βασιλική γενιά τοῦ Δαβίδ. Γιά τήν Παρθένο Μαρία συμπεραίνεται ἀπό τήν ὑπόσχεση τοῦ Ἀγγέλου, ὅτι ὁ Υἱός πού θά γεννοῦσε ἐπρόκειτο νά καθίσει στόν «θρόνο Δαβίδ τοῦ πατρός αὐτοῦ» (Λουκᾶ α΄ 32).

Πολλοί ἄλλοι πού ἀπευθυνόταν σ’ Αὐτόν ἔτσι τόν ἀποκαλοῦσαν Υἱό Δαβίδ (Ματθαίου α΄ 1, θ΄ 27, Ἰωάννου ζ΄ 42 )

δ΄ Ἡ Παρθένος Μαρία δέχθηκε μέ πολύ ταπεινό πνεῦμα καί πλήρη ὑποταγή, τήν θεία κλήση νά ὑπηρετήσει τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, δηλώνοντας αὐτό στόν Ἄγγελο (Λουκᾶ α΄ 38).

           

ε΄ Μετά τόν Εὐαγγελισμό Της ἐπισκέφθηκε τήν συγγενή Της Ἐλισάβετ καί μετά τόν ὕμνο της (Λουκᾶ α΄ 42-45), ἡ Παρθένος Μαρία ἀπάγγειλε τόν δικό Της εὐχαριστήριο ὕμνο.

στ΄ Λίγο πρίν τήν γέννηση τοῦ Ἰωάννου ἡ Παρθένος Μαρία ἐπέστρεψε στήν Ναζαρέτ, ὅπου ὁ Ἰωσήφ κατόπιν τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἀγγέλου, πού τούς διέλυσε τίς ἀμφιβολίες του γιά τήν ἐγκυμοσύνη τῆς Παρθένου Μαρίας, «παρέλαβεν αὐτήν» (Κατά Ματθαῖον α΄ 18-21)

           

ζ΄ Τό διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Αὐγούστου (31 π.Χ.-14 μ.Χ.) νά ἀπογράψει τούς ὑπηκόους τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Ρώμης γιά φορολογικούς λόγους πού συμπεριελάμβανε καί τά ἐδάφη τῆς Παλαιστίνης ἔφερε τήν Παρθένο Μαρία καί τόν Ἰωσήφ στήν Βηθλεέμ, ὅπου καί ἔτεκε τόν Υἱό Αὐτῆς τόν πρωτότοκο (Λουκᾶ β΄ 1-5)

η΄ Στίς 8 ἡμέρες ἀπό τήν γέννησή Του τό βρέφος περιτμήθηκε καί ὀνομάσθηκε Ἰησοῦς  (Λουκᾶ β΄ 21).

θ΄ Ἀκολούθως στίς 40 ἡμέρες παρουσιάσθηκε ἀπό τήν Παρθένο Μαρία καί τόν Ἰωσήφ στό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου καί προσφέρθηκε ἡ προβλεπομένη ἀπό τόν Νόμο τοῦ Μωϋσέως προσφορά, μάλιστα γιά τούς πτωχούς γονεῖς.

Ἐκεῖ στό Ναό ὁ δίκαιος Συμεών προφήτευσε γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό ἀποδίδοντας σ’ Αὐτόν τίς περί Μεσσίου διδασκαλίες τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τῆς προεῖπε, ὅτι «ρομφαία θά διαπερνοῦσε τήν ψυχή της» (Λουκᾶ β΄ 22-39).

           

            ι΄ Στό σπίτι Της στήν Ναζαρέτ ἔγινε ἡ προσκύνηση τῶν Μάγων (Ματθαίου β΄ 9-12)

            ια΄ Μετά τήν προσκύνηση τῶν Μάγων, ἡ Παρθένος Μαρία μέ τόν Ἰωσήφ καί τόν Ἰησοῦ, ἔφυγε γιά τήν Αἴγυπτο (Ματθαίου β΄ 13-15)

            ιβ΄ Μαζί μέ τόν Ἰωσήφ ἀνέβαινε κατ’ ἔτος στά Ἱεροσόλυμα γιά νά ἑορτάσουν τό Πάσχα τῶν Ἰουδαίων  (Λουκᾶ β΄ 41 )

Στόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα ὁ δωδεκαετής Ἰησοῦς παρέμεινε στόν Ναό τῶν Ἱεροσολύμων συζητώντας μέ τούς Νομοδιδασκάλους τῶν Ἰουδαίων πού ἐξεπλήτοντο  μέ τήν σοφία Του ἐνῷ ἡ Μητέρα Του ἡ Παρθένος Μαρία μέ τόν Ἰωσήφ Τόν ἀναζητοῦσαν ἐπί τρεῖς ἡμέρες (Λουκᾶ β΄ 41-50).

ιγ΄ Ἀργότερα ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς κήρυττε στούς ὄχλους διαβάζουμε, ὅτι ἡ « μήτηρ καί οἱ ἀδελφοί αὐτοῦ» στάθηκαν ἔξω ἀπό τό σπίτι πού βρισκόταν ὁ Ἰησοῦς καί εἶχε συγκεντρωθεῖ πλῆθος Ἰουδαίων ζητώντας Τον (Ματθαίου ιβ΄ 46-50, Μάρκου γ΄ 31-35, Λουκᾶ η΄19-21).

ιδ΄ Στόν Σταυρό πάλι ἡ Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ παρακολουθεῖ τό μαρτύριο τοῦ Υἱοῦ Της, ὁπότε καί ὁ Ἰησοῦς τήν ἐμπιστεύθηκε στήν φροντίδα τοῦ μαθητοῦ Του Ἰωάννη (Ἰωάννου ιθ΄ 25-27)

ιε΄ Τέλος Τήν βλέπουμε στό ἀνώγειο τῶν Ἱεροσολύμων μέ τούς Ἀποστόλους προσκαρτερώντας στήν προσευχή (Πράξεων α΄ 14).

Αὐτές εἶναι οἱ πληροφορίες πού οἱ θεόπνευστες Γραφές μᾶς προσφέρουν γιά την «Κεχαριτωμένη» καί «Εὐλογημένη ἐν γυναιξί», τό εὐλογημένο «σκεῦος ἐκλογῆς» πού ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ χρησιμοποίησε γιά τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του καί τήν εἴσοδό Του στόν κόσμο (Λουκᾶ α΄ 28)

Σ’ αὐτές τίς πληροφορίες στηρίχθηκε ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας καί διεμόρφωσε τήν διδασκαλία της γιά τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Σ’ αὐτή στηρίζεται ἡ Χριστολογία (ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό) ἀλλά καί ἡ Σωτηριολογία (ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν σωτηρία μας)

Ὁ τίτλος «Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ» προσδιορίζει τό λειτούργημά τῆς Παρθένου Μαρίας, τήν ἀποστολή  Της στό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ἀπό τήν μελέτη τῶν κειμένων τῶν εὐαγγελίων προκύπτουν ὅτι:  

α΄ Ἡ μητρότητά Της αὐτή εἶναι θεληματική.

Αὐτό συνάγεται σαφῶς ἀπό τήν ἀφήγηση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (Λουκᾶ α΄ 26-38). Ἡ διακονία Της ἦταν ἀποτέλεσμα ἐλευθέρας ἐπιλογῆς.

β΄. Ὅταν ἡ Παρθένος Μαρία γέννησε τόν Ἰησοῦ ἡ ἀποστολή Της, ὅπως συμβαίνει μέ ὅλες τίς μητέρες, ἁπλῶς ἄρχισε (Λουκᾶ β΄ 29-32, 34 ἑξ., Λουκᾶ β΄48, β΄ 51).

            γ΄. Ἡ Παρθένος Μαρία παρέμεινε μητέρα ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἀνδρώθηκε (Μάρκου γ΄ 21, 31 καί Ἰωάννου ιθ΄ 25 ἑξ). 

δ΄. Στό ἑξῆς σ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ζωῆς Της πάνω στήν γῆ ἡ μητέρα ὑποχώρησε μπροστά στήν πιστή. Ἐκτός ἀπό Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ ἀναδείχθηκε ἡ πρώτη πιστή (Μάρκου γ΄ 32-35, Λουκᾶ ια΄ 27-28)

            Πρῶτα Ἐκείνη ὑπῆρξε πιστή καί ὑπάκουη συνιστᾶ στούς πιστούς  (Ἰωάννου β΄ 5)

            ε΄. Στόν Σταυρό ὁλοκληρώνεται αὐτή ἡ κένωση τῆς Μητέρας τοῦ Ἰησοῦ  (Λουκᾶ β΄34-35)

           

στ΄. Στό Γολγοθᾶ ἡ μητρότητα Της ὁλοκληρώθηκε ὅπως τό δείχνει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης σέ μία σκηνή πού κάθε λεπτομέρεια της εἶναι γεμάτη νόημα (Ἰωάννου ιθ΄ 25).

ζ΄. Ἴσως ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς θέλησε νά ὑπομνήσει αὐτή τήν ἀποστολή τῆς Μαρία μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅταν Τήν δείχνει νά προσεύχεται μέ τούς Δώδεκα, περιμένοντας τό ἅγιο Πνεῦμα (Πράξεων α΄ 14)

Ἡ ἴδια ἡ Παρθένος Μαρία καί Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουσα ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς Της ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ ὅτι θά γεννοῦσε τόν λυτρωτή καί σωτῆρα τοῦ κόσμου διαπιστώνει ὅτι οἱ γενεές τῶν ἀνθρώπων πού θά δέχονται τήν σωτηρία τους θά Τήν εὐγνωμονοῦν καί θά Τήν μακαρίζουν, θά Τήν ἐπαινοῦν καί θά Τήν τιμοῦν ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ :

«δο γρ π το νν μακαριοσ με πσαι α γενεα» (Λουκᾶ α΄ 48)

            Δηλαδή : «Ἀπό τώρα θά μέ καλοτυχίζουν ὅλες οἱ γενιές»

13 Αὐγούστου 2020

Η  Π Α Ρ Θ Ε Ν Ο Σ  Μ ΑΡ Ι Α Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Η  Π Α Ρ Θ Ε Ν Ο Σ  Μ ΑΡ Ι Α

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Κατά τήν ἐκκλησιαστική περίοδο τοῦ Δεκαπενταυγούστου στό κέντρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν εὑρίσκεται ἡ Παρθένος Μαρία. 

Ἡ Καινή Διαθήκη μᾶς προσφέρει μέ αὐθεντικότητα τίς ἑξῆς πληροφορίες γιά τό πάντιμο πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

α΄ Τόν ἕκτο μῆνα ἀπό τῆς συλλήψεως τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ὁ ἄγγελος Γαβριήλ ἀπεστάλη ἀπό τόν Θεό πρός μία κόρη Παρθένο πού ὀνομαζόταν Μαριάμ καί ἦταν μνηστευμένη μ’ ἕνα ἄνδρα πού ὀνομαζόταν Ἰωσήφ καί κατοικοῦσαν στήν Ναζαρέτ τῆς Γαλιλαίας νά ἀναγγείλει στήν Μαρία τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (Λουκᾶ α΄ 26, 27 )

β΄. Μεταξύ τοῦ ἀγγέλου καί τῆς Παρθένου Μαρίας διεξάχθηκε ἕνας διάλογος πού ἀφοροῦσε στήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στήν δική Της ἀποστολή (Λουκᾶ α΄ 28-38)

            γ΄ Ὁ μνηστήρας τῆς Παρθένου Μαρίας Ἰωσήφ σαφῶς ἀναφέρεται, ὅτι ἦταν «ἐξ οἴκου Δαβίδ», δηλαδή ἀπό τήν βασιλική γενιά τοῦ Δαβίδ. Γιά τήν Παρθένο Μαρία συμπεραίνεται ἀπό τήν ὑπόσχεση τοῦ Ἀγγέλου, ὅτι ὁ Υἱός πού θά γεννοῦσε ἐπρόκειτο νά καθίσει στόν «θρόνο Δαβίδ τοῦ πατρός αὐτοῦ» (Λουκᾶ α΄ 32).

Πολλοί ἄλλοι πού ἀπευθυνόταν σ’ Αὐτόν ἔτσι τόν ἀποκαλοῦσαν Υἱό Δαβίδ (Ματθαίου α΄ 1, θ΄ 27, Ἰωάννου ζ΄ 42 )

δ΄ Ἡ Παρθένος Μαρία δέχθηκε μέ πολύ ταπεινό πνεῦμα καί πλήρη ὑποταγή, τήν θεία κλήση νά ὑπηρετήσει τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, δηλώνοντας αὐτό στόν Ἄγγελο (Λουκᾶ α΄ 38).

           

ε΄ Μετά τόν Εὐαγγελισμό Της ἐπισκέφθηκε τήν συγγενή Της Ἐλισάβετ καί μετά τόν ὕμνο της (Λουκᾶ α΄ 42-45), ἡ Παρθένος Μαρία ἀπάγγειλε τόν δικό Της εὐχαριστήριο ὕμνο.

στ΄ Λίγο πρίν τήν γέννηση τοῦ Ἰωάννου ἡ Παρθένος Μαρία ἐπέστρεψε στήν Ναζαρέτ, ὅπου ὁ Ἰωσήφ κατόπιν τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἀγγέλου, πού τούς διέλυσε τίς ἀμφιβολίες του γιά τήν ἐγκυμοσύνη τῆς Παρθένου Μαρίας, «παρέλαβεν αὐτήν» (Κατά Ματθαῖον α΄ 18-21)

           

ζ΄ Τό διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Αὐγούστου (31 π.Χ.-14 μ.Χ.) νά ἀπογράψει τούς ὑπηκόους τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Ρώμης γιά φορολογικούς λόγους πού συμπεριελάμβανε καί τά ἐδάφη τῆς Παλαιστίνης ἔφερε τήν Παρθένο Μαρία καί τόν Ἰωσήφ στήν Βηθλεέμ, ὅπου καί ἔτεκε τόν Υἱό Αὐτῆς τόν πρωτότοκο (Λουκᾶ β΄ 1-5)

η΄ Στίς 8 ἡμέρες ἀπό τήν γέννησή Του τό βρέφος περιτμήθηκε καί ὀνομάσθηκε Ἰησοῦς  (Λουκᾶ β΄ 21).

θ΄ Ἀκολούθως στίς 40 ἡμέρες παρουσιάσθηκε ἀπό τήν Παρθένο Μαρία καί τόν Ἰωσήφ στό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου καί προσφέρθηκε ἡ προβλεπομένη ἀπό τόν Νόμο τοῦ Μωϋσέως προσφορά, μάλιστα γιά τούς πτωχούς γονεῖς.

Ἐκεῖ στό Ναό ὁ δίκαιος Συμεών προφήτευσε γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό ἀποδίδοντας σ’ Αὐτόν τίς περί Μεσσίου διδασκαλίες τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τῆς προεῖπε, ὅτι «ρομφαία θά διαπερνοῦσε τήν ψυχή της» (Λουκᾶ β΄ 22-39).

           

            ι΄ Στό σπίτι Της στήν Ναζαρέτ ἔγινε ἡ προσκύνηση τῶν Μάγων (Ματθαίου β΄ 9-12)

            ια΄ Μετά τήν προσκύνηση τῶν Μάγων, ἡ Παρθένος Μαρία μέ τόν Ἰωσήφ καί τόν Ἰησοῦ, ἔφυγε γιά τήν Αἴγυπτο (Ματθαίου β΄ 13-15)

            ιβ΄ Μαζί μέ τόν Ἰωσήφ ἀνέβαινε κατ’ ἔτος στά Ἱεροσόλυμα γιά νά ἑορτάσουν τό Πάσχα τῶν Ἰουδαίων  (Λουκᾶ β΄ 41 )

Στόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα ὁ δωδεκαετής Ἰησοῦς παρέμεινε στόν Ναό τῶν Ἱεροσολύμων συζητώντας μέ τούς Νομοδιδασκάλους τῶν Ἰουδαίων πού ἐξεπλήτοντο  μέ τήν σοφία Του ἐνῷ ἡ Μητέρα Του ἡ Παρθένος Μαρία μέ τόν Ἰωσήφ Τόν ἀναζητοῦσαν ἐπί τρεῖς ἡμέρες (Λουκᾶ β΄ 41-50).

ιγ΄ Ἀργότερα ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς κήρυττε στούς ὄχλους διαβάζουμε, ὅτι ἡ « μήτηρ καί οἱ ἀδελφοί αὐτοῦ» στάθηκαν ἔξω ἀπό τό σπίτι πού βρισκόταν ὁ Ἰησοῦς καί εἶχε συγκεντρωθεῖ πλῆθος Ἰουδαίων ζητώντας Τον (Ματθαίου ιβ΄ 46-50, Μάρκου γ΄ 31-35, Λουκᾶ η΄19-21).

ιδ΄ Στόν Σταυρό πάλι ἡ Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ παρακολουθεῖ τό μαρτύριο τοῦ Υἱοῦ Της, ὁπότε καί ὁ Ἰησοῦς τήν ἐμπιστεύθηκε στήν φροντίδα τοῦ μαθητοῦ Του Ἰωάννη (Ἰωάννου ιθ΄ 25-27)

ιε΄ Τέλος Τήν βλέπουμε στό ἀνώγειο τῶν Ἱεροσολύμων μέ τούς Ἀποστόλους προσκαρτερώντας στήν προσευχή (Πράξεων α΄ 14).

Αὐτές εἶναι οἱ πληροφορίες πού οἱ θεόπνευστες Γραφές μᾶς προσφέρουν γιά την «Κεχαριτωμένη» καί «Εὐλογημένη ἐν γυναιξί», τό εὐλογημένο «σκεῦος ἐκλογῆς» πού ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ χρησιμοποίησε γιά τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του καί τήν εἴσοδό Του στόν κόσμο (Λουκᾶ α΄ 28)

Σ’ αὐτές τίς πληροφορίες στηρίχθηκε ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας καί διεμόρφωσε τήν διδασκαλία της γιά τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Σ’ αὐτή στηρίζεται ἡ Χριστολογία (ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό) ἀλλά καί ἡ Σωτηριολογία (ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν σωτηρία μας)

Ὁ τίτλος «Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ» προσδιορίζει τό λειτούργημά τῆς Παρθένου Μαρίας, τήν ἀποστολή  Της στό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ἀπό τήν μελέτη τῶν κειμένων τῶν εὐαγγελίων προκύπτουν ὅτι:  

α΄ Ἡ μητρότητά Της αὐτή εἶναι θεληματική.

Αὐτό συνάγεται σαφῶς ἀπό τήν ἀφήγηση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (Λουκᾶ α΄ 26-38). Ἡ διακονία Της ἦταν ἀποτέλεσμα ἐλευθέρας ἐπιλογῆς.

β΄. Ὅταν ἡ Παρθένος Μαρία γέννησε τόν Ἰησοῦ ἡ ἀποστολή Της, ὅπως συμβαίνει μέ ὅλες τίς μητέρες, ἁπλῶς ἄρχισε (Λουκᾶ β΄ 29-32, 34 ἑξ., Λουκᾶ β΄48, β΄ 51).

            γ΄. Ἡ Παρθένος Μαρία παρέμεινε μητέρα ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἀνδρώθηκε (Μάρκου γ΄ 21, 31 καί Ἰωάννου ιθ΄ 25 ἑξ). 

δ΄. Στό ἑξῆς σ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ζωῆς Της πάνω στήν γῆ ἡ μητέρα ὑποχώρησε μπροστά στήν πιστή. Ἐκτός ἀπό Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ ἀναδείχθηκε ἡ πρώτη πιστή (Μάρκου γ΄ 32-35, Λουκᾶ ια΄ 27-28)

            Πρῶτα Ἐκείνη ὑπῆρξε πιστή καί ὑπάκουη συνιστᾶ στούς πιστούς  (Ἰωάννου β΄ 5)

            ε΄. Στόν Σταυρό ὁλοκληρώνεται αὐτή ἡ κένωση τῆς Μητέρας τοῦ Ἰησοῦ  (Λουκᾶ β΄34-35)

           

στ΄. Στό Γολγοθᾶ ἡ μητρότητα Της ὁλοκληρώθηκε ὅπως τό δείχνει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης σέ μία σκηνή πού κάθε λεπτομέρεια της εἶναι γεμάτη νόημα (Ἰωάννου ιθ΄ 25).

ζ΄. Ἴσως ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς θέλησε νά ὑπομνήσει αὐτή τήν ἀποστολή τῆς Μαρία μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅταν Τήν δείχνει νά προσεύχεται μέ τούς Δώδεκα, περιμένοντας τό ἅγιο Πνεῦμα (Πράξεων α΄ 14)

Ἡ ἴδια ἡ Παρθένος Μαρία καί Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουσα ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς Της ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ ὅτι θά γεννοῦσε τόν λυτρωτή καί σωτῆρα τοῦ κόσμου διαπιστώνει ὅτι οἱ γενεές τῶν ἀνθρώπων πού θά δέχονται τήν σωτηρία τους θά Τήν εὐγνωμονοῦν καί θά Τήν μακαρίζουν, θά Τήν ἐπαινοῦν καί θά Τήν τιμοῦν ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ :

«δο γρ π το νν μακαριοσ με πσαι α γενεα» (Λουκᾶ α΄ 48)

            Δηλαδή : «Ἀπό τώρα θά μέ καλοτυχίζουν ὅλες οἱ γενιές»

6 Αὐγούστου 2020

Τό μυστήριο τοῦ θείου κάλλους τοῦ Μεταμορφωθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τό μυστήριο τοῦ θείου κάλλους

τοῦ Μεταμορφωθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δ α ν ι ή λ.

Ἡ Mεταμόρφωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στό ὄρος, ὅπως μᾶς παρέδωσαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Ματθαῖος, Λουκᾶς καί Πέτρος εἶναι γεγονός μεγάλης σημασίας γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Στοχαζόμενοι ἱερῶς διαπιστώνουμε τίς σημασίες της.

 

  1. Τήν Χριστολογική σημασία της.

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου συνέβη, ὅταν ὁ Κύριος ὁλοκλήρωνε τήν δημοσία δράση Του, τίς περιοδεῖες Του. Μέ τά θαύματα Του εἶχε ἐπισφραγίσει τήν μεσσιανική ἀποστολή Του, ὅτι σ’ Αὐτόν πραγματοποιήθηκαν οἱ προφητεῖες καί αὐτός εἶναι ὁ κληρονόμος τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, γιά τόν Ὁποῖον δόθηκαν οἱ ἐπαγγελίες (Γαλάτας γ΄ 16).

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὡς μάρτυρες, εἶχαν βεβαιωθεῖ γιά τήν αὐτοσυνειδησία τοῦ Κυρίου καί τήν ἀποστολή Του, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἀπάντηση πού ἔδωσε ὁ ἀπόστολος Πέτρος στόν Κύριο μας ὅταν τούς ἐρώτησε “ὑμεῖς δέ τίνα με λέγετε εἶναι;”. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐξ ὀνόματος τῶν μαθητῶν ὁμολόγησε καί διακήρυξε “Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος” (Ματθαίου ιστ΄ 16). Στό περιεχόμενο τῆς ὁμολογίας τοῦ Πέτρου περιλαμβάνονταν ἡ μεσσιανικότητα (εἶναι ὁ Μεσσίας) τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ θεοτητά Του, (ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ).

Στούς μαθητές Του εἶχε ὡριμάσει ἡ πεποίθηση γιά τό ποιός ἦταν. Γι’ αὐτό καί τούς ἔκρινε ὥριμους γιά νά τούς φανερώσει μέ τήν Μεταμόρφωση αὐτό πού ὁμολόγησαν.

*****

Ἡ Μεταμόρφωση εἶναι μιά ἀπό τίς ἐνέργειες τοῦ Κυρίου μας, μέ τίς ὁποῖες στήριξε τούς μαθητές Του, γιά νά μή ταραχθοῦν, νά μή κλονισθοῦν, νά μήν χάσουν τήν ἐμπιστοσύνη τους σ’ Αὐτόν καί στήν ἀποστολή Του.

Παράλληλα τούς ἐνισχύει μέ τήν πρόρρηση τοῦ θανάτου Του τρεῖς φορές (βλ. Ματθαίου ιστ΄, 21-23, Ματθαίου ιζ΄, 22, Ματθαίου κ΄ 17-19)

Μετά τήν Ἀνάσταση, τήν Ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς καί τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αὐτή ἡ πεποίθηση τῶν μαθητῶν Του γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ἔγινε ἀκράδαντη. Αὐτοί βεβαίωσαν καί μαρτύρησαν τήν μεσσιανικότητα Του, τήν θεοτητά Του, τό λυτρωτικό θάνατό Του, τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, τήν Ἀνάληψή Του καί γενικῶς ὅλο τό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του.

*****

  1. Τήν ἀνθρωπολογική σημασία της.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὁμολογεῖται, ὅτι εἶναι “ὁ υἱός ὁ ἀγαπητός” τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Εἶναι Υἱός ἀγαπητός καί Υἱός εὐδοκίας καί ὡς Θεός καί ὡς Ἄνθρωπος. Εἶναι Υἱός ἀγαπητός, ἐπειδή εἶναι υἱός ὑπακοῆς, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Πρός Φιλιππησίους β΄ 5-12).

Ὡς ἄνθρωπος ἀποτελεῖ τό πρότυπο τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων καί τό κριτήριο τῆς αὐθεντικότητας καί τῆς γνησιότητάς τους, πού τούς ὑποδεικνύει τό σκοπό τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα τους.

Μόνο ὅσοι ὑπακούουν στό Θεό, ὅπως καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, θά δοξασθοῦν μαζί Του. Ὅσοι ἑνωθοῦν μέ τόν Χριστό μέ τά ἅγια μυστήρια καί μέ τήν ταύτιση τοῦ θελήματός Του θά ἀναδειχθοῦν τέκνα τοῦ Ἐπουρανίου Θεοῦ καί Πατέρα.

  1. Τήν ἐσχατολογική σημασία της.

Ἀτενίζοντας πρός τό Θαβώρ βλέπουμε πώς ὁ μεταμορφωμένος Χριστός θέτει τό τέλειο μέτρο τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων, τήν ἀπώτατη ἱκανότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως σ’ ὅλη τήν ἀληθινότητά της καί τό ὕψος της.

Αὐτό τό κατόρθωμα, γιά τό ὁποῖο ἀθλοῦνται οἱ πιστοί, θά γίνει κατάδηλο σέ μᾶς, θά φανερωθεῖ βεβαίως κατά τήν ἔσχατη ἡμέρα. Οἱ ἀπαρχές ὅμως εἶναι φανερές στήν ζωή αὐτή.

Ἡ Μεταμόρφωση εἶναι ἡ ἑορτή τῆς “καταστάσεως τῆς ἁγιότητος” καθώς ἡ Μεταμόρφωση φανερώνει πρῶτον τό τί ἦταν ἡ ἀνθρώπινη φύση πρωταρχικά καί δεύτερον τί θά γίνει “ἐν Χριστῷ” στήν ὕστατη ἐκπλήρωση τῶν πάντων. Αὐτή ἡ τελευταία κατάσταση εἶναι ἀσυγκρίτως ὑψηλότερη ἀπό τήν πρώτη.

Ἡ Μεταμόρφωση μᾶς δείχνει ὄχι ἁπλῶς τό ἀρχέτυπο κάλλος τῆς εἰκόνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τήν καταληκτική δόξα τῆς ὁμοιώσεως. Στόν Μεταμορφωμένο Χριστό ἀποκαλύπτεται τί σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε “κατ’ εἰκόνα” καί “καθ’ ὁμοίωση” Θεοῦ (Γενέσεως β΄ 16).

                                                            *****

Στήν Μεταμόρφωση ὁ Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει, ὅτι εἴμαστε προορισμένοι νά ζήσουμε σέ μία κοινωνία, ὁ Τριαδικός Θεός καί οἱ ἄνθρωποι. Αὐτή εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἐκεῖνο πάντως τό ὁποῖο ἀσφαλῶς καί λεπτομερῶς γνωρίζουμε εἶναι ὁ τρόπος συμμετοχῆς καί εἰσόδου μας σ’ αὐτή.

α. Σωματικά εἶναι ἀδύνατο. Ἐφ’ ὅσον κατά τήν ἀποστολική διαβεβαίωση “σάρξ καί αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύνανται, οὐδέ ἡ φθορά τήν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ.” (Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄ 50).

β. Πνευματικά, ὅταν ἀγωνιζόμαστε νά μεταμορφωθοῦμε σύμφωνα μέ τήν ἔνδοξη εἰκόνα τοῦ μεταμορφωθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ (B΄ Κορινθίους γ΄ 18).

Πρός τοῦτο ὁ φιλάνθρωπος Θεός ἔθεσε στήν διάθεσή μας τά ἀπαραίτητα μέσα πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τά ἅγια Μυστήρια καί οἱ διάκονοι αὐτῶν.

6 Αὐγούστου 2020

Τό μυστήριο τοῦ θείου κάλλους τοῦ Μεταμορφωθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τό μυστήριο τοῦ θείου κάλλους

τοῦ Μεταμορφωθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ

 

 

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δ α ν ι ή λ.

Ἡ Mεταμόρφωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στό ὄρος, ὅπως μᾶς παρέδωσαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Ματθαῖος, Λουκᾶς καί Πέτρος εἶναι γεγονός μεγάλης σημασίας γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Στοχαζόμενοι ἱερῶς διαπιστώνουμε τίς σημασίες της.

 

  1. Τήν Χριστολογική σημασία της.

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου συνέβη, ὅταν ὁ Κύριος ὁλοκλήρωνε τήν δημοσία δράση Του, τίς περιοδεῖες Του. Μέ τά θαύματα Του εἶχε ἐπισφραγίσει τήν μεσσιανική ἀποστολή Του, ὅτι σ’ Αὐτόν πραγματοποιήθηκαν οἱ προφητεῖες καί αὐτός εἶναι ὁ κληρονόμος τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, γιά τόν Ὁποῖον δόθηκαν οἱ ἐπαγγελίες (Γαλάτας γ΄ 16).

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὡς μάρτυρες, εἶχαν βεβαιωθεῖ γιά τήν αὐτοσυνειδησία τοῦ Κυρίου καί τήν ἀποστολή Του, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἀπάντηση πού ἔδωσε ὁ ἀπόστολος Πέτρος στόν Κύριο μας ὅταν τούς ἐρώτησε “ὑμεῖς δέ τίνα με λέγετε εἶναι;”. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐξ ὀνόματος τῶν μαθητῶν ὁμολόγησε καί διακήρυξε “Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος” (Ματθαίου ιστ΄ 16). Στό περιεχόμενο τῆς ὁμολογίας τοῦ Πέτρου περιλαμβάνονταν ἡ μεσσιανικότητα (εἶναι ὁ Μεσσίας) τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ θεοτητά Του, (ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ).

Στούς μαθητές Του εἶχε ὡριμάσει ἡ πεποίθηση γιά τό ποιός ἦταν. Γι’ αὐτό καί τούς ἔκρινε ὥριμους γιά νά τούς φανερώσει μέ τήν Μεταμόρφωση αὐτό πού ὁμολόγησαν.

*****

Ἡ Μεταμόρφωση εἶναι μιά ἀπό τίς ἐνέργειες τοῦ Κυρίου μας, μέ τίς ὁποῖες στήριξε τούς μαθητές Του, γιά νά μή ταραχθοῦν, νά μή κλονισθοῦν, νά μήν χάσουν τήν ἐμπιστοσύνη τους σ’ Αὐτόν καί στήν ἀποστολή Του.

Παράλληλα τούς ἐνισχύει μέ τήν πρόρρηση τοῦ θανάτου Του τρεῖς φορές (βλ. Ματθαίου ιστ΄, 21-23, Ματθαίου ιζ΄, 22, Ματθαίου κ΄ 17-19)

Μετά τήν Ἀνάσταση, τήν Ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς καί τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αὐτή ἡ πεποίθηση τῶν μαθητῶν Του γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ἔγινε ἀκράδαντη. Αὐτοί βεβαίωσαν καί μαρτύρησαν τήν μεσσιανικότητα Του, τήν θεοτητά Του, τό λυτρωτικό θάνατό Του, τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, τήν Ἀνάληψή Του καί γενικῶς ὅλο τό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του.

*****

  1. Τήν ἀνθρωπολογική σημασία της.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὁμολογεῖται, ὅτι εἶναι “ὁ υἱός ὁ ἀγαπητός” τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Εἶναι Υἱός ἀγαπητός καί Υἱός εὐδοκίας καί ὡς Θεός καί ὡς Ἄνθρωπος. Εἶναι Υἱός ἀγαπητός, ἐπειδή εἶναι υἱός ὑπακοῆς, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Πρός Φιλιππησίους β΄ 5-12).

Ὡς ἄνθρωπος ἀποτελεῖ τό πρότυπο τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων καί τό κριτήριο τῆς αὐθεντικότητας καί τῆς γνησιότητάς τους, πού τούς ὑποδεικνύει τό σκοπό τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα τους.

Μόνο ὅσοι ὑπακούουν στό Θεό, ὅπως καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, θά δοξασθοῦν μαζί Του. Ὅσοι ἑνωθοῦν μέ τόν Χριστό μέ τά ἅγια μυστήρια καί μέ τήν ταύτιση τοῦ θελήματός Του θά ἀναδειχθοῦν τέκνα τοῦ Ἐπουρανίου Θεοῦ καί Πατέρα.

  1. Τήν ἐσχατολογική σημασία της.

Ἀτενίζοντας πρός τό Θαβώρ βλέπουμε πώς ὁ μεταμορφωμένος Χριστός θέτει τό τέλειο μέτρο τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων, τήν ἀπώτατη ἱκανότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως σ’ ὅλη τήν ἀληθινότητά της καί τό ὕψος της.

Αὐτό τό κατόρθωμα, γιά τό ὁποῖο ἀθλοῦνται οἱ πιστοί, θά γίνει κατάδηλο σέ μᾶς, θά φανερωθεῖ βεβαίως κατά τήν ἔσχατη ἡμέρα. Οἱ ἀπαρχές ὅμως εἶναι φανερές στήν ζωή αὐτή.

Ἡ Μεταμόρφωση εἶναι ἡ ἑορτή τῆς “καταστάσεως τῆς ἁγιότητος” καθώς ἡ Μεταμόρφωση φανερώνει πρῶτον τό τί ἦταν ἡ ἀνθρώπινη φύση πρωταρχικά καί δεύτερον τί θά γίνει “ἐν Χριστῷ” στήν ὕστατη ἐκπλήρωση τῶν πάντων. Αὐτή ἡ τελευταία κατάσταση εἶναι ἀσυγκρίτως ὑψηλότερη ἀπό τήν πρώτη.

Ἡ Μεταμόρφωση μᾶς δείχνει ὄχι ἁπλῶς τό ἀρχέτυπο κάλλος τῆς εἰκόνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τήν καταληκτική δόξα τῆς ὁμοιώσεως. Στόν Μεταμορφωμένο Χριστό ἀποκαλύπτεται τί σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε “κατ’ εἰκόνα” καί “καθ’ ὁμοίωση” Θεοῦ (Γενέσεως β΄ 16).

                                                            *****

Στήν Μεταμόρφωση ὁ Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει, ὅτι εἴμαστε προορισμένοι νά ζήσουμε σέ μία κοινωνία, ὁ Τριαδικός Θεός καί οἱ ἄνθρωποι. Αὐτή εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἐκεῖνο πάντως τό ὁποῖο ἀσφαλῶς καί λεπτομερῶς γνωρίζουμε εἶναι ὁ τρόπος συμμετοχῆς καί εἰσόδου μας σ’ αὐτή.

α. Σωματικά εἶναι ἀδύνατο. Ἐφ’ ὅσον κατά τήν ἀποστολική διαβεβαίωση “σάρξ καί αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύνανται, οὐδέ ἡ φθορά τήν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ.” (Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄ 50).

β. Πνευματικά, ὅταν ἀγωνιζόμαστε νά μεταμορφωθοῦμε σύμφωνα μέ τήν ἔνδοξη εἰκόνα τοῦ μεταμορφωθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ (B΄ Κορινθίους γ΄ 18).

Πρός τοῦτο ὁ φιλάνθρωπος Θεός ἔθεσε στήν διάθεσή μας τά ἀπαραίτητα μέσα πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τά ἅγια Μυστήρια καί οἱ διάκονοι αὐτῶν.

29 Ἰουλίου 2020

Θεολογική προσέγγιση τῆς ἔννοιας τοῦ μ ί σ ο υ ς

Θεολογική προσέγγιση τῆς ἔννοιας τοῦ μ ί σ ο υ ς

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

                                                           

Τό μῖσος εἶναι ἀντίθετο τῆς ἀγάπη, ἀλλά εὑρίσκεται ἐπίσης κοντά της.

  1. Γιατί καί πῶς τό μῖσος ἐμφανίζεται στήν ἀνθρωπότητα;

Τό μῖσος ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους εἶναι μία καθημερινή πραγματικότητα. Ἡ Γένεση σημειώνει τήν ἐμφάνιση ἀπό τήν πρώτη κιόλας ἀνθρώπινη γενιά καί οἱ σοφοί τῆς Βίβλου ξέρουν νά ἐξετάζουν τό μῖσος μέ διαυγῆ κρίση.

            Δέχονται ὅτι εἶναι ἕνας καρπός τῆς ἁμαρτίας. Ἐμπνευστής του καί Πατέρας του εἶναι ὁ Διάβολος, ἐπειδή ὁ Θεός ἔχει πλάσει τούς ἀνθρώπους ἀδελφούς γιά νά ζοῦν μέ ἀμοιβαία ἀγάπη.

            Ἡ τυπική περίπτωση τοῦ Κάϊν ἐπιβεβαιώνει καθαρά τήν πορεία τοῦ μίσους πού γεννιέται ἀπό τήν ζήλεια, τείνει στήν ἐκμηδένιση τοῦ ἄλλου καί ὁδηγεῖ στήν ἀδελφοκτονία.

  1. Ἀπό τίς μακρινές του ρίζες τό σχῆμα «φθόνος-μῖσος-ἀνθρωποκτονία» ἐφαρμόζεται πάντοτε μέ τήν ἴδια κατεύθυνση: «Ὁ ἀσεβής μισεῖ τόν δίκαιο καί τοῦ συμπεριφέρεται ἐχθρικά», κατά τό ἀποστολικό «πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν διωχθήσονται» (Πρός Τιμόθεον Β΄ γ΄ 12)

Ἰσχύει διαρκῶς ὁ νόμος κατά τόν ὁποῖο αὐτός πού ἀγαπᾶ τόν Θεό καί πιστεύει σ’ Αὐτόν μισεῖται εἴτε γιατί διαφέρει ἀπό τούς ἀπίστους καί ἡ διαφορά αὐτή προκαλεῖ φθόνο εἴτε γιατί ἀποτελεῖ ζωντανή ἐπίκριση τῶν ἁμαρτωλῶν.

«Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος» (Ἰωάννου ιε΄ 18-19)

  1. Σ’ αὐτό τό μῖσος τοῦ ὁποίου εἶναι θῦμα ὁ δίκαιος δέν μπορεῖ νά ἀνταποδίδει τό μῖσος.

«Μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (Πρός Ρωμαίους ιβ΄ 21)

καί ὁ Κύριος «Λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει» (Α΄ Πέτρου β’ 23)

  1. Ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά μισεῖ καμία ἀπό τίς ὑπάρξεις πού ὁ Ἴδιος δημιούργησε καί θά ἦταν ὕβρις νά κατηγορηθεῖ ὁ Θεός τῆς ἀγάπης γιά μῖσος πρός τόν λαό Του.

Ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη Του συνεπάγεται ἀποστροφή ἤ ἀπέχθεια γιά τήν ἁμαρτία. Μισεῖ τήν εἰδωλολατρεία, τήν ὑποκρισία, ὅταν ἰδιαίτερα ἐκδηλώνεται στήν λατρεία, τήν ἁρπαγή καί τό ἔγκλημα. 

Τό ὁλοκληρωτικά ἀσυμβίβαστο πού ὀρθώνει ὁ ἁμαρτωλός μέ τά σφάλαματά του ἀνάμεσα στόν Θεό καί στόν ἑαυτό του ἐκφράζεται στήν Ἁγία Γραφή μέ τήν ὁρολογία τοῦ μίσους. Ὅταν ὁ ἁμαρτωλός ταυτίζεται μέ τήν ἁμαρτία του ζώντας χωρίς μετάνοια, γίνεται ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Ὁ βίαιος ἄνθρωπος, ὁ εἰδωλολάτρης, ὁ ὑποκριτής, ὅλοι οἱ κακοποιοί, οἱ ἄπιστοι μισοῦν τόν Θεό και γίνονται ἐχθροί τοῦ Θεοῦ.

  1. Μέ τήν ἐμφάνισή Του σ’ ἕνα κόσμο συγκλονισμένο ἀπό τό πάθος τοῦ μίσους ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός βλέπει νά συγκλίνουν στό πρόσωπό Του οἱ διάφορες μορφές τοῦ μίσους.

Τό μῖσος γιά τόν ἐκλεκτό τοῦ Θεοῦ πού τόν φθονοῦν

Τό μῖσος γιά τόν δίκαιο πού ἡ παρουσία του ἐλέγχει καί καταδικάζει τούς ἁμαρτωλούς.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός πεθαίνει λοιπόν θῦμα τοῦ μῖσος, ἀλλά μέ τόν θάνατό Του σκοτώνει τό μῖσος, γιατί αὐτός ὁ θάνατος εἶναι μία πράξη ἀγάπης πού ξαναφέρνει τήν ἀγάπη στόν κόσμο καί τήν θεμελιώνει μέσα σ’ αὐτόν ὁριστικά

  1. Ὅποιος ἀκολουθεῖ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό θά ἔχει τήν ἴδια τύχη. Οἱ μαθητές Του θά μισηθοῦν γιά τό Ὄνομά Του. Ὡστόσο δέν πρέπει νά ἐκπλήσσονται, μᾶλλον νά χαίρονται γιατί ἔτσι συμμερίζονται τήν μοίρα τοῦ Διδασκάλου τους.
  2. Οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μισοῦν τόν κακό καί ὄχι τούς ἁμαρτωλούς.Ὅπως ὁ Ἰησοῦς, καταλαβαίνουν καλά, ὅτι ὑπάρχει ριζική ἀντίθεση ἀνάμεσα στό Θεό, στίς κοσμικές ἐπιθυμίες, στό σαρκικό φρόνημα, στά χρήματα. Γιά νά ἐξαλείψουν μέσα τους κάθε συνενοχή μέ τό κακό θά ἀπαρνηθοῦν τά πάντα καί θά φθάσουν σέ σημεῖο νά μισήσουν ἀκόμα καί τούς ἑαυτούς τους. Ἀλλά πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους οἱ μαθητές δέν θά ἔχουν καθόλου μῖσος στήν καρδιά τους.

Ὁ χριστιανός ἀγαπᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί μισεῖ τόν ἑαυτό του. Ὁ χριστιανός ξέρει πώς μόνο ἡ ἀγάπη δίνει ζωή καί κάνει τόν ἄνθρωπο νά μοιάζει μέ τόν Θεό.  

Στήν πρός Διόγνητον ἐπιστολή, πού γράφτηκε στά τέλη τοῦ 2ου αἰώνα ὁ συγγραφέας ἐξηγεῖ  ὅτι ὁ κόσμος μισεῖ τούς Χριστιανούς, ὅπως ἡ σάρκα μισεῖ τήν ψυχή:

«Μισεῖ ἡ σάρκα τήν ψυχή καί τήν πολεμᾶ ἐνῶ σέ τίποτε δέν τήν ἀδικεῖ, μόνο καί μόνο γιατί τήν ἐμποδίζει νά ριφθεῖ στίς ἡδονές. Ἔτσι καί ὁ κόσμος μισεῖ τούς Χριστιανούς, ἐνῶ σέ τίποτε οἱ χριστιανοί δέν τόν ἀδικοῦν, μόνο καί μόνο γιατί ἀντιτάσσονται στίς ἡδονές». (Πρός Διόγνητον Ἐπιστολήν, ΒΕΠΕΣ τ. 2 σ. 253).

Γι’ αὐτό ὁ κόσμος καί στίς ἡμέρες μας ἐπιδιώκει οἱ Χριστιανοί νά συσχηματισθοῦν μαζί τους καί νά ἀποδεχθοῦν τούς κανόνες πού ἐπιβάλλει, ὥστε νά μήν ὑπάρχει τό παράδειγμα καί ἑπομένως ὁ ἔλεγχος ἀπό τήν ἄλλη, τήν παραδείσια ζωή...

13 Ἰουλίου 2020

Ἡ τριπλῆ ὄψη τῆς Χριστιανικῆς λατρείας.

Ἡ τριπλῆ ὄψη τῆς Χριστιανικῆς λατρείας.

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                       

Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τριπλό χαρακτῆρα ἀκολουθώντας τήν παράδοση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἡ ὁποία ὅμως νοηματοδοτεῖται ἀπό τό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

α΄. Ὑπενθυμίζει ἕνα θεϊκό ἔργο τοῦ παρελθόντος. Κέντρο τῆς θείας λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος χαρακτηρίζει μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριο (Πρός Τιμόθεον Α΄ γ΄ 16). Τό καθιστᾶ ἐνεργούμενο στό παρόν. Γι’ αὐτό ψάλλουμε στίς ἑορτές «Σήμερον ὁ Χριστός γεννᾶται ἤ κρεμᾶται» κ.τ.λ.

Ἡ πράξη τοῦ παρελθόντος πού μνημονεύει ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική λατρεία μας δέν εἶναι ἁπλῆ ἀνάμνηση τοῦ ἑορταζομένου γεγονότος οὔτε ἐπέτειος, ἀλλά κλήση-κάλεσμα γιά νά ἀνταποκριθεῖ ὁ ἄνθρωπος μέ τήν πίστη του καί τόν ἀγῶνα του στήν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί νά σωθεῖ. Εἶναι ἡ προσφορά τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά τήν σωτηρία μας, τῆς ὁποίας καρποί εἶναι ἡ Ἀνάσταση καί ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μᾶς παρέχει τόν τρόπο νά δεχθοῦμε τόν καρπό τῆς θυσίας Του πού πρόσφερε στό θυσιαστήριο τοῦ Σταυροῦ μέ τήν συμμετοχή μας στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 10).

β΄. Στό παρόν πραγματοποιεῖται μία κοινωνία πού μᾶς προετοιμάζει γιά τήν αἰώνια κοινωνία μας μέ τόν Τριαδικό Θεό στόν οὐρανό.

Ἡ θεία λειτουργία πού ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς νέας λατρείας καί τήν εἴσοδο μας στήν νέα (καινή) ζωή εἶναι τό «σημεῖον», ἡ ἀπόδειξη καί ἡ βεβαίωση ἀφ’ ἑνός πρός τόν πιστό, ὅτι γίνεται ἀποδεκτός στήν οὐράνια κοινωνία, ἀλλά καί μέσο γιά νά τήν ἐπιτύχει.

Μέ τήν θεία λειτουργία ὁ ἔνδοξος Κύριος Χριστός Χριστός μας εἶναι μυστηριωδῶς παρών γιά νά ἑνωθοῦμε ἐμεῖς μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα πού Ἐκεῖνος πρόσφερε, ὥστε νά γίνουμε ὅλοι ἕνα καί μόνο σῶμα πού νά δοξάζει τόν Πατέρα «ἐν Χριστῷ» διά τοῦ ἁγίου Πνεύματος (Κορινθίους Α΄ ι΄ 16, ια΄ 24, Φιλιππησίους γ΄ 13).  

Οἱ ἱεροπραξίες πού τελοῦνται στήν Ἐκκλησίας μας ὅμως καί πού μᾶς ἑνώνουν μέ τόν Κύριο Χριστό Χριστό καί μέ τήν οὐράνια λατρεία Του συνεπάγονται ὁρισμένες ἠθικές προϋποθέσεις:

Μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα πεθαίνουμε γιά τήν ἁμαρτία γιά νά ζήσουμε τήν ἁγία ζωή τοῦ ἀναστημένου Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ (Πρός Ρωμαίους στ’, 1-11, Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 1-10, Α΄ Πέτρου α΄, 14 καί ἑξῆς).

Ὅταν ἁμαρτάνει λοιπόν κάποιος σημαίνει ὅτι γίνεται ἀνάξιος τῆς κοινωνίας τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου καί ὅτι ἡ κοινωνία Τους γίνεται καταδίκη γι’ αὐτόν (Πρός Κορινθίους Α΄, ια΄, 27 καί ἑξῆς).

Ἀντίθετα, ὅταν κάποιος ἀκολουθεῖ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅταν ἑνώνεται στήν ἀγάπη πού ἐνέπνευσε τήν θυσία Του μέ μία διαρκῆ πιστότητα καί συνέπεια στίς ἀπαιτήσεις τῆς κατά Θεόν ζωῆς σημαίνει ὅτι γίνεται ὁ ἴδιος ζωντανή θυσία εὐάρεστη στό Θεό (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 12-17.).

Τότε ἡ τελετουργική λατρεία μας μέ τήν ψαλμωδία τῶν αἴνων ἐκφράζει τήν πνευματική λατρεία τῆς διαρκοῦς εὐχαριστίας μας πρός τόν Πατέρα διά τοῦ Υἱοῦ, Του Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

γ΄. Ἡ ἐσχάτη Ἡμέρα θά σημάνει τό τέλος γιά τίς ἱεροτελεστίες πού τήν ἀναγγέλλουν καί τίς τελοῦμε «ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ» (Πρός Κορινθίους Α΄, ια΄, 26 ). Ὁ θυσιαζόμενος Ἀμνός θά ἔλθει ἀνταποκρινόμενος στήν πρόσκληση τῆς Νύμφης Του «Μαράν ἀθᾶ» (ἔρχου Κύριε) (Ἀποκαλύψεως κβ΄, 17. Πρός Κορινθίους Α΄, ιστ΄, 22) γιά νά τελέσει τούς γάμους Του μαζί Της (Πρός Κορινθίους Α΄, ια΄, 26, ιστ΄, 22, Ἀποκαλύψεως ια΄, 7-22).

Τότε δέν θά ὑπάρχει πιά ναός γιά νά συμβολίζει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσα στό λαό Του. Στήν οὐράνια Ἱερουσαλήμ ἡ δόξα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν θά φανερώνεται πιά μέ «σημεῖα» (Ἀποκαλύψεως κα΄, 22), ἀλλά «καθώς ἐστί».

 

2 Ἰουλίου 2020

Ἡ τελείωση τοῦ Εὐαγγελίου

Ἡ τελείωση τοῦ Εὐαγγελίου

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                                                                       

                                                                                                                       

Ὅλες τίς ἡμέρες τοῦ ἔτους ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας ἔχει θεσπίσει νά ἑορτάζονται ἅγια καί ἱερά πρόσωπα ὥστε οἱ ἀγωνιζόμενοι χριστιανοί νά ἔχουν ἐνώπιόν τους τίς ἀποδείξεις τῆς ζωῆς σύμφωνα μέ τήν εὐαγγελική διδασκαλία. Ἡ δόξα τῶν ἁγίων εἶναι ὁ μισθός τοῦ ἀγῶνα τους. Αὐτή περιγράφεται στήν ἁγία Γραφή μέ θαυμαστούς χαρακτηρισμούς, ὅπως:

  1. «Ἀπαρχές τῆς φύσεως»

Οἱ ἅγιοι θεωροῦνται «οἱ ἀπαρχές τῆς φύσεως». «Ἀπαρχές» ἤ «πρωτογεννήματα» στήν ἁγία Γραφή καλοῦνται οἱ πρῶτοι καί οἱ καλλίτεροι καρποί τῆς συγκομιδῆς πού προσφέρονταν ἀπό τούς Ἰσραηλῖτες θυσία εὐχαριστίας γιά τήν καρποφορία τῆς γῆς ἀπό τόν παραγωγό στό Ναό τοῦ Θεοῦ.

Κατ’ αὐτή τήν ἔννοια οἱ ἅγιοι εἶναι πρῶτοι καί καλλίτεροι καρποί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τῆς ἀνθρωπότητος, πού προσφέρονται στό Θεό, πού παρήχθησαν ἤ ἀναδείχθησαν ἀπό Ἐκεῖνον πού εἶναι «Φυτουργός τῆς κτίσεως»  δηλαδή Αὐτός πού καλλιεργεῖ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν ἀνθρωπότητα πού Τοῦ ἀποδίδει αὐτούς τούς εὐκλεεῖς καρπούς. Τό δῶρο τοῦ Θεοῦ ζητεῖ ἕνα δῶρο ἀπό τόν ἄνθρωπο.

  1. Ἡ ἔνδοξη κατάστασή τους

 Οἱ ἅγιοι προέρχονται ἀπό κάθε τόπο, φυλή, γένος καί γλῶσσα ἀνθρώπων (Ἀποκαλύψεως ζ΄ 9 καί ἑξῆς). Στήν περικοπή αὐτή περιγράφεται ἡ ἔνδοξη κατάστασή τους στόν οὐράνιο πνευματικό κόσμο. Οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων παρίστανται ἐνώπιον τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ, φοροῦν λευκό χιτώνα (σύμβολο τῆς καθαρότητος), κρατοῦν φοίνικα (σύμβολο ἀθανασίας) καί ἔχουν στό κεφάλι στεφάνι (σύμβολο τῆς νίκης).

  1. Ἡ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπότητος.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος διακηρύττει μέ πανηγυρικό τρόπο

Ἡ ἁμαρτία καί τά πάθη διέσπασαν τό ἀνθρώπινο γένος σέ διάφορες ὁμάδες πού ἡ μία ἐστρέφετο ἐναντίον τῆς ἄλλης γιά διάφορους καί πολλούς σκοπούς. Ὁ Θεός ὅμως ἐργάσθηκε γιά νά ἑνώσει τό ἀνθρώπινο γένος σέ ἕνα λαό, τήν Ἐκκλησία «ἕνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰωάννου ιζ΄ 21).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τούς χριστιανούς πώς νά διαφυλλάτουν αὐτή τήν ἑνότητα μεταξύ τους (Πρός Ἐφεσίους δ΄ 2-6).

  1. «Οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ»

Οἱ ἅγιοι χαρακτηρίζονται «οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Πρός Ἐφεσίους β΄ 19) δηλαδή οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ.   

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὁ κατά φύσιν εἷς ἀγαπητός Υἱός Μονογενής τοῦ Θεοῦ ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό Πατέρα, πού Τοῦ ἐχάρισε τήν Μοναδικότητα τῆς Υἱότητος ἐπλάτυνε – διεύρυνε τήν πατρότητά Του προσάγοντας στόν Θεό Πατέρα πολλούς υἱούς καί θυγατέρες (Πρός Ἑβραίους β΄ 10) πού τούς δόθηκε τό δικαίωμα νά θεωροῦν καί νά προσφωνοῦν τόν Θεό Πατέρα «Πατέρα μας»

  1. «Κοινωνοί θείας φύσεως».

Οἱ ἅγιοι γίνονται «κοινωνοί θείας φύσεως» μετέχουν δηλαδή στήν ζωή τοῦ Θεοῦ, στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ.

Ἡ μετοχή αὐτή σημαίνει ἕνωση μέ τόν Θεό πού ἀποτελεῖ τό τῶν ἐφετῶν τό ἀκρότατο, δηλαδή τήν πιό ὑψηλή, εὐγενική, ἅγια ἐπιδημία τοῦ ἀνθρώπου.

  1. «Πρωτότοκοι υἱοί τοῦ Θεοῦ»

Οἱ ἅγιοι ἀποκαλοῦνται «πρωτότοκοι υἱοί τοῦ Θεοῦ».

Οἱ πρωτότοκοι υἱοί ἀποκτοῦσαν στήν Ἰσραηλιτική κοινωνία ἰδιαίτερα οἰκογενειακά, κληρονομικά, κοινωνικά ἀκόμη καί ἱερατικά προνόμια.

Κατ’ αὐτή τήν ἔννοια ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός κατέχει ὅλα αὐτά τά πνευματικά δικαιώματα ἐφ’ ὅσον ὁ Θεός κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο Αὐτόν ὅρισε κληρονόμο πάντων (Πρός Ἑβραίους α΄ 2).

Ἐνῶ ὁ Κύριος ὑπέστη τό Πάθος, τό Σταυρό καί τόν θάνατο μόνος ἐν τούτοις τήν δόξα Του μοιράσθηκε μέ τούς μαθητές Του (Ἰωάννου ιζ΄ 24)

22 Ἰουνίου 2020

Οἱ Ἀνάγκες τῆς κοινωνίας μας

 Οἱ Ἀνάγκες τῆς κοινωνίας μας

 

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

   Ἡ οἰκονομική κρίση καί οἱ κατά καιρούς κρίσεις πού ἐνσκήπτουν στόν κόσμο εἶναι συνέπεια τῆς πνευματικῆς πτωχείας τῆς κοινωνίας μας, πτωχείας προτύπων, κριτηρίων, συμπεριφορῶν.

   Μέ ὁδηγό μας καί βοηθό μας τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ἄς κάνουμε τήν αὐτοκριτική μας ἀναπροσδιορίζοντας τίς ἐπιλογές μας καί τίς ἀποφάσεις μας.

Ἡ κοινωνία μας χρειάζεται :  

Ἡγέτες σάν τόν Μωϋσῆ, πού ἀρνήθηκε νά λέγεται γυιός τῆς κόρης τοῦ Φαραώ τῆς Αἰγύπτου. Προτίμησε νά ὑποφέρει μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ παρά νά ἀπολαμβάνει τήν πρόσκαιρη ἁμαρτωλή ζωή. Θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου τόν ἐξευτελισμό σάν ἐκεῖνο πού ὑπέφερε ὁ Χριστός

«Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ,  μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, 26 μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ, ἀπέβλεπεν γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν » (Πρός Ἑβραίους ια΄ 24-26).

Δηλαδή : «Μέ τήν πίστη ὁ Μωυσῆς, ὅταν πιά μεγάλωσε, ἀρνήθηκε νά ὀνομάζεται γιός τῆς κόρης τοῦ Φαραώ· προτίμησε νά ὑποφέρει μαζί μέ τό λαό τοῦ Θεοῦ, παρά ν’ ἀπολαμβάνει τήν πρόσκαιρη ἁμαρτωλή ζωή. Θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου τόν ἐξευτελισμό, σάν ἐκεῖνον πού ὑπέφερε ὁ Χριστός, γιατί ἀπέβλεπε στήν ἀνταπόδοση».

Στρατηγούς σάν τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυή, πού γνώριζε τόν Θεό ἔμεινε πιστός σ’ Αὐτόν καί προσευχόμενος χάριζε τό θρίαμβο στή χώρα του

«Εἰ δὲ μὴ ἀρέσκει ὑμῖν λατρεύειν Κυρίῳ, ἐκλέξασθε ὑμῖν αὐτοῖς σήμερον, τίνι λατρεύσητε, εἴτε τοῖς θεοῖς τῶν πατέρων ὑμῶν, τοῖς ἐν τῷ πέραν τοῦ ποταμοῦ, εἴτε τοῖς θεοῖς τῶν ᾿Αμορραίων, ἐν οἷς ὑμεῖς κατοικεῖτε ἐπὶ τῆς γῆς αὐτῶν· ἐγὼ δὲ καὶ ἡ οἰκία μου λατρεύσομεν Κυρίῳ, ὅτι ἅγιός ἐστι» (Ἰησοῦς Ναυῆ κδ΄ 15).

Ὑπουργούς ἐφοδιασμοῦ σάν τόν Ἰωσήφ, πού γνώριζε τόν Θεό καί φωτίσθηκε νά βρεῖ τήν λύση στό πρόβλημα τῆς πείνας, ἐπειδή ἦταν ἀκέραιος καί ἐνάρετος

Κήρυκες σάν τόν Πέτρο, πού δέν φοβόταν ν’ ἀντικρύσει τόν κόσμο στά μάτια καί νά πεῖ· «Μετανοεῖτε θ’ πολεσθτε» (Β΄ Πέτρου γ΄ 9) καί πού μποροῦσε νά ἐλεγχει τήν ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ ἔθνους του (Πράξεων δ΄ 19 ).

Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς σάν τόν Ζαχαρία τόν πατέρα τοῦ Προφήτου Ἰώαννου τοῦ Βαπτιστοῦ πού ἡ ζωή του ἦταν ἄμεμπτη σύμφωνη μέ τόν νόμο καί τίς ἐντολέ τοῦ Θεοῦ (Λουκᾶ α΄ 6)

Μητέρες σάν τήν Ἄννα, πού προσευχόταν γιά ν’ ἀπόκτησει παιδί γιά νά τό προσφέρει στόν Θεό καί ὄχι μητέρες πού ἐγκαταλείπουν τά παιδιά τους στήν παιδική ἐγκληματικότητα καί ἀσωτεία (Α’ Βασιλειῶν α΄ 11).

Γονεῖς σάν τήν μητέρα Εὐνίκη καί τήν γιαγιά Λωΐδα τοῦ ἀποστόλου Τιμοθέου πού τόν δίδαξαν τά ἱερά γράμματα καί ἀναδείχθηκε πιστό τέκνο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Πράξεων ιστ΄ 1, Πρός Τιμόθεον Β΄ α΄ 5).

 

Παιδιά σάν τόν Σαμουήλ, πού ἐπικοινωνοῦσε μέ τόν Θεό τίς βραδυνές ὧρες (Α΄ Βασιλειῶν γ΄ 9-10).

Νέους σάν τούς τρεῖς παῖδες τῆς Βαβυλώνας πού ἄν καί ἦσαν αἰχμάλωτοι σ’ ἕνα εἰδωλολατρικό περιβάλλον δέν παρασύρθηκαν οὔτε συμβιβάσθηκαν μ’ αὐτό.

Γιατρούς, σάν τόν Λουκᾶ, πού μποροῦσε νά φροντίζει γιά τίς φυσικές ἀνάγκες τῶν ἀσθενῶν του, συνιστώτας τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι εἰδικός γιά τήν ἀρρώστεια τῆς ψυχῆς (Λουκᾶ δ’ 18).

Θεό, σάν τόν ἀληθινό καί ζωντανό Θεό τῆς ἀγάπης καί τῆς προσφορᾶς (Ἰωάννου γ΄ 16), τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἁγιότητος πού δέχεται τήν μετάνοια τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τοῦ ἐλέους καί τῶν οἰκτιρμῶν, τῆς ἀληθείας καί τῆς ἐλευθερίας   καί ὄχι τόν Μαμμωνᾶ τοῦ κέρδους ἤ τήν Ἀφροδίτη τῆς ἀκολασίας καί τόν Βάκχο τοῦ πάθους

Σωτήρα σάν τόν Ἰησοῦ, Νικητή, Ἐλευθερωτή καί Ἔνδοξο πού μπορεῖ νά σώσει ὅλους ἐκείνους πού Τόν ἐπικαλοῦνται (Πράξεων β΄ 17 καί δ΄ 12).

11 Ἰουνίου 2020

Οἱ ἐπιφανεῖς μεταθέσεις βίων

Οἱ ἐπιφανεῖς μεταθέσεις βίων

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιηλ

                                                             

 

Ὁ Κύριος καί Θεός πού κυβερνᾶ τόν κόσμο κατευθύνει τήν ἱστορία καί τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων  στόν τελικό καί ὕψιστο σκοπό μέ διαδοχικές θαυμαστές ἐνέργειες καί γεγονότα πού κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς πνευματικοί σεισμοί (Θεολογικός Πέμπτος (ΛΑ΄) Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος § ΚΕ΄ ΒΕΠΕΣ τ. 59, σσ.275-276).

Ὅπως ὁ σεισμός γκρεμίζει τά σεσαθρωμένα καί πεπαλαιωμένα, ἐνῶ δέν θίγει τά νεότευκτα καί ἀνθεκτικά ἔτσι καί οἱ ἐνέργειες τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ καταργοῦν καί ἐξαφανίζουν ὅσα ἔργα παλαιώνονται, ἐνῷ διατηρεῖ ὅσα στηρίζονται στό ἅγιο θέλημά Του.

α΄. Ὁ πρῶτος πνευματικός σεισμός συνέβη μέ τήν θεοφάνεια στό ὅρος Σινᾶ καί τήν παράδοση στούς ἀνθρώπους τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἡ ἀνθρωπότητα μετέβη ἀπό τήν περίοδο τῆς εἰδωλολατρείας στήν περίοδο τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, στήν περίοδο πού οἱ ἄνθρωποι ἔζησαν μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ τότε ἐσάλευσε τή γῆ. Ὁ Θεός ἐκεῖ κατήργησε τήν εἰδωλολατρία καί ἔδωσε τίς ἐντολές. Στήν πρώτη αὐτή μετάθεση περιέκοψε τά εἴδωλα συνεχώρησε, ὅμως τίς θυσίες καί τήν περιτομή.

 «Τήν τρίτη ἡμέρα, λοιπόν, ὅταν ξημέρωσε, ἄρχισαν βροντές καί ἀστραπές, κι ἕνα πυκνό σύννεφο ἦρθε καί κάθισε πάνω στό βουνό, ἐνῶ ἡ φωνή τῆς σάλπιγγας ἀντηχοῦσε δυνατά. Φόβος μεγάλος κατέλαβε ὅλο τόν λαό πού ἦταν στό στρατόπεδο. Τότε ὁ Μωϋσῆς κάλεσε τό λαό νά βγεῖ ἀπό τό στρατόπεδο γιά νά συναντήσει τό Θεό καί στάθηκαν κοντά στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ. Τό ὄρος Σινᾶ εἶχε καλυφθεῖ ὁλόκληρο μέ καπνό, γιατί πάνω του εἶχε κατέβει ὁ Κύριος μέσα σέ φωτιά» (Ἐξόδου ιθ΄ 16-18)

β΄. Ὁ δεύτερος πνευματικός σεισμός συνέβη μέ τό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν δεύτερη μετάθεση βίου καταργήθηκαν οἱ θυσίες καί ἡ περιτομή καί ἀντ’ αὐτῶν ὁ Κύριος ἐκαινούργησε τόν βίο τῶν ἀνθρώπων μέ τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἐνεργεῖ μέ τά ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως διεκήρυξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος «τἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα» (Πρός Κορινθίους Β΄  ε΄ 17), « ἵνα ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Πρός Ρωμαίους στ΄ 4).

γ΄. «Τρίτον σεισμόν εὐαγγελιζόμεθα τήν ἐντεῦθεν ἐπί τά ἐκεῖσε μετάστασιν».

Ὡς τρίτος σεισμός θεωρεῖται, ὅταν στήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στό τέλος τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας θά καταργηθεῖ ὁ ὑλικός κόσμος καί θά δημιουργηθεῖ ὁ πνευματικός. Ἔχουμε μετάθεση ἀπό τά ὑλικά καί πρόσκαιρα, στά αἰώνια καί πνευματικά. Μ’ αὐτό τόν σεισμό θά καταργηθεῖ ἡ ζωή τῆς ἁμαρτίας καί οἱ συνέπειες τῆς παραβάσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως προαναγγέλλεται στήν Ἀποκάλυψη ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη (κα΄, 3-5)

 «Τώρα πιά ἡ κατοικία τοῦ Θεοῦ εἶναι μαζί μέ τούς ἀνθρώπους. Θά κατοικήσει μαζί τους, κι αὐτοί θ’  ἀποτελοῦν τό λαό του. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός θά εἶναι μαζί τους, θά διώξει κάθε δάκρυ ἀπό τά μάτια τους, κι ὁ θάνατος δέ θά ὑπάρχει πιά· οὔτε πένθος οὔτε κλάμα οὔτε πόνος θά ὑπάρχει πιά, γιατί τά παλιά πέρασαν». Καί εἶπε αὐτός πού καθόταν στό  θρόνο: «Τώρα, ὅλα τά κάνω καινούργια».

Αὐτόν τόν τρίτο σεισμό προφητεύει ὁ Προφήτης Ἀγγαῖος:

«Ἐγώ ὁ Κύριος τοῦ σύμπαντος, σᾶς λέω: Ἀκόμη μιά φορά (ἅπαξ) καί θά σείσω τούς οὐρανούς, τήν γῆ, τήν θάλασσα, καί τήν στεριά» (Ἀγγαίου β΄ 6).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ ἑρμηνεύοντας τήν προφητεία τοῦ Ἀγγαίου:

«Τό «ἀκόμα μία φορά» (ἅπαξ) σημαίνει πώς ἐκεῖνα πού σαλεύονται, ἐπειδή εἶναι δημιουργήματα, θά παραμεριστοῦν, γιά νά παραμείνουν ὅσα δέν εἶναι δυνατό νά σαλευτοῦν» (Πρός Ἑβραίους ιβ΄, 27)

Μέ τόν χαρακτηρισμό «σαλευόμενα» νοοῦνται ἀφ’ ἑνός μέν τά φυσικῶς σαλευόμενα δηλαδή τά ὑλικά δημιουργήματα πού ὑπόκεινται στούς νόμους τῆς φθορᾶς, τῆς ἀλλοιώσεως πού συνεχῶς τρέπονται καί μεταβάλλονται, ἀφ’ ἑτέρου καί τά ἠθικῶς μεταβαλλόμενα καί ὑφιστάμενα τροπή καί φορά πρός τήν ἁμαρτία.  

Ὁ Παντοκράτορας Κύριος πού δημιούργησε τόν κόσμο καί τούς ἀνθρώπους δέν ἐγκατέλειψε τόν κόσμο νά πορεύεται ἀκυβέρνητος ἀλλά παρεμβαίνει κατευθύνοντας τά ὄντα στήν ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας τους.

Συνεπῶς ὀφείλουμε νά κατανοήσουμε τούς λόγους τῶν ὄντων γιά ποιό σκοπό ὁ Θεός ἐδημιούργησε τόν κόσμο καί πού θέλει νά τόν ὁδηγήσει.

5 Ἰουνίου 2020

Τό ἔργο τοῦ Παρακλήτου

Τό ἔργο τοῦ Παρακλήτου

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

 

Ἐπιδίωξη τοῦ Διαβόλου ἀποτελεῖ νά καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος ὑπόδικος στήν Κρίση τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό σκοπό προσπαθεῖ νά ἐπιτύχει ὑποβάλλοντας τούς πιστούς καί τήν Ἐκκλησία ὁλόκληρη σέ πειρασμούς. Ὁ Κύριος ὅμως ὑποσχέθηκε ὅτι στούς πειρασμούς θά μᾶς ὑπερασπίζεται, θά μᾶς προστατεύει καί θά μᾶς ἐνισχύει τό Ἅγιο Πνεῦμα.

α΄. Ἡ συνηγορία εἰς τούς πειρασμούς τῶν πιστῶν

Στήν Καινή Διαθήκη εἶναι γνωστή ἡ ἔννοια τοῦ Σατανᾶ ἤ τοῦ Διαβόλου ὡς «κατηγόρου» ἤ «ἀντιδίκου» τῶν πιστῶν, πρέπει λοιπόν ὑπ’ αὐτήν τήν προϋπόθεση νά ἑρμηνεύονται ὅσα στήν Καινή Διαθήκη ἀναφέρονται περί τῶν πειρασμῶν τοῦ Κυρίου καί τῶν πιστῶν ἀπό τόν Σατανᾶ καί τῶν ὀργάνων του. 

Μελετώντας κανείς τά χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης περί τοῦ «πειρασμοῦ» στόν ὁποῖο ὁ «ἀντίδικος» καί «κατήγορος» τῶν πιστῶν ἐμβάλλει σέ κάθε ἕνα πιστό καί στήν Ἐκκλησία ὡς σύνολον, ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως ὅτι στόν Σατανᾶ ἀποδίδονται ὅλες οἱ δοκιμασίες τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή οἱ κατηγορίες ἐκ μέρους τῶν Ἰουδαίων καί τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ διχοστασίες ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μέ κάθε τρόπο διαστροφή καί παραμόρφωση τῆς ἀλήθειας τῆς παραδόσεως, ἡ ἀπιστία τοῦ κόσμου γενικά. Κατά τούς ἔσχατους καιρούς θά πληθυνθεῖ ἡ ἀνομία τό δέ κακό θά ἀπειλήσει σοβαρά τήν ὑπόσταση τῆς Ἐκκλησίας (Ματθαίου κδ΄, 12, Λουκᾶ ιη΄, 8, Πρός Θεσσαλονικεῖς Β΄, β, 3, Ἀποκαλύψεως κεφάλαιο ιστ). Ὅλα αὐτά συνιστοῦν τόν «πειρασμόν» τῶν ἐσχάτων καιρῶν τόν ὁποῖο κατά τήν ἀποχαιρετιστήρια ὁμιλία ἡ Ἐκκλησία ὑπερνικᾶ μέ τήν βοήθεια καί τήν συμπαράσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος – Παρακλήτου. Στό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου καί στίς ἐπιστολές τοῦ Ἰωάννου ἀναφέρονται οἱ προσβολές τοῦ «κατηγόρου» καί τοῦ «ἀντιδίκου» ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καί ἀντιστοίχως ἡ συνηγορία καί βοήθεια τοῦ «Παρακλήτου».

β΄. Ἡ συνηγορία τοῦ Παρακλήτου ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας στόν κατά τόν παρόντα αἰῶνα κατά τοῦ «κατηγόρου», ἤτοι τοῦ διαβόλου.

Μέ ὅλα τά προηγούμενα καταδεικνύονται, νομίζουμε, οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης διετήρησε τὸν δικανικὸ ὅρο «Παράκλητος» πρὸς ἔκφραση τῶν λειτουργημάτων τοῦ Πνεύματος  στήν Χριστιανική κοινότητητα καὶ μέσῳ αὐτῆς στόν κόσμο. Ὄχι µόνον ἡ στόν Ἰουδαϊσμό ἤδη εὑρέως γνωστὴ εἰκόνα τοῦ Σατανᾶ ὡς «κατηγόρου» καὶ τοῦ Πνεύματος ὡς «Παρακλήτου» τῶν δικαίων ἐνώπιον τοῦ διαρκοῦς οὐρανίου δικαστηρίου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντίληψη τῆς πρώτης Χριστιανικῆς κοινότητος περὶ τοῦ Πνεύματος ὡς ἐσχατολογικοῦ δώρου κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀποβολῆς τοῦ Σατανᾶ ἀπό τόν οὐρανό καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συντόνου δραστηριότητάς του, γιά νά ϑέσει τοὺς πιστοὺς ὑπὸ τήν κατηγορία πρὸ τοῦ ϑρόνου τοῦ ἐπερχομένου Κριτοῦ, συνέβαλαν στὴν ἀπόφασιν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ νὰ χρησιμοποιήσει τὸν δικανικό ὅρο «Παράκλητος». Τὸ ἀποκαλυπτικὸ καὶ δικαστικὸ λειτούργημα τοῦ Παρακλήτου στόν κόσμο κατατείνει πρὸς ἕνα σκοπὸ, τὴν διάσωση καὶ ἀπαλλαγὴν τῶν πιστῶν ἀπὸ τῆς σατανικῆς κατηγορίας. Ἡ ᾿Ανάσταση καὶ ἡ κρίση στό τέταρτο Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι ἁπλῶς γεγονότα τοῦ τέλους τῶν πάντων, ἀλλὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς τῶν ἐσχάτων, ἐντὸς τῶν ὁποίων εἶχε τήν συνείδηση ὅτι ἐβίωνε ἡ πρώτη Χριστιανικὴ κοινότητα. Γιὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς πίτεως ἀμφότερα εἶναι γεγονότα συμβαίνοντα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴ ἐντὸς τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου. Θὰ κορυφωϑοῦν καὶ ϑὰ ἀποκαλυφϑοῦν ἐνώπιον πιστῶν καὶ ἀπίστων μόνον στὸ τέλος τῆς ἱστορίας, στὴ γενικὴ ἀνάσταση καὶ στὴν τελικὴ κρίση. Κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ἡ συνηγορία τοῦ Παρακλήτου μετὰ τῆς κοινότητας καὶ τοῦ Πατρὸς ἔναντι τοῦ Σατανᾶ τοῦ μοχϑοῦντος ὅπως ϑέσει ὑπὸ κατηγορία τοὺς πιστούς, εἶναι διηνεκής, ϑὰ κορυφωθεῖ καὶ θὰ ἀποκαλυφϑεῖ σέ ὅλους κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς τελικῆς Κρίσεως.

Τὸ ἀποκαλυπτικὸ ἔργο τοῦ Παρακλήτου στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα  ἔχει ἄμεση σχέση πρὸς τὴν ἰδιότητα Αὐτοῦ ὡς συνηγόρου τῶν πιστῶν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑπὸ τὴν καϑοδήγηση τοῦ Πνεύματος ἀκριβὴς γνώση τῆς κοινότητος ὅσον ἀφορᾶ στὸ νόηµα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ στά τὰ µέλλοντα νά συμβοῦν ἀναφέρεται ἀμέσως στὴν δραστηριότητα τοῦ ἀντιδίκου Διαβόλου, ὁ ὁποῖος ἐπιχειρεῖ νὰ διαστρέψει ἀμφότερα, τήν Χριστολογία καὶ τὴν Ἐσχατολογία τῆς κοινότητας. Τὸ Πνεῦμα, κατὰ τὸν Ἰωάννη, εἶναι ὁ «Παράκλητος» διότι ἀποτελεῖ τὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ συµπαραστάτη καὶ συνήγορο τῶν ἀγωνιζομένων πιστῶν κατὰ τοῦ «κατηγόρου»

Ὅταν ὁ Κύριος καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης χρησιμοποίησαν τὸν δικανικὸ ὅρο «Παράκλητος» σέ δήλωση τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πνεύματος στήν Ἐκκλησία μετὰ τὴν ἐκ τοῦ κόσμου ἔξοδο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶχαν ὑπ᾽ ὄψιν τους τὴν διδασκαλία περὶ τοῦ Πνεύματος ὡς μεσίτου στήν Παλαιά Διαϑήκη καὶ στόν Ἰουδαϊσμό. Τὴν παλαιότερη αὐτή ἄποψη ὁ Κύριος συμπλήρωσε καὶ ἔδωσε νέον περιεχόµενον σ’ αὐτή, ἀφοῦ μέ τήν εἰσοδό Του στή ἱστορία μέ τόν  θάνατό Του, τήν ᾿Ανάστασή Του καὶ μέ τήν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας προκάλεσε ὅλως εἰδικῆς φύσεως βαθειά κρίση στό κόσμο καὶ στόν ἄνθρωπο, ἡ δέ νέα δὲ φάση τοῦ πολέμου ἐναντίον τῆς ᾿Εκκλησίας ἐκ μέρους τοῦ «Κατηγόρου»-Σατανᾶ ἦταν ἐκείνη, ἡ ὁποία ϑὰ προσδιόριζε τὸ κύριο ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος-Παρακλήτου ὡς μεσίτου μεταξὺ τῶν πιστῶν.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα χορηγούμενο στούς πιστούς ἀναδεικνύει τά τέκνα τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ μεγάλη προοπτική ἐπιβάλλει νά ἐργαζόμαστε μέ συνέπεια καί ὑπευθυνότητα γιά τήν αὔξηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

25 Μαΐου 2020

Ο ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΤΥΦΛΟΣ

Ο ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΤΥΦΛΟΣ

στό δικαστήριο τοῦ Ὀρθολογισμοῦ

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Ἕνα Σάββατο,  ὁ  Ἰησοῦς πέρασε κοντὰ ἀπὸ ἕνα τυφλὸ ἐκ γενετῆς ποὺ ζητοῦσε, ἐλεημοσύνη, ἴσως στὰ πέριξ τοῦ Ναοῦ. Σκέφθηκαν αὐτὸν τὸ δυστυχισμένο  οἱ  μαθητὲς ποὺ συνώδευαν τὸν Ἰησοῦ καὶ ρώτησαν : «Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἤ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ ;». Βλέπομε σ᾽ αὐτὴ τὴν ἐρώτησι τὴν ἀρχαία ἑβραϊκὴ γνώμη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ φυσικὸ κακὸ ἦταν πάντα συνέπεια καὶ τιμωρία τοῦ ἠθικοῦ κακοῦ : γνώμη ποὺ ἤδη ἀπεδείχθη ἐσφαλμένη ἀπὸ τὸν διάσημο συγγραφέα τοῦ βιβλίου τοῦ Ἰώβ, κι ὅμως πεισματικὰ διατηρήθηκε ἀπὸ σοφοὺς καὶ ἀσόφους. Ὁ Ἰησοῦς ἀπέκρουσε τὴ γνώµη λέγοντας ὅτι οὔτε αὐτὸς ὁ ἀτυχὴς οὔτε οἱ γονεῖς του εἶχαν ἁμαρτήσει καὶ ὅτι ἡ μοναδικὴ ἐκείνη περίπτωση ἐπετράπη γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ (Ἰωάννου 9, 5). ᾿Αφοῦ εἶπε αὐτό, ὁ Ἰησρῦς ἔπτυσε στὴ γῆ, ἔκανε μὲ τὸ σάλιο λίγη λάσπη, ἔβαλε αὐτὴ τὴ λάσπη στὰ μάτια του καὶ ἔπειτα τοῦ εἶπε «Πήγαινε, πλύσου στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ». Αὐτὸς πῆγε, πλύθηκε καὶ γύρισε βλέποντας καλά.

 Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀναφέρεται στό συµβολικὸ νερὸ ποὺ ὁ Ἰησοῦς σκόρπισε στὸν κόσµο, ξανασκέπτεται θεληµατικὰ αὐτὸν σὰν ἕνα σταλµένο ὑπερφυσικὸ νερό καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ νερὸ θὰ πλυθῆ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος ποὺ στερεῖται τὸ φῶς, ὅπως ὁ γεννημένος τυφλὸς πλύθηκε στὴ δεξαμενὴ τοῦ Σιλωάμ. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι τὸ ἴδιο.

          Σέ ἐρωτήσεις τῶν παρευρισκομένων «πῶς σοῦ ἀνοίχθηκαν τὰ µάτια ; » ἐκεῖνος μὲ ἁπλότητα ἀπαντοῦσε : Ἐκεῖνος ποὺ λέγεται Ἰησοῦς ἔκανε λίγη λάσπη, μοῦ τὴν ἔβαλε στὰ μάτια˙ μοῦ εἶπε : «Πήγαινε, πλύσου στὴν Σιλωάμ»" πῆγα κεῖ πλύθηκα˙ εἶδα. Ὁδηγούμενος στούς Φαρισαίους αὐτοί ἐπανέλαβαν τὶς ἴδιες ἐρωτήσεις. Ἔλαβαν τὶς ἴδιες ἀπαντήσεις.

Ἔστειλαν νὰ καλέσουν τοὺς γονεῖς του πού δήλωσαν, ἀποφεύγοντας κάθε προσωπική των εὐθύνη. Τοὺς πιὸ διακεκριμένους ἀντιπροσώπους τῆς «παραδόσεως» καὶ τῆς ἰουδαϊκῆς σοφίας ἐπιχειροῦσε  νά  διδάξη μέ τίς ἀποστομωτικές ἀπαντήσεις του ὁ ἀναιδής ἀγέρωχος, γεννημένος ἐπὶ πλέον µέσα στὸ παράπτωµα ὅπως ἡ τύφλωσίς του ἀπέδειξε !

Ὁ διωγµένος καί θεραπευμένος τυφλός συνάντησε κατόπιν τὸν Ἰησοῦ, ποὺ τοῦ εἶπε : «Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου (παραλλαγή : τοῦ Θεοῦ);».  Ὁ  θεραπευμένος ἀπήντησε : «Καὶ τίς ἐστιν, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν ;».  Ὁ  Ἰησοῦς πρόσθεσε : «Καὶ ἑώρακας αὐτὸν (ὑπαινισσόμενος τὴν γενομένη θεραπεία) καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν». Τότε ὁ θεραπευμένος φώναξε : «Πιστεύω, Κύριε», καὶ τὸν προσεκύνησε.  Ὁ  ᾿Ιησοῦς πρόσθεσε : «Εἰς κρίμα (γιὰ  νά  γίνη κάποια κρίσις καὶ ξεχώρισμα) ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσιν καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται».

 Ἡ τύφλωσις εἶναι γενική, ἀλλὰ μπορεῖ κανεὶς  νά  θεραπευθῆ ἀπ᾿ αὐτὴ µόνον ἂν ἀρχίση νὰ ἀναγνωρίζη ὅτι εἶναι προσβεβληµένος, ἐνῶ δὲν θὰ θεραπευθῇ ποτὲ ἐκεῖνος ποὺ αὐταπατᾶται ὅτι βλέπει˙ ἡ αὐταπάτη αὐτὴ εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνη καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμα τὴν τύφλωσι, γιατὶ εἶναι ἡ ἑπταπλῆ σφραγίδα της.

Τὸ ἄκαμπτο πεῖσμα τῶν Ἰουδαίων στὸ νὰ μὴ θέλουν ν᾽ ἀναγνωρίσουν τὴ θεραπεία τοῦ γεννηµένου τυφλοῦ εἶναι τελείως ἱστορικό, καὶ εἶναι ἀκόμα ἕνα φαινόμενο ἱστορικῶς κανονικώτατο.

Ἡ φαρισαϊκὴ τήρησις τοῦ Σαββάτου, ἡ συμμετοχὴ στὸ φαρισαϊκὸ συνεταιρισμό, καὶ τὰ παρόμοια, ἦταν  οἱ  κολῶνες των. ᾿Απὸ τὴν κορυφή των ἔκριναν ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ἐπιδοκιµάζοντας ὅ,τι τὶς ἐνίσχυε καὶ ἀποδοκιμάζοντας ὅ, τι τὶς ἐξασθένιζε. Καλοῦν αὐτοὶ στὸ δικαστήριό των τὸν θεραπευμένο τυφλὸ καὶ τοὺς γονεῖς του, ἐρευνοῦν τὶς μαρτυρίες καὶ ἐπινοοῦν ὑπεκφυγές, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἐπιθυμητὴ ἐξήγησι. Δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει ἄς πέσουν ὅλα, φθάνει νὰ µείνουν  οἱ  κολῶνες,  : Ἔ! λοιπόν, συγκρίνοντας ψύχραιμα τὰ γεγονότα, ὁ σημερινὸς ἱστορικὸς βρίσκει ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τόσους αἰῶνες ἕνα μέρος τῆς ἀνθρωπότητος πολὺ λίγο ἄλλαξε στὰ διαβήματά του ἀναφορικὰ μὲ τὰ δεδοµένα τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ : Ἄλλαξε µόνο τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ ἡ μέθοδος ἔμεινε οὐσιαστικὰ ἡ ἴδια.  Οἱ ἀκλόνητες κολῶνες ποὺ μιὰ φορὰ λεγόνταν τήρησις τοῦ Σαββάτου κτλ., σήµερα λέγονται παραλογισμὸς τοῦ θαύματος, τὸ ἀδύνατον τοῦ ὑπερφυσικοῦ κτλ., ἀλλὰ οἱ κολῶνες, στὴν πρᾶξι, εἶναι πάντα  οἱ  ἴδιες. Καλοῦν στό δικαστήριο τοῦ ὀρθολογισμοῦ διάφορες ἀποδείξεις, ἐξετάζουν τὶς µαρτυρίες, ἐπινοοῦν θεωρίες, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιτύχουν τὴν ποθητὴ ἐξήγησι,  ἀπεναντίας βρίσκουν ἕνα ᾿Ιησοῦ πάντα πιὸ ὑπερφυσικὸ. Δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει ἄς πέσουν ὅλα τά ἄλλα, φθάνει νὰ μείνουν οἱ κολῶνες, Καὶ ἔτσι παραμένει ἡ τύφλωσις, μὲ τὴν ἑπταπλῆ σφραγίδα της.

11 Μαΐου 2020

Ὁμολογώντας τόν Ἰησοῦ Χριστό

Ὁμολογώντας τόν Ἰησοῦ Χριστό

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ἡ ὁμολογία πίστεως εἶναι μία οὐσιαστική πράξη τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ὁποία ἐκφράζει, δηλώνει δημόσια τήν πίστη Του στόν ἀληθινό καί ζωντανό Θεό, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, στήν διδασκαλία Του καί τό ἔργο Του κατά τήν προτροπή τοῦ Κυρίου πρός τούς Μαθητές Του «πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε» (Ἰωάννου ιδ΄ 1).

  1. Οἱ ὁμολογίες πίστεως τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Ματθαίου ιστ΄ 16 καί Ἰωάννου στ΄ 68) καί τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ (Ἰωάννου θ΄  15 καί Ἰωάννου θ΄ 30-33) δείχνουν ὅτι ἡ πίστη αὐτή γεννιέται ἀπό τήν ζωντανή ἐπαφή μέ τόν Ἰησοῦ ἀπό τήν Ναζαρέτ, ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Λόγο τῆς ζωῆς.

Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης ἀναφέρεται σ’ αὐτή τήν κοινωνία

            «Σᾶς γράφουμε γιά τό ζωοποιό Λόγο πού ὑπῆρχε ἐξαρχῆς. Τόν ἀκούσαμε καί τόν εἴδαμε μέ τά ἴδια μας τά μάτια. Μάλιστα τόν εἴδαμε ἀπό κοντά, καί τά χέρια μας τόν ψηλάφισαν. Ὅταν ἡ ζωή φανερώθηκε, τήν εἴδαμε μέ τά μάτια μας. Καταθέτουμε, λοιπόν, τή μαρτυρία μας καί σᾶς μιλᾶμε γιά τήν αἰώνια ζωή πού ἦταν μέ τόν Πατέρα, φανερώθηκε ὅμως σ’ ἐμᾶς. Αὐτό πού εἴδαμε κι ἀκούσαμε τό ἀναγγέλλουμε καί σ’ ἐσᾶς, γιά νά συμμετάσχετε κι ἐσεῖς μ’ ἐμᾶς, στήν ἴδια κοινωνία, πού εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Πατέρα καί μέ τόν Υἱό τοῦ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Κι αὐτά σας τά γράφουμε γιά νά εἶναι ὁλοκληρωμένη ἡ χαρά σας» (Α΄ Ἰωάννου α΄ 1-4)

Ὁμοίως καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος δηλώνει, ὅτι ἡ μαρτυρία του γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό βασίζεται στήν ἐμπειρία πού ἔζησε μαζί μέ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ (Β΄ Πέτρου α΄ 15-18).

  1. Μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ Ἰησοῦς ὡς πρωταγωνιστής τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ἀποτελεῖ μέ τόν θάνατο καί τήν ἀνάστασή Του τό ἀντικείμενο τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως.

Δέν ἀρκεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νά γίνει ἀποδεκτός καί νά κατοικεῖ μέσα μας (Α΄ Ἰωάννου β΄ 14) πρέπει νά ὁμολογηθεῖ. Ἡ πίστη δέν εἶναι ὑπόθεση πού παραμένει «ἐν κρυπτῷ». Ἀντίθετα ὁ πιστός ὀφείλει νά δηλώνει φανερά ὅτι πιστεύει. Ἐμπνεόμενοι ἀπ’ αὐτό τό ἦθος οἱ μάρτυρες τῆς πίστεως «ἐν παντί καιρῷ» διεκήρυτταν μέ παρρησία, χωρίς νά φοβοῦνται, χωρίς νά ὑπολογίζουν τίς συνέπειες, ἀκόμη καί ἄν θά στεροῦνταν τήν ζωή τους, τήν πίστη τους στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Καμμιά φορά ἡ ἁπλῆ συναίνεση χαρακτηρίζεται ὡς ὁμολογία σέ ἀντίθεση μέ τήν ἄρνηση ἐκείνου πού δέν πιστεύει στήν ἀποστολή τοῦ Ἰησοῦ  (Α΄ Ἰωάννου β΄ 22).

Ἡ δημόσια διακήρυξη τῆς πίστεως εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν σωτηρία

«Ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον ᾿Ιησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ· καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν» (Πρός Ρωμαίους ι΄ 9-10)

Δηλαδή : «Ἄν μολογήσεις μέ τό στόμα σου πώς ησος εναι Κύριος καί πιστέψεις μέ τήν καρδιά σου πώς Θεός τόν νάστησε πό τούς νεκρούς, θά βρες τή σωτηρία. Πραγματικά, ποιος πιστεύει μέ τήν καρδιά το δηγεται στή δικαίωση, κι ποιος μολογε μέ τό στόμα δηγεται στή σωτηρία»

  1. Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο ὕμνος πού προσφέρεται ὡς θυσία στό Θεό

«Δι' αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ' ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄ 15)

Δηλαδή : «Ἄς προσφέρουμε, λοιπόν, συνεχῶς στό Θεό διά τοῦ Ἰησοῦ σάν θυσία τόν ὕμνο μας, δηλαδή τόν καρπό τῶν χειλιῶν μας πού ὁμολογοῦν τό μεγαλεῖο του»

  1. Πρότυπό της ἔχει τήν ὁμολογία πού ἔδωσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς μέ τήν ἐνανθρώπησή Του πού ἦλθε νά μαρτυρήσει γιά τήν ἀλήθεια (Ἰωάννου ιη΄ 37)
  1. Ἡ ὁμολογία προηγεῖται τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος καί δίδεται ἐπίσημα καί πανηγυρικά. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν προσέλευση στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας κρίνεται ἡ κοινή ὁμολογία ὁλόκληρης τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας. Ὁρισμένες περιστάσεις τήν ἀπαιτοῦν ἰδιαίτερα, ὅπως αὐτές ὅπου ἡ παράλειψη της θά ἰσοδυναμοῦσε μέ ἄρνηση (Ἰωάννου θ΄ 22).
  1. Παρ’ ὅλο τόν διωγμό πρέπει ὁ πιστός νά ὁμολογεῖ τήν πίστη του μπροστά στά δικαστήρια ὅπως ὁ ἀπόστολος Πέτρος (Πράξεων δ΄ 20) ἀκόμη καί ἄν πρόκειται νά ὑποστεῖ μαρτύριο, ὅπως ὁ Ἀρχιδιάκονος Στέφανος (Πράξεων ζ΄ 56)

Διαφορετικά θά τόν ἀρνηθεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός μπροστά στόν Πατέρα Του (Ματθαίου ι΄ 32 καί Μάρκου η΄ 38) ἄν ἔχει προτιμήσει τήν ἀνθρώπινη δόξα καί ὄχι ἐκείνη πού ἔρχεται ἀπό τόν Θεό (Ἰωάννου ιβ΄ 42)

Οἱ ἐκλεκτοί θά συνεχίσουν νά ὁμολογοῦν στόν οὐρανό τόν Θεό  (Ἀποκαλύψεως ιε΄ 3-4) καί τόν Κυριό μας Ἰησοῦ Χριστό (Ἀποκαλύψεως ε΄ 9-10)

26 Ἀπριλίου 2020

Ἡ  θ ε ί α   Κ ο ι ν ω ν ί α

Ἡ  θ ε ί α   Κ ο ι ν ω ν ί α

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

«Τποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν» (Πρός Κορινθίους ι΄, 16-17).

Καθώς οἱ μητέρες μεταχειρίζονται ἕνα πλῆθος ἐπιθέτων γιά νά ὀνομάσουν χαϊδευτικά αὐτά πού ἀγαποῦν, ἔτσι καί ἡ Μητέρα Ἐκκλησία μέ πλεῖστα ὅσα ὀνόματα τιτλοφόρησε τό ὑπέρτατο καί γι’ αὐτή παμφιλέστατο τῶν μυστηρίων τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τό ἐκάλεσε Ἱερουργία, καθότι εἶναι τό ἱερώτατο ἀπ’ ὅλα τά ἔργα της.

Τό ἐκάλεσε Μυσταγωγία, διότι ὁδηγεῖ πρός ὅ, τι ἔχει μύχιο καί κρυπτό.

Τό ἐκάλεσε Εὐχαριστία, διότι εἶναι τό μόνο μέσο γιά νά ἐκφράσει τήν εὐγνωμοσύνη Της πρός τόν Εὐεργέτη.

Τό ἐκάλεσε Δωρεά, διότι παρέχεται – προσφέρεται ἐλευθέρως, χωρίς ἀντίτιμο καί ἀνταλλάγματα.

Τό ἐκάλεσε Θυσία, διότι μ’ αὐτό συνεχίζεται ἀναιμάκτως ἡ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ.

Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τό καλεῖ Κοινωνία καί ἐπί τῆς λέξεως αὐτῆς ἐπικαλοῦμαι τήν προσοχή Σας

«Τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν;» (Πρός Κορινθίους Α΄, ι, 16).

Ἔτσι ἐρωτᾶ ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν ἐξαίροντας καί τονίζοντας τήν ἐπιτυγχανομένη ἕνωση τῶν πιστῶν μέ τό Χριστό διά τοῦ μυστηρίου. Πρός τοῦτο φέρει στήν μνήμη μας τούς ἀθανάτους ἐκείνους λόγους τοῦ Λυτρωτοῦ μας:  «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἄγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάννου στ΄, 56) καθώς καί τούς ἄλλους ἐκείνους: «ἐγώ εἰμί ἡ Ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα· ὁ μένων ἐν ἐμοί, κἀγώ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει τόν καρπόν πολύν· ὅτι χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάννου ι΄, 5).

Τό ἀποκομμένο ἀπό τήν ἄμπελο κλῆμα πού δέν ρουφᾶ τόν ζωτικό χυμό της μαραίνεται, ξηραίνεται καί ρίπτεται στό πῦρ. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τόν Χριστιανό, πού δέν μεταλαμβάνει τό Αἷμα καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Παραλύει καί αὐτός ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Τά πνευματικά χαρίσματα νεκρώνονται, καταλαμβάνει τήν ψυχή του ἀτονία καί καταντᾶ νεκρός πλέον γιά τόν Θεό. Ἐνῶ τό ἀντίθετο συμβαίνει σ’ αὐτόν πού κοινωνεῖ τό Αἷμα καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός μεταγγίζει στίς φλέβες του τήν ἰκμάδα τοῦ Θεανθρώπου· ἐγκεντρίζεται στήν καλλιέλαιο κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο (Πρός Ρωμαίους ια΄, 24)· ἀποβαίνει μικρόχριστος, τρέφει τήν ψυχή του μέ τό μάννα τῆς ἀθανασίας καί ζεῖ θεία ζωή. Ὁ ἀκοινώνητος ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος παραμένει νήπιο χωρίς μητέρα. Ἀντίθετα ὁ κοινωνῶν γίνεται νήπιο πού κρέμμεται στά στήθη τοῦ Χριστοῦ. Νήπιο πού αὐξάνεται, ἀκμάζει καί παχύνεται, διότι θηλάζει ἀπό τούς ζωτικούς κρουνούς τήν ζωή καί τήν ἀθανασία.

* * * * *

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος καλεῖ τό μυστήριο «κοινωνίαν τοῦ αἵματος καί τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» καί ἀμέσως ἐκφέρει «ὅτι εἷς ἄρτος, ἕν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμέν». Συνεπῶς τό θεοσύστατο τοῦτο μυστήριο μᾶς ἑνώνει ἀφ’ ἑνός μέ τήν Κεφαλή μας τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί συγχρόνως ἀφ’ ἑτέρου μέ τούς λοιπούς ἀδελφούς. Ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τόν Χριστό ἀποβαίνει καί κοινωνία τῶν πιστῶν μεταξύ τους, ἐφ’ ὅσον «εἷς ἄρτος, ἕν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμέν». Μία λειτουργική εὐχή τήν ὁποία μᾶς διεφύλαξε ἡ  Ἀποστολική Διδαχή πού ἀπαγγέλει ὁ λειτουργός ὅταν προσφερόταν ὁ ἄρτος πρός καθαγιασμόν ἔχει οὕτως : «Ὧσπερ ἦν τοῦτο τό κλάσμα διεσκορπισμένον ἐπάνω τῶν ὀρέων καί συναχθέν ἐγίνετο ἕν, οὗτω συναχθήτω Σου ἡ Ἐκκλησία ἀπό τῶν περάτων τῆς γῆς εἰς τήν Σήν βασιλείαν» (Διδαχὴ τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, 9,  ΒΕΠΕΣ 2, σ. 218, 15-18). Τό νόημα αὐτοῦ τοῦ παραθέματος εἶναι αὐτό. Καθώς λέγει αὐτός ὁ ἄρτος τόν ὁποῖο προσφέρομεν σέ Σένα, ὦ τοῦ παντός τροφοδότα, ἦτο πολύ διεσκορπισμένο ὡς σῖτος ἐπάνω στίς κλιτύες τῶν ὀρέων στούς σπαρτούς ἀγρούς καί τίς πλαγιές συνήχθη καί ἐζυμώθη καί ἔγινε ἄρτος εἷς, τοιουτρόπως οἱ πιστοί Σου, οἱ ὡς κόκκοι σίτου διεσκορπισμένοι ἀνά τήν γῆν καί ὑπό ποικίλων αὐτιῶν διεχωρισμένοι εἴθε νά ἑνωθοῦν ὅλοι μαζί εἰς Ἐκκλησίαν ἀδιαίρετον καί μίαν φερομένην ἀδιασπάστως πρός τά ἄνω.

Ἐντεῦθεν τό «Ἀγαπήσωμε ἀλλήλους», τό ὁποῖον ἀκούουμε πρό πάσης κοινωνίας, ὅταν τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία. Ἐντεῦθεν τό «Πάτερ ἡμῶν» πού ὑπενθυμίζει τήν κοινή καταγωγή τῶν μεταλαμβανόντων. Ἐντεῦθεν ἡ συγχώρηση καί ἡ συμφιλίωση μέ τούς ἐχθρούς πού ἀπαιτεῖται πρό πάσης Μεταλήψεως καί γιά τήν ὁποία λαμπρό παράδειγμα μᾶς παρέσχε ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς, ὅταν συγχώρησε τούς σταυρωτές Του ἀπο τοῦ ὕψους τοῦ φρικτοῦ θυσιαστηρίου τοῦ Γολγοθᾶ. Ἐντεῦθεν ἡ ἀδελφοποίση τῶν πάντων ἐνώπιον τοῦ Σφαγιαζομένου Χριστοῦ. Ὁ Χριστιανισμός συναθροίζων τούς πιστούς στόν ναό σέ κάθε λειτουργία καί τελῶν τό ὑπερφυές Μυστήριον διαπλώνει ἐνώπιον τῶν ψυχῶν τους τήν θεία Ἀγάπη, πού ἐθυσιάσθη ἐπί τοῦ Σταυροῦ χάριν τῆς σωτηρίας τους προσφέρων αὐτό τό Σῶμα καί τό Αἷμα καί τούς προσκαλεῖ σέ μετάληψη γιά νά γίνουν «κοινωνοί θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρου α΄, 4) καί νά μεθέξουν ἀληθινῆς ἀμβροσίας. Μέ τήν θεία μετάληψη ἐμποτίζει τούς πιστούς μέ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ θείου Αἵματός Του τήν ἐσωτερική ὑπόσταση, τούς θεώνει, τούς ἀνυψώνει στήν θεία υἱοθεσία καί τούς καθιστᾶ κληρονόμους Θεοῦ, συγκληρονόμους Ἰησοῦ Χριστου (Πρός Ρωμαίους  η΄, 17).    

16 Ἀπριλίου 2020

Πιστεύομεν καί  Ὁμολογοῦμε

Πιστεύομεν καί  Ὁμολογοῦμε

«Ἰησοῦν τόν Ναζωραῖον ὁ Θεός ἀνέστησε, ἐλευθερώσας ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου γιατί ἦταν ἀδύνατο νά τόν κρατήσει ὁ θάνατος»

 

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ   Δανιήλ

 

Πανηγυρίζουμε οἱ πιστοί ἑορτάζοντες χαρμόσυνα τήν ἔνδοξη ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πού πέθανε ἑκουσίως θυσιάζοντες τήν ζωή Του στό σταυρό ἐπί τοῦ Γολγοθᾶ γιά μᾶς καί τήν σωτηρίας μας.

 

  1. Μέ τήν ἀνάστασή Του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἐπέτυχε τήν σωτηρία ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπό τοῦ Ἀδάμ καί μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θέτει τίς προϋποθέσεις μέ τίς ὁποῖες ὁ κάθε ἄνθρωπος δύναται νά σωθεῖ: α΄.  Πίστη καί β΄. Ὁμολογία.

α΄. Νά πιστέψει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Κύριος καί Θεός καί ὅτι ἀναστήθηκε  ἀπό τούς νεκρούς.

β΄. Αὐτή τήν πίστη νά τήν ὁμολογεῖ κατά τήν διάρκεια τῆς ζωῆς του.

Συγκεκριμένα γράφει : «Ἄν ὁμολογήσεις μέ τό στόμα σου πώς ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Κύριος καί πιστέψεις μέ τήν καρδιά σου πώς ὁ Θεός τόν ἀνάστησε ἀπό τούς νεκρούς θά βρεῖς τήν σωτηρία. Πραγματικά ὅποιος πιστεύει μέ τήν καρδιά τους ὁδηγεῖται στήν δικαίωση, κι ὅποιος ὁμολογεῖ μέ τό στόμα ὁδηγεῖται στήν σωτηρία» (Πρός Ρωμαίους ι΄, 9-10).

Γιά νά συμμετάσχουμε στήν πανήγυρη τῆς ἀναστάσεως ἀπαιτεῖται νά ἀπαντήσουμε, ὅτι : Πιστεύουμε καί νά Ὁμολογοῦμε ὅπως μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία μας

«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι

προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν τόν μόνον ἀναμάρτητον».

 

* * * * *

 

  1. Μέ τήν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός νίκησε τόν θάνατο ἀφοῦ ἄν καί πέθανε ὡς γνήσιος καί αὐθεντικός δηλαδή πραγματικός ἄνθρωπος ἐν τούτοις οὔτε ἡ ψυχή Του ἐγκαταλήφθηκε στόν Ἅδη χωρισμένη ἀπό τόν Θεό οὔτε τό σῶμα Του διαλύθηκε καί φθάρηκε στόν τάφο, ὅπως διεκήρυξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τό ὑπερῶο τῆς Πεντηκοστῆς :

«Ἰησοῦν τόν Ναζωραῖον ὁ Θεός ἀνέστησε, ἐλευθερώσας ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου γιατί ἦταν ἀδύνατο νά τόν κρατήσει ὁ θάνατος» (Πράξεων β΄, 24).

Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε ἀρχή τῆς νέας ἀνθρωπότητος πού ἐλευθερώθηκε ἀπό τόν θάνατο, ὁ πρωτοαναστημένος ἀπό τούς νεκρούς ὥστε νά γίνει σ’ ὅλα Ἐκεῖνος πρῶτος (Πρός Κολοσσαεῖς α΄, 18).

Ὅσο κι ἄν ὁ θάνατος ὡς λέων ὀρυόμενος ζητεῖ νά καταπιεῖ τήν ζωή (Α΄ Πέτρου ε΄, 8) δέν θά τό ἐπιτύχει. Θά θριαμβεύσει ὁ ἀναστημένος Κύριος Ἰησοῦς. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος αὐτό τόν θρίαμβο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου πανηγυρίζει μέ τούς λόγους τοῦ προφήτου Ἡσαΐου «ὁ θάνατος ἀφανίσθηκε˙ ἡ νίκη εἶναι πλήρης» (Πρός Κορινθίους Α΄, ιε΄, 54).

 

* * * * *

 

 

  1. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς βεβαιώνει γιά τήν κοινή ἀνάσταση ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί γιά τήν δική μας προσωπική διαλύοντας τόν φόβο τοῦ θανάτου. Γιά τούς ἀνθρώπους ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε κι ἄνθρωπος γιά νά καταργήσει μέ τόν θάνατό Του αὐτόν πού ἐξουσίαζε τόν θάνατο, δηλαδή τόν διάβολο. Μ’ αὐτό τόν τρόπο ἀπελευθέρωσε ὅσους ὁ φόβος τοῦ θανάτου τούς εἶχε καταδικάσει νά εἶναι δοῦλοι σ’ ὅλη τους τήν ζωή (Πρός Ἑβραίους β΄, 14-15).

 

* * * * *

 

  1. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης προλέγει τήν τελευταία πράξη καί τήν τελική καθοριστική νίκη τῆς Ζωῆς καί τῆς Ἀθανασίας, λέγοντας ὅτι «καί ὁ θάνατος καί ὁ Ἅδης ἐβλήσθησαν εἰς τήν λίμνη τῆς φωτιᾶς καί ὅποιος δέν βρέθηκε γραμμένος στό βιβλίο τῆς ζωῆς ρίχτηκε κι αὐτός στήν λίμνη τῆς φωτιᾶς» (Ἀποκαλύψεως κ΄, 14-15).

Γι’ αὐτό ὅταν βαπτίζεται ὁ ἄνθρωπος ἡ Ἐκκλησία εὔχεται γι’ αὐτόν πρός τόν Κύριον τῆς Ζωῆς:  «γράψον αὐτόν ἐν βίβλῳ ζωῆς».

 

Ἡ πίστη στόν ἀναστημένο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί τήν Ἐκκλησία μᾶς χαρίζει τήν ζωή καί τήν ἀθανασία.

 

       Μέ ἀναστάσιμες εὐχές

 

 

 

20 Μαρτίου 2020

Κάθαρση

Κάθαρση

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                                     

Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά ἑνωθεῖ μέ Τόν Θεό Πατέρα μέ τήν υἱοθεσία του ἀπ’ Αὐτόν.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑπενθυμίζει στούς πιστούς τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, ὅτι θά ἀναγνωρίζει ὡς υἱούς καί θυγατέρες Του ὅσους πιστεύουν στόν Υἱό Του τόν ἀγαπητό καί Μονογενῆ Του τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ὅλοι οἱ πιστοί δύνανται νά ἀπολαύσουν τήν δωρεά τῆς υἱοθεσίας τους ἀπό τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα (Πρός Γαλάτας δ΄ 5-7 καί Πρός Ρωμαίους η΄ 15-17).

Υἱοθεσία σημαίνει, ὅτι ὅσα δικαιώματα ἔχει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὡς ὁ κατά τήν θεία φύση Του Υἱός τοῦ ἐπουρανίου Θεοῦ καί Πατέρα, τά ἴδια δικαιώματα ἀποκτοῦν καί τά υἱοθετημένα ἀπό τόν Θεό Πατέρα τέκνα Του πού εἶναι οἱ πιστοί σ’ Αὐτόν.  

Αὐτή ἡ πράξη υἱοθεσίας τοῦ Θεοῦ Πατέρα ὀφείλεται στήν ἀγάπη Του καί τήν φιλανθρωπία Του πού ἐνῷ ζούσαμε ὡς ξένοι καί ἀλλότριοι (Πρός Ἐφεσίους γ΄11-13) αὐτῶν τῶν δωρεῶν καί ἐπαγγελιῶν Ἐκεῖνος μᾶς ἀξίωσε νά γίνουμε «κοινωνοί θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρου α΄ 4) «συμπολῖτες τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Πρός Ἐφεσίους β΄ 19).

Αὐτές ὅμως οἱ θεῖες δωρεές εἶναι ἀσύληπτες ἀπό τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί ἐντελῶς ἀδύνατο νά διεκδικηθοῦν καί νά ἀποκτηθοῦν ἀπ’ αὐτόν. Παρέχονται δωρεάν ἀπό τόν Θεό Πατέρα. Δημιουργοῦν ὡστόσο ὁρισμένες ὑποχρεώσεις στούς ἀνθρώπους, ὅπως τήν ὑποχρέωση νά καθαρισθοῦν ἀπό τούς ρύπους τῆς ἁμαρτίας, ἐπειδή πρόκειται νά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος ἑνώνεται μόνο μέ καθαρούς «Καθαρτέον, πρῶτον ἑαυτόν, εἴτα τῷ καθαρῷ προσομιλητέον» (Λόγος Κ΄, Περί δόγματος, ἤτοι περί θεολογίας, καί καταστάσεως ἐπισκόπων, ἤ κατά ἐπισκόπων, PG 35, 1069) τονίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.    

Τήν ἀνάγκη τῆς ἐσωτερικῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου ἐπεσήμανε καί ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός (Ματθαίου κγ΄ 25-26), διότι ἀπό τήν καρδιά βγαίνουν πονηρές σκέψεις, φόνοι, μοιχεῖες, πορνεῖες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες. Ὅλα αὐτά κάνουν τόν ἄνθρωπο ἀκάθαρτο (Ματθαίου ιε΄ 19-20).

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισήμανε τήν αἰτία τῆς φοβερῆς αὐτῆς ἐκπτώσεως καί ἀλλοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὅτι εἶναι ἡ ἄγνοια καί ἀπόρριψη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι ἀπέρριψαν τόν ἀληθινόν Θεό καί ἀναγνώρισαν τά εἴδωλα ὡς Θεό τους περιέπεσαν σέ ἀνάρμοστη συμπεριφορά, γέμισαν ἀπό κάθε λογῆς ἀδικία, πορνεία, πονηρία, πλεονεξία, κακία, φθόνο, φόνο, φιλονικία, ἀπάτη καί κακοήθεια, κακολογοῦν καί κατηγοροῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, μισοῦν τόν Θεό, εἶναι κακοποιοί, ὑπερήφανοι, ἀλαζόνες, στρέφονται μόνο πῶς θά βλάψουν τούς ἄλλους, εἶναι ἀνυπάκοοι στούς γονεῖς τους, ἄνθρωποι χωρίς σύνεση, δέν κρατοῦν τόν λόγο τους δέν ἔχουν στοργή, διαλλακτικότητα καί ἔλεος ἐνῶ γνωρίζουν κατά τήν θεϊκή προειδοποίηση πῶς ὅσοι συμπεριφέρονται ἔτσι εἶναι καταδικασμένοι σέ αἰώνιο θάνατο ὄχι μόνο κάνουν ὅλα ὅσα ἀναφέρουμε ἀλλά καί ἐπιδοκιμάζουν ὅσους βλέπουν νά συμπεριφέρονται ἔτσι, τούς ἔξω ἀνθρώπους, τῆς καρδιᾶς (Πρός Ρωμαίους α΄ 28-32).

Ἡ εἰδωλολατρεία ὁδήγησε καί ὑποδούλωσε τόν ἄνθρωπο σέ κάθε εἴδους κακία.

Γι’ αὐτό μπροστά σ’ αὐτή τήν ἐπικίνδυνη κατάσταση οἱ ἀπόστολοι προτρέπουν τούς πιστούς να ἀνανήψουν, νά ἀπορρίψουν τήν ἁμαρτωλή συμπεριφορά (Πρός Ρωμαίους ιγ΄ 12 καί Πρός Ἐφεσίους δ΄ 22, 25)

«Καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Πρός Κορινθίους Β΄ ζ΄ 1).

24 Ἰανουαρίου 2020

Στυλογράφημα τῆς προσωπικότητος τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν

Στυλογράφημα

τῆς προσωπικότητος τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βυρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

«Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 7)

«Νά θυμᾶστε τούς ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες σας πού σᾶς μετέδωσαν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ νά βλέπετε πῶς τελείωσαν τήν ζωή τους καί νά ἀκολουθεῖτε τό παράδειγμα τῆς ζωῆς τους»

 

Μέγας Βασίλειος

Ἤδη οἱ σύγχρονοί του τόν εἶχαν ὀνομάσει «μέγαν». Ὁμοίως τόν προσαγορεύουν οἱ ἔκτοτε αἰῶνες. Καί ἦτο ἀληθινά μέγας μεταξύ τῶν μεγάλων· μέγας εἰς τό πνεῦμα, εἰς τήν μάθησιν, εἰς τήν ρητορείαν, εἰς τόν κάλαμον, εἰς τόν μόχθον, εἰς τήν ἱερατείαν του, εἰς τήν ποιμαντορίαν του, εἰς τόν ὅλον χαρακτῆρα του καί τήν ὅλην ζωήν του, ὁλοκληρώσας εἰς τό πρόσωπόν του ὅλον τό χριστιανικόν μεγαλεῖον τοῦ πνεύματος, τῆς καρδίας, τῆς θελήσεως καί τῆς πράξεως.

 

 

 

 

 

 

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Κατά τό 381 συνῆλθε ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὑπό τήν προεδρείαν τοῦ Ἀντιοχείας Μελετίου καί μετά τόν θάνατον τούτου ὑπό τήν προεδρείαν τοῦ Γρηγορίου. Μία ὅμως μερίς ἐπισκόπων τόν ἀντιπολιτεύθη προβάλλουσα ὅτι ἀνυψώθη εἰς τόν πρῶτον θρόνον ἀπό μίαν τόσον ἄσημον ἐπισκοπήν, ὁποία ἡ τῶν Σασίμων, καί ὅτι δέν κατεπολέμει μέ πολλήν σφοδρότητα τούς Ἀρειανούς. Ἡ εὐγενής ψυχή τοῦ Γρηγορίου ἐπληρώθη τότε ἀπό θλῖψιν βαθεῖαν· καί αὐτός, ὅστις κατεφρόνησε τούς κινδύνους θανάτου ἐκ μέρους τῶν αἱρετικῶν, ἀηδίασεν, ἠναγκασμένος ν’ ἀντικρύζῃ τόσον ταπεινήν ἀντιπολίτευσιν ἐκ μέρους ὀρθοδόξων ἐπισκόπων. Ἀπεχώρησε λοιπόν ἀπό τήν Σύνοδον καί ὑπέβαλε τήν παραίτησίν του, μετά ἔξοχον δέ ἀποχαιρετιστήριον ὁμιλίαν, τῆς ὁποίας ἀξιοπρεπεστέρα καί παθητικωτέρα οὐδέποτε ἐξεφωνήθη, ἄφησε τήν Κωνσταντινούπολιν, ὅπου τόσα εἶχε στήσει τρόπαια, καί ἡσύχασε, τέλος, εἰς τήν γενέθλιόν του κωμόπολιν, τήν Ἀριανζόν.

 

Ἰωάννης Χρυσόστομος

Ὁ Χρυσόστομος ὑπῆρξε καί ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ ἄριστος καί δημοτικώτατος τῶν ἀπ’ αἰῶνος διδασκάλων τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Κανένας δέν διεξήγησεν ὅπως αὐτός, μέ τόσον πλοῦτον καί τόσην σαφήνειαν τά νοήματα τῶν Γραφῶν, οὔτε δ’ ὑπῆρξεν, οὔτε θά ὑπάρξει ἐφάμιλλός του εἰς τήν ἑτοιμότητα, τήν ἁπλότητα, ἀλλά καί τήν φλόγα καί τήν δύναμιν τῆς ρητορείας· ὑπῆρξε ῥήτωρ κράτιστος καί θαυμαστότατος, λογοτέχνης ἀπαράμιλλος, βαθύτατος καί διεισδυτικώτατος, ψυχολόγος, φιλοσοφικώτατος, καί λαϊκώτατος, καταπληκτικώτατος ἐκπρόσωπος τῆς εὐαγγελικῆς, τῆς κοινωνιολογίας μέ αἴσθημα χριστιανικῆς ἰσότητος, χωρίς προνομιούχους, μέ καθολικήν ἀδελφότητα. Καί ἡ μορφή του εὔψυχος ἅμα καί ἀθλητική, μεγαλόβουλος καί μεγαλοπράγμων, ἐξαντλήσασα πάντα τόν ἡρωϊσμόν καί χωρήσασα μέχρι τοῦ μαρτυρίου, μένει σκηπτοῦχος  εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν, κράτιστον σέμνωμα τῆς πίστεως, πού ἐκτρέφει τοιούτους ἀριστεῖς καί παρέχει εἰς τόν κόσμον τοιούτους φωστῆρας.

 

Ἡ κοινή ἑορτή

Ὡς πρός τήν κοινήν τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν ἑορτήν εἶναι, ἆρα γε, ἀνάγκη νά λεχθῇ, ὅτι αὐτή ἀποτελεῖ τήν λαμπροτέραν πανήγυριν τῆς Ἐκκλησίας μας καί τῆς νεοελληνικῆς παιδείας; Tό ἠθικόν καί πνευματικόν τάλαντον τοῦ καθενός των δέν ἦτο βέβαια ἐντελῶς τό ἴδιον. Φιλοσοφικώτερος καί χαριέστερος ἦτο εἰς τόν λόγον ὁ Βασίλειος· θεολογικώτερος καί ἀνθηρότερος ὁ Γρηγόριος καί εὐγλωττότερος δέ καί φλογερώτερος  ὁ Χρυσόστομος. Καί ἀλύγιστος μέν εἰς τήν ἄμυναν ὁ πρῶτος· ὁμοιότερος πρός τήν θάλασσαν ὁ δεύτερος, ὡς ἄλλοτε μέν φερόμενος πρός τούς θορύβους καί τούς σάλους καί ἄλλοτε ἐγκαταλείπων τά πάντα διά νά ζητήσῃ τήν ἡσυχίαν καί τήν γαλήνην· στρατηλάτης δέ τολμηρότατος καί μεγαλοπράγμων ὁ τρίτος. Ἀλλά καί οἱ τρεῖς κατεῖχον εἰς βαθμόν ὑπέροχον τήν εἰλικρίνειαν  καί τήν θερμότητα τῆς πίστεως, τήν μεγάλην παιδείαν, τήν ὑπέρλαμπρον εὐγλωττίαν, τήν πλήρη ἀφωσίωσιν εἰς τήν σημαίαν τῆς ὀρθοδοξίας, τήν ἀγάπην πρός τό ποίμνιον, τήν ἀφοβίαν πρός τούς ἄρχοντας, τήν βαθεῖαν εὐσπλαγχνίαν, τήν ἀνεξάντλητον φιλανθρωπίαν, τήν διαρκῆ νηφαλιότητα, τήν συστηματικήν ἐγκράτειαν, τήν ἄμεμπτον σωφροσύνην, τόν ἀδιάλειπτον ἀγῶνα ὑπέρ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν καί τοῦ θριάμβου τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ ἀδελφότης των αὐτή δικαίως εὗρε τήν ἐπισημοποίησιν καί τήν πάνδημον ἀναγνώρισίν της εἰς τήν κοινήν των ἑορτήν, πρός τῆς ὁποίας κύπτουν εὐλαβῶς ὄχι μόνον τά ἑκατομμύρια τῶν πιστῶν, ἀλλά καί οἱ ἐξοχώτεροι ἀντιπρόσωποι τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ρητορικῆς καί τῆς καθόλου ἑλληνικῆς παιδείας.

Βασίλειος καί Γρηγόριος καί Χρυσόστομος λάμπουν διά μέσου τῶν αἰώνων, ζῶσαι καί περιφανεῖς ἀποδείξεις, τοῦ ὅτι τά μεγαλείτερα πνεύματα γνωρίζουν νά συναρμόζουν τήν ὑψηλοτέραν ἐπιστήμην μέ τήν βαθυτέραν καί εἰλικρινιστέραν πίστιν, ὁ δέ Ἑλληνισμός ἔχει ἀθάνατον καύχημα τό ὅτι ἀπό τῶν κύκλων του ἐξῆλθον οἱ μέγιστοι οὗτοι φωστῆρες.    

23 Ἰανουαρίου 2020

Ἡ ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου

Ἡ ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ  Ὑμηττοῦ Δανιὴλ

                                                           

 

           

Εὑρισκόμενοι στίς πρῶτες ἡμέρες τοῦ νέου χρόνου πού ἡ χρηστότητα τοῦ ἐξουσιάζοντος καιρούς καί χρόνους Κυρίου μᾶς χαρίζει κρίνουμε ἐπίκαιρο νά θυμήσουμε τίς ἐπισημάνσεις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ γιά τήν μεγάλη αὐτή δωρεά, σύμφωνα μέ τήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου νά ζοῦμε «ξαγοραζμενοι τν καιρν» (Πρός Ἐφεσίους ε΄ 16)

  1. Πῶς μπορεῖ νά χαθεῖ ὁ χρόνος ;

α΄ Ἀπό ὀκνηρία, πνευματική νωθρότητα καί ἀπροθυμία στήν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς. Αὐτές οἱ πνευματικές καταστάσεις στηλιτεύονται ἀπό τούς ἀποστολικούς λόγους  (Πρός Ἑβραίους στ΄ 11-12 καί Πρός Ρωμαίους ιβ΄ 11).

     Ἡ ραθυμία θεωρεῖται πολύ ἰσχυρός ἐχθρός τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου πού χαρακτηρίζεται ἀπό τούς ἀσκητικούς πατέρες γίγαντας τῆς κακίας.

            β΄ Ἀπό τήν συμμετοχή μας σέ κοσμικές δραστηριότητες καί ἐπιδιώξεις πού εἶναι ὅλες μάταιες  καί ἐπικίνδυνες γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωῇ (Ἐκκλησιαστοῦ β, 1 καί Ψαλμός οζ΄ 33)

            Αὐτές ἀνήκουν στά ἔργα τῆς σαρκός ὅπως δίδαξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλάτες ε΄ 19, 21)           

            Τό ἐφήμερο τῆς διάρκειάς τους ἐπισημαίνεται ἀπό τόν Ἰώβ στήν αὐγή τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ (Ἰώβ κα΄ 12-13) καί ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο τόν ἔμπειρο ἀθλητή τῆς χριστιανικῆς ζωῆς κατά τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.  Ὁ ἀπόστολος προβάλλει τόν Μωϋσῆ, ὡς πρότυπο γιά τήν ἀξιολόγηση καί ἱεράρχηση τῶν προτεραιοτήτων τῆς ζωῆς, ἐπειδή δέν προτίμησε νά ζήσει στήν ἄνεση τοῦ παλατιοῦ καί νά ἀπολαύσει τρυφηλή ζωή στήν αὐλή τοῦ Φαραώ τῆς Αἰγύπτου, ἀλλά ἐπέλεξε νά ταλαιπωρηθεῖ μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ ἐπιστρέφοντας στήν γῆ τῶν πατέρων τους (Πρός Ἑβραίους ια΄ 25).

            γ΄ Ἀπό τήν ἀπορρόφηση σέ ὑποθέσεις ἄλλων, ὅπως ἐλέγχει ὁ ἀπόστολος Παῦλος τούς Θεσσαλονικεῖς  (Πρός Θεσσαλονικεῖς Β΄ γ΄ 11)

                                                                        ******

2) Πῶς μπορεῖ νά ἐξαγορασθεῖ ὁ καιρός ;

            α΄ Προσέχοντας νά μή σπαταλᾶμε οὔτε ἕνα λεπτό, ἄσκοπα ὅπως συνέστησε ὁ Κύριος στούς μαθητές Του  (Λουκᾶ κα΄3) καί ὅπως ἐπεσήμανε ὁ ἀπόστολος Παῦλος  (Πρός Ρωμαίους ιγ΄ 12) .

            β΄ Ζῶντας καί ἀσκούμενοι στήν ἀρετή μέ πνευματικό πρόγραμμα, ὅπως συνέστησε ὁ Κύριος (Λουκᾶ ιδ΄ 28).

            γ΄ Ἐργαζόμενοι καί στά πιό μικρά κλάσματα τοῦ χρόνου μας τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐφ’ ὅσον οὔτε τό παρελθόν οὔτε τό μέλλον μᾶς ἀνήκει  (Ἰωάννου θ΄ 4).     

******

3) Γιατί πρέπει νά ἐξαγοράζουμε τόν καιρό;

            α) Διότι εἶναι βραχύς καί ἀβέβαιος, παροδικός καί ἄστατος, εὐμετάβλητος καί ἀπρόοπτος (Πρός Κορινθίους Α΄ ζ΄ 31).

            Ὁ Θεός μᾶς δίδει εὐκαιρίες πού ἄν δέν τίς ἀξιοποιήσουμε καί δέν ἀνταποκριθοῦμε στίς προσκλήσεις Του δέν ἐπανέρχεται.

            β) Διότι τό ἔργο πού ὁ Θεός μᾶς καλεῖ νά κάνουμε εἶναι πολύ σημαντικό καί ἀπαιτεῖ συνεχῆ ἐπαγρύπνιση καί ἐργατικότητα.

            Πουθενά δέν ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεός κάλεσε κάποιο τεμπέλη γιά νά τοῦ ἀναθέσει μία ἀποστολή. Πάντοε διαλέγει ἐκείνους πού «φέρνουν καρπό» γιά νά φέρουν «περισσότερο» ( Ἰωάννου ιε΄ 8),  ἐκτελώντας τό θέλημά Του.

            Παραδείγματα:

            α) Ὁ Μωϋσῆς (Ἐξόδου γ΄ 1), β) Ὁ Γεδεών (Κριτῶν στ΄, 1), γ) Ὁ Σαούλ (Α΄ Βασιλειῶν θ΄ 1 κ. ἕξ.), δ) Ὁ Ἐλισσαῖος (Γ΄ Βασιλειῶν ιθ΄ 9), ε) Ὁ Δαβίδ (Α΄ Βασιλειῶν ιστ΄ 11-13 ), στ) Οἱ ἀδελφοί Πέτρος καί Ἀνδρέας (Ματθαίου δ΄ 18-20), ζ) Ὁ ἀπόστολος Ματθαῖος (Ματθαίου θ΄ 9), η) Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Πράξεων θ΄ 1-3)

                                                            *****

            Τά ἔργα μας μέ τά ὁποῖα γεμίζουμε τόν χρόνο μᾶς κάνουν χαρούμενους,  εὐτυχισμένους, ἐπιτυχημένους, ἤ δυστυχισμένους καί ἀπελπισμένους μέσα στόν χρόνο.

13 Ἰανουαρίου 2020

Ἰωάννης Ὁ Βαπτιστής «Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθαίου γ΄, 2)

 Ἰωάννης Ὁ Βαπτιστής

«Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»

(Ματθαίου γ΄, 2)

Τά λόγια αὐτά,  πού ἦταν  κέντρο τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστοῦ, ἀργότερα θά  γίνουν ἐναρκτήρια λόγια τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ[1]. Ὁ  Ἰωάννης ξεκίνησε τό κηρυγµά του στούς Ἰουδαίους, καλώντας τους νά ὁµολογήσουν τίς ἁμαρτίες τους καί νά βαφτιστοῦν στόν ποταμό Ἰορδάνη, ἀναµένοντας τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία.

            Ἡ ἀποστολή τοῦ Ἰωάννη ἦταν ἐμφανῶς µιά ἐπιτυχηµένη θρησκευτική δραστηριότητα, ἐκτός τῶν ἐπίσημων θρησκευτικῶν πρακτικῶν τοῦ Ναοῦ καί µακριά ἀπό τήν Ἰερουσαλήμ. Τά πλήθη ἔρχονταν νά συναντήσουν τόν Ἰωάννη στήν ἔρημο, ἀνταποκρινόµενα στό καλεσµά του. Ὑπῆρχαν ἐκείνη τήν ἐποχή κι ἄλλες ὁµάδες πού ἔκαναν βαπτίσεις. Ἡ κοινότητα τῆς Νεκρᾶς θάλασσας στό Κουμράν εἶχε τακτικές τελετουργικές βαπτίσεις, Ὅσοι ἀποδέχονταν τόν Ἰουδαϊσμό γίνονταν δεκτοί µέ ἕνα προσηλυτιστικό βάπτισµα. Ὁ Ἰωάννης, ὅµως, διέφερε: βάπτιζε  Ἰουδαίους σέ µιά κοινή τελετή.

Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής

Ὁ Ἰωάννης ἔγινε τόσο γνωστός ὥστε δηµιουργήθηκε ἕνας καινούργιος χαρακτηρισμός  «βαπτιστής» γιά νά τόν περιγράψει. Ἡ φήμη του ἦταν τέτοια, ὥστε ἐµφανίζεται καί στά τέσσερα εὐαγγέλια, καί ὄχι µόνο στήν ἱστορία τῆς συνάντησής του µέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὑπάρχουν καί ἄλλα σημεῖα στίς διηγήσεις τῶν εὐαγγελίων, ὅπου ἐμφανίζονται ὁ Ἰωάννης καί οἱ µαθητές του. Ἡ ἐπιρροή τοῦ Ἰωάννη γινόταν αἰσθητή, ἀκόµα καί 20 χρόνια µετά τό θάνατό του, σύµφωνα  μέ  τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων[2]. Καί ὁ Ἰουδαῖος ἱστορικός Φλάβιος Ἰώσηπος, στήν Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία, λέει περισσότερα γιά τόν Ἰωάννη τό Βαπτιστή παρά γιά τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ.

Ἡ ἐμφάνιση καί ὁ ρόλος τοῦ Ἰωάννη

Ἡ ἐνδυμασία τοῦ Ἰωάννη (φοροῦσε ροῦχο ἀπό τρίχες καμήλας), τό φαγητό του (τρεφόταν  μέ  ἀκρίδες καί μέλι ἀπό ἀγριοµέλισσες) καί ἡ κατοικία του στήν ἔρηµο, ἐπίσης τό ἀσυμβίβαστο μήνυμά του καί οἱ ἀσκητικές συνήθειές του, ἐξασφαλίζουν ὅτι θά χαρακτηριζόταν καί θά ἀναγνωριζόταν ὡς Προφήτης καί θά θύμιζε τή δράση τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ διδασκαλία του θύμιζε στούς Ἰουδαίους τόν Ἠλία, καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς τόν ἀποκαλεῖ  μέ  αὐτό τό ὄνοµα[3]. Τά πρῶτα εὐαγγέλια τοποθετοῦν τά δράση του στόν Ἰορδάνη, πράγμα πού θά ὑπενθύµιζε στούς ἀναγνῶστες ὅτι ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ διέσχισε τόν Ἰορδάνη γιά νά ὁδηγήσει τό λαό στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας[4], Ἐπίσης ἐδῶ τονίζεται ὁ σύνδεσμος  μέ  τόν Ἠλία: ὁ Ἰορδάνης ἦταν ὁ τόπος τῆς ἀνάληψης τοῦ Ἠλία στόν οὐρανό[5]. Τά γεγονότα παρέµεναν σηµαντικά γιά ἐκείνους πού ἀνταποκρίνονταν στό κάλεσμα τοῦ  Ἰωάννη .

Παρόλο πού ἡ ἀναφορά στόν Ἰορδάνη εἶχε αὐτές τίς σαφεῖς συμβολικές καί ἱστορικές ἀπηχήσεις, στά πρῶτα τρία εὐαγγέλια (Ματθαίου, Μάρκου καί Λουκᾶ) δέν καταγράφεται ὁ ἀκριβής τόπος γιά τίς δραστηριότητες τοῦ Ἰωάννη. Μόνο στό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη[6] ἐξειδικεύεται στήν τοποθεσία –Βηθανία- ἀλλά αὐτός ὁ ἐντοπισμός δέν βοηθάει γιατί δέν ὑπάρχει γνωστή Βηθανία κοντά στόν Ἰορδάνη. Κάποιοι κώδικες αὐτοῦ τοῦ εὐαγγελίου περιέχουν τό ὄνομα Βηθαβάρα - «ὁ τόπος τοῦ περάσματος» (ἤ Βηθαβαρά)[7], πού ὑπενθυμίζει τόν παραλληλισμό τοῦ Ἰησοῦ  μέ  τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ἀλλά αὐτό ἦταν πιθανότατα µιά μεταγενέστερη ἀλλαγή, πού, ὑποστηρίχτηκε ἀπό τήν παράδοση τῶν προσκυνητῶν. Ἀργότερα, στό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη, ὁ Ἰωάννης ἐξακολουθεῖ νά βαπτίζει «στήν Αἰνών, κοντά στό Σαλείμ»[8], ἔστω κι ἄν κατά κάποια ἔννοια τό ἔργο του εἶχε ὁλοκληρωθεῖ -εἶχε ἤδη κηρύξει τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Ἡ θέση αὐτῶν τῶν τόπων εἶναι ἀσαφής. Ὁ παλαιότερος χάρτης τῶν Ἁγίων Τόπων, ὁ χάρτης τῆς Μεδεβᾶ, πού βρίσκεται στό δάπεδο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στά Μεδεβά τῆς Ἰορδανίας, δείχνει δυό τοποθεσίες  μέ  τό ὄνοµα Αἰνών, καί οἱ δυό  μέ  πολλά νερά. Εἶναι ἐπίσης γνωστό ἕνα Σαλείμ κοντά στήν Περαία, ἀλλά δέν εἶναι σαφές ποιούς τόπους ἐννοεῖ τό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη.

Μιά προφητεία ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἡσαΐα  συνοδεύει τήν πρώτη ἀναφορά τοῦ Ἰωάννη ἀπό τά εὐαγγέλια τοῦ Ματθαίου, τοῦ Μάρκου καί τοῦ Λουκᾶ, καί ἀναφέρεται ἐπίσης ἀπό τόν ἴδιο τό Βαπτιστή στό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη[9] . Ὁ Ἰωάννης εἶχε νά ἐκπληρώσει µιά ξεχωριστή ἀποστολή, νά εἶναι ἡ φωνή πού φωνάζει στήν ἔρημο νά προετοιμαστεῖ ὁ λαός γιά τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία τόν ἀνακήρυξε Ἅγιο. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τιμᾶται ὄχι µόνο ὡς Βαπτιστής, ἀλλά καί ὡς Πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ, αὐτός πού τόν παρουσίασε στούς ἀνθρώπους.

Ἡ δράση τοῦ Ἰωάννη

Ἡ φήμη τοῦ Ἰωάννη ἦταν τέτοια ὥστε, σάν τόν Ἰησοῦ, µαθαίνουµε τήν ἱστορία καί τῆς δικῆς του παιδικῆς ἡλικίας-εἶναι τά μόνα πρόσωπα στήν Καινή Διαθήκη γιά τά  ὁποῖα καταγράφονται λεπτομέρειες γιά τήν οἰκογένεια καί τή γέννηση τους, Τό εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ ἀναφέρει τήν ἀξιοσημείωτη γέννηση τοῦ Ἰωάννη τοῦ ὁποίου ἡ μητέρα, Ἐλισάβετ, ἦταν ἡλικιωμένη καί στείρα. Ἡ ἱστορία του εἶναι παράλληλη  μέ  τήν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ[10]. Ἐπίσης, ὅπως γιά τόν Ἰησοῦ, ἔτσι καί γιά τόν Ἰωάννη, περιγράφεται ὁ θάνατος: τό κηρυγµά του,  μέ  τό ὁποῖο κατήγγειλε τόν παράνομο γάμο τοῦ Ἠρώδη Ἀντύπα εἶχε σάν ἀποτέλεσµα τή σύλληψη καί τόν ἀποκεφαλισμό του. Εἶναι εὐρέως γνωστή ἡ διήγηση γιά τή γιορτή τοῦ Ἡρώδη, κατά τήν ὁποία ἡ Σαλώμη κόρη τῆς ἀθέσμου συζύγου τοῦ Ἡρώδη Ἡρωδιάδας χορεύει τόσο ὄμορφα ὥστε ἐκεῖνος τῆς λέει νά τοῦ ζητήσει ὅ,τι θέλει, κι αὐτή,  μέ  προτροπή τῆς μητέρας της, τοῦ ζητάει τό κεφάλι τοῦ Ἰωάννη. Στή συνέχεια, σάν τόν  Ἰησοῦ , εἶχε κι ὁ Ἰωάννης τούς µαθητές του, πού τόν ἔθαψαν καί ἔμειναν πιστοί στή μνήμη του. Μετά ἀπ’ αὐτό ὑπῆρξαν κάποιοι διατεθειμένοι νά μιλήσουν γιά ἀνάσταση τοῦ Ἰωάννη. Κατά τήν παράδοση, ὁ Ἰωάννης φυλακίστηκε στό φρούριο Μαχαιροῦς στά Νεκρά θάλασσα καί θάφτηκε στή Σεβάστεια τῆς Σαμάρειας.

Ὁ Ἰωάννης κατά τίς μαρτυρίες τῶν Εὐαγγελιστῶν ἦταν ἀξιοσέβαστος ἀπό τούς Ἰουδαίους ἀκόμη καί ἀπό τούς ἐχθρούς του, ὅπως ὁ Ἡρώδης (βλ. Ματθαίου ιδ΄, 5, κα΄, 26. Μάρκου ια΄, 32. Λουκᾶ κ΄, 6)

Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰωάννη

Ἐκτός ἀπό τήν προφητεία του γιά τήν ἄµεση ἔλευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καταγράφονται στήν Καινή Διαθήκη καί ἄλλα σηµεῖα ἀπό τό κήρυγµα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ, κυρίως στό 3ο κεφάλαιο τοῦ κατά Ματθαῖον εὐαγγελίου. Ἐκεῖ ἀναφέρεται νά κρίνει τούς θρησκευτικούς ἄρχοντες δηλ. τούς Φαρισαίους καί τούς Σαδδουκαίους, ἀποκαλώντας τους «ὀχιᾶς γεννήµατα»[11]. Τούς καταγγέλλει ἀσυµβίβαστα ὡς δέντρα πού δέν βγάζουν καλό καρπό καί πρέπει νά καταστρέφονται[12]. Τό ἐσχατολογικό του μήνυμα εἶναι αὐστηρό: «κάθε δέντρο πού δέ δίνει καλό καρπό θά κοπεῖ σύρριζα καί θά ριχτεῖ στή φωτιά»[13]. Αὐτό τό κήρυγμα γιά τή φωτιά τῆς κόλασης, ἄν καί ἔχει µερικά κοινά  μέ  τή διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἀργότερα στά εὐαγγέλια, στοχεύει νά ἑστιάσει στή διαφορά ἀνάµεσα στή διδασκαλία τοῦ Ἰωάννη πού πηγάζει ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη καί στό καινούργιο μήνυμα τοῦ Ἰησοῦ γιά τή σωτηρία ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας.

[1] Ματθαίου δ΄, 17.

[2]Βλ. Πράξεων α΄, 5· ι΄, 37· ια΄, 16· ιγ΄, 25· ιθ΄, 4.

[3] Ματθαίου ια΄, 14.

[4] Ἰησοῦς τοῦ Ναυή γ΄, 1-17.

[5] Βασιλειῶν Β΄, β΄, 11.

[6] Ἰωάννη α΄, 28.

[7] Βλ. Ἰωάννη α΄, 28 «ταῦτα ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ἦν ὁ Ἰωάννης βαπτίζων». Ἡ κριτική ἔκδοση τῆς Καινῆς Διαθήκης σέ πολλά χειρόγραφα ἀναφέρει τήν Βηθανία μέ τήν ὀνομασία Βηθαβαρα βλ. Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece ed. XXVI (26) s. 249. 

[8] Ἰωάννη γ΄, 23.

[9] Ἰωάννη α΄, 20.

[10] Λουκᾶ α΄, 5-2, καί 57-60.

[11] Ματθαίου γ΄, 7.

[12] Λουκᾶ γ΄, 8-9.

[13] Λουκᾶ γ΄, 8-10.

23 Δεκεμβρίου 2019

“ Ἑορτάσωμεν ὡς δοκεῖ τῷ Πνεύματι ”

Ἑορτάσωμεν ὡς δοκεῖ τῷ Πνεύματι

( Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος )

            Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ μητρόπολις τῶν ἑορτῶν κατά τόν ἅγιο Πατέρα μας Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο “ Ἑορτή γάρ ἦν περιφανής ἡ πάντας συνάγουσα καί μητρόπολις ” ( Ἐπιστολή “ τῇ Δεσποίνῃ μου, τῇ αἰδεσιμωτάτῃ καί θεοφιλεστάτῃ διακόνῳ Ὀλυμπιάδι ”, PG 52, 553),  ἐπειδή ἀπ’ αὐτή ἐγεννήθηκαν ὅλες οἱ ἄλλες ἑορτές τῶν σωτηριωδῶν γεγονότων τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου μας.

Οἱ ἅγιοι πατέρες μας στήν ποιμαντική τους μέριμνα γιά τήν πνευματική οἰκοδομή καί κατάρτισι τῶν πιστῶν δίδαξαν μέ ποιό τρόπο πρέπει νά ἑορτάζουν οἱ πιστοί στόν Θεό ἄνθρωποι τίς ἐκκλησιαστικές ἑορτές, προβάλλοντες τό σκοπό καί τό νόημα τῶν ἑορτῶν.

1-“ Θεοῦ μνημονεύσωμεν ”.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος θέτει ὡς πρῶτο καθῆκον τοῦ πιστοῦ τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Διδάσκει σχετικῶς, ὅτι “ Ἐπεί δέ κεφάλαιον ἑορτῆς μνήμη Θεοῦ, Θεοῦ μνημονεύσωμεν ” (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΛΘ΄, “Εἰς τά Ἅγια Φῶτα”, Β.Ε.Π.Ε.Σ. 60, 77). Γιά τούς πιστούς ἡ ἑορτή ὀφείλει νά εἶναι μνήμη Θεοῦ. Θυμόμαστε τίς σωτηριώδεις ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς.

Τά Χριστούγεννα ἑορτάζουμε τήν ἐνανθρώπησι τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τήν κάθοδο τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος στόν κόσμο κατά τόν προφητικό γραφικόν λόγο “ μετά δέ τοῦτο ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη ” (Βαρούχ γ΄ 38) .

Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ μέγας πατριάρχης Ἀλεξανδρείας μᾶς ἐξηγεῖ καί ἑρμηνεύει τόν σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως, ὅτι “Αὐτός γάρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν καί αὐτός ἐφανέρωσεν ἑαυτόν διά σώματος, ἵνα ἡμεῖς τοῦ ἀοράτου Πατρός ἔννοιαν λάβωμεν καί αὐτός ὑπέμενε τήν παρ’ ἀνθρώπων ὕβριν, ἵνα ἡμεῖς ἀφθαρσίαν κληρονομήσωμεν ” ( “Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καί τῆς διά σώματος πρός ἡμᾶς ἐπιφανείας αὐτοῦ ” Β.Ε.Π.Ε.Σ. 30, 119). Δηλαδή, ὅτι ὁ Θεός μέ τήν σάρκωσί Του ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός κατά χάρι, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε μέ ἀνθρώπινη σάρκα γιά νά μᾶς ἀποκαλύψει τόν ἀόρατο Θεό Πατέρα κατά τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου “ Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε · ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός ἐκεῖνος ἐξηγήσατο ” (Ἰωάννου α΄ 18 ) καί ὅτι Αὐτός ὑπέμεινε τήν ὕβρι τῶν ἀνθρώπων, αὐτόν τοῦτον τόν θάνατον, γιά νά κληρονομήσουμε τήν ἀφθαρσία καί τήν ἀθανασία.

Ὁ Θεός ἔρχεται ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ, γιά νά ἀνέβει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό. Ὁ Θεός μετέλαβε τοῦ χείρονος, δηλαδή τοῦ κατωτέρου ὡς πρός Αὐτόν, γιά νά  μεταδώσει σέ μᾶς τοῦ βελτίονος ὡς πρός Αὐτόν.

Ἡ σάρκωσις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα θαῦμα, τίς προεκτάσεις τοῦ ὁποίου ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀδυνατεῖ νά συλλάβει. Πῶς ὁ Θεός πού εἶναι πνεῦμα γίνεται ὑλικός ; Πῶς ὁ ἄκτιστος (ἀδημιούργητος) κτίζεται (δημιουργεῖται) ; Πῶς ὁ ἀχώρητος στούς οὐρανούς χωρεῖται στή μήτρα τῆς γυναικός καί στή φάτνη ; Πῶς τόν ἀπρόσιτο ἐγγίζουν οἱ ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι καί τά ἄλογα ζῶα ; Πῶς ὁ ἔνδοξος καί δυνατός ἐκδύεται τήν δόξα Του καί τήν δύναμι Του καί δέχεται νά ἐμφανισθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί ἀσθένεια ; Πῶς ὁ ἀναμάρτητος συναναστρέφεται ἁμαρτωλούς ;  Πῶς ὁ οὐράνιος γίνεται χοϊκός ;

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμπεριέλαβε ὅλο τό ἔργο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων σέ μία φράσι “ τό μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον” (Α΄ Τιμόθεον γ΄ 16). Τά πάντα πραγματοποιήθηκαν μέ τήν εὐδοκία τοῦ οὐρανίου Πατέρα καί τήν συνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Εἶναι ἔργο Θεοῦ, στό ὁποῖο συνεργάσθηκαν πολλοί δίκαιοι. Κορυφαία ἀνάμεσά τους ἡ Θεοτόκος, ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ ὁποία δέχθηκε νά γίνει μητέρα Του, ὅταν ἀπάντησε στόν Ἄγγελο  “ ἰδού ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου”  ( Λουκᾶ α΄ 38).

Οἱ ὕμνοι τῆς θείας λατρείας, τά ἀναγνώσματα τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί οἱ λόγοι τῶν πατέρων μας ἀναφέρονται στήν σημασία καί τό νόημα αὐτῆς τῆς ἑορτῆς. Οἱ πιστοί ὀφείλουν μέ πνευματική ἀναζήτησι, ἐνδιαφέρον καί ἐπιμέλεια νά μελετήσουν γιά νά δυνηθοῦν νά καταλάβουν, νά ἀντιληφθοῦν “τί τό πλᾶτος καί μῆκος καί βάθος καί ὕψος, γνῶναί τε τήν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ ” (Ἑφεσίους γ΄ 18-19).

                                                            ⁂

2- Ἡ συμμετοχή μας στήν ἑορτή.

Οἱ ἅγιοι πατέρες μᾶς προτρέπουν νά ἑορτάσουμε μέ θεϊκό καί πνευματικό τρόπο ἀποφεύγοντες τήν ἁμαρτία καί τήν πονηρία “ ὡς δοκεῖ τῷ πνεύματι ”, (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΜΑ΄, “ Εἰς τήν Πεντηκοστήν ”, Β.Ε.Π.Ε.Σ 60,111), δηλαδή ὅπως νομίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ Θεός, πού κυβερνᾶ ὁλόκληρη τήν ζωή μας. Πῶς “ δοκεῖ τῷ Πνεύματι ” ;  

α) Νά σεβόμαστε τόν Θεό.

Ἡ ἑορτή γίνεται γιά νά αὐξήσουμε τήν πίστι μας, γιά νά τήν στερεώσουμε, ὥστε νά εἶναι δυνατή. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέ τήν κοινή λατρεία, μέ τήν πνευματική μελέτη, μέ τήν ἀνάγνωσι τῶν θείων γραφῶν, μέ τήν προσευχή καί τήν κατάλληλη πνευματική κατάρτισι.

β) Νά συμμετέχουμε στή λατρεία καί στήν κοινή προσευχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.

Οἱ πιστοί συγκροτοῦν τήν προσευχόμενη κοινότητα, τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἔχει κέντρο τῆς προσευχῆς της τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Οἱ πιστοί συγκεντρώνονται, συνάγονται καί τελοῦν τήν θεία Λειτουργία εὐχαριστοῦντες τόν Θεό Πατέρα “ὑπέρ πάντων ὧν ἴσμεν καί ὧν οὐκ ἴσμεν τῶν φανερῶν καί  ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων ” (εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς τῆς θείας Λειτουργίας).  

γ) Μέ “ ἔνδυμα γάμου ”.

Ἡ ἐξομολόγησις εἶναι ἡ μετά συντριβῆς καρδίας ὁμολογία τῆς μετάνοιάς μας γιά τίς ἁμαρτίες μας. Ἡ ἁμαρτία διακόπτει τήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Γιά νά ἀρθεῖ ἡ διακοπή καί νά συνδεθεῖ ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἀναγνωρίσει τήν ἁμαρτία του καί μέ ταπείνωσι νά ζητήσει ἀπό τόν φιλάνθρωπο Θεό Πατέρα νά τόν ἀποκαταστήσει. Χωρίς μετάνοια καί ἐξομολόγησι δέν μποροῦμε νά πλησιάσουμε τόν Θέο Πατέρα. Πολύ περισσότερο δέν μποροῦμε νά προσέλθουμε στό μυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας χωρίς νά ἔχουμε καθαρισθεῖ πνευματικά. Ὁ Κύριός μας ἐπεσήμανε αὐτή τήν ἀνάγκη μέ τήν παραβολή τοῦ γάμου τοῦ υἱοῦ τοῦ βασιλέως “ Εἰσελθών δέ ὁ βασιλεύς θεάσασθαι τούς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου καί λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ᾧδε μή ἔχων ἔνδυμα γάμου ; Ὁ δέ ἐφιμώθη. Τότε εἶπεν ὁ βασιλεύς τοῖς διακόνοις · δήσαντες αὐτοῦ πόδας καί χεῖρας ἄρατε αὐτόν καί ἐκβάλετε εἰς τό σκότος τόν ἐξώτερον ” (Ματθαίου κβ΄ 11-13).  

δ) Νά προσέλθουμε στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Μέ τήν θεία Κοινωνία ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό καί δι’ Αὐτοῦ λαμβάνουμε ὅλες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος εἶπε, “ ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον καί ἐγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ ” (Ἰωάννου στ΄ 53-54).

ε) Νά ἔχουμε ἀγάπη μέ τούς συνανθρώπους μας.

Τήν προϋπόθεσι αὐτή ἔθεσε ὡς αὐστηρή προϋπόθεσι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας γιά νά εἰσακουσθεῖ ἡ προσευχή μας. Γιά τό θέμα αὐτό δίδαξε ἐὰν ον προσφρς τ δρν σου π τ θυσιαστριον κκε μνησθς τι δελφς σου χει τι κατ σο, φες κε τ δρν σου μπροσθεν το θυσιαστηρου, κα παγε πρτον διαλλγηθι τ δελφ σου, κα ττε λθν πρσφερε τ δρν σου.” (Ματθαίου ε΄ 23-24). Πρίν μιλήσεις στόν Θεό πρέπει νά ἔχεις διώξει ἀπό τήν καρδιά σου ὅ,τιδήποτε καταλογίζεις στόν ἀδελφό σου, συνάνθρωπο σου.

στ) Νά ἐπιτελοῦμε ἐνάρετα ἔργα.

Ἡ ἑορτή πρέπει νά ἀποτελεῖ ἀφορμή γιά τήν ἄσκησι τῶν ἀρετῶν, γιά τήν βίωσι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας, γιά τήν ἔκφρασι τῆς ὑπακοῆς μας στό ἅγιο θέλημά Του, γιά σεμνή καί θεοπρεπῆ πολιτεία. Σ’ αὐτά συμβάλλουν ἡ νηστεία καί ἡ ἐγκράτεια, ὁ περιορισμός δηλαδή μέχρι τελείας  ἐξαφανίσεως τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν ἀπό τήν ψυχή μας.

ζ) Νά μήν ἁμαρτάνουμε κατά τήν ἑορτή.

Παρατηροῦμε, ὅτι οἱ ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας γιά πολλούς γίνονται ἀφορμή νά ἁμαρτάνουν βαρύτερα. Γι’ αὐτό πρέπει νά προσέχουμε νά μήν ἁμαρτάνουμε μέ τόν τρόπο πού ἑορτάζουμε τίς ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας.  

η) Νά ζοῦμε τήν ἐν Χριστῷ ἀδελφότητά μας.

Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης εἶναι σαφής “ ἐάν τις επ τι γαπ τν Θεν, κα τν δελφν ατο μισ, ψεστης στν ”(Α΄ Ἰωάννου δ΄ 20). Ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ μεταδοτικότητα, ἡ συγγνώμη, ἡ ἀνοχή, ἡ ἀλληλεγγύη πρός τούς ἀδελφούς ἐκφράζουν τούς πνευματικούς δεσμούς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί καθιστοῦν αὐτούς τούς δεσμούς ἰσχυρότερους.

  1. Ἡ γέννησις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέχρι τόν 4ον μ.Χ. αἰῶνα συνεορτάζουν μέ τήν ἑορτή τῆς βαπτίσεως Του τήν 6ην Ἰανουαρίου. Οἱ δύο ἑορτές ἔφεραν τήν ὀνομασία Ἐπιφάνεια.

Ἡ ἐπιλογή τῆς ἡμερομηνίας τῆς 25 Δεκεμβρίου ἔγινε ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά πνευματικούς καί ποιμαντικούς λόγους. Δέν εἶναι γνωστή ἡ ἡμέρα καί τό ἔτος γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας. Ἀπό τά ἱστορικά γεγονότα καί τά πρόσωπα, πού ἀναφέρονται στήν ἱερά διήγησι τῶν Εὐαγγελίων καί σέ ἄλλες ἐξωβιβλικές πηγές προσδιορίζουμε κατά προσέγγισι τό ἔτος τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου, ἀπό τό ὁποῖο ἀρχίζει ἡ χριστιανική χρονολόγησις.  

23 Δεκεμβρίου 2019

Τό μέγα καί παράδοξο ὑπερφυές μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τό μέγα καί παράδοξο ὑπερφυές μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως

τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

 

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

            Σημειώνουμε περιεκτικά καί μέ συντομία τά κυριώτερα κεφάλαια ἀπό τήν διδασκαλία-θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (ἡ Θεότης Του), πού ἔγινε καί Υἰός τοῦ ἀνθρώπου (ἡ ἀνθρωπότης Του).

1. Ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἦταν τό ἀπ᾽ αἰῶνος κεκρυμμένο μυστήριο στήν βουλή τοῦ Θεοῦ, πού ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής τά πάντα δημιουργήθηκαν γι᾽ αὐτό, ὥστε νά πραγματοποιηθεῖ στόν ὡρισμένο καί κατάλληλο καιρό.

2.Ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ προφητευμένος Μεσσίας, πού εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός ὅτι θά ἐρχόταν στόν κόσμο γιά νά λυτρώσει τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τίς ὀλέθριες συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων.

3. Ἡ ἐνσάρκωση πραγματοποιήθηκε ἀπό ἀγάπη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο καί ὄχι ἐξ ἀνάγκης. Κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὁ Πατήρ εὐδόκησε, ὁ Υἱός ἐνηνθρώπησε καί τό Ἅγιο Πνεῦμα συνήργησε.

4. Μέ τήν ἐνσάρκωση ἀποκαλύφθηκε ὁ Ἀληθινός Θεός καί ὁδηγηθήκαμε στήν θεογνωσία «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Πρὸς Τιμόθεον Α΄ γ΄ 16).

5. Ὁ σκοπός τῆς ἐνσαρκώσεως συνοψίζεται ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο σ᾽ αὐτούς τούς λόγους:

            α΄. Γιά νά ζήσουν οἱ ἄνθρωποι μέ σοφία, δικαιοσύνη καί εὐσέβεια:

«Ἐπεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι» (Πρὸς Τίτον β΄ 11)

            β΄. Γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τήν τυραννία τοῦ θανάτου:

            «Ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (Πρὸς Ἐβραίους 14-15)

            γ΄. Γιὰ νὰ φέρει τὴν εἰρήνη ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους μεταξύ τους καὶ στὴν ψυχὴ τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου:

            «Αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας» (Πρὸς Ἐφεσίους β΄ 14)

            δ΄. Γιὰ νὰ δώσει τὴν πλούσια Χάρι τοῦ Θεοῦ σὲ ὅσους στεροῦνται τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν Θεότητά Του.

            «Γινώσκετε γὰρ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δι᾿ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε» (Πρὸς Κορινθίους Β΄ η΄ 9)

            ε΄. Γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε τὴν υἱοθεσία ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο Θεὸ καὶ Πατέρα:

            «Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Πρὸς Γαλάτας δ΄ 4-5).

6. Μέ τήν ἐνσάρκωση ἀναιρέθηκε ἡ τυραννίδα τῶν παθῶν καταπατήθηκε ἡ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ, διαλύθηκε τό ψεῦδος καί ἀναφάνηκε ἡ ἀλήθεια, τό φῶς ἦλθε στόν κόσμο γιά νά σκορπίσει τά ποικίλα σκοτάδια.

7. Μέ τήν ἐνσάρκωση γίναμε «συμπολῖτες τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Πρός Ἐφεσίους β΄ 19) καί «θείας κοινωνοί φύσεως» (Πέτρου Β΄ α΄ 4.)

8. Μέ τήν ἐνσάρκωση εἴδαμε τόν ἄνθρωπο ὡς τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ (Πρός Κορινθίους Β΄ δ΄ 4, πρός Κολοσσσαεῖς α΄ 16), ὅπως πλάστηκε «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν» (Γενέσεως α΄ 26), ὥστε ἐμεῖς νά γίνουμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν (Ἰωάννου Α΄ γ΄ 2).

9. Ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, γιά νά τό ἀναπλάσει καί νά τό ἐπαναφέρει στό ἀρχέγονο κάλλος.

10. Στόν  σαρκωμένο Υἱό τοῦ Θεοῦ ἑνώθηκε ἡ θεία μέ τήν ἀνθρώπινη φύση ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως, ἀτρέπτως καί ἀδιαιρέτως, κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας.

11. Καρπός τῆς ἐνσαρκώσεως εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας διά τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ κοινωνία μας μὲ τὸν τριαδικὸ θεό μας διά τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

12. Τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως διακόνησε ἡ Παρθένος Μαρία, πού συνέλαβε, κυοφόρησε καί ἔτεκε τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε Υἱός τοῦ

ἀνθρώπου «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τῆς Μαρίας τῆς Παρθένου».

            «Ἡμεῖς ἑορτάζοντες Χριστοῦ τήν Γέννησιν εὐσεβοφρόνως ἐκ ψυχῆς πίστιν, ἐλπίδα, ἀγάπην προσφέρωμεν αὐτῷ».

4 Δεκεμβρίου 2019

«Ἀθλητές στεφανηφόροι»

«Ἀθλητές στεφανηφόροι»

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

Δημοσιεύθηκε 28 Νοεμβρίου 2019

 «Τό γεγεννηµένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾶ τόν κόσμον, καί αὕτη ἐστιν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Ἰωάννου ε΄, 4).

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἐπιστηρίζοντας τούς ἁγίους Ἀποστόλους καί Μαθητές Του πού εἶχαν κυριευθεῖ ἀπό ἀνησυχία καί δειλία γιά τούς ἐπερχόμενος διωγμούς πού θά ἀντιμετώπιζαν μετά τήν σταύρωση καί τόν θάνατο τοῦ Διδασκάλου τους εἶπε : «Θαρσεῖτε ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον» ( Ἰωάννου ιστ΄, 33)

Ὅταν διεξάγεται µιά μάχη, ἀδημονοῦν ὅλοι νά ἀναμένουν τόν νικητή. Ὑπάρχει µιά μάχη γιά τήν ὁποία ὅλοι ἐνδιαφέρονται καί μποροῦν νά ξέρουν τόν νικητή ἀπό πρίν. Πρόκειται γιά τόν νικητή τοῦ ἀοράτου πνευματικοῦ πολέμου. Σ’ αὐτόν ὅσοι ἀγωνίζονται νά νικήσουν τόν κόσµο τῆς πονηρίας καί τό φρόνημά του πρέπει νά ξέρουν, ὅτι θά ἐπιτύχουν τή νίκη µόνο διά τοῦ Χριστοῦ.

α΄. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει αὐτόν τόν ἀγῶνα καί προτρέπει τούς πιστούς νά ἀντλοῦν δύναμη ἀπό τήν ἕνωσή τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί νά ἀγωνίζονται μέ ὅπλα τίς ἀρετές:

«Τέλος πάρτε δύναμη ἀπό τόν ἰσχυρό Κύριο. Ντυθεῖτε μέ τήν πανοπλία πού δίνει ὁ Θεός, γιά νά μπορέσετε ν’ ἀντιμετωπίσετε τά τεχνάσματα τοῦ διαβόλου. Γιατί δέν ἔχουμε νά παλέψουμε μέ ἀνθρώπους ἀλλά μέ ἀρχές καί ἐξουσίες, δηλαδή μέ τούς κυρίαρχούς του σκοτεινοῦ τούτου κόσμου, τά πονηρά πνεύματα πού βρίσκονται ἀνάμεσα στή γῆ καί στόν οὐρανό. Γι’ αὐτό φορέστε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά μπορέσετε νά προβάλετε ἀντίσταση, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς σατανικῆς ἐπίθεσης. Λάβετε κάθε ἀπαραίτητο μέτρο γιά νά μείνετε ὡς τό τέλος σταθεροί στή θέση σας. Σταθεῖτε, λοιπόν, σέ θέση μάχης· ζωστεῖτε τήν ἀλήθεια σάν ζώνη στή μέση σας· φορέστε σάν θώρακα τή δικαιοσύνη. Γιά ὑποδήματα στά πόδια σᾶς βάλτε τήν ἑτοιμότητα νά διακηρύξετε τό χαρούμενο ἄγγελμα τῆς εἰρήνης».

β΄. Παρατηροῦμε ὅτι οἱ ἀσεβεῖς δέν ἐνδιαφέρονται γιά νικηφόρα ζωή, συμβιβασμένοι μέ τήν ἁμαρτία. Πολλοί πάλι Χριστιανοί νομίζουν, ὅτι ἡ µάχη τέλειωσε καί κερδήθηκε ἡ νίκη. Φαντάζονται ὅτι δέν ἔχουν τίποτε ἄλλο νά κάνουν παρά ν’ ἀφήσουν τό τιμόνι τῆς ζωῆς τους, καί τό ρεῦμα θά τούς παρασύρει στόν Ὠκεανό τῆς αἰώνιας ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ μοιρολατρική στάση ἀποτυπώνεται στό ἀρχαιοελληνικό δίστιχο «Εἰ τό φέρον σέ φέρει, φέρε καί φέρου˙ εἰ δ’ ἀγανακτεῖς, καί σαυτόν λυπεῖς καί τό φέρον σέ φέρει»! (Παλλαδᾶς Ἀλεξανδρεύς (Ἐπιγράμματα Προτρεπτικά, Χ, 73. Anthologia Graeca, Fr. Jacobs, t. II, Lipsiae 1814, p. 302).

 Στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καλούμαστε νά προχωρήσουµε µέ τό ρεῦμα ἐναντίον µας. Πρέπει νά μάθουμε ὅτι ὀφείλουμε νά γρηγοροῦµε καί νά ἀγωνιζόµαστε μέχρι τήν τελευταία στιγμή τῆς ζωῆς μας. «Γρηγορεῖτε» προτρέπει ὁ Κύριος τούς μαθητές Του στήν παραβολή τῶν 10 Παρθένων (Ματθαίου κε΄, 13). Ὁ νικητής θά ἀνταμοιφθεῖ στήν αἰώνια πατρίδα, ὅπως ὑπόσχεται ὁ Κύριος ὅτι «τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς» (Ἀποκαλύψεως β΄, 7) Ἡ µάχη δέν τέλειωσε· τώρα μόλις ἄρχισε. Ἡ Χριστιανική ζωή εἶναι ἀγώνας, πόλεμος κατά τοῦ κακοῦ, καί ὅσο γρηγορότερα τό ἀνακαλύψουµε, τόσο τό καλύτερο. Ὁ διάβολος δέν παύει νά τοποθετεῖ ἐμπόδια στήν πνευματική ζωή ὥστε νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο νά ἐγκαταλείψει αὐτόν τόν ἀγῶνα.

γ΄. Ποιός εἶναι κεῖνος πού νικᾶ τόν κόσµο, ἐρωτᾶ ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης (Α΄ Ἰωάννου ε΄, 5) Μήπως ἐκεῖνος πού βρίσκεται µέσα σέ εὐνοϊκές περιστάσεις χωρίς νά ὑπάρχει τίποτα νά τόν ἀποτραβήξει ἀπό τόν ὀρθό δρόµο; Ὄχι· ὁ νικητής εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς πίστης στόν Θεό, πού θά νικήσει τίς δυσκολίες «Στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν» ἐπισημαίνει ὁ Κύριος (Ματθαίου ζ΄, 14). Ὅσο δυσµενέστερες οἱ περιστάσεις µας, τόσο µεγαλύτερη θά εἶναι ἡ χαρά µας καί ἡ ἀνταμοιβή µας, ἐάν μποροῦμε στή ζωή µας νά ἀκολουθοῦμε τό παράδειγµά τοῦ εὐλογηµένου Κυρίου µας μέχρι τήν ἡµέρα πού θά Τον ἀκούσουµε νά λέει: «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω» (Ματθαίου κε΄, 21) καί «Ἔλθετε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός µου, Κληρονοµήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν» (Ματθαίου κε΄, 34).

Σ’ αὐτό τόν ἀγῶνα προηγήθηκαν οἱ μάρτυρες καί οἱ ὅσιοι τῆς Ἐκκλησίας μας πού μᾶς ἐμπνέουν καί μᾶς ἐνισχύουν, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος:

 «  Ἔχοντας, λοιπόν, γύρω μας τόσο μεγάλη στρατιά μαρτύρων ἄς τινάξουμε ἀπό πάνω μας κάθε φορτίο, καί τήν ἁμαρτία πού εὔκολά μας ἐμπλέκει, κι ἄς τρέχουμε μέ ὑπομονή τό ἀγώνισμα τοῦ δύσκολου δρόμου, πού ἔχουμε μπροστά μας. Ἄς ἔχουμε τά μάτια μᾶς προσηλωμένα στόν Ἰησοῦ, πού μᾶς ἔδωσε τήν πίστη, τήν ὁποία καί τελειοποιεῖ» (Πρός Ἑβραίους ιβ΄, 1-2)

«Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες,

καὶ στεφανωθέντες, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ,

ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν»

22 Νοεμβρίου 2019

ΠΟΥ ΕΓΚΕΙΤΑΙ Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

ΠΟΥ ΕΓΚΕΙΤΑΙ Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

 

Ἡ τελειότης ἔγκειται στήν ὑποταγή τῆς θελήσεώς μας στή θέληση τοῦ Θεοῦ. Ὅλες οἱ καλές μας πράξεις : θυσίες, προσευχές, ἐλεημοσύνες… εἶναι καλές ἐνόσο τίς θέλει ὁ Θεός καί δέν εἶναι ἄλλο παρά μέσα γιά νά μᾶς ἑνώσουν μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ κανόνας κάθε ἀρετῆς. Ἡ Παναγία εἶχε τή βασική διάθεση νά ἐκπληρώσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά ὑποτάσσεται σ’ αὐτό. Ἡ διάθεση αὐτή τῆς Παναγίας ἐκδηλώθηκε σέ ὅλο τό διάστημα τῆς ζωῆς της.

Ι. Ἡ βάση τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς

Μόλις ἡ Παναγία μπόρεσε νά κάνει τόν πρῶτο συλλογισμό ἦταν γιά νά πεῖ τό «Ἰδού ἡ δούλη σου» (Λουκᾶ α΄, 38), ὅπως ὁ νεαρός  Σαµουήλ, ποὺ εἶπε: «Ἰδού με, Κύριε, λάλησον» (Α΄ Βασιλειῶν γ΄, 9). Ἔτσι καὶ ἡ Παναγία ἀπὸ τὴν τρυφερὴ ἡλικία θέλησε νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεό. Ἡ προσφορά της στὸ ναὸ εἶναι ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Σ’ αὐτὸ ἔγκειται τὸ μεγαλεῖο κι ἡ ἀξία τῆς τελείας χριστιανικῆς ζωῆς. Μόλις ἀντιληφθοῦμε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποιὰ εἶναι τὰ σχέδια τῆς θείας Προνοίας, παρευθὺς ἀποφασιστικὰ καὶ ἀμετάκλητα νὰ δεχώµεθα τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία ἐκπλήρωση τοῦ θελήµατος τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ βάση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Μιὰ ἐκλεκτὴ ψυχή, ἔγραφε στὸ πνευματικό της σηµειωµατάριο: «Κύριε, ἔρχομαι νὰ ἐκπληρώσω τὸ θέληµά σου. Θὰ σὲ ἀγαπῶ ἀκόμα κι ἂν ὑποφέρω. Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ τὴ δόξα Σου καὶ τὸ θέληµά Σου νὰ γίνεται ἀπὸ µένα κι ὅλο τὸν κόσμο».

Ἡ δική µας προσευχή ἂς εἶναι: «Δίδαξόν µε, Κύριε, τοῦ ποιεῖν τὸ θέληµά σου» (Ψαλμοῦ ρμβ΄ (142), 10).

ΙΙ. «Γενηθήτω τό θέλημά Σου»

Τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Παναγίας, ὅταν ὁ ᾽Αρχάγγελος τῆς ζήτησε νὰ γίνει μητέρα τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶχε πολὺ νὰ σκεφθεῖ οὔτε νὰ συζητήσει. Μόλις ἐνόησε ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου νὰ γίνει μητέρα τοῦ Μεσσία, παρευθύς, αὐθόρμητα βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη καὶ τὴν καρδιά της τὸ εὐλογημένο: «Γένοιτο» (Λουκᾶ α΄, 38)

Στὴν καθημερινή µας ζωὴ δὲν μποροῦμε νὰ ἐκπληρώσουµε πιστά τὶς μικρὲς θυσίες ποὺ ζητᾶ ἡ περίσταση ἀπὸ ἐμᾶς ἂν δὲ ζοῦμε μὲ τὴ σκέψη νὰ εἴμεθα ἐκτελεστές τοῦ θελήµατος τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ φανοῦμε ποτὲ ἀρκετὰ γενναιόδωροι ἂν δὲν ἔχουμε ἐντυπώσει ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε ὄχι ὅ,τι μᾶς ἀρέσει, ἀλλὰ ὅ, τι πρέπει. Ἡ σκέψη ὅτι αὐτό πού πράττουμε τὸ πράττουμε γιὰ νὰ συμμορφωθοῦμε μὲ τὸ ἅγιο τοῦ Θεοῦ θέληµα, εἶναι ἕνα χρυσό ραβδὶ ποὺ ὅ, τι ἀγγίζει τὸ μετατρέπει σὲ χρυσό.

ΙΙΙ. Ἀποδοχή τῆς ρομφαίας

Τό κορύφωμα αὐτῆς τῆς διαθέσεως τῆς Παναγίας νὰ ἐκτελεῖ πιστὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, φάνηκε στὸν τόπο τοῦ µαρτυρίου τοῦ Υἱοῦ της, ποὺ ἦταν καὶ δικό της μαρτύριο. Στέκεται ὄρθια στὰ πόδια τοῦ σταυροῦ, συμπάσχει καὶ συνθυσιάζεται μὲ τὸν Υἱό της. Ἐννοεῖ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ: ὁ Υἱός της νὰ ὑποστεῖ τὸ σταυρικὸ θάνατο κι ἀσπάζεται γενναία τὴ θεϊκὴ ἀπόφαση.

Τέλειο ὑπόδειγμα χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁλοκληρωτικὴ συνταύτιση τῆς θελήσεώς µας μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ. ᾽Αποδοχὴ πλήρως τῶν βουλῶν τοῦ Κυρίου. Συμµόρφωση πιστὴ στὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ.

Ἄν ὁ ἄνθρωπος γνώριζε νὰ δέχεται παρευθὺς τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, ἀταξία δὲν θὰ ὑπῆρχε στὴ γῆ. Ἡ τάξη, ἡ γαλήνη, ἡ εἰρήνη θὰ βασίλευαν στὴ γῆ. Ἡ αἰτία ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ ἐπανάσταση ἐναντίον τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν πρώτη στιγµή δεχόταν τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ ἡ ζωὴ ἐπάνω στὴ γῆ θὰ ἦταν παράδεισος.

Ἡ γῆ µας μετατρέπεται σὲ κόλαση, ὅταν ἐπαναστατοῦμε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, «Τίς σκληρὸς γενόμενος ἐναντίον αὐτοῦ, ὑπέμεινεν;» (Ἰώβ θ΄, 4). Ποιός ἀντιστάθηκε στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ κι εἶχε ἐπιτυχία, εἰρήνη, ὑπομονή; Ἄν κανεὶς δέχεται ἤρεμα, ὑποτεταγμένα στὸν Θεὸ τὶς δοκιμασίες, προσφέροντάς τις στὸν Θεό, τότε μόνον οἱ δοκιμασίες γίνονται ὑποφερτές, ἀλλιῶς συµβάλλουν στὴν ἐσωτερική µας ἐπανάσταση καὶ τελικὴ καταστροφή.

«Οὗτοι πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει σὺν γυναιξὶ καὶ Μαρίᾳ τῇ μητρὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ σὺν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ» (Πράξεων α΄, 14)

Τὴν ἡμέρα τῆς ᾽Αναλήψεως ὁ Κύριος ἀποχωριζόταν ὁριστικά τὴ Μητέρα Του καὶ τὴν ἄφηνε στὴ γῆ. Πρὶν ἀπὸ τὴν ᾽Ανάληψή Του θὰ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία Του, ὅπως ἡ Παναγία παραμείνει ἀκόμη στὴ γῆ γιὰ νὰ εἶναι τὸ στήριγμα τῆς νεοσύστατης Ἐκκλησίας Του, παρηγοριὰ γιὰ τοὺς µαθητές Του, ἐνίσχυση τῶν πρώτων πιστῶν.

Μιὰ ἄλλη ψυχή, στὴ θέση τῆς Παναγίας, ἴσως θὰ ἔλεγε: «Ἄ, ὄχι Ἰησοῦ µου, πηγαίνεις στὴ δόξα Σου καὶ ἀφήνεις ἐμένα, τὴν Μητέρα Σου µόνη στὴ γῆ. Δὲ δέχοµαι τέτοιο χωρισµό. Θέλω ὅπου εἶσαι ἐσὺ νὰ εἶμαι κι ἐγώ. Μπορεῖς νὰ μὲ πάρεις κοντά σου, πρέπει νὰ τὸ κάνεις». Θὰ εἶχε ὅλους τοὺς λόγους κι ὅλες τὶς δικαιολογίες νὰ ἔκανε τέτοια προσευχὴ στὸν Υἱό της. Κι ὅμως ἦταν τέτοια ἡ πίστη τῆς Παναγίας καὶ τέτοια ἡ διάθεσή της, ὥστε ὑποτάσσεται ἀλύγιστος, παρευθύς, γαλήνια στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ. Οὔτε κατὰ διάνοια μποροῦμε νὰ ἀμφισβητήσουμε ὅτι ἡ στάση δὲν ἦταν τέτοια.

Ἡ Παναγία δέχθηκε τὸ χωρισμὸ τοῦ Υἱοῦ της. Προσεφέρθηκε στὴν ὑπηρεσία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας μὲ τὶς ἄλλες ἅγιες Γυναῖκες. Προσευχόταν γιὰ τοὺς ᾿Αποστόλους. Παρέµεινε µαζί τους στὸ Ὑπερῶο, ἑνωμένη στὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή γιὰ τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. ᾿Εξάπαντος θά ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες γυναῖκες ποὺ βοήθησαν γιὰ τὶς διανομὲς στοὺς φτωχούς.

  1. V. Στήν κοιμησή της

Ὅταν ἔφθασε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου νὰ ἐγκαταλείψει τὴ γῆ ἡ Παρθένος Μαρία προαισθάνθηκε τὸν ἐπικείμενο θάνατό της, τὴν κοίμησή της. Ἔχουμε ὅλους τοὺς λόγους νὰ πιστεύουµε ὅτι ἡ Παναγία ἤρεμα, γαλήνια, ψύχραιµα δέχθηκε τὴν ἀπόφαση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅποια εἶναι ἡ ζωὴ τέτοιος εἶναι κι ὁ θάνατος τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἡ Παναγία ἔζησε πάντα στὴν ὑποταγή, στὸ ἅγιο τοῦ Θεοῦ θέληµα. Βεβαιότατα, καὶ τὸ θάνατό της τὸν δέχθηκε μὲ πνεῦμα ὑποταγῆς.

Ἴσως κάποιος θὰ εἶχε σκεφθεῖ: Γιατί τόσο γρήγορα οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ νὰ στερηθοῦν τὶς συµβουλές της καὶ τὴν πεῖρα της; Δὲν θὰ ἦταν καλύτερα νὰ ἀναθληθεῖ γιὰ ἀργότερα ἡ Κοίμησή της, ὅταν ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶχε ἑδραιωθεῖ κι οἱ πιστοὶ θὰ ἦταν περισσότεροι; Ἡ Παναγία δὲν σκέπτεται ἔτσι. Δέχεται τὸν θάνατό της καὶ διέρχεται τὶς τελευταῖες στιγμές της σὲ φλογερὴ ἐπιθυμία νὰ ἐκτελεῖ πάντα πιστὰ τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ. Θέλει νὰ ἑνωθεῖ γιὰ πάντα μὲ τὸν Υἱό της, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ τὴν ἀφήσει στὴ γῆ ὥς τὴν συντέλεια τῶν αἰώνων καὶ πάλι θὰ τὸ δεχόταν, ἀφοῦ θὰ ἦταν ἡ θέλησή Του.

Ἴσως καὶ πάλι κάποιος ἰσχυρισθεῖ: Ἡ Παναγία εἶχε νὰ κάνει πάντα μὲ ἀγγέλους καὶ μὲ τὸν Υἱό της, ποὺ ἦταν Θεὸς καὶ γνώριζε καλὰ ποιὸ ἦταν τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἐμεῖς τὸ ἀγνοοῦμε ἢ μᾶς εἶναι δύσκολο νὰ ἐννοήσουμε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Παναγία δὲν εἶχε νὰ κάνει πάντα μὲ ἀγγέλους κι οὔτε ὁ Υἱός της εἶχε ἐξωτερικὰ φαινόμενα τῆς θεότητός Του. Στὶς δυὸ - τρεῖς φορές, ὅπως στὸν Ἰορδάνη καὶ στὸ Θαβώρ, ποὺ ὁ ᾿Ιησοῦς ἄφησε νὰ φανεῖ ἡ θεότητά Του, ἡ Παναγία δὲν ἦταν παροῦσα. Ἡ Παναγία ζοῦσε μὲ τὴν πίστη καὶ ἡ πίστη τῆς Παναγίας εἶχε λιγώτερα µέσα δοκιµασίας ἀπ’ ὅ,τι ἔχει σήµερα ἡ δική µας πίστη. Ἐμεῖς λιγώτερο ἀπὸ τὴν Παναγία μποροῦμε νὰ ἀμφιβάλλουμε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴν καθηµερινή ζωὴ µας καὶ στὶς συνηθισμένες ἀπασχολήσεις µας.

Ἔχουμε τὴν ᾿Εκκλησία, ἔχουμε τὸ Εὐαγγέλιο, ἔχουμε τοὺς πνευματικούς ᾿Αρχηγούς µας. Πῶς μποροῦμε νὰ ἀμφιβάλλουµε γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ὑποτάσσεται στοὺς νοµίµους ἀνωτέρους του, ὑποτάσσεται στὸν Ἴδιον τὸν Θεό, ἀφοῦ ἔχουμε τὴ διαβεβαίωση τοῦ Ἰησοῦ ὅτι ὅποιος ὑπακούει στοὺς ᾽Αποστόλους ὑπακούει στὸν Ἴδιο τὸν Θεό. «Ὁ ἀκούων ὑμῶν, ἐμοῦ ἀκούει» (Λουκᾶ ι΄, 16), εἶπε κατηγορηματικὰ ὁ Κύριός µας. Ὅποιος ὑπακούει στούς Ἀποστόλους καί στούς νομίμους διαδόχους τους, ὑπακούει στόν Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι τέλειος Θεός.

11 Ὀκτωβρίου 2019

Ὁ χαρακτήρας τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Παιδείας

Ὁ χαρακτήρας τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Παιδείας

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

ΔΑΝΙΗΛ

 

 

Μέ τό παρόν ἄρθρο μας θά ὑπομνήσουμε ὅσα θεωροῦμε ἀπαραίτητα γιά τήν προετοιμασία τῶν Κατηχητῶν καί τῶν Κατηχουμένων νέων στόν Τομέα τῆς Χριστιανικῆς ἀγωγῆς τῆς Νεότητος ἐξ  ἀφορμῆς τῆς ἐνάρξεως τοῦ νέου Ἱεραποστολικοῦ ἔτους 2019-20.

  1. Ὁ θεοκεντρικός χαρακτῆρας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί κατ’ ἐπέκταση ἡ Χριστιανική Ἀγωγή τῶν Νέων καλλιεργεῖ στόν ἄνθρωπο τόν θεοκεντρικό χαρακτῆρα τῆς ζωῆς του. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ γιά τόν Θεό. Ἐκτελεῖ τίς ἐντολές Του. Ὑπακούει στό ἅγιο θέλημά Του. Μέ τίς πράξεις του δοξάζει τόν Θεό Πατέρα σύμφωνα μέ τήν ἀποστολική προτροπή «δοξάσατε δή τόν Θεόν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ Πνεύματι ὑμῶν, ἅτινα ἐστί τοῦ Θεοῦ» (Πρός Κορινθίους στ΄, 20). Ἀγαπᾶ τόν Θεό «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας του καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς του καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας του καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος του» (Μάρκου ιβ΄, 30). Ἐπιθυμεῖ νά συμπεριφέρεται εὐαρέστως πρός τόν Θεό κατά τήν ἐντολή «εὐαρέστει ἐνώπιον ἐμοῦ καὶ γίνου ἄμεμπτος» (Γενέσεως ιζ΄, 1). Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τούς πιστούς νά ζοῦν ζωή ἀρεστή στόν Θεό «Τό λοιπὸν οὖν, ἀδελφοί, ἐρωτῶμεν ὑμᾶς καὶ παρακαλοῦμεν ἐν Κυρίῳ ᾿Ιησοῦ, καθὼς παρελάβετε παρ' ἡμῶν τὸ πῶς δεῖ ὑμᾶς περιπατεῖν καὶ ἀρέσκειν Θεῷ» (Πρός Θεσσαλονικεῖς Α΄, δ΄, 1) .

        Τήν ἀγάπη του στό Θεό ὁ ἄνθρωπος τήν δείχνει μέ τόν τρόπο πού ὑποδεικνύει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης «αὕτη γάρ ἐστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἵνα τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν» (Α΄ Ἰωάννου ε΄, 3). Ὑπομένει γιά τόν Θεό πᾶσα θλίψη καί στενοχώρια «Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» (Ἰακώβου α΄, 12). Θυσιάζει καί τήν ζωή του γιά τόν Θεό κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου «ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν» (Μάρκου η΄, 35).

* * * * *

  1. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό θεανδρικό πρότυπο τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί ἡ Ὀρθόδοξη Κατήχηση τῶν Νέων θέτει ὡς πρότυπο, ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι ὁ «Υἱός ὁ Ἀγαπητός» (Ματθαίου γ΄, 17) καλώντας τόν ἄνθρωπο νά μιμηθεῖ τόν Υἱό τῆς ἀγάπης καί τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ Πατρός σύμφωνα μέ τούς λόγους «ὑπόδειγμα γὰρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε» (Ἰωάννου ιγ΄, 15) καί «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ» (Πρός Κορινθίους Α΄, ια΄, 1).

* * * * *

  1. Ἡ κλήση στήν θεία ζωή.

Ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου τίθεται νά ἀνταποκριθεῖ στήν κλήση τοῦ Θεοῦ γιά νά συμμετάσχει στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ  (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 1). Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Ὀρθόδοξη Ἀγωγή  εἰδικά τῶν Νέων ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ματαιότητα τῆς φθειρομένης ἀπό τά πάθη ζωῆς ὑποδεικνύοντας σ’ αὐτόν νά ἀκολουθήσει τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό γιά νά εἰσέλθει στήν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  Γιά τόν πιστό ὁ πλοῦτος, ἡ δόξα, ἡ ἐξουσία, τά ἀξιώματα δέν ἔχουν ἀξία. Ἀντίθετα ὀφείλει νά ἐπιδιώκει καί νά ἐπιζητεῖ τά ἄνω κατά τίς ἀποστολικές προτροπές : «τὰ ἄνω ζητεῖτε, ... τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς » (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 1-2) καί « εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε»  (Πρός Φιλιππησίους δ΄, 8).

* * * * *

4.Ἡ ἱεράρχηση τῶν προτεραιοτήτων

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση ἱεράρχησε τίς προτεραιότητες τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου κατά τό «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθαίου στ΄, 23). Αὐτή ἡ προτεραιότητα χαρακτηρίσθηκε ἀπό τόν Κύριο «ἀγαθή μερίδα» (Λουκᾶ ι΄, 42) δηλαδή ἀρίστη ἐπιλογή. Αὐτή ἀνέδειξε μεγάλους Πατέρες καί Διδασκάλους τοῦ Γένους μας, φωτεινά πνεύματα πού μέ τό φῶς τῆς γνώσεώς τους καί τό ἦθος τους κατεκόσμησαν τά ἤθη τῶν ἀνθρώπων, οὐ μόνον τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλά καί τῶν ἑπομένων γενεῶν. Γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ οἱ Μάρτυρες ὑπέστησαν βασανισμούς καί ἐπονείδιστο θάνατο ἔχοντες πρό ὀφθαλμῶν τό Παύλειο «οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Πρός Ρωμαίους η΄, 18). Γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ οἱ ὅσιοι πατέρες καί μητέρες ἐξῆλθον εἰς τά ὄρη καί τίς ὀπές τῆς γῆς ἀσκούμενοι μέ κάθε κακοπάθεια ἀρνούμενοι κάθε ἀπόλαυση καί ἄνεση τῆς χαμοζωῆς ἤ κατά τόν Βασίλειο τόν Μέγα τοῦ βοσκηματώδους βίου (Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τήν Ἑξαήμερον (Ὁμιλία ζ΄) PG 29, 157D) χωρίς νά γίνονται σωματοκτόνοι ἀλλά νά ἀνεδεικνύονται παθοκτόνοι.  Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική παιδεία συνέβαλε στήν κάθαρση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί συμπεριφορᾶς ἀπό ὅλα ὅσα ἀπαξιώνουν τόν ἄνθρωπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐξυψώνουσα καί εἰσάγουσα αὐτόν ὡς τόν θεϊκό θρόνο. 

* * * * *

  1. Οὐράνιος ἄνθρωπος.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση διάνοιξε λυτρωτικά τόν ὁρίζοντα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως μεταβάλλοντας τούς γήϊνους ἀνθρώπους σέ οὐράνιους. Ὑπηρέτησε τήν «καινή ζωή» (Πρός Ρωμαίους στ΄, 4) πού ἀνέτειλε ἀπό τόν ζωοδόχο τάφο τοῦ ἀναστάντος Κυρίου.  Καλλιέργησε τήν πίστη ὡς ἀνακαινιστική δύναμη γιά νά ἀναγεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος καθιστάμενος «καινός ἄνθρωπος» (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 24).

* * * * *

  1. Καλλιέργια ἐπιστημῶν καί τεχνῶν.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση  καλλιέργησε ὅλες τίς μορφές τοῦ πολιτισμοῦ, τῶν ἐπιστημῶν καί τῶν τεχνῶν. Τά πολιτιστικά ἀγαθά πού δημιουργήθηκαν καί θαυμάζονται ἕως σήμερα ὡς παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά ἀναδεικνύουν τήν ἔμπνευση, τό κάλλος, τήν ἁρμονία, τόν πλοῦτο, τήν ποικιλία κάθε μορφῆς πολιτισμοῦ στήν ζωγραφική, στήν γλυπτική, στήν ἀρχιτεκτονική, στήν μικροτεχνία. Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση ἀνέπτυξε ὅλες τίς ἐπιστῆμες τήν θεολογία, τήν φιλοσοφία, τήν ποίηση, τήν ρητορική,  τήν ἀστρονομία, τά μαθηματικά, τήν μουσική,  τήν φυσική, τήν ἰατρική. Προσείλκυσε ὅλα τά ὑπέροχα πνεύματα κάθε ἐποχῆς πού μέ τήν πνοή της τούς καταξίωσε καί τούς ἀνέδειξε ὡς ὄντως δημιουργούς καί θεράποντες ἐπιστημῶν καί τεχνῶν.

* * * * *

  1. Προστασία τῆς ἀκεραιότητας τῆς ψυχῆς.

        Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση διαφύλαξε τήν ἀκεραιότητα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐναντι πάσης ἐπιβουλῆς. Κήρυξε τό αὐτεξούσιο καί ἐλεύθερο τοῦ ἀνθρώπου. Ἰδιαιτέρως στήριξε τό λαό μας σέ δυσχειμέρους καιρούς γιά νά διατηρήσει τήν πνευματική ταυτότητα καί αὐτοσυνειδησία του προστατεύοντάς τον ἀπό τούς ἐξ Ἀνατολῶν ἐξιλαμισμούς, ὅσο καί ἀπό τήν ἀλλοτρίωση τῆς Δύσεως.

        Ὁ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση θωράκισε τόν ὀρθόδοξο ἑλληνικό λαό μέ τό πατροπαράδοτο σέβας γιά νά ἀποκρούσει κάθε ἀπόπειρα ἀλλοιώσεως τῆς ταυτότητός του καί νά διατηρήσει τήν ἀκεραιότητα τῆς ψυχῆς του παρά τούς διωγμούς μέ τούς ὁποίους ἀπειλήθηκε, ἀλλά καί τά ὕπουλα δελέατα πού τοῦ προσέφεραν. Προτίμησε νά ὑποστεῖ θυσίες καί στερήσεις γιά νά κρατήσει τήν παρακαταθήκη τῶν πνευματικῶν πατέρων του ἀνόθευτη καί ἀναπαλλοτρίωτη.

        Σέ κάθε ἐποχή ἀναδείχθηκαν Μάρτυρες πού δέν δέχθηκαν τίς προκλήσεις γιά ζωή δόξης, πλούτου, ἀνέσεων καί ἀπολαύσεων προτιμώντας τά ταπεινά, λιτά καί πτωχά, πού περιφρόνησαν τήν ματαιότητα τῶν φθειρομένων γιά νά μήν ἀπωλέσουν τήν μακαριότητα τῶν αἰωνίων.

* * * * *

  1. Ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση κήρυξε τόν ἀπόλυτο σεβασμό στόν ἄνθρωπο. Τόνισε  τήν ἀξία καί τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου

α΄. Ὅτι ἀποτελεῖ τό κορυφαῖο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ γιά νά δοξάσει μέ τά ἔργα του τόν Κτίστη καί Δημιουργό του.

β΄. Ὅτι δημιουργήθηκε ἀπό ἀγάπη καί ἐλεύθερα ἀπό τόν Θεό «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ» (Γενέσεως α΄, 26).

γ΄. Ὅτι γι’ αὐτόν θυσιάσθηκε ὁ Μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἔτσι δύναται νά κατασταθεῖ «συμπολίτης τῶν ἁγίων καί οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ» (Πρός Ἐφεσίους β΄, 19).

δ΄. Ὅτι κλήθηκε νά κληρονομήσει τά ἀγαθά τῆς αἰωνίου ζωῆς

* * * * *

  1. Μαρτυρία τῆς ἀληθείας

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση διαλέχθηκε στήν δισχιλιόχρονη προσφορά της καί διαλέγεται μέ τά σύγχρονα ἰδεολογικά ρεύματα γιά νά «μαρτυρήσει τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰωάννου ιη΄, 37). Μέ τό λόγο τοῦ Θεοῦ ἀνατέμνει τήν καρδιά καί τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀνατρέπει πᾶσα ἀσέβεια καί πονηρία, ἀποκρούει ψεύδη καί ἐπιβλαβεῖς πλάνες, κηρύττει μέ παρρησία ὅτι «τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Πρός Ρωμαίους στ΄, 23).

* * * * *

  1. Πρεσβεύει θεῖες καί αἰώνιες ἀρχές καί ἀξίες.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση ἐμπνέει ἀκόμη καί σήμερα σέ κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως ἀρχές καί ἀξίες σ’ ἕνα περιβάλλον ἐκκοσμικεύσεως γιά νά ζήσει «σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ἐν τῷ νῦν αἰῶνι» (Πρός Τίτον β΄, 12)  μέ ἀξιοπρέπεια, δηλαδή αὐτοσεβασμό, πίστη καί σεβασμό στό Θεό, ἐφ’ ὅσον «ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιμός ἐστιν, ἐπαγγελίας ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς μελλούσης» (Πρός Τιμόθεον δ΄, 8) σεβασμό στόν συνάνθρωπο καί προσφορά στόν πάσχοντα κατά τήν ἀποστολική ἐντολή : «τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 16) καί «μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι» (Πρός Τίτον γ΄, 14).

Στήν ἐποχή πού ζοῦμε βλέπουμε νά κλονίζονται ἕνα-ἕνα τά στηρίγματα τῆς ζωῆς καί ὁ ἄνθρωπος κινδυνεύει νά βυθισθεῖ στήν διαφθορά τοῦ ἁμαρτωλοῦ καί ἄθεου κατεστημένου.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί Κατήχηση μπορεῖ νά στηρίξει τόν ἄνθρωπο μέ τίς ἀρχές καί τίς ἀξίες πού ἔχουν τήν σφραγίδα τοῦ δικαίου, σοφοῦ, δυνατοῦ καί ἁγίου Θεοῦ. Αὐτές οἱ ἀξίες προστατεύουν τήν ἀξιοπρέπεια κάθε ἀνθρώπου, ἐξ ἄκρας συλλήψεώς του ἕως τῆς ἐξόδου ἐκ τοῦ ματαίου καί προσκαίρου τούτου κόσμου, ἐπιβάλλουν τόν σεβασμό σέ κάθε ἄνθρωπο χωρίς ἀποκλεισμούς καί προκαταλήψεις προτρέπουν κάθε ἄνθρωπο νά ἐπιδεικνύει τήν ἀλληλεγγύη του σέ κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει ἀνάγκη χωρίς ὅρια καί χωρίς προϋποθέσεις χωρίς διακρίσεις, χωρίς ἀποκλεισμούς.

* * * * *

Ἡ ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία καί ἡ Χριστιανική ἀγωγή τῶν Νέων ἐκπαιδεύει τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ νά ὑπακούει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐλευθερώνοντάς τον ἀπό τήν ὑποταγή στόν ἐγωϊσμό καί τά πάθη του. Ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο.

25 Σεπτεμβρίου 2019

Ἡ σκηνή τοῦ Θεοῦ μετά τῶν ἀνθρώπων

«Ἡ σκηνή τοῦ Θεοῦ μετά τῶν ἀνθρώπων»

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

α΄. Ἡ «οἰκονομία» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στίς σχέσεις Θεοῦ καί ἀνθρώπων ἦταν οἰκονομία ἀπόστασης. «Οἰκονομία» στήν Ἁγία Γραφή καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζεται τό σχέδιο διακυβερνήσεως τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν Θεό πού ἀποβλέπει στήν σωτηρία καί στήν ἐπανόρθωση τῆς πεπτωκυΐας ἀνθρωπίνης φύσεως.

Ὅταν ὁ Θεός φανερώθηκε στό Σινᾶ, στήν καιομένη καί μή καταφλεγομένη βάτο ἀκόµη καί στόν δοῦλο Του τόν Μωϋσῆ, στόν ὁποῖο δήλωσε ὅτι ἔχει τήν εὔνοιά Του (Ἐξόδου κγ΄, 17) εἶπε στάσου μακρυά μου: «Μή πλησιάσεις ἐδῶ· βγάλε τά ὑποδήµατα σου ἀπ’ τά πόδια σου» (Ἐξόδου γ΄, 5). Ἄν καί ὁ Μωϋσῆς ἦταν εὐνοούμενος τοῦ Θεοῦ ἐν τούτοις ἔπρεπε νά σταθεῖ μακρυά Του κατά τήν θεοφάνεια.

Ἐπίσης ὅταν φανερώθηκε στό ὅρος Σινᾶ, στόν δικό Του ἐκλεκτό καί χωριστό λαό, τούς Ἰσραηλῖτες γιά νά ἐξαγγείλει τίς γνωστές ἐντολές Του προετοιμάζοντάς τους γιά νά ζήσουν τό γεγονός τῆς φανερώσεως τοῦ Θεοῦ παρήγγειλε στό Μωϋσῆ νά κρατήσει σέ ἀπόσταση τούς Ἰσραηλῖτες ἀπό τό ὄρος τῆς θεοφανείας: Θά βάλεις ὅρια γύρω στό ὅρος νά μήν πλησιάσει κάποιος ἄνθρωπος (Ἐξόδου ιθ΄, 21). Καί πάλι ὁ Θεός κρατᾶ σέ ἀπόσταση τούς Ἰσραηλῖτες, πού ὡστόσο ἦταν λαός πού εἶχε τήν εὔνοιά Του.

Στή λατρεία πού ἐτελεῖτο ἀπό τούς Ἰσραηλῖτες τόσο στήν Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ὅσο εὑρίσκονταν στήν ἔρημο, ὅσο καί στό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων ἀργότερα, ὅταν οἱ Ἰσραηλῖτες εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στήν Παλαιστίνη, ἐπικρατοῦσε πάντοτε ὁ νόμος τῆς ἀπόστασης. Ἰδού πώς :

Τό πλῆθος τῶν Ἰουδαίων δέν ἐπιτρεπόταν νά πλησιάσει στό Ναό πού ἦταν τό κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ. Ἀπαγορευόταν νά εἰσέλθει ἀκόμη καί σ’ αὐτή τήν ἐξωτερική αὐλή τοῦ Ναοῦ. Στήν ἐσωτερική αὐλή εἰσέρχονταν μόνο οἱ Ἱερεῖς γιά νά ἐπιτελοῦν τίς θυσίες. Οὐδείς ἕτερος ἀπό τούς Ἱερεῖς τολμοῦσε νά εἰσέλθει. Ἐνῶ τό ἐσωτερικό µέρος τοῦ Ναοῦ ἦταν ἄβατο γιά ὅλους, τά λεγόμενα «ἅγια τῶν ἁγίων». Ἐκεῖ εἰσήρχετο ὁ Ἀρχιερέας µόνο µιά φορά τό χρόνο κατά τήν ἑορτή τοῦ Ἐξιλασμοῦ γιά νά ἱλεώσει, ἐξευμενίσει τό Θεό, παρακαλώντας τον γιά τόν ἁμαρτάνοντα λαό.

Μέ ὅλα αὐτά τά μέτρα ἤθελε ὁ Κύριος, τήν ἀρχαία ἐκείνη ἐποχή, νά διδάξει τόν ἄνθρωπο, ὅτι ἡ ἁμαρτία Τοῦ ἦταν τόσο φοβερά ἀπεχθής, ὥστε νά τόν ἐμποδίζει νά ἔχει κοινωνία μαζί Του (Ἠσαΐου α΄, 14-15). Ἐπεδίωκε νά διδάξει τόν ἄνθρωπο νά ἀπεχθάνεται καί νά ἀποστρέφεται τήν ἁμαρτία ὅπως τήν ἀποστρεφόταν ὁ Ἴδιος. Τό σχέδιο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ εἶχε σκοπό νά κάνει τούς ἀνθρώπους νά ἀντιληφθοῦν τό πλάτος τοῦ χωρισμοῦ μεταξύ ἑνός ἅγιου Θεοῦ καί ἑνός ἁμαρτωλοῦ, ἑνός μολυσμένου ἀπό τήν ἁμαρτία λαοῦ, ὅπως τό ἀντιλαμβάνεται καί τό ἐκφράζει, φωνάζοντας ὁ Ἠσαΐας συντετριμμένος μπροστά στήν μεγαλοπρέπεια τοῦ Ἁγίου καί Τρισαγίου Θεοῦ:

 «Ὦ τάλας, ἐγώ ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὢν καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγὼ οἰκῶ καὶ τὸν βασιλέα Κύριον Σαβαὼθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου» (Ἠσαΐου στ΄, 5). Μέ τήν ἴδια ταπείνωση προσεύχονταν ζητοῦντες τήν σωτηρία τους οἱ τρεῖς Παῖδες στήν κάμινο τῆς Βαβυλῶνος

« Ὅτι δίκαιος εἶ ἐπὶ πᾶσιν, οἷς ἐποίησας ἡμῖν, καὶ πάντα τὰ ἔργα σου ἀληθινά, καὶ εὐθεῖαι αἱ ὁδοί σου, καὶ πᾶσαι αἱ κρίσεις σου ἀλήθεια, καὶ κρίματα ἀληθείας ἐποίησας κατὰ πάντα, ἃ ἐπήγαγες ἡμῖν καὶ ἐπὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν τὴν τῶν πατέρων ἡμῶν ῾Ιερουσαλήμ, ὅτι ἐν ἀληθείᾳ καὶ κρίσει ἐπήγαγες ταῦτα πάντα, διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν. Ὅτι ἡμάρτομεν καὶ ἠνομήσαμεν ἀποστῆναι ἀπὸ σοῦ καὶ ἐξημάρτομεν ἐν πᾶσι καὶ τῶν ἐντολῶν σου οὐκ ἠκούσαμεν, οὐδὲ συνετηρήσαμεν οὐδὲ ἐποιήσαμεν καθὼς ἐνετείλω ἡμῖν, ἵνα εὖ ἡμῖν γένηται. καὶ πάντα, ὅσα ἐπήγαγες ἡμῖν καὶ πάντα ὅσα ἐποίησας ἡμῖν, ἐν ἀληθινῇ κρίσει ἐποίησας καὶ παρέδωκας ἡμᾶς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν ἀνόμων, ἐχθίστων ἀποστατῶν, καὶ βασιλεῖ ἀδίκῳ καὶ πονηροτάτῳ παρὰ πᾶσαν τὴν γῆν. καὶ νῦν οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἀνοῖξαι τὸ στόμα· αἰσχύνη καὶ ὄνειδος ἐγενήθημεν τοῖς δούλοις σου καὶ τοῖς σεβομένοις σε. μὴ δὴ παραδῴης ἡμᾶς εἰς τέλος διὰ τὸ ὄνομά σου καὶ μὴ διασκεδάσῃς τὴν διαθήκην σου» (Δανιήλ γ΄, 3-10).

β΄. Μ’ αὐτή τήν ἀντίθεση ἔχουν συντεθεῖ ὅλες οἱ εὐχές τῆς Ἐκκλησίας μας ἀφ’ ἑνός μέν στίς ὁποῖες ὁμολογοῦμε τήν ἁμαρτωλότητά μας ὅτι ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί παραβάτες καί ἀρνητές τοῦ Νόμου Του καί ἀφ’ ἑτέρου ἐπικαλούμαστε τήν φιλανθρωπία καί τίς ὑποσχέσεις τοῦ Παντοδυνάμου Παναγίου καί Κυριάρχου Κυρίου μας νά ἐπιδείξει τό ἔλεός Του καί τήν εὐμένειά Του πρός ἐμᾶς.

Ἀριστοτεχνικά αὐτά συμπεριελήφθησαν καί ἐκφράσθηκαν στήν εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου πού ὁ Ἱερεύς ἐπικαλεῖται πρό τῆς Ἁγίας Τραπέζης πρίν τήν προσφερόμενη ἀναίμακτη θυσία ὑπέρ τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων καί ἀνομημάτων:

«Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης· τὸ γὰρ διακονεῖν σοι μέγα καὶ φοβερὸν καὶ αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν. Ἀλλ᾿ ὅμως, διὰ τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως γέγονας ἄνθρωπος καὶ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ἐχρημάτισας καὶ τῆς λειτουργικῆς ταύτης καὶ ἀναιμάκτου θυσίας τὴν ἱερουργίαν παρέδωκας ἡμῖν, ὡς Δεσπότης τῶν ἁπάντων. Σὺ γὰρ μόνος, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, δεσπόζεις τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων, ὁ ἐπὶ θρόνου χερουβικοῦ ἐποχούμενος, ὁ τῶν Σεραφεὶμ Κύριος καὶ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ μόνος ἅγιος καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος. Σὲ τοίνυν δυσωπῶ τὸν μόνον ἀγαθὸν καὶ εὐήκοον· ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλόν σου, καὶ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς· καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατείας χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ τραπέζῃ καὶ ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντον σῶμά σου καὶ τὸ τίμιον αἷμα. Σοὶ γὰρ προσέρχομαι κλίνας τὸν ἐμαυτοῦ αὐχένα καὶ δέομαί σου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, μηδὲ ἀποδοκιμάσῃς με ἐκ παίδων σου, ἀλλ᾿ ἀξίωσον προσενεχθῆναί σοι ὑπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τὰ δῶρα ταῦτα. Σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

 

 

γ΄. Σύμφωνα μέ αὐτήν διαπιστώνουμε ὅτι:

Τό Εὐαγγέλιο -ἡ Καινή Διαθήκη μᾶς τοποθέτησε σέ ὁλωσδιόλου διαφορετική θέση καί σχέση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἡ λέξη «πήγαινε» ἀντικαταστάθηκε µέ τή λέξη «ἔλα». Ἡ ἀπόσταση ὑποχώρησε στήν ἐγγύτητα, καί ἐμεῖς πού κάποτε τό παρελθόν ἤμασταν µακριά, ἤρθαμε πλησίον διά τοῦ αἵματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Πρός Ἐφεσίους β΄, 13). Ἡ ἐνσαρκωθεῖσα Θεότητα δέν ἔχει πύρινο τεῖχος τριγύρω της, ὅπως ὁμολογοῦμε, ὅτι:

«Οὐκέτι φλογίνη ῥομφαία φυλάττει τὴν πύλην τῆς Ἐδέμ· αὐτῇ γὰρ ἐπῆλθε παράδοξος σβέσις τὸ ξύλον τοῦ Σταυροῦ». (Κοντάκιον τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως)

«Ἐλᾶτε σέ Μένα ὅλοι οἱ κουρασμένοι καί φορτωµένοι, κι Ἐγώ θά σᾶς δώσω ἀνάπαυση» (Ματθαίου ια΄, 28), εἶναι ἡ εὐχάριστη πρόσκληση καί ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, καθώς ἐμφανίζεται μέ ἀνθρώπινη σάρκα. Τώρα, δέν δείχνει στόν λεπρό τή λέπρα του, κρατώντας τον σέ ἀπόσταση, ἀλλά ὑποφέρει Αὐτός ὁ Ἴδιος τήν ποινή τοῦ µολυσμοῦ του: «τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Πρός Κορινθίους Β΄, ε΄, 21).

δ΄. Στήν Ἐκκλησία συνάπτεται - ἑνώνεται ὁ πιστός μέ τόν Θεό, μέ τά ἅγια Μυστήρια. Στήν Ἐκκλησία ὁ πιστός ἀπολαμβάνει τήν ἀσφαλή καί προνομιοῦχο αὐτή  κατάσταση ἐγγύτητας πρός τόν Θεό διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ! Καθαρισμένοι ἀπό τό μολυσμό τῆς ἁμαρτίας μέ τό  αἷμα τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ προσερχόμαστε στό θρόνο τῆς Χάριτος μετά παρρησίας.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπικαλούμενος τήν σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναται νά πλησιάσει τόν ἅγιο Θεό ἀφοῦ πιστεύσει καί καθαρισθεῖ μέ τό μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καί ἀποκτήσει συγγένεια μέ  τόν Θεό διά τοῦ ἁγίου Πνεύματος.  

«Ἔχοντες οὖν, ἀδελφοί, παρρησίαν εἰς τὴν εἴσοδον τῶν ῾Αγίων ἐν τῷ αἵματι τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἣν ἐνεκαίνισεν ἡμῖν ὁδὸν πρόσφατον καὶ ζῶσαν διὰ τοῦ καταπετάσματος, τοῦτ' ἔστι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, καὶ ἱερέα μέγαν ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, προσερχώμεθα μετὰ ἀληθινῆς καρδίας ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ἐρραντισμένοι τὰς καρδίας ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς, καὶ λελουμένοι τὸ σῶμα ὕδατι καθαρῷ κατέχωμεν τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐλπίδος ἀκλινῆ· πιστὸς γὰρ ὁ ἐπαγγειλάμενος· καὶ κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων, μὴ ἐγκαταλείποντες τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν, καθὼς ἔθος τισίν, ἀλλὰ παρακαλοῦντες, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ βλέπετε ἐγγίζουσαν τὴν ἡμέραν » (Πρός Ἑβραίους ι΄, 19-25)

Δηλαδή :

«Ἀφοῦ λοιπόν, ἀδελφοί μου, τό αἷμα τοῦ Ἰησοῦ μᾶς δίνει θάρρος νά μπαίνουμε στά ἅγια τῶν ἁγίων ἀπό τό νέο δρόμο πού ὁδηγεῖ στή ζωή, αὐτόν πού μᾶς ἐγκαινίασε πρόσφατα ὁ Ἰησοῦς μέ τό καταπέτασμα, δηλαδή μέ τό σῶμα του, κι ἀφοῦ ἔχουμε ἕνα μεγάλο ἱερέα ἐπικεφαλῆς τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ, ἄς προχωρήσουμε μέ εἰλικρινῆ διάθεση καί μέ βεβαιότητα στήν πίστη μας, μέ τήν καρδιά καθαρή ἀπό τίς κακές διαθέσεις καί μέ τό σῶμα πλυμένο μέ καθαρό νερό, ἄς μένουμε σταθεροί στήν ἐλπίδα πού ὁμολογοῦμε γιατί ἐκεῖνος πού ἔδωσε τίς ὑποσχέσεις κρατάει τό λόγο του. Ἄς φροντίζουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο παροτρύνοντας τόν στήν ἀγάπη καί στά καλά ἔργα. Ἄς μήν ἐγκαταλείπουμε τίς θρησκευτικές μας συνάξεις, ὅπως συνηθίζουν μερικοί, ἀλλά ἄς ἐνισχύει ὁ ἕνας τόν ἄλλο, τώρα μάλιστα πού βλέπετε νά πλησιάζει ἡ ἡμέρα  τοῦ Κυρίου»

ε΄. Αὐτήν τήν ἐγγύτητα βιώνουμε ἐκ πείρας στήν ἁγία Ἐκκλησία μας. Ἡ θαυμαστή αὐτή ἐγγύτητα μᾶς βεβαιώνει γιά τήν οἰκονομία πού θά ἀκολουθήσει! Γιά τό σχέδιο τῆς ἀκόµη στενότερης ἐγγύτητας, ἔχουμε τήν βεβαιότητα, ὅπως ἀναγγέλεται στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως «Ἡ σκηνή τοῦ Θεοῦ εἶναι µετά τῶν ἀνθρώπων, κι Αὐτός κατοικεῖ μεταξύ τους» (Ἀποκαλύψεως κα΄, 3). Ἡ προσδοκία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ὁ Κύριος καί Θεός θά κατοικήσει ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους.

18 Σεπτεμβρίου 2019

Μικρασιατική Κατραστροφή 1922 97 χρόνια Μνήμης

Μικρασιατική Κατραστροφή 1922

97 χρόνια Μνήμης

Τήν Κυριακή πρό τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ σύμφωνα μέ τήν ὑπ’ ἀριθμόν 2556/5.7.1993 Ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐπιτελοῦμε τήν μνήμη τῶν Ἐθνοϊερομαρτύρων Μητροπολιτῶν Σμύρνης Χρυσοστόμου, Μοσχονησίων Ἀμβροσίου, Κυδωνιῶν Γρηγορίου, Ἰκονίου Προκοπίου καί Ἐπισκόπου Ζήλων Εὐθυμίου καί τῶν λοιπῶν Κληρικῶν καί Λαϊκῶν πού ὑπέστησαν βίαιο καί μαρτυρικό θάνατο κατά τήν Μικρασιατική Καταστροφή (1922), πού κατά τό διανυόμενο ἔτος συμπληρώνονται 97 χρόνια ἀπό τά θλιβερά γεγονότα.

Ἡμέρα διπλῆς σεβάσμιας μνήμης γιά τούς πιστούς

A΄. Τιμᾶμε κλίνοντες εὐλαβικά τό γόνυ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος στόν κορυφαῖο Ἐθνοϊερομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο πού προεξάρχει τοῦ χοροῦ τῶν λοιπῶν Μικρασιατῶν Μητροπολιτῶν πού μαρτύρησαν κατά τήν Μικρασιατική Καταστροφή τοῦ 1922, ἐπίσης τῶν καταγεγραμμένων καί τῶν μή καταγραφέντων Κληρικῶν καί Λαϊκῶν Πατέρων καί ἀδελφῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πού βιαίως ἐξεμέτρησαν τό ζῆν παντοιοτρόπως μαρτυρησάντων.

  1. Θυμώμαστε καί τιμᾶμε τούς Ἐθνοϊερομάρτυρες Ἱεράρχες:

Α) Τόν κορυφαῖο Ἐθνοϊερόμαρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο πού κατακρεουργήθηκε τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου τῆς 27ης Αὐγούστου 1922 (9 Σεπτεμβρίου σήμερα) ἀπό σκληρούς καί ἀνελέητους δημίους. Ἡ βαρβαρότητα τῶν δημίων του συγκλόνησε τό ποίμνιό του, τούς Ἕλληνες, τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. 

Παραδόθηκε ὡς ἐξιλαστήριο θῦμα ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος μας στόν μαινόμενο κατ’ αὐτοῦ Τουρκικό ὄχλο, ἀπό τόν ὁποῖο δεινῶς προπηλακιζόμενος ἀνεσκολοπίσθη βάναυσα καί φρικτά. Θυσιάσθηκε ὡς ἱερεῖο δηλαδή θῦμα ἄμωμο καί ἑκούσιο, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νά δεχθεῖ τήν προσφερθεῖσα σ’ αὐτόν διάσωση μέ τήν φυγή, διότι βάρυνε στήν ἀρχιερατική συνείδηση του ὁ λόγος τοῦ Κυρίου γιά τόν καλό Ποιμένα, ὅτι : «ὁ μισθωτός φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καί οὐ μέλει αὐτῷ περί τῶν προβάτων» (Ἰωάννης ι΄ 12-13).

Ἐπίσης θυμώμαστε καί τιμᾶμε:

β) Τόν Κυδωνιῶν Γρηγόριο. Ὁ Ἱεράρχης αὐτός προστάτεψε τό ποίμνιό του ἀπό τούς διωγμούς τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν καί ἔσωσε πολλούς φυλακισμένους καί μελλοθανάτους. Φυγάδευσε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ποιμνίου του σέ ἀσφαλεῖς τόπους ἔξω τῶν Τουρκικῶν συνόρων. Συγκακουχούμενος ὁ ἴδιος μέ τούς ὑπόλοιπους ἐκτοπίσθηκε μαζί τους τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἔτους 1922. Ἐνῶ ἑτοιμάσθηκε ὁ λάκκος πού εἶχαν σκάψει γιά αὐτόν οἱ δημιοί του γιά νά τόν θάψουν ζωντανό ξεψύχησε ἀπό ἐγκεφαλική συμφόρηση, τελειωθείς ἐν Κυρίῳ ὡς νεομάρτυς τήν 3η Ὀκτωβρίου 1922.

γ) Τόν Μοσχονησίων Ἀμβρόσιο. Ὁ Ἱεράρχης αὐτός  μαρτύρησε, ἀφοῦ βασανίσθηκε μέ τό πετάλωμα τῶν ποδιῶν του καί τήν κατατεμάχηση τοῦ σώματός του, μαζί μέ ἄλλους Ἱερεῖς πού συμμαρτύρησαν μαζί του καί ἄλλους πιστούς τῆς Ἐπαρχίας του, «διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί διά τήν μαρτυρίαν τοῦ ἁρνίου ἥν εἶχαν» (Ἀποκαλύψεως στ΄, 9)

δ) Τόν Ἰκονίου Προκόπιο. Στό μέσο τῆς καταδυναστεύσεως τοῦ ποιμνίου του καί τῶν Ποιμένων του ἀπό τίς Ἀρχές τῶν Νεοτούρκων, καί τῶν ἀπεγνωσμένων κραυγῶν τοῦ λαοῦ ὁ Ποιμενάρχης παρέδωκε τό πνεῦμα στό Μέγα Ἀρχιερέα καί Σωτῆρα Χριστό προμαχώντας καί συμπάσχοντας μέ τούς στενάζοντες Ἕλληνες Χριστιανούς τῆς Ἀνατολίας. Μαρτύρησε ὥστε καί οἱ πιστοί τῆς ἐπαρχίας του «σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Β΄ Πρός Τιμόθεον β΄, 10)

καί ε)Τόν Ζήλων Εὐθύμιο. Ὁ Ἱεράρχης ἐνῶ ἦταν φυλακισμένος στήν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου ὡς κατηγορούμενος γιά ἐσχάτη προδοσία τοῦ Τουρκικοῦ Ἔθνους τό Πάσχα τοῦ ἔτους 1921 μετέδιδε στούς κρατούμενους μαζί μέ τόν πασχάλιο χαιρετισμό καί τό μήνυμα τῆς ἐθνικῆς ἀναστάσεως. Ὑφίστατο καθημερινά γιά 41 ἡμέρες πολυώδυνα μαρτύρια ἀπό τά ὁποῖα ὑπέκυψε σέ θάνατο τήν 29η Μαΐου 1921 κατά τό «ἵνα ἀναπαύσονται ἐκ τῶν κόπων (καί τῶν ὀδυνῶν) αὐτῶν καί τά ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν» (Ἀποκαλύψεως ιδ΄, 13).

Τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του ἔψαλλε μόνος του τήν νεκρώσιμη Ἀκολουθία γιά τόν ἑαυτό του ἐνῶ «ἐπηκροῶντο δέ αὐτοῦ οἱ δέσμιοι» (Πράξεων ιστ΄ 25). Καί μετέστη πρός Κύριον ὡς Ἐθνομάρτυρας καί Ἱερομάρτυρας.  

*****

  1. 2. Γιά τήν ὀδυνηρή καταστροφή τῆς Σμύρνης ὁ Τζόρτζ Χόρτον, Γενικός Πρόξενος τῶν Η.Π.Α. στή Σμύρνη τό 1922 στό βιβλίο του μέ τίτλο «Ἀναφορικά μέ τήν Τουρκία-ἡ κατάρα τῆς Ἀσίας Προξενικά ντοκουμέντα τῶν ΗΠΑ » (μτφ. ἀπό τά ἀγγλικά Ὄλγα Μαύρου, Ἐκδόσεις Λιβάνη, Ἀθήνα 1992) ἀναφέρει:

«Γι’ αὐτή τήν τροµακτική καταστροφή, πού ἔφτασε στό πιό ὀδυνηρό ἀποκορύφωμα τοῦ ἀνθρώπινου πόνου, φέρουν εὐθύνες καί οἱ Ἕλληνες, καί οἱ Τοῦρκοι καί οἱ Εὐρωπαῖοι. Ὁ Μουσταφά Κεμάλ εἶχε τήν εὐκαιρία νά δικαιώσει ὅσους τόν ἐπαινοῦσαν στά σαλόνια τῆς Εὐρώπης καί τῆς Ἀµερικῆς σάν πολιτισµένο ἄνθρωπο. Μποροῦσε νά µπεῖ στή Σμύρνη εἰρηνικά καί νά ντροπιάσει τούς χριστιανούς, προσφέροντας προστασία καί ἀσφάλεια σέ ὅλους τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς. Ἀντί γι’ αὐτό, ὅµως, διέταξε γενική σφαγή. Ἀµέσως µετά τήν εἴσοδο τῶν Τούρκων στή Σμύρνη ἄρχισαν οἱ λεηλασίες, τό πλιάτσικο, οἱ βιασμοί καί οἱ σφαγές. Ἡ ἐκδικητική µανία τῶν Τούρκων ἔσπασε πρῶτα στόν ἀρμενικό πληθυσμό, πού κατηγορήθηκε ὅτι ἔριχνε βόμβες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ρίχτηκαν ἐλάχιστες βόμβες -τό πολύ ἕξι- καί μάλιστα σέ µιά συνοικία τῆς Σμύρνης ὅπου δέ ζοῦν Ἀρμένιοι. Αὐτό πάντως δέν ἦταν λόγος νά κυνηγᾶνε τρία ὁλόκληρα μερόνυχτα τούς Ἀρµενίους µέ στρατιωτικά ἀποσπάσματα καί νά τούς σκοτώνουν ἐν ψυχρῷ. Ἄλλους τούς πυροβολοῦσαν ἐπί τόπου, ἄλλους τούς µαχαίρωναν, ἄλλους τούς κατακρεουργοῦσαν ἤ τούς ἄφηναν νά πεθάνουν ἀπό αἱµορραγία, ἄλλους τούς ἔσερναν σέ πλατεῖες καί τούς ἔκοβαν τό λαιμό. Οἱ Ἀρμένιοι κυνηγήθηκαν καί ἐξοντώθηκαν  συστηματικά σέ ὁλόκληρη τήν πόλη. Οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες λεηλατοῦσαν μεθοδικά τά σπίτια καί τά μαγαζιά τῶν Ἀρμενίων, πόρτα πόρτα. Μετά τό πλιάτσικο ἔσερναν ἔξω ὅσους ἄντρες ἔβρισκαν κρυμμένους µέσα στά σπίτια καί τούς ἐκτελοῦσαν. Ὅσο καλοί καί νά εἶναι στά προπαγανδιστικά καθήκοντά τους οἱ ὑποστηρικτές τοῦ Κεμάλ, δέ θά μπορέσουν νά ἀντιπαρέλθουν τά πραγματικά περιστατικά πού ἔλαβαν χώρα στή Σμύρνη. Ἡ ἀλήθεια δέν µπορεῖ νά διαστρεβλωθεῖ ὅταν ὑπάρχουν τόσο πολλοί καί τόσο ἀξιόπιστοι αὐτόπτες μάρτυρες.

Ἡ συμπεριφορά τῶν Τούρκων ἦταν ἀχαρακτήριστη καί µετά τόν ἐμπρησμό τῆς πόλης, ὅταν οἱ χοιστιανοί κάτοικοι τῆς Σμύρνης ἔτρεξαν νά σωθοῦν πρός τή θάλασσα. Χιλιάδες κατατρεγµένοι συνωστίστηκαν στήν προκυμαία, ὅπου καί παρέμειναν μέρες ὁλόκληρες, ζητιανεύοντας γιά µία χείρα βοηθείας ἀπό τά πολεμικά πλοῖα τῶν Συμμάχων πού βρίσκονταν στό λιμάνι. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, πού ἔµειναν στήν προκυμαία νά ἀργοπεθαίνουν ἀπό πείνα καί δίψα, οὔρλιαζαν καί ἱκέτευαν νά τούς λυπηθοῦν οἱ Σύμμαχοι.Ἡ Emily MacCallum διευθύντρια τοῦ Κολεγίου Θηλέων τῆς Σμύρνης, ἔφθασε μόλις σήµερα τό πρωί στήν Ἀθήνα καί μοῦ εἶπε ὅτι αὐτά τά κακόµοιρα πλάσματα ἐξακολουθοῦν νά συνωθοῦνται στίς προβλῆτες τῆς Σμύρνης ἐκλιπαρώντας γιά ἔλεος, ἐγκαταλειμμένα χωρίς τροφή καί νερό. Ὅπως μοῦ εἶπε ἡ ἴδια, ἡ δυσωδία ἀπό τά ἄταφα πτώματα εἶναι τρομερή. Στίς προβλῆτες παραμένουν διακόσιες χιλιάδες ἄνθρωποι µέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά τούς σώσει κάποιο καράβι. Στό μεταξύ ἀνακοινώθηκε ὅτι ὅλοι οἱ ἄντρες ἡλικίας ἀπό δεκαοχτώ µέχρι σαράντα πέντε χρονῶν θά συλληφθοῦν σάν αἰχμάλωτοι πολέμου καί θά ὁδηγηθοῦν στά ἐνδότερα. Ἡ Emily MacCallum μοῦ εἶπε αὐτό πού ἄκουσα καί ἀπό ἄλλους Ἀμερικανούς οἱ ὁποῖοι ἦρθαν πρόσφατα ἀπό τή Σμύρνη: ὅλοι τους εἶδαν μεγάλες ὁμάδες αἰχμαλώτων νά πορεύονται πεζῆ στά ἐνδότερα μέ συνοδεία Τούρκων φρουρῶν…

Ἔχουν ἀκουστεῖ διάφορες ἐκδοχές γιά τό θάνατό τοῦ Χρυσόστομου. Τό βέβαιο εἶναι -σέ αὐτό τό σηµεῖο συμφωνοῦν ὅλες οἱ µαρτυρίες- πώς τόν σκότωσε ὁ ὄχλος τῶν Ὀθωμανῶν. Ἀπό τά γραφεῖα τῆς ἀρχιεπισκοπῆς τόν πῆρᾶν ἕνας Τοῦρκος ἀξιωματικός καί δυό στρατιῶτες. Τοῦ εἶπαν ὅτι ἤθελε νά τόν δεῖ ὁ Νουρεντίν Πασᾶς. Σύµφωνα µέ πληροφορίες, αὐτός ἦταν καί ὁ ἐμπνευστής τοῦ σχεδίου ἐξοντωσῆς τοῦ μητροπολίτη.

Οὐσιαστικά παρέδωσε τόν ἱερέα στό φανατισμένο ὄχλο γιά νά τόν ξεφορτωθεῖ ρίχνοντας τίς εὐθύνες στούς «ἀγανακτισµένους Τούρκους». Πρόκειται γιά µία εἰκασία πού δέν μπόρεσα νά τεχκμηριώσω µέ στοιχεῖα. Γεγονός παραμένει ὅτι ὁ Χρυσόστομος βρῆκε τό θάνατο στά χέρια τοῦ ὄχλου. Τόν  ἔφτυσαν, τοῦ ξερίζωσαν τή γενειάδα, τοῦ ἔσκισαν τά ροῦχα, τόν µαχαίρωσαν καί στό τέλος ἄρχισαν νά τόν σέρνουν στούς δρόµους. Τά μοναδικά ἁμαρτήματα τοῦ  Χρυσόστομου  ἦταν ὁ πατριωτισμός καί ἡ ἱκανότητά του. Πίστευε στήν ἐξάπλωση τῆς φυλῆς του, στόχο τόν ὁποῖο ὑπηρέτησε πιστά. Ὁ Γάλλος πρόξενος τοῦ πρόσφερε ἄσυλο καί τοῦ συνέστησε νά δεχτεῖ μερικούς Γάλλους ναῦτες σάν συνοδεία γιά τήν ἀσφάλειά του, ἀλλά ὁ Χρυσόστομος ἀρνήθηκε λέγοντας ὅτι ἦταν καθῆκον του νά παραµείγει µέ τό ποίμνιό του µέχρι τέλους. Μοῦ εἶχε πεῖ, θυµᾶμαι, τά ἑξῆς: «Εἶμαι σάν τόν ποιμένα. Δέν μπορῶ νά ἀφήσω τό ποίμνιο µου». Ὁ ἀρχιεπίσκοπος βρῆκε µαρτυρικό θάνατο καί τοῦ ἀξίξουν ὕψιστες τιµές γιά τήν προσφορά του στήν ἑλληνική Ἐκκλησία καί στήν κυβέρνηση τῆς πατρίδας του. Τοῦ ἀξίζει ὁ θαυμασμός ὅλων τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι εἶναι σέ θέση νά ἐκτιµήσουν τό θάρρος τή στιγµή πού βρίσκεσαι ἀντιμέτωπος μέ  ἕνα φρικτό θάνατο.

Ὁ Πολύκαρπος, ὁ πολιοῦχος ἅγιος της Σμύρνης, εἶχε καεῖ ζωντανός στό στάδιο πού βρίσκεται πάνω ἀπό τήν πόλη καί ὁ Χρυσόστομος δίκαια τοποθετεῖται δίπλα του. Οἱ Τοῦρκοι περιδιαβαίνουν ἀνενόχλητοι τή χώρα τῶν  ἑπτά Πόλεων, χωρίς νά διαμαρτύρεται καμιά χριστιανική κυβέρνηση. Νά ὅµως πού ἔσωσε τήν τιµή τῶν ὅπλων ὁ ἴδιος ὁ Χρυσόστομος. Ἡ τελευταία πράξη τοῦ δράματος, πού σήµανε τήν ἐξάλειψη τῆς χριστιανοσύνης, φωτίστηκε ἀπό τόν ἡρωικό θάνατο καί τή σθεναρή μέχρι τέλους ἄµυνα τοῦ τελευταίου χριστιανοῦ μητροπολίτη»

Προσευχόμαστε ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τῆς ἱστορίας νά σκεπάζει τήν εὐλογημένη Πατρίδα μας τούς πιστούς Ἄρχοντες μας καί τόν θεοφιλῆ Πιστό Λαό, ψάλλοντες

«Ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν

ὁ ποιῶν ἀεί μεθ’ ἡμῶν κατά τήν σήν ἐπιείκειαν

μή ἀποστήσῃς τό ἔλεός σου ἀφ’ ἡμῶν,

ἀλλά ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις

ἐν εἰρήνῃ κυβέρνησον τήν ζωήν ἡμῶν».

5 Σεπτεμβρίου 2019

1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ “ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ”

1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δ α ν ι ή λ

                                                                                                 

   Τήν 1 Σεπτεμβρίου ἀρχίζει τό ἐκκλησιαστικό ἔτος πού διατηρεῖ μέχρι σήμερα τήν ἀρχαία ὀνομασία Ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου ἤ  Ἐπινεμήσεως.

  1. Ἡ λέξη Ἴνδικτος εἶναι λατινική καί χρησιμοποιεῖται μέ τήν ἔννοια τοῦ ἔτους. Στά ἑλληνικά χρησιμοποιεῖται καί ἡ λέξη Ἐπινέμησις δηλαδή μερισμός τοῦ χρόνου πού εἶναι τό ἔτος.
  1. Ὁ μῆνας Σεπτέμβριος εἶναι ὁ ἕβδομος μῆνας συναριθμούμενος ἀπό τοῦ Μαρτίου πού θεωρεῖται ὁ πρῶτος μῆνας τοῦ ἔτους κατά τό Ἐξόδου ιβ΄ 1 πού ὁ Μωϋσῆς νομοθέτησε στούς Ἰουδαίους ὅτι «Ὁ μῆνας αὐτός θά εἶναι γιά σᾶς ἡ ἀρχή τῶν ἄλλων μηνῶν καί ὁ πρῶτος μεταξύ τῶν μηνῶν τοῦ ἔτους».

   Οἱ Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἐξηγοῦν, γιατί ἀφοῦ ὁ Μάρτιος εἶναι ὁ πρῶτος μῆνας ἐμεῖς ἀρχίζουμε τό ἔτος τόν Σεπτέμβριο πού εἶναι ὁ ἕβδομος. Ὁ λόγος εἶναι βαθύτατα θεολογικός. Δέχονται, ὅτι ὁ μῆνας Μάρτιος εἶναι ὁ μῆνας τῆς δημιουργίας καί τῆς ἀναδημιουργίας τῆς φύσεως, ἀλλά καί ὁ μῆνας πού συνέβησαν τά σωτηριώδη γεγονότα τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς καί σ’ αὐτή τῆς Καινῆς Διαθήκης. 

  1. Ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ὁ μῆνας τῆς φθορᾱς γι’ αὐτό καί μᾶς εἰσάγει στό Φθινόπωρο. Ἐξηγεῖ ὁ ὕπατος τῶν Φιλοσόφων τοῦ Βυζαντίου Μιχαήλ Ψελλός τήν αἰτία πού ἀποφασίσθηκε τό ἔτος νά ἀρχίζει τόν Σεπτέμβριο, ὅτι γιά τήν πρώτη κτίση (δημιουργία ) καί γιά τήν αὔξηση στό καλλίτερο φαίνεται, ὅτι ἡ ἀρχή εἶναι ἡ πρώτη ἰσημερία τοῦ χρόνου, δηλαδή ὁ Μάρτιος, ὕστερα ὅμως ἀπό τήν κατάρα (τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων)  ἐξ αἰτίας τῆς παραβάσεώς τους καί τήν ὑπαγωγή τους στήν κοπιαστική ζωή πού ὁδηγεῖ στήν φθορά ἡ ἀρχή τοῦ ἔτους τέθηκε ἡ δεύτερη ἰσημερία,  ἐπειδή ἀπ’ ἐκεῖ ἀρχίζουν ὅλα νά ὁδηγοῦνται στήν φθορά

Συγχρόνως ὅμως ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ἡ ἀρχή τῆς συλλήψεως καί κυοφορίας σχεδόν ὅλων τῶν καρπῶν γιά τήν ἀναγέννηση τῆς φύσεως πού προμηνύει τήν ἐλευθερία της ἀπό τήν δουλεία τῆς φθορᾶς κατά τό Πρός Ρωμαίους η΄ 20-21.

  1. Γι’ αὐτό καί ὁ ἑορτολογικός κύκλος τῶν ἀκινήτων καί τῶν κινητῶν ἑορτῶν ἀρχίζει τόν Σεπτέμβριο μέ τίς ἑορτές πρῶτα τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου τήν 8 Σεπτεμβρίου καί μετά τῆς συλλήψεως τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου τήν 23 Σεπτεμβρίου.
  1. Κατά τήν 1 Σεπτεμβρίου ἑορτάζουμε:

            α. Τήν ἀρχή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.

            β. Τήν εἴσοδο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν Συναγωγή τῆς Ναζαρέτ πού ἀναφέρεται στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας (Λουκᾶ δ΄ 16-30) καί

            γ. Γιά νά παρακαλέσουμε τόν Θεό νά μᾶς σπλαγχνισθεῖ καί νά εὐλογήσει τόν νέο ἔτος καί νά μᾶς τό χαρίσει εὐτυχῆ γεμᾶτο ἀπ’ ὅλα τά σωματικά ἀγαθά καί νά φωτίσει τό νοῦ μας γιά νά περάσουμε ὅλη τήν ἐτήσια περίοδο μέ καθαρή καρδιά καί ἀγαθή συνείδηση καί νά εὐαρεστήσουμε τόν Θεό μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του καί ἔτσι νά ἐπιτύχουμε τῶν ἐν οὐρανοῖς αἰωνίων ἀγαθῶν.

            δ. Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀποφάσισε κατ’ αὐτήν τήν 1η Σεπτεμβρίου νά ἀναπέμπονται εἰδικαί δεήσεις «ὑπέρ τῆς προστασίας τοῦ περιβάλλοντος» καί μέ κατάλληλα κηρύγματα καί ἐκδηλώσεις νά διαφωτίζονται οἱ πάντες καί νά κινητοποιοῦνται γιά τήν ἀνάσχεση καί ἀποτροπή τῶν ἐπικρεμαμένων κινδύνων ἀπό τήν κατάχρηση τοῦ περιβάλλοντος.

29 Αὐγούστου 2019

Ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης

 

Ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δ α ν ι ή λ

   «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω

        τὸν ἄγγελόν μου»

             (Μάρκου α΄, 2)

Καλύτερη προετοιμασία, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν ᾿Ιησοῦ, ποὺ ἔρχεται νὰ βαπτισθεῖ στὸν ᾿Ιορδάνη, καὶ νὰ Τὸν ἀναγνωρίσουμε ὡς «ἐνανθρωπήσαντα Λόγον τοῦ Πατρός», ὅπως ἀπεκάλυψε ἡ φωνὴ τοῦ Γεννήτορος καὶ ἐπεβεβαίωσε ἡ παρουσία τοῦ Πνεύματος (Ματθαίου γ΄, 16-17), εἶναι ἡ μελέτη τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ βίου τοῦ Βαπτιστοῦ ᾽Ιωάννου.

Ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης ὑπῆρξε ὁ Πρόδρομος τοῦ Ἰησοῦ, ἐκεῖνος, ποὺ μὲ τὸ λόγο του καὶ τὸ παράδειγμά του προκήρυξε τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία, ἐκεῖνος, ποὺ κήρυξε στὰ πλήθη τοῦ Ἰσραὴλ νὰ ἑτοιμασθοῦν μὲ πράξεις μετάνοιας γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦν τὸ Φῶς καὶ τὸ Λυτρωτὴ τοῦ κόσμου.

Ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης ἦταν ὁ ἐκλεκτὸς τῆς θείας Προνοίας, μὲ ὑψηλὴ καὶ ἅγια ἀποστολή. Χρόνια νωρίτερα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὸν προφήτη Ἡσαΐα προεῖπε γι᾿ αὐτόν: «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου» (Μάρκου α΄, 2).

Κλήση θεϊκή. Ὁ Θεὸς ἀπέστειλε τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ (Λουκᾶ α΄, 8-29) νά ἀναγγείλει τήν γέννηση τοῦ Ἰωάννου καὶ νὰ πεῖ τί θὰ γινόταν, ὅταν θὰ μεγάλωνε. Θὰ ὀνομασθεῖ, εἶπε ὁ Ἀρχάγγελος στὸ Ζαχαρία, «Ἰωάννης», δηλαδὴ ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ. Θὰ γίνει ξακουστός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ τὸν ἁγιάσει ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς μητέρας του καὶ πολλοὶ θὰ χαροῦν στὴ γέννησή του.

Γιατί θὰ χαροῦν γιὰ τὴ γέννησή του; Διότι ἡ γέννησή του θὰ σηµάνει τὴν προσεχῆ ἔλευση τοῦ Ἥλιου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν σύντομη κατάργηση τοῦ Νόμου τῆς κατάρας γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, ἐφ’ ὅσον ὁ Νόμος θεωροῦσε καταραμμένους ἐκείνους ποὺ δὲν ἔμειναν πιστοί σ’ ὅλα ὅσα εἶναι γραμμένα στὸ βιβλίο τοῦ Νόμου καὶ δὲν τὰ τηροῦσε (Πρός Γαλάτας γ΄, 10 καί Δευτερονομίου κζ΄, 26). Ὁ Ἰωάννης θὰ ἔχει τὸ ὑπέροχο προνόμιο νὰ εἶναι ὁ Πρόδρομος τοῦ Μεσσία. Θὰ ἔχει ὅμως ἀποστολὴ νὰ κηρύξει τὸν ἐρχομὸ τοῦ Λυτρωτοῦ καὶ νὰ προετοιμάσει τὶς καρδιὲς τῶν συγχρόνων του Ἰουδαίων γιὰ νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν. Ὁ Ἰωάννης θὰ εἶναι ἡ «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» (Ματθαίου γ΄, 3), ὅπως προανήγγειλαν οἱ Προφῆτες. Δὲν θὰ εἶναι ὁ λόγος. Ὁ λόγος εἶναι ἔναρθρος. Ἡ φωνὴ εἶναι ἄναρθρος. Ὁ λόγος εἶναι ὁμιλία. Ἡ φωνὴ ἠχώ. Τὸ ἕνα ἔκφραση, τὸ ἄλλο φθόγγος. Ἡ φωνή, ὅταν βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα, πνίγεται στὸ κενό, ὁ λόγος διατρέχει τὸ κενὸ μένει στὸ νοῦ κι ἐκεῖ ἀποταμιεύεται.

Αὐτὴ εἶναι ἡ θεϊκὴ κλήση τοῦ Ἰωάννου. Ὁ Θεὸς πρὸ αἰώνων τὸν προώρισε νά ἐκτελέσει τὴν ὑψηλὴ αὐτὴ ἀποστολὴ καὶ νὰ γίνει Πρόδρομος τοῦ ἀχρόνου Υἱοῦ ποὺ «ἐν χρόνῳ» θὰ λάβαινε σάρκα γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Ἄς τὸν τιμήσουμε ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τὸν τίμησε ἐγκωμιάζοντας τὴν ἀποστολή του (Ματθαίου ια΄ 11· Λουκᾶ ζ΄, 28).

Κήρυγμα ἅγιο. Ἡ κλήση ὅσο ἁγία καὶ νὰ εἶναι σὲ τίποτα δὲ χρησιμεύει, ὅταν ὁ καλούμενος δὲν ἀνταποκρίνεται.

Καὶ ὁ ᾽Εωσφόρος ἦταν καλεσμένος νὰ εἶναι στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ὑψίστου κι ὅμως κατακρημνίσθηκε στὴν ἄβυσσο . Ὁ ᾿Ιωάννης ἀνταποκρίθηκε στὴν κλήση του καὶ ἔγινε μεγάλος.

᾽Εκεῖ στὴν ἔρημο, ζυμωμένος ἀπὸ τὶς στερήσεις κηρύττει ἄφεση ἁμαρτιῶν μὲ στερεά καὶ πειστικά λόγια, λόγια χωρὶς στόμφο, χωρὶς ὑπεροψία, χωρὶς ἐπίδειξη, λόγια ζωντανά, κεραυνοβόλα. «Μετανοεῖτε ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθαίου γ΄, 1-13 βλ. καί Λουκᾶ γ΄, 4-18).

Αὐτὰ συνιστοῦσε σὲ ὅλους γενικά. Στοὺς ὑποκριτὲς Φαρισαίους καὶ τοὺς φιλελεύθερους Σαδδουκαίους δὲn δίσταζε νὰ ἀπευθύνει καυστικώτερα λόγια, μὲ τὴν ἐλπίδα νἀ συνέλθουν. «Γεννήματα ἐχιδνῶν» (Ματθαίου κγ΄, 33) τοὺς ἀποκαλεῖ, γιατὶ ὅπως ἡ ἔχιδνα δὲn διστάζει νὰ φάει τὴ μητέρα της ἔτσι καὶ αὐτοὶ δὲn φοβήθηκαν νὰ φονεύσουν τοὺς πνευματικούς τους πατέρες, τοὺς Προφῆτες: «Καυχᾶσθε, τοὺς λέγει, ὅτι ἔχετε πατέρα τὸν Ἀβραάμ κι ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ καί ἀπὸ τὶς πέτρες νὰ βγάλει παιδιὰ τοῦ Ἀβραὰμ», δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ λατρεύουν τὰ εἴδωλα μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ βγάλει πνευματικὰ παιδιά, ποὺ νὰ ἔχουν τὴν ἴδια πίστη μὲ τὸν Ἀβραάμ (Ματθαίου γ΄, 9).

 «Προσέξετε, γιατὶ ἡ ἀξίνη τῆς θείας ὀργῆς βρίσκεται, κοντὰ στὴ ρίζα τοῦ δένδρου» ἔλεγε στούς Ἰουδαίους.

Στὸν Ἡρώδη, ποὺ ζοῦσε παράνομα καὶ εἶχε τὴ γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου, δὲν δίστασε νά µηνύσει «Οὐκ ἔξεστί σοι» (Ματθαίου ιδ΄, 4).

Ἡ τόλμη αὐτὴ καὶ ἡ πιστὴ ἀνταπόκριση στὴν κλήση τῆς ἀποστολῆς του στοίχισε τὴ ζωὴ καὶ μὲ ἕνα ἔνδοξο θάνατο ἐπισφράγισε τὸ αἰώνιο κήρυγμά του. Αἰώνιο κήρυγμα, γιατὶ τὰ κηρύγματα, ποὺ ἐπισφραγίζονται μὲ τὴν προσφορὰ τῆς ζωῆς, μένουν αἰώνια.

Βίο ἄµεμπτο. Τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν καρποφόρο καὶ ἀποτελεσματικὸ στὶς καρδιὲς τῶν συγχρόνων του, γιατὶ ὁ κήρυκας τῆς ἐρήμου καλλιεργοῦσε στὴν ἰδιωτική του ζωὴ τὶς δυὸ ἀπαραίτητες ἀρετές: Τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου, πού ἔφθανε ὡς τὴν αὐταπάρνηση τοῦ βίου καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη ποὺ κατέληγε στὴν πλήρη ἀναγνώριση τῆς ἀτομικῆς μηδαμινότητας.

Ὁ ᾽Ιωάννης ζοῦσε μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο. Ζοῦσε στὴν ἔρημο, ὅπου ἡ ψυχή του εὐκολώτερα ἑνωνόταν μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔμενε βυθισμένη στὴ μελέτη τῶν θείων δωρεῶν.

Ἡ ἐνδυμασία τοῦ Βαπτιστοῦ ἦταν ἁπλούστατη καί ἡ τροφή του λιτότατη. Ἦταν ντυµένος μὲ «τρίχας καμήλου» καὶ μιὰ ζώνη δερμάτινη στὴ μέση. Ἡ ἐνδυμασία του καὶ ἡ τροφή του ἦταν ὁ πιὸ αὐστηρὸς ἔλεγχος γιὰ τοὺς ᾿Ιουδαίους, ποὺ ζητοῦσαν τὴν καλοπέραση καὶ τὴν πολυτέλεια.

Ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τοῦ Προδρόμου ἔκανε τὰ πλήθη νὰ τρέχουν καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ θεόπνευστο κήρυγμά του καὶ νὰ ἐρωτοῦν ποῖος εἶναι. «Μήπως εἶσαι ὁ Μεσσίας;» τὸν ρωτοῦσαν, καὶ ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε «δὲν εἶμαι». «Μήπως εἶσαι ὁ Ἠλίας;» - «Δὲν εἶμαι» – «Μήπως εἶσαι ὁ προφήτης;» - Ὄχι. Ποῖος εἶσαι, λοιπόν, γιά νά δώσουμε μιὰ ἀπάντηση σὲ κείνους, ποὺ μᾶς ἔστειλαν καὶ μᾶς ἐρ-ωτοῦν. ᾿Εγὼ εἶμαι, ἀπαντοῦσε ταπεινὰ ὁ Πρόδρομος, «ἡ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» (Ἰωάννου α’, 23). Δὲν εἶμαι ὁ Χριστός, ἀλλ᾽ ὁ ἀπεσταλμένος Του.

Δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ ὀνομαστεῖ Προφήτης, ἐκεῖνος, γιά τόν ὁποῖον ὁ ἀλάθητος Κύριος εἶπε: «Μεγαλύτερος προφήτης ἀπ’ ὅσους ὑπῆρξαν μέχρι σήμερον δὲν ἔχει φανερωθεῖ» (Ματθαίου ια΄,11) καὶ ὁ ᾿Ιωάννης θὰ εἶναι ἡ κατακλείδα ὅλων τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἄν ὁ ἰσάγγελος ᾽Ιωάννης, ὁ αὐστηρὸς ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ὁ μεγάλος στὴν κλήση, στὸ κήρυγμα καὶ στὸ βίο σκέπτεται καί μιλάει ἔτσι γιά τὸν ἑαυτό του, ἐμεῖς πῶς πρέπει νά σκεφθοῦμε καὶ τί νὰ ποῦμε γιὰ τὸν ἑαυτὸ μας;

Τό κήρυγμα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιωάννη ἄς γίνει σὲ μᾶς δίδαγμα. Ὁ Ἰωάννης ἐπιθυμοῦσε νὰ ζεῖ στὴν ἔρημο καὶ τὴ σιωπὴ κι ἐμεῖς ἄς μὴν ἀναμιχθοῦμε στὸ θόρυβο τοῦ κόσμου μέσα στὶς ἀφορμὲς τῆς ἁμαρτίας. Ἐκεῖνος ἔδειξε τέτοια ἡρωϊκὴ τόλμη, καὶ δὲν δίστασε νὰ ἀνέβει τὶς σκάλες τοῦ μεγάλου Ἡρώδου καὶ νὰ τοῦ πεῖ τὸ «Οὐκ ἔξεστι» (Ματθαίου ιδ΄, 4) κι ἐμεῖς ἄς μὴν δειλιάζουμε νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν πίστη καὶ τὴν Ἐκκλησία μας. Ἐκεῖνος ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν κι ἐμεῖς ἄς μὴν ἀρνηθοῦμε νὰ κάνουμε κάθε προσπάθεια γιὰ νὰ νικήσουμε ἕνα πειρασμό.

«Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ

Πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν»

22 Αὐγούστου 2019

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΖΩΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΖΩΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

 

Ὑπάρχει μιά περίοδος τῆς ζωῆς τῆς Παναγίας γιά τήν ὁποία θά θέλαμε νά εἴχαμε πολύ περισσότερες πληροφορίες ἀπό ἐκεῖνες πού ἔχουμε. Ἡ περίοδος αὐτή εἶναι ἐκείνη πού ἀντιστοιχεῖ στά τρία ἔτης τῆς δημοσίας ζωῆς τοῦ Σωτῆρος ἤ καλύτερα ἐκείνη πού ἀρχίζει ἀπό τό θαῦμα στήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας καί τελειώνει στό δρᾶμα τοῦ Γολγοθᾶ. Τι ἔκανε ὅλη αὐτή τήν περίοδο ἡ Παναγία; Τά Εὐαγγέλια δέν μᾶς ἀναφέρουν παρά ἐλάχιστα. Ἀλλά κι ἀπό αὐτά τά ἐλάχιστα μποροῦμε νά συμπεράνουμε γιά τά ὑπόλοιπα.

Ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ µελέτη τῶν Εὐαγγελίων διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Παναγία δὲν εὑρισκόταν συνήθως στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸν δηµόσιο βίο Του. ᾽Αναμϕιβόλως ἔπρεπε νὰ εἶχε ἐγκαταλείψει τὴ Ναζαρὲτ γιὰ νὰ εὑρίσκεται κοντά Του, ὅπου ἐπήγαινε ᾿Εκεῖνος, ἀλλὰ θεωρεῖται πιὸ βέβαιο ὅτι δὲν Τὸν ἀκολουθοῦσε σὲ ὅλες τὶς περιοδεῖες Του.

Κατ’ ἐπανάληψη τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἀφοσιωμένες γυναῖκες ἀκολουθοῦσαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό καὶ τοὺς ἀποστόλους Του καὶ ὅτι τοὺς ὑπηρετοῦσαν πιστὰ καὶ μὲ ἀφοσίωση : «Καὶ ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ καὶ διηκόνουν αὐτῷ» (Μάρκου ιε΄, 49).

Δὲν μποροῦμε πράγματι νὰ ἐννοήσουμε ὅτι αὐτοὶ -ὁ Ἰησοῦς Χριστός καὶ οἱ µαθητές Του - θὰ μποροῦσαν νὰ περάσουν τρία χρόνα χωρὶς κάποιος νὰ τοὺς βοηθήσει, εἴτε γιὰ τὸ φαγητό τους, εἴτε γιὰ τὰ ροῦχα τους, εἴτε γιὰ τὶς ἀπαραίτητες ὑλικές ἀνάγκες τους.

Τὸ ὄνομα ὅμως τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας, μητρὸς τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἀναφέρεται ξεχωριστὰ καὶ μὲ σαφήνεια ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς συγγραφεῖς. Ἔνδειξη ὅτι δὲν συμμετεῖχε ἡ Παναγία στὸν ὅμιλο τῶν ἀφοσιωμένων γυναικῶν, ποὺ ἀπετέλεσε τὸ πρῶτον ἔμβρυον τῆς χριστιανικῆς δράσεως.

Γιατί ἡ Παναγία δὲν συμμετεῖχε σ᾿ αὐτὸ τὸν ὅμιλο; ᾿Αναμϕιβόλως γιατὶ ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός ἔτσι ἤθελε, ἔτσι εἶχε καθορίσει.

Οἱ ἑρμηνευτὲς εὑρίσκουν πολλὲς ἐξηγήσεις στὴ θέληση αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ Χιρστοῦ. Ἡ κυριωτέρα εἶναι ὅτι ὁ θεῖος Διδάσκαλος δὲν ἤθελε νὰ ἀφήσει τοὺς ἀκροατές του νὰ ἐνδιαφέρωνται γιὰ τοὺς φυσικοὺς συγγενικούς δεσμούς Του, ὥστε οἱ δεσμοὶ αὐτοὶ νὰ γίνωνται ἐμπόδιο στὴ θεϊκή ἀποστολή Του. Τοῦτο ἐξάγεται ἀπὸ δυὸ ἀπαντήσεις ποὺ ἔδωσε ξεχωριστὰ σὲ δυὸ περιπτώσεις.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός κατὰ τὸ δημόσιο βίο Του ἐνεργοῦσε περισσότερο ὡς Θεὸς παρὰ ὡς ἄνθρωπος. Ὁ σκοπός Του καὶ τά ἔργα Του στὸ δηµόσιο βίο Του ἀπαιτοῦσαν ἡ Παναγία νὰ εἶχε κάπως παραμερισθεῖ, γιατὶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἔχει ἀποστολὴ νὰ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλούς. Στὰ δύο περιστατικά τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ γίνεται μνεία τοῦ ὀνόματος τῆς Παναγίας, Αὐτὴ πάντοτε ἐπαινεῖται καὶ τιμᾶται ὄχι γιατὶ εἶναι μητέρα τοῦ Ἰησοῦ Χριτοῦ, ἀλλὰ γιατὶ ἀνταποκρίθηκε στὴν κλήση της, ἔμεινε πιστὴ στὸν Θεὸ καὶ καλλιέργησε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

ΙΙ

Κατὰ πρῶτον στὴν πόλη Καπερναοὺμ ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐκείνη τὴν ἡμέρα δίδασκε µέσα σὲ ἕνα σπίτι. Γύρω Του εὑρίσκονταν οἱ ᾿Απόστολοι καὶ πολὺ πλῆθος. Σὲ μιὰ στιγµή καταφθάνει ἡ Παρθένος Μαρία συνοδευοµένη ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς της, Μαρία τοῦ Κλεόπα καὶ τὰ παιδιά της.

Παρευθὺς ἡ πληροφορία φθάνει στὸν ᾿Ιησοῦ ὅτι ἡ Μητέρα Του εἶναι ἐκεῖ καὶ ζητεῖ νὰ τὸν δεῖ. Κάποιος ἀπὸ τοὺς παρόντας εἰδοποιεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό : «Ἡ µήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ἰδεῖν σε θέλοντες» (Λουκᾶ η΄, 20).

Ἄς σηµειώσωμε κατὰ πρῶτο τὴν ἔκφραση «καὶ οἱ ἀδελφοί σου», πού τὸ ἱερὸ κείµενο χρησιμοποιεῖ ἐδῶ ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις καὶ ποὺ θὰ ἄφηνε ἴσως νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἡ Παναγία εἶχε καὶ ἄλλα παιδιὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ. Ὄχι. Εἶναι βέβαιο καὶ δόγµα τῆς πίστεώς µας ὅτι ἡ Παναγία ἦταν παρθένος πρὸ τοῦ τόκου καὶ μετὰ τὸν τόκον. Ὑπῆρξε ἀειπάρθενος. Στὴ βιβλική ὅμως γλώσσα ἡ λέξη «ἀδελφοὶ» ἔχει ἄλλη ἔννοια ἀπὸ τὴ δική µας, τὴ σηµερινή. Σημαίνει στενὰ συγγενικά πρόσωπα. Στὴν περίπτωσή µας οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰησοῦ εἶναι παιδιὰ τῆς Μαρίας τοῦ Κλεόπα, ἑπομένως ἐξαδέλφια τοῦ Ἰησοῦ.

          Στὸ ἄκουσμα τῆς ἀγγελίας ποὺ ἔκαναν στὸν Ἰησοῦ Χριστό: «Ἡ µήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω», ὁ θεῖος Διδάσκαλος ἀπάντησε: «Τίς ἔστι µήτηρ; καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί µου;» (Ματθαίου ιβ΄, 48). Βαθειὰ σιωπὴ ἐπηκολούθησε. Τότε ὁ Ἰησοῦς Χριστός περιφέροντας τὸ βλέμµα Του σὲ ὅλους τοὺς παρευρισκοµένους ἀκροατές του καὶ ἐκτείνοντας τὸ χέρι πρὸς αὐτοὺς δήλωσε ἐπιβλητικὰ καὶ καθαρά: «Μήτηρ µου καὶ ἀδελφοί µου οὗτοί εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτὸν» (Λουκᾶ η΄, 21).

Τί σηµαίνει αὐτὴ ἡ ἀπάντηση; Ὁ θεῖος Διδάσκαλος θέλησε ἐδῶ νὰ ἐνημερώσει τὴν ἀνωτερότητα τῶν ὑπερφυσικῶν αἰσθημάτων συγκρινόµενα μὲ τὰ καλύτερα καὶ εὐγενέστερα γήϊνα αἰσθήματα. Καὶ θέλησε συνάµα νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀπόσπαση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπινους δεσμούς, ὅταν πρόκειται νὰ ὑπηρετήσουμε τὸν Θεό. Τὸ ἴδιο µάθηµα μᾶς τὸ ἔδωσε καὶ σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν στὸν ναὸ τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅταν ἀπάντησε στὴ Μητέρα Του καὶ στὸν ᾽Ιωσὴφ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν ἀναζητοῦν στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα του «Οὐκ ἤδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ Πατρός µου δεῖ εἶναι µε;» (Λουκᾶ β΄, 49). Πρῶτα ὁ Θεὸς καὶ ἔπειτα οἱ ἄνθρωποι.

Στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση τὰ λόγια τοῦ ᾿Ιησοῦ δὲν ἐγκλείουν καμιὰ ἐπίπληξη γιὰ τὴ Μητέρα Του, ἀλλὰ ἀντιθέτως λεπτὸ ἔπαινο σὲ αὐστηρὴ µορφή. Κι αὐτὸ γιατὶ κανεὶς ἄλλος δὲν συμµόρφωσε τὴ διαγωγή Του πρὸς τὴ θεϊκὴ θέληση, ὅπως ἡ Παναγία,

Δέν συνέλαβε τὸν θεῖο Λόγο στὰ καθαρά σπλάγχνα της διακηρύττοντας, ὅτι εἶναι δούλη Κυρίου καὶ ἂς γίνη κατὰ τὸ θέληµά Του; (Λουκᾶ α΄, 38).

ΙΙΙ

Τό δεύτερο περιστατικὸ κατὰ τὸ δημόσιο βίο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸ ὁποῖο γίνεται σαφῶς μνεία τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας ἀναφέρεται σὲ ἕνα συμβὰν ποὺ προξένησε ὁ θαυμασμὸς μιᾶς γυναίκας τοῦ λαοῦ ἀκούοντας τὰ ὑπέροχα λόγια τοῦ θείου Διδασκάλου.

Ξαφνικὰ μιά γυναίκα ἀπὸ τὸ πλῆθος φώναξε: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας» (Λουκᾶ ια΄, 27). Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἀνήμπορος νὰ κρατήσει τὸν ἐνθουσιασµό της ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τῶν λόγων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ μὲ ποιητικὴ ἔξαρση καὶ φαντασία φώναξε συγκινηµένη: «Μακαρία ἡ κοιλία, ποὺ σὲ βάστασε, καὶ οἱ μαστοὶ τοὺς ὁποίους ἐθήλασες». Δηλαδὴ µακαρία ἡ μητέρα, ποὺ σὲ γέννησε καὶ σὲ ἔθρεψε. Ἐμπρὸς σὲ τέτοια ἐπαινετικὴ καὶ ἐκστατικὴ ἔκφραση τι ἔκανε ὁ Ἰησοῦς;

Βέβαια δὲν ἀρνεῖται τὴν ἀλήθεια τῶν ἐπαινετικῶν λόγων, ποὺ Τὸν ἀφοροῦν, τόσον ᾿Εκεῖνον ὅσο καὶ τὴ Μητέρα Του. Ἡ Μητέρα Του δὲν εἶπε κάποτε κατὰ θεϊκὴ ἔμπνευση ὅτι θὰ τὴν θεωρήσουν µακαρία ὅλες οἱ γενεές: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί µε πᾶσαι αἱ γενεαί»; (Λουκᾶ α΄, 48)

Ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός θέλησε ἀκόμα μιὰ φορὰ νὰ ἐπωφεληθεῖ τῆς εὐκαιρίας γιὰ νὰ ἐξυψώσει τοὺς ἀκροατάς Του ἐπάνω ἀπὸ τὶς γήϊνες σκέψεις. Γι’ αὐτὸ προσθέτει «Μενοῦν γε µακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκᾶ ια΄, 28). ᾿Αληθινή, µακαρία εἶναι ἡ μητέρα µου, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι µακάριοι πρωτίστως εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκούουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσουν αὐτόν (Λουκᾶ ια΄, 28). Ἔτσι κι αὐτὴ ποὺ μὲ γέννησε καὶ θήλασε, ἔγινε ἄξια τῆς τιμῆς αὐτῆς, γιατὶ  φύλαξε πάντα τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.

Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ἔκανε καὶ πάλι ἐμμέσως τὸν ἔπαινον τῆς Μητέρας Του, γιατὶ τὴν ἀνεκήρυττε µακαρία γιὰ δυὸ λόγους: Καὶ γιατὶ ἔφερε στὸν κόσµο τὸν Λόγο καὶ γιατί, καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλο πλάσμα δέχθηκε καὶ φύλαξε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία ἀκόμη παρέλαβε τὸ ἱερὸ αὐτὸ κείµενο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ σὲ κάθε σχεδὸν ἑορτὴ τῆς Παναγίας τὸ ἐπαναλαμβάνει στὶς ᾽Ακολουθίες καὶ μᾶς προσκαλεῖ νὰ τὸ µελετήσωμε.

8 Αὐγούστου 2019

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

 

Κάθε καλός καὶ λογικὸς ἄνθρωπος θλίβεται, ὅταν σκέπτεται τὸν θάνατο ἑνὸς προσφιλοῦς του προσώπου καὶ πολὺ περισσότερο, ὅταν τὸ προσφιλες αὐτὸ πρόσωπο εἶναι ἡ μητέρα του. Ποιός, ὅσο σκληρόκαρδος κι ἂν εἶναι, δὲ συγκινεῖται στὴ σκέψη τοῦ ἀποχωρισμοῦ τῆς πιὸ ἀγαπημένης ὑπάρξως, τῆς μητέρας του; Ἡ ἐπέτειος τοῦ θανάτου της εἶναι γι’ αὐτὸν ἡμέρα λύπης καὶ πένθους

Κάτι ὅμως ἀντίθετο καὶ παράξενο συµβαίνει μὲ μᾶς ὅλους τοὺς Χριστιανούς, ποὺ τελοῦμε τὴν ἐπέτειο μνήμης τοῦ ἀποχωρισμοῦ τῆς πνευματικῆς µας μητέρας, τῆς ἐνδόξου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας: ᾽Ανατολὴ καὶ Δύσις πανηγυρίζουν, συνευφραίνονται, καὶ ψάλλουν ἑορταστικοὺς ὕμνους, Ὅλοι εἴμεθα χαρούμενοι κι ὅλοι ἑορτάζουμε. Δὲν εἶναι ἡ ἐπέτειος αὐτή ἐπέτειος πένθους, ἀλλὰ χαρᾶς. Δὲν εἶναι µεγάλη Παρασκευή, ἀλλὰ Πάσχα, Ἑορτή, Πανήγυρις.

Καὶ πολὺ σωστά. Ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι, γιατὶ ἐμεῖς σήµερα ἑορτάζουμε ἕνα ζωηφόρο θάνατο, μιὰ ἔνδοξο µετάσταση, μιὰ θριαμθευτικὴ ἄνοδο στὸν οὐρανό.

  1. Ἑορτάζουμε ἕνα ζωηφόρο θάνατο

Ἡ Παναγία, ἡ ἀληθινὴ µητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀποθνήσκει, δηλαδή γίνεται ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἀποθνήσκει γιὰ νὰ εἰσέλθη στήν οὐράνια δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Υἱός της, ἀπόλυτος κύριος καὶ δεσπότης, ἐξέλεξε τὸ δρόμο τοῦ θανάτου γιὰ νὰ ὁδηγήσει τοὺς πολλοὺς στὴ σωτηρία. Ἡ Παναγία, ἡ μητέρα Του, δὲν μποροῦσε νὰ ἀκολουθήσει ἄλλο δρόμο.

᾿Αποθνήσκει γιὰ νά γίνη ὑπόδειγμα δικό µας, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πῶς πρέπει νὰ ἀντικρύσουμε τὸ θάνατο. ᾿Αποθνήσκει γιὰ νὰ γίνει δική µας παρηγορήτρια κι ἔτσι τώρα μὲ παρρησία μποροῦμε νὰ τὴν ἐπικαλούμεθα λέγοντας: «Θεοτόκε Παρθένε, δεήσου ὑπὲρ ἡμῶν νῦν καὶ ἐν τῇ ὥρα τοῦ θανάτου ἡμῶν», γιατὶ γνώρισε καὶ πέρασε κι αὐτὴ ἀπ αὐτὴ τὴν ὥρα.

Ὁ θάνατος λοιπὸν τῆς Παναγίας δὲν εἶναι ἧττα, ταπείνωση, τιμωρία, ἀλλὰ νίκη, δόξα, ἁμοιβή.

Τέσσερα κάνουν τὸν θάνατο τρομερό: οἱ πόνοι ποὺ τὸν συνοδεύουν, ἡ ἀπώλεια τῶν προσφιλῶν προσώπων καὶ ἀντικειμένων, ἡ ἀνησυχία γιὰ τὸ παρελθὸν καὶ ὁ φόβος γιὰ τὸ μέλλον.

Κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ τέσσερα δὲν τάραξε τὴν Παρθένο Μαρία.

α) ᾿Εκείνη ὑπέφερε πολύ, εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν µαρτύρων, ἀλλὰ κανένας πόνος φυσικὸς οὔτε ἀρρώστεια δὲν τάραξαν τὸν ἤρεμο θάνατό της.

β) Αὐτὴ δὲν εἶχε τὴν καρδιά της προσκολληµένη στὰ γήϊνα, ἑπομένως ἐγκαταλείπει πρόθυμα τὸν κόσμο αὐτὸ στὸν ὁποῖο τίποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ψυχές, δὲν ἀγάπησε.

γ) Δὲν ἔχει τίποτα νὰ φοθηθεῖ γιὰ τὴν περασμένη ζωή της. Οὔτε ἡ παραμικρὴ ἁμαρτία δὲν βαρύνει τὴ συνείδησή της, ἀπεναντίας πλῆθος μισθῶν στολίζει τὴν ψυχή της καὶ ἀναμένει τὴν ἀνταμοιβή, καὶ

δ) Πηγαίνει στὴν συνάντηση τοῦ θείου Υἱοῦ της, τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πγεύματος, πηγαίνει γιὰ νὰ στεφανωθῆ μὲ τὸ αἰώνιο καὶ ἁμάραντο στεφάνι τῆς δόξης.

Ὁ θάνατος λοιπὸν τῆς Παναγίας δὲν ἦταν σκληρὸς καὶ ὀδυνηρός, ἀλλὰ γλυκὺς καὶ ἤρεμος. Ἡ Παναγία δὲν ἀπέθανε ἀπὸ ἀσθένεια καὶ μὲ πόνους, ἀλλὰ ἀπὸ φλογερὴ ἀγάπη, ποὺ  ἔτρεφε γιὰ τὸ δοξασµένο παιδί της καὶ Θεό της. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη τῆς ἔφερε τὸ χωρισμὸ της ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, τὸν θάνατο. Αὐτὸ δὲν εἶναι θαῦμα, ἀλλὰ ἡ διακοπή ἑνὸς θαύματος. Θαῦμα ἦταν πῶς κατώρθωνε νὰ ζῆ στὴ γῆ χωρὶς τὸν Υἱό της. Σωστὰ λοιπὸν ὁ θάνατός της ἦταν ζωηφόρος, ἔδωσε τὴ ζωή, σκόρπισε τὴν χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση.

  1. Τιμοῦμε τὴν ἔνδοξο µετάστασί της

Τιμοῦμε τὸ γεγονὸς ὅτι παρευθὺς μετὰ τὸν θάνατο τῆς Παναγίας ἡ ψυχή της ἑνώθηκε μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα της γιὰ νὰ εἰσέλθει στὸν Παράδεισο, Ἐκεῖνο δηλαδή πού θὰ γίνει γιὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς στὸ τέλος τοῦ κόσμου, στὴ γενική κρίση, ἔγινε παρευθὺς μετὰ τὸν θάνατο τῆς Παναγίας. Μεγάλο προνόμιο, ἐξαιρετικὴ τιμὴ γιὰ τὴν Παρθένο.

Τὸ ἄχραντο σῶμα της δὲν γνώρισε τὴ φθορὰ τοῦ τάφου, γιατί ἡ φθορὰ τοῦ τάφου εἶναι συνέπεια τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ Παναγία ἦταν τέλειο ὑπόδειγμα σὲ ὅλο τὸ διάστηµα τῆς ἐπίγειας ζωῆς της, ἦταν πάντα ἄσπιλος καὶ ἀμόλυντος καὶ δὲ γνώρισε οὔτε τὴ σκιὰ τῆς ἁμαρτίας. «Ὅπως στὴ σύλληψί της, ἔμεινε ἄσπιλος, στὴ γέννηση παρθένος, ἔτσι καὶ στὴν κοίμησή της ἔμεινε ἄφθορος».

Τὸ σῶμα τῆς Παναγίας ἔμεινε ἄφθορο, γιατὶ ἦταν σῶμα ζωοδόχο, εἶχε γεννήσει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, εἶχε γαλουχήσει τὸν ἐνανθρωπήσαντα λόγο. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ γνωρίσει τὴ φθορὰ τοῦ τάφου; Πῶς ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ποὺ εἶναι Παντοδύναµος Θεὸς θὰ ἄφηνε τὴ µητέρα του νὰ γίνει βορὰ στὰ σκουλήκια; Πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ ἀδιαφορήσει γι’ αὐτὸ τὸ σῶμα, ἐπάνω στὸ ὁποῖο τόσες φορὲς εἶχε ἀναπαυθεῖ; Κάθε παιδὶ θέλει παρευθὺς νὰ ἐκδηλώσει τὴν ἀγάπη γιὰ τὴ μητέρα του κι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ θὰ περίµενε τὴ γενική κρίση γιὰ νὰ τιµήσει καὶ δοξάσει τὸ σῶμα τῆς Μητέρας Του;

Λογικὴ καὶ σωστὴ ἡ πίστη µας στὸ ἔνδοξο προνόμιο µεταστάσεως τῆς Παναγίας.  Ἄν παραδεχώµεθα ὅτι ὡρισμένοι ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως ὁ Ἐνώχ, ὁ Ἠλίας καί ἄλλοι ἔνδοξοι ἀνελήφθησαν στοὺς οὐρανούς, γιατί νὰ μή παραδεχθοῦμε κάτι περισσότερο γιὰ τὴν Παναγία;

Ἄν ἔχουμε σώματα ἁγίων ἄθικτα καὶ µυροβόλα, γιατί γιὰ τὸ σῶμα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ παραδεχθοῦμε κάτι περισσότερο;.

Ἔχομε λείψανα τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ ἄλλων συγχρόνων τῆς Παναγίας, καὶ ἀπὸ τὴν Παναγία δὲν ἔχουμε τίποτε, ἐνῶ ξέρομε ὅτι οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ τιμοῦσαν μὲ ἰδιαίτερο τρόπο τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ἐπιβεβαιώνουν ὅ,τι πιστεύουµε καὶ μᾶς πείθουν γιὰ τὴν ἔνδοξη µετάσταση τῆς Παναγίας. Σωστὰ ἡ Ἐκκλησία ψάλλει: «Τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε», «Μετέστης πρὸς οὐρανόν».

Δίκαια προξενεῖ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση σὲ μᾶς ὅλους τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐπουράνιος Μητέρα µας βρίσκεται μὲ τὴν ψυχὴ καὶ μὲ σῶμα ἔνδοξο στὸν οὐρανό.

  1. Πανηγυρίζουμε τή θριαμβευτική εἴσοδό της στὸν οὐρανὸ

Συνοδευόμενη ἡ Πανάχραντος Μητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὶς χορεῖες τῶν ᾿Ασωμάτων Δυνάμεων, ἀπὸ τοὺς ᾿Αρχαγγέλους καὶ ᾿Αγγέλους, ἀπὸ τὰ Σεραφεὶμ καὶ Χερουβείµ, ἀπὸ τὶς Κυριότητες καὶ τὶς Δυνάμεις, ἀπὸ τὶς ᾿Εξουσίες καὶ τὰ ἄλλα ἀναρίθμητα τάγματα τῶν Ἀγγέλων, εἰσέρχεται θριαμβευτικά μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα καὶ τὴν ψυχή της στὴ δόξα τοῦ Παντοδυνάµου γιὰ νὰ ἀπολαύσει τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητος καὶ συνδοξασθεῖ καὶ συμβασιλεύσει μὲ τὸν Υἱό της.

Ἐκεῖ ψηλὰ πρέπει ἐμεῖς νὰ ἀναζητήσουμε τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Μητέρα µας, ἐκεῖ ψηλὰ μένει σὲ ὑπερκόσμιο φῶς καὶ ἀπολαμβάνει τὴ θεία ἀκτινοβολία, ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νά περιγράψει.

᾿Εκεῖ ὑψηλὰ ποὺ εἶναι ὁ Υἱός της, γιατὶ ὁ Ἴδιος ἐβεβαίωσε «ὅπου εἰμὶ ἐγὼ ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται» (Ἰωάννου ιβ΄, 26). ᾿Εκεῖ ὑψηλά, ὅπου βασιλεύει ὁ Υἱὸς καὶ ὅπου παρέστει ἡ βασίλισσα πεποικιλµένη καὶ ἐστολισμένη. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι μεγάλα τὰ Προνόμια τῆς Παναγίας; Ζωηφόρος θάνατος, ἔνδοξη μετάσταση, θριαμβευτικὴ εἴσοδος. Δικαία ἡ χαρά µας, ὀρθῶς πανηγυρίζουµε.

᾽Αλλὰ αὐτὸ δὲ φθάνει. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Μητέρας µας εἶναι ἄλλη. ᾿Αποβλέπει στὸ δικό µας συμφέρον. Θέλει νὰ ἐξετάζουμε λιγότερο τὴ δόξα της καὶ περισσότερο τὴν αἰτία ποὺ τῆς δόθηκε τέτοια δόξα. Κι ἂν ἐξετάσουμε σήµερα, γιατί ἡ Παναγία ἔχει τέτοια δόξα; Θὰ δοῦμε ὅτι εἶναι, γιατὶ ἀνταποκρίθηκε στὴν ἀποστολή της, γιατὶ ἔφθασε σὲ µεγάλο, σὲ ὕψιστο, βαθμὸ τελειότητος. Ὁ ἅγιος Παῦλος λέγει ὅτι «Ἀθλητὴς οὗ στεφανοῦται ἂν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ» (Πρός Τιμόθεον Β΄, β΄, 5). Κανεὶς δὲ στεφανώνεται ἂν δὲν ἀγωνισθεῖ. Κι αὐτὸ ἐφαρμόσθηκε καὶ γιὰ τὴν Παναγία. Δὲν εἶναι τὰ ἐξαιρετικά της προνόμια: ἡ παρθενία της, ἡ θεϊκή µητρότητά της καὶ τὰ ἄλλα ποὺ τῆς δίδουν τὴ σημερινὴ δόξα. Αὐτὸ θὰ ἦταν πολὺ ἀποθαρρυντικὸ γιὰ μᾶς, ἀλλά εἶναι ἡ ἀνταπόκρισή της στά θεῖα δῶρα τοῦ Θεοῦ. Σήμερα στέφεται ἡ βαθειά της ταπεινοφροσύνη, ἡ ἀνεξάντλητη ὑπομονή της, ἡ εὐσέβειά της, ἡ καλωσύνη της, κι ὅλες οἱ ἄλλες ζηλευτές ἀρετές της.  

1 Αὐγούστου 2019

“ΜΕΤΑΜΟΡΦΟΥΣΘΕ”

ΜΕΤΑΜΟΡΦΟΥΣΘΕ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δ α ν ι ή λ

 

                                                Λ. 576

            Ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπενθυμίζει στούς πιστούς τήν ἀνάγκη γιά τήν πνευματική μεταμόρφωση τους ἤ πνευματική ἀνανέωσή μας κατά τήν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου “μεταμορφοῦσθαι” πού εὑρίσκεται στόν ἀντίποδα τῆς ἄλλης προτροπῆς του “μή συσχηματίζεσθε” (Ρωμαίους ιβ΄ 2)

            Οὐσιαστικά πρόκειται κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν θεώση πού ἀποτελεῖ ἀκρότατη ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων.

  1. Τό πρότυπο τῆς μεταμορφώσεως τῶν πιστῶν.

            Τό πρῶτο θέμα πού τίθεται στούς πιστούς εἶναι νά προσδιορίσουν τό πρότυπο τῆς μεταμορφώσεώς τους ἤ μέ ἄλλες λέξεις τῆς πνευματικῆς ἀνανεώσεώς τους. Αὐτό κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο εἶναι ὁ καινός ἄνθρωπος πού ὁ Θεός κατά τό σχέδιό του ἔχει πλάσει γιά νά ζεῖ μέ δικαιοσύνη καί ἁγιότητα πού προέρχονται ἀπό τήν ἀλήθεια : «ποθσθαι μς κατ τν προτραν ναστροφν τν παλαιν νθρωπον τν φθειρμενον κατ τς πιθυμας τς πτης, νανεοσθαι δ τ πνεματι το νος μν»  (Πρός Ἐφεσίους δ΄ 22-23)

            Δηλαδή : «Νά πετάξετε ἀπό πάνω σας τόν παλιό ἑαυτό σας, πού σᾶς συνδέει μέ τήν προηγούμενη ζωή σας καί πού φθείρετε μέ τίς ἀπατηλές ἐπιθυμίες του. Νά ἀνανεωθεῖτε σέ ὅλο τό πνευματικό σας βάθος»

  1. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς μεταμορφώσεως.

Οἱ λόγοι τῆς μεταμορφώσεως ἤ τῆς πνευματικῆς ἀνανεώσεως τῶν ἀνθρώπων  εἶναι δύο:

  1. Ἡ ἁμαρτία.

Αὐτή φθείρει καί στερεῖ ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν δόξα τοῦ Θεοῦ κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθη ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὅτι πάντες ἥμαρτον καί στεροῦνται τήν δόξα τοῦ Θεοῦ (Ρωμαίους γ΄ 23).

Γιά νά ἀποκτήσουν τήν θεία δόξα, δηλαδή νά θεωθοῦν,  πρέπει νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἁμαρτία καί θέωση εἶναι ἀσύμβατες καταστάσεις.

  1. Ἡ μαρτυρία.

Ὅλοι οἱ πιστοί πρέπει νά μεταμορφωθοῦν. Ἡ ἀνανεωμένη ἀπό τήν θεία Χάρη ζωή τους  μαρτυρεῖ στό  περιβάλλον τους τήν ἁγιότητα τοῦ χαρακτῆρα τους καί τήν πρός τά κρείττω ἀλλοίωση τους ἀπό τήν ἕνωσή τους μέ τόν Θεό ὅπως συνέβη μέ τόν Μωϋσῆ (Ἐξόδου λδ΄ 29-30) καί τούς Ἀποστόλους  (Πράξεων δ΄ 13).

Εἶναι ἀνάγκη οἱ πιστοί νά ἔχουν μεταμορφωμένη καί συνεχῶς ἀνανεούμενη πνευματική ζωή.

Γι’ αὐτό πρέπει πάντοτε οἱ πιστοί νά ἐνδιαφέρονται γιά τό ποιά μαρτυρία δίδουν στήν οἰκογένειά τους, στό περιβάλλον τους, στήν ἐργασία τους, στήν κοινωνία πού ζοῦν.

                                                              

  1. Ὁ τρόπος τῆς μεταμορφώσεως.

Πῶς θά μεταμορφωθοῦν ; Ἰδού.

α) Γκρεμίζοντας στή ζωή τους ὅλα τά μάταια καί εὐτελῆ ἀνθρώπινα πρότυπα, τά ὁποῖα ἀπέρριψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποκαλώντας τα σκύβαλα,  δηλαδή σκουπίδια  (Πρός Φιλιππησίους γ΄ 8)

β) Πράττοντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τούς ἀνθρώπους, ὅπως σαφέστατα τό ὅρισε ὁ Κύριός μας “Τοῦτο γάρ ἐστί θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁ ἁγιασμός ἡμῶν” (Α΄ Θεσσαλονικεῖς δ΄ 3).

γ) Ζητώντας ἀπό τό Θεό μέ θερμή προσευχή νά σέ δυναμώνει σ’ αὐτό τόν ἀγῶνα (Λουκᾶ α΄ 35).

Ἡ πνευματική μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνός προσωπικοῦ ἀγῶνος, ἀλλά δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ἀποτέλεσμα τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στή ζωή τοῦ Θεοῦ διά τῶν ἁγίων μυστηρίων.     Αὐτή τήν πνευματική διαδικασία περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὡς ἑξῆς: “Γιατί μόνο στό Χριστό κατοικε σωματικά λη θεότητα. Μόνο ατός μπορε νά μς δώσει τήν πληρότητα τς ζως, ατός πού εναι κύριος κάθε ρχς κι ξουσίας” (Κολοσσαεῖς γ΄ 9-10).

Ἡ πνευματική μεταμόρφωση εἶναι συνεχής ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατά τόν ἀπόστολικό λόγο: “ Ὅλοι, μες, λοιπόν, χωρίς κάλυμμα στό πρόσωπο, κοιτάζουμε σέ καθρέφτη τή λαμπρότητα το Κυρίου καί μεταμορφωνόμαστε σ’ ατήν τή λαμπρή εκόνα του, βαδίζοντας πό δόξα σέ δόξα μέ τήν νέργεια το Κυρίου, πού εναι τό Πνεμα” (Πρός Κορινθίους Β΄ γ΄ 18).

                                                   *****

 

17 Ἰουλίου 2019

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗΣ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Ο ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗΣ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

«᾿Ιησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ, …ὃς διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου» (Πράξεων ι΄, 38).

 

Ὁ Λυτρωτὴς ἡμῶν Χριστός, τὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ συγχρόνως καὶ παιδὶ τοῦ λαοῦ, γεννημένος καὶ μεγαλωμένος μέσα σὲ ταπεινὲς καὶ φτωχικὲς συνθῆκες τῆς ζωῆς, γνώρισε ἀπὸ κοντὰ τὸν λαό, ἐξετίμησε τὶς μεγάλες ἀρετὲς τῆς ἁπλῆς καὶ ἀψιμυθίωτης ψυχῆς του καὶ γι’ αὐτὸ τὸν συμπάθησε τὸν συμπόνεσε καὶ ἀφοσιώθηκε στὴν λύτρωσή του ἀπὸ τὰ δεινὰ ποὺ τὸν μάστιζαν. ᾿Αφ᾽ ἑνὸς μὲν δεινὰ σωματικά : πολύμορφες ἀρρώστειες, στερήσεις καὶ κακουχίες· ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ δεινὰ ψυχικά: πολύμορφες παθήσεις ψυχικὲς ζευγαρωμένες μὲ ἀποβιταμίνωση καὶ ἀτροφία πνευματική.

Κι ἔτσι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, σὰν πατέρας στοργικός, μερίμνησε γιὰ ὅλα τὰ ἀρρωστήματα καὶ τὰ δεινοπαθήµατα τοῦ καταφρονημένου, καὶ παραμελημένου λαοῦ. Καὶ τὸν μὲν πνευματικὸν ὑποσιτισμὸ τοῦ λαοῦ ἀντιμετώπισε ὁ Κύριος μὲ τὴ πνευματικὴ τροφή τῆς διδασκαλίας Του, τὶς δὲ σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀρρώστιες θεράπευσε μὲ τὴν παντοδυναμία τῆς θεϊκῆς Του φύσεως. «Καὶ περιῆγεν ὁ ᾿Ιησοῦς διδάσκων.... καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον  ἐν τῷ λαῷ» (Ματθαίου δ΄, 23)

Οὔτε στεῖρα περιέργεια, οὔτε ἀλαζονικὴ περιφρόνησι, οὔτε ἄνανδρος φόβος, ἀλλ᾽ οὔτε καὶ ποταπὴ κολακεία παρακινοῦσαν τὸν Ἰησοῦν Χριστόν νὰ ἐνδιαφερθῆ γιὰ τὸν λαόν. Ὁ Κύριος μακρὰν ἀπὸ κάθε δηµοκοπία καὶ συμφεροντολογία καὶ ἰδιοτελή ἐκμετάλλευση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν, µόνον ἀπὸ ἰδεολογικὴ ἀντίληψη καὶ ἁγνὴ διάθεση συμπάθησε τὸν λαὸ καὶ τὸν συμπόνεσε, ἐφόσον τὸν ἔβλεπε κουρασμένο καὶ ταλαιπωρημένο, ἀγνοημένο καὶ παραμελημένο σὰν κοπάδι προβάτων χωρὶς βοσκό (Ματθαίου ι΄, 36).

Καὶ τὸ ἄδολον ἐνδιαφέρον τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν λαὸ μαρτυροῦν οἱ ἀνύστακτες φροντίδες Του ὄχι µόνο γιὰ τὶς πνευματικὲς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς σωματικὲς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ, καὶ γιὰ τὴν συντήρηση τῆς ὑλικῆς του ζωῆς. Ζῶ σηµαίνει ἀντιπαλεύω μὲ τὴν πεῖνα καὶ τὴν δίψα, μὲ τὸ κρύο καὶ τὴν ζέστη, μὲ τὴν ἐξάντληση καὶ τὴν φθορά. Ἡ διατήρηση λοιπὸν τῆς σωματικῆς ζωῆς εἶναι μιὰ νίκη κατὰ τῆς φθορᾶς ποὺ ἐξασφαλίζεται μὲ μιὰ συνεχὴ καὶ ἐπίμονη καὶ κουραστικὴ προσπάθεια.

Τὸν βασικὸ δὲ αὐτὸν νόµο τῆς ζωῆς καὶ ἀπὸ ἀνθρώπινη πεῖρα τὸν γνώριζε καλὰ ὁ Κύριος, ἐφόσον ἕως τὸ τριακοστὸ ἔτος τῆς ἐδῶ ζωῆς Του µόχθησε καὶ ᾿Εκεῖνος στὸ ἐργαστῆρι τοῦ τέκτονος Ἰωσὴφ στὴν Ναζαρέτ. Ἡ καρδιά Του λοιπὸν ξεχείλιζε ἀπὸ συμπάθεια πρὸς τὸν λαό, ποὺ μοχθεῖ καὶ τσακίζεται γιὰ τὸν ἄρτο τὸν ἐπιούσιο καὶ γι αὐτὸ στὴν ἔρημο κατ᾽ ἐπανάληψη διέθρεψε τὸν πεινασμένο καὶ κουρασμένο λαό. ᾿Αλλ᾽ «ὅπου τὸ πτῶμα ἐκεῖ καὶ οἱ ἀετοί», καὶ οἱ ἀρρώστειες σὰν προχειρότερο στόχο ἔχουν συνήθως τὸ ὑποσιτιζόμενο καὶ ἐξαντλημένο σῶμα τοῦ ταλαιπώρου λαοῦ.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ὁ Χριστὸς-Λυτρωτής, ποὺ τόσο βαθειὰ συµπόνεσε τὸν λαὸ στὶς ταλαιπωρίες καὶ κακουχίες του, πολεμοῦσε ἀνένδοτα τὴν λερναίαν Ὕδρα τῶν λαϊκῶν ἀσθενειῶν, προθυµότατα θεραπεύων κάθε νόσο καὶ κάθε κακοπάθεια τοῦ λαοῦ.

 

᾿Αλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ πατρικὰ προνόησε ὁ Χριστός, ἀφοῦ πλουσιοπάροχα καὶ ἀκούραστα διέτρεφε τὸν λαὸ μὲ τὸ θεσπέσιο «μάνα» τῆς διδασκαλίας Του. Γενικῶς δέ, καλοκάγαθα ἄνοιγε στὸν λαὸ τὴν στοργική Του ἀγκαλιὰ καὶ τὸν καλοῦσε, λέγοντας: «Δεῦτε πρός µε πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθαίου ια΄, 28).

* * * * *

Καὶ τότε καὶ τώρα καὶ πάντοτε προσκαλοῦνται στοργικὰ νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστὸν ὅσοι ἔχουν ἀποκάμει σωματικὰ καὶ ψυχυκὰ στὸν τραχὺν ἀγῶνα τῆς ζωῆς καὶ ὅσοι ἀγωνιστὲς τῆς ἁμαρτίας ἔχουν νικηθῆ ἀπ᾿ αὐτὴν καὶ σκλαβωθῇ.

Ὁ Χριστὸς- Λυτρωτὴς ὑπόσχεται νὰ δώση στοὺς μὲν πρώτους ξεκούραση καὶ ἐνίσχυση, στοὺς ἄλλους δὲ συγχώρηση καὶ λύτρωση. Καὶ τὸ μαρτύριο τῆς ἀπολυτρώσεώς μας τὸ βλέπετε ἐκεῖ ψηλὰ στόν Σταυρό αἰώνια. ᾿Αδιάψευστο, ἀκατάλυτο.

Μὲ τὴν αἱματηρὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ ὁ Χριστὸς κατήργησε ὄχι µόνο τὸν φραγµό, ποὺ χώριζε τὸν ἐναγῆ ἄνθρωπο ἀπ᾿ τὸν Πάναγνο Θεόν, ἀλλὰ καὶ τὰ διαφράγµατα ποὺ χώριζαν τοὺς ὁμαίμονας ἀνθρώπους (Πράξεων ιζ΄, 26) σὲ πατρικίους καὶ πληβείους, σ’ ἐλευθέρους καὶ δούλους, σ᾽ εὐγενεῖς καὶ ἀγενεῖς. Γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο  τοῦ Χριστοῦ «οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος καὶ ἐλεύθερος» (Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 11). Κατὰ τὴν Χριστιανικὴ ἀντίληψη καὶ ὁ ἀφανέστερος καὶ ἀμαθέστερος καὶ πενέστερος ἄνθρωπος ἔχει σταθερὴ ἀξία ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὄχι μόνον τοῦ χάρισε τὴν φυσικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ τὸν συμπεριέλαβε στὸ πλαίσιο τῆς πνευματικῆς ἀπολυτρώσεως.

* * * * *

          Κατὰ τὴν χριστιανικὴ ἀντίληψη οἱ κοινωνικὲς καὶ ταξικὲς διακρίσεις-δημιουργήματα κατὰ συνθήκη ἐφημέρων ὀργανώσεων δὲν ἔχουν ἀντικειμενικὴ ἀξία στὴν πνευματικὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ ὄχι µόνον στὴν ἐπουράνια ἀλλὰ καὶ στὴν ἐπίγεια.

Τὰ µέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν ἕν σῶμα, ἕνα ὀργανισμό, ἕνα λαό περιούσιο. Καθώς δέ στό ἀνθρώπινο σῶμα δέν γίνονται ἐγωϊστικές διακρίσεις ἐντίμων καί ἀτίμων μελῶν, ἀλλά τά εὐφυέστερα καί ἰσχυρότερα ὄργανα ἐπαγρυπνοῦν καί προστατεύουν τά ἀσθενέστερα, ἔτσι καί στό σῶμα τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας ὅσοι ἔχουν θέση πλεονεκτική: ἠθική, πνευματική, ὑλική, ἔχουν συγχρόνως καί καθῆκον ἱερό τά ὁποιαδήποτε πλεονεκτήματά των· σοφία καί πεῖρα καί δύναμη καί πλοῦτο νά τά διαθέτουν γιά τήν ἐνίσχυση καί ὠφέλεια τῶν μειονεκτούντων ὡς πρὸς τὴν κτήση καὶ τὴν ἀπόλαυση τῶν φυσικῶν καὶ ἐπικτήτων ἀγαθῶν τῆς παρούσης ζωῆς.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρὶν ἀπὸ 20 αἰῶνας ἐνομοθέτησε γιὰ μᾶς τοὺς Χριστιανοὺς τὸ «ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν» (Πρός Ρωμαίους ιε΄, 1). Ὅσοι λοιπὸν δυνατοὶ καὶ πλούσιοι σὲ γνώσεις ἢ πεῖρα ἢ χρῆμα, σὲ πίστη καὶ ἐλπίδα καὶ ἀγάπη, συναισθανόμενοι τὴν ἀπαράγραπτη Χριστιανικὴ τους ὑποχρέωση τοῦ νὰ βαστάζουν τῶν ἀδυνάτων τὰ βάρη, ὡς καὶ τὴν ἀπέναντι τοῦ ἀδεκάστου Θεοῦ ἀναπόφευκτη λογοδοσία ποὺ θὰ δώση ὁ καθένας, ἄς ἐνδιαφερθοῦν μὲ φιλάδελφη διάθεση γιὰ τὶς πνευµατικὲς, ἠθικὲς καὶ ὑλικὲς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ µας. Ἄς μή ξεχνᾶμε ὅτι ὅλοι εἴμεθα «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστῶν» (Γενέσεως β΄, 23) τοῦ λαοῦ. Ἄς μὴ ξεχνᾶμε πρὸ παντός, ὅτι ὁ ἄσαρκος Θεὸς ἐσαρκώθη ἑκὼν καὶ ἐταπεινώθη καὶ κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση Του πείνασε καὶ δίψασε, πόνεσε καὶ ἔκλαψε, σταυρώθηκε καὶ πέθανε γιὰ τὸν λαό. Στὸν ἀγαπημένο λοιπὸν καὶ εὐλογημένο ἀπὸ τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή µας λαὸ ἀξίζει καὶ ἐκ μέρους μας κάθε τιμὴ καὶ ἀγάπη καὶ θυσία.

10 Ἰουλίου 2019

«Ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε»

«Ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε»

 (Πρός Γαλάτας στ΄, 2)

 

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

Τὴν ἀγάπην ἔχει σὰν βασικὸ συστατικὸ καὶ ἡ προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πού συνιστᾶ στοὺς Γαλάτας, ὅταν τοὺς λέγει: «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε καὶ οὕτως ἀναπληρώσετε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ» (Πρός Γαλάτας στ΄, 2). ᾿Απαίτηση λοιπὸν βασικὴ τοῦ νόμου τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἡ συμμετοχὴ τοῦ καθενὸς στὰ βάρη τῶν ἄλλων. Ποιά διάθεση ὅμως καὶ ποιά ἱκανότητα, γιὰ νὰ βαστάξει καὶ τὰ ἐλαφρότερα ἀκόμη βάρη τῶν ἄλλων, μπορεῖ νὰ ἔχη ὁ ἄνθρωπος ὅταν τοῦ λείπει ἡ ρώμη, τὸ σφρῖγος, ἡ ἀντοχή, ἡ ψυχική, ποὺ πηγάζει ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη;

Θεμελιώδης νόμος τῆς βιολογίας λέγει ὅτι ἡ ζωὴ μὲν προϋποθέτει τὸν σύνδεσμο καὶ τὴν συντονισµένη ἐνέργεια τῶν κυττάρων-μονάδων, ὁ δὲ θάνατος τὴν διάσπαση τῆς συνοχῆς καὶ τὴν διακοπὴ τῆς συνεργασίας. Πάρετε μιὰ ζωϊκὴ µονάδα, ἕνα ζωντανὸ κύτταρο. Ἐφόσον εἶναι ἀπομονωμένη µονάς, παραμένει στάσιμο, ὅταν ὅμως συνδεθῆ καὶ συνεργασθῆ μὲ τοὺς συντρόφους του, διαμορφώνει ἕνα ὀργανισμὸ ποὺ ἐπιδέχεται πρόοδο καὶ τελειοποιήση. Ὥστε συνεργασία καὶ ἀλληλεγγύη τῶν ζωϊκῶν μονάδων εἶναι βασικὴ ἀπαίτηση τῆς βιολογίας.

Ὁ ἴδιος ὅμως βασικὸς νόμος ρυθμίζει καὶ τὴν κοινωνικὴ ζωή. Τὸ κύτταρο-μονὰς τοῦ κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἄν τὸν ἀποσπάσετε ἀπὸ τοὺς ὁμοίους του καὶ τὸν  ἀπομονώσετε, θὰ μείνη στάσιμος ἤ τὸ πολύ-πολὺ θὰ κάνει βῆμα …σημειωτό. Μπορεῖ ὅμως νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὸν βοῦρκο τῆς στασιμότητος, φθάνει νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὴν μόνωσή του, νὰ συντονίση τὴν δράση του μὲ τὴν δράση τῶν συνανθρώπων του καί νὰ ὀργανώσει µαζί τους ὁμαδική ζωή: οἰκογενειακή, κοινωνική καὶ πολιτειακή. Ἁπλή ὅμως συμβίωση τοπικὴ πολλῶν ἀνθρώπων, χωρὶς ἐνδοψυχικὸ σύνδεσμο, χωρὶς τὸ τῆς ἀγάπης στερέωμα ὄχι µόνο πρόοδο, πολιτισμὸ καὶ εὐημερία δὲν θ᾽ ἀποδώσει, ἀλλὰ καὶ βιώσιμη κἄν κοινωνία δὲν θὰ συμπήξει. Μᾶλλον θὰ παρουσιάσει τὴν ἀπαισίαν εἰκόνα τῆς ἀνθρωπόµορφης ἀγέλης, ποὺ εἶχεν ὑπ᾿ ὄψιν ὁ Ἄγγλος κοινωνιολόγος Τόμας Χόμπς ( 5 Ἀπριλίου 1588 - 4 Δεκεμβρίου 1679), ὅταν ἔγραφε τὸ «hommo homini lupus» δηλ. ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄνθρωπο γίνεται λύκος. Καὶ φυσικὰ ὅπου κλονίζονται τὰ κοινωνικὰ θεμέλια, γιατὶ λείπει ἡ συνοχὴ τῆς ἀλληλεγγύης καὶ συνεργασίας, ἐκεῖ εὐκολώτερα κρημνίζεται καὶ ποδοπατεῖται καὶ κάθε ἠθικὴ ἀρχή, ἐκεῖ ὀργιάζει ὁ πόλεμος, τῶν πάντων κατὰ πάντων καὶ ρημάζει τὰ πάντα. Ἡ ἀγέλη ὅμως τῶν λύκων δὲν εἶναι τὸ ἰδανικὸ τῆς ἰσορροπημένης ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ὁ ἄνθρωπος φύσει εἶναι κοινωνικός, τὸ δὲ ἔμφυτο ἠθικό του αἰσθητήριο ἀποστρέφεται τοὺς βρυχηθμούς, τῆς ἀγέλης καὶ τοὺς σπαραγμούς καὶ τὸ αἱματοστάλακτο θέαμα. Ἡ ἀνθρώπινη συνείδηση ἐφόσον κρατιέται ἀνόθευτη καὶ ἀκαπήλευτη, ἐκ φύσεως εἶναι φιλάνθρωπη. Πιστὸ φερέφωνό της στὴν προχριστιανικὴ ἐποχὴ μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὁ Ἕλληνας ποιητής, ποὺ διελάλησε τὸ «οὔτοι συνέχθειν ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν» (Σοφοκλέους, Ἀντιγόνη στ. 523, ed. Sir Richard Jebb, Cambridge (1891) δηλ. «γενήθηκα γιὰ ν᾿ ἀγαπῶ καὶ ὄχι νὰ μισῶ», καθὼς καὶ ὁ Λατῖνος  Publius Terentius (195/185 –159 π.Χ.) ποὺ στό ἔργο του «Ἑαυτόν Τιμωρούμενος» διεκήρηξε τὸ « Homo sum, humani nihil a me alienum puto » δηλαδή «ἄνθρωπος εἶμαι καὶ κάθε τι ἀνθρώπινο δὲν μ᾽ ἀφήνει ἀδιάφορον» ! τό ὁποῖο στήν συνέχεια κατέγραψε στίς ἐπιστολές του καί ὁ Σενέκας (4π.Χ. - 65), (Seneca, Epistles 93-124, Translated by Richard M. Gummere. Cambridge: Harvard UP. 2006 pp.90f. (Ep. XCV, 53)· Publius Terentius Afer, Heauton Timorumenos, Act. 1, scene 1, line 77).

Εἶναι σὰν εὐοίωνα προανακρούσματα τῆς ὑπέροχης διδαχῆς τοῦ Σωτῆρος μας!

Ἀσυγκρίτως ὅμως ἐπιτακτικώτερη σὲ ἀπαιτήσεις ἀλληλεγγύης καὶ συμπαθείας καὶ ἀγάπης εἶναι ἡ Χριστιανικὴ συνείδησι ποὺ ἔχει παιδαγωγηθῆ μὲ τὰ ὑπέροχα διδάγματα καὶ παραδείγματα τοῦ Κυρίου καὶ τῶν δοκίμων μαθητῶν Του. Οἱ θεόπνευστοι τοῦ Χριστιανισμοῦ Διδάσκαλοι στὴν προσωπική τους ζωὴ εἶχαν ἤδη μετουσιώσει σὲ ζωντανὴ πραγματικότητα τὶς ὑπέροχες χριστιανικὲς ἀρχές, ποὺ ἐκηρυττον ὅπως τὸ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάννου ιγ΄, 14) , τό «μὴ ἀνταποδίδετε κακὸν ἀντὶ κακοῦ, ἀλλὰ νικᾶτε τὸ κακὸν διὰ τοῦ ἀγαθοῦ» (Πρός Ρωμαίους ιβ΄, 21), τὸ «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε» (Πρός Γαλάτας, στ΄, 2). Τὸ «ὀφείλετε ὑμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν» καὶ ἄλλα πλεῖστα παρόμοια.

* * * * *

Μὲ τέτοια δὲ διδάγµατα καὶ μὲ ἀντίστοιχα παραδείγµατα ζυμώθηκε καὶ διεπλάθηκε ἡ ἀρχαία χριστιανική κοινωνία, καθὼς τὴν ὁραματιζόταν ἡ διάνοια τοῦ θείου Παύλου. Ὁ μέγας ἐκεῖνος Ἀπόστολος διέβλεπε τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας τὸ πρόπλασμα στὸν θεοσύστατο μηχανισμὸ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τοῦ ὁποίου κάθε μέλος θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀλληλέγγυο μὲ ὅλα τὰ ἄλλα μέλη, μὲ τὰ ὁποῖα προθύμως συνεργάζεται καὶ ἔτσι ἐξασφαλίζεται Ἡ ἀπρόσκοπτη λειτουργία καὶ εὐεξία τοῦ ὅλου σώματος. Κανένα μέλος δὲν διεκδικεῖ προνομιοῦχο θέση καὶ δεσποτεία ἐπάνω στὰ ἄλλα. Κανένα μέλος δὲν ἐκμεταλλεύεται τὴν ἐργασία καὶ τὸν ἱδρῶτα τῶν ἄλλων. Κανένα μέλος δὲν ἀδιαφορεῖ γιὰ τὰ παθήματα τῶν ἄλλων. Τουναντίον μάλιστα, ὅταν πάσχει ἕνα μέλος συμπάσχουν καὶ τὰ ὑπόλοιπα καὶ ἐργάζονται ἐντατικώτερα γιὰ ν᾿ ἀναπληρώσουν τὴν ἐργασία τοῦ ἀσθενοῦς συντρόφου των. Ὅταν λ.χ. ἐξασθενήσει τὸ μάτι ἤ τὸ αὐτὶ µας εἴτε παύσει ὁλότελα νά λειτουργεῖ, τότε τὰ ἄλλα αἰσθητήρια ὄργανα λειτουργοῦν ἐντονώτερα, γιὰ ν᾽ ἀναπληρώσουν τὸν ἀπόμαχό τους σύντροφο. Ὁ συνδετικὸς κρίκος, ἀγαπητοί µου ἀδελφοί, ποὺ συνδέει µέλη τοῦ σώματος εἰς ἐνιαῖο σύνολο μὲ θαυμαστὴ ἀλληλεγγύη καὶ συμπάθεια καὶ ἀμοιβαία μέριμνα καὶ συμμετοχή σὲ κάθε πόνο καὶ κάθε χαρά -εἶναι ἡ ψυχή. Τοῦ δὲ ὀργανισμοῦ τῆς Χριστιανωκῆς κοινωνίας ἡ ψυχὴ καὶ ἡ πνοή, τὸ στολίδι καὶ τὸ ἄρωμα εἶναι ἡ ἀγάπη.

* * * * *

Ὅταν λοιπὸν λείψη τῆς ἀγάπης ἡ ἐξευγενιστικὴ πνοὴ καὶ δύναμη τότε καὶ σὲ Χριστιανικὴ ἀκόμη κοινωνία θὰ συναντήσετε τὴν µεγάλη ἀνορθογραφία καὶ ἀντινομία τοῦ ἐξωκεντρικοῦ πλουσίου, ποὺ εἶναι βυθισμένος στὴν χλιδὴ καὶ τὴν εὐμάρεια, ἀγνοεῖ δὲ τοὺς πτωχοὺς Λαζάρους ποὺ ζητοῦν νὰ χορτάσουν ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῆς τραπέζης του! Θὰ συναντήσητε τὸ ἀποκαρδιωτικὸ θέαμα τοῦ ναρκισσευοµένου νεοπλούτου, τοῦ καλοντυμένου μὲ πορφύρα, καὶ βύσσο, ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τοὺς ρακένδυτους καὶ ξυπόλυτους συνανθρώπους του. Θὰ ἀπαντήσετε τὸ σκανδαλῶδες θέαμα τοῦ δυναμικοῦ σὲ χρῆμα, ποὺ ἀπολαμβάνει μακαρίως τὴν θαλπωρὴ τοῦ «καλοριφὲρ» καὶ τῆς δροσιᾶς τοῦ aircondition ἀλλὰ δὲν τοῦ καίεται καρφὶ γιὰ τοὺς παρίες τῆς ζωῆς, ποὺ τουρτουρίζουν µέσα στὶς τρῶγλες ἤ ταλαιπωροῦνται ἀπό τούς καύσωνες. Θὰ συναντήσετε τὸ ἀπάνθρωπο θέαμα τοῦ κυανόαιµου, ὁ ὁποῖος στὸ πρῶτο του πτέρνισµα λαμβάνει κάθε προφυλακτικὸ μέτρο γιὰ νὰ προλάβη ἣ νὰ περιορίσει τὸ συνάχι του, μένει ὅμως ἀνάλγητος στὸ ἄκουσμα ἢ στὸ θέαμα τοῦ φυματικοῦ, ποὺ στερεῖται τὰ στοιχειώδη τῆς τονώσεώς του ἐφόδια: τὸ κρέας, τὸ γάλα, τὸ αὐγό. Τέτοιες νοσηρές, γαγγραινώδεις ἐκδηλώσεις δὲν ἐπιτρέπεται στὸν ἱερό ἄμβωνα νὰ τὶς ἀντιπαρέλθει μὲ σιωπή.

* * * * *

Γιὰ νὰ ζωντανεύσει ἡ σέ πολλὰ ξεθωριασμένη καὶ ἄτονη κοινωνία στήν ἐποχή τῆς παγκοσμιοποιήσεως καί πολυπολιτισμικότητας πρέπει νὰ στραφεῖ, στὶς πηγὲς τοῦ ἀρχέγονου Χριστιανισμοῦ καὶ ἀπ᾽ ἐκεῖ νὰ δεχθεῖ ἐμπνεύσεις καὶ κατευθύνσεις γιὰ τὴν ἠθικὴ της ἐξυγίανση. Τὸ θεόπνευστο βιβλίο τῶν Πράξεων μὲ ὀλίγες μὲν ἀδρὲς γραμμές μᾶς δίνει τὴν εἰκόνα τῆς πρώτης χριστιανικῆς κοινότητος στὴν Ἱερουσαλήμ. Μιὰ καρδιά, λέγει, καὶ μιὰ ψυχὴ εἶχαν ὅλοι οἱ πιστοί. Τὴν μικρὴ ἤ μεγάλη περιουσία τους δὲν τὴν θεωροῦσαν σὰν ἰδιοκτησία ἀποκλειστικῶς προσωπική. Πολλοὶ μάλιστα ἰδιοκτῆται ἀγρῶν ἤ σπιτιῶν πωλοῦσαν τὰ κτήματά τους καὶ προσέφεραν τὸ ἀντίτιμο στοὺς ᾿Αποστόλους, γιὰ νὰ βοηθήσουν τοὺς πτωχοτέρους ἀναλόγως μὲ τὶς ἀνάγκες τοῦ καθενὸς  (Πράξεων ε΄, 32-35)

Ἐν τῷ μεταξύ, ἄς προσέξουμε καὶ ἄλλη μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη τῶν πρώτων χριστιανῶν. Ἐνέσκηψε κάποτε στὴν Ἰουδαία φοβερὴ ξηρασία καὶ πείνα, ποὺ ἔφερε, φυσικά, σὲ δεινὴ θέση καὶ τοὺς ἐκεῖ χριστιανούς. Μόλις ὅμως ἔγινε γνωστὸ στὸν Χριστιανικὸ κόσμο τὸ θλιβερὸ γεγονός, ἀμέσως δόθηκε τὸ σύνθημα τοῦ γενικοῦ συναγερμοῦ καὶ διωργανώθηκε παγχριστιανικὸς ἔρανος, ποὺ ἀνεκούφισε τοὺς δοκιμασθέντας ἀπὸ τό λιμό Χριστιανούς (Πρός Ρωμαίους ιε΄, 25-28 καί Πρός Κορινθίους Β΄, θ΄, 1-10). ᾿Αλλὰ μήπως στείρευσε ὁλότελα στοὺς κατόπιν χρόνους ἡ χριστιανικὴ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη; Κάθε ἄλλο ! ᾿Αναλόγους ἐκδηλώσεις ὑπερόχου ἀλτρουϊσμοῦ θὰ συναντήσετε σὲ κάθε ἀκραιφνῆ Χριστιανικὴ κοινωνία κάθε τόπου καὶ ἐποχῆς.

* * * * *

Ὅσον ἀφορᾶ δὲ εἰδικῶς τὴν Ἐκκλησία ὅπως σὲ ἀρχαιότερα χρόνια ἔτσι καὶ σὲ πρόσφατα, χωρὶς καμμιὰ ἐξωκοινοτικὴ ἐνίσχυση κατώρθωσε νὰ καλλιεργήσει τῆς κοινωνικῆς προνοίας τὴν φυτεία μὲ ζῆλο εὐαγγελικὸ καὶ μὲ καλὴ ἀπόδοση. Καὶ στὸν τοµέα δὲ αὐτὸν ἐμόχθησαν καὶ μοχθοῦν οἱ κατά τόπους Ἱερές Μητροπόλεις μέ τίς ὑπαγόμενες σ’ αὐτές Ἐνορίες καί τά ποικιλώνυμα σωματεῖα καὶ συσσίτια. Γιὰ τὴν ἔλλειψη τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου δὲν θὰ ἐπεκταθῶ στὴν ἐξιστόρηση τοῦ κοινωφελοῦς ἔργου των. Ἐξ ἄλλου ὅποιος ἐπιθυμεῖ μπορεῖ νά ἀναζητήσει τά στοιχεῖα τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας στά Δελτία Τύπου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί στίς Ἀνακοινώσεις τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων καί τῶν Ἐνοριῶν. Θὰ εἶμαι ὅμως ἀδικαιολόγητος, ἂν φειδωλευθῶ ἔστω καὶ λίγα λόγια ὀφειλετικῆς εὐγνωμοσύνης καί τιμῆς πρός τά πολλά στελέχη καί τούς ἀκούραστους συνεργάτες τους πού ἐργάζονται γιά τήν ἀνακούφιση τῶν δοκιμαζομένων ἀδελφῶν μας.

Ὅποιος ἐνδιαφέρθηκε νὰ παρακολουθήση τὸ κοινωφελέστατον  ἔργον τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ὀργανισμοῦ  ὅποιος εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκτιμήσει τὸν ἁγνὸ ζήλο, τὸν ἱερὸ ἐνθουσιασμό, τὴν ἀκούραστη δραστηριότητα, τὴν ἀνύστακτη στοργή, τὴν ἀθόρυβη καλοσύνη καὶ τὴν πλουσιοπάροχη μέριμνα τῶν πρωταγωνιστῶν τῆς θεοφιλοῦς ἀγάπης καί προσφορᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχει αἰσθανθῆ στῆς ψυχῆς του τὰ τρίσβαθα συγκίνηση ἱερὰ καὶ νὰ μὴ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ὀφειλέτη εὐγνωμοσύνης καὶ τιμῆς πρὸς τὴν τιμημένη χορεία τῶν ἱδρυτῶν καὶ πρωτεργατῶν, τῶν στυλοβατῶν καὶ ὀργανωτῶν τῶν ὑπερόχων σὲ κοινωνικὴ ἱεροτελεστία Ἐκκλησιαστικῶν δομῶν.

4 Ἰουλίου 2019

ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

Ἔτυχε ποτέ νά πᾶς κάπου κι ὅταν κάποιοι δικοί ἤ φίλοι σέ ρώτησαν τί εἶδες καί πῶς τά πέρασες, ν᾿ ἀπάντησες «τί νά σᾶς πῶ, παράξενα πράγματα ἄκουσα καί εἶδα»; Κάτι τέτοιο συνέβηκε καί μέ τ᾽ ἀκροατήριο τοῦ Χριστοῦ μιά φορά.

Στό τέλος ἀπ’ ὅσα εἶδαν καί ἄκουσαν, εἶπαν: «εἴδομεν παράδοξα σήμερον» (Λουκᾶ ε΄, 26). Ἂς δοῦμε λοιπόν, κάποια ἀπ’ αὐτά τά παράδοξα κι ἐμεῖς, στό περιστατικό πού ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς περιγράφει στήν περικοπή του ε΄, 17-26:

«Μιά μέρα πού ὁ Ἰησοῦς δίδασκε, κοντά τοῦ κάθονταν Φαρισαῖοι καί δάσκαλοι τοῦ νόμου οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἔρθει ἀπό κάθε χωριό τῆς Γαλιλαίας καί τῆς Ἰουδαίας, καθώς κι ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ. Ὁ Θεός τοῦ εἶχε δώσει τή δύναμη γιά νά θεραπεύει τούς ἀρρώστους. Τήν ὥρα ἐκείνη κάποιοι ἄντρες ἔφεραν πάνω σ’ ἕνα κρεβάτι ἕναν παράλυτο. Καί προσπαθοῦσαν νά τόν βάλουν μέσα στό σπίτι καί νά τόν ἀποθέσουν μπροστά του. Ἐπειδή δέν βρῆκαν τρόπο νά τόν περάσουν μέσα ἐξαιτίας τοῦ πλήθους, ἀνέβηκαν στή στέγη καί ἀνάμεσα ἀπό τά κεραμίδια τόν κατέβασαν μαζί μέ τό κρεβάτι στή μέση, μπροστά στόν Ἰησοῦ, πού ὅταν εἶδε τήν πίστη τους, τοῦ εἶπε: «Ἄνθρωπε. Σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου». Οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ἄρχισαν νά λένε ἀπό μέσα τους: «Ποιός εἶναι αὐτός, ποῦ μέ τά λόγια του προσβάλλει τό Θεό; Ποιός μπορεῖ νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες, ἐκτός ἀπό τό Θεό;» Ὁ Ἰησοῦς κατάλαβε τίς σκέψεις τους καί τούς ἀποκρίθηκε: «τί σκέφτεστε μέσα σας; Τί εἶναι εὐκολότερο; νά πῶ “σου ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες” ἤ νά πῶ. “σήκω καί περπάτα;” Γιά νά μάθετε, λοιπόν, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου ἔχει τήν ἐξουσία νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στή γῆ» — εἶπε στόν παράλυτο: «Σ’ ἐσένα τό λέω: σήκω, πάρε τό κρεβάτι σου καί πήγαινε στό σπίτι σου». Ἀμέσως σηκώθηκε μπροστά τους, πῆρε τό κρεβάτι στό ὁποῖο ἦταν κατάκοιτος καί πῆγε στό σπίτι τοῦ δοξάζοντας τό Θεό. Ὅλοι ἔμειναν κατάπληκτοι καί δόξαζαν τό Θεό. Γεμάτοι δέος ἔλεγαν: «Σήμερα εἴδαμε παράδοξα πράγματα!»

  1. Ἕνας ἀγράμματος διδάσκει

Ὁ Ματθαῖος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι κι ἄλλη φορά οἱ ἄνθρωποι σκανδαλίστηκαν, ρωτώντας «πόθεν εἰς τοῦτον ἡ σοφία αὕτη» (ιγ΄  54) κι ἀποροῦσαν «πῶς οὗτος ἐξεύρει γράμματα ἐνῶ δέν ἔμαθεν;» (Ἰωάννης ζ΄, 15). Κι ἔμοιασαν μέ κεῖνο τόν πεινασµένο πού ἀρνήθηκε τό πιάτο τ΄ ὠραῖο φαγητό, γιατί... δέν ἤξερε ἄν αὐτός πού τοῦ τό πρόσφερε εἶχε δίπλωμα σερβιτόρου. Παράδοξο, ὅταν ἀγνοεῖς τήν «ἄνωθεν σοφία» καί βαθμολογεῖς μέ µόνο σου κριτήριο τήν «ἐπίγεια» (Ἰακώβου γ΄, 19).

  1. Ἕνας ἄρρωστος κατεβαίνει ἀπό τήν ὀροφή

Μία ξένη παροιμία λέει, πώς: «ὅπου ὑπάρχει θέληση, ὑπάρχει τρόπος». Καί θά προσθέταμε, πώς ἐκεῖ πού ὑπάρχει πίστη κι ἄν οἱ πόρτες κλείσουν καί τά παράθυρα διπλομανταλώσουν, θά βρεθεῖ κάποια τρύπα στήν ὀροφή. Ἡ πίστη - ὅπου ὑπάρχει - ὄχι μόνο ἐφευρίσκει δρόμους καί τρόπους, ἀλλά ταυτόχρονα δέν ξιππάζεται κι οὔτε ὑποδουλώνεται σ’ ὅποιον τυποποιηµένο καθωσπρεπισμό. Βρίσκει τό δρόµο της πρός τόν Σωτήρα. (βλ. Λουκᾶ ε΄, 17-26)

  1. Ἕνας (ἄνθρωπος) συγχωρεῖ ἁμαρτίες

Κανένας μέ σωστή θρησκευτική ἀγωγή, δὲν μποροῦσε νά μή διαμαρτυρήθηκε. Ὁ Θεός ὅμως διεκήρυξε:  «᾿Εγώ, ἐγώ εἶμαι, ὅστις ἐξαλείφω τάς παραβάσεις σου» (Ἡσαΐου μγ΄, 25). Σπάνια μία διαμαρτυρία ἦταν ταυτόχρονα τόσο δίκαιη καί τόσο ἄδικη. Δίκαιη, γιατί ἀλήθεια μόνον ὁ Θεός συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί ἄδικη γιατί αὐτός πού μιλάει στό ἐδ. 20, εἶναι Θεός. «Θεός φανερωθείς ἐν σαρκί» (Πρός Τιμόθεον Α΄, γ΄, 16).

  1. Ἕνας, σώζεται μέ μόνη τήν πίστη

Τό «ἰδών τήν πίστιν αὐτῶν» (Λουκᾶ ε΄, 20), ἀναμφίβολα δέν σημαίνει μόνο τῶν τεσσάρων, ἀλλά καί τοῦ ἄρρωστου. Αὐτοῦ πρῶτα, πού παρακάλεσε, πού δέχτηκε τόν ὅποιο τρόπο μεταφορᾶς του ἀρκεῖ νά πλησιάσει τόν Χριστό. Παράδοξος στ’ ἀνθρώπινα μέτρα, τρόπος ἀφοῦ ἡ σωτηρία προσφέρεται ἀπό τόν Θεό ἐλεύθερα σ’ ὅποιον πιστεύει. Εἶδε τήν πίστη τους. Βλέπει τή δική σου, σήμερα!..

  1. Κάποιος, διαβάζει τούς διαλογισμούς τῶν ἄλλων

Οἱ συνάνθρωποί μας γύρω μας, διαβάζουν μόνο τά γράμματά μας κι ἀκοῦνε τά λόγια μας. Ὅμως, ὁ Κύριος «νοεῖ τούς διαλογισμούς μας» (Λουκᾶ ε΄, 22). «Δέν εἶναι οὐδέν κτίσμα ἀφανές ἐνώπιον αὐτοῦ, τά πάντα εἶναι γυμνά καί τετραχηλισμένα εἰς τούς ὀφθαλμούς αὐτοῦ» (Πρός Ἑβραίους δ΄, 13). «Τά διαβούλια τοῦ πνεύματός σας, ἐγώ ἐξεύρω» (Ἰεζεκιήλ ια΄, 5). Πόσο σηµαντικό τοῦτο γιά τή ζωή τοῦ πιστοῦ, πού πρέπει νά βιώνεται ἐνώπιον ᾿Εκείνου, πού «νοεῖ τούς διαλογισμούς» μας, ἐκεῖ πού ὁ συνάνθρωπος δέν ὑποπτεύεται καί δέν συλλαμβάνει τίποτα.

  1. Ἕνας ἄνθρωπος θεραπεύεται ἀμέσως

Ἡ ἀνθρώπινη θεραπευτική, εἶναι μακρόχρονη. Ὁ Θεός ἐπεμβαίνει, μέ ἀποτελέσματα ἄμεσα καί τέλεια. Ὁ παραλυτικός σηκώθηκε, σήκωσε, περπάτησε, δοξολόγησε. Αὐτές οἱ τέσσερεις ἐκδηλώσεις, εἶναι καί τά στάδια τῆς πνευµατικῆς θεραπείας. Σηκώνεται ὁ ἄνθρωπος λευτερωμµένος ἀπό τό ζυγό τῆς ἁμαρτίας. Σηκώνει φορτία ἀγάπης καί ἔργου. Περπατεῖ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Δοξολογεῖ, ὅλη τήν ἡμέρα. Κι ὅλο τοῦτο, μιά ἀλλαγή, πού ὁ Κύριος ἐπιφέρει µέσα µας.

  1. Κάποιοι ἐδόξαζαν, κάποιοι φοβήθηκαν

Ἕνα κήρυγμα, μπορεῖ νά λαχταράει ν᾿ ἀγκαλιάσει ὅλους, ὅμως συνήθως τό ἀκροατήριο θά διχαστεῖ. Συνέβαινε στήν πρώτη ᾽Αποστολική Ἐκκλησία, συμβαίνει µέχρι σήµερα. Κάποιοι φεύγουν, δοξάζοντας. Ἡ ψυχή ὑπερχειλίζει ἀπό τίς πλούσιες δωρεές τοῦ Θεοῦ. Ἄλλους, τούς συντροφεύει ὁ φόβος. «Ἐάν ὁ Κύριος νοεῖ τούς διαλογισμούς μου, τότε...». Καί μένουν ἐκεῖ. Ἤ δέν ξανακάνουν τό «σφάλμα» νά πᾶνε ἐκεῖ πού λένε τόσο «παράδοξα» πράγματα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:

Τά ἀνθρωπίνως «παράδοξα» εἶναι ἡ μοναδικότητα καί ἡ δόξα τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ δόξα τῶν θείων ἐνεργειῶν, ἡ δόξα τῆς σωτηρίας.

27 Ἰουνίου 2019

Φόβος τοῦ Θεοῦ ὁδός σωτηρίας διά τῆς πίστεως

 Φόβος τοῦ Θεοῦ

ὁδός σωτηρίας διά τῆς πίστεως

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

   Ἡ Παλαιά Διαθήκη χαρακτηρίζεται συχνά ὡς νόμος τοῦ φόβου καί ἡ Καινή Διαθήκη ὡς νόμος τῆς ἀγάπης. Χαρακτηρισμός κατά προσέγγιση, πού παραλείπει πολλές ἀποχρώσεις. Ὁ φόβος ἀποτελεῖ στήν Παλαιά Διαθήκη  μιά σημαντική ἀξία, καί ὁ νόμος τῆς ἀγάπης ἔχει σ᾿ αὐτόν τίς ρίζες του. ᾿Εξάλλου ὁ φόβος, ὡς βάση κάθε γνήσιας θρησκευτικῆς στάσεως, δέν καταργεῖται ἀπὸ τὸ νέο νόμο τῆς ἀγάπης. Φόβος λοιπόν καί ἀγάπη συμπίπτουν στίς δύο Διαθῆκες πραγματικά, μολονότι διαφορετικά. Εἶναι βασική ἡ διάκριση µεταξύ τοῦ θρησκευτικοῦ φόβου καί τοῦ φόβου πού μπορεῖ νά νιώσει κάθε ἄνθρωπος μπροστά στίς φυσικές θεομηνίες ἤ στίς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ (Ἱερεμίου στ΄, 25· 20, 10). Μόνο ὁ πρῶτος ἔχει θέση στή βιβλική ἀποκάλυψη.

 

Ι. ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΦΟΒΟ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Μπροστά σέ φαινόμενα μεγαλειώδη, ἀσυνήθιστα, τρομακτικά, ὁ ἄνθρωπος νιώθει αὐθόρμητα τήν αἴσθηση μιᾶς παρουσίας πού τόν ξεπερνάει καί πού µπροστά της βυθίζεται μέσα στή μικρότητά του. Αἴσθηση διφορούμενη, ὅπου τὸ ἱερό ἐμφανίζεται μέ τήν ὄψη τοῦ τρομεροῦ, χωρίς ν᾿ ἀποκαλύπτει ἀκόμα τή βαθύτερη φύση του. Στήν Παλαιά Διαθήκη, τό συναίσθημα αὐτό ἐξισορροπεῖται ἀπό τή γνήσια γνώση τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, πού ἐκδηλώνει τό φοβερό μεγαλεῖο του μέσα ἀπό τά σημεῖα μέ τά ὁποῖα εἶναι γεμάτη ἡ κτίση του. Ὁ φόβος τοῦ Ἰσραήλ μπροστά στή θεοφάνεια τοῦ Σινᾶ (Ἐξόδου κ΄, 18 ἑξ.) ἔχει κατὰ πρῶτο λόγο ὡς αἰτία τό μεγαλεῖο τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ φόβος τοῦ Μωυσῆ μπροστά στή φλεγόμενη Βάτο (Ἐξόδου γ΄, 6) καί ὁ φόβος τοῦ Ἰακώβ μετά τό νυχτερινό του ὅραμα (Γενέσεως ιη΄, 17).

Ὡστόσο, ὅταν ὁ φόβος γεννιέται ἀπό κοσμικά φαινόμενα, πού φέρνουν στή μνήμη τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ (καταιγίδα, σεισμός), ἀναμειγνύεται μ᾽ αὐτόν ἕνας τρόμος ὄχι καί τόσο καθαρῆς προελεύσεως. Ὁ τρόμος αὐτός ἀνήκει στή συνηθισμένη ὑπόθεση τῆς Ἡμέρας τοῦ Κυρίου (Ἡσαΐου β΄, 10. 19· βλ. Σοφία Σολομῶντος ε’, 2). Εἶναι ἐπίσης ὁ τρόμος πού ἔνιωσαν οἱ φύλακες τοῦ μνήματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τό πρωί τῆς Ἀναστάσεώς Του (Ματθαίου   κη΄, 4).

Ἀντίθετα, ὁ φόβος ἀπό σεβασμό πού ἐκφράζεται μέ τή λατρεία εἶναι ἡ φυσική ἀντίδραση τῶν πιστῶν μπροστά στίς θεῖες ἐμφανίσεις: ὁ φόβος τοῦ Γεδεών (Κριτῶν στ΄, 22 ἑξ.), τοῦ Ἡσαΐα (Ἡσαΐου στ΄, 5), ἤ ἐκείνων πού ἔβλεπαν τά θαύματα τοῦ Ἰησοῦ (Μάρκου  στ΄, 51 πρλ· Λουκᾶ ε΄, 9-11· ζ΄,16) καί τῶν Ἀποστόλων (Πράξεων β΄, 43).

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἐμπεριέχει συνεπῶς ποικίλα στοιχεῖα πού συμβάλλουν, τό καθένα μέ τόν τρόπο του, στή χειραγωγία τοῦ ἀνθρώπου πρός μιά βαθύτερη πίστη.

 

ΙΙ. ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΟ ΘΕΟ

Στήν αὐθεντική ζωή τῆς πίστεως, ὁ φόβος ἐξισορροπεῖται ἐξάλλου χάρη σέ ἕνα ἀντίθετο συναίσθημα: τήν ἐμπιστοσύνη στό Θεό. Ἀκόμη κι ὅταν ἐμφανίζεται στούς ἀνθρώπους, ὁ Θεός δέ θέλει νά τούς τρομοκρατεῖ. Τούς καθησυχάζει: «Μὴ φοβοῦ!» (Κριτῶν στ΄,23· Δανιήλ ι΄, 12· βλ. Λουκᾶ  α΄, 13.30),  φράση πού ἐπανέλαβε ὁ Χριστός περπατώντας πάνω στη θάλασσα (Μάρκου  στ΄, 50). Ὁ Θεός δέν εἶναι ἕνας δυνάστης περήφανος γιά τήν ἐξουσία του. Περιβάλλει τούς ἀνθρώπους μέ μιά πρόνοια πατρική πού ἐπαγρυπνεῖ γιά τίς ἀνάγκες τους. «Μὴ φοβοῦ!» λέει στούς Πατριάρχες κοινοποιώντας τους τίς ἐπαγγελίες (Γενέσεως ιε΄, 1· κστ΄, 24). Ἡ ἴδια ἔκφραση συνοδεύει καί τίς ἐσχατολογικές ἐπαγγελίες στό λαό πού ὑποφέρει (Ἡσαΐου μα΄, 10.13 ἑξ· μγ΄, 1.5· μδ΄, 2) καί τίς ἐπαγγελίες τοῦ Ἰησοῦ στό «μικρὸ ποίμνιο» πού δέχεται ἀπό τόν Πατέρα τή Βασιλεία (Λουκᾶ  ιβ΄, 32:  Ματθαίου στ΄, 25-34). Με παρόμοιες ἐκφράσεις ὁ Θεός τονώνει τούς Προφῆτες τήν ὥρα πού τούς ἐμπιστεύεται τή σκληρή ἀποστολή τους: θά προσκρούσουν στούς ἀνθρώπους, ἀλλά δέν πρέπει νά τούς φοβηθοῦν (Ἱερεμίου α΄, 8· Ἰεζεκιήλ β΄, 6· γ΄, 9- βλ. Δ΄ Βασιλειῶν α΄, 15.

Ἔτσι ἡ πίστη στό Θεό εἶναι ἡ πηγή μιᾶς βεβαιότητας πού διώχνει ἀκόμα καί τόν ἁπλό ἀνθρώπινο φόβο. Ὅταν ὁ Ἰσραήλ στόν πόλεμο πρέπει ν᾽ ἀντιμετωπίσει τόν ἐχθρό, τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ εἶναι πάλι: «Μὴ φοβοῦ!» (Ἀριθμῶν κα΄, 34: Δευτερονομίου γ΄, 2· ζ΄,18· κ΄, 1· Ἰησοῦς τοῦ Ναυή η΄, 1). Στήν πιό μεγάλη στιγμή τοῦ κινδύνου, ὁ Ἡσαΐας ἐπαναλαμβἀνει τό ἴδιο στόν Ἄχαζ (Ἡσαΐου ζ΄,4) καί στόν ᾽Εζεκία (Ἡσαΐου λζ΄, 6). Στούς ᾿Αποστόλους, πού τούς περιμένει ὁ διωγμός, ὁ Ἰησοῦς ξαναλέει νά μή φοβοῦνται ἀκόμα κι ἐκείνους πού θανατώνουν τό σῶμα ( Ματθαίου   ι΄, 26-31 πρλ). Ἕνα μάθημα πού ἐπαναλαμβάνεται τόσο συχνά καταλήγει νά γίνει στοιχεῖο ζωῆς. Στηριγμένοι στήν ἐμπιστοσύνη τους στό Θεό, οἱ ἀληθινοί πιστοί διώχνουν κάθε φόβο ἀπό τήν καρδιά τους (Ψαλμοῦ κβ΄, 4· κστ΄, 1· Ϟ, 5-Ι3).

 

ΙΙΙ. Ο ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΦΟΒΟΣ

Ὑπάρχει ὡστόσο μιά ὄψη τοῦ Θεοῦ πού μπορεῖ νά ἐμπνεύσει στούς ἀνθρώπους ἕνα σωτήριο φόβο. Στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται ὡς κριτής, καί ἡ ἀνακήρυξη τοῦ σιναϊτικοῦ νόμου συνοδεύεται ἀπό μιά ἀπειλή κυρώσεων (Ἐξόδου κ΄, 5 ἑξ· κγ΄, 21). Στήν πορεία τῆς ἱστορίας, οἱ ἀποτυχίες τοῦ Ἰσραήλ παρουσιάζονται ἀπό τούς Προφῆτες ὡς σημεῖα προνοιακά πού ἐκφράζουν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ : σοβαρός λόγος γιά νά τρέμουν μπροστά του ! Μ’ αὐτή τήν ἔννοια  ὁ θεῖος νόμος ἀσφαλῶς ἐμφανίζεται ὡς νόμος φόβου. Μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὑπενθυμίζοντας τήν ἀπειλή τῶν θείων τιμωριῶν,  ὁ Ψαλμός β΄ καλεῖ τά ξένα ἔθνη νά ὑποταχθοῦν στό Χριστό τοῦ Κυρίου (Ψαλμοῦ β΄, 11 ἑξ.)

Αὐτή ἡ πλευρά τῆς διδασκαλίας δέ θά ἔπρεπε νά ὑποτιμηθεῖ, γιατί καί ἡ ἴδια ἡ Καινή Διαθήκη δίνει μιά σημαντική θέση στήν ὀργή καί στήν κρίση τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά μπροστά σ᾽ αὐτή τή φοβερή προοπτική, πρέπει νά τρέμουν μόνο οἱ ἁμαρτωλοί, πού ἔχουν σκληρυνθῆ στό κακό (Ἰακώβου ε΄, 1· Ἀποκαλύψεως στ΄, 15 ἑξ.). Γιά τούς ἄλλους, πού ἀναγνωρίζουν βέβαια τή βαθιά ἁμαρτωλότητά τους (βλ. Λουκᾶ  ε΄, 8), ἀλλά ἔχουν ἐμπιστοσύνη στή χάρη τοῦ Θεοῦ πού δικαιώνει (Πρός Ρωμαίους γ΄, 23 ἐξ.), ἡ Καινή Διαθήκη ἐγκαινιάζει μιά καινούρια στάση: ὄχι πιά τὸ φόβο τοῦ δούλου, ἀλλά τὸ πνεῦμα τῶν υἱοθετημένων τέκνων τοῦ Θεοῦ (Πρός Ρωμαίους η΄, 15), μιά διάθεση ἐσωτερικῆς ἀγάπης πού διώχνει τό φόβο, γιατί ὁ φόβος προϋποθέτει τιμωρία «ἡ ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον » (Α΄ Ἰωάννου δ΄, 18) καί ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ δέ φοβᾶται πιά τήν τιμωρία, ἀκόμα κι ἂν ἡ καρδιά του ἔφθανε στό σημεῖο νά τόν καταδικάσει (Α΄ Ἰωάννου γ΄, 20 ἑξ.). Μ᾿ αὐτή τήν ἔννοια, ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι ἕνας νόμος ἀγάπης. Ἀλλά καί στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὑπῆρχαν ἤδη ἂνθρωποι πού ζοῦσαν κάτω ἀπό τό νόμο τῆς ἀγάπης, ὅπως ὑπάρχουν ἀκόμα καί σήμερα ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν ξεπεράσει τό νόµο τοῦ φόβου.

 

ΙV. ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Τελικά, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά ἐννοηθεῖ ἀρκετά πλατιά καί ἀρκετά βαθιά ὥστε νά ταυτιστεῖ ἁπλῶς μέ τή θρησκεία. Ἤδη τό Δευτερονόμιο τόν συνδέει χαρακτηριστικά μέ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν του, μέ τή διακονία του ( Δευτερονομίου στ΄, 2.5.13), ἐνῶ τό Ἡσαΐου β΄, 11,2 τόν βλέπει ὡς ἕναν ἀπό τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Βρίσκεται, λένε οἱ σοφοί, στήν ἀρχή τῆς σοφίας (Παροιμιῶν α΄, 7· Ψαλμοῦ ρι΄, 10), καί ἡ Σοφία Σειράχ τοῦ ἀφιερώνει ἕναν ὕμνο πού τόν ἐξισώνει πρακτικά μέ τήν εὐσέβεια (Σοφία Σειράχ α΄,11-20).

Μ' αὐτή τήν ἔννοια ἀξίζει τό μακαρισμό μέ τόν ὁποῖον τόν κοσμοῦν πολλοί Ψαλμοί (Ψαλμοῦ ρια΄, 1· ρκζ΄, 1), γιατί «τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν τοῖς φοβουμένοις αὐτὸν» (Λουκᾶ  α΄, 50· βλ. Ψαλμοῦ ρα΄, 17).Ὁ καιρός τῆς Κρίσεως, πού θά κάνει τούς ἁμαρτωλούς νά τρέμουν ἀπό φόβο, θά εἶναι ἐπίσης ὁ καιρός κατά τόν ὁποῖον ὁ Θεός θά δώσει «τὸν μισθόν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά» του (Ἀποκαλύψεως ιβ΄, 18).

Στήν Καινή Διαθήκη, ἡ λέξη φόβος διατηρεῖ μερικές φορές μιά ἀπόχρωση πού ἐκφράζει σεβασμό. Σ᾿ αὐτήν ἡ προοπτική τοῦ Θεοῦ-Κριτῆ δέν ἀπουσιάζει ὁλότελα (Β΄ Πρός Κορινθίους ζ΄, 1· Πρός Ἐφεσίους ε΄, 2Ι· Πρός Κολοσσαεῖς γ΄, 22), ἰδίως ὅταν πρόκειται γιά ἀνθρώπους πού δέ φοβοῦνται τό Θεό (Λουκᾶ  ιη΄, 2.4· κγ΄, 40). Ἔτσι ἡ Καινή Διαθήκη ἐννοεῖ τό φόβο, κυρίως μ᾽ αὐτή τή βαθιά ἔννοια πού τόν καθιστᾶ μιά οὐσιαστική ἀρετή: «οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεός, ἀλλ᾽ ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ὁ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστι» (Πράξεων ι΄, 34 ἑξ.).

Ὁ φόβος, μ᾿ αὐτή τήν ἔννοια, εἶναι ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας διά τῆς πίστεως.

 

                                                           

           

 

13 Ἰουνίου 2019

ΠΝΕΥΜΑ ΚΥΡΙΟΥ

ΠΝΕΥΜΑ ΚΥΡΙΟΥ

 

το Μητροπολτου Καισαριανς, Βρωνος κα Υμηττο

Δανιλ

                Δημοσιεύθηκε 13.06.2019

          Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός στόν ἀποχαιρετιστήριο λόγο Του τό βράδυ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου γιά νά στηρίξει τούς μαθητές Του καί νά τούς ἐνθαρρύνει διαλύοντας τήν ἀνησυχία τους γιά ὅσα ἄκουσαν περί τοῦ Πάθους τοῦ Διδασκάλου τους ὑπόσχεται ὅτι θά τούς χορηγηθεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα γιά νά τούς στηρίζει καί νά τούς ἁγιάζει.

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΟΡΗΓΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός δωρίζει στήν ᾽Εκκλησία τό Πνεῦμα Του. Ἕνας ἄνθρωπος πού πεθαίνει, ὅσο µεγάλο κι ἄν ὑπῆρξε τό πνεῦμα του, ὅσο βαθιά κι ἄν παραμένει ἡ ἐπίδρασή του, εἶναι ὡστόσο καταδικασμένος νά περάσει στό παρελθόν. Τό ἔργο του μπορεῖ νά ἐπιζήσει, ἀλλά δέν τοῦ ἀνήκει πιά, δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε γι᾿ αὐτό καί πρέπει νά τό ἐγκαταλείψει στό ἔλεος τῶν μεταπτώσεων τῶν ἀνθρώπων. ᾿Αντίθετα, ὅταν πέθανε ὁ ᾿Ιησοῦς καί «παρέδωσε τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ» στό Θεό, τό «μετέδωσε» συνάμα στήν 'Εκκλησία του (Ἰωάννου ιθ΄, 30). Ὥς τό θάνατό του, τό Πνεῦμα φαινόταν νά περιορίζεται στά κανονικά πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης ἀτομικότητάς Του καί τῆς ἀκτίνας δράσεώς Του. Τώρα πού ὁ Υἱός  τοῦ ἀνθρώπου ὑψώθηκε στά δεξιά τοῦ Πατέρα ἐν δόξῃ (Ἰωάννου ιβ΄, 23), συνάζει τή λυτρωμένη ἀνθρωπότητα (Ἰωάννου ιβ΄, 32) καί σκορπίζει πάνω της τό Πνεῦμα (Ἰωάννου ζ΄, 39· κ΄, 22 ἑξ· Πράξεων β΄, 33).

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Ἡ Ἐκκλησία, ὡς νέα δημιουργία γεννιέται ἀπό τό Πνεῦμα, ἀπό τό Ὁποῖο γεννιέται ὅ,τι προέρχεται ἀπό τό Θεό (Ἰωάννου γ΄, 5 ἑξ). Τό βιβλίο τῶν Πράξεων εἶναι σάν ἕνα «εὐαγγέλιο τοῦ Πνεύματος». Στό βιβλίο αὐτό, ἡ δράση τοῦ Πνεύματος ἔχει τά δύο χαρακτηριστικά πού ἐπισημαίνονται ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη Ἀφ’ ἑνός τά θαύματα καί τίς καταπληκτικές πράξεις: θεοπνευστία (Πράξεων β΄, 4.6.11), θεραπεῖες, (Πράξεων γ΄, 7· 5, 12. 15...), ἡρωικό θάρρος τῶν μαθητῶν (Πράξεων δ΄, 13.31· ε΄, 20· ι΄, 20). Ἀφ’ ἑτέρου αὐτά τά θαύµατα, σημαίνουν τήν ὁριστική σωτηρία, βεβαιώνουν ὅτι ἡ μεταστροφή εἶναι δυνατή, ὅτι τά ἁμαρτήματα συγχωροῦνται, ὅτι ἦρθε ἡ στιγµή πού, µέσα στήν Ἐκκλησία, ὁ Θεός διαχύνει τό Πνεῦμα Του (Πράξεων β΄, 38· γ΄, 26. δ΄, 12· ε΄, 32: ι΄, 43).

Αὐτό τό Πνεῦμα εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Ἰησοῦ: χάρη σ᾽ αὐτό ἐπαναλαμβάνονται τά ἔργα τοῦ ᾿Ιησοῦ, κηρύσσεται ὁ λόγος τοῦ ᾿Ιησοῦ (δ΄, 30· ε΄, 42·  στ΄, 7· θ΄, 20· ιη΄, 5· ιθ΄, 10.20), ἐπαναλαμβάνεται ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ (Πράξων ζ΄,59 ἑξ. = Λουκᾶ κγ΄,34. 46. Πράξεων κα΄, 14 = Λουκᾶ κβ΄, 42), μέ τόν τεµαχισμµό τοῦ ἄρτου διαιωνίζεται ἡ εὐχαριστία τοῦ ᾿Ιησοῦ. Τό Πνεῦμα διατηρεῖ ἀνάμεσα στούς ἀδελφούς τήν ἑνότητα (Πράξεων β΄,42· δ΄, 32) πού συγκέντρωνε τούς μαθητές γύρω ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ. ᾿Αδύνατο νά φανταστοῦμε ὅτι οἱ μαθητές θά μποροῦσαν νά διατηρήσουν τίς συνήθειες πού εἶχαν ἀποκτήσει κοντά Του, ὅτι θά εἶχαν πάρει τήν ἀμετάκλητη ἀπόφαση νά ξαναζήσουν τή ζωή Του. Ὅταν ζοῦσε μαζί τους, χρειάστηκε ὅλη ἡ δύναμη τῆς προσωπικότητάς Του γιά νά τούς κρατήσει κοντά Του. Τώρα πού οἱ µαθητές Του δέν Τόν βλέπουν πιά, καί μολονότι γνωρίζουν ἀπό τό παράδειγμά Του σέ τί κινδύνους ἐκτίθενται, ἀκολουθοῦν αὐθόρμητα τά ἴχνη Του: ἔχουν δεχτεῖ τό Πνεῦμα τοῦ ᾿Ιησοῦ.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ δύναμη πού ἁπλώνει τήν ἀρτιγέννητη ᾿Εκκλησία «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξεων α΄, 8), ἄλλοτε ἑλκύοντας ἀπευθείας εἰδωλολάτρες (Πράξεων ι΄, 44), ἀποδεικνύοντας ἔτσι ὅτι «ἐξεχύθη ἐπὶ πᾶσαν σάρκα» (β΄, 17), ἄλλοτε πάλι στέλνει σέ ἀποστολή αὐτούς πού ἐπιλέγει, τόν Φίλιππο (Πράξεων η΄, 26.29 ἑξ), τόν Πέτρο (Πράξεων ι΄, 20), τόν Παῦλο καί τόν Βαρνάβα (ιγ΄, 2.4). Δέν δρᾶ ὅμως μόνο στήν ἔναρξη τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας: συνοδεύει καί καθοδηγεῖ τά ἔργα τῶν ᾿Αποστόλων (ιστ΄, 6 ἑξ), δίνει στίς ἀποφάσεις τους τή δική Του ἐξουσία (ιε΄, 28). Ἄν ὁ Λόγος «αὐξάνει καὶ πληθύνεται» (Πράξεων στ΄, 7· ιβ΄, 24), ἡ ἐσωτερική πηγή αὐτῆς τῆς ὁρμῆς µέσα στή χαρά εἶναι τό Πνεῦμα (Πράξεων ιγ΄, 52).

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ

Στίς ἐπιστολές του ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιά τήν ἐμπειρία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή τοῦ πιστοῦ καί γενικώτερα τῆς Ἐκκλησίας.

  1. Τό Πνεῦμα, δόξα τοῦ Χριστοῦ µέσα µας.

«Ὁ ἐγείρας Χριστὸν ἐκ νεκρῶν» (Πρός Ρωμαίους η΄, 11) μέ τή δύναμη τοῦ Πνεύματος τῆς «ἁγιωσύνης» (Πρός Ρωμαίους α΄, 4) καί Ἐκεῖνος πού τόν ἔκανε «πνεῦμα ζωοποιοῦν» (Πρός Κορινθίους Α΄, ιε΄, 45), κατέστησε συνάμα τό Πνεῦμα «δόξαν» τοῦ ἀναστημένου Κυρίου (Πρός  Κορινθίους Β΄, γ΄, 18). Ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ παρουσία µέσα µας τῆς δόξας τοῦ Κυρίου, πού μᾶς μεταμορφώνει σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα Του. Γι’ αὐτό ὁ Παῦλος δέ χωρίζει τό Χριστό ἀπό τό Πνεῦμα, τή «ζωὴ ἐν Χριστῷ» ἀπό τή ζωή «ἐν Πνεύματι». «Ζῇ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Πρός Γαλάτες β΄, 20), ἀλλά καὶ τό Πνεῦμα (Πρός Ρωμαίους η΄, 2.10). Ἡ ὕπαρξη «ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ» (Πρός Ρωμαίους η΄, 1) εἶναι ζωή «κατὰ πνεῦμα» (η΄, 5…).

  1. Τά σημεῖα τοῦ Πνεύματος.

Ἡ ζωή «ἐν Πνεύματι» δέν εἶναι ἀκόμα στήν παροῦσα ζωή ἄμεση διαίσθηση τοῦ Πνεύματος, εἶναι µιά ζωή µέσα στήν πίστη. Εἶναι ὅμως µιά πραγματική ἐμπειρία καί μιά συγκεκριμένη βεβαιότητα, γιατί εἶναι, διά µέσου τῶν σημείων, ἡ ἐμπειρία μιᾶς παρουσίας. Τά σημεῖα αὐτά ἔχουν ἀφάνταστη ποικιλία. Ὅλα ὅμως, ἀπό τά σχετικῶς ἐξωτερικά χαρίσματα, ὅπως τό χάρισμα τῶν γλωσσῶν ἤ τῆς θεραπείας (Πρός Κορινθίους Α΄,  ιβ΄, 28 ἑξ. ιδ΄, 12), ὥς τά «κρείττονα χαρίσματα» (Πρός Κορινθίους Α΄,  ιβ΄, 31), ὅπως τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδας καί τῆς ἀγάπης, εἶναι στήν ὑπηρεσία τοῦ Εὐαγγελίου τό ὁποῖο ὁμολογοῦν (Πρός Θεσσαλονικεῖς Α΄, α΄, 5 ἑξ. Πρός Κορινθίους Α΄, α΄, 5 ἑξ.) καί τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ τό ὁποῖο οἰκοδομοῦν (Πρός Κορινθίους Α΄, ιβ΄, 4-30).

Ὅλα ἐπίσης ἀφήνουν νά φανεῖ, µέσα ἀπό τίς πράξεις καί τίς καταστάσεις τοῦ ἀνθρώπου, µέσα ἀπό τά «ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν» (Πρός Κορινθίους Α΄, β΄, 12), µιά προσωπική παρουσία, κάποιος πού «ἐνοικεῖ» (Πρός Ρωμαίους η΄, 11) µέσα µας, πού «συμμαρτυρεῖ» (Πρός Ρωμαίους η΄, 26), πού «ὑπερεντυγχάνει» (8.26), πού «συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν» (Πρός Ρωμαίους η΄, 16) καί «εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν κράζει» (Πρός Γαλάτας δ΄, 6).

  1. Τό Πνεῦμα, πηγή τῆς νέας ζωῆς.

Μέσα ἀπό ποικίλες μορφές, ἡ ἐμπειρία τοῦ Πνεύματος παραμένει στό βάθος πάντα ἡ ἴδια: µιά ὕπαρξη καταδικασμένη καί ἤδη σηµαδεµένη ἀπό τό θάνατο τή διαδέχεται ἡ ζωή. Τό Νόμο, πού μᾶς κρατοῦσε φυλακισμένους στό ἀπαρχαιωμένο γράμμα, τόν ἀντικαθιστᾶ ἡ «καινότης Πνεύματος» (Πρός Ρωμαίους ζ΄, 6), τήν κατάρα τοῦ Νόμου, ἡ εὐλογία τοῦ ᾿Αβραάμ «ἐν Πνεύματι» τῆς ἐπαγγελίας (Πρός Γαλάτας γ΄, 13 ἑξ). Τή Διαθήκη τοῦ γράμματος πού θανατώνει τή διαδέχεται ἡ Διαθήκη τοῦ Πνεύματος πού ζωογονεῖ (Πρός Κορινθίους Β΄, γ΄, 6). Τό ἁμάρτημα πού ἐπέβαλλε τό νόµο τῆς σάρκας τό διαδέχεται ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος καί τῆς δικαιοσύνης (Πρός Ρωμαίους ζ΄, 18.25· η΄, 2.4). Τά ἔργα τῆς σάρκας τά διαδέχονται οἱ καρποί τοῦ Πνεύματος (Πρός Γαλάτας ε΄, 19-23). Στή θέση τῆς καταδίκης, πού βάραινε τόν ἁμαρτωλό μέ «θλῖψιν καὶ στενοχωρίαν» (Πρός Ρωμαίους β΄, 9) γιά τή θεία ὀργή, ἔρχεται ἡ εἰρήνη καί ἡ χαρά τοῦ Πνεύματος ( Πρός Θεσσαλονικεῖς α΄, 6. Πρός Γαλάτες ε΄, 22…).

Αὐτή ἡ ζωή μᾶς ἔχει δοθεῖ, καί «ἐν Πνεύματι» δέ μᾶς λείπει κανένα χάρισμα (Πρός Κορινθίους Α΄, α΄, 7), μᾶς ἔχει ὅμως δοθεῖ μέσα στήν πάλη, γιατί, σ᾿ αὐτό τόν κόσµο, δέν ἔχουμε ἀκόμα παρά τόν «ἀρραβῶνα» τοῦ Πνεύματος (Πρός Κορινθίους α΄, 22· ε΄, 5· Πρός Ἐφεσίους α΄, 14) καί τίς «ἀπαρχὲς» (Πρός Ρωμαίους η΄, 23). Τό Πνεῦμα μᾶς καλεῖ στόν ἀγώνα ἐνάντια στή σάρκα. Οἱ προσταγές πού ἐκφράζουν τίς ἀπαιτήσεις του ἀναμειγνύονται διαρκῶς μέ τίς ἐνδείξεις πού βεβαιώνουν τήν παρουσία του: «εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καὶ στοιχῶμεν» (Πρός Γαλάτας ε΄, 25. βλ. στ΄, 9· Πρός Ρωμαίους η΄, 9.13· Πρός Ἐφεσίους δ΄, 30) καί τό Πνεῦμα ἄς μεταμορφώνει «τούς σαρκικούς», τούς «νηπίους ἐν Χριστῷ» σὲ «πνευματικούς» (Πρός Κορινθίους γ΄, 1).

  1. Τό Πνεῦμα καί ἡ ᾿Εκκλησία.

Ἡ νέα δηµιουργία πού γεννήθηκε ἀπό τό Πνεῦμα εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Εκκλησία καί Πνεῦμα εἶναι ἀδιαχώριστα: ἡ ἐμπειρία τοῦ Πνεύματος ἀποκτᾶται στούς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἀνοίγει τό δρόµο πρός τήν κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς ᾿Εκκλησίας. Τά χαρίσματα εἶναι τόσο πιό πολύτιμα, ὅσο πιό ἀποτελεσµατικά συμβάλλουν στήν οἰκοδόμηση τῆς ᾿Εκκλησίας ( Πρός Κορινθίους Α΄, ιβ΄, 7· ιδ΄, 4...) καί στήν καθαγίαση τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ (Πρός Κορινθίους γ΄, 16. Πρός Ἐφεσίους β΄, 22). Ἀνανεώνοντας ἀδιάκοπα τή δράση καί τίς δωρεές Του, τό Πνεῦμα ἐργάζεται σταθερά γιά τήν ἑνότητα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ (Πρός Κορινθίους ιβ΄, 13). Πνεῦμα κοινωνίας (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 3· Πρός Φιλιππησίους β΄ ,1), πού σκορπίζει τό ὑπέρτατο χάρισµα τῆς ἁγάπης στίς καρδιές (Πρός Κορινθίους Α΄, ιγ΄· Πρός Κορινθίους Β΄, στ΄,6· Πρός Γαλατάς ε΄, 22. Πρός Ρωμαίους ε΄, 5) καί τίς συγκεντρώνει ὅλες µέσα στήν ἑνότητά Του (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 4).

  1. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.

«Ἕν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα... εἷς Κύριος, εἷς Θεὸς» (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 4 ἑξ.). Τό Πνεῦμα ἑνώνει γιατί εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τό Πνεῦμα καθαγιάζει (Πρός  Κορινθίους Β΄, α΄, 22) γιατί εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ πανάγιου Θεοῦ. Ὅλη ἡ προσπάθεια τοῦ Πνεύματος εἶναι νά μᾶς ὁδηγήσει στό Θεό, νά μᾶς φέρει σέ ἐπικοινωνία ζωντανή μέ τό Θεό, νά μᾶς εἰσαγάγει στά ἱερά του βάθη καί νά μᾶς ἀποκαλύψει «νοῦν Κυρίου» (Πρός Κορινθίους Α΄, β΄, 10 ἑξ.). «Ἐν Πνεύματι» εἶναι πού γνωρίζουμε τό Χριστό καί ὁμολογοῦμε ὅτι «Κύριος ᾿Ιησοῦς ἐστι» (Πρός Κορινθίους Α΄, ιβ΄, 3), πού παρακαλοῦμε τό Θεό (Πρός Ρωμαίους η΄, 26) καί τόν προσφωνοῦμε µέ τό ὄνομά του: «᾿Αββᾶ» ὁ Πατήρ (Πρός Ρωμαίους η΄, 15· Πρός Γαλάτας δ΄, 6). Ἀπό τή στιγµή πού ἔχουμε τό Πνεῦμα, τίποτε στόν κόσµο δέν μπορεῖ νά μᾶς ἀφανίσει, γιατί ὁ Θεός δόθηκε σὲ μᾶς καί μεῖς ζοῦμε ἐν αὐτῷ.

6 Ἰουνίου 2019

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ

ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

                    Δημοσιεύθηκε 6.6.2019

 

            Στήν τελευταία ὁμιλία πρός τούς μαθητές Του ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός ἔδωσε τίς τελευταῖες ἐντολές Του.

1) Νά μή ταράζεσθε ἀπό τήν ἐπίθεση

τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου

            Ὁ Κύριος ἐνισχύει κάθε ἀγωνιζόμενο πιστό γιά νά μή ταράζεται ἀπό τίς ἐπιθέσεις τῆς ἁμαρτίας, ὅπως στήριξε στοργικά τούς μαθητές Του γιά νά μήν ταραχθοῦν καί φοβηθοῦν ἀπ’ ὅσο θά συνέβαιναν κατά τό πάθος Του (Ἰωάννου ιδ΄ 1, 27).

             Ἀπόδειξη ἀποτελοῦν οἱ λόγοι Του στόν ἀπόστολο Πέτρο πού ἐπιβεβαίωσε ὅτι προσευχήθηκε γι’ αὐτόν νά μή χαθεῖ ἡ πίστη του τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ (Λουκᾶ κβ΄ 31-32).

2) Σᾶς δίνω τήν εἰρήνη μου.

            Ἀποχαιρετώντας ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός τούς μαθητές Του στόν μυστικό δεῖπνο τούς ἔδωσε τήν εἰρήνη Του  (Ἰωάννου ιδ΄ 27). Τό ἴδιο ἔπραξε καί μετά τήν ἀνάστασή Του.

            Ἡ εἰρήνη εἶναι ἡ δωρεά σ’ ὅλους τούς πιστούς τοῦ Κυρίου μας μετά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας.  

3) Ἐμπιστευθῆτε τόν Θεό καί Μένα.

            Ὁ Κύριος μας ζητεῖ ἀπό τούς μαθητές Του νά ἔχουν ἐμπιστοσύνη στό Θεό Πατέρα, στήν ἀγάπη Του, στήν ἀγαθότητα Του, στήν παντοδυναμία Του, στήν πρόνοια γιά τά δημιουργήματά Του, νά ἔχουν ἐμπιστοσύνη καί στόν Ἴδιο μέ τούς λόγους Του “Πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε ” (Ἰωάννου ιδ΄ 1).

            Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό εἶναι ἡ ἄγκυρα πού συγκρατεῖ τήν ψυχή νά μήν ναυαγήσει στό πέλαγος τῶν ἀμφιβολιῶν, τῶν συγχύσεων καί τῶν ἀβεβαιωτήτων.

4) Μείνετε ἑνωμένοι μαζί Μου γιά νά εἶμαι ἑνωμένος μαζί σας.

            Πολλά καί πολλοί ἐπιδιώκουν νά μᾶς χωρίσουν καί νά μᾶς ἀποξενώσουν ἀπό τόν ποθητό καί ἐρασμιώτατο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ψυχῆς μας τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό.

            Ἐκεῖνος μᾶς καλεῖ “Μείνατε ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν ” (Ἰωάννου ιε΄ 6), νά μή παρασυρθοῦμε, καί ἀπομακρυνθοῦμε ἀπ’ Αὐτόν νά μήν Τόν ἐγκαταλείψουμε ποτέ καί γιά καμμία αἰτία.

5) Νά ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.

            Ἐπανειλημμένως ὁ Κύριος  ἔδωσε στούς μαθητές Του τήν νέα ἐντολή νά ἔχουν οἱ μαθητές Του μεταξύ τους ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη θά τούς ἑνώσει μεταξύ τους καί μέ τόν Ἴδιο. Προβάλλεται ὁ Ἴδιος ὡς πρότυπο ἀγάπης “καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς ” (Ἰωάννου ιγ΄ 34). Μᾶς ἀγάπησε μέ τήν ὕψιστη ἀγάπη θυσιαζόμενος γιά μᾶς.

            Ἡ ἀγάπη φανερώνεται ἀπό τίς θυσίες πού κάνουμε γι’ αὐτούς πού ἀγαπᾶμε.

6) Νά τηρήσετε τίς ἐντολές Μου.

            Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καθορίζει καί ἀποδεικνύει ἄν ἀγαπᾶμε τόν Θεό κατά τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό

            Γιά νά τηρήσουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ πολλές φορές στή ζωή μας χρειάζεται νά παλαίψουμε, νά πονέσουμε, γιά νά μή συντριβοῦμε ἀπό τήν δύναμη μέ τήν ὁποία μᾶς πολεμεῖ καί μᾶς ἐμποδίζει ἡ ἁμαρτία.

7) Θά ζήσετε.

            Μέσα στήν ζοφερότητα τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου ὁ Κύριος μας πού εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί ἡ πηγή τῆς ἀθανασίας  δήλωσε  “ γ εμι νστασις κα ζω ” (Ἰωάννου ια΄ 25) καί  ὑπόσχεται στούς μαθητές Του “ὑμεῖς  ζήσεσθε”.

8) Νά εἶσθε ταπεινοί καί νά διακονῆτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

            Ἡ διακονία στούς ἀδελφούς εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς ταπεινώσεως μας  Τό μεγαλεῖο τοῦ μαθητοῦ εἶναι ἡ διακονία τῶν ἀδελφῶν του, ὅπως ὑποδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό ὅταν ἔνιψε τά πόδια τῶν μαθητῶν Του (Ἰωάννου ιγ΄ 14-15 καί Ματθαίου κ΄ 26-27).

9) Νά συγχωρεῖτε ὅσους σᾶς ἀδικοῦν.

Ὁ Κύριος μας πού ἐδίδαξε, ὅτι ὀφείλουμε νά συγχωροῦμε τούς ἐχθρούς μας καί ἐπισφράγησε στήν πράξη τήν ἀρετή τῆς συγγνώμης καί ἀνοχῆς μας πρός τούς ἄλλους συγχωρώντας τούς σταυρωτές Του (Ματθαίου στ΄ 14-15)

Ὁ Κύριος σέ ἐρώτηση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου γιά τό πόσο ἀνεκτικοί ὀφείλουμε νά εἴμαστε πρός τούς ἀδελφούς πού μᾶς βλάπτουν, μᾶς ἐπιτίθενται, μᾶς ἀδικοῦν, μᾶς ζημιώνουν μέ κάθε τρόπο ἀπάντησε ὅτι ἀπεριορίστως ὀφείλουμε νά συγχωροῦμε καί νά ἀνεχόμαστε τούς ἀδελφούς μας (Ματθαίου ιη΄ 22).

                                               

31 Μαΐου 2019

«Χαίρετε· μή φοβεῖσθε»

«Χαρετε· μ φοβεσθε»

(Ματθαου κη 9, 10)

το Μητροπολτου Καισαριανς, Βρωνος κα Υμηττο Δανιλ

                                                          Δημοσιεύθηκε 30.05.2019

Ὁ παργορος κα εφρσυνος λγος το ναστντος Κυρου μας ᾿Ιησο Χριστο διλυσε τν λπη κα τν φβο τν εσεβν κενων γυναικν πο λαν πρω «᾿Οψ δ Σαββτων, τ πιφωσκοσ ες μαν Σαββτων» (Ματθαου κη 1), προσλθαν στ μνημεο, που νταφισθηκε Διδσκαλος, γι ν τηρσουν τς πιτφιες παραδσεις τν ᾿Ιουδαων πρς τος νεκρος.

Η γα πλις τν Ιεροσολμων κοιμταν, ταν κοσθηκε παντοκρατορικς λγος το ᾿Αναστντος, ναπαυταν π τν μθη τν πανηγυρισμν τς προηγομενης μρας· ταν μριμνη, πεπεισμνη τι εχε πιτχει τ μυσαρ ργο της ν φονεσει τν Δκαιο κα ν γνει Θεοκτνος. Κοιμταν κανοποιημνη ργισασα κακα τν χθρν το ᾿Ιησο το π Ναζαρτ.

᾿Αλλ’ Κριος εχε ναστηθε. Η ζω, πηγ τς ζως κα τς θανασας δν ταν δυνατν ν κρατηθε π τν θνατο στν τφο. Πρτες ο φοσιωμνες μαθτριες εδαν τν ᾿Αναστντα κα ξιθηκαν ν γνουν κρυκες κα μρτυρες τς ναστσες Του. Ο Κριος μειψε τν στοργ κα τν φοσωσ τους, πο τς θησε στ εσεβς κενο τλμημα ν κδηλσουν τν σεβασμ τους κα ν πρξουν τ καθκον τους πρς τν λατρευτ Κριο.

Ο Κριος εχε προαναγγελλει στος μαθητς Του τν ναλλαγ τν συναισθημτων τους τι τν φβο κα τν ταραχ τς συλλψεως, τς δκης, τς σταυρσεως κα το θαντου Του θ διεδχετο χαρ τς ναστσες Του κα τς μφανσες Του ζντος «μετ τ παθεν» (Πρξεων α 3).

«Τατα λελληκα μν να χαρ μ ν μν μεν κα χαρ μν πληρωθ» (᾿Ιωννου ιε 11). «Κα μες ον λπην μν νν χετε· πλιν δ ψομαι μς κα χαρσεται μν καρδα κα τν χαρν μν οδες αρει φ’ μν» (᾿Ιωννου ιστ 22).

Η περοδος τς θλψεως ληξε. Ο μρες το πνθους πρασαν. Η γλυκει λπδα κα προσδοκα τς ναστσεως κπληρθηκε. Ο Κριος νκησε τν θνατο. Ο πουλες νργειες τν χθρν Του τποτε δν πτυχαν. Η νκη, πο εχε προαναγγελθε, πραγματοποιθηκε. Η πστις δν πβη μταιη. Ο Χριστς «γρθη γρ καθς επεν» (Ματθαου κη 6).

Ο χαιρετισμς το ναστντος Κυρου πρς τς Μυροφρες γυνακες «Χαρετε· μ φοβεσθε», πο ντχησε στν κπο τς Ιερουσαλμ κα τς γμισε χαρ κα φτισε τς ψυχς τους μ τ φς τς ναστσεως κα τς νκης, πευθνεται π τν ναστντα Κριο σ κθε νθρωπο κθε ποχς γι ν το μεταδσει ληθιν χαρ, γνσια κα νθευτη γπη κα σφαλ λπδα.

Εναι χαιρετισμς πο παρηγορε τος θλιβομνους, πο στηρζει τος καταπτοημνους, πο νθαρνει τος λιγοπστους, πο μπνει καρτερα στος πσχοντες.

᾿Αδελφο κοσατε π τν ναστντα Κριο τ «χαρετε· μ φοβεσθε» κα τ «Πιστεετε ες τν Θεν, κα ες μ πιστεετε» (᾿Ιωννου ιδ 1).

Μ ταρζεσθε, μ πτοεσθε, μν μφιβλλετε, μ δειλιζετε μπροστ στν πλεμο τς μαρτας. Ο πλεμος χει κριθε. Νικητς εναι ᾿Ιησος Χριστς.

Ας μανονται ο χθρο τς πστεως. Ας ργιζουν ναντον το Χριστο ο δολοι τς μαρτας. Ας πολιορκον τν ᾿Εκκλησα ο ργτες τς πονηρας. Τ Εαγγλιο κα πστις θ θριαμβεουν. Η νστασις το Κυρου διαλει κθε φβο, κθε ταραχ, κθε πειλ.

Ἡ Ἐκκλησίας μας αἰωνίως διακηρττει κα βεβαινει τν ποστολικ λγο «ατη νκη, νικσασα τν κσμον, πστις μν» (Α ᾿Ιωννου ε 4).

13 Μαΐου 2019

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας

«Ὁ Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας»

(Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 8)

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                                               

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐμφανίσθηκε σὲ μιὰ δευτερεύουσα ἐπαρχία τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, σὲ ἕνα ἔθνος ποὺ οἱ κατακτητές του τό περιφρονοῦσαν. ᾿Απὸ τὸν λαὸ αὐτὸ δὲν ἐξῆλθε ποτὲ σὲ ὅλη Του τὴ ζωή, οὔτε ποτὲ ἐξέφρασε ἐπιθυμία νὰ γνωρίσει τὸν κόσμο τῶν σοφῶν, τῶν φιλοτέχνων, τῶν πολιτικῶν, τῶν πολεμιστῶν ποὺ κρατοῦσαν στὰ χέρια τους τὴν τότε ἐγχώρια ἀστικὴ κοινωνία. Στὴν χώρα Του πέρασε τουλάχιστο τὰ ἐννέα δέκατα τῆς ζωῆς Του ἀπομονωµένος σὲ ἕνα ταπεινότατο χωριό, παροιμιακῶς γνωστὸ µόνον γιὰ τὴν πενιχρότητά του. Ἐκεῖ δὲν φοίτησε σὲ σχολεῖα. Δὲν χρησιμοποίησε σοφὲς περγαμηνές. Δὲν σχετίσχθηκε μὲ ἔξω τοῦ ἔθνους Του σοφούς. Ἐργάσθηκε µόνο ὡς ξυλουργός. Γιὰ τριάντα χρόνια κανεὶς δὲν ἤξερε ποιὸς εἶναι Αὐτὸς, ἐκτὸς ἀπὸ δυὸ-τρία πρόσωπα, ποὺ σιωποῦν ὅπως κι Αὐτός.

 

Ξαφνικά, μόλις πέρασε τὰ τριάντα, ἐμφανίσθηκε δημόσια κι ἄρχισε τὴ δράση Του· δὲν διέθετε κανενὸς εἴδους ἀνθρώπινα µέσα. Δὲν εἶχε ὅπλα, οὔτε χρήµατα, οὔτε ἀκαδημαϊκή σοφία, οὔτε φιλοτεχνικὴ δύναμη, οὔτε πολιτικὰ ἐπιχειρήµατα. Τριγυρνοῦσε σχεδὸν πάντα ἀνάμεσα σὲ φτωχὸ κόσμο, ψαράδες καὶ χωρικούς. Ἀναζήτησε μὲ ἰδιαιτέρα φροντίδα τοὺς τελῶνες, τὶς πόρνες καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ ἀποδίωχνε ἡ λεγομένη καλὴ κοινωνία. Σὲ τέτοιο κόσμο κάνει θαύματα,  πολυάριθµα καὶ πολυειδῆ. Συνεργάσθηκε μιὰ μικρὴ ὁμάδα ψαράδων ποὺ Τὸν ἀκολούθησαν σταθερὰ σὰν ἰδιαίτεροι  μαθητές Του. Ἔδρασε λιγώτερο ἀπὸ τρία χρόνια.

 

Ἡ δράση Του συνίστατο στὸ νὰ κηρύσσει μιὰ διδασκαλία ποὺ δὲν εἶναι οὔτε φιλοσοφικὴ οὔτε πολιτική, ἀλλὰ ἀποκλειστικὰ θρησκευτικὴ καὶ ἠθική. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ εἶναι ὅ,τι τὸ πιὸ ἀνήκουστο ἀκούσθηκε στὸν κόσμο. Ἦταν μιὰ διδασκαλία ἀποτελουμένη ἀπὸ τὰ ἄχρηστα ποὺ ἀποστρέφοταν ἐκ συμφώνου ὅλες οἱ φιλοσοφίες, ἀπὸ αὐτά πού ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἔχει πάντα σὲ ὅλες τὶς χῶρες ἀπορρίψει, μακριὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Αὐτά πού ἡ ἄρχουσα τάξη καί ἰδεολογία ἀποστρεφόταν ὁ  Ἰησοῦς τά ἀποδέχθηκε. Αὐτά πού γιά τούς ἰσχυρούς καί σοφούς θεωροῦντο καλά, ἀπορρίφθηκαν ἀπό τὸν Ἰησοῦ. Ἡ φτώχεια, ἡ ταπείνωση, ἡ ὑπακοή, ἡ σιωπηλὴ ἀνοχὴ τῶν ὕβρεων, ἡ ὑποχώρηση γιὰ τὴν παραχώρηση θέσεως στοὺς ἄλλους, ὅπως εἶναι ὕψιστα κακὰ γιὰ τὸν κόσμο, ἔτσι εἶναι ὕψιστα ἀγαθὰ γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Καὶ ἀντιστρόφως, τὰ πλούτη, οἱ τιμές, ἡ κυριαρχία ἐπάνω στοὺς ἄλλους καὶ ὅλα τὰ  ἄλλα ποὺ σχηματίζουν τὴν εὐτυχία γιὰ τὸν κόσμο ἀντιπροσωπεύουν γιὰ τὸν ᾿]ησοῦ μιὰ ζημία ἢ τουλάχιστον ἕνα σοβαρώτατο κίνδυνο. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ ἀντίθεση τῆς νοοτροπίας τοῦ κόσμου, σύμφωνα μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο (Πρός Κορινθίους Α΄, α΄, 25-28)

 

Ὁ κόσμος πράγματι βλέπει µόνο αὐτό πού φαίνεται. Ὁ Ἰησοῦς ἀντιθέτως βεβαιώνει, ὅτι βλέπει ἀκόμα καὶ κεῖνο ποὺ δὲν φαίνεται. Ὁ κόσμος βλέπει ἀποκλειστικὰ τὴ γῆ, καὶ τὴν βλέπει ἀπὸ χαμηλά. Ὁ Ἰησοῦς ἀντιθέτως βλέπει ἰδιαίτερα τὸν οὐρανό, καὶ παρατηρεῖ τὴ γῆ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Γιὰ τὸν Ἰησοῦ ἡ γῆ δὲν ἔχει ἔννοια μόνη της, εἶναι ἕνα ὀδυνηρὸ καὶ περαστικὸ ἐπεισόδιο ποὺ δὲν δίνει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του μιὰ ἱκανοποιητικὴ λύση. Γι’ Αὐτὸν ἡ γῆ βρίσκει τὴν τελείωσή της στὸν οὐρανὸ καὶ λαμβάνει ἔννοια μόνον ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἡ παροῦσα ζωὴ ἔχει τόση ἀξία, ὅση εἶναι προετοιμασία μιᾶς μελλοντικῆς ζωῆς. Εἶναι μιὰ βασανισμένη καὶ ἄστατη διαμονή, ἀλλὰ ποὺ ἔχει ἀξία ἐπειδή γίνεται ἡ ἀφετηρία ἀπ᾿ ὅπου θὰ γίνει ἡ ἔξοδος γιὰ μιὰ ἔνδοξη καὶ μόνιμη διαμονή στήν αἰώνια πατρίδα. Οἱ ἐνοικιαστὲς τῆς παροδικῆς διαµονῆς ποὺ ἐναποθέτουν ὅλες τους τὶς ἐλπίδες σ᾿ αὐτὴ ἀποτελοῦν τὸ βασίλειο τοῦ κόσμου. Οἱ ἐνοικιαστὲς ἀντιθέτως ποὺ κατοικοῦν σ᾿ αὐτὴ ἀποβλέποντες «στόν τῆς πίστεως ἀρχηγό καί τελειωτή Ἰησοῦ Χριστό» (Πρός Ἑβραίους ιβ΄, 2), ἀλλὰ καὶ στὴ μόνιμη οὐράνια διαμονή καὶ προετοιμάζονται νὰ ἐξυψωθοῦν πρὸς αὐτὴ ἀποτελοῦν τὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ.

 

******

          Ἑκούσιος θάνατος - Ἔξοδος

          Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός δεχόμενος τίς ἐπευφημίες τῶν Ἰουδαίων στό βάθος τοῦ εἶναι Του βίωνε τήν προδοσία τοῦ μαθητοῦ καί τό «Ἄρον Ἄρον Σταύρωσον αὐτόν» (Ἰωάννου ιθ΄, 15), τοῦ καθοδηγουμένου ὄχλου.  Κι ὅμως  δέν δείλιασε, δέν ὀπισθοχώρησε, δέν ὀλιγοψύχησε, ἀλλά ἐπέλεξε νά ἀντιμετωπίσει τόν ἐχθρό ἄφωνος, ὅπως παρατήρησε καί ὁ προφήτης Ἡσαΐας (Ἡσαΐου νγ΄, 7) καί πέθανε σταυρωμένος. Οἱ σταυρωτές Του νόμισαν ὅτι φονεύοντάς Τον θά ἠσύχαζαν. Ἀλλά Ἐκεῖνος ἀναστήθηκε καί συνεχίζει νά ζεῖ ζωντανός μέχρι σήμερα.

 

******

 

 

Ὁ Νικητής

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός συγκρούσθηκε μέ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου. Ἡ σύγκρουση διεξάγεται ἀπ’ ἀρχῆς καί ἕως τῆς συντέλειας τῶν αἰώνων μεταξὺ τῶν δυὸ βασιλείων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ αἰῶνος τούτου.

******

 

Πρός τήν δόξα.

Ὁ ἑκούσιος θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπετέλεσε τήν δόξα Του. Ὁ ἔνδοξος σταυρός Του ἀπεκάλυψε τό μεγαλεῖο τῆς θείας δόξης Του κατά τόν ἀποστολικό λόγο:

«Νά ὑπάρχει μεταξύ σας τό ἴδιο φρόνημα πού εἶχε κι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος, ἄν καί ἦταν Θεός, δέ θεώρησε τήν ἰσότητά του μέ τό Θεό ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλά τά ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε μορφή δούλου κι ἔγινε ἄνθρωπος καί ὄντας πραγματικόςἄνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά ὑπακούοντας μέχρι θανάτου καί μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός τόν ἀνέβασε πολύ ψηλά καί τοῦ χάρισε τό ὄνομα πού εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα τά ὀνόματα. Κι ἔτσι, στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ὅλα τά ἐπουράνια, τά ἐπίγεια καί τά ὑποχθόνια θά προσκυνήσουν, καί κάθε γλώσσα θά ὁμολογήσει  ὅτι Κύριος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός,   γιά νά δοξάζεται ἔτσι ὁ Θεός Πατέρας» (Πρός Φιλιππησίους β΄, 5-11)

 

9 Μαΐου 2019

Ὁ Ἰησοῦς καί οἱ γυναῖκες

Ὁ Ἰησοῦς καί οἱ γυναῖκες

                                                                       

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Οἱ Ἰουδαῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν εἶχαν καί μεγάλη ἰδέα γιά τίς γυναῖκες. Ἀνέχονταν τήν παρουσία τους στίς ἑορτές, ἀλλά δέν εἶχαν ποτέ σκεφθεῖ νά τίς περιλάβουν στίς διδασκαλία τους. Ἀντιθέτως ὁ Ἰησοῦς δέν ἀπαξιοῦσε νά συνομιλεῖ μ’ αὐτές γιά τά πιό ὑψηλά θέματα, ὅπως μέ τήν Σαμαρείτιδα (Ἰωάννου δ΄ 9-42) καί τήν Μαρία τήν ἀδελφή τοῦ Λαζάρου (Ἰωάννου ια΄ 2 καί ιβ΄ 3).

* * * * *

Ἡ περίπτωση τῆς Σαμαρείτιδος δέν ἦταν οὔτε ἡ μοναδική οὔτε ἡ ἐξαίρεση διότι σ’ ὁλόκληρη τήν ζωή Του καί τήν διδασκαλία Του, στήν ἀπολυτρωτική διακονία Του συμπεριέλαβε καί τήν ἐξύψωση τῆς γυναίκας, τήν τίμησε καί τήν εὐεργέτησε.

Κι οἱ γυναῖκες Τόν περιέβαλαν μέ σεβασμό καί ἀφοσίωση. Σταματοῦσαν ὅταν Τόν ἔβλεπαν νά διέρχεται. Τόν ἀκολουθοῦσαν στίς περιοδεῖες Του. Τόν ἄκουαν μέ προσοχή, ὅταν συνδιαλέγετο μέ φίλους καί ἀγνώστους. Περιεκύκλωναν τήν οἰκία πού ἐπρόκειτο νά εἰσέλθει. Τοῦ πρόσφεραν τά παιδιά τους νά τά εὐλογήσει. Ἄγγιζαν τά ἐνδύματά Του γιά νά γιατρευτοῦν ἀπό τίς ἀσθένειές τους. Θεωροῦσαν εὐτυχία ἄν μποροῦσαν νά Τόν ἀκολουθοῦν. Ὅλες θά μποροῦσαν νά συμφωνήσουν μ’ ἐκείνη πού  μέσα ἀπό τόν ὄχλο σήκωσε φωνή καί Τοῦ φώναξε:

«Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καί μαστοί οὗς ἐθήλασας» (Λουκᾶ ια΄ 27).

Πολλές Τόν ἀκολούθησαν μέχρι τόν θάνατό Του (Μάρκου ιε΄ 39-41, Λουκᾶ κγ΄ 55 ), Ὅλες ἤθελαν νά Τόν ὑπηρετοῦν, νά Τοῦ προσφέρουν φαγητό, νά Τόν φιλοξενοῦν, νά Τόν ξεκουράζουν στό σπίτι τους. Μερικές εἶχαν τήν εὐτυχία νά Τόν βοηθοῦν μέ τό χρῆμα τους ὅπως μαρτυροῦν οἱ εὐαγγελικές πηγές (Λουκᾶ η΄ 1-3)    

* * * * *

Οἱ γυναῖκες, λοιπόν, Τόν λάτρευαν καί ὁ οἶκτος Του πλήρωνε τήν ἀγάπη τους. Καμμία ἀπ’ ὅσες ἀπευθύνθηκαν σ’ Αὐτόν δέν ἀπέπεμψε, δέν ἀπέστρεψε τό πρόσωπό Του καί τήν προσοχή Του στά αἰτήματά τους.

Τά κλάματα τῆς χήρας στήν Ναΐν Τόν συγκίνησαν κι ἀνέστησε τό νεκρό γιό της. Οἱ ἱκεσίες τῆς Χαναναίας, ἄν καί ἦταν μία ἀλλόφυλη, Τόν λύγισαν καί θεράπευσε τήν κόρη της. Θεράπευσε τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καί παρά τίς διαμαρτυρίες τοῦ Ἀρχισυναγώγου στήν γυναῖκα πού γιά δεκαοχτώ χρόνια ἦταν συγκύπτουσα καί βασανιζόταν ἀπό τήν ἀσθένειά της.

Στίς πρῶτες του περιοδεῖες ἐλευθέρωσε ἀπό τόν πυρετό τήν πενθερά τοῦ Πέτρου καί ἀπό τά πονηρά πνεύματα τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή. Ἀνέστησε τήν θυγατέρα τοῦ Ἰάειρου καί γιάτρευσε τήν αἱμμοροοῦσα πού εἶχε δώδεκα χρόνια τήν ἀσθένεια καί τήν ἀπελπισία.

* * * * *

            Μία ἄλλη φορά στήν Ἱερουσαλήμ ὁ Ἰησοῦς βρίσκεται μπροστά σέ μία γυναῖκα. Εἶναι ἐκείνη πού οἱ αὐστηροί Φαρισαῖοι τήν συνέλαβαν ἐπ’ αὐτοφόρῳ νά μοιχεύει καί τήν ἔφεραν σπρώχνοντάς την στόν Ἰησοῦ νά τήν δικάσει. Ὁ Ἰησοῦς πού καταδικάζει τήν μοιχεία, ὅμοια καταδικάζει τήν ἀνανδρία τῶν ὕπουλων κατασκόπων, τήν χαιρεκακία τῶν ἀσπλάγχων, τό θράσος τῶν ἁμαρτωλῶν πού θέλουν νά γίνουν δικαστές. Γι’ αὐτό ὁ Ἰησοῦς ἀπευθύνθηκε στούς κατηγόρους τῆς γυναίκας καί τούς εἶπε : «ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν» (Ἰωάννου η΄ 7).

Ὁ Ἰησοῦς συγχώρησε τήν πόρνη γυναῖκα ἐπειδή ὡς παντογνώστης γνώριζε ὅτι προτοῦ μπεῖ ἐκεῖνο τό βράδυ σ’ αὐτό τό σπίτι εἶχε ἀλλάξει εἶχε γίνει ἄλλη ἀπ’ αὐτό πού ἦταν μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα. Ὁ Ἰησοῦς δέχθηκε τήν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης τῆς γυναίκας ἐπειδή ἦταν βέβαιος, ὅτι ἐπρόκειτο γιά μία ὁριστική ἀλλαγή ζωῆς καί συμπεριφορᾶς, εἰλικρινοῦς μετανοίας.

* * * * *

Ἡ Ἐκκλησία στήν κορυφή τῶν πιστῶν τοποθέτησε μία γυναῖκα μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, Ἐκείνη πού συγκέντρωσε πάνω της μόνη ἀνάμεσα σ’ ὅλες ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς γυναίκας, τῆς Παρθενίας καί τῆς Μητρότητος πού ὑπέφερε γιά μᾶς ἀπό τήν νύχτα τῆς Βηθλεέμ μέχρι τήν νύχτα τοῦ Γολγοθᾶ. 

                       

2 Μαΐου 2019

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

ΔΑΝΙΗΛ

 

Δύο χιλιάδες χρόνια ἀκούγεται συνεχῶς ἡ ἠχώ τοῦ θριαμβευτικοῦ μηνύματος τῆς ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου, ὅτι «ὁ Κύριος ἐγήγερται τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καί ὤφθη»[1]. Συγχρόνως ἡ Ἐκκλησία μας παρέλαβε ἀπό τούς Ἀποστόλους τό χαρμόσυνο καί παυσίλυπο μήνυμα καί τό διέδωσε σ’ ὅλους τούς λαούς κατά τήν ἐντολή τοῦ Ἀναστάντος πρός αὐτούς «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»[2].

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δηλώνει, ὅτι : «αὐτό πού ἐπιθυμῶ εἶναι νά γνωρίσω τόν Χριστό καί τήν δύναμη τῆς Ἀναστάσεως»[3]. Ἔτσι παρακινεῖ κι ἐμεῖς νά ἐμβαθύνουμε στήν Γραφή γιά νά διδαχθοῦμε τίς συνέπειες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πού μᾶς ἀφοροῦν.

* * * * *

α΄. Τό θέμα τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι τό θέμα τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀπό τό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ ἀπεθυνόμενος urbi et orbi,  δηλαδή στήν πόλη καί στόν κόσμο, μέ παρρησία ἤλεγξε τούς ὁμοεθνεῖς του, ἐπειδή αὐτοί ἐφόνευσαν τόν Χριστό καί οἱ ἀπόστολοι εἶναι μάρτυρες τοῦ θανάτου Του καί τῆς Ἀνάστασής Του[4].

Τήν μαρτυρία τῶν ἀποστόλων συνεχίζει ἡ Ἐκκλησία ἀνά τούς αἰῶνες.

* * * * *

β΄. Ἐμπειρία-Ὁμολογία- Πίστη

Μέ κέντρο τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία μας ὀργάνωσε τή ζωή Της, τή λατρεία Της, τό κήρυγμά Της. Ἡ πνευματικότητά Της ἀκτινοβολεῖ τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως καί ἡ χαρά Της ἀστείρευτη παραμένει ἀναφαίρετη στίς καρδιές τῶν πιστῶν.  Γι’ αὐτό χαρακτηρίζεται ὡς Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή  δίδει νόημα καί προοπτική στόν πολυτρόπως διεξαγόμενο ἀγῶνα τῶν πιστῶν κατά τόν κορυφαῖο ἀπόστολο Πέτρο πού γράφει, ὅτι ἀντιμετωπίζει μέ ὑπομονή καί καρτερία τούς διωγμούς, τίς θλίψεις, τίς ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς προσδοκώντας νά γίνει μέτοχος τῆς αἰώνιας δόξας πού πρόκειται νά ἀποκαλυφθεῖ καί ἐρείδεται στήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ[5]. Τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως φθάνει ὥς τίς μέρες μας ὡς ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας ὡς ὁμολογία καί ὡς πίστη.

* * * * *

γ΄. Σφραγίδα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

 Ἡ ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τήν ἐπισφράγηση τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου Του, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος ὁ ἀπόστολος Παῦλος[6].

* * * * *

δ΄. «Ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»[7].

Μέ τήν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἀποδείχθηκε νικητής τοῦ θανάτου τῆς ἁμαρτίας καί αὐτοῦ τούτου τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ μέ τόν θάνατο οὔτε τό σῶμα τοῦ Κυρίου διεφθάρει μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς Του ἀπ’ αὐτό οὔτε ἡ ψυχή Του φυλακίσθηκε στόν Ἄδη, ὅπως προφήτευσε ὁ Βασιλεύς Δαυΐδ[8].

Στό Γολγοθᾶ δόθηκε ἡ πιό συνταρακτική μάχη καί κερδήθηκε ἡ πιό ἐπίζηλη ἔνδοξη νίκη, τῆς ὁποίας ὁ ἀντίκτυπος διαπέρασε τόν οὐρανό, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης[9].

Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μετέχουμε σ’ αὐτή τή νίκη μετέχοντας στά μυστήρια τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας μας, ὅπως θεολογεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Πρός Κολοσσαεῖς β΄, 12-15)

* * * * *

ε΄. «Ἐγώ ζῶ καί ὑμεῖς ζήσεσθε»[10].

Τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως ἔφθασε διά μέσου τῶν αἰώνων μέχρι σέ μᾶς ὀμορφαίνοντας καί δοξάζοντας τήν ἀνθρώπινη ζωή μέ τόν χαιρετισμό τῆς ἀθανασίας. Μᾶς δίνει τήν βεβαιότητα, ὅτι ἀφοῦ Ἐκεῖνος ἔζησε πάλι μετά τήν θάνατό Του καί ἐμεῖς θά ζήσουμε (Πρός Θεσσαλονικεῖς Α΄, δ΄, 14)

Πιστεύουμε ὅτι ἀρχίσαμε μιά ζωή πού δέν θά τελειώσει ποτέ, διερχομένη ἀπό διαφορετικές περιόδους. Ἔχουμε ἀρχή ἀλλά δέν ἔχουμε τέλος. Ἐρχόμαστε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στό εἶναι σέ μία ζωή πού δέν χάνεται, δέν τελειώνει.

Τό πιό εὐφρόσυνο πρᾶγμα σέ ὁλόκληρη τήν μακρά ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης πείρας εἶναι ἡ σκέψη, ὅτι εἴμαστε ἀθάνατοι, ὅτι δέν θά ἐξαφανισθοῦμε, δέν θά ἐπιστρέψουμε στήν ἀνυπαρξία στό «μή εἶναι», πώς κι ἄν συμβεῖ τό σῶμα μας νά διαλυθεῖ, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θά ζοῦμε καί θά ζοῦμε καί θά ζοῦμε. Τήν πεποίθηση αὐτή στερεώνει καί ἀναγγέλλει μέσα στήν καρδιά μας  τό γενογός, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀνέστη ἀπό τούς νεκρούς.

Ὅτι ὁ θάνατος δέν ἔχει τήν δύναμη νά μᾶς ἐξαφανίσει, διότι παραμένει ἕνα ἀναγκαῖο ἐπεισόδιο τῆς ζωῆς πού μᾶς περνᾶ ἀπό τήν μιά στήν ἄλλη μορφή τῆς ὑπάρξεως. Συνεπῶς εἴτε ζοῦμε ἐδῶ στή γῆ εἴτε στόν οὐρανό ἀνήκουμε σ’Αὐτόν. εἴμαστε δικοί Του καί κάνουμε ὅ, τι Ἐκεῖνος μᾶς ἔδωκε νά κάνουμε [11] καί ὅτι «Γιατί μέσα σ’ αὐτόν ζοῦμε καί κινούμαστε καί ὑπάρχουμε»[12], ὅπως διακήρυξε ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος στούς φιλοσοφοῦντες Ἀθηναίους στήν Πνύκα τό 50 μ.Χ.

Μέ τήν πείρα τῆς Ἀναστάσεως γνωρίζουμε ὅτι καί ὅταν ἡ ἥλιος θά ἔχει πιά κρυώσει, ἐμεῖς θά εἴμαστε νέοι μέσα στήν αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ.

* * * * *

 

στ΄. «Οὐκ ἀπέθανε, ἀλλά καθεύδει»[13].

Ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ παρηγορεῖ  ὅσους πονοῦν γιά τούς προσφιλεῖς τους πού ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή αὐτή, ὅτι δέν χάθηκαν, ἀλλά κοιμοῦνται, ὅπως ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος διαβεβαίωσε τόν θρηνοῦντα πατέρα γιά τόν θάνατο τῆς κόρης του, ὅτι «οὐκ ἀπέθανε, ἀλλά καθεύδει»[14],  καί τήν Μαρία τήν ἀδελφή τοῦ Λαζάρου[15].

 «Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καί ἡ ζωή· ἐκεῖνος πού πιστεύει σ’ ἐμένα, κι ἄν πεθάνει, θά ζήσει»[16].

Κοιμοῦνται ἀναμένοντας τό ἐγερτήριο σάλπισμα τοῦ Ἀγγέλου κατά τήν θεόπνευστη Γραφή[17].

* * * * *

ζ΄. Ἔνδυμα ἀφθαρσίας καί ἀθανασίας

Μέ τήν δύναμη τῆς Ἀναστάσεως ὁ Ἰησοῦς Χριστός θά μετασχηματίσει τό ταπεινό καί φθειρόμενο ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη σῶμα μας, ὥστε νά γίνει ὅμοιο μέ τό δικό Του ἔνδοξο σῶμα[18].

* * * * *

η΄. Νεκροί γιά τήν ἁμαρτία –ζωντανοί γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει τίς συνέπειες τῆς Ἀναστάσεως γιά μᾶς, ὅτι μέ τήν δύναμή της ἀνακαινιζόμαστε ἀποβάλλοντας τό θνητό σῶμα πού φθείρεται ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἐνδυόμαστε τό νέο σῶμα πού εἶναι ἐλεύθερο ἀπό τήν ἁμαρτία[19].

* * * * *

θ΄. Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ»[20].

Ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση στηρίζει τόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς μας πού πιστεύουμε ὅτι ὅλα δέν τελειώνουν στήν ματαιότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὅπως διακηρύσσει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἀπό τόν Ἀναστάντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ἀντλοῦμε δύναμη ὅπως ὁ πρωταθλητής τοῦ χριστιανικοῦ στίβου ἀπόστολος Παῦλος πού φυλακισμένος ἔγραφε ὅτι παρηγορήθηκε ἀπό τόν ἐνδιαφέρον τῶν Φιλιππησίων γι’ αὐτόν [21].

* * * * *

ι΄. Αἰώνια ζωή

Κηρύσσοντας τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁμολογοῦμεν τήν πίστη μας στήν αἰώνια ζωή[22].

* * * * *

ια΄.Οἰκουμενική ἑορτή καί εὐφροσύνη.

Ἡ δύναμη καί οἱ πνοή τοῦ Ἀναστάντος ἐπηρέασε τόν πολιτισμό ἀκόμη καί ὡς μή συνειδητός Χριστιανισμός. Ὅλοι γιορτάζουμε. Ὅλοι χαιρόμαστε. Ὅλοι εὐφραίνονται ἀπό τήν ὀμορφιά τῆς Ἐκκλησίας μας πού δίνει ἐλπίδα, νόημα, εἰρήνη, χαρά, φῶς καί ζωή σ’ ὅλους.

 «Ἰησοῦς Χριστός, χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»[23].

Σ’ Αὐτόν ἀνήκει

ἡ εὐλογία καί ἡ δόξα

καί ἡ σοφία καί ἡ εὐχαριστία

καί ἡ τιμή καί ἡ δύναμη

καί ἡ ἰσχύς στόν Θεό μας

στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν[24].

[1] Πρός Κορινθίους ιε΄, 4, 5.

[2] Πράξεων α΄, 8.

[3] Πρός Φιλιππησίους γ΄, 10.

[4] Πράξεων γ΄, 15.

[5] Α΄ Πέτρου ε΄, 1.

[6] Πρός Φιλιππησίους β΄, 5-11.

[7] Ἀποκαλύψεως στ΄, 2

[8] Πράξεων β΄, 31.

[9]  Ἀποκαλύψεως ιβ΄, 10.

[10] Ἰωάννου ιδ΄, 19.

[11] Πρός Ρωμαίους ιδ΄, 8.

[12] Πράξεων ιζ΄, 28.

[13] Λουκᾶ η΄, 52.

[14] Λουκᾶ η΄, 52.

[15] Ἰωάννου ια΄, 40.

[16] Ἰωάννου ια΄, 25.

[17] Πρός Κορινθίους Α΄, ιε΄, 52.

[18] Πρός Φιλιππησίους γ΄, 21.

[19] Πρός Ρωμαίους στ΄, 3-10.

[20] Πρός Φιλιππησίους δ΄, 13.

[21] Πρός Φιλιππησίους δ΄, 11-13.

[22] Πρός Κορινθίους Β΄, δ΄, 13-14.

[23] Πρός Κορινθίους Β΄, δ΄, 13-14

[24] Ἀποκαλύψεως ζ΄, 12.

18 Ἀπριλίου 2019

Μεγάλη Ἑβδομάδα

 Μεγάλη Ἑβδομάδα

 

Ἡ πρὸ τοῦ Πάσχα νηστεία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, πού καθιερώθηκε πιθανῶς ἀπό τούς ᾿Αποστόλους κατά τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας (Ματθαίου θ΄,  15 «ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι, ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ' αὐτῶν ὁ νυμφίος καὶ τότε νηστεύσουσιν»), ἀπετέλεσε τὴν πρώτη ἀφετηρία τοῦ καταρτισμοῦ τῆς περιόδου τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ νηστεία αὐτή τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἐξετείνετο κατ᾽ ἀρχὰς σέ 1-2 ἡμέρες : «Οἱ μὲν γὰρ οἴονται µίαν ἡμέραν δεῖν αὐτοὺς νηστεύειν, οἱ δὲ δύο» (Εἰρηναίου, Ἐπιστολή πρὸς Βίκτωρα Ῥώμης, παρ’ Εὐσεβίῳ Ἐκκλησιαστική  Ἱστορία, βιβλίον Ε’, κεφ. 24: PG 24, 697). Ἡ νηστεία αὐτή ἐπεκτάθηκε ἀπὸ τό α’ ἥμισι τοῦ Γ’ αἰῶνος σέ ὁλόκληρη ἑβδομάδα (Διονυσίου ᾿Αλεξανδρείας, Ἐπιστολή πρὸς Βασιλείδην, PG 10, 1277), χωρίς νά τηρεῖται ὅμως πανταχοῦ ὁμοιόμορφα ἀπό ὅλους τούς χριστιανούς, ὅπως συνάγεται ἀπό τήν μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ᾿Αλεξανδρείας (+264): «Οἱ μὲν καὶ πάσας ὑπερτιθέασιν, ἄσιτοι διατελοῦντες· οἱ δέ, δύο, οἱ δέ, τρεῖς, οἱ δέ, τέσσαρας, οἱ δέ, οὐδεμίαν» (ἔνθ' ἀν.).

Οἱ μνῆμες τῶν τριῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας πού ἑορτάζονται ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους, οἱ τώρα ἰσχύουσες μνῆμες τῶν πρώτων ἡμερῶν αὐτῆς στά Ἱεροσόλυμα ἦταν ἤδη καθιερωμένες τὸν Δ΄ αἰῶνα, ὅπως συνάγεται ἀπό τό Ὁδοιπορικό τῆς Αἰθερίας (τέλη Δ΄ αἰῶνος) (Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Αἱ κατὰ τὸν Δ΄ αἰῶνα τελεταὶ τῆς Εκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, «Νέα Σιών», Α’ [1904], σ. 1-32). Οἱ ἴδιες μνῆμες στήν Κωνσταντινούπολη ἐπεκράτησαν ἀργότερα ἀπό τήν ἐπίδραση τοῦ Ἱεροσολυμιτικοῦ Τυπικοῦ. Ἡ πρὸ τοῦ Πάσχα Ἑβδομάδα κλήθηκε ἤδη ἀπὸ τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες «Μεγάλη ἑβδομάς». Ἤδη ἡ Αἰθερία ἀναφέρει, ὅτι τὸν Δ΄ αἰῶνα χρησιμοποιοῦνταν στά  Ἱεροσόλυμα ὁ χαρακτηρισμὸς «Μεγάλη Ἑβδομὰς» («quam hic appellant septimana maior). Ἡ ἑβδομάδα αὐτή χαρακτηρίζεται ἔτσι, διότι, κατὰ τὸν Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον «μεγάλα τινὰ καὶ ἀπόρρητα τυγχάνει τὰ ὑπάρξαντα ἡμῖν ἐν αὐτῇ ἀγαθά, Ἐν γὰρ ταύτῃ ὁ χρόνιος ἐλύθη πόλεµος, θάνατος ἐσβέσθη, κατάρα ἀνηρέθη, τοῦ διαβόλου ἢ τυραννὶς κατελύθη, τὰ σκεύη αὐτοῦ διηρπάγη, Θεοῦ καταλλαγή πρὸς ἀνθρώπους γέγονεν» (Ὁμιλία λ΄ εἰς τὴν Γένεσιν, PG 53, 273). «Τὴν μεγάλην ἑβδομάδα πᾶσαν καὶ τὴν μετ᾽ αὐτὴν ἤργουν καὶ οἱ δοῦλοι»· «διότι ἡ μὲν πάθους ἐστίν, ἡ δὲ ἀναστάσεως, καὶ χρεία διδασκαλίας, τίς ὁ παθὼν καὶ ἀναστὰς ἤ τίς ὁ συγχωρήσας ἢ καὶ ἀναστήσας». Διὰ τοῦτο καὶ «ἄπρακτος ἐκαλεῖτο, καὶ ἀπελύοντο οἱ διὰ χρέη καὶ πλημμελήματα κρατούμενοι καὶ ἐσχόλαζον τὰ δικαστήρια. Μόναι δὲ δίκαι ἦσαν συγκεχωρημέναι αἱ πρὸς ἀπελευθέρωσιν δούλων» (Ἰ. Μεσολωρᾶ, Ἐγχειρίδιον Λειτουργικῆς τῆς Ορθοδόξου ᾿Ανατολικῆς Ἐκκλησίας, ᾿Αθῆναι 1985, σ. 64).

 

Μεγάλη Δευτέρα.

Κατά τήν Μεγάλη Δευτέρα μνήμην ποιούμεθα τοῦ «παγκάλου» Ἰωσὴφ καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταρασθείσης καὶ ξηρανθείσης συκῆς (Ματθαίου κα΄, 18 κ. ἑξ.). Ὁ Ἰωσὴφ εἶναι τύπος τοῦ Χριστοῦ, «ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς παρὰ τῶν ὁμοφύλων Ἰουδαίων φθονεῖται καὶ παρὰ τοῦ μαθητοῦ τριάκοντα ἀργυρίοις πιπράσκεται, καὶ εἰς τὸν ζοφώδη σκοτεινὸν λάκκον, τὸν τάφον, ἐγκλείεται κἀκεῖθεν αὐτεξουσίως ἀναρραγείς, βασιλεύει τῆς Αἰγύπτου, καὶ τῆς ἁμαρτίας δηλαδὴ πάσης, καὶ κατὰ κράτος ταύτην νικᾷ, τοῦ κόσμου τε παντὸς ἄρχει, καὶ φιλάνθρωπος ἐξωνεῖται ἡμᾶς διά τῆς μυστικῆς σιτοδοσίας, ὡς ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν δούς,  καὶ ὅτι τρέφει ἡμᾶς οὐρανίῳ ἄρτῳ, τῇ αὐτοῦ ζωηφόρῳ σαρκὶ» (Συναξάριον Μεγάλης Δευτέρας).

Ἡ ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταρασθεῖσα καὶ ξηρανθεῖσα συκή εἶναι τὸ σύμβολο παντὸς ἀνθρώπου, πού δέν ἔχει καρποὺς ἀρετῆς, καὶ τοῦ λαοῦ ἐκείνου, πού δὲν φάνηκε ἄξιος τῆς κλήσεως αὐτοῦ. Στήν παραβολή τῶν δύο ἀδελφῶν (Ματθαίου κα΄, 28-32) βλέπουμε τὴν ἐκλογὴ τῶν εἰδωλολατρῶν ἐπειδή θά πιστέψουν στόν Ἰησοῦ Χριστό καὶ τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἕνεκα τῆς ἀπορρίψεως τοῦ Μεσσία. ᾿Αφαιρεῖται ἀπό τούς Ἰσραηλῖτες ὁ ἀμπελώνας, ἐνῶ οἱ εἰδωλολάτρες γίνονται κληρονόμοι τοῦ βασιλείου τοῦ Μεσσίου, τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ βασιλείου τῆς ἀπολυτρώσεως καὶ τῆς χάριτος (Ματθαίου κα΄, 33-46). Οἱ εὐαγγελικές αὐτές εἰκόνες ἀποσκοποῦν στὴν ἀφύπνιση τῆς συνειδήσεως μας, ἵνα «κεκαθαρµέναις διανοίαις συµπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν καὶ νεκρωθῶμεν δι’ αὐτὸν ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, ἵνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ». Τὰ ὀναγνώσματα ἐξ ἄλλου τοῦ μετὰ τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων συνδεοµένου Ἑσπερινοῦ τῆς Μεγάλης Δευτέρας μιλοῦν περὶ τῆς δουλείας τῆς Αἰγύπτου (Ἐξόδου α΄, 1-21), περὶ τῶν μηχανορραφιῶν τοῦ Διαβόλου (Ἰώβ α΄ 1-12 καὶ περὶ τῶν «ὠδίνων» τοῦ φθειροµένου κόσμου (Ματθαίου κδ΄, 3 κ.ἑξ.). ᾽Αλλὰ ὅλα ταῦτα δὲν ἀποθαρρύνουν τοὺς πιστούς, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη τους, ὅτι ὁ Χριστός, «ὁ πλουτῶν θεότητι», προσέφερε τὴν ζωὴ Του «ἀντίλυτρον δι’ ἡμᾶς».

Μεγάλη Τρίτη

Κατά τήν Μεγάλη Τρίτη ἡ παραβολή τῶν δέκα παρθένων «ἐτάχθη παιδεύουσα ἡμᾶς ἐγρηγορέναι καὶ ἑτοίμους εἶναι πρὸς τὴν ὑπάντησιν τοῦ ἀληθινοῦ Νυμφίου». Κατὰ τήν Ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Μεγάλης Τρίτης τὰ ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀναγνώσματα (Ἐξόδου β΄, 5-10 καὶ Ἰώβ α΄, 13-22) ἔχουν πασχάλιο χαρακτῆρα, ἐνῶ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή (Ματθαίου κδ΄, 36-51, κε΄, 1-46 καὶ κστ΄, 1-3) μᾶς προτρέπει νὰ γρηγοροῦμε, νὰ διατηροῦμε ἀναμμένες τίς λαμπάδες καὶ νὰ πολλαπλασιάζουμε τὰ τάλαντα μας. Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τρίτης, ὅπως καὶ ὁ τῆς Μεγάλης Δευτέρας καὶ τῆς Μεγάλης Τετάρτης, λέγεται καὶ ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου, ἐπειδὴ κατ’ αὐτὸν ψάλλονται οἱ σχετικοὶ πρὸς τίς παραβολές τῶν δέκα παρθένων καὶ τοῦ βασιλικοῦ γάμου (Ματθαίου κε΄, 1:13, κβ΄, 1-14) ὕμνοι: «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται... καὶ «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω...». Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος καὶ πάλι θὰ ἔλθει μετὰ δόξης, «ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον».

Μεγάλη Τετάρτη

Κατὰ τὴν Μεγάλη Τετάρτη, ὁρμώμενοι ἀπό τό παράδειγµα τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μέ μῦρο ἁμαρτωλῆς γυναικὸς καὶ τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα, συμπεραίνουµε, ὅτι «δεινὸν ἡ ραθυμία, µεγάλη ἡ μετάνοια». Ὅλα τὰ ἀναγνώσματα τῆς ἡμέρας ἔχουν ἄμεση ἢ ἔμμεση σχέση πρὸς τὰ πάθη τοῦ Κυρίου (Ἐξόδου β΄, 11:15, Ἰὼβ β΄, 1-10, Ματθ. κστ΄ 6-16 κ.λπ.). Γενικά ἡ Μεγάλη Τετάρτη μᾶς φέρει ἐγγύτερα πρὸς τὸν χρόνο τῆς λυτρώσεως, πρὸς τὸ ἅγιο Πάσχα. Ἤδη κατὰ τὸ ᾿Απόδειπνο τῆς ἡμέρας ψάλλουμε «Ἀνώγεων ἐστρωμένον ἐδέξατό σε τὸν Κτίστην καὶ τοὺς συμμύστας, καὶ αὐτοῦ τὸ Πάσχα ἀπετέλεσας». Τὸ ἀπόγευμα τῆς Μεγάλης Τετάρτης τελεῖται γιά ὅλους τούς  Χριστιανούς ἡ ἀκολουθία τοῦ Μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου.

 

Μεγάλη Πέμπτη

Κατά τήν Μεγάλη Πέμπτη ἑορτάζουμε «τὸν ἱερὸν νιπτῆρα, τὸν μυστικὸν δεῖπνον, τὴν ὑπερφυᾶ προσευχὴν καὶ τὴν προδοσίαν αὐτήν». Τὰ ἀναγνώσματα τῆς ᾿Εξόδου καὶ τοῦ Ἰὼβ (Ἐξόδου ιθ΄, 10-19, Ἰώβ λη΄, 1-23 καὶ μβ΄, 1-5) ὁμιλοῦν γιὰ τίς προϋποθέσεις τῆς ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἐνῶ τὸ ἀπό τόν Ἡσαΐα ἀνάγνωσμα (η΄, 4-11) ἔχει ἀρίστην ἐφαρμογὴν στὸν Κύριό μας, πού ἑτοιμάζεται νὰ δώσει τὸν «νῶτον Του εἰς µάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας αὐτοῦ εἰς ραπίσµατα». Ἔπειτα, ἐνῶ ἡ ἀποστολικὴ περικοπή τονίζει τὴν ἀνάγκη τῆς ἀξίας συμμµετοχῆς στὸ ὑπὸ τοῦ Κυρίου «τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο» ἱδρυθὲν µυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Α΄ Κορινθίους ια΄, 23:32), τὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα ἀναφέρονται στὰ ἑορταζόµενα γεγονότα καὶ στὰ Πάθη τοῦ Κυρίου (Λουκ.ᾶ κβ΄, 1 κ. ἑξ., Ματθαίου κστ΄, 2 κ. ἐξ., Ἰωάννου ιγ΄, 3 κ. ἑξ.). Κατὰ τὴν Μεγάλη Πέμπτη ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων Χριστιανικῶν χρόνων ἁγιάζεται καὶ ἡ ὕλη τοῦ μυστηρίου τοῦ Χρίσματος, ἤτοι τὸ Ἅγιον Μύρον. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος παραλαμβάνει τό Ἅγιο Μῦρο ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

 

Μεγάλη Παρασκευή

Κατά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Παρασκευή ἐπιτελοῦμε τὰ ἅγια καὶ σωτήρια φρικτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· «τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ραπίσμµατα, τὰ κολαφίσμµατα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαῖναν, τὸν κάλαµον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην καὶ πρὸ πάντων τὸν σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι’ ἡμᾶς ἑκὼν κατεδέξατο: ἔτι δὲ τὴν τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ, τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ σωτήριον ἐν τῷ σταυρῷ ὁμολογίαν»

Ὁ τελούμενος κατά τήν ἑσπέρα τῆς Μεγάλης Πέμπτης Ὄρθρος τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καλεῖται «Ἀκολουθία τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων παθῶν». Εἶναι πολύ οἰκοδομητικὸ τὸ νὰ γνωρίζει σαφῶς ὁ πιστός, ὅτι ὁ πυρὴνας τῆς ᾿Ακολουθίας αὐτῆς ἀνάγεται στὴν ἀρχαία ἱεροσολυμιτικὴ λειτουργικὴ πρήξη, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀποτελεῖ πιστοποίηση τῆς ἀλήθειας, ὅτι στούς σπουδαιοτάτους σταθμπύς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους διατηρεῖται παλαιότατο λειτουργικὸ ὑλικό. Ὁ λόγος γιά τήν ἀρχαία ἱεροσολυμιτικὴ λειτουργική πράξή περιελάμβανε τρία τμήματα, ἤτοι α) τὴν μέ  ἄσματα, ἀναγνώσματα καὶ προσευχές νυκτερινὴ λιτανεία, πού  ξεκινοῦσε ἀπό τό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καί κατέληγε στὸν ἐπὶ τοῦ τάφου τοῦ Κυρίου ναό, β) τὴν προσκύνῃση τῶν λειψάνων τοῦ Σταυροῦ καὶ γ) τὰ ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς Σταυρώσεως λεγόμενα ἀναγνώσματα καὶ προσευχές. Ἡ  ἱεροσολυμιτικὴ λειτουργικὴ πράξη αὐτή, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Βυζαντινοῦ Τυπικοῦ, ὁδήγησε στὴν κατὰ τὸν Θ΄ αἰῶνα διαμόρφωση στήν Κωνσταντινούπολη τῆς σημερινής Ἀκολουθίας τῶν Παθῶν, στήν ὁποία τὰ Ἀντίφωνα, τὰ Καθίσµατα, αἱ ἀναγιγνωσκόμενες δώδεκα εὐαγγελικές περικοπές καὶ ἡ ὁραματικὴ δομὴ τῶν ὕμνων ὑποβοηθοῦν τὴν Ἐκκλησία, γιά νά  βυθισθεῖ «εἰς τὸ βαθύτατον µυστήριον τῶν παθῶν καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Λυτρωτοῦ». Σημειωτέον, ὅτι μετὰ τὸ ιδ’ Ἀντίφωνο γίνεται ἡ λιτανεία καί, Ψαλλομένου τοῦ ιε’ Ἀντιφώνου, γίνεται ἡ ἔξοδος τοῦ Σταυροῦ, ὅπως ἐπικρατεῖ ἤδη παντοῦ κατά τόν Τυπικὸν καὶ ἡ τοποθέτηση αὐτοῦ στό μέσω τοῦ ναοῦ, πράγμα τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τήν περαιτέρω ἐξέλιξη τῆς προσκυνήσεως τῶν λειψάνων τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στά Ἱεροσόλυμα καὶ στήν Κωνσταντινούπολη.

Κατά τήν Μεγάλη Παρασκευή δὲν τελεῖται λειτουργία. Τὸ στήν ἱεροσολυμιτική λειτουργική πράξη ἀρχαιότατο ὑλικὸ τῆς Ἀκολουθίας τῶν προσευχῶν καὶ ἀναγνωσμάτων τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς περιελήφθηκε στήν Ἀκολουθίᾳ τῶν ὠρῶν τῆς ἡμέρας αὐτῆς. Μέ τίς διαποτιζόμενες δαψιλέστατα ἀπό τό βιβλικό στοιχεῖο Ὦρες ἡ Ἐκκλησία παρουσιάζει τὰ σεπτὰ πάθη τοῦ Κυρίου, συνυφαινοµένου ὅμως τοῦ πενθίµου τόνου τῆς ὅλης Ἀκολουθίας μαζί μέ τόν νικητήριο χαρακτήρα της. Ἔπειτα στὰ ἄσματα καὶ τίς προσευχές τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ὄχι µόνο ὑπομιμνήσκονται τὰ Πάθη, ἀλλ᾽ ὑποφώσκει καὶ ἡ ἡμέρα τῆς νίκης καὶ τῆς Ἀναστάσεως: «δεσμεῖται ὁ λύων τὸν ᾿Αδὰμ τῆς κατάρας... Πιλάτῳ παρίσταται, ᾧ τρόμῳ παρίστανται οὐρανῶν αἱ Δυνάμεις... ξύλῳ κατακρίνεται ὁ κρίνων ζῶντας καὶ νεκρούς· τάφῳ κατακλείεται ὁ καθαιρέτης τοῦ Ἄδου». Τὰ ἀπό τήν Παλαιά καὶ τήν Καινή Διαθήκη ἀναγνώσματα ἔχουν ἀμεσώτατη σχέση πρὸς τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόµενο τῆς ἡμέρας, πού μέ αὐτό τόν τρόπο αἰσθητοποιεῖται καὶ μέσω τῆς λιτανείας καὶ τοποθετήσεως τοῦ Ἐπιταφίου στὸ τοποθετημένο στό µέσο τοῦ Ναοῦ κουβούκλιο. Ἄλλοτε ἐτελεῖτο καὶ Λειτουργία Προηγιασμένων κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην. Ἴσως δὲ ἔπαυσε διὰ τὸ μέγεθος τῶν ἄλλων ᾿Ακολουθιῶν.

 

Μέγα Σάββατον.

          Κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο, πού εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ἑορτάζουμε τὴν ταφή καὶ τὴν εἰς Ἄδου κάθοδο τοῦ Κυρίου μας. Ἡ ἑορτὴ αὐτή εἰσήχθηκε ἤδη ἀπό τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους. Κατὰ τὰ τέλη ἤδη τοῦ Δ΄ αἰῶνα, ὅπως συνάγεται ἀπό τό Ὁδοιπορικό τῆς Αἰθερίας, γίνονταν στά Ἱεροσόλυμα οἱ συνηθισμένες ἀκολουθίες τῆς Τρίτης καὶ Ἕκτης, ὅπως ὅλο τό  ἔτος, παρελείπετο ὅμως ἡ Ἐνάτη. Ἐτελεῖτο βεβαίως ἡ ἀκολουθία τῆς παραμονῆς τοῦ Πάσχα καὶ γίνονταν δεκτοὶ στὸ βάπτισμα οἱ κατά τὸ διάστηµα τῆς Τεσσαρακοστῆς προετοιµασθέντες. Αὐτοί μετὰ τὸ βάπτισμα ὁδηγοῦνταν στὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως, ὅπου ὁ ἐπίσκοπος ἀπηύθυνε εὐχὴν ὑπὲρ αὐτῶν, ἀναμφόβολα καί τήν εὐχή γιά τήν λήωη τοῦ Χρίσµατος, καὶ ἔπειτα σέ πομπή μαζί τους κατηυθύνονταν στὴν μεγάλη ἐκκλησίαν, ὅπου ὅλος ὁ λαὸς ἀνέμενε ἀγρυπνώντας γιά τήν διεξαγωγὴ τῆς ἀκολουθίας τῆς παραμονῆς. Στήν μεγάλη ἐκκλησία τελοῦντας καὶ ἡ θεία Εὐχαριστία. (Παν. Τρεμπέλα, Λειτουργικοί τύποι Αἰγύπτου καὶ ᾿Ανατολῆς, ᾿Αθῆναι 1961, σ. 313).

Θαυμάσιον εἶναι σήμερα τὸ περιεχόµενο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου στήν ᾿Ορθόδοξη ᾽Ανατολική Ἐκκλησία. Τὰ περισσότερα τῶν ἀσμάτων, ὅπως καὶ τὰ λαοφιλῆ «Ἐγκώμια», ἔχουν ἀναστάσιµο χαρακτῆρα καὶ περιέχουν πασχάλιες σκέψεις, καί ἐξυμνοῦν «τὸν Ἄδην νεκρώσαντα τῇ ἀστραπῆ τῆς Θεότητος» καὶ τὸν «σώσαντα ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς», τὸν «συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ», τὸν θανατώσαντα «θάνατον θανάτῳ». Τὸ βλέμμα τῆς θεωρούσης ᾿Εκκλησίας στρέφεται πάντοτε ἐκ νέου ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ πρὸς τὸν τάφο καὶ τὸν Ἄδη, ἀπὸ τοῦ τάφου καὶ τοῦ Ἄδου πρὸς τὴν ᾽Ανάσταση. Ὅλο καί  σαφέστερα καὶ δυναµικώτερα φανερώνεται στά ἄσματα ἡ βεβαιότητα τῆς ᾿Αναστάσεως. Τὸ προφητικὸ ἀνάγνωσμα (Ἱεζεκιήλ λζ΄, 1-14), πού ἀναγιγνώσκεται μετὰ τῄν ἀποτελοῦσα ἄριστην ἐποπτικὴ ὑπόμνηση τῶν γεγονότων- περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου, περιέχει τὴν πασχάλιο εἰκόνα τῆς ζωοποιήσεως τῶν νεκρῶν ὀστέων. Τὸ ἀποστολικὸ  ἐξ ἄλλου ἀνάγνωσμα (Α΄ Κορινθίους ε’, 6-8 καὶ Γαλάτας γ’, 13-14) τονίζει, ὅτι «τὸ Πάσχα ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστὸς» καὶ ὅτι ὁ «Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόµου γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα». Τέλος πρίν τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Εὐαγγελίου (Ματθαίου κζ΄, 62-66) πού ὁμιλεῖ περὶ τῆς φρουρήσεως τοῦ τάφου τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, πλήρης πασχαλινῆς ἐλπίδος, ἀναφωνεῖ; «Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ».

Κατὰ τήν Ἀκολουθία τοῦ τελούμενου ἑσπερινοῦ τοῦ Πάσχα τό Μεγάλο Σάββατο, στόν ὁποῖο συνάπτεται καὶ ἡ λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, οἱ ἱερεῖς φέρουν λευκὴ στολὴ πρὸς δήλωση τῆς χαρᾶς τῆς ᾿Αναστάσεως. Στίς σλαβικές ἐκκλησίες οἱ ἱερεῖς ἀποβάλλουν τὴν πένθιµη στολὴ καὶ περιβάλλονται τὴν λευκὴ καὶ ἀναστάσιμη μετὰ τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός..». Τὰ ἄσματα ἐξυμνοῦν ἤδη τὸ Μυστήριο τῆς ᾿Αναστάσεως: «Δεῦτε λαοί, ὑμνήσωμεν καὶ προσκυνήσῶμεν Χριστόν, δοξάζοντες αὐτοῦ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν...»· «τῷ πάθει σου, Χριστέ, παθῶν ἠλευθερώθημεν, καὶ τῇ ᾽Αναστάσει σου ἐκ φθορᾶς ἐλυτρώθημεν, Κύριε». Μετὰ τὴν «Μικρὰν Εἴσοδον» ἀναγινώσκονται τὰ ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού ἀνάγονται στήν πολιά ἀρχαιότητα, πού ὄχι µόνο δὲν διασποῦν τὴν ὀργανικὴν ὁλότητα τοῦ λειτουργικοῦ περιεχοµένου τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ἀλλ᾽ ἀντίθετα ἐντάσσονται ἁρμονικώτατα στὰ πασχάλια πλαίσια αὐτῆς. Ἔτσι τὰ ἀναγνώσματα αὐτά παρουσιάζουν τὸν Δημιουργὸ Θεόν, πού ἐποίησε τὸ φῶς (Γενέσεως α΄, 1-13), τὴν δόξα τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία «ἀνατέταλκεν ὑπεράνω τῆς καταλαµποµένης ὑπὸ θείου φωτὸς Ἱερουσαλὴμ» (Ἠσαΐου ξ΄, 1-16). τὸν ἀπὸ τόν Ἰσραὴλ, ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς ἀπό τούς  Αἰγυπτίους ἀπελευθερώσεως (Ἐξόδου ιβ΄, 1-11), τὸν Ἰωνᾶ ὡς πρότυπο τοῦ ᾿Αναστάντος Χριστοῦ (α’-δ’), τὸν ἀπὸ τούς Ἰσραηλῖτες ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα στήν Χαναὰν (Ἰησοῦ Ναυή ε’, 1-15)· τὴν μέσο τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης διάβαση καὶ τὴν ἐπινίκιο ὠδὴν τοῦ Μωϋσέως (Ἐξόδου ιγ΄, 20, ιδ΄,  32 καὶ ιε΄,  1-19), τὴν λύτρωση τοῦ κόσμου (Σοφονίου γ΄, 8-15), τὴν διά τοῦ προφήτου ᾿Ηλιοὺ ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῶν Σαρεπιῶν (Γ΄, Βασιλειῶν ιη΄, 8-24) τὴν ἀναστάσιμη δόξα τοῦ Χριστοῦ, τὸν πασχάλιο στολισμὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τίς πασχάλιες χάριτες καὶ δωρεές τῶν λελυτρωμένων (Ἠσαΐου ξα΄,  10- ξβ΄, 5), τὴν ἐν τῷ σπέρµατι τοῦ ᾿Αβραὰμ εὐλογία ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς (Γενέσεως κβ΄, 1-18) καὶ τὴν αἰώνιο εὐφροσύνη τους (Ἠσαΐου ξα΄, 1 κ. ἑξ.), τὴν ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς Σωμανίτιδος (Δ΄ Βασιλειῶν δ΄, 8-37), τὴν διὰ τοῦ Θεοῦ παροχὴ τῆς λυτρώσεως καὶ θείων χαρίτων (Ἠσαΐου ξγ΄, 11-ξδ΄, 5), τὴν διὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Πάσχα σύναψιν τῆς Καινῆς Διαθήκης (Ἱερ. λα΄ 31-34)·. τὴν ἐκ τῆς καµίνου σωτηρία τῶν τριῶν Παίδων (Δανιήλ γ΄, 1-56). Στὸ τελευταῖον αὐτό ἀνάγνωσμα συνάπτεται καὶ ὁ ἐξαίσιος ὕμνος τῶν τριῶν Παίδων, μέ τόν ὁποῖο ὅλη ἡ κτίση καλεῖται νὰ ὑμνήσει τὸν Νικητὴ τοῦ Πάσχα.

Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία οἱ κατηχούμενοι κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀναγνώσεως τῶν προφητειῶν αὐτῶν ἢ μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῆς τελευταίας κατηυθύνοντο στὸ Βαπτιστήριον. Μετὰ ταῦτα, μέ τό  στόµατος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Πρός Ρωμαίους στ΄, 3-11) ἀντηχεῖ τὸ πασχάλιο μήνυμα: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάναιον αὐτοῦ ἐβαπιίσθημεν... Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύοµεν, ὅτι καὶ συζήσοµεν αὐτῷ». Ἡ πασχάλια χαρά κορυφώνεται μέ τόν στίχο: «Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν». Ἔτσι τοῦ «σταυρωσίµου Πάσχα» πού βρίσκεται στὸ τέλος του καὶ τοῦ «ἀναστασίμου Πάσχα πού ἀνατέλλει, τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μεταδίδει τὸ μήνυμα περὶ τοῦ κενοῦ τάφου καὶ περὶ τῆς ᾿Αναστάσεως, πού κατὰ τὸ Κοινωνικὸ τῆς ἡμέρας, σηµαίνει τὴν δική µας σωτηρία: «Ἐξηγέρθη ὡς ὑπνῶν Κύριος καὶ ἀνέστη σῴζων ἡμᾶς. ᾽Αλληλούϊα»,

11 Ἀπριλίου 2019

ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ ΕΥΑ-ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ

ΕΥΑ-ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

 

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

Στά τροπάρια τοῦ Κανόνος τῆς Θεοτόκου καί στούς Οἴκους τοῦ Κοντακίου πού ψάλλονται στήν Ἀκολουθία  τῶν Χαιρετισμῶν πρός τήν Μακαρίαν καί Παναμώμητον Κυρία καί ἐξυμνοῦν μέ πλῆθος ἐγκωμίων, συμβόλων καί εἰκόνων τῆς ἱερᾶς ἱστορίας τό σεβάσμιο Θεομητορικό Πρόσωπο, τήν Παρθένο Μαρία, τήν διακονία Της γιά τήν λύτρωση καί τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ὡς Μητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τήν προσφορά Της στό ἀνθρώπινο γένος, μεταξύ ἄλλων εὐφημιῶν καί ἐγκωμίων διαπλέκονται δύο θεολογικά θέματα πού διατυπώθηκαν ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή καί σχολιάζονται καί ἀναπτύσσονται στούς ἑορταστικούς λόγους καί στούς ὕμνους τῆς θείας λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας κατά τούς αἰῶνες πού ἀκολούθησαν. Τό γεγονός αὐτό ἀποδεικνύει,  ὅτι τά θέματα αὐτά ἔχουν σφραγισθεῖ μέ τήν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχουν καθιερωθεῖ στήν ζωή καί τήν θεολογία της, ὡς ἐκφράζονται  στήν διδασκαλία καί τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν Παρθένο Μαρία, τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ.  

Τό ἕνα θέμα εἶναι ἡ ἀντίθεση τῆς Προμήτορος  Εὔας καί τῆς Παρθένου Μαρίας καί συγκεκριμένως ἡ ἀνυπακοή τῆς Προμήτορος Εὔας καί οἱ συνέπειες της κάι ἡ ὑπακοή τῆς Παρθένου Μαρίας καί οἱ συνέπειές της.

Ἡ ἀνυπακοή τῆς Προμήτορος Εὔας, ἀπογύμνωσε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τά χαρίσματα τῆς ἀρχεγόνου δικαιοσύνης καί εἰσήγαγε στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου τόν πόνο, τά δάκρυα, τόν κόπο καί τέλος ἄνοιξε τήν θύρα γιά νά ὁρμήσει ὁ θάνατος ὄχι μόνο κατά τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀλλά καί κατά τῆς δημιουργίας πάσης πού κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο «τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη, οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐπ᾿ ἐλπίδι» (Πρός Ρωμαίους η΄, 20),

πού παρασυρόμενη ἀπό τόν Διάβολο δέν ἔλαβε σοβαρά ὑπ’ ὄψιν της τήν προειδοποίηση τοῦ Θεοῦ «ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γενέσεως β΄, 17).

Ὁ Διάβολος ἐκμεταλλεύτηκε τήν ἀπειρία καί τήν ἐπιπολαιότητά της καί τήν ὤθησε στήν παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ὥστε, ὅπως «δι᾿ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καὶ οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ᾿ ᾧ πάντες ἥμαρτον » (Πρός Ρωμαίους ε΄, 12)

Ἀντίθετα ἡ ὑπακοή τῆς Παρθένου Μαρίας ἐκφράσθηκε στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ πού τῆς ἀνακοίνωση ὅτι θά συλλάβει καί θά γεννήσει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, λέγουσα : «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκᾶ α΄, 38). Δέχθηκε δηλαδή νά συνεργήσει στό μυστήριο τῆ σωτηρίας, ἀπολυτρώσεως, ἐλευθερίας καί ἐξιλασμοῦ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πού πραγματοποιήθηκαν ἀπό τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Υἱό τῆς Παρθένου Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

 Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε καί υἱός τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ὑπακοή Του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ὅπως ἐκφράσθηκε στήν Γεθσημανή μέ τά λόγια Του

«Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾿ ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου» (Ματθαίου κστ΄, 42)

«Ἀββᾶ ὁ πατήρ, πάντα δυνατά σοι· παρένεγκε τὸ ποτήριον ἀπ᾿ ἐμοῦ τοῦτο· ἀλλ᾿ οὐ τί ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ εἴ τι σύ» (Μάρκου ιδ΄, 36)

«Πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν τοῦτο τὸ ποτήριον ἀπ᾿ ἐμοῦ· πλὴν μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω» (Λουκᾶ κβ΄, 42)

ἔγινε ὁ δεύτερος Γενάρχης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅπως θεολογεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τόν ὁποῖο κατάγονται οἱ πιστοί, τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου

«ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ, οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καὶ οἱ χοϊκοί, καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι. καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου» (Πρός Κορινθίους ιε΄, 47-49).

Μέ τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό καί τήν ἐλεύθερη καί ἑκούσια συμμετοχή του ὁ ἄνθρωπος στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας δικαιώνεται καί σώζεται ἀποκαθίσταται καί δοξάζεται

« Οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε» (Πρός Ρωμαίους η΄, 30)

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ τίς συνέπειες τῆς ἀντιθέσεως τῆς παρακοῆς τῶν Πρωτοπλάστων Ἀδάμ καί Εὔας καί τῆς ὑπακοῆς τῆς Μαρίας καί τοῦ Χριστοῦ. Ἡ παρακοή ὁδήγησε στό θάνατο ἐνῷ ἡ ὑπακοή στήν ζωή.

Ἔτσι ἡ Παρθένος Μαρία ἔγινε καί μητέρα τῆ Ζωῆς δηλαδή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων

«ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ἰωάννου α΄, 4)

β΄. Τό ἄλλο θέμα εἶναι ἡ Παρθένος Μαρία πού εἰκονίζει τήν Ἐκκλησία

Τήν ἄποψη αὐτή προβάλλει ὁ εὐαγελιστής Ἰωάννης στό ιβ΄ κεφάλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως στό ὅραμα τῆς γυναικός μετά τοῦ παιδίου καί τοῦ δράκοντος

Ἡ γυναικεία μορφή στό ὄραμα παρίσταται ὡς βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καί μητέρα τοῦ Μεσσίου καί τῶν πιστῶν

Ἡ γυνή ἐγέννησε τόν ἄρρενα πού συνέτριψε τήν κεφαλή τοῦ δράκοντα κατά τήν προφητεία τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως: «αὐτός σοῦ τηρήσει κεφαλήν καί σύ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν» (Γενέσεως γ΄, 15).

Ὁ δράκων ἐμπνέων θυμοῦ μεγάλου καί μίσους ἐπιτίθεται κατά τῆς γυναικός, τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν τέκνων της :

«καὶ ὠργίσθη ὁ δράκων ἐπὶ τῇ γυναικί, καὶ ἀπῆλθε ποιῆσαι πόλεμον μετὰ τῶν λοιπῶν τοῦ σπέρματος αὐτῆς, τῶν τηρούντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ καὶ ἐχόντων τὴν μαρτυρίαν ᾿Ιησοῦ» (Ἀποκαλύψεως ιβ΄, 17).

 Οἱ ἀντίθεες δυνάμεις δέν θά παύσουν νά καταδιώκουν τήν Ἐκκλησία καί τά τέκνα της.

Σ’ αὐτό τόν ἀόρατο πνευματικό πόλεμο τῶν πονηρῶν πνευμάτων τήν Ἐκκλησία ὀχυρώνει  ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός διά τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νά εἶναι ἀήττητη σύμφωνα μέ τόν λόγο Του «καί πῦλαι Ἄδου οὐ κατισχύσουσι αὐτῆς » (Ματθαίου ιστ΄, 18).

Ὁ πιστός ἀνθίσταται σ’ αὐτό τόν πόλεμο φορώντας τήν πνευματική πανοπλία τοῦ Θεοῦ πού εἶναι οἱ ἀρετές, ἡ ἀλήθεια, ἡ δικαιοσύνη, ἡ σύνεση, ἡ προσευχή καί ἡ δέησης, ἡ σωτηρία, ἡ εἰρήνη καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ

Ὁ Κύριος ἐνισχύει τούς πιστούς, λέγοντας «θαρσεῖτε ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμο» (Ἰωάννου ιστ΄, 33) καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης διακηρύσσει : «ὅτι πᾶν τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τὸν κόσμον· καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Ἰωάννου ε΄, 4).

4 Ἀπριλίου 2019

Ἡ πνευματικότητα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς

Ἡ πνευματικότητα

τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

                                                                                                     

Οἱ ἄξονες τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι:

α΄. Ἡ προσευχή

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός προσευχόταν καί ἐδίδαξε τούς μαθητές Του πῶς νά προσεύχονται.

Ἡ Ἐκκλησία μας ὀργάνωσε μέ τίς Ἱερές Ἀκολουθίες τόν κανόνα τῆς προσευχῆς τῶν πιστῶν. Κέντρο τῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ θεία Λειτουργία πού θεωρεῖται ὡς κατ’ ἐξοχήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐκτός ὅμως ἀπό τήν κοινή προσευχή πού γίνεται συλλογικά ἀπό ὅλους τούς πιστούς ὁ κάθε πιστός προσεύχεται ἀτομικά καί κατά μόνας εἰσερχόμενος στό ταμιεῖο τῆς ψυχῆς του.    

 

β΄. Νηστεία καί ἄσκηση γιά τήν νέκρωση τῶν παθῶν

Τήν περίοδο τῆς νηστείας διεξάγεται ὁ ἀγῶνας γιά τήν νέκρωση τῶν παθῶν κατά τήν ἀποστολική προτροπή:

«Νεκρώσατε τά μέλη ὑμῶν τά ἐπί τῆς γῆς» (Πρός Κολασσαεῖς γ΄, 5)

Ὁ ἅγιος Πατέρας μας Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διακρίνει διάφορα εἴδη νεκρώσεως, τήν νέκρωση τοῦ σώματος, τήν νέκρωση τῆς ψυχῆς, τήν νέκρωση ἀπό τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, τήν νέκρωση τῶν παθῶν.

 

γ΄. Συγχωρητικότητα, μακροθυμία καί ἀνοχή πρός ὅλους

Ὁ Κύριος ἐδίδαξε ὅταν προσευχόμαστε νά ζητᾶμε ἀπό τό Θεό νά μᾶς συγχωρέσει, ὅπως καί ἐμεῖς συγχωροῦμε ὅσους μᾶς ἔβλαψαν μέ κάθε τρόπο.

Διευκρίνησε ἐπίσης ὅτι ἐάν δέν συγχωρήσουμε  τούς ἀδελφούς μας δέν θά συγχωρηθοῦμε ἀπό τόν Θεό καί προέτρεψε τούς μαθητές Του νά δείχνουν εὐσπλαγχνία καί ἀγάπη πρός ὅλους ἀκόμη καί πρός τούς ἐχθρούς τους.

 

δ΄ Ἐλεημοσύνη καί φιλανθρωπία

Ἕνας τέταρτος πόλος γύρω ἀπό τόν ὁποῖο ἐξελίσσεται ἡ πνευματική ζωή τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη καί φιλανθρωπία.

Στούς λόγους τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί στούς ὕμνους τῆς περιόδου συνδυάζεται ἡ νηστεία, ἡ λιτότητα τοῦ βίου μέ τήν φιλανθρωπία. Μέ τήν ἑκούσια ἀποχή τῶν τροφῶν καί τόν περιορισμό τῶν δαπανῶν ὁ πιστός ἐξοικονομεῖ χρήματα καί ἀγαθά γιά τούς πτωχούς.

Ἔτσι ἡ περίοδος τῆς νηστείας τῆς προσευχῆς καί τῆς καταλλαγῆς ἀναδεικνύεται καί περίοδος φιλανθρωπίας καί ἐλεημοσύνης:

 

ε΄ Καιρός τῆς μετανοίας

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά ἐργασθοῦμε μέ τήν μετάνοια, νά καλλιεργήσουμε τήν ψυχή μας, γιά νά παραχθοῦν οἱ εὐλογημένοι καρποί πού εἶναι οἱ ἀρετές.

Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἀρχή, ἀλλά καί ἡ ἀτμόσφαιρα μέσα στήν ὁποία βιώνεται μία ἀληθινή χριστιανική ζωή. Μέ τήν μετάνοια προσεγγίζουμε τόν Θεό. Παραδεχόμαστε, ὅτι ἔχουμε ἀποξενωθεῖ ἀπό τήν κοινωνία μαζί Του ἀπό τήν ἀληθινή ζωή, ὅπως τήν δημιούργησε καί μᾶς τήν ἔδωσε Ἐκεῖνος, ὅτι ἔχουμε χάσει τήν πνευματική ὀμορφιά τῆς ψυχῆς μας, ὅτι ἔχει ἀνέλπιστα καταστραφεῖ κάτι πολύτιμο καί ἁγνό καί ὄμορφο στήν δομή τῆς ὕπαρξής μας. Μετάνοια εἶναι μία βαθειά ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία νά διορθώσουμε τήν πορεία τῆς ζωῆς μας, τίς ἀποφάσεις μας, τήν συμπεριφορά μας, ἐπιθυμία νά ἀποκτήσουμε τά θαυμάσια πλούτη πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, δηλαδή τήν ζωή καί τήν δυνατότητα νά τήν χαίρομαστε, νά τήν ὀμορφαίνουμε δίνοντάς της νόημα μέ τήν πίστη, τήν ἀγάπη καί τήν γνώση. Ἐλάβαμε τήν εἰρήνη καί τήν χαρά, τήν τιμή νά εἶμαστε «τέκνα Θεοῦ». Καί ὅλα αὐτά τά χάσαμε, τά χάνουμε καθημερινά ζώντας μακριά ἀπό τό ὄμορφο σπίτι τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας.

Ἡ Ἐκκλησία ὅμως μᾶς ὑπενθυμίζει αὐτά πού ἔχουμε χάσει, αὐτά πού ἔχουμε ἐγκαταλείψει, ὅτι μέ τίς αἰσχρές ἁμαρτίες λερώσαμε τήν ψυχή μας ὅτι δαπανήσαμε τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας μέ τήν ραθυμία τῆς ψυχῆς μας.

Ὁ ἅγιος Πατέρας μας Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στούς ἐννέα λόγους του «Περί μετανοίας» μᾶς ὑποδεικνύει τίς ὁδούς τῆς μετανοίας δηλαδή τούς τρόπους πού  βιώνεται ἡ μετάνοια ἀπό τόν πιστό

22 Φεβρουαρίου 2019

«Θυσία τῷ Θεῷ»

«Θυσία τῷ Θεῷ»

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

Τό Πάσχα ἐτελεῖτο κατά τίς διατάξεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Ἐξόδου ιβ’) ἡ θυσία τοῦ Ἀμνοῦ. Αὐτή ἡ θυσία καταργήθηκε ἀπό τήν θυσία τοῦ Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν Σταυρό γιά νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅλων τῶν ἐποχῶν καί ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων.

Ἡ θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνώτερη καί μοναδική (Πρός Ἑβραίους θ΄, 23-28) καί κατήργησε ὅλες τίς Ἰουδαϊκές θυσίες (Πρός Ἑβραίους κ΄)

Αὐτή τήν θυσία ἐπαναλαμβάνουμε συνεχῶς τελοῦντες τήν θεία Λειτουργία, ὅπου µέ μυστικό τρόπο, πού ἐμεῖς δέν εἴμαστε σέ θέση νά κατανοήσουμε, ὁ Ἰησοῦς Χριστός θυσιάζεται γιά μᾶς πού ζοῦμε στήν παροῦσα ἐποχή.

Ὡστόσο ὅμως ἐνῶ ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός δέν ἐπιθυμεῖ τίς αἱματηρές θυσίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ζητεῖ πνευματικές θυσίες ἀπό τούς πιστούς μαθητές Του.

α΄. Τήν θυσία τῆς ἀποκοπῆς τοῦ διεφθαρμένου καί μολυσμένου θελήματός τους ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν ἐκτέλεση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Αὐτή ἡ θυσία συμπεριλαμβάνεται στήν Κυριακή προσευχή «Γεννηθήτω τὸ θέλημά σου». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στήν Γεθσηµανή ὅταν προσευχήθηκε πρίν τήν σύλληψή Του δήλωσε τήν ὑποταγή Του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα «Πάτερ μου εἰ δυνατόν ἐστί, παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο: πλὴν οὖχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ». (Ματθαῖος κστ΄ 39, 42).

β΄. Τήν θυσία τῆς ταπεινώσεως πού «ἁγνίζιε ἑαυτόν» (Α΄ Ἰωάννου γ΄, 3), ὅπως μᾶς τήν δίδαξε ὁ Κύριός μας.

«Τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾽ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών». (Πρός Φιλιππησίους β΄ 5-7).

Μᾶς ὑπέδειξε νά ἀποβάλουμε τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό μας. «Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον» (Ψαλμοῦ Ν΄ 19).

γ΄. Τήν θυσία τής καθάρσεως ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρχός καί πνεύματος κατά, τήν ἐντολή

«Καθαρίζετε πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν» (Ματθαίου κγ΄, 25).

«Καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». (Πρός Κορινθίους Β΄ ζ΄ 1). -

δ΄. Τήν θυσία τῆς εὐποιΐας.

Μιά εὐάρεστη στόν Θεό θυσία πού μπορεῖ νά προσφέρεται πάντοτε ἰδιαιτέρως ὅμως τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου εἶναι ἡ θυσία τῆς εὐποιΐας κατὰ τόν ἀποστολικό λόγο: «τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε: τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός». (Πρός Ἑβραίους ιγ΄ 16).

ε΄. Τήν θυσία τῆς εὐχαριστίας καί δοξολογίας τοῦ Θεοῦ «θυσία αἰνέσεως » κατά τό πρός Ἑβραίους ιγ΄, 15-16

 Ὁ πιστός ὀφείλει νά εὐχαριστεῖ καί νὰ δοξολογεῖ τόν Θεό γιά ὅλα καί γι’ αὐτά πού γνωρίζει καί γι αὐτά πού δέν γνωρίζει. Ἡ εὐχαριστία στόν Θεό εἶναι εὐάρεστη θυσία πού προσφέρεται κατά τήν θεία Λειτουργία καί ὅλες τίς Ἱερές Ἀκολουθίες.

Προσφέροντες αὐτές τίς θυσίες προσερχόµαστε νά ἑορτάσουμε τό Πάσχα Κυρίου.

15 Φεβρουαρίου 2019

«ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ»

«ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ»

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καίὙμηττοῦ

Δανιήλ

Τέτοια εἶναι ἡ προσφορὰτοῦΘεοῦ, στὸ πρόσωπο τοῦΧριστοῦ. Παγκόσμια. «εἰς᾿Εμὲβλέψατεκαὶσώθητε, πάντα τὰ πέρατα τῆςγῆς» (Ἡσαΐας µε΄, 22). Καὶεἶναιὄχι µόνο παγκόσμια σὲἔκταση, ἀλλὰκαὶἀπροσωπόληπτησὲ ποιότητα, ἀφοῦ«οὐκἔστιν προσωπολήπτης ὁ Θεός, ἀλλ᾽ἐνπαντὶἔθνει... δεκτὸςαὐτῷἐστὶν» (Πράξεωνι΄, 35). Ὁ ἀποφασιστικὸςλοιπὸν λόγος, ἐναπόκειταιστὸνἄνθρωπο. Αὐτὸςθὰἀποφασίσει. Γι’ αὐτὸκαὶστὸἸωάννηξανὰκαὶ ξανά, ἡ προσφορὰτοῦΧριστοῦγιὰ σωτηρία,χριστιανικὴζωὴκαὶὑπηρεσία, προλογίζεται μὲτὸ «ἐάν τις»:

  1. ΣΤΗ ΖΩΗ -

«ἐάν τις φάγειἐκ τούτου τοῦἄρτου, ζήσει εἰςτὸναἰῶνα» (στ΄,  51).Οἱ πρωτόπλαστοι, φάγανε ἀπὸτὸνἀπαγορευμένοκαρπὸκαὶ πέθαναν. Τώρα, ὅποιος φάει ἀπὸτὸν Χριστό, τὸν «ἄρτοτῆςζωῆς», ζεῖαἰώνια.

  1. ΣΤΟ ΞΕΔΙΨΑΣΜΑ -

Πάλι ἀπὸτὸνἄνθρωπο, ἐξαρτιέται. Τὸνερὸτῆςζωῆςὑπάρχειἄφθονο κι’ εὐλογημένο, στὸν Χριστό. Πόσοι δυστυχῶςδὲνἔρχονταισ᾽Αὐτόν, γιατὶδὲνἔχουν νιώσει τούτητὴνπνευματικὴ δίψα. Ὅμως: «ἐάν τις διψᾷἐρχέσθωπρός Μεκαὶπινέτω» (ζ΄, 37).

  1. ΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ

Ποὺὅλοικατὰ κάποιο τρόπο, τὴνἐπιζητοῦν. Ὅμως, σὲδρόμους ποὺδὲνὁδηγοῦνσ᾽αὐτὴκαὶσὲ πρόσωπα ποὺδὲντὴ διαθέτουν. Ὁ Χριστός, σαφῶςεἶπεὅτι: «Ἐάν τις εἰσέλθῃδι᾿Ἐμοῦ, σωθήσεται!» (ι΄,  9).

  1. ΣΤΗΓΝΩΣΗ

Κι ἐδωμᾶς δίνεται ἡ πληροφορία ὅτιστὴνἀληθινὰ Βιβλική γνώση πολλοὶδὲν φτάνουν καὶδὲνὀρθοτομοῦν, γιατὶδὲνεἶναι πρόθυμοι νὰτὴ ζήσουν στὴν πνευματική τους πορεία. Ἐνῷ: «ἐάν τις θέλῃτὸ θέλημα αὐτοῦ (τοῦΘεοῦ) ποιεῖν, γνώσεται! περὶτῆςδιδαχῆςαὐτοῦ» (ζ΄, 17).

  1. ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Συχνά, γίνεται τὸ λάθος. Στὴ Χριστιανική µας διακονία,πρότυπα ἀνθρώπιναἀκολουθοῦμε. Μ’ αὐτὰνὰρυθµίζουµετὴν προσφορά µας, ἀπ᾿αὐτὰνὰἐμπνεόμαστε (;), αὐτὰνὰμᾶςἀπογοητεύουν. Ὁ Χριστὸςὅμωςκαὶἐδῶμᾶςπροειδοποιεῖ. Καὶ προτρέπει: «ἐὰνἘμοί τις διακονῇ, Ἐμοὶἀκολουθήτω»(ιβ΄, 26).

  1. ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΜΟΙΒΗ -

Καλῶς ἤ κακῶς, ὁ ἄνθρωποςκυττάζει γύρω του γιὰτὴνκάποια ἀναγνώρισητῆςὑπηρεσίας του. Ὁ Χριστὸς φαίνεται τοῦτονὰμὴτὸ καταδικάζει ὁλότελα. Προτρέπει ὅμως,ὄχι γύρω ἀλλὰψηλὰνὰκυττάζει ὁ ὑπηρέτης Του, γιὰτὴνἀναγνώριση: «Ἐάν τις ᾿Εμὲδιακονῇ, τιμήσει αὐτὸν ὁ Πατὴρ» (ιβ΄, 26).

  1. ΣΤΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ -

Ἀκροατὲςτοῦ Λόγου, ὅλοι λίγο - πολὺεἴμαστε. Ὅμως ἡ ἀκρόαση τούτη προνόμιο κι’ ἄνεἶναι, ὁδηγεῖσὲμιὰεὐθύνη. Τὴ συμμόρφωσή μας στὸπνευματικὸ μήνυμα. Γιατί, ὁΧριστὸςεἶπε πώς: «Ἐάν τις μοῦἀκούσῃτῶν ρημάτων καὶμὴφυλάξῃ... ὁ λόγος ὅνἐλάλησαἐκεῖνοςκρινεῖαὐτὸν» (ιβ΄, 47, 48).Λόγος δηλ. ποὺμπορεῖνὰ σώσει καὶποὺ «ἐάν τις... .», μπορεικαὶνὰ καταδικάσει.

8 Φεβρουαρίου 2019

ΤΑ «ΜΙΚΡΑ» ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΤΑ «ΜΙΚΡΑ» ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δανιήλ

Θαυμάζουμε τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ὅταν μάλιστα ὁ Θεός χρησιμοποιεῖ μικρά καί ἀσήμαντα μέσα γιά νά τά πραγματοποιήσει, ὅπως: 

  1. Μιά ἀνώνυμη ὑπηρετριούλα, γιά νά θεραπεύσει ἀπό τήν λέπρα καί νά σώσει ἕναν δοξασµένο στρατάρχη τόν Νεεμάν (Δ΄ Βασιλειῶν ε΄ 1-19).

Ἐμεῖς θά στέλναμε τόν πιό µορφωμένο, τόν πιό διάσημο καί τόν πιό ἱκανό.

  1. Ἕνα συννεφάκι ὅσο ἡ ἀνθρώπινη παλάμη, γιά νά προκαλέσει θύελλα καί κατακλυσμό βροχῆς, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Προφήτη Ἠλία.

Ἐμεῖς σάν τόν ὑπηρέτη τοῦ Προφήτη Ἠλία, τόν μετέπειτα Προφήτη Ἐλισσαῖο, πού ἐκτίμησε τό συννεφάκι «σάν παλάμη» καί δέν περίμενε σπουδαῖα ἀποτελέσματα ἀπό φαινομενικά ἀσήμαντα μέσα (Γ΄ Βασιλειῶν ιη΄ 41-46).

  1. Τό ρωγίον (δοχεῖον) τοῦ λαδιοῦ, γιά νά χορτάσει σέ περίοδο λιμοῦ «ἔτρωγεν αὐτή (ἡ χήρα τῆς Σαρεπτά στήν περιοχή Σιδώνης), αὐτὸς (ὁ Ἠλίας) καὶ ὁ οἶκος αὐτῆς ἡμέρας πολλὰς» (Γ΄ Βασιλειῶν ιζ΄ 8-15).

Συμπέρασμα ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως ὁ Ἠλίας, ἀλλά καί κάθε πιστός μπορεῖ νά στηρίζεται καί σήµερα στά πτωχά μέσα γιά τήν συντήρησή του (ὅπως τό δοχεῖον) μιᾶς χήρας κατά τό ψαλμικό «ἐπίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνα σου καί αὐτός σέ διαθρέψει» (Ψαλμοῦ νδ΄. 23)

  1. Λίγα ψαράκια, γιά νά χορτάσει 5.000 πεινασμένες ψυχές καὶ νά συγκεντρωθοῦν καί δώδεκα κοφίνια περισσεύματα (Ματθαίου ιδ΄, 20).

Προτροπή: Νά δώσουμε τά ὅποια μικρά καὶ λίγα στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ, γιά νά τά εὐλογήσει καί νά τά πολλαπλασιάσει.

  1. Ἕνα μικρό παιδάκι, ὑπῆρξε τό πιό ἐντυπωσιακὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ταπεινοφροσύνη, λέγοντας «ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία» (Ματθαίου ιη΄, 2).

Ἐμεῖς στήνουμε θρόνους ἐξουσίας καί μεγαλείου ἀνάμεσά μας, Ἐκεῖνος ὅμως «ἔστησεν παιδίον ἐν μέσῳ αὐτῶν».

  1. Μιά σφεντόνα χρησιμοποίησε στά χέρια τοῦ μικροῦ Δαβίδ,

γιά νά χτυπήσει τόν γίγαντα ὑβριστὴ καί βλάσφημο Φιλισταῖο Γολιάθ (Α΄ Βασιλειῶν ιζ΄). Ἦταν τόσο μικρός ὁ μαχητής καί μικρό τό ὅπλο του, γι’ αὐτό ἔνιωσε τήν ἀνάγκη νά μαζέψει πέντε πέτρες καί νά τίς τοποθετήσει στό ποιμενικό σάκο του. Χρησιμοποίησε ὅμως μονάχα μία.

Ὁ Θεός «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Α΄ Πέτρου ε΄, 5)

  1. Μιά μικρή βελόνα, θαυματούργησε στά χέρια μιᾶς Δορκάδας κι’ ἀνάστησε μιά εὐεργέτιδα (Πράξεων θ΄, 36-43).

 Ὑπάρχουν σήµερα γυναῖκες πού κυνηγώντας τό µεγάλο κι’ ἐντυπωσιακό, ξεχνοῦν ὅτι μέ μιά μόνο ἀσήμαντη βελόνα μποροῦν νά ἐπιτύχουν νά ἑλκύσουν τήν θαυματουργική δύναμη τοῦ Θεοῦ.

  1. Μικρά παιδιά «τεκνία», κατά τόν ἀπόστολο Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστή εἶναι αὐτά πού νικοῦν τόν ᾿Αντίχριστο (Α΄ Ἰωάννου δ΄, 4). Γιατί «μεγάλος εἶναι Ἐκεῖνος πού κατοικεῖ µέσα τους». Γινόμαστε ἐμεῖς μικροί, γιά νά φανεῖ ἡ δική Του μεγαλωσύνη στή ζωή μας;
  1. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνοψίζει μέ τήν ρητορική δυνότητά του καί τό διεισδυτικό του λόγο αὐτή τήν παράξενη γιά μᾶς καί τήν ἐπίγεια νοοτροπία μας, ἀλλά καί θαυμαστή συμπεριφορά τοῦ Θεοῦ. Γράφει στήν πρός Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολή του ὅτι

«Ὅτι τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί. Βλέπετε γὰρ τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς, ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, 28 καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. ἐξ αὐτοῦ δὲ ὑμεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ὃς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις, ἵνα, καθὼς γέγραπται, ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω» (Πρός Κορινθίους Α΄, α΄, 25-31)

Δηλαδή : «Γιατί αὐτό πού μοιάζει μέ μωρία τοῦ Θεοῦ εἶναι σοφότερο ἀπ’ τή σοφία τῶν ἀνθρώπων, κι αὐτό πού μοιάζει μέ ἀδυναμία τοῦ Θεοῦ εἶναι πιό δυνατό ἀπό τή δύναμη τῶν ἀνθρώπων. Ἐξάλλου, ἀδελφοί μου, βλέπετε ποιοί εἶστε ἐσεῖς πού σᾶς κάλεσε ὁ Θεός· δέ βρίσκονται ἀνάμεσά σας πολλοί σοφοί μέ τά ἀνθρώπινα κριτήρια. Οὔτε πολλοί μέ ἰσχύ πολιτική οὔτε πολλοί μέ ἀριστοκρατική καταγωγή. Ἀλλά ὅσους ὁ κόσμος θεωρεῖ μωρούς, ἐκείνους διάλεξε ὁ Θεός γιά νά ντροπιάσει τελικά τους σοφούς· κι ὅσους ὁ κόσμος θεωρεῖ ἀνίσχυρους, ἐκείνους διάλεξε ὁ Θεός γιά νά ντροπιάσει τελικά τους κατά κόσμο ἰσχυρούς. Κι ὅσους ὁ κόσμος θεωρεῖ παρακατιανούς καί περιφρονημένους, ἐκείνους διάλεξε ὁ Θεός, τά μηδενικά, γιά νά καταργήσει ὅσους θαρροῦν πώς εἶναι κάτι. Ἔτσι ὥστε νά μήν μπορεῖ κανείς νά καυχηθεῖ γιά κάτι μπροστά στό Θεό. Χάρη σ’ αὐτόν ὅμως ἐσεῖς βρίσκεστε μέσα στήν πίστη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐκείνου πού ἔγινε ἀπό τό Θεό σοφία δική μας καί δικαίωση καί ἐξαγιασμός καί ἀπολύτρωση. Ὥστε, καθώς λέει ἡ Γραφή, ὅποιος καυχᾶται, μόνο γιά τόν Κύριο ἄς καυχᾶται»

Ὁ Θεός ἐπεσήμανε στόν ἀπόστολο Παῦλο τόν νόμο τῶν ἐνέργειῶν Του :

«Ἡ γάρ δυνάμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Πρός Κορινθίους Β΄, ιβ΄, 9)

Δηλαδή : «Γιατί ἡ δύναμή μου φανερώνεται στήν πληρότητά της μέσα σ’ αὐτή τήν ἀδυναμία σου»

31 Ἰανουαρίου 2019

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὡς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὡς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας

Ημ. Δημοσίευσης 24.1.2019

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δ α ν ι ή λ

          «Τὰς μυστικὰς σήμερον τοῦ Πνεύματος σάλπιγγας, τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀνευφημήσωμεν· τοὺς μελωδήσαντας ἐν μέσῳ τῆς ᾿Εκκλησίας μέλος ἐναρμόνιον Θεολογίας...».

(Δοξαστικὸ Ἑσπερινοῦ Τριῶν Ἱεραρχῶν)

Στήν ἐποχή μας πού τά πάντα ἀμφισβητοῦνται καί γίνονται ἀνακατατάξεις καί ἀναθεωρήσεις σ’ ὅλους τούς τομεῖς τῆς ζωῆς καί κυρίως τά παραδεδομένα περνοῦν αὐστηρή δοκιμασία ἐπιβιώσεως, ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας μᾶς καλεῖ νά «ἀνευφημήσωμεν» τούς θεοφόρους Πατέρες ἡμῶν καί Οἰκουμενικούς διδασκάλους, Βασίλειο τόν μεγάλο, Γρηγόριιο τόν θεολόγο καί Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο.

Ἡ παρουσία τῶν Τριῶν Ἰεραρχῶν μέσα στήν ἑλληνορθόδοξη Παράδοσή μας ἀναγνωρίζεται ὡς πολυσήμαντη.

Κατά τόν ὑμνογράφο τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπῆρξαν:

«τῆς Ἐκκλησίας τά μεγάλα προπύργια»,

«οἱ στῦλοι τῆς εὐσεβείας»,

«οἱ τῆς Οἰκουμένης διδάσκαλοι»,

«τά τοῦ Πνεύματος ὄργανα»,

«οἱ ἐπίγειοι ἄγγελοι».

Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί καί σήμερα ἀκόμη, μετά ἀπό χίλια ἑξακόσια χρόνια περίπου, ὁ κάθε μελετητής καί «ἐραστής» τῶν λόγων καί τῆς «βιοτῆς» τῶν ἁγίων αὐτῶν Πατέρων μπορεῖ νά ἐπικοινωνήσει καί νά διαλεχθεῖ μαζί τους. Ὅπως μας βεβαιώνει πάλιν ὁ ὑμνογράφος τους «οἱ φιλόσοφοι τούς σοφούς, οἱ ἱερεῖς τούς Ποιμένας, οἱ ἐν θλίψεσι τούς παραμυθοῦντας· τούς συνοδίτας οἱ ὁδοιπόροι, οἱ ἐν θαλάσση τούς κυβερνήτας, οἱ πάντες τούς πανταχοῦ θερμῶς προφθάνοντας...» (Δοξαστικό  τῶν Στιχηρῶν τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων).

Ἀναγνωρίσ0ηκαν ὡς «τά πάγχρυσα στόματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».   Ἔλαβαν ἀντάξια τή θέση τῶν «παιδαγωγῶν καί μεγάλων διδασκάλων τῆς οἰκουμένης». Ὡς μεγάλοι Ἱεράρχες διακόνησαν τό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου ὡς «ἐπίγειοι   Ἄγγελοι». Ἡ πολιτεία τους καί ἡ συμμετοχή τους στά κοινά ὑπῆρξε ἔμπρακτη, ἐνεργή σ’ ὅλους τούς τομεῖς τῆς ζωῆς, σέ σημεῖο πού νά ἐντυπωσιάζει καί σήμερα ἡ κοινωνική τους δραστηριότητα. Ἡ Ἐκκλησία τούς κατατάσσει ἀνάμεσα στούς μεγάλους καί ἁγίους Πατέρες Της καί τιμᾶ ἰδιαίτερα τή μνήμη τους.

Ὁ «μέγας ἱεροφάντωρ Βασίλειος», «ὁ θεορρήμων Γρηγόριος» καί «ὁ Ἰωάννης ὁ χρυσοῦς τήν γλῶττα» διατηροῦνται στή μνήμη τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ὡς οἱ κατεξοχήν ἅγιοι Πατέρες Της.

Σκόπιμο θεωρῶ ἡ μικρή ἀναφορά μας στούς Τρεῖς Ἱεράρχες νά γίνει μέ τήν ἰδιότητα, πού ἡ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς τούς παρουσιάζει, ὡς τούς κατεξοχήν ἁγίους Πατέρες μας.

α΄. Θεωροῦνται Πατέρες κατά τήν ἔννοια πού ἔδωσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Κορινθίους

«ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα» (Πρός Κορινθίους Α΄, δ΄, 15)

καί στούς Γαλάτες

«τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν! » (Πρός Γαλάτας δ΄, 19)

Συνεπῶς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖται αὐτός πού ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους νά πιστεύουν στό Θεό διδάσκοντάς τους τό Εὐαγγέλιο καί νά διαμορφώσουν τόν χαρακτήρα τους καί τήν συμπεριφορά τους σύμφωνα μέ τήν συμπεριφορά τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα δέ αὐτή ἡ φροντίδα τῶν πνευματικῶν Πατέρων γιά τούς πιστούς ὁμοιάζει μέ τίς ὠδῖνες τοῦ τοκετοῦ.   

Συχνά ἀκούγεται ὁ λόγος γιά ἐπιστροφή στούς Πατέρες· στή μελέτη τῶν κειμένων τους· στή σπουδή τῆς θεολογίας τους· στή γνωριμία τῆς βιοτῆς τους. Τί ὅμως εἶναι ὁ ἅγιος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας Ἰδιαίτερα γιά μᾶς τούς Ἑλληνορθοδόξους οἱ ἅγιοι Πατέρες «δέν πρέπει νά ἀποτελοῦν μία παρακαταθήκη... δέν εἶναι παλαιά εἰκονίσματα ἑνός ἱστορικοῦ ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Οὔτε ἀποτελοῦν φυλακτά γιά φύλαξη καί συντήρηση. Εἶναι ζωντανές πηγές γιά ἄντληση ζωῆς. Εἶναι κεφάλαια γιά ἐκμετάλλευση. Εἶναι κατεξοχήν ὁδηγοί, γιατί ἀσχολήθηκαν μέ φλέγοντα ζητήματα καί ἀγωνίσθηκαν στό κέντρο τοῦ ἀνθρώπινου στίβου» (Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἄνθρωπος, Ἠλίας Μαστρογιαννόπουλος, Ἀθήνα 1979, ἔκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων ἡ «Ζωή» σελ. 6).

β΄. Δοχεῖα τῆς θείας Χάριτος

Ὅπως πολύ σωστά ἔχει γραφεῖ οἱ Πατέρες τῆς  Ἐκκλησίας θεωροῦνται ἐκεῖνα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τά ὁποῖα, λόγω τῆς ταπεινοφροσύνης τους ἐνώπιον τῆς ἀλήθειας, τῆς εὐρύτητος καί γνησιότητος τῆς πίστεώς τους, δέχονται τό δῶρο τῆς θείας Χάριτος ὄχι μόνο νά ἀφομοιώσουν, ἀλλά καί νά ἐκφράσουν πιστά τή καθολική συνείδηση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Γιατί ἐκεῖνο πού ἐκφράζουν δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀτομική σκέψη τους ἤ οἱ προσωπικές τους πεποιθήσεις, ἀλλά ἡ συνείδηση ὁλόκληρης της Ἐκκλησίας.

γ΄. Ὑπηρετοῦν τήν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας

Ἀκόμη οἱ Πατέρες μιλοῦν ἀπό τά βάθη τοῦ καθολικοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ θεολογία τους κινεῖται καί ἀναπτύσσεται στό ἐπίπεδό της καθολικότητος· ἔχει τίς ρίζες καί τά θεμέλιά της στήν κοινωνία ὅλων τῶν πραγμάτων. Μέ τήν ἄσκηση, τήν προσευχή, τή νήψη, τήν κοινωνία στά ἐκκλησιαστικά μυστήρια καί μέ τήν ὅλη πολιτεία τους ἔχουν διευρύνει τόσο πολύ τήν καρδιά τους, τό νοῦ, τήν ψυχή τους, ὥστε ἔχουν ἐπιτύχει νά αἰσθάνονται καί νά σκεπτονταί καί νά ἐνεργοῦν μ' ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία.

δ΄. Καθορίζουν τά ὅρια τῆς πνευματικότητος τῆς Ἐκκλησίας

Μέ τήν παρουσία καί ἁγία βιοτή τους καί τήν ὅλη δραστηριότητά τους οἱ ἅγιοι Πατέρες ὁριοθετοῦν τό ἦθος καί τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη ὑποτυπώνουν τό τί πρέπει νά εἶναι καί τό τί πρέπει νά προσπαθεῖ νά γίνει τό κάθε πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶναι οἱ φύλακες, ἀλλά καί συνεχιστές τῆς Παραδόσεως. Ὄχι ἁπλῶς ἐκείνης πού μεταδίδει καί μεταβιβάζει ὁρισμένες γνώσεις καί ἀφηρημένες ἀλήθειες, ἀλλά ἐκείνης πού καταθέτει ἀπό γενεά σέ γενεά ἕνα συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς καί μία συγκεκριμένη στάση ζωῆς, πού εἶναι ἡ «καινή ζωή» τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσής μας.

ε΄. Οἱ φιλόσοφοι τοῦ πνεύματος

Οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶναι προφῆτες τῆς «ζώσης ἀληθείας». Δέν εἶναι «ἀκαδημαϊκοί» διδάσκαλοι καί σοφοί τοῦ κόσμου. Κατά τόν μέγαν Μακάριον τόν Αἰγύπτιον, εἶναι «οἱ φιλόσοφοί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἡ πορεία τούς κατευθύνεται καί μέ τή διάσταση τῆς αἰωνιότητος. «Οἱ πύρινες γλῶσσες τοῦ ὑπερώου τῆς Πεντηκοστῆς ἐκάθησαν καί ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν» καί αὐτοί «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου»(Πράξεων β΄, 3). Γι’ αὐτό καί ἡ θεολογία τους δέν εἶναι ἐγκεφαλική καί διανοητική, ἀλλά βιωματική «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι».

στ΄. Μάρτυρες τῆς σώζουσας ἀλήθειας

Αὐτή ἡ «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» θεολογία τούς χάριζε τή δυνατότητα νά βρίσκονται ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες σ’ αὐτό πού λέγεται στή θεολογική γλώσσα «συμφωνία», τῶν θεοπνεύστων Πατέρων. Καί αὐτή δέν ὀφείλεται στίς θεολογικές σχολές ἤ ἀκαδημίες πού σπούδασαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀλλά στό Ἅγιο Πνεῦμα πού φώτιζε τήν καθαρή διάνοιά τους γιά νά θεολογοῦν σωστά καί νά «συντονίζονται» καί νά «συμφωνοῦν» μεταξύ τους, χωρίς ἐκτροπές καί ἀντιθέσεις. Πραγματικά «ἡ θεία ἔλλαμψη», πού προυποθέτει τή σωματική καί πνευματική κάθαρση καί τόν ἐξαγιασμό τοῦ νοῦ, ἔδινε στούς ἁγίους Πατέρες τή δύναμη νά θεολογοῦν καί νά δογματίζουν «ἐν συμφωνίᾳ» - στίς γενικές βέβαια γραμμές- χωρίς πλάνες καί αἱρετικές ἀποκλίσεις. Στίς λεπτομέρειες καί «στήν προσωπική διατύπωση κάθε ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα -καί αὐτό εἶναι τό θαυμαστό- διασώζεται ἡ ἰδιοτυπία του, ἡ προσωπική του ἔκφραση, γιά νά δείχνεται καί μ’ αὐτό τόν τρόπο πώς τό Πνεῦμα εἶναι ἐλεύθερο. Καί ὄχι μονάχα ὅπου θέλει «πνεῖ» ἀλλά καί ὅπως θέλει «πνεῖ». «Ἑκάστω δέ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρός τό συμφέρον» (Πρός Κορινθίους Α΄, ιβ', 7), «καί κατά τό μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ» (Πρός Ἐφεσίους δ΄, 7), ὅπως θά ἔλεγε ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὥστε ὁ καθένας ἀνάλογα καί μέ τίς μυστικές ἐμπειρίες του καί τήν ἰδιαιτερότητά τῆς προσωπικῆς του ἐκφράσεως νά καταθέτει τή μαρτυρία του γιά τή «σώζουσα» ἀλήθεια.

ζ΄. Ὁ Χριστός παρατείνεται στούς αἰῶνας

Νά γιατί στήν ὀρθόδοξη Παράδοσή μας οἱ ἅγιοι Πατέρες θωροῦνται «τά πάγχρυσα στόματα» μέ τά ὁποῖα ἐκφράζεται καί φανερώνεται ἡ ἐκκλησιαστική συνείδηση. Μ’ αὐτούς ὄχι μόνο ἑρμηνεύεται ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά ἀντηχεῖ καί σήμερα τό ἀποστολικό κήρυγμα. Ἡ θεία ἀποκάλυψη, πού ὡς «Χάρις καί ἀλήθεια διά Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ἰωάννου α’, 17), συνεχίζεται καί μεταβιβάζεται καί μέχρι σήμερα σέ μᾶς μέ τούς ἁγίους Πατέρες.  Ἔτσι ὁ Χριστός «παρατείνεται εἰς τούς αἰώνας».

η΄. Ἑρμηνευτές τοῦ Εὐαγγελίου ὡς θεωρίας καί πράξεως

Πάντοτε οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν τά ἀσφαλῆ μέτρα καί πλαίσια καί ὅρια τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί πράγματι εἶναι: «οἱ ὀξυδερκεῖς της Ἐκκλησίας ὀφθαλμοί... οἱ ἀπλανεῖς ὁδηγοί, οἱ φυσικοί ἑρμηνεῖς τοῦ Εὐαγγελίου ὡς θεωρίας καί πράξεως» (Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ἀθωνικά ἄνθη, σελ. 113).

Ἡ παρουσία τους δέν ἀποτελεῖ μόνο τό ὁρόσημο τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τό δείκτη γιά τό ποῦ καί πώς πρέπει νά πορεύεται ἡ Ἐκκλησία μας. Ἄς ἀναλογισθοῦμε τί θά ἦταν ἡ  Ὀρθοδοξία μας σήμερα χωρίς τά μεγάλα αὐτά «προπύργια» καί χωρίς αὐτούς τούς «ὁπλίτας παρατάξεως Κυρίου», ὅπως τούς χαρακτηρίζει ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ προτεσταντισμός κινούμενος ἀπό ἕναν ἄκρατο ὑποκειμενισμό, χωρίς μέτρο, χωρίς Πατερική Παράδοση, ἔχει κατακερματισθεῖ σέ πλῆθος παραφυάδες καί ἀλληλομαχόμενες παρασυναγωγές. Ἀλλ’ καί ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός πού ὑποκατέστησε τήν διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Πατερική «συμφωνία» μέ τό «ἀλάθητον» ἑνός ἀνθρώπου, τοῦ Πάπα, ἔχει ἐκτραπεῖ ἀπό τή γνήσια Παράδοση σέ «καινοτομιες», πού εἶναι ἐπικίνδυνες κακοδοξίες καί πλάνες.

Ἡ Ὀρθοδοξία πορεύθηκε, ἀλλά πορεύεται καί μέχρι σήμερα μέ τίς ὁριοθετήσεις καί κατευθύνσεις τῶν ἁγίων Πατέρων. Παρά τά ἀδύνατα σημεῖα τῶν ἀνθρώπων της, ἀναμφισβήτητα κατέχει ἀλλά καί μπορεῖ νά μεταδώσει σ’ ἐκεῖνον πού ἀναζητᾶ, τό γνήσιο ἦθος καί φρόνημα τοῦ Χριστοῦ.

θ΄. Τρέφουν τούς πιστούς

Νά γιατί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἡ Ἐκκλησία τῶν ἁγίων Πατέρων, καί θεωροῦνται αὐτοί μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ὅ,τι εἶναι μέσα στήν οἰκογένεια οἱ γονεῖς. Ὅπως ὑπάρχει μία φυσική πατρότητα καί μητρότητα, παρόμοια ὑπάρχει καί μία πνευματική πατρότητα καί μητρότητα. Καί αὐτή ἡ τελευταία δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις γιά νά «γεννηθοῦμε», νά «αὐξηθοῦμε» καί νά «ὡριμάσουμε» στήν «ἐν Χριστῷ» ζωή.

Οἱ καιροί μας, ἕνα μεγάλο προσόν πού διαθέτουν, ἔναντι ἄλλων ἐποχῶν εἶναι πώς διακρίνονται γιά μία «δίψα καί πεῖνα» γιά γνησιότητα, καί ἑπομένως γιά γνησιότητα καί στόν Εὐαγγελικό λόγο. Ἡ ἀναζήτηση ὅμως αὐτή μπορεῖ νά βρεῖ, ἱκανοποίηση μόνο στίς «πηγές» καί τίς «ρίζες», πού στήν προκειμένη περίπτωση εἶναι οἱ ἅγιοι Πατέρες.

ι΄. Μάρτυρες τῆς ἀληθείας

Ἡ γνησιότητα βρισκεται στήν πατερική σκέψη, στήν πατερική νοοτροπία, στό πατερικό φρόνημα. Καί βέβαια αὐτή ἡ ἐπιστροφή ἀπαιτεῖ διευκρινίσεις. Ἡ προσκόλληση τῶν ὀρθοδόξων στούς Πατέρες δέν εἶναι ἁπλή προσκόλληση στό παρελθόν καί τήν ἀρχαιότητα. Ἐκεῖνο πού ἀναζητοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι πρώτιστα στούς Πατέρες εἶναι ἡ πλήρης καί ἀνόθευτη  Ἀποστολική Διδαχή. Οἱ Πατέρες ἐνδιαφέρουν τούς Ὀρθοδόξους ὄχι τόσο ὡς μάρτυρες τῆς ἀρχαιότητος, τῆς ἀρχαίας πίστης, ὅσο τούς ἐνδιαφέρουν ὡς μάρτυρες τῆς ἀληθοῦς πίστης. Αὐτή τήν ἀλήθεια τήν παρέλαβαν ἀπό τόν Κύριο καί τήν παρέδωσαν σέ μᾶς οἱ  Ἀπόστολοι. Μάρτυρες δέ καί ἐγγυητές αὐτῆς τῆς Παραδόσεως εἶναι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί μας ἐγγυῶνται καί μᾶς βεβαιώνουν ὅτι ἡ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀνθρώπινη ἐπινόηση ἤ δική μας ἐφεύρεση.  Ἀλλά μαρτυροῦν πώς ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀλήθειά τοῦ Κυρίου, πού Αὐτός μέ τούς Ἀποστόλους παρέδωκε στήν  Ἐκκλησία. Νά ὁ λόγος πού ἡ  Ὀρθοδοξία ἐπιμένει στήν ἀνάγκη νά ἀποκτήσουμε τόν νοῦν καί τό φρόνημα τῶν Πατέρων.

ια΄. Ἡ ἐπικαιρότητα τῆς μνήμης τους

Ἡ μνήμη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, καί μάλιστα ὡς τῶν κατεξοχήν μεγάλων ἁγίων Πατέρων τῆς  Ἐκκλησίας μας, ἔχει αὐτή τήν ἐπικαιρότητα γιά τό σημερινό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ὡς οἱ γνησιότεροι μάρτυρες καί ἐγγυητές τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσής μας μᾶς καταθέτουν τά μέτρα καί τά ὅρια, μέσα στά ὁποῖα πρέπει νά κινεῖται καί νά ἐνεργεῖ καί νά δραστηριοποιεῖται ἡ ὅλη βέβαια ζωή μας, ἀλλά κυρίως τό παιδευτικό καί ἀναμορφωτικό ἔργο τοῦ σχολείου, τῆς οἰκογένειας καί τῆς  Ἐκκλησίας.

Ἄς ἐπισφραγίσω τή μικρή μου αὐτή ἀναφορά στούς τρεῖς ἁγίους Πατέρες μέ τήν γνωστή χαρακτηριστική πατερική προσευχή: «Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς».  Ἀμήν.

21 Δεκεμβρίου 2018

«Ἀναμένοντας τόν ἐξ οὐρανοῦ Ἐπισκέπτη μας»

«Ἀναμένοντας τόν ἐξ οὐρανοῦ Ἐπισκέπτη μας».

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 «Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν».

          Πορευόμενοι μέσα στό χρόνο ἀτενίζουμε αὐτές τίς προεόρτιες ἡμέρες πρός τίς μεγάλες Δεσποτικές ἑορτές τῆς Ἐπιφανείας του Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς εἰσόδου Του στόν κόσμο τῶν κτιστῶν δημιουργημάτων. 

*

          α´. Ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας μας ἐξελίσσεται μέσα στήν ἁγία Γραφή σέ μιά σειρά «ἐπισκέψεων» τοῦ Κυρίου στόν λαό Του καί σέ ὁρισμένα προνομιοῦχα πρόσωπα.

          Ἡ κορυφαία ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου πραγματοποιήθηκε μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τό μέγα μυστήριο τῆς πίστεώς μας (πρός Τιμόθεον γ´ 16).

          Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφερόμενος στίς διάφορες ἐπισκέψεις τοῦ Θεοῦ καί τίς σωτήριες ἐπεμβάσεις Του στήν ἱστορία καί τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων λέγει :

          «Πολυμερς κα πολυτρπως πλαι Θες λαλσας τος πατρσιν ν τος προφταις, π' σχτου τν μερν τοτων λλησεν μν ν υἱῷ» (Πρός Ἑβραίους α΄ 1)

          β´. «Ἐν Ἰησοῦ» ὁ Θεός ἐνεργώντας ἐξ ἀγάπης καί ὄχι ἐξ ἀνάγκης (Λουκᾶ α´ 78) ἐπιθυμώντας νά πραγματοποιήσει τίς ὑποσχέσεις Του, ἦλθε νά σώσει τούς δικούς Του ἐκπληρώνοντας ἔτσι τήν προσδοκία τους καί ἀπαντώντας στήν προσευχή τους.

          γ´. Οἱ πιστοί μέ εὐγνωμοσύνη ἀναγνωρίζουν τήν σημασία πού ἔχει γι᾽ αὐτούς καί τό αἰώνιο μέλλον τους ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ καί Τόν εὐχαριστοῦν δοξολογώντας Τον, «Εὐλογητὸς Κύριος, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ» (Λουκᾶ α´ 68).

          δ´. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου ἄν καί ἔγινε γιά κάθε ἄνθρωπο (Λουκᾶ γ´ 6, Α´ Πέτρου β´ 12) ἐν τούτοις γίνεται ἀποδεκτή μόνο ἀπό τίς καθαρές καρδιές πού θά τήν ἀναγνωρίσουν καί θά τήν ἀποδεχθοῦν ὁμολογώντας «ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ» (Λουκᾶ ζ´ 16).

          Παρ᾽ ὅλα τά θαυμαστά καί ὑπερφυῆ ἔργα πού πραγματοποιήθηκαν καί πραγματοποιοῦνται ἀπό Τόν Ἐπισκέπτη, παρ᾽ ὅλες τίς δωρεές καί εὐεργεσίες Του, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δέν Τόν ἀποδέχονται, ἐπειδή ἡ ἐπίσκεψή Του δέν εἶναι ἐκτυφλωτική, ἀστραφτερή, ἀλλά ταπεινή, χωρίς πρόσκαιρους καί εὐτελεῖς ἐντυπωσιασμούς. Ἦλθε «μορφήν δούλου λαβών» (Πρός Φιλιππησίους β΄ 7).

            Οἱ ἄνθρωποι ἐντυπωσιάζονται ἀπό τήν ἔπαρση καί προσκυνοῦν τούς τυράννους τους πού τούς θεωροῦν καί εὐεργέτες τους (Ματθαίου κ΄ 25-28). Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά ἀνακαλύψουμε τό κρυμμμένο μεγαλεῖο τῆς θείας ἐπισκέψεως στήν πτωχείᾳ, στήν ἀσημαντότητα, στήν ἐρημία τῶν ἐξωτερικῶν καί γήϊνων καταστάσεων.

«τήν τρυφήν  ἐν κρυφῇ εὕρομεν

δεῦτε λάβωμεν τά τοῦ Παραδείσου

ἔνδον ἐν τῷ Σπηλαίῳ»

          ε.΄ Ὁ Ἴδιος ὁ θεῖος Ἐπισκέπτης ἀναγγέλλει τό ἔργο Του :

          «Πνεμα Κυρου π' μ, ο ενεκεν χρισ με εαγγελσασθαι πτωχος πσταλκ με ἰάσασθαι τος συντετριμμνους τν καρδαν, 19 κηρξαι αχμαλτοις φεσιν κα τυφλος νβλεψιν, ποστελαι τεθραυσμνους ν φσει, κηρξαι νιαυτν Κυρου δεκτν» (Λουκᾶ δ΄ 18-19)

          στ´. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου ἀποκτᾶ μιά δραματική ὄψη, τήν ὁποία ὑπογραμμίζουν οἱ Εὐαγγελιστές καί ἰδιαιτέρως ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης γράφοντας ὅτι «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰωάννου α´ 11).

          Αὐτή ἡ ἔνοχος παραγνώριση παρουσιάζεται ὡς τραγική ἐπισφράγιση μιᾶς ὁλόκληρης σειρᾶς ἀπορρίψεων καί περιφρονήσεων τῶν ἐπισκέψεων τοῦ Κυρίου.

          Γι᾽ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει αὐτούς πού παραμένουν διστακτικοί καί ἀμφιβάλλοντες «σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν» (πρός Ἑβραίους γ´ 8).

          Καί ὁ Κύριος πού μᾶς ἐπισκέπτεται δηλώνει:

          «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ» (Ἀποκαλύψεως γ´ 20).

          Σέ κάθε τελουμένη θεία Λειτουργία οἱ πιστοί βιώνουν καί ὑποδέχονται τόν Βασιλέα τῶν ὅλων καί Δεσπότη τῆς κτίσεως Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί Τόν παρακαλοῦν νά τούς ἐνισχύσει μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

          «Ὁ Θεός, ὁ ἐπισκεψάμενος ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς τήν ταπείνωσιν ἡμῶν, ὁ στήσας ἡμᾶς τούς ταπεινούς καί ἁμαρτωλούς καί ἀναξίους δούλους σου κατενώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου λειτουργεῖν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ· σύ, ἐνίσχυσον ἡμᾶς, τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος»

          Εὔχομαι πατρικά νά ἀνοίξουμε τήν θύρα τῆς ψυχῆς καί τῆς ζωῆς μας γιά νά εἰσέλθει ὁ Κύριος πού μᾶς ἐπισκέπτεται καί νά Τόν ὑποδεχθοῦμε μέ πίστη, σεβασμό καί εὐγνωμοσύνη ἀναφωνώντας τό:

«῏Ηλθες καὶ ἔσωσας ἡμᾶς. Ὁμολογοῦμε τὴν χάριν

κηρύττομεν τὸν ἔλεον οὐ κρύπτομεν τὴν εὐεργεσίαν».

21 Δεκεμβρίου 2018

«Ἐπί τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσι» (Ἡσαΐου μβ΄, 4)

«Ἐπί τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσι»

(Ἡσαΐου μβ΄, 4)

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καίὙμηττοῦ Δανιήλ

Ἡ Γέννηση τοῦ Σωτῆρος, τήν ὁποία ἐτοιμαζόμαστε νά ἑορτάσουμε, εἶναι τόσο τό τελικό, ὅσο καί τό ποιητικό αἴτιο τῆς πανανθρώπινης προσδοκίας καί ἐλπίδας, γιά τήν ὁποία ἡ μέν Γένεση λέγει, ὅτι ὁ Λυτρωτής εἶναι «προσδοκία ἐθνῶν» (Γενέσεως  μθ΄,10 κατά τήν μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα), ὁ δέ προφήτης Ἡσαΐας τονίζει, ὅτι «ἐπί τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσιν» (Ἡσαίου μβ΄, 4).

Ἡ ἔλευση τοῦ Σωτῆρος στόν κόσμο ὑπῆρξε πρῶτα τελικό αἴτιο τῆς πρό Χριστοῦ πανανθρωπίνης νοσταλγίας. Τό Πρωτευαγγέλιο περί τοῦ Λυτρωτοῦ, ὁ  Ὁποῖος θά συντρίψει τήν κεφαλή τοῦ ὄφεως (Γενέσεως γ΄ , 14-15) δόθηκε ἤδη στούς Πρωτόπλαστους καί στή συνέχεια ἀπό στόμα σέ στόμα διεμορφώθηκε σέ διάφορες σχετικές παραλλαγές τῶν παραδόσεων τῶν λαῶν. Ἡ πλέον ζωηρή καθολική ἀκτίνα, ἡ ὁποία διεσκέδαζε τό ζοφερό σκότος τῆς ἀνθρωπότητος, ἦταν ἀφ’ ἑνός ἡ μελαγχολία γιά τήν ἀπώλεια τοῦ Παραδείσου καί ἀφ’ ἑτέρου ἡ προσδοκία τοῦ Σωτῆρος. Ὅλες οἱ νοσταλγίες τῶν ἐκλεκτῶν προσωπικοτήτων, τίς ὁποῖες γνώρισε ἡ ἱστορία· ὅ,τι ὁραματίσθηκαν οἱ μεγάλοι ποιητές τῆς προχριστιανικῆς ἀνθρωπότητας· ὅ,τι περιέγραψαν οἱ μεγάλοι Προφῆτες ἐμπνεόμενοι ἀπό τίς θεόπνευστες συλλήψεις τοῦ πνεύματός τους, ὅλα αὐτά ἐμψυχώνονται ἀπό τήν προσδοκία Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος θά εἶναι «τό φῶς τοῖς ἐν σκότει», τό φῶς τῶν ἐθνῶν (Ἡσαΐου θ΄, 1 ἑξ., μθ΄, 6 ἑξ.), ὁ Ποιμήν (μ΄, 11) ὁ Λυτρωτής ὁλόκληρου τοῦ κόσμου (Ἡσαΐου κε΄, 6 ἑξ.).Αὐτός θά ἐγκαινιάσει χρυσή ἐποχή στή γῆ (Ἡσαΐου λε΄ , 6, 11 ἑξ.)· θά συνάψει νέα διαθήκη μέ ὅλους τούς λαούς (Ἱερεμίου ιστ΄, 19. Ἡσαΐου μβ΄, 1-4)· θά ἀναπλάσει τίς καρδιές (Ἱερεμίου κδ΄, 7· λη΄, 33· λθ΄, 39)· θά φέρει καινό οὐρανό καί καινή γῆ (Ἡσαΐου ξε΄, 17· ξστ΄, 22· Ψαλμοῦ ρα΄. 27) θά ἐπαναφέρει τήν παραδείσια ἀτμόσφαιρα, ἐντόςτῆς ὁποίας ἀφ’ ἑνός ὁ λύκος θά βόσκει μετά τοῦ προβάτου, ὁ μόσχος μετά τοῦ λέοντος, ὁ βοῦς μετά τῆς ἄρκτου, ἡ πάρδαλις μετά τῆς ἐρίφου καί τά παιδία θά παίζουν μετά τῶν ὄφεων (Ἡσαΐου ια΄, 6 ἑξ.) καί ἀφ’ ἑτέρου ἡ εἰρήνη θά ἔλθει ἐκ νέου, εἰς τρόπον ὥστε τά ὅπλα, τά τόξα καί τά βέλη θά μετατραποῦν σέ ἄροτρα καί γεωργικά ἐργαλεῖα (Ὡσηέ  β΄, 20. Ἡσαΐου β΄, 4. Μιχαίου δ΄, 3). 

Ὁ Λυτρωτής αὐτός, κατά τήν  ἔκφραση τοῦ Αἰσχύλου, θά κατέλθει στόν Ἅδή καί στά ζοφερά βάθη τοῦ Ταρτάρου, γιά νά ἐλευθερώσει τόν συμβολίζοντα τήν ἀνθρωπότητα Προμηθέα· θά ἐγείρει τούς «καθεύδοντας», γιά τούς ὁποίους ὁμιλεῖ ὁ Σωκράτης στήν Ἀπολογία του πρός τούς δικαστές· θά διδάξει τούς ἀνθρώπους «ὡς δεῖ πρός θεούς καί πρός ἀνθρώπους διακεῖσθαι», κατά τούς λόγους πάλιν τοῦ Σωκράτους στόν « Ἀλκιβιάδην δεύτερον» τοῦ Πλάτωνος· θά φέρει τήν ἀπολεσθεῖσα χρυσή ἐποχή, τήν ὁποία περιγράφει μέ παραδείσια χρώματα ὁ Ὁράτιος καί γιά τήν ἀπώλεια τῆς ὁποίας θρηνεῖ ὁ Ὀβιδιος· θά ἐπαναφέρει «τήν ἀρχικήν βασιλείαν τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ», τοῦ «παμφώτου Ἑνός Θεοῦ» καί θά  ἀντικαταστήσει «τήν σιδηράν γενεάν» διά τῆς «νέας χρυσῆς γενεᾶς», ἡ ὁποία «εὐτυχής θά ἀνατείλει εἰς ὅλον τόν κόσμον», κατά τίς ἐκφράσεις τῆς 4ης «Ἐκλογῆς» τοῦ Βιργιλίου· θά ἱκανοποιήσει τήν προσδοκία τοῦ Κομφούκιου γιά τόν « Ἅγιον» καί «Οὐρανάνθρωπον» (=Θεάνθρωπον), ὁ ὁποῖος θά συνδιαλλάξει τόν οὐρανό μετά τῆς γῆς καί τόν Ὁποῖο οἱ λαοί προσδοκοῦν, ὅπως τά μαραμένα φυτά τήν δρόσο· θά ἱκανοποιήσει τήν νοσταλγία εἴτε τοῦ Θιβετικοῦ Βουδδισμοῦ καί τῶν Ἰρανίων γιά τόν παρθενογέννητο Θεάνθρωπο Λυτρωτή, εἴτε τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ γιά τόν ἀπαστράπτοντα σάν ἥλιο Λυτρωτή, ὁ ὁποῖος θά ἐπαναφέρει τήν ἀνθρωπότητα στόν ἀρχέγονο χρυσοῦν αἰώνα.

* * * * *

Ἀλήθως, κατά τήν ὁμολογίαν τοῦ Βολταίρου, «ὅλοι οἱ λαοί τῆς γῆς ἐπίστευσαν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐξέπεσε καί ἐξεφυλίσθη καί μάλιστα κατά τρόπον καί περιστάσεις ἀναλόγους πρός τήν διήγησιν τοῦ Μωύσεως» καί ὅτι «πρό ἀμνημονεύτων χρόνων ἦτο παρ’ Ἰνδοῖς καί Σίναις παράδοσις, ὅτι ὁ σοφός ἤθελεν ἔλθει ἐκ τῆς Δύσεως».

Ἀλλ’ ἡ Γέννηση τοῦ Σωτῆρος δέν ὑπῆρξε μόνον τό τελικό αἴτιο τῆς πρό Χριστοῦ προσδοκίας τοῦ Λυτρωτοῦ. Ἐπί πλέον εἶναι καί θά εἶναι τό ποιητικό αἴτιο τῆς ἐλπίδος τῆς ἀνθρωπότητας, πού βρίσκεται μακριά Αὐτοῦ, ἡ ὁποία σήμερα καί πάντοτε θά ἀναζητεῖ ἐναγωνίως τόν Λυτρωτή καί τόν ἀπολεσθέντα παράδεισο τῶν ἀνωτέρων πνευματικῶν ἀξιῶν.  Πρός τόν Ἰησοῦ Χριστό κινοῦνταν ὅλο τό παρελθόν, ἀλλά καί ἀπό Αὐτόν καί ἀπό τήν ἀρχή, ὁρμᾶται κάι ἐκινεῖ ὁλόκληρο τό μέλλον. Τό παρελθόν μόνο Αὐτόν ἀνεζητοῦσε καί Αὐτός μόνος εἶναι τό μέτρο καί τό νόημα ὅλου τοῦ μέλλοντος.

Ὁ Χριστός διαρρηγγνύων ὅλες τίς ἀναλογίες καί ὅλους τούς νόμους τῆς ἱστορίας, δέν ἀνήκει σέ ἕνα ἀπολιθωμένο παρελθόν, ἀλλ’ εἶναι ὁ ζῶν, ὁ πάντοτε παρών, ὁ αἰώνιος Χριστός. Μέ τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀντιπαρίσταται μετά τοῦ ἱστορικοῦ Χριστοῦ.  Ἡ ἀντιπαράσταση αὐτή συμβαίνει μέ τόν τρόπο τοῦ «συγχρονισμοῦ» καί τῆς ὑπερπηδήσεως τῶν ἱστορικῶν ἀποστάσεων. Ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται σήμερα μέ τό κήρυγμα πρός τό κάθε ἄτομο  ὅπως ἦλθε καί πρός τούς σύγχρονούς Του. Ὁ συγχρονισμός στήν ἀντιπαράσταση μέ τόν Χριστό εἶναι δυνατός, διότι ὁ Χριστός εἶναι αἰώνιος καί διότι τό περί αὐτοῦ κήρυγμα εἶναι καί σύγχρονο κήρυγμα.

Ἀλλ’ ἡ σκέψη αὐτή εἶναι ἀτελής, ἐάν δέν ὁλοκληρωθεῖ ἀπό τήν  πεποίθηση, κατά τήν ὁποία ὁ συγχρονισμός τῆς πίστεως μετά τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ συμβαίνει στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας, στήν λειτουργική ζωή τῆς ὁποίας συνεχίζονται μυστικῶς ἡ ζωή καί τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Στήν Ἐκκλησία ἡ προσφορά τῆς ἀλήθειας γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐλεύθερη ἀναγνώριση ἀπό τούς πιστούς βρίσκει ἀνταπόκριση στήν ὑπακοή τῆς πίστεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐγγύηση τοῦ ἱστορικοῦ καί αἰωνίου χαρακτῆρος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν λατρεία καί μυστηριακή ζωή τῆς ἐντός τοῦ ἑκάστοτε «σήμερον» συμπυκνώνονται καί βιοῦνται μυστικῶς ὡς ζῶντα καί ὑπάρχοντα μπροστά μας τά παρελθόντα, τά παρόντα καί τά ἔσχατα, δηλαδή ἡ προϊστορία καί οἱ κύριοι σταθμοί τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καί τά μέχρι τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν ἐκτεινόμενα σωτηριώδη ἀγαθά, τά ὁποῖα ἀπορρέουν ἀπό Αὐτόν. Σέ κάθε ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας οἱ πιστοί μετέχουν μυστικῶς Θεοφανειῶν καί Χριστοφανειῶν.

Ἔτσι καί γιά τούς σημερινούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ζοῦν «ἐν χώρᾳ καί σκιά θανάτου» (Ματθαίου δ΄, 16) εἴτε μέ τήν ὀδύνη ἀπό τό φυσικό κακό ἤ ἀπό τήν πνευματική δουλεία, εἴτε ἀπό τό ἄγχος ἀπό τήν ἀπειλή ἤ τῶν ἀπαισιόδοξων προρρήσεων περί τοῦ πυρηνικοῦ ὁλοκαυτώματος καί ἄλλων ἐπικειμένων δεινῶν, ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ μόνος ἀναμενόμενος καί προσδοκώμενος Λυτρωτής καί ἀληθής Εἰρηνοποιός, τόν Ὁποῖον «ἡ Παρθενός σ ή μ ε ρ ο ν... ἐν σπηλαίῳ ἔρχεται ἀποτεκεῖν ἀπορρήτως». Αὐτός εἶναι « χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰώνας» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 8). «Θεμέλιον ἄλλον οὐδείς δύναται θεῖναι παρά τόν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς ὁ Χριστός» (Α΄ Πρός  Κορινθίους γ΄, 11).

 Ἅς εὐχηθοῦμε, ὅπως ὁ ἐπικείμενος ἑορτασμός τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος συντελέσει στό νά ἰσχύσει γιά τούς συνανθρώπους μας καί γιά καθένα ἀπό ἐμᾶς προσωπικά ὁ μακαρισμός τόν ὁποῖο ὁ Κύριος κατέστησε γνωστό στούς μαθητές Του: «Μακάριοι οἱ ὀφθαλμοί οἱ βλέποντες ἅ βλέπετε. Λέγω γάρ ὑμῖν, ὅτι πολλοί προφῆται καί βασιλεῖς ἠθέλησαν ἰδεῖν, ἄ ὑμεῖς βλέπετε, καί οὐκ εἶδον, καί ἀκοῦσαι, ἅ ἀκούετε, καί οὐκ ἤκουσαν» (Λουκᾶ ι΄, 23-24).

13 Δεκεμβρίου 2018

Συνέντευξη Σεβασμιωτάτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ στήν Ἐφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΙΒΩΤΟΣ

Συνέντευξη Σεβασμιωτάτου

Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

στήν Ἐφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΙΒΩΤΟΣ

                                                                        Λ. 799

 

Ἐρώτηση 1. Ἀριστερά καί Ἐκκλησία-Ἐκκλησία καί Ἀριστερά: Πῶς ἀντιλαμβάνεσθε τίς σχέσεις τῶν δύο πόλων ὕστερα ἀπό τούς πρώτους μῆνες τῆς ἀρειστερῆς, κατά πλειοψηφία, διακυβέρνησης;

Ἀπάντηση : Ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινος Ὀργανισμός, ἔχει Κεφαλή, Νομοθέτη καί Κυβερνήτη τόν Τριαδικό Θεό. Ἔχει ὡς τελικό σκοπό νά ἑνώσει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό καί νά τόν καταστήσει μέτοχο τῆς θείας ζωῆς εἴτε βρίσκεται – ζεῖ στήν γῆ εἴτε στόν οὐρανό. Στήν Ἐκκλησία καλοῦνται νά μετάσχουν ἀδιακρίτως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐφ’ ὅσον θελήσουν. Στά μέσα πού ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ γιά τό σκοπό αὐτό συμπράττει ὁ θεῖος καί ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας. Ὑπῆρχε πρίν τίς πολιτικές ἰδεολογίες καί θά ὑπάρχει καί ὅταν αὐτές θά παύσουν νά ἐπηρεάζουν καί νά ἐνδιαφέρουν τούς ἀνθρώπους. Ἡ ἱστορία πρόσφατη καί ἀπώτατη ἔχει περίτρανα παραδείγματα.

Ἡ ἀριστερά εἶναι πολιτική ἰδεολογία πού ἐπιδιώκει νά ὀργανώσει τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων ἀνταγωνιστικά μέ ἄλλες πολιτικές ἰδεολογίες. Ἄλλος σκοπός, ἄλλα μέσα καί πάντως ὅλα αὐτά εἶναι μεταβλητά καί ἐφήμερα.

Ὅταν οἱ πολιτικές ἰδεολογίες ἐπιχειροῦν νά ἀποφανθοῦν γιά τά θεῖα καί οὐράνια θέματα τά λεγόμενα μεταφυσικά ἤ ὑπερφυσικά ὡς μή ἀνήκοντα στά ἐγκόσμια καί μάλιστα μέ διάθεση ἀμφισβητήσεως ἤ διαψεύσεως ἤ ἀνατροπῆς ἀποτυγχάνουν παταγωδῶς. Ἀντιθέτως εἶναι χρήσιμες καί ἀποτελεσματικές ὅταν ἀποδέχονται τίς θεῖες ἀρχές καί ἀξίες στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων.

Τελικῶς ἡ ἐλευθερία ἐπιλογῆς ἔχει συνέπειες. Αὐτό εἶναι τό ἄθλημα τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως καί ἐλευθερίας. Ἡ ἐλευθερία ἐπιλογῆς συνοδεύεται ἀπό συνέπειες σ’ ὅλα ἐγκόσμια καί ὑπερκόσμια.

Μόνο ὁ Θεός εὑρίσκεται ὑπεράνω αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἐπειδή εἶναι ἀναίτιος, ἀδιάδοχος, αὐτάγαθος, πανάγιος, παντοδύναμος, δίκαιος καί αἰώνιος.

Ἐρώτηση 2. Ποιά κίνηση τῆς Κυβέρνησης κρίνετε ὅτι θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει «ἄξιο» σημεῖο τριβῆς στίς σχέσεις της μέ τήν Ἐκκλησία;

Ἀπάντηση: Δέν εἶναι εὔκολο νά προσδιορίσω καί νά ἀποφανθῶ ποιό θέμα μπορεῖ νά ἀποτελέσει σημεῖο τριβῆς στίς σχέσεις Ἐκκλησία καί Πολιτείας.

Στήν ἱστορία π.χ. ἡ ἀπόφαση τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Γ΄ τοῦ Ἰσαύρου νά ἀφαιρέσει τίς εἰκόνες ἀπό τίς Ἐκκλησίες ἐνῷ ἐφαίνετο εὔκολο γιά τήν πολιτική ἐξουσία ταλαιπώρησε τήν Αὐτοκρατορία ἑκατό πενήντα (150) χρόνια καί ἀπεδείχθη μάταιο.

Ἔτσι καί τό παραμικρό θέμα μπορεῖ νά πυροδοτήσει μία κρίση μέ ἀνεξέλεγκτες συνέπειες. Ὅπως στήν εἰκονομαχία εἴχαμε καί αὐτοκράτορες πού ἐκθρονίσθηκαν καί Πατριάρχες πού ἐξορίσθησαν καί μαρτύρησαν.

Ἐκκλησιαστικά καί πολιτικά ὀφείλουμε νά σεβόμαστε τούς νόμους τοῦ Θεοῦ καί νά μην γινόμαστε θεομάχοι.

Στήν περίπτωση πού ἀνθρώπινος νόμος ἀνατρέπει τόν νόμο τοῦ Θεοῦ γιά τόν πιστό ἰσχύει τό ἀποστολικό «πειθαρχεῖν Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» (Πράξεων ε΄ 29).

Ἐρώτηση 3. Πῶς ἀντιμετωπίζετε τήν συζήτηση περί διαχωρισμοῦ Κράτους- Ἐκκλησίας;

Ἀπάντηση : Ἡ συζήτηση γιά τό διαχωρισμό Κράτους - Ἐκκλησίας ἀπαιτεῖ περαιτέρω ἀποσαφηνίσεις γιά νά προσδιορισθεῖ τί ἐννοοῦμε ὅταν λέμε περί τοῦ διαχωρισμοῦ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας.

Ὡστόσο μποροῦμε νά ἀναφέρουμε ὅτι :

α΄. Ἐκκλησία καί Πολιτεία εἶναι δύο ἐντελῶς διαφορετικοί καί ἀναξάρτητοι Ὀργανισμοί. Ἡ συνύπαρξή τους ὅμως καί ἡ δράση τους στήν κοινωνία διεμόρφωσε διάφορα συστήματα σχέσεων.

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κρατική Ὑπηρεσία. Ἀκόμη καί κατά τούς μνημονιακούς Νόμους ἡ Ἐκκλησία δέν ἀνήκει στήν Γενική Κυβέρνηση.  Ζεῖ καί δρᾶ ὅμως ἐντός τοῦ Κράτους σεβομένη τούς Νόμους τοῦ Κράτους γιά νά ἐπιτελέσει τήν ἀποστολή της. Χωρίς νά ἀσκεῖ κατ’ οὐδένα τρόπο κρατική ἐξουσία.

β΄. Τό Κράτος ἀσκεῖ ἀσφυκτική ἐποπτεία στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας μέ τούς νόμους πού ψηφίζει γιά διοικητικά καί διαχειριστικά θέματα παρά τήν διακυρηγμένη αὐτοδιοίκηση τῆς Ἐκκλησίας.

γ΄. Τό Κράτος ρυθμίζει τίς σχέσεις του μέ τίς ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες τῆς ἐπικράτειας καί τίς θρησκευτικές ἑνώσεις μέ τούς Νόμους πού ψηφίζει.

δ΄. Στήν συζήτηση αὐτή ἐμπλέκονται διάφορα θέματα καθόλου ἀσήμαντα. Ἡ νομική καί πολιτική σκέψη δέν ἔχει πάντοτε εὐχέρεια νά τά διευθετήσει , ὅπως π.χ. ἀπό τήν θέση καί τήν νομική προσωπικότητά της, τήν σχέση τοῦ Κράτους μέ τίς ἄλλες ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες καί τίς ἠθικές καί συμβατικές ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅταν λοιπόν εὑρίσκεσαι μπροστά στό πλέγμα αὐτῶν τῶν σχέσεων ἀπαιτεῖται γιά τήν σοβαρότητα τῆς μελέτης τῆς ἀντιμετωπίσεως γνώση, ἐμπειρία, προσοχή καί προοπτική.

Ἐρώτηση 4. Ἔχει διατυπωθεῖ ὁ φόβος ὅτι τά Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς κινδυνεύουν νά μείνουν χωρία ποίμνια, μετά τίς ἀλλεπάλληλες θρησκευτικές καί ἐθνοτικές διώξεις ἀπό τούς Ἰσλαμιστές. Μέ ποιό τρόπο νομίζετε ὅτι θά μποροῦσε νά ἀντιδράσει ἡ Δύση, σέ πολιτικό καί ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο;

Ἀπάντηση : Ἡ Δύση νομίζω δέν ἐνδιαφέρεται νά βοηθήσει. Οἱ Δυτικοί ἔχουν ἄλλες προτεραιότητες καί δέν ἐνδιαφέρονται νά προστατεύσουν τούς Χριστιανούς καί τά Πατριαρχεῖα στήν Μέση Ἀνατολή. Οὐδέποτε ἐπενέβη γιά νά βοηθήσει τούς Χριστιανούς τῆς Ἀνατολῆς.

Ἀπό τόν 13ο αἰώνα μετά τό Σχῖσμα μέ πρόσχημα τήν ἀπελευθέρωση τῶν ἁγίων Τόπων καί τῆς Ἱερουσαλήμ ἀπό τούς Μουσουλμάνους ὀργάνωσε τίς Σταυροφορίες πού ἀντί νά ἐλευθερώσουν τήν Ἱερουσαλήμ καί νά ὑπερασπιστοῦν τούς Χριστιανούς κυρίευσε τό 1204 τήν Κωνσταντινούπολη, ἐκθρόνησε τόν Χριστιανό Ὀρθόδοξο Αὐτοκράτορα, διεμέλησε τήν Αὐτοκρατορία σέ τιμάρια φεουδαρχῶν, λεηλάτησε τά μνημεῖα πολιτισμοῦ καί τέχνης. Μᾶς ἀντιμετώπισε μέ ὑπεροψία καί περιφρόνηση. Αὐτά μαρτυροῦν πολλά.

Ἐρώτηση 5. Συμμερίζεστε τήν ἄποψη ὅτι ὡς Χώρα κινδυνεύουμε ἀπό τόν ἰσλαμικό φονταμεταλισμό;

Ἀπάντηση: Ἀσφαλῶς καί τήν συμμερίζομαι     

                                                         

7 Δεκεμβρίου 2018

Ἀγάπη

Ἀ γ ά π η  

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

           

Α΄. ΑΓΑΠΗ - ἀνεξάντλητο ἀγαθό

            Ἡ ἀγάπη εἶναι μιά ἔννοια ἀλλά καί ἕνα βίωμα πού ἔχει φθαρεῖ καί παραμορφωθεῖ  στήν ζωή μας καί στήν κοινωνία μας. Παρά τόν εὐτελισμό της ἀπο τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἀποκαλυπτικό λόγο «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί». Ἀπό τόν Θεό διδασκόμαστε πώς νά ἀγαπᾶμε.

            Ἡ ἀγάπη εἶναι ἕνα θαυμάσιο καί θεῖο ἀγαθό. Ὅσο δίνουμε ἀπ’ αὐτό, τόσο περισσότερο μᾶς μένει.

  1. Βαθμοί τῆς ἀγάπης

            Ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ, πρέπει νά εἶναι μιά ζωή ἀγάπης. Γι’ αὐτό ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Θεοῦ παραγγέλλει:

            α΄. Μένετε ἐν ἀγάπη.

            Ὁ Κύριος προέτρεψε τούς μαθητές Του νά παραμείνουν πιστοί στήν ἀγάπη Του, νά μήν ἀμφιβάλλουν ὅτι τούς ἀγαπᾶ παρά τόν πειρασμό καί τήν ταλαιπωρία τοῦ Πάθους Του.

             «πως μέ γάπησε Πατέρας, τσι σς γάπησα κι γώ· μείνετε πιστοί στήν γάπη μου» (Ἰωάννου ιε΄ 9)

            Ἐπειδή ἡ ἀγάπη εἶναι εὐρίπιστο ἀγαθό πού οἱ πειρασμοί καί οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς τό ἀπειλοῦν, τό κλονίζουν, τό ἐξαφανίζουν καί χάνεται  ὀφείλουμε νά διατηροῦμε τήν ἀγάπη, νά συνεχίζουμε νά ἀγαπᾶμε ἐφ’ ὅσον κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄ Πρός Κορινθίους ιγ΄ 8). 

  1. Περισσεύετε ἐν ἀγάπη

            Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει καί εὔχεται στούς Θεσσαλονικεῖς ὁ Κύριος νά αὐξήσει τήν ἀγάπη μεταξύ τους, ὥστε νά γίνει μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τήν δική του γι’ αὐτούς:  

             «Κι Κύριος ς κάνει νά αξάνει λο καί περισσότερο γάπη μεταξύ σας καί πρός λους, καί νά γίνει τόσο μεγάλη, ση εναι δική μας γάπη γιά σς» (Α΄ Θεσσαλονικεῖς γ΄ 12)

            Οἱ ἐγωϊσμοί καί οἱ ἰδιοτέλειες μαραίνουν τήν ἀγάπη ἀντί νά τήν αὐξάνουν καί νά τήν μεγαλώνουν γι’ αὐτό ὀφείλουμε νά συντηροῦμε τήν ἀγάπη μας καί νά καλλιεργοῦμε εὐκαιρίες, ὥστε νά τήν αὐξάνουμε καθημερινά

γ΄. Περιπατεῖτε ἐν ἀγάπη.

            Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπίσης συνιστᾶ στούς πιστούς νά συμπεριφέρονται  μέ ἀγάπη ἔχοντας ὡς πρότυπο τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πού ἀπό ἀγάπη θυσιάσθηκε γιά τούς ἀνθρώπους. Ἡ χριστιανική ἀγάπη ἐκδηλώνεται καί μετριέται μέ τήν θυσία. Ἄν ἀγαπᾶς λίγο, λίγα θυσιάζεις. Ἄν ἀγαπᾶς πολύ, πολλά θυσιάζεις. Ἄν οὐδέν θυσιάζεις, δέν ἀγαπᾶς. Ἄν ὅλα τά θυσιάζεις ἔχεις τέλεια ἀγάπη :

             «Να συμπεριφέρεστε μέ γάπη κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστο, πού μς γάπησε κι δωσε τή ζωή του γιά μς ς προσφορά καί θυσία, πού τή δέχεται εχάριστα Θεός» (Πρός Ἐφεσίους ε΄ 2)

            Ὁ Θεό δέχεται τίς θυσίες μας πού γίνονται ἀπό ἀγάπη ὡς εὐωδιαστή προσφορά ἀνώτερη ἀπό θυσία «μόσχου νέου» (Ψαλμοῦ ξη΄ (ξθ΄) 68, 32)

δ΄. Ἀνυπόκριτοι ἐν ἀγάπη

            Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη εἶναι χαρακτηριστικό τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Χριστιανοῦ. Ὁ Χριστιανός δέν προσποιεῖται τήν ἀγάπη. Ἡ ὑποκριτική ἀγάπη εἶναι κίβδηλη καί εὔκολα καί γρήγορα ἀποδεικνύεται ὅτι δέν ἔχει οὔτε ἀξία οὔτε διάρκεια:

             «Συστήνουμε τούς αυτούς μας μέ τήν ντιμότητα, τή γνώση τς λήθειας, τήν νεκτικότητα, τήν καλοσύνη, τή φώτιση το γίου Πνεύματος, τήν νυπόκριτη γάπη» (Β΄ Κορινθίους στ΄ 6)

            Στό σύγχρονο περιβάλλον πού ἐπικρατεῖ ἡ ἰδιοτέλεια, ὁ ὠφελιμισμός καί ὁ καιροσκοπισμός ὁ Χριστιανός ὀφείλει νά παραμένει αὐθεντικός καί γνήσιος.

29 Νοεμβρίου 2018

Διακονία καί Φιλανθρωπικό ἔργο στήν Ἐκκλησία μας

Διακονία καί Φιλανθρωπικό ἔργο

στήν Ἐκκλησία μας

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

          Ἡ διακονία στά Συσσίτια τῶν Ἐνοριῶν τῆς Ἐκκλησίας μας καί τό προσφερόμενο συνολικῶς σημαντικό καί μεγάλο φιλανθρωπικό  ἔργο της διεγείρει τό πνεῦμα μας νά προσεγγίσουμε τό θέμα τῆς πείνας καί τῆς δίψας στήν διδασκαλία τῆς  ἁγίας Γραφῆς.

          Ἡ πείνα καί ἡ δίψα ἐπειδή ἐκφράζουν μία οὐσιαστική ἀνάγκη τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτουν τό νόημα τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

          Τά ἱερά κείμενα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας τονίζουν ὅτι:

  1. Ὁ Κύριος χορηγεῖ τήν τροφή. Εἶναι ὁ «διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκί» (Ψαλμός ρκε΄ (ρκστ΄) 25 καί Ματθαίου στ΄ 31).

         

* * * * *

  1. Τό νά ὑποφέρει κάποιος ἀπό πείνα καί δίψα εἶναι μία ἐμπειρία πού ὠθεῖ τόν ἄνθρωπο γιά νά στραφεῖ πρός τόν Θεό πού εἶναι ὁ σιτοδότης καί ἡ ρέουσα πηγή ὕδατος ζῶντος, νά ἐμπιστευθεῖ τόν Δοτῆρα τῶν ἀγαθῶν κατά τήν προτροπή :

          «Ἄφησε στόν Κύριο τίς ἔγνοιες σου κι αὐτός θά σέ φροντίσει» (Ψαλμοῦ νδ΄ (νε΄) 54, 23)

* * * * *

  1. Ἡ κατάσταση τοῦ πεινασμένου καί διψασμένου εἶναι ἕνα κακό πού ὁ Θεός δέν τό δέχεται καί πού πρέπει νά ἐπιδιώκεται ἡ κατάργησή του.

* * * * *

  1. Ὡ πείνα καί δίψα ἐκλαμβάνεται ἡ ἐπιθυμία «τοῦ ἀκοῦσαι τόν λόγον τοῦ Κυρίου» (Ἀμώς η΄ 11).

* * * * *

  1. Μία ἀπό τίς πρωταρχικές ὑποχρεώσεις τοῦ πιστοῦ εἶναι νά δίνει ψωμί καί νερό στόν πεινασμένο καί διψασμένο ἀδελφό του, στόν καθένα πού ἔχει ἀνάγκη ἀπ’ αὐτά, ἀκόμη καί στόν ἐχθρό του: «Ὅταν πεινάει ὁ ἐχθρός σου δῶστου νά φάει ψωμί. Καί πάλι ὅταν διψάει δῶστ’ του νερό νά πιεῖ» (Παροιμιῶν κε΄ 21)

          Αὐτός εἶναι ὁ τρόπος νά ἐφαρμόζει ὁ πιστός τήν δικαιοσύνη (Ἰεζεκιήλ ιη΄ 5, 16)

          Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἡ νηστεία τοῦ πιστοῦ γίνεται ἀποδεκτή καί εὐάρεστη στόν Θεό κατά τό προφητικό κήρυγμα (Ἠσαΐου νη΄ 7, 10)

* * * * *

  1. Ἡ ἀνάγκη καί ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου γιά τά ἀγαθά πού ὁ Θεός ἐπιφυλάσσει σ’ ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν ἐκφράζονται συνεχῶς μέ τίς εἰκόνες τοῦ δείπνου, τοῦ ψωμιοῦ, τοῦ νεροῦ ἤ τοῦ κρασιοῦ.

          α΄. Ὁ Θεός δίδει σ’ ὅποιον ποθήσει τήν τροφή πού χορταίνει, τό καθαρό νερό καί τό μοναδικό κρασί πού ἡ μέθη του ὁδηγεῖ στήν ζωή, δηλαδή στόν Ἴδιο τόν Θεό, χωρίς ἀνταλλάγματα κατά τήν προτροπή τοῦ προφήτου Ἠσαΐου (Ἠσαΐου νε΄ 1)

          β΄. Ὁ προσκαλεῖ τόν διψασμένο ἄνθρωπο γιά τήν σοφία πού ξεδιψᾶ Κύριος νά προσέλθει στήν πνευματική τράπεζα πού παραθέτει (Παροιμιῶν θ΄ 5).

* * * * *

  1. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἀφ’ ἑνός ἀνακούφιζε τήν πείνα τοῦ λαοῦ πού Τόν ἀκολουθοῦσε, χορταίνοντας ἄλλοτε πέντε χιλιάδες (Ματθαίου ιδ΄ 17-21) καί ἄλλοτε ἑπτά χιλιάδες (Ματθαίου ιε΄ 32-39) ἄνδρες

          ἀφ’ ἑτέρου διέγειρε τήν ἐπιθυμία γιά τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν ἀληθινό Ἄρτο πού εἶναι ὁ Ἴδιος καί γιά τό «ὕδωρ τό ζῶν» πού εἶναι τό Πνεῦμα Του (Ἰωάννου ζ΄ 37-40):

* * * * *

  1. Γιά τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τό καθῆκον τῆς διατροφῆς τῶν πεινασμένων εἶναι ἀκόμη πιό ἐπιτακτικό.

         

          Πάνω σ’ αὐτό τό σημεῖο θά κριθεῖ ὁ ἄνθρωπος γιατί ὅταν τρέφει τόν πεινασμένο καί ποτίζει τόν διψασμένο σημαίνει, ὅτι καταπραΰνει διά μέσου τῶν ἀδελφῶν του τήν πείνα καί τήν δίψα τοῦ Ἰησοῦ, ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Κύριός μας στήν γνωστή περικοπή τῆς μελλούσης κρίσεως (Ματθαίου κε΄ 34).

          Πάντα θά πρέπει νά διψᾶμε γι’ αὐτή τήν φιλανθρωπία μέ τήν ὁποία ἐλαφρύνουμε τά βάσανα τῶν ἄλλων.

          Ἡ πηγή αὐτῆς τῆς φιλανθρωπίας εἶναι ἀνοιχτή καί δωρεάν γιά τίς ψυχές πού ἔχουν τήν ἐπιθυμία πού διψοῦν γιά τόν Θεό καί γιά τήν θέα τοῦ προσώπου του, πού διψοῦν τήν ἀληθινή ζωή (Ἠσαΐου νε΄ 1 καί Ἀποκαλύψεως κα΄ 6, κβ΄17).

                                                                                           

29 Νοεμβρίου 2018

Ἐκκλησία καί Κόσμος

Ἐκκλησία καί Κόσμος

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Ἐκκλησία καί Κόσμος εἶναι δύο πνευματικές καταστάσεις μέ ἀντίθετα χαρακτηριστικά πού ἡ μία ἀναιρεῖ τήν ἄλλη. Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει καί ἐργάζεται γιά νά μετατρέψει τόν Κόσμο σέ Ἐκκλησία. Ὁ Κόσμος ἀντιστέκεται καί ἐπιδιώκει νά ἀλλοιώσει μέ τό φρόνημά του τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, νά τήν ἐκκοσμικεύσει.

  1. Ἡ ἔννοια τοῦ Κόσμου στήν ἁγία Γραφή

α΄. Γιά νά κατανοήσουμε βαθύτερα καί οὐσιαστικώτερα τήν σχέση τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν Κόσμο, ὀφείλουμε νά μελετήσουμε τά κείμενα τῆς ἁγίας Γραφῆς στήν ὁποία ἡ λέξη Κόσμος χρησιμοποιεῖται μέ ἀμφισημία.

Ἡ μία ἔννοια περιγράφει τόν Κόσμο (στολίδι) ὡς τό ἔξοχο δημιούργημα πού ἔπλασε ὁ Θεός στίς ἄρχες τῆς δημιουργίας μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Λόγου Του, μέ σκοπό νά μαρτυρεῖ γιά τόν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος ξεπερνᾶ τήν ἀξία ὁλοκλήρου τοῦ Κόσμου κατά τήν γνήσια διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας.

Στήν δεύτερη ἔννοιά του ὁ Κόσμος ἀναφέρεται ὡς ἀλληλέγγυος μέ τόν ἁμαρτωλό καί βρίσκεται στήν ἐξουσία τοῦ Διαβόλου. Συνεχῶς ἀποκαλύπτεται ἡ ἁμαρτία τοῦ Κόσμου, μία συσσωρευμένη κατάσταση ἀπό ἀρχές μίσους καί ἀπιστίας, πέτρα σκανδάλου γιά ὅποιον ἤθελε νά εἰσέλθει στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

β΄. Μέ τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει μία νέα περίοδος γιά τόν Κόσμο. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦλθε γιά νά νικήσει τόν Κόσμο τοῦ κακοῦ πού τόν κυβερνᾶ ὁ Διάβολος καί νά ἄρει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, ὥστε νά λυτρωθεῖ ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ Διαβόλου καί νά ἀνανεωθεῖ

  1. Ἡ σχέση τῶν Χριστιανῶν μέ τόν Κόσμο.

α΄.Σέ σχέση μέ τόν Κόσμο οἱ Χριστιανοί βρίσκονται στήν ἴδια περίπου κατάσταση πού βρισκόταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στήν διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του. Δέν ἀνήκουν στόν Κόσμο κι ὅμως ζοῦν στόν Κόσμο. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δέν παρακαλεῖ τόν Πατέρα Του νά τούς ἀποσύρει «κ το κόσμου», ἄλλα μόνο νά τούς φυλάξει «κ το πονηρο».

β΄. Οἱ Χριστιανοί ζοῦν χωρισμένοι ἀπό τόν Κόσμο. Θά χρησιμοποιοῦν τόν Κόσμο σάν νά μήν τόν χρησιμοποιοῦν. Ὁ κανόνας αὐτός ὅπως διατυπώθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο (Πρός Κορινθίους Α΄ ζ΄ 29 καί ἑξῆς) δηλώνει τήν βαθιά ἀποδέσμευση τοῦ πιστοῦ ἀπό τόν Κόσμο πού κορυφώνεται στήν ἀποταγή του κατά τήν μοναχική καθιέρωση.

γ΄. Οἱ Χριστιανοί ἀναλαμβάνουν καί μία ἱερή ἀποστολή γιά τόν Κόσμο πού εἶναι αἰχμάλωτος τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Χριστιανός στέλνεται στόν Κόσμο γιά μία μαρτυρία ὅμοια μ’ ἐκείνη τοῦ Κυρίου, καλεῖ τούς ἀνθρώπους νά ἀπορρίψουν  τόν Κόσμο πού ἐξουσιάζεται ἀπό τόν Διάβολο καί νά ἐνταχθοῦν στήν Ἐκκλησία πού ἔχει ὡς κεφαλή τόν Ἰησοῦ Χριστό.

δ΄. Ὅσο θά διαρκεῖ ἤ παροῦσα ζωή ἀνάμεσα στόν Κόσμο καί στούς Χριστιανούς, θά ἐπικρατεῖ μία ἔνταση πού ὁ Κόσμος θά πολεμεῖ κατά τῶν πιστῶν. Ὡστόσο ὡς τήν Ἡμέρα τῆς ὁριστικῆς διαλογῆς οἱ ὑπήκοοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί οἱ ὑπήκοοι τοῦ πονηροῦ θά παραμένουν ἀνακατεμένοι, ὅπως τό σιτάρι μέ τά ζιζάνια στόν ἀγρό τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ δημιουργία Του.

Τήν Ἡμέρα ἐκείνη τήν ἔνδοξη καί ἐπιφανῆ ὁ Θεός θά κρίνει τόν Κόσμο καί θά καλέσει τούς ἐκλεκτούς νά ζήσουν καί νά κληρονομήσουν αἰώνια ἕνα ἀνανεωμένο Κόσμο.

                                                                                   

15 Νοεμβρίου 2018

Προοίμιο-Προκήρυξη-Ἐκπλήρωση στήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Παρθένου Μαρίας στό Ναό

 Προοίμιο-Προκήρυξη-Ἐκπλήρωση

στήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Παρθένου Μαρίας στό Ναό

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                                             

            Στόν κύκλο τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν περιλαμβάνεται καί ἡ ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στόν Ναό.

  1. Ἡ ὑπόθεση τῆς ἑορτῆς ἀναφέρεται ἀπό τό λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου μέ τίς πληροφορίες τοῦ ὁποίου καταβάλλεται προσπάθεια νά καλυφθοῦν ὡρισμένα κενά τῶν κανονικῶν Εὐαγγελίων.

            Στό Πρωτευαγγέλιο γράφεται, ὅτι οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς τῆς Θεοτόκου Ἰωακείμ καί Ἄννα ἔπειτα ἀπό εἰκοσαετῆ ἔγγαμο βίο ἦσαν ἄτεκνοι καί παρακαλοῦσαν μέ θέρμη τόν Θεό νά χαρίσει σ’ αὐτούς τέκνο. Ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἀνήγγειλε στήν Ἄννα καί τόν Ἰωακείμ ὅτι θά ἐκπληρωθεῖ ἡ ἐπιθυμία τους. Ἡ Ἄννα πλήρης χαρᾶς ὑποσχέθηκε νά ἀφιερώσει τό τέκνο, τό ὁποῖο θά ἀποκτοῦσε, στό Θεό.

            Μετά τήν συμπλήρωση ἐννέα μηνῶν ἡ Ἄννα ἀπέκτησε κόρη τήν Μαρία, τήν ὁποία ἀνέθρεψε μετά μεγίστης προσοχῆς «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου» μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν τριῶν ἐτῶν, ὁπότε μετά τοῦ Ἰωακείμ καί συνοδείας λαμπαδηφόρων κορασίων μετέβησαν στόν Ναό καί τήν παρέδωσαν στόν Ἱερέα γιά νά ἐκπληρώσουν τήν ὑπόσχεση πού εἶχαν δώσει οἱ γονεῖς της στόν Θεό.

Ἡ Παρθένος Μαρία παραμένουσα στό Ναό μελετοῦσε τήν Ἁγία Γραφή, προσευχόταν καί ἠσχολεῖτο μέ διάφορα ἐργόχειρα, τρεφόμενη ἀπό Ἄγγελο. Ὅταν ἔφθασε σέ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν παρεδόθη ἀπό τούς Ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ κατόπιν σημείων στόν Ἰωσήφ «πρός τήρησιν» δηλαδή πρός φύλαξη καί ὄχι γιά νά γίνει γυναίκα του.

Ὁ Ἰωσήφ ὁ δίκαιος γιά νά ἀποφύγει τά σχόλια τῆς ἰουδαϊκῆς κοινωνίας καί γιά νά τήν προστατεύσει τήν ὀνόμασε μνηστή του (Constantinus Tischendorf Evangelia Apocrypha, Lipsiae Avenarius et Mendelssohn, MDCCCLIII (1853) §V- X, σελ. 10-20).

Ἡ διήγηση αὐτή τοῦ Πρωτευαγγελίου δέν εἶναι πρωτότυπη, ἀφοῦ στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη συναντᾶμε κι ἄλλες παρόμοιες πρός αὐτή.

* * * * *

  1. Ἡ ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Παρθένου Μαρίας στόν Ναό μέ τόν χαρμόσυνο χαρακτήρα της προετοιμάζει πνευματικά τούς πιστούς γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Καλοῦνται ὁ οὐρανός, ἡ γῆ, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι νά μετάσχουν στήν οἰκουμενική αὐτή χαρά. Ἡ ἑορτή ἔχει παγκόσμιο καί οὐράνιο χαρακτήρα, διότι μέ τήν εἴσοδο τῆς Παρθένου Μαρίας στόν Ναό ἀρχίζει ἡ πραγματοποίηση τῶν προαιωνίων βουλῶν τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας στό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς πού ψάλλεται στίς Ἱερές Ἀκολουθίες ἀναφέρει τίς αἰτίες τῆς πνευματικῆς χαρᾶς μας,  διότι ἡ ἑορτή ἀποτελεῖ :

           

α΄. Τό προοίμιο τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ

Μέ τήν Παρθένο Μαρία ἀρχίζει νά ἐκδηλώνεται ἡ εὐδοκία δηλαδή ἡ εὐμενής διάθεση, ἡ εὔνοια, ἡ ἀγαθή προαίρεση τοῦ Θεοῦ  γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτή ἡ εὐμένεια τοῦ Θεοῦ πρός τό ἀνιθρώπινο γένος διακηρύχθηκε ἀπό τούς Ἀγγέλους πού τήν νύχτα τῆς κατά σάρκα γεννήσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔψαλαν τό « δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκᾶ β΄, 14).

Τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ ἔργου προοίμιο ἀποτελεῖ ἡ εἴσοδος τῆς Παρθένου Μαρίας στό Ναό.

            Αὐτή ἡ εὐδοκία ὀφείλεται στήν ἀγαθότητα καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἀπευθύνεται σέ συγκεκριμένο πρόσωπο τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό ὁ Ὁποῖος ὅπως διεκήρυξε ὁ Θεός Πατέρας εἶναι ὁ Υἱός τῆς εὐδοκίας κατά τήν δήλωσή Του ἐξ οὐρανοῦ ὅταν βαπτίσθηκε στόν Ἰορδάνη καί ὅταν μεταμορφώθηκε στό ὄρος «ἐν ᾧ ηὐδόκησα» (Ματθαίου 17, 5). Ὡς Υἱός εὐδοκίας συμφιλίωσε μέ τήν σταυρική θυσία Του κάθε ἄνθρωπο μέ τόν Ἐπουράνιο Θεό ἐφ’ ὅσον πιστεύει καί μετανοήσει. Τότε καί ὁ Θεός Πατέρας χορηγεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἀποτελεῖ τήν σφραγίδα τήν ἐπιβεβαίωση τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ. 

* * * * *

β΄. Ἡ προκήρυξη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.

            Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας θεωρεῖ ὅτι μέ τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Παρθένου Μαρίας προκηρύσσεται ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων πού πραγματοποιήθηκε μέ τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

            Ἡ πανανθρώπινη ἱστορία δονεῖται ἀπό τόν πόθο τῆς λυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτός ὁ ἀγωνιώδης πόθος συναντᾶται κυρίως στήν ἱστορία τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ στόν ὁποῖο ὁ Θεός ἀνέθεσε εἰδική ἀποστολή καί ρόλο ἀλλά καί στήν παράδοση ἄλλων εἰδωλολατρικῶν λαῶν. Στόν ἀρχαιοελληνικό κόσμο συναντᾶμε ὄχι μόνο ἔντονα, καί διαυγέστατα τήν προσδοκία τῆς λυτρώσεως στά ἔργα τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων καί συγγραφέων.

            Ὅταν ὁ ἄγγελος Κυρίου πού πληροφόρησε τόν Ἰωσήφ τόν Μνήστορα
ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία συνέλαβε καί κυοφορεῖ τόν Λυτρωτή τοῦ ἀνθρωπίνου γένους λέγοντάς της ὡς Σωτήρα καί Λυτρωτή τοῦ λαοῦ Του τόν ἐχαρακτήρισε : «αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθαίου α΄, 21). Ὁμοίως καί ὁ Ἄγγελος στούς Ποιμένες ἀνήγγειλε τήν γέννηση τοῦ Σωτήρα τους (Λουκᾶ β, 10-11).

            Αὐτή ἡ σωτηρία προαναγγέλλεται μέ τήν εἴσοδο τῆς Παρθένου Μαρίας στό Ναό.

* * * * *

γ΄. Ἡ ἐκπλήρωση τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου.

            Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής (580-662) διεκήρυξε ὅτι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πρέπει νά θεωρηθεῖ σάν ἀπόλυτος καί πρωταρχικός σκοπός τοῦ Θεοῦ στήν πράξη τῆς Δημιουργίας. Ἡ φύση τῆς ἐνανθρωπίσεως, τῆς ἑνώσεως δηλαδή τῆς θείας μεγαλωσύνης μέ τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα ἀνεξιχνίαστο μυστήριο, ἀλλά τοὐλάχιστο μποροῦμε νά συλλάβουμε ὅτι ὁ λόγος καί ὁ σκοπός αὐτοῦ τοῦ ὑπερτάτου μυστηρίου ἦταν κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο, αὐτή ἡ ἴδια ἡ ἐνσάρκωση, καί μαζί μ’ αὐτή ἡ δική μας ἐνσωμάτωση στό Σῶμα τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος. (Βλ.  Μαξίμου  Ὁμολογητοῦ, «ξ΄ ἐρώτηση πρός Θαλάσσιον)

Μέ τήν ἑορτή ἀρχίζει νά ἐκπληρώνεται τό σχέδιο τοῦ Κτίστου καί Δημιουργοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἦτο μία ἀπόρρητη προαιώνια ἀπόφαση τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ πού ὁ Ἴδιος φανέρωνε σταδιακά μέ τίς ἐνέργειές Του.  Μέ τήν δημιουργία τοῦ κόσμου ἄρχισε ὁ Θεός νά θέτει σέ ἐφαρμογή αὐτό τό προαιώνιο σχέδιο Του πού στήν γλῶσσα τῆς θεολογίας ἀποκαλεῖται μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας καί πρόκειται γιά τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ Του, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος «Ὅτι τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται» (Πρός Κολοσσαεῖς α΄, 16, Πρός Ἐφεσίους α΄, 9, γ΄, 9)

* * * * *

8 Νοεμβρίου 2018

ΤΙ ΧΑΡΙΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ;

ΤΙ ΧΑΡΙΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ;

 

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                           Δημοσιεύθηκε 8 Νοεμβρίου 2018

Σ’ ὅλους τούς νέους ἀπευθύνεται ὁ Χριστός καί τούς καλεῖ νά ἀνταλλάξουν μαζί Του τά ὑπαρξιακά ράκη τους καί νά ἐνδυθοῦν τήν «πρώτη στολή» τοῦ θεοειδοῦς κάλλους, νά λάβουν δηλαδή ἀπ’ Αὐτόν τήν  ὡραιότητα τῆς ὕπαρξής τους ἀντί τῆς στάχτης τῆς ζωῆς τους.

Νέοι

῾Ο Ἰησοῦς σᾶς χαρίζει τήν ὡραιότητα τῆς συγχώρησης, ἀντί τῆς στάχτης μιᾶς ἔνοχης συνείδησης. Θυμηθεῖτε τόν ἄσωτο γυιό (Λουκᾶ ιε΄11-32). ῎Εφυγε ἀγέρωχος, ἐγωπαθής, περιφρονητικός. Ὡστόσο συντριμμένος ἀπό τήν ζωή τῆς ἁμαρτίας ἔρχεται στήν ἀνάγκη... ἔρχεται στόν ἑαυτό του... ἔρχεται στόν πατέρα. παρακαλώντας τον «ποησν με». Κι ὁ φιλόστοργος Πατέρας γιορτάζοντας τήν ἐπιστροφή του τόν ἀποκαθιστᾶ. Ἡ μετάνοια τοῦ προσφέρει ἀντί τῆς  στάχτης τῶν κουρελιῶν τήν ὡραιότητα τῆς «πρτης στολς».

Νέοι.

῾Ο Ἰησοῦς σᾶς χαρίζει τήν ὡραιότητα μιᾶς ὁλοκληρωμένης ἀφιέρωσης, ἀντί τῆς στάχτης μιᾶς διχασμένης ζωῆς. Δέστε τόν νεανίσκο τοῦ Ματθαίου (ιθ΄16-24), πού ἐνῶ ἐπιθυμοῦσε νά ζήσει τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἐγκατέλειψε τήν προσπάθειά του, ἐπειδή ὁ Χριστός τοῦ ζήτησε νά ἀρνηθεῖ τήν ἀσφάλεια τοῦ πλούτου του.

Φυλαχθῆτε ἀπό τή στάχτη, τοῦ νά προσπαθεῖτε νά ζῆτε «χωλανοντας μεταξ δο φρονημτων» (Γ΄ Βασιλειῶν ιη΄21). Ὁ Χριστός ζητεῖ νά τοῦ ἀνήκεις ὁλόψυχα.

Νέοι.

῾Ο Ἰησοῦς σᾶς χαρίζει τήν ὡραιότητα τῆς ἠθικῆς ἁγνότητας καί ὀμορφιᾶς, ἀντί τῆς στάχτης, τῆς ἀκράτειας καί τῆς ἀκολασίας. Στή στάχτη ἑνός πανσεξουαλισμοῦ μέ τίς ἀποτροπιαστικές μορφές του, ὁ Ἰησοῦς σοῦ προσφέρει μιά ζωή «ν πσ γντητι» (Β΄ Κορινθίους στ΄6). Ἡ ἀμοιβαία ἕλξη μεταξύ τῶν φύλων εἶναι ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς πού ὠθεῖ τόν ἄνθρωπο στή θυσία τῶν πάντων ὥστε οἱ δύο νά ἑνωθοῦν «εἰς σάρκα μίαν» (Ματθαίου ιθ΄5). Ὅμως, τί ἔχει νά προσφέρει σ’ ἐκείνους πού τήν ἐξήντλησαν λαίμαργα στό ὄνειρο τῆς σεξουαλικῆς «λευθερας»;

Νέοι.

῾Ο Ἰησοῦς σᾶς χαρίζει τήν ὡραιότητα μιᾶς ὄμορφης ἀγωνιστικῆς ζωῆς, ἀντί τῆς στάχτης τῶν μάταιων κι ἀκαρποφόρητων ἀγώνων. Πιόνια στά χέρια τῶν δυνατῶν, τῶν ἐξουσιαστῶν μοιάζει ἡ ἀγωνιστική σας ὁρμή. Ὁ ἐνθουσιασμός σας, ἄν καί μάχεται, ἐν τούτοις προδίδεται. Μόνο ὁ Χριστός στεφανώνει τούς ἀγωνιστές, ὅπως ὑπόσχεται στήν Ἀποκάλυψη (β΄7, β΄11, β΄17, β΄26, γ΄5, γ΄ 12, γ΄ 21)

   ῾Υπάρχει, πιό ἐπιθυμητή ὡραιότητα ἀπό αὐτή τῶν ὑψηλῶν καί εὐγενῶν ἀγώνων;

Νέοι

῾Ο Ἰησοῦς σᾶς χαρίζει τήν ὡραιότητα τῆς νίκης, στή θέση τῆς στάχτης τῆς ἥττας. Θριαμβικός ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου: «γρφω μν νεανσκοι, τι νενικκατε τν πονηρν» (Α΄ Ἰωάννου β΄13). Μέ τήν δύναμη τῆς νιότης σας συντρίψετε τά πάθη τῆς ἁμαρτίας.

῾Ο Χριστός νέος κονταροχτυπήθηκε μέ τόν Πονηρό καί νίκησε, μαζί Του θά νικήσετε κι ἐσεῖς νικᾶτε κι ἐσεῖς γιατί «πν τ γεγεννημνον κ το Θεο νικ τν κσμον» (Α΄ Ἰωάννου ε΄4).

Νέοι.

Μιά μέρα, ὅταν πιά δέν θά εἴμαστε νέοι, ὁ Ἰησοῦς θά μᾶς χαρίσει τήν ὡραιότητα ἑνός ἐνδόξου σώματος ἀντί τῆς στάχτης τοῦ χοϊκοῦ. Κι αὐτό δέν συμβαίνει μόνο ὅταν παύουμε νά εἴμαστε νέοι. Καί νέοι ἀποθέτουν τό σκήνωμά τους. Ὅμως ὁ πιστός, νέος ἤ γέρος, ξέρει, πώς ὅπως φόρεσε... «τν εκνα το χοϊκο τσι θ νδυθε κατν εκνα το πουρανου» (Α΄ Κορινθίους ιε΄49). Τήν φθορά θά διαδεχθεῖ ἡ ἀφθαρσία, τήν ἀτιμία ἡ δόξα, τόν θάνατο ἡ ζωή, τή στάχτη ἡ ὡραιότητα».

Νέε.

Ἀπό σένα ἐξαρτᾶται,

νά φέρεις τίς στάχτες

τῆς ζωῆς σου στόν Χριστό

καί νά Τοῦ ζητήσεις τήν ὡραιότητά Του.

Εἶναι... ἡ εἰδικότητά Του,

τό ἔργο Του.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

δίνει ὀμορφιά στά νιάτα.

Σέ σένα.

18 Ὀκτωβρίου 2018

Η    Ε Λ Ε Η Μ Ο Σ Υ Ν Η

  Η    Ε Λ Ε Η Μ Ο Σ Υ Ν Η

   τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                Δημοσιεύθηκε 18.10.2018

          Τήν περίοδο πού προηγεῖται τῶν ἑορτῶν τῆς θείας ἐπιφανείας στήν Ἐκκλησία μας διαξάγεται ὁ «Ἔρανος τῆς Ἀγάπης». Οἱ πιστοί καλοῦνται νά προσφέρουν τήν ἐλεημοσύνη τους γιά νά ἀνακουφισθοῦν οἱ ἔχοντες ἀνάγκη ἀδελφοί μας. Ὁ «Ἔρανος τῆς Ἀγάπης» εἶναι περισσότερο ἀναγκαῖος στήν ἐπικρατοῦσα οἰκονομική, κοινωνική καί ἀνθρωπιστική κρίση πού πλήττει ὅλο καί περισσότερους ὅλο καί μεγαλύτερα τμήματα τοῦ λαοῦ μας.

          Κρίνουμε οἰκοδομητικό καί ἐνισχυτικό τῆς διακονίας αὐτῆς νά ἐπισημάνουμε τό τρόπο πού βιώνουμε τήν φιλανθρωπία καί δίνουμε τήν ἐλεημοσύνη.

1-Τό καθῆκον τῆς ἐλεημοσύνης

          Ὅπως διδάσκεται ἀπό τό λόγο τοῦ Θεοῦ ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι μία πράξη θρησκευτική καί ὄχι ἁπλή πράξη κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καί φιλαλληλίας.

          Γι’ αὐτό ἡ ἐλεημοσύνη συνδέεται μέ τήν λειτουργική ζωή. Ἡ γενναιοδωρία πρός τούς πτωχούς, ἀποτελεῖ μέρος τῆς διεξαγωγῆς τῆς θείας λατρείας καί τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως τῶν πιστῶν.

          Στήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μας ἡ ἐλεημοσύνη μαζί μέ τήν προσευχή καί τήν νηστεία ἀποτελοῦν τούς τρεῖς ἄξονες τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

          Εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ πιστοί γιά νά προσεγγίσουν τόν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλουν νά βοηθήσουν τόν πλησίον τους (Α΄ Ἰωάννου γ΄ 17).

            Ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας ἀπαιτεῖ τήν ἀδελφική κατανομή τῶν ἀγαθῶν.  (Πρός Κορινθίους Α΄ ια΄ 20 κ. ἑξῆς)

          Γιά νά δοξάζεται ὁ Θεός ὁ πιστός ὀφείλει νά εἶναι γενναιόδωρος καί νά σπέρνει μέ ἁπλοχεριά γιατί «ἱλαρόν δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεός» (Πρός Κορινθίους Β΄  ζ΄ 9).

* * * * *

2- Ἡ ἀξία τῆς ἐλεημοσύνης

          Στήν Σοφιολογική Γραμματεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διατυπώνεται ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη πού δίδεται στούς πτωχούς ἀποκτᾶ ἀξία α΄. θεωρεῖται ὡς δάνειο πρός τόν Ἴδιο τόν Θεό (Παροιμιῶν ιθ΄ 17)καί β΄.  διότι θεωρεῖται θυσία αἰνέσεως τοῦ Θεοῦ  (Σοφία Σειράχ λε΄ 2)

             

            Ὁ Κύριός μας ἐδίδαξε τούς μαθητές Του νά δίδουν ἐλεημοσύνη χωρίς νά ἐλπίζουν ὅτι θά τούς ἀνταποδοθεῖ (Ματθαίου στ΄ 1-4), νοηματοδότησε τήν ἐλεημοσύνη ὅτι ἡ προσφορά γίνεται στόν Ἴδιο (Ματθαίου κε΄ 31-46) καί  ἔθεσε τήν ἐλεημοσύνη ὡς προϋπόθεση νά γίνει κάποιος μαθητής Του καί νά Τόν ἀκολουθήσει χωρίς νά λυπᾶται γιά τήν ἐγκατάλειψη τῶν ἀγαθῶν του (Ματθαίου ιθ΄ 21).  

                                                                        * * * * *

            3-Τό καθῆκον τῆς ἐλεημοσύνης δίδει στόν ἐλεήμονα κάποιο δικαίωμα νά ἐλπίζει στήν ἀνταπόδοση ἀπό τόν Θεό.

            «Μακάριος ὅποιος νοιάζεται τόν ἀδύναμο· θά τόν λυτρώσει ὁ Κύριος στής δυστυχίας τή μέρα. Τόν προστατεύει ὁ Κύριος, τοῦ δίνει τή ζωή καί θά τόν ποῦν στή γῆ εὐτυχισμένο· κι οὔτε θά παραδώσει τή ζωή του στούς ἐχθρούς του. Ὁ Κύριος τόν βοηθᾶ νά σηκωθεῖ ἀπ’ τῆς ἀρρώστιας του τό στρῶμα· σ’ ὅλες τους τίς ἀσθένειες τόν ἀνακουφίζει» (Ψαλμοῦ μα΄ (μ΄) 2-4)

* * * * *

4- Μορφές τῆς ἐλεημοσύνης

          Οἱ Προφῆτες ἐπεσήμαναν τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ἀσκεῖται ἡ ἐλεημοσύνη. Διεύρυναν τό πεδίο ὥστε νά καλύπτονται πολλές συμπεριφορές πού ἐκφράζουν συμπόνοια, δικαιοσύνη, σεβασμό καί παρηγορία πρός τούς ἔχοντες ἀνάγκη συνανθρώπους μας  (Ἰεζεκιήλ ιη΄ 7)

* * * * *

5-Ἡ τιμωρία τῶν ἀνελεημόνων

          Ἡ ἀδιαφορία γιά τούς φτωχούς συνδυαζόμενη μέ πολυτελῆ καί σπάταλη διαβίωση καταδικάζεται καί ἐπισύρει αὐστηρή τιμωρία, ὅπως αὐτή τῶν Σοδόμων  (Ἰεζεκιήλ ιστ΄ 49 καί Παροιμιῶν ιδ΄ 21).

           

6-Στερώντας ὁ πιστός τόν ἑαυτό του ἀπό τά ἀγαθά του μέ τήν ἐλεημοσύνη

 ἀποθηκεύει ἕνα θησαυρό στόν οὐρανό σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου

          «Πουλῆστε τά ὑπάρχοντά σας καί δῶστε τά χρήματα στούς φτωχούς. Ἀποκτῆστε πορτοφόλια πού δέν παλιώνουν, πλούτη μόνιμα στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ, ὅπου οὔτε κλέφτης τά ἀγγίζει οὔτε σκόρος τά καταστρέφει. Γιατί ὅπου εἶναι τά πλούτη σας ἐκεῖ θά εἶναι κι ἡ καρδιά σας» (Λουκᾶ ιβ΄ 33-34).

«Μακριοι ο λεμονες,

τι ατοί λεηθσονται» (Ματθαίου ε΄7)

           

             

11 Ὀκτωβρίου 2018

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

 ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Δημοσιεύθηκε 11 Ὀκτωβρίου 2018

          Ἡ πατρίδα «ἡ γῆ τῶν πατέρων», ἀνήκει στίς οὐσιώδεις πτυχές τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀνθρώπου.

          Στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ ἔννοια τῆς πατρίδας κατέχει μιά σημαίνουσα θέση στήν πίστη καί τήν ἐλπίδα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προπαρασκευάζονται ἀπό τήν ἔννοια τῆς ἐπίγειας πατρίδας νά ἀποδεχθοῦν τήν ὕπαρξη μιᾶς ἄλλης πατρίδας, τῆς οὐράνιας γιά τήν ὁποία προορίζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.

          Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐπειδή εἶναι πλήρης καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀπέκτησε καί τήν ἐμπειρία τῆς πατρίδας.

          Ἡ δική Του πατρίδα δέν ἦταν ὁποιασδήποτε χώρα, ἀλλά ἡ γῆ πού εἶχε δώσει ὁ Θεός ὡς κληρονομία στόν λαό Του. Ἀγάπησε αὐτή τήν πατρίδα μ’ ὅλη τήν ψυχή Του κι ἀκόμη περισσότερο, ἐπειδή ἡ ἀποστολή Του  θά γινόταν γι’ αὐτή ἡ ἀφορμή ἑνός καινούργιου δράματος.

          Πράγματι, ὅπως στό παρελθόν ἡ ἰουδαϊκή πατρίδα εἶχε παρακούσει τήν φωνή τῶν Προφητῶν, ἔτσι περιφρονεῖ τελικά κι Αὐτόν πού  ἀποκαλύπτει σ’  αὐτή τήν ἀληθινή κλήση της. Στήν Ναζαρέτ πού ἔζησε ὁ Ἴδιος καί ἡ μητέρα Του, ὁ Ἰησοῦς ἀπορρίπτεται, ἐπιβεβαιώνοντας ὅτι ὅλοι οἱ Προφῆτες δέν ἀναγνωρίζονται στήν πατρίδα τους (Ματθαίου ιγ΄ 54-57· Ἰωάννου δ΄ 44). Στήν Ἱερουσαλήμ τήν πρωτεύουσα τοῦ ἔθνους Του ξέρει ὅτι πηγαίνει γιά νά πεθάνει (Λουκᾶ ιγ΄ 33). Γι’ αὐτό κλαίει γιά τήν ἔνοχη πόλη πού δέν ἀναγνώρισε τήν στιγμή τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ.

          Ἡ ἀπόρριψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς ὁμοεθνεῖς Του σημαίνει ὅτι ἡ  ἐπίγεια πατρίδα τῶν Ἰουδαίων βαδίζει ἀκάθεκτα πρός τήν καταστροφή της, ἐπειδή δέν ἐπλήρωσε ἐκεῖνο πού περίμενε ὁ Θεός ἀπ’       αὐτή. Ἡ νέα καταστροφή θά σημαίνει γιά ὅλους ὅτι ὁ Θεός ἀποσύρει ἀπ’ αὐτή τήν ἀποστολή μέ τήν ὁποία ἦταν ὡς τότε ἐπιφορτισμένη μέσα στό σχέδιο τῆς σωτηρίας (Μάρκου ιγ΄ 14-19· Λουκᾶ ιθ΄ 43 καί ἑξῆς· κα΄ 20-23).

* * * * *

          Ὁ νέος λαός τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία πού ἀποτελεῖται ἀπό τούς πιστούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν καταργεῖ τό ρίζωμα τῶν ἀνθρώπων σέ μιά ἐπίγεια πατρίδα, ὅπως τό ἐπιχειροῦν ὁρισμένες σύγχρονες ἰδεολογίες. Ἡ φιλοπατρία θά παραμένει πάντα γι’ αὐτό τόν νέο λαό ἕνα καθῆκον, προέκταση τῆς οἰκογενειακῆς ἀγάπης. Ἔτσι οἱ ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς Χριστιανοί παραμένουν πιστοί ὅπως καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός στήν πατρίδα τοῦ Ἰσραήλ. Σ’ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο ὁ ἀπόστολος Παῦλος διεκδικεῖ τά δικαιώματα τῆς ρωμαϊκῆς ὑπηκοότητας, πού ἔχει ἐκ γενετῆς (Πράξεων κβ΄ 27 ἕξ.). Ἀλλά ἡ πατρίδα τοῦ Ἰσραήλ ἔχει χάσει πιά τήν ἱερή σημασία της καί τώρα ἡ ἔννοια τῆς πατρίδος μεταφέρεται σέ μιά πιό ὑψηλή πραγματικότητα.

          Γιά τούς Χριστιανούς ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν τά τέκνα (Πρός Γαλάτες γ΄ 26), ὅπως οἱ Ἰσραηλίτες ἦταν τέκνα τῆς ἐπίγειας Ἱερουσαλήμ. Σ’ αὐτή τήν πατρίδα εἶναι πολιτογραφημένοι (Πρός Φιλιππησίους γ΄ 20). Μ’ αὐτό τόν τρόπο ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά συμμετάσχουν στήν ἐμπειρία τῆς νέας πατρίδος. Στό παρελθόν οἱ εἰδωλολάτρες ἦταν ἀποξενωμένοι ἀπό τήν ἰθαγένεια τοῦ Ἰσραήλ (Πρός Ἐφεσίους β΄ 12).

          Στήν Ἐκκλησία πρώην εἰδωλολάτρες καί πρώην Ἰουδαῖοι μοιράζονται τήν τιμή νά εἶναι συμπολίτες τῶν ἁγίων (Πρός Ἐφεσίους β΄ 19).

Ἔτσι ἡ ἀληθινή πατρίδα εἶναι ὁ οὐρανός.

  * * * * *

           

27 Σεπτεμβρίου 2018

Ἡ  Ἀ π ό ρ ρ ι ψ η  τ ο ῦ   Χ ρ ι σ τ ο ῦ

Ἡ  Ἀ π ό ρ ρ ι ψ η  τ ο ῦ   Χ ρ ι σ τ ο ῦ

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                                  Δημοσιεύθηκε 27.09.2018

          Στά ἱερά εὐαγγέλια ἀναφέρονται παραδείγματα ἀνθρώπων πού δέχθηκαν τήν θεία πρόσκληση, ἀνταποκρίθηκαν σ’ αὐτή καί ἀφιερώθηκαν μέ μετάνοια καί πίστη στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

          Ἀναφέρονται ὅμως παραλλήλως καί παριπτώσεις ἄλλων πού ἀπέρριψαν τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὅπως οἱ περιπτώσεις:

α΄ Τῶν Γεργεσηνῶν (Ματθαίου η΄ 28-34)

                    Ὅταν οἱ κάτοικοι τῶν Γεργέσων πληροφορήθηκαν τό θαῦμα πού ἐπετέλεσε ὁ Κύριος μας ἐλευθερώντας δύο δαιμονισμένους ἀπό τήν κακοποιό ἐξουσία τῶν δαιμόνων βγῆκαν ὅλοι μαζί νά συναντήσουν τόν Κύριο καί Τόν παρεκάλεσαν νά φύγει ἀπό τήν περιοχή τους, ἐπειδή μέ τό θαῦμα ζημιώθηκαν ἀπό τήν ἀπώλεια τῶν χοίρων πού κρημνίστηκε στήν λίμνη καί πνίγηκε.

          Οἱ Γεργεσηνοί ἐδίωξαν τόν Κύριο ἐπειδή ἔβλαψε τά ὑλικά συμφέροντά τους.

※  ※  ※

β΄ Τῶν Ναζαρηνῶν  (Μάρκου στ΄ 1-5).

          Κατά τήν διάρκεια τῆς πρώτης περιοδείας Του ὁ Κύριος ἐπισκέφθηκε μαζί μέ τούς Μαθητές Του τήν Ναζαρέτ πού μεγάλωσε. Πῆγε μέ τούς Μαθητές Του στήν Συναγωγή, πού ἦσαν συγκεντωμένοι οἱ πατριῶτες Του καί κατά τήν συνήθειά Του μίλησε στούς συγκεντρωμένους Ἰουδαίους.  Αὐτοί διερωτῶντο πῶς εἶχε τόση σοφία ὅταν δίδασκε; Πῶς ἔκανε θαύματα; Ἡ καταγωγή Του ἀπό φτωχή καί ἄσημη οἰκογένεια τούς ἐμπόδισε νά Τόν πιστέψουν. Ἐκεῖνος ἔμεινε κατάπληκτος ἀπό τήν ἀπιστία τους.

          Τόν εἶχαν ἀπορρίψει ἕνεκα τῆς ἄσημης καταγωγῆς Του.

※  ※  ※

γ΄ Ὁ Πιλᾶτος (Ἰωάννου ιη΄)

           Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ἀντιλήφθηκαν τήν πρόθεση τοῦ Πιλάτου νά ἀθωώσει  τόν Κύριο τοῦ ἔθεσαν τό δίλημμα ἤ νά καταδικάσει τόν Ἰησοῦ Χριστό σέ θάνατο, ὅπως τοῦ ζητοῦσαν ἐπίμονα ἤ θά τόν κατήγγειλαν στόν αὐτοκράτορα καί θά ἔχανε τό ἀξίωμα καί τήν δόξα τῆς ἐξουσίας του.

          Προτίμησε νά καταδικάσει τόν ἀθῶο γιά νά μή χάσει τήν δόξα τοῦ ἀξιώματός του.

※  ※  ※

δ΄ Οἱ Θεσσαλονικεῖς (Πράξεων ιζ΄ 1-9)

          Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισκέφθηκε τήν Θεσσαλονίκη γιά νά κηρύξει τό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

          Μερικοί Ἰουδαῖοι πού διαφωνοῦσαν μέ τό κήρυγμα του ἀναστάτωσαν τήν πόλη καί ἀνάγκασαν τόν ἀπόστολο Παῦλο νά φύγει κατευθυνόμενος πρός τήν Βέροια.

          Ὁ θρησκευτικός φανατισμός τους στάθηκε ἐμπόδιο νά πιστέψουν στόν Χριστό.

※ ※ ※

Οἱ Ἀθηναῖοι (Πράξεων ιζ΄ 33-34)

          Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισκέφθηκε τήν Ἀθήνα τό 51 μ.Χ., ὁδηγήθηκε στόν Ἄρειο Πάγο, ὅπου ἐκήρυξε στούς συγκεντρωμένους Ἀθηναίους στήν Πνύκα τόν «ἄγνωστο Θεό», τήν μετάνοια καί  τήν ἀνάσταση ἐκ τῶν νεκρῶν.

          Οἱ Ἀθηναῖοι πού ἦσαν μορφωμένοι ὑποτίμησαν τόν ἀπόστολο Παῦλο ὡς «σπερμολόγο» καί τό περιεχόμενο τῆς διδαχῆς του τούς φάνηκε ἀλλόκοτο.

          Ἡ  μόρφωση τούς ἐμπόδισε νά πιστέψουν στόν Χριστό.

※ ※ ※

στ΄ Ὁ Ἡρώδης ὁ Ἀγρίππας ὁ Β΄ (Πράξεων κδ΄, κε΄, κστ΄)

          Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μεταγόμενος  ἀπό τίς Ρωμαϊκές Ἀρχές στήν Ρώμη κήρυξε τόν Ἰησοῦ Χριστό ἐνώπιον τοῦ Ρωμαίου Διοικητοῦ τοῦ Φήστου καί τοῦ βασιλιᾶ Ἀγρίππα τοῦ Β΄. Ὁ βασιλιᾶς Ἀγρίππας ὁ Β΄ ἐντυπωσιάσθηκε ἀπό τήν ἀπολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί τοῦ εἶπε «Λίγο ἀκόμη καί θά μέ πείσεις νά γίνω Χριστιανός». Ἀλλά δέν ἔγινε, ἐπειδή ζοῦσε στήν ἀκολασία μέ τήν φαντασμένη Βερενίκη, ἡ ὁποία ἦταν μεγαλύτερη κόρη τοῦ Ἡρώδη τοῦ Ἀγρίππα Α΄ καί ἀδελφή τοῦ Ἀγρίππα τοῦ Β΄καί ζωή της ὑπῆρξε μία συνεχής ἀκολασία καί αἱμομιξία.

          Ἡ ἠθική ἀποχαλίνωση τόν ἐμπόδισε νά πιστέψει στόν Χριστό.

※ ※ ※

          Ἐνῶ λοιπόν ἀναφέρονται αὐτά τά περιστατικά διαπιστώνουμε ὅτι σ’ ὅλες τίς περιπτώσεις δέν δόθηκε ἄλλη εὐκαιρία νά πιστέψουν καί νά σωθοῦν.

          Αὐτή ἡ διαπίστωση ἄς προβληματίσει τόν ἄνθρωπο μήπως ἡ εὐκαιρία πού σοῦ δίνει ὁ Θεός εἶναι ἡ τελευταία. Ἄν τήν ἀπορρίψεις δέν θά ἔχεις ἄλλη εὐκαιρία. 

 

20 Σεπτεμβρίου 2018

ΟΙ ΔΥΟ ΔΟΥΛΕΙΕΣ α΄ ἡ στήν ἁμαρτία καί β΄ ἡ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ

ΟΙ ΔΥΟ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

α΄ ἡ στήν ἁμαρτία καί β΄ ἡ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ἡμερομηνία δημοσίευσης 20 Σεπτεμβρίου 2018

                                                                       

          Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ Ἐκκλησία μέ τήν διακονία Της (θεία λατρεία, ἅγια Μυστήρια, διδαχή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, φιλανθρωπία) ἀποβλέπει στήν ἀνακαίνηση τοῦ ἀνθρώπου, νά τόν ἀπελευθερώσει ἀπό τήν ἁμαρτία σεβόμενο καί πιστεύοντα στόν Ἕνα καί Ζωντανό Θεό, ζῶντα κατά τό ἅγιο θέλημά Του.

          Τήν κατάσταση στήν ὁποία εὑρίσκοντο οἱ ἄνθρωποι πρό Χριστοῦ περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του. Ὁ Χριστιανισμός ὅταν ἔφθασε στήν πρωτεύουσα τῆς ἀπεράντου Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, τήν Ρώμη, στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ (!) τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εὗρε τούς ἀνθρώπους ἔχοντες:

          «Κα καθς οκ δοκμασαν τν Θεν χειν ν πιγνσει, παρδωκεν ατος Θες ες δκιμον νον, ποιεν τ μ καθκοντα, πεπληρωμνους πσ δικίᾳ πορνείᾳ, πονηρίᾳ, πλεονεξίᾳ, κακίᾳ, μεστος φθνου, φνου, ριδος, δλου, κακοηθεας, ψιθυριστς, καταλλους, θεοστυγες, βριστς, περηφνους, λαζνας, φευρετς κακν, γονεσιν πειθες, συντους, συνθτους, στργους, σπνδους, νελεμονας » (Πρός Ρωμαίους α΄ 28-31).

          Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ λοιποί κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου ἐργάζονταν γιά νά ἀπελευθερώσουν τούς ἀνθρώπους πού εὑρίσκονταν σέ αὐτή  τήν ἠθική καί πνευματική κατάσταση πού ἦσαν ὑποδουλωμένοι στά πολυώνυμα κακά καί νά τούς καταστήσουν ἁγίους.

          Γι’ αὐτό γράφοντας στούς ἤδη γενομένους Χριστιανούς ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει:

          «λευθερωθντες δ π τς μαρτας δουλθητε τ δικαιοσν» (Πρός Ρωμαίους στ΄ 18).

            Ἀφοῦ ἐλευθερωθήκατε διά τῆς πίστεως στόν Χριστό καί ἀπαλλαγήκατε ἀπό τήν δουλεία τῆς ποικιλωνύμου ἁμαρτίας καί δεχθήκατε τόν ἀνακαινισμό σας διά τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας σέ νέο ἅγιο κατά Χριστό ἄνθρωπο κατασταθήκατε πλέον δοῦλοι στήν δικαιοσύνη. Δηλαδή ἐλευθερωθήκατε ἀπό κάθε ἁμαρτία, δέν εἶσθε πλέον δοῦλοι σ’ αὐτή, ἀλλά γίνατε ὑπήκοοι στήν δικαιοσύνη, μέ τήν ὁποία νοεῖται κάθε χριστιανική ἀρετή. Διότι ἡ θεία Χάρη σᾶς ἐνισχύει καί σᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά πράττετε ἔργα ἀρετῆς θεάρεστα, ἀντίθετα τῶν ὅσων πράττατε ὅταν ἤσασταν δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας.

          Λέγοντας ὅμως ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι δουλωθήκατε στήν δικαιοσύνη, δηλαδή ὑποταγήκατε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί Δημιουργοῦ σας, δέν ἐννοεῖ ὅτι ὅσοι πίστεψαν στόν Χριστό δουλώθηκαν σέ ὁμοία δουλεία μέ αὐτή τῆς ἁμαρτίας ἀλλάζοντας Δεσπότη. Κάθε ἄλλο. Διότι ἀπό τά δύο εἶδη δουλείας προκύπτουν ἀντίθετα ἀποτελέσματα.

                                                              *****

          Τά ἀποτελέσματα τῆς δουλείας στήν ἁμαρτία εἶναι ἡ πνευματική ἀθλιότητα καί φθορά πού ὁδηγεῖ στόν θάνατο. Τό δέ ἀποτέλεσμα τῆς δουλείας τῆς ὑπακοῆς δηλαδή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή καί ἡ θεία δόξα:

          «Τά γάρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος. Τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωή αἰώνιος» (Πρός Ρωμαίους στ΄ 23).

                                                            *****

          Μερικοί ἀρχάριοι στήν κατά Χριστόν ζωή συνηθισμένοι στήν ἀχαλίνωτη ζωή τῆς προσκαίρου ἁμαρτωλῆς ἀπολαύσεως, λυποῦνται καί στεναχωροῦνται τρομερά, ὅταν θέλουν νά ἐργασθοῦν τήν ἀρετή, ἐπειδή τό φρόνημα τῆς σαρκός, οἱ σαρκικές ἐπιθυμίες πρός ἀπόλαυση, ἀντιτίθεται πρός τήν κατά Χριστό ζωή, ἁγιότητα καί ἀρετή, γι’ αὐτό κάθε χριστιανική ἀρετή τήν χαρακτηρίζουν ὡς δουλεία καί τυραννία. Ἀντίθετα ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα πάσης ἄλλης ἐλευθερίας, διότι μέ τήν ὑπακοή του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ὅπως ὁ Θεός, ἑνώνεται μέ τόν Θεόν καί δοξάζεται μαζί μέ τόν Θεό.

                                                              *****

          Ὡς ἐκλεκτό «Δοῦλο τοῦ Θεοῦ» ὁ προφήτης Ἡσαΐας (νβ΄13 καί ἑξῆς) παρουσιάζει τόν Μεσσία Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.  

          Ὡς τίτλο τιμῆς καί ἀξίωμα τόν χρησιμοποιοῦσαν αὐτοχαρακτηριζόμενοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι «δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ» στίς ἐπιστολές τους.          

          Γι’ αὐτό γιά τόν πιστό ὁ χαρακτηρισμός του ὡς δοῦλος τοῦ Θεοῦ πού χρησιμοποιοῦμε στήν Ἐκκλησία μας εἶναι τίτλος τιμῆς καί ὄχι ἀπαξίας.

           

6 Σεπτεμβρίου 2018

Μικρασιατική Καταστροφή

Μικρασιατική Καταστροφή

 

Τήν Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018, πρό τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ σύμφωνα μέ τήν ὑπ’ ἀριθμόν 2556/5.7.1993 Ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐπιτελοῦμε τήν μνήμη τῶν Ἐθνοϊερομαρτύρων Μητροπολιτῶν Σμύρνης Χρυσοστόμου, Μοσχονησίων Ἀμβροσίου, Κυδωνιῶν Γρηγορίου, Ἰκονίου Προκοπίου καί Ἐπισκόπου Ζήλων Εὐθυμίου καί τῶν λοιπῶν Κληρικῶν καί Λαϊκῶν πού ὑπέστησαν βίαιο καί μαρτυρικό θάνατο κατά τήν Μικρασιατική Καταστροφή (1922), πού κατά τό διανυόμενο ἔτος συμπληρώνονται 96 χρόνια ἀπό τά θλιβερά γεγονότα.

Ἡμέρα διπλῆς σεβάσμιας μνήμης σήμερα γιά τούς πιστούς ἡ σημερινή Κυριακή

A΄. Στήν λατρευτική σύναξή μας τιμᾶμαι κλίνοντες εὐλαβικά τό γόνυ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος στόν κορυφαῖο Ἐθνοϊερομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο πού προεξάρχει τοῦ χοροῦ τῶν λοιπῶν Μικρασιατῶν Μητροπολιτῶν πού μαρτύρησαν κατά τήν Μικρασιατική Καταστροφή τοῦ 1922, ἐπίσης τῶν καταγεγραμμένων καί τῶν μή καταγραφέντων Κληρικῶν καί Λαϊκῶν Πατέρων καί ἀδελφῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πού βιαίως ἐξεμέτρησαν τό ζῆν παντοιοτρόπως μαρτυρησάντων.

  1. Θυμώμαστε καί τιμᾶμε τούς Ἐθνοϊερομάρτυρες Ἱεράρχες:

α) Τόν κορυφαῖο Ἐθνοϊερόμαρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο πού κατακρεουργήθηκε τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου τῆς 27ης Αὐγούστου 1922 (9 Σεπτεμβρίου σήμερα) ἀπό σκληρούς καί ἀνελέητους δημίους. Ἡ βαρβαρότητα τῶν δημίων του συγκλόνησε τό ποίμνιό του, τούς Ἕλληνες, τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. 

Παραδόθηκε ὡς ἐξιλαστήριο θῦμα ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος μας στόν μαινόμενο κατ’ αὐτοῦ Τουρκικό ὄχλο, ἀπό τόν ὁποῖο δεινῶς προπηλακιζόμενος ἀνεσκολοπίσθη βάναυσα καί φρικτά. Θυσιάσθηκε ὡς ἱερεῖο δηλαδή θῦμα ἄμωμο καί ἑκούσιο, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νά δεχθεῖ τήν προσφερθεῖσα σ’ αὐτόν διάσωση μέ τήν φυγή, διότι βάρυνε στήν ἀρχιερατική συνείδηση του ὁ λόγος τοῦ Κυρίου γιά τόν καλό Ποιμένα, ὅτι : «ὁ μισθωτός φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καί οὐ μέλει αὐτῷ περί τῶν προβάτων» (Ἰωάννης ι΄ 12-13).

β) Τόν Κυδωνιῶν Γρηγόριο. Ὁ Ἱεράρχης αὐτός προστάτεψε τό ποίμνιό του ἀπό τούς διωγμούς τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν καί ἔσωσε πολλούς φυλακισμένους καί μελλοθανάτους. Φυγάδευσε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ποιμνίου του σέ ἀσφαλεῖς τόπους ἔξω τῶν Τουρκικῶν συνόρων. Συγκακουχούμενος ὁ ἴδιος μέ τούς ὑπόλοιπους ἐκτοπίσθηκε μαζί τους τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἔτους 1922. Ἐνῶ ἑτοιμάσθηκε ὁ λάκκος πού εἶχαν σκάψει γιά αὐτόν οἱ δημιοί του γιά νά τόν θάψουν ζωντανό ξεψύχησε ἀπό ἐγκεφαλική συμφόρηση, τελειωθείς ἐν Κυρίῳ ὡς νεομάρτυς τήν 3η Ὀκτωβρίου 1922.

γ) Τόν Μοσχονησίων Ἀμβρόσιο. Ὁ Ἱεράρχης αὐτός  μαρτύρησε, ἀφοῦ βασανίσθηκε μέ τό πετάλωμα τῶν ποδιῶν του καί τήν κατατεμάχηση τοῦ σώματός του, μαζί μέ ἄλλους Ἱερεῖς πού συμμαρτύρησαν μαζί του καί ἄλλους πιστούς τῆς Ἐπαρχίας του, «διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί διά τήν μαρτυρίαν τοῦ ἁρνίου ἥν εἶχαν» (Ἀποκαλύψεως στ΄, 9)

δ) Τόν Ἰκονίου Προκόπιο. Στό μέσο τῆς καταδυναστεύσεως τοῦ ποιμνίου του καί τῶν Ποιμένων του ἀπό τίς Ἀρχές τῶν Νεοτούρκων, καί τῶν ἀπεγνωσμένων κραυγῶν τοῦ λαοῦ ὁ Ποιμενάρχης παρέδωκε τό πνεῦμα στό Μέγα Ἀρχιερέα καί Σωτῆρα Χριστό προμαχώντας καί συμπάσχοντας μέ τούς στενάζοντες Ἕλληνες Χριστιανούς τῆς Ἀνατολίας. Μαρτύρησε ὥστε καί οἱ πιστοί τῆς ἐπαρχίας του «σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Β΄ Πρός Τιμόθεον β΄, 10)

καί ε)Τόν Ζήλων Εὐθύμιο. Ὁ Ἱεράρχης ἐνῶ ἦταν φυλακισμένος στήν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου ὡς κατηγορούμενος γιά ἐσχάτη προδοσία τοῦ Τουρκικοῦ Ἔθνους τό Πάσχα τοῦ ἔτους 1921 μετέδιδε στούς κρατούμενους μαζί μέ τόν πασχάλιο χαιρετισμό καί τό μήνυμα τῆς ἐθνικῆς ἀναστάσεως. Ὑφίστατο καθημερινά γιά 41 ἡμέρες πολυώδυνα μαρτύρια ἀπό τά ὁποῖα ὑπέκυψε σέ θάνατο τήν 29η Μαΐου 1921 κατά τό «ἵνα ἀναπαύσονται ἐκ τῶν κόπων (καί τῶν ὀδυνῶν) αὐτῶν καί τά ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν» (Ἀποκαλύψεως ιδ΄, 13).

Τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του ἔψαλλε μόνος του τήν νεκρώσιμη Ἀκολουθία γιά τόν ἑαυτό του ἐνῶ «ἐπηκροῶντο δέ αὐτοῦ οἱ δέσμιοι» (Πράξεων ιστ΄ 25). Καί μετέστη πρός Κύριον ὡς Ἐθνομάρτυρας καί Ἱερομάρτυρας.  

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποτύπωσε μέ τούς λόγους του τήν αὐτοθυσία  τῶν Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας μας: «Μᾶς διώκουν, ὁ Θεός ὅμως δέν μᾶς ἐγκαταλείπει, μᾶς ρίχνουν κάτω, μά δέν χάνουμε τόν ἀγῶνα. Συνεχῶς ὑποφέρουμε σωματικά μετέχοντες ἔτσι στό θάνατο τοῦ Κυρίου γιά νά φανερωθεῖ στό πρόσωπό μας ἡ ζωή τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ. Δηλαδή εἴμαστε ζωντανοί ἀλλά ἐκθέτουμε συνεχῶς τόν ἑαυτό μας στό θάνατο γιά χάρη τοῦ Ἰησοῦ » (Πρός Κορινθίους Β΄, στ΄, 9-11)

* * * * *

  1. Μαζί μέ αὐτούς τούς Ἱεράρχες μαρτύρησαν κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν 1914 - 1922 πού ἐξαπέλυσε τό Κεμαλικό Νεοτουρκικό καθεστώς τῆς Τουρκίας ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν Ἑλλήνων τῆς Τουρκίας καί πολλοί ἄλλοι πάσης τάξεως Κληρικοί.

 

Θυμώμαστε ἐπίσης τά ἄμωμα θύματα τῆς σκληρῆς καί ἀπάνθρωπης  θηριωδίας ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐξοντώθηκαν οἱ Ἕλληνες τῆς Τουρκίας πού κατοικοῦσαν στόν Πόντο, στήν Θράκη στά παράλια τῆς Μαύρης θάλασσας καί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τήν ὀκταετία 1914-1922 καί ἔχουν καταγραφεῖ σέ εἰδικές ἐκδόσεις τά δεδομένα αὐτῆς τῆς Γενοκτονίας.

α΄. Ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στόν Τόμο «Μαύρη Βίβλος»στό «Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, Μαύρη Βίβλος διωγμῶν καί μαρτυριῶν τοῦ ἐν Τουρκία Ἑλληνισμοῦ (1914-1918), ἐν Κωνσταντινουπόλει 1919».

β΄. Ἀπό τόν Μητροπολίτη Φιλαδελφίας κ. Χρυσόστομο Χατζησταύρου (Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος, 1962-1967) περί τῆς Ἐκθέσεως αὐτοῦ πρός τό Οἰκομενικό Πατριαρχεῖο μέ θέμα :  «Οἱ κατά τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ἐκπαιδεύσεως τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τελευταῖοι διωγμοί τῶν Τούρκων» Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ, Καισαριανή 2010).

Θυμώμαστε τούς διωγμούς, τίς ἐξορίες, τούς βασανισμούς, τίς λοιδωρίες, τίς ἁρπαγές τῶν περιουσιῶν, τίς ποικίλες κακώσεις τῶν μαρτυρησάντων Προγόνων μας, ἐπειδή ἦσαν Χριστιανοί καί Ἕλληνες, καί  δέν ἦσαν ἀνεκτοί ἀπό τούς Νεοτούρκους.

Γράφει ὁ γάλλος φιλόλογος, φιλέλληνας καί διανοούμενος Ὀκτάβιος Μερλιέ (1897-1976) γιά τήν καταστροφή τῆς Σμύρνης καί τήν σφαγή τῶν κατοίκων της. 

«...Ἄκουσα τό πιό σπαραχτικό θρῆνο γιά τόν Ἑλληνισμό πού εἶχε δολοφονηθεῖ, γιά τήν προδοσία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, γιά τόν θάνατο ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀνθρώπων πού εἶχαν σκοτωθεῖ, κρεμαστεῖ, πολλοί μάλιστα εἶχαν ἐνταφισθεῖ ζωντανοί, γιά τίς κατεστραμμένες πολιτεῖες, γιά τό σβύσιμο μέσα στό αἷμα πολιτισμοῦ τριῶν χιλιάδων ἐτῶν, γιά τό ἀπέραντο Βυζαντινό Κράτος, πού ὑπῆρξε γιά αἰῶνες πιό εὐρωπαϊκό ἀπό τά κράτη τῆς Εὐρώπης, καί, μονοκοντυλιᾶς, εἶχε ἐξαφανιστεῖ κάθε ἀνάμνησή του ἀπό τό χάρτη τῆς ὑφηλίου... » (Ὀκτάβιος Μερλιέ, Ἡ πρώτη ἐπαφή μου μέ τή Μικρά Ἀσία. Προσωπικές Ἀναμνήσεις. Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικῶν Σπουδῶν. Τόμος πρῶτος, σ. 13, Ἀθήνα 1977)

 

Θυμώμαστε ὅτι ἐνῶ οἱ σεβάσμιοι Πρόγονοί μας διώχθηκαν μέ ἀγριότητα καί βαρβαρότητα ἀπό τίς πατρογονικές πατρίδες τους δέν ἐξαφανίσθηκαν. Ἐφοδιασμένοι μέ τήν πίστη στό Θεό καί στίς ἀρχές καί ἀξίες τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Γένους μας ἐπεβίωσαν δημιουργώντας τίς νέες λαμπρές πατρίδες στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα μέ κόπο, μόχθο καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, διότι χωρίς περιουσία ζεῖ ὁ ἄνθρωπος χωρίς Θεό καί Πατρίδα ὅμως δέν ζεῖ, ὅπως διεκήρυξε ὁ Κύριός μας  Ἰησοῦς Χριστός ὅτι «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάννου ιε΄, 5).

Ὅλοι αὐτοί οἱ σεβάσμιοι μάρτυρες τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος εἶναι ἡ πολύτιμη προσφορά καί ἱερή θυσία τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων στόν Πανάγιο Τριαδικό Θεό. Ἐκεῖνος εὐλόγησε καί ἔδωκε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς πιστούς καί ζύμωσε τόν νοῦ καί τίς καρδιές τους στήν τέλεια ἀγάπη καί ἀλλοίωσε τά φρονήματά τους πρός εὐσέβειαν

* * * * *

Β΄. Ἡ σημερινή Κυριακή προηγουμένη τῆς σεβασμίας ἑορτῆς τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στρέφει τούς πιστούς πρός τήν σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πού ἐμπνέει τό σταυρικό φρόνημα τῶν πιστῶν πού συνοψίζεται μέ τήν φράση τοῦ Κυρίου : «Ὁ φιλῶν τήν ψυχήν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν καί ὁ μισῶν τήν ψυχήν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ εἰς ζωήν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν» δηλαδή αὐτός πού ἀγαπάει τήν ζωή του θά τήν χάσει· αὐτός ὅμως πού δέν θά τήν λογαριάσει ὅσο κρατάει αὐτός ὁ κόσμος, καί θά τήν προσφέρει θυσία θά τήν φυλάξει γιά τήν αἰώνια ζωή (Ἰωάννου ιβ΄ 25). Μέ σαφήνεια ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε ὅτι μέ τόν θάνατο ὁ φιλόζωος θά χάσει τό ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης του, τήν ζωή του. Ἀντίθετα αὐτός πού εἶναι πρόθυμος νά ἀποστραφεῖ τήν ἐπίγεια ζωή του καί τίς ἡδονές της στόν παρόντα κόσμο αὐτός θά κερδίσει τήν αἰώνια ζωή

Αὐτό τό σταυρικό φρόνημα ἐκφράζουν οἱ λόγοι τοῦ Ψαλμιστή πού ἐπικαλεῖται ὁ ἀπόστολος Παῦλος

«ἕνεκα σου θανατούμεθα ὅλην τήν ἡμέραν

ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς »

(Ψαλμοῦ μδ΄ 23· Πρός Ρωμαίους η΄, 36· Πρός Κορινθίους Β΄ δ΄, 11)

 Αὐτό τό πνεῦμα ἐμπνεόμενοι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἀντιμετώπισαν μέ καρτερία τά βασανιστήρια, τίς ἀπειλές, τίς διώξεις καί αὐτόν τόν θάνατο διότι πίστευαν ὅτι ἡ θυσία τους θά τούς χαρίσει αἰώνια δόξα, τιμή καί ζωή.

Μ’ αὐτό τό πνεῦμα καί οἱ Ὅσιοι Πατέρες ἐπεδόθησαν σέ ἀσκητικούς ἀγῶνες καί παλαίσματα οἱ ὁποῖοι «τήν σάρκαν ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Πρός Γαλάτες ε΄, 24).

Αὐτή τήν θυσία περιγράφει συγκεκριμένως ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέ τούς λόγους του

«Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, 6 δι' ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας, ἐν οἷς καὶ ὑμεῖς περιεπατήσατέ ποτε, ὅτε ἐζῆτε ἐν αὐτοῖς· νυνὶ δὲ ἀπόθεσθε καὶ ὑμεῖς τὰ πάντα, ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν·  μὴ ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους, ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ  καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν,  ὅπου οὐκ ἔνι ῞Ελλην καὶ ᾿Ιουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός.  ᾿Ενδύσασθε οὖν, ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πρᾳότητα, μακροθυμίαν, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων καὶ χαριζόμενοι ἑαυτοῖς ἐάν τις πρός τινα ἔχῃ μομφήν· καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἐχαρίσατο ὑμῖν, οὕτω καὶ ὑμεῖς· ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος. καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ βραβευέτω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθητε ἐν ἑνὶ σώματι· καὶ εὐχάριστοι γίνεσθε· ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως, ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἐν χάριτι ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ. καὶ πᾶν ὅ,τι ἂν ποιῆτε ἐν λόγῳ ἢ ἐν ἔργῳ, πάντα ἐν ὀνόματι Κυρίου ᾿Ιησοῦ, εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ δι' αὐτοῦ»

Δηλαδή: «Ἀπονεκρώστε, λοιπόν, ὅ,τι σᾶς συνδέει μέ τό ἁμαρτωλό παρελθόν: Τήν πορνεία, τήν ἠθική ἀκαθαρσία, τό πάθος, τήν κακή ἐπιθυμία καί τήν πλεονεξία, πού εἶναι εἰδωλολατρία. «Γιά ὅλα αὐτά θά πέσει ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ πάνω σ’ ἐκείνους πού δέ θέλουν νά πιστέψουν. Σ’ αὐτούς ἀνήκατε ἄλλοτε κι ἐσεῖς, ὅταν αὐτά τά πάθη δυνάστευαν τή ζωή σας. Τώρα ὅμως πετάξτε τά ὅλα αὐτά ἀπό πάνω σας: Τήν ὀργή, τό θυμό, τήν πονηρία, τήν κακολογία καί τήν αἰσχρολογία. Μή λέτε ψέματα ὁ ἕνας στόν ἄλλο, ἀφοῦ βγάλατε ἀπό πάνω σας τόν παλιό ἁμαρτωλό ἑαυτό σας μέ τίς συνήθειές του, καί ντυθήκατε τόν καινούργιο ἄνθρωπο, πού ἀνανεώνεται συνεχῶς σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα τοῦ δημιουργοῦ του, ὥστε μέ τή νέα ζωή του νά φτάσει στήν τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτή τή νέα κατάσταση δέν ὑπάρχουν πιά ἐθνικοί καί Ἰουδαῖοι, περιτμημένοι κι ἀπερίτμητοι, βάρβαροι, Σκύθες, δοῦλοι, ἐλεύθεροι· τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅλα καί ὁ Χριστός εἶναι σέ ὅλα»

                                                      * * * * *

          Γ΄. Ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι αὐτῶν τῶν ἀξιοσέβαστων μαρτύρων τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος μας ἀντλοῦμε δύναμη ἀπό τήν πίστη μας στόν ἀληθινό καί ζωντανό Θεό. Πορευόμαστε σ’ αὐτό τόν κόσμο χωρίς νά εἴμαστε ἐκ τοῦ κόσμου τούτου (Ἰωάννου ιε΄, 19) δηλαδή  χωρίς νά μολυνόμαστε ἀπό τήν ἁμαρτία. Θυμώμαστε ὅτι ὁ Θεός δέν μᾶς ἐγκαταλείπει παρά τούς διωγμούς, τίς ταπεινώσεις, τίς στερήσεις, τίς ἐξορίες, τήν ἀπώλεια τῶν περιουσιῶν μας ἀπό τούς ἐχθρούς μας. Ἀντλοῦμε δύναμη ἀπό τήν διαβεβαίωση τοῦ Θεοῦ «οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ' οὐ μή σε ἐγκαταλίπω» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 5-6· Δευτερονομίου λα΄, 6 ) γιά νά μείνουμε σταθεροί στήν πίστη μας

Σ’ ὅλες αὐτές τίς δοκιμασίες δείχνουμε ὑπομονή καί ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί Κύριο τῆς ζωῆς μας καί τοῦ κόσμου. Στά ποικίλα μαρτύριά μας Ἐκεῖνος μᾶς παρηγορεῖ «ὥστε θαρροῦντας ἡμᾶς λέγειν· Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι· τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος; ((Πρός Ἑβραίους ιγ΄, 6· Δευτερονομίου λα΄, 6 ))

Προσευχόμαστε ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τῆς ἱστορίας νά σκεπάζει τήν εὐλογημένη Πατρίδα μας τούς πιστούς Ἄρχοντες μας καί τόν θεοφιλῆ Πιστό Λαό, ψάλλοντες

«Ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν

ὁ ποιῶν ἀεί μεθ’ ἡμῶν κατά τήν σήν ἐπιείκειαν

μή ἀποστήσῃς τό ἔλεός σου ἀφ’ ἡμῶν,

ἀλλά ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις

ἐν εἰρήνῃ κυβέρνησον τήν ζωήν ἡμῶν».

Μετά πατρικῶν εὐχῶν.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ὁ Καισαριανῆς, Βύρωνος & Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

28 Ἰουλίου 2018

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ

ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

                                 Δημοσιεύθηκε 28 Ἰουλίου 2018

 

          Στήν τελευταία ὁμιλία πρός τούς μαθητές Του ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός ἔδωσε τίς τελευταῖες ἐντολές Του.

1) Νά μή ταράζεσθε ἀπό τήν ἐπίθεση

τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου

          Ὁ Κύριος ἐνισχύει κάθε ἀγωνιζόμενο πιστό γιά νά μή ταράζεται ἀπό τίς ἐπιθέσεις τῆς ἁμαρτίας, ὅπως στήριξε στοργικά τούς μαθητές Του γιά νά μήν ταραχθοῦν καί φοβηθοῦν ἀπ’ ὅσο θά συνέβαιναν κατά τό πάθος Του (Ἰωάννου ιδ΄ 1, 27).

           Ἀπόδειξη ἀποτελοῦν οἱ λόγοι Του στόν ἀπόστολο Πέτρο πού ἐπιβεβαίωσε ὅτι προσευχήθηκε γι’ αὐτόν νά μή χαθεῖ ἡ πίστη του τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ (Λουκᾶ κβ΄ 31-32).

2) Σᾶς δίνω τήν εἰρήνη μου.

          Ἀποχαιρετώντας ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός τούς μαθητές Του στόν μυστικό δεῖπνο τούς ἔδωσε τήν εἰρήνη Του  (Ἰωάννου ιδ΄ 27). Τό ἴδιο ἔπραξε καί μετά τήν ἀνάστασή Του.

          Ἡ εἰρήνη εἶναι ἡ δωρεά σ’ ὅλους τούς πιστούς τοῦ Κυρίου μας μετά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας.  

3) Ἐμπιστευθῆτε τόν Θεό καί Μένα.

          Ὁ Κύριος μας ζητεῖ ἀπό τούς μαθητές Του νά ἔχουν ἐμπιστοσύνη στό Θεό Πατέρα, στήν ἀγάπη Του, στήν ἀγαθότητα Του, στήν παντοδυναμία Του, στήν πρόνοια γιά τά δημιουργήματά Του, νά ἔχουν ἐμπιστοσύνη καί στόν Ἴδιο μέ τούς λόγους Του “Πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε ” (Ἰωάννου ιδ΄ 1).

          Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό εἶναι ἡ ἄγκυρα πού συγκρατεῖ τήν ψυχή νά μήν ναυαγήσει στό πέλαγος τῶν ἀμφιβολιῶν, τῶν συγχύσεων καί τῶν ἀβεβαιωτήτων.

4) Μείνετε ἑνωμένοι μαζί Μου γιά νά εἶμαι ἑνωμένος μαζί σας.

          Πολλά καί πολλοί ἐπιδιώκουν νά μᾶς χωρίσουν καί νά μᾶς ἀποξενώσουν ἀπό τόν ποθητό καί ἐρασμιώτατο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ψυχῆς μας τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό.

          Ἐκεῖνος μᾶς καλεῖ “Μείνατε ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν ” (Ἰωάννου ιε΄ 6), νά μή παρασυρθοῦμε, καί ἀπομακρυνθοῦμε ἀπ’ Αὐτόν νά μήν Τόν ἐγκαταλείψουμε ποτέ καί γιά καμμία αἰτία.

5) Νά ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.

          Ἐπανειλημμένως ὁ Κύριος  ἔδωσε στούς μαθητές Του τήν νέα ἐντολή νά ἔχουν οἱ μαθητές Του μεταξύ τους ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη θά τούς ἑνώσει μεταξύ τους καί μέ τόν Ἴδιο. Προβάλλεται ὁ Ἴδιος ὡς πρότυπο ἀγάπης “καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς ” (Ἰωάννου ιγ΄ 34). Μᾶς ἀγάπησε μέ τήν ὕψιστη ἀγάπη θυσιαζόμενος γιά μᾶς.

          Ἡ ἀγάπη φανερώνεται ἀπό τίς θυσίες πού κάνουμε γι’ αὐτούς πού ἀγαπᾶμε.

6) Νά τηρήσετε τίς ἐντολές Μου.

          Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καθορίζει καί ἀποδεικνύει ἄν ἀγαπᾶμε τόν Θεό κατά τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό

          Γιά νά τηρήσουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ πολλές φορές στή ζωή μας χρειάζεται νά παλαίψουμε, νά πονέσουμε, γιά νά μή συντριβοῦμε ἀπό τήν δύναμη μέ τήν ὁποία μᾶς πολεμεῖ καί μᾶς ἐμποδίζει ἡ ἁμαρτία.

7) Θά ζήσετε.

          Μέσα στήν ζοφερότητα τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου ὁ Κύριος μας πού εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί ἡ πηγή τῆς ἀθανασίας  δήλωσε  “ Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή ” (Ἰωάννου ια΄ 25) καί  ὑπόσχεται στούς μαθητές Του “ὑμεῖς  ζήσεσθε”.

8) Νά εἶσθε ταπεινοί καί νά διακονῆτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

          Ἡ διακονία στούς ἀδελφούς εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς ταπεινώσεως μας  Τό μεγαλεῖο τοῦ μαθητοῦ εἶναι ἡ διακονία τῶν ἀδελφῶν του, ὅπως ὑποδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό ὅταν ἔνιψε τά πόδια τῶν μαθητῶν Του (Ἰωάννου ιγ΄ 14-15 καί Ματθαίου κ΄ 26-27).

9) Νά συγχωρεῖτε ὅσους σᾶς ἀδικοῦν.

Ὁ Κύριος μας πού ἐδίδαξε, ὅτι ὀφείλουμε νά συγχωροῦμε τούς ἐχθρούς μας καί ἐπισφράγησε στήν πράξη τήν ἀρετή τῆς συγγνώμης καί ἀνοχῆς μας πρός τούς ἄλλους συγχωρώντας τούς σταυρωτές Του (Ματθαίου στ΄ 14-15)

Ὁ Κύριος σέ ἐρώτηση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου γιά τό πόσο ἀνεκτικοί ὀφείλουμε νά εἴμαστε πρός τούς ἀδελφούς πού μᾶς βλάπτουν, μᾶς ἐπιτίθενται, μᾶς ἀδικοῦν, μᾶς ζημιώνουν μέ κάθε τρόπο ἀπάντησε ὅτι ἀπεριορίστως ὀφείλουμε νά συγχωροῦμε καί νά ἀνεχόμαστε τούς ἀδελφούς μας (Ματθαίου ιη΄ 22).

                                        

24 Ἰουλίου 2018

Ὁμολογώντας τόν Ἰησοῦ Χριστό Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ὁμολογώντας τόν Ἰησοῦ Χριστό

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Ἡ ὁμολογία πίστεως εἶναι μία οὐσιαστική πράξη τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ὁποία ἐκφράζει, δηλώνει δημόσια τήν πίστη Του στόν ἀληθινό καί ζωντανό Θεό, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, στήν διδασκαλία Του καί τό ἔργο Του κατά τήν προτροπή τοῦ Κυρίου πρός τούς Μαθητές Του «πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε» (Ἰωάννου ιδ΄ 1).

  1.  Οἱ ὁμολογίες πίστεως τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Ματθαίου ιστ΄ 16 καί Ἰωάννου στ΄ 68) καί τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ (Ἰωάννου θ΄  15 καί Ἰωάννου θ΄ 30-33) δείχνουν ὅτι ἡ πίστη αὐτή γεννιέται ἀπό τήν ζωντανή ἐπαφή μέ τόν Ἰησοῦ ἀπό τήν Ναζαρέτ, ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Λόγο τῆς ζωῆς.

Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης ἀναφέρεται σ’ αὐτή τήν κοινωνία

            «Σᾶς γράφουμε γιά τό ζωοποιό Λόγο πού ὑπῆρχε ἐξαρχῆς. Τόν ἀκούσαμε καί τόν εἴδαμε μέ τά ἴδια μας τά μάτια. Μάλιστα τόν εἴδαμε ἀπό κοντά, καί τά χέρια μας τόν ψηλάφισαν. Ὅταν ἡ ζωή φανερώθηκε, τήν εἴδαμε μέ τά μάτια μας. Καταθέτουμε, λοιπόν, τή μαρτυρία μας καί σᾶς μιλᾶμε γιά τήν αἰώνια ζωή πού ἦταν μέ τόν Πατέρα, φανερώθηκε ὅμως σ’ ἐμᾶς. Αὐτό πού εἴδαμε κι ἀκούσαμε τό ἀναγγέλλουμε καί σ’ ἐσᾶς, γιά νά συμμετάσχετε κι ἐσεῖς μ’ ἐμᾶς, στήν ἴδια κοινωνία, πού εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Πατέρα καί μέ τόν Υἱό τοῦ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Κι αὐτά σας τά γράφουμε γιά νά εἶναι ὁλοκληρωμένη ἡ χαρά σας» (Α΄ Ἰωάννου α΄ 1-4)

Ὁμοίως καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος δηλώνει, ὅτι ἡ μαρτυρία του γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό βασίζεται στήν ἐμπειρία πού ἔζησε μαζί μέ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ (Β΄ Πέτρου α΄ 15-18).

  1.  Μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ Ἰησοῦς ὡς πρωταγωνιστής τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ἀποτελεῖ μέ τόν θάνατο καί τήν ἀνάστασή Του τό ἀντικείμενο τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως.

Δέν ἀρκεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νά γίνει ἀποδεκτός καί νά κατοικεῖ μέσα μας (Α΄ Ἰωάννου β΄ 14) πρέπει νά ὁμολογηθεῖ. Ἡ πίστη δέν εἶναι ὑπόθεση πού παραμένει «ἐν κρυπτῷ». Ἀντίθετα ὁ πιστός ὀφείλει νά δηλώνει φανερά ὅτι πιστεύει. Ἐμπνεόμενοι ἀπ’ αὐτό τό ἦθος οἱ μάρτυρες τῆς πίστεως «ἐν παντί καιρῷ» διεκήρυτταν μέ παρρησία, χωρίς νά φοβοῦνται, χωρίς νά ὑπολογίζουν τίς συνέπειες, ἀκόμη καί ἄν θά στεροῦνταν τήν ζωή τους, τήν πίστη τους στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Καμμιά φορά ἡ ἁπλῆ συναίνεση χαρακτηρίζεται ὡς ὁμολογία σέ ἀντίθεση μέ τήν ἄρνηση ἐκείνου πού δέν πιστεύει στήν ἀποστολή τοῦ Ἰησοῦ  (Α΄ Ἰωάννου β΄ 22).

Ἡ δημόσια διακήρυξη τῆς πίστεως εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν σωτηρία

«Ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον ᾿Ιησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ· καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν» (Πρός Ρωμαίους ι΄ 9-10)

Δηλαδή : «Ἄν μολογήσεις μέ τό στόμα σου πώς ησος εναι Κύριος καί πιστέψεις μέ τήν καρδιά σου πώς Θεός τόν νάστησε πό τούς νεκρούς, θά βρες τή σωτηρία. Πραγματικά, ποιος πιστεύει μέ τήν καρδιά το δηγεται στή δικαίωση, κι ποιος μολογε μέ τό στόμα δηγεται στή σωτηρία»

  1.  Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο ὕμνος πού προσφέρεται ὡς θυσία στό Θεό

«Δι' αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ' ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄ 15)

Δηλαδή : «Ἄς προσφέρουμε, λοιπόν, συνεχῶς στό Θεό διά τοῦ Ἰησοῦ σάν θυσία τόν ὕμνο μας, δηλαδή τόν καρπό τῶν χειλιῶν μας πού ὁμολογοῦν τό μεγαλεῖο του»

  1.  Πρότυπό της ἔχει τήν ὁμολογία πού ἔδωσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς μέ τήν ἐνανθρώπησή Του πού ἦλθε νά μαρτυρήσει γιά τήν ἀλήθεια (Ἰωάννου ιη΄ 37)
  1.  Ἡ ὁμολογία προηγεῖται τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος καί δίδεται ἐπίσημα καί πανηγυρικά. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν προσέλευση στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας κρίνεται ἡ κοινή ὁμολογία ὁλόκληρης τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας. Ὁρισμένες περιστάσεις τήν ἀπαιτοῦν ἰδιαίτερα, ὅπως αὐτές ὅπου ἡ παράλειψη της θά ἰσοδυναμοῦσε μέ ἄρνηση (Ἰωάννου θ΄ 22).
  1.  Παρ’ ὅλο τόν διωγμό πρέπει ὁ πιστός νά ὁμολογεῖ τήν πίστη του μπροστά στά δικαστήρια ὅπως ὁ ἀπόστολος Πέτρος (Πράξεων δ΄ 20) ἀκόμη καί ἄν πρόκειται νά ὑποστεῖ μαρτύριο, ὅπως ὁ Ἀρχιδιάκονος Στέφανος (Πράξεων ζ΄ 56)

Διαφορετικά θά τόν ἀρνηθεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός μπροστά στόν Πατέρα Του (Ματθαίου ι΄ 32 καί Μάρκου η΄ 38) ἄν ἔχει προτιμήσει τήν ἀνθρώπινη δόξα καί ὄχι ἐκείνη πού ἔρχεται ἀπό τόν Θεό (Ἰωάννου ιβ΄ 42)

Οἱ ἐκλεκτοί θά συνεχίσουν νά ὁμολογοῦν στόν οὐρανό τόν Θεό  (Ἀποκαλύψεως ιε΄ 3-4) καί τόν Κυριό μας Ἰησοῦ Χριστό (Ἀποκαλύψεως ε΄ 9-10)

21 Ἰουλίου 2018

Ὁμολογώντας τόν Ἰησοῦ Χριστό

Ὁμολογώντας τόν Ἰησοῦ Χριστό

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

Δημοσιεύθηκε 21 Ἰουλίου 2018

Ἡ ὁμολογία πίστεως εἶναι μία οὐσιαστική πράξη τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ὁποία ἐκφράζει, δηλώνει δημόσια τήν πίστη Του στόν ἀληθινό καί ζωντανό Θεό, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, στήν διδασκαλία Του καί τό ἔργο Του κατά τήν προτροπή τοῦ Κυρίου πρός τούς Μαθητές Του «πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε» (Ἰωάννου ιδ΄ 1).

  1. Οἱ ὁμολογίες πίστεως τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Ματθαίου ιστ΄ 16 καί Ἰωάννου στ΄ 68) καί τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ (Ἰωάννου θ΄  15 καί Ἰωάννου θ΄ 30-33) δείχνουν ὅτι ἡ πίστη αὐτή γεννιέται ἀπό τήν ζωντανή ἐπαφή μέ τόν Ἰησοῦ ἀπό τήν Ναζαρέτ, ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Λόγο τῆς ζωῆς.

Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης ἀναφέρεται σ’ αὐτή τήν κοινωνία

            «Σᾶς γράφουμε γιά τό ζωοποιό Λόγο πού ὑπῆρχε ἐξαρχῆς. Τόν ἀκούσαμε καί τόν εἴδαμε μέ τά ἴδια μας τά μάτια. Μάλιστα τόν εἴδαμε ἀπό κοντά, καί τά χέρια μας τόν ψηλάφισαν. Ὅταν ἡ ζωή φανερώθηκε, τήν εἴδαμε μέ τά μάτια μας. Καταθέτουμε, λοιπόν, τή μαρτυρία μας καί σᾶς μιλᾶμε γιά τήν αἰώνια ζωή πού ἦταν μέ τόν Πατέρα, φανερώθηκε ὅμως σ’ ἐμᾶς. Αὐτό πού εἴδαμε κι ἀκούσαμε τό ἀναγγέλλουμε καί σ’ ἐσᾶς, γιά νά συμμετάσχετε κι ἐσεῖς μ’ ἐμᾶς, στήν ἴδια κοινωνία, πού εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Πατέρα καί μέ τόν Υἱό τοῦ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Κι αὐτά σας τά γράφουμε γιά νά εἶναι ὁλοκληρωμένη ἡ χαρά σας» (Α΄ Ἰωάννου α΄ 1-4)

Ὁμοίως καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος δηλώνει, ὅτι ἡ μαρτυρία του γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό βασίζεται στήν ἐμπειρία πού ἔζησε μαζί μέ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ (Β΄ Πέτρου α΄ 15-18).

  1. Μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ Ἰησοῦς ὡς πρωταγωνιστής τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ἀποτελεῖ μέ τόν θάνατο καί τήν ἀνάστασή Του τό ἀντικείμενο τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως.

Δέν ἀρκεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νά γίνει ἀποδεκτός καί νά κατοικεῖ μέσα μας (Α΄ Ἰωάννου β΄ 14) πρέπει νά ὁμολογηθεῖ. Ἡ πίστη δέν εἶναι ὑπόθεση πού παραμένει «ἐν κρυπτῷ». Ἀντίθετα ὁ πιστός ὀφείλει νά δηλώνει φανερά ὅτι πιστεύει. Ἐμπνεόμενοι ἀπ’ αὐτό τό ἦθος οἱ μάρτυρες τῆς πίστεως «ἐν παντί καιρῷ» διεκήρυτταν μέ παρρησία, χωρίς νά φοβοῦνται, χωρίς νά ὑπολογίζουν τίς συνέπειες, ἀκόμη καί ἄν θά στεροῦνταν τήν ζωή τους, τήν πίστη τους στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Καμμιά φορά ἡ ἁπλῆ συναίνεση χαρακτηρίζεται ὡς ὁμολογία σέ ἀντίθεση μέ τήν ἄρνηση ἐκείνου πού δέν πιστεύει στήν ἀποστολή τοῦ Ἰησοῦ  (Α΄ Ἰωάννου β΄ 22).

Ἡ δημόσια διακήρυξη τῆς πίστεως εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν σωτηρία

«Ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον ᾿Ιησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ· καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν» (Πρός Ρωμαίους ι΄ 9-10)

Δηλαδή : «Ἄν μολογήσεις μέ τό στόμα σου πώς ησος εναι Κύριος καί πιστέψεις μέ τήν καρδιά σου πώς Θεός τόν νάστησε πό τούς νεκρούς, θά βρες τή σωτηρία. Πραγματικά, ποιος πιστεύει μέ τήν καρδιά το δηγεται στή δικαίωση, κι ποιος μολογε μέ τό στόμα δηγεται στή σωτηρία»

  1. Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο ὕμνος πού προσφέρεται ὡς θυσία στό Θεό

«Δι' αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ' ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄ 15)

Δηλαδή : «Ἄς προσφέρουμε, λοιπόν, συνεχῶς στό Θεό διά τοῦ Ἰησοῦ σάν θυσία τόν ὕμνο μας, δηλαδή τόν καρπό τῶν χειλιῶν μας πού ὁμολογοῦν τό μεγαλεῖο του»

  1. Πρότυπό της ἔχει τήν ὁμολογία πού ἔδωσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς μέ τήν ἐνανθρώπησή Του πού ἦλθε νά μαρτυρήσει γιά τήν ἀλήθεια (Ἰωάννου ιη΄ 37)
  1. Ἡ ὁμολογία προηγεῖται τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος καί δίδεται ἐπίσημα καί πανηγυρικά. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν προσέλευση στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας κρίνεται ἡ κοινή ὁμολογία ὁλόκληρης τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας. Ὁρισμένες περιστάσεις τήν ἀπαιτοῦν ἰδιαίτερα, ὅπως αὐτές ὅπου ἡ παράλειψη της θά ἰσοδυναμοῦσε μέ ἄρνηση (Ἰωάννου θ΄ 22).
  1. Παρ’ ὅλο τόν διωγμό πρέπει ὁ πιστός νά ὁμολογεῖ τήν πίστη του μπροστά στά δικαστήρια ὅπως ὁ ἀπόστολος Πέτρος (Πράξεων δ΄ 20) ἀκόμη καί ἄν πρόκειται νά ὑποστεῖ μαρτύριο, ὅπως ὁ Ἀρχιδιάκονος Στέφανος (Πράξεων ζ΄ 56)

Διαφορετικά θά τόν ἀρνηθεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός μπροστά στόν Πατέρα Του (Ματθαίου ι΄ 32 καί Μάρκου η΄ 38) ἄν ἔχει προτιμήσει τήν ἀνθρώπινη δόξα καί ὄχι ἐκείνη πού ἔρχεται ἀπό τόν Θεό (Ἰωάννου ιβ΄ 42)

Οἱ ἐκλεκτοί θά συνεχίσουν νά ὁμολογοῦν στόν οὐρανό τόν Θεό  (Ἀποκαλύψεως ιε΄ 3-4) καί τόν Κυριό μας Ἰησοῦ Χριστό (Ἀποκαλύψεως ε΄ 9-10)

16 Ἰουλίου 2018

Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιήλ

      Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ὁρίσει τήν Κυριακή μετά τήν 13η Ἰουλίου νά ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῶν 630 περίπου Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού συγκλήθηκε τό 451μ.Χ. στήν Χαλκηδόνα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, στήν ἀρχαία παραθαλάσσια πόλη τῆς Βιθυνίας στήν Ἀσιατική πλευρά τῆς Κωνσταντινούπολης. ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἐπιλέχθηκε ἡ μνήμη τῆς Δ΄ Οἰκομενικῆς Συνόδου νά τελεῖται τήν Κυριακή αὐτή προέκυψε ἀπό ἔνα θαυμαστό γεγονός πού συνέβη, ὅταν οἱ δύο παρατάξεις Ὀρθοδόξων καί Αἱρετικῶν διεφώνησαν στό ἐρώτημα τί ἦταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, Θεός ἤ ἄνθρωπος τότε ἀποφάσισαν νά γράψουν τόσο οἱ Ὀρθόδοξοι ὅσο καί οἱ Αἱρετικοί τίς θεολογικές τους ἀπόψεις σέ δύο Τόμους διαφορετικούς. Στήν συνέχεια ἄνοιξαν τήν λάρνακα τοῦ σκηνώματος τῆς Ἁγίας Εὐφημίας καί τοποθέτησαν τούς δύο Τόμους μέσα. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα μετά τήν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας ἄνοιξαν τήν λάρνακα καί εἶδαν τόν Τόμο τῶν Ὀρθοδόξων νά τόν κρατᾶ στά χέρια της ἡ Ἁγία καί τόν Τόμο τῶν Αἱρετικῶν νά τόν καταπατᾶ μέ τά πόδια της. Παραθέτουμε στήν συνέχεια λίγα ἱστορικά καί θεολογικά στοιχεῖα γιά τήν σύγκληση, τίς ἐργασίες καί τήν θεολογία τῆς Συνόδου. 

    Ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνεκλήθη ἀπὸ τούς αὐτοκράτορες Μαρκιανό καὶ Πουλχερίας στήν Χαλκηδόνι τὸ ἔτος 451μ.Χ. ἐναντίον τοῦ αἱρεσιάρχη Εὐτυχοῦς, ἀποτελεσθεῖσα ἀπό 630 περίπου Πατέρων. Οἱ ἐργασίες αὐτῆς ἄρχισαν τήν 8 Ὀκτωβρίου καὶ ἔληξαν τῆ 1 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 451μ.Χ. Τὸ κύριον ἔργο αὐτῆς ἦταν ἡ καταδίκη τῆς ἀντιθέτου πρὸς τὸν Νεστοριανισμό αἱρέσεως τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ ἀπό τὸν αἱρεσιάρχη Εὐτυχῆ. Ἡ Σύνοδος κατεδίκασε τόν Μονοφυσιτισµό καὶ τὸν Νεστοριανισμὸ καί συνέταξε τὸν περίφημο δογματικὸ ὅρο τῆς Χαλκηδόνος, μέ τόν
ὁποῖο διετύπωσε ὀρθοδόξως τὸ χριστολογικὸ δόγμα, δεχόμενη δύο φύσεις ἡνωμένες «ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως ἐν τῷ ἑνί προσώπῳ ἢ τῇ μιᾷ ὑποστάσει τοῦ Θεοῦ Λόγου». Ἐπί πλέον ἀνύψωσε τὴν ᾽Εκκλησία Ἱεροσολύμων σέ Πατριαρχεῖο πέμπτο στήν τάξη, ἀπένειμε στὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς καί προνόμια πρὸς τὰ τοῦ Ρώμης καὶ ἐξέδωσε 30 ἱεροὺς κανόνας. ᾿Αλλὰ οἱ Μονοφυσῖτες, ἐπειδή δέν δέχθηκαν τὸ «δόγμα τῆς Χαλκηδόνος» ἀπεσχίσθηκαν ἀργότερα ἀπὸ τοῦ σώματος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί συνγκρότησαν τίς Ἀντιχαλκηδονείους ’Εκκλησίες, Ἀρμενικὴ Κοπτικὴ καὶ τὴν ἀπ’ αὐτή προελθοῦσα Αἰθιοπική, καὶ τὴν Συροϊακωβιτικὴ καὶ τὴν ἀπ’ αὐτή προελθοῦσα Μαλαμπαρικὴ στήν νότιο Ἰνδίᾳ.

     Πιό εἰδικά ὁ  Μονοφυσιτισµός εἶναι ἡ κατὰ τὸν Ε’ αἰῶνα ἐμφανισθεῖσα καί συνταράξασα τὴν Ἐκκλησία μεγάλη χριστολογικὴ αἵρεση, πού δεχόταν «μία φύσιν ἐν τῷ Χριστῷ μετὰ τὴν ἕνωσιν», δηλαδή τὴν θείαν, «ἐξ ἀναμίξεως καί συγκράσεως τῶν ἑνωθεισῶν δύο φύσεων», θείας καὶ ἀνθρωπίνης, πού προερχόταν καὶ ὁδηγοῦσε στὸν σχηματισμὸ τῶν ἀρχαίων Μονοφυσιτικῶν Ἐκκλησιῶν, λείψανα τῶν ὁποίων εἶναι οἱ σύγχρονες ᾿Αντιχαλκηδόνειοι ’Εκκλησίες.

    Ἀρχηγός τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ ἔγινε ὁ ἀρχιμανδρίτης Εὐτυχὴς, πού κατεδικάσθηκε ἀρχικά ἀπὸ τήν ἐνδημούσα στήν Κωνσταντινούπολη ὑπὸ τὸν πατριάρχη Φλαβιανὸ Σύνοδο τό ἔτος 448μ.Χ. ᾿Αλλὰ τὸ ἑπόμενο ἔτος ἀπό τήν Ληστρική στήν Ἔφεσο ὑπὸ τὸν Διόσκορο Σύνοδο ἀθωώθηκε ὁ Εὐτυχὴς καὶ ἔγινε δεκτὴ ἡ μονοφυσιτικὴ διδασκαλία αὐτοῦ, κατεκρίθηκε ἀπό τήν ἄλλη ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῶν «δύο ἐν Χριστῷ φύσεων ἐνωθεισῶν ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως ἐν τῷ ἑνὶ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ Λόγου». Κατὰ αὐτῆς ὅμως πλανημένης ἀποφάσεως τῆς Ληστρικῆς Συνόδου ἐναντιώθηκε ἡ καθολικὴ ἀντίδραση Κλήρου καὶ λαοῦ, πού εἶχε ὡς συνέπεια νά συνέλθει στήν Χαλκηδόνα τὸ ἔτος 451 ἡ Δ' Οίκουμενικὴ Σύνοδος, πού κατεδίκασε ὁριστικά τὸν Μονοφυσιτισμὸ ὡς αἵρεση καὶ ὅλους τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ, πού δέχονταν «δύο μὲν φύσεις πρὸ τῆς ἑνώσεως, μίαν δὲ μόνην μετὰ τὴν ἕνωσιν, τὴν θείαν φύσιν, ἐκ μίξεως καί συγχύσεως ἀμφοτέρων προελθοῦσαν». Ἡ Σύνοδος δογμάτισε τὴν ὀρθόδοξη πίστη σέ ἕνα  Χριστό, «ἐν δύο φύσεσιν, ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως» (κατὰ τῶν Μονοφυσιτῶν), καὶ «ἀδιαιρέτως καὶ ἀχωρίστως» (κατὰ τῶν Νεστοριανῶν).

Ἡ διαφορά τῶν φύσεων δέν ἀναιροῦνταν μέ τήν ἕνωση καί διασωζόταν δέν ἡ ἰδιότητα καθεμιᾶς φύσεως καὶ «εἰς ἓν πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασι»

     ᾿Αλλὰ παρὰ τὴν καταδίκη του ὁ Μονοφυσιτισμὸς ἄρχισε  νά διαδίδεται καί νά ἐπικρατεῖ ἰδίως στίς παραμεθόριες χῶρες τῆς Αὐτοκρατορίας καί εἰδικότερα στήν Αἴγυπτο, Συρία, Παλαιστίνη καὶ ᾽Αρμενία. Τά χρησιμοποιούμενα μέσα ἀπό τούς Βυζαντινούς αὐτοκράτορες γιά νά πείσουν τούς πιστούς, νά διαπραγματευτοῦν μαζί τους καθώς καί νά τούς ἀναγκάσουν σέ παραχωρήσεις καί καταπιέσεις δέν ἀπέφεραν ἀποτελέσματα στό νά περιορίσουν τήν ἐξάπλωσή του. Πρό τόν σκοπό αὐτό συνδιαλλακτικὸ ρόλο ἐπεδίωκε ἡ ἔκδοση τῆς «Ἐγκυκλίου» τοῦ Βασιλίσκου (476), τοῦ «Ἑνωτικοῦ» τοῦ Ζήνωνος (482) ἢ τῶν Διαταγμάτων τοῦ Ἰουστινιανοῦ γιά τήν  ἐπιβολὴ τῆς θεοπασχητικῆς φράσεως «τὸν ἕνα τῆς Τριάδος πεπονθέναι σαρκὶ » (533), γιά τήν ἐπιβολὴ τοῦ ᾿Αφθαρτοδοκητισμοῦ (546) καὶ γιά τήν καταδίκη τῶν «τριῶν κεφαλαίων» (544), γιά τήν ὁποία συγκροτήθηκε καὶ ἡ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, χωρίς νά ἐπιτύχει τὴν ἐπανένωση τῶν Μονοφυσιτῶν. Χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι οἱ Μονοφυσῖτες διεσπάσθηκαν σέ πολλές μερίδες, ὡς τῶν Εὐτυχιανῶν, Σεβηριανῶν, Ἰουλιανιστῶν, ’Αφθαρτοδοκητῶν, ᾿Ακεφάλων, Φαντασιαστῶν, Θεοπασχητῶν, ’Αγνοητῶν, ᾽Ακτιστιτῶν, Κλιστολατρῶν, Φθαρτολατρῶν, Διακρινομένων, ’Αδιαφόρων, Τριθεϊστῶν, Θεμιστιανῶν, κ.λπ.

     Παρόλα αὐτά στό μεταξύ σχηματίσθηκαν σταδιακά, ἀποσπασμένες ἀρχαῖες Ἐκκλησίες, ἀμέσως  ἡ Ἀρμενική, ἡ Κοπτικὴ καὶ ἡ Συροϊακωβιτική Ἐκκλησία, καί στήν συνέχεια ἔμμεσα ἀπό τήν  Κοπτική ἡ Αἰθιοπική, καί ἀπό τήν Συροϊακωβιτική ἡ Μαλαμπαρική Ἐκκλησία στόν νότια Ἰνδία. Αὐτές μετὰ τὴν ἰσλαμικὴ κατάληψη τῆς μακρινῆς ᾿Ανατολῆς (636- 642), ἀφοῦ διέκοψαν κάθε ἐπικοινωνία μέ τούς Ὀρθοδόξους Βυζαντινούς ἀκολούθησαν δική τους αὐτοτελῆ ἀνάπτυξη καὶ ζωή, ἐπιτυγχάνοντας μέχρι τοῦ ἔτους 900μ.Χ. περίπου καί κάποια δογματικήν μεταξύ τους  ἑνότητα στήν βάση τῆς διδασκαλίας τοῦ Σεβήρου. Βεβαίως σημειώθηκαν μετά ἀπό αὐτά καί μερικές διαφορές μεταξὺ τους, ἰδίως στήν Μυστηριολογία, Μαριολογία κ.λπ., ἀλλ’ ὅμως αὐτές δὲν ὁδήγησαν σέ νέα σοβαρή διάσταση μεταξύ τους, ἀλλά διατηρήθηκε ἡ κοινωνία καὶ ἡ ἑνότητά τους. Σημειωτέον ὅτι ἱκανὸς ἀριθμὸς Μονοφυσιτῶν προσῆλθε κατὰ διάφορες ἐποχές στήν λατινικὴ Οὐνία πού σχημάτισαν διάφορες Οὐνιτικές ’Εκκλησίες  μεταξὺ τους, ἐνῶ στὸν Προτεσταντισμὸ προσῆλθαν λίγοι μόνο Μονοφυσῖτες, ἰδίως Ἀρμένιοι, Κόπτες καὶ Χριστιανοὶ τοῦ Θωμᾶ.

     Τέλος, πρέπει νά παρατηρηθεῖ, ὅτι τὸ πρῶτο ἐκεῖνο μεγάλο  σχίσμα τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ ἀπό τήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἀποδίδεται συνήθως στὴν μὴ ἀποδοχὴ ἀπό τούς Μονοφυσῖτες  τοῦ δόγματος τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, ἀλλά ἀναμφίβολα συντελέσθηκε μέ τήν συρροή καί ὑπό τήν ἐπίδραση καί πολλῶν ἄλλων μὴ θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων, δηλαδή πολιτικῶν, ἐθνικῶν, φυλετικῶν, κοινωνικῶν, πολιτιστικῶν, κλπ.

      Φαίνεται μάλιστα πιό πιθανή ἡ γνώμη, ὅτι οἱ τελευταῖοι αὐτοί παράγοντες ἀπετέλεσαν τὴν κυρία καί βαθυτέρη αἰτία τῆς ἀποσχίσεως τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν. Αὐτές χαρακτηρίζονται ἀπό τήν μιά ὡς Μονοφυσιτικές κοινῶς, ἢ ὡς Μονοφυσιτίζουσες, διότι ἄν καί καταδικάζουν τὸν ἀρχηγὸ τοῦ ἀκράτου καὶ ἀμιγοῦς Μονοφυσιτισμοῦ Εὐτυχῆ καὶ τὴν περὶ συγχύσεως καί τροπῆς τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων διδασκαλία του, ἐν τούτοις ὑπερτονίζουν τὴν «μίαν φύσιν» ἐν Χριστῷ, μετὰ τὴν ἕνωση, δηλαδή τὴν θεία, ἀφήνοντας στήν σκιά τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου, τήν ὁποία  ὅμως δὲν ἀρνοῦνται, ὅπως ὁ Εὐτυχὴς καὶ γενικῶς έχουν στό κέντρο τῆς χριστολογικῆς διδασκαλίας τους τὴν φράση καί διδασκαλία τοῦ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη», ἀλλὰ μὴ σαφῶς καὶ ὀρθά ἑρμηνευόμενη. Ἔτσι χαρακτηρίζονται αὑτές καί ὡς ᾽Αντιχαλκηδόνειες Ἐκκλησίες, διότι,  ἀπέρριψαν τὴν Δ' ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενική Σύνοδο ὡς «νεστοριανίσασαν» δῆθεν, καί ἑπομένως συναπέρριψαν καὶ τὸν δογματικὸ ὅρον αὐτῆς, ἐάν καί ἡ διαφωνία αὐτῶν φαίνεται ὅτι ἀναφέρεται ὄχι τόσο στήν οὐσία, ὅσον στὴν διατύπωση τῆς περὶ ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων διδασκαλίας τῆς Συνόδου ἐκείνης.

      Ἄς σηµειωθεῖ ὅτι πρίν ἀπό χρόνια ἀπεφασίσθηκε ἡ διεξαγωγή θεολογικοῦ διαλόγου καὶ ἑνωτικῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἀντιχαλκηδονείων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἀνεπισήμως ἄρχισαν στό Aarchus τὸ ἔτος 1964.

11 Ἰουλίου 2018

Ὁμολογώντας τόν Ἰησοῦ Χριστό

Ὁμολογώντας τόν Ἰησοῦ Χριστό

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ἡ ὁμολογία πίστεως εἶναι μία οὐσιαστική πράξη τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ὁποία ἐκφράζει, δηλώνει δημόσια τήν πίστη Του στόν ἀληθινό καί ζωντανό Θεό, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, στήν διδασκαλία Του καί τό ἔργο Του κατά τήν προτροπή τοῦ Κυρίου πρός τούς Μαθητές Του «πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε» (Ἰωάννου ιδ΄ 1).

  1.  Οἱ ὁμολογίες πίστεως τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Ματθαίου ιστ΄ 16 καί Ἰωάννου στ΄ 68) καί τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ (Ἰωάννου θ΄  15 καί Ἰωάννου θ΄ 30-33) δείχνουν ὅτι ἡ πίστη αὐτή γεννιέται ἀπό τήν ζωντανή ἐπαφή μέ τόν Ἰησοῦ ἀπό τήν Ναζαρέτ, ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Λόγο τῆς ζωῆς.

Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης ἀναφέρεται σ’ αὐτή τήν κοινωνία

            «Σᾶς γράφουμε γιά τό ζωοποιό Λόγο πού ὑπῆρχε ἐξαρχῆς. Τόν ἀκούσαμε καί τόν εἴδαμε μέ τά ἴδια μας τά μάτια. Μάλιστα τόν εἴδαμε ἀπό κοντά, καί τά χέρια μας τόν ψηλάφισαν. Ὅταν ἡ ζωή φανερώθηκε, τήν εἴδαμε μέ τά μάτια μας. Καταθέτουμε, λοιπόν, τή μαρτυρία μας καί σᾶς μιλᾶμε γιά τήν αἰώνια ζωή πού ἦταν μέ τόν Πατέρα, φανερώθηκε ὅμως σ’ ἐμᾶς. Αὐτό πού εἴδαμε κι ἀκούσαμε τό ἀναγγέλλουμε καί σ’ ἐσᾶς, γιά νά συμμετάσχετε κι ἐσεῖς μ’ ἐμᾶς, στήν ἴδια κοινωνία, πού εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Πατέρα καί μέ τόν Υἱό τοῦ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Κι αὐτά σας τά γράφουμε γιά νά εἶναι ὁλοκληρωμένη ἡ χαρά σας» (Α΄ Ἰωάννου α΄ 1-4)

Ὁμοίως καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος δηλώνει, ὅτι ἡ μαρτυρία του γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό βασίζεται στήν ἐμπειρία πού ἔζησε μαζί μέ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ (Β΄ Πέτρου α΄ 15-18).

  1.  Μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ Ἰησοῦς ὡς πρωταγωνιστής τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ἀποτελεῖ μέ τόν θάνατο καί τήν ἀνάστασή Του τό ἀντικείμενο τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως.

Δέν ἀρκεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νά γίνει ἀποδεκτός καί νά κατοικεῖ μέσα μας (Α΄ Ἰωάννου β΄ 14) πρέπει νά ὁμολογηθεῖ. Ἡ πίστη δέν εἶναι ὑπόθεση πού παραμένει «ἐν κρυπτῷ». Ἀντίθετα ὁ πιστός ὀφείλει νά δηλώνει φανερά ὅτι πιστεύει. Ἐμπνεόμενοι ἀπ’ αὐτό τό ἦθος οἱ μάρτυρες τῆς πίστεως «ἐν παντί καιρῷ» διεκήρυτταν μέ παρρησία, χωρίς νά φοβοῦνται, χωρίς νά ὑπολογίζουν τίς συνέπειες, ἀκόμη καί ἄν θά στεροῦνταν τήν ζωή τους, τήν πίστη τους στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Καμμιά φορά ἡ ἁπλῆ συναίνεση χαρακτηρίζεται ὡς ὁμολογία σέ ἀντίθεση μέ τήν ἄρνηση ἐκείνου πού δέν πιστεύει στήν ἀποστολή τοῦ Ἰησοῦ  (Α΄ Ἰωάννου β΄ 22).

Ἡ δημόσια διακήρυξη τῆς πίστεως εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν σωτηρία

«Ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον ᾿Ιησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ· καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν» (Πρός Ρωμαίους ι΄ 9-10)

Δηλαδή : «Ἄν μολογήσεις μέ τό στόμα σου πώς ησος εναι Κύριος καί πιστέψεις μέ τήν καρδιά σου πώς Θεός τόν νάστησε πό τούς νεκρούς, θά βρες τή σωτηρία. Πραγματικά, ποιος πιστεύει μέ τήν καρδιά το δηγεται στή δικαίωση, κι ποιος μολογε μέ τό στόμα δηγεται στή σωτηρία»

  1.  Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο ὕμνος πού προσφέρεται ὡς θυσία στό Θεό

«Δι' αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ' ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Πρός Ἑβραίους ιγ΄ 15)

Δηλαδή : «Ἄς προσφέρουμε, λοιπόν, συνεχῶς στό Θεό διά τοῦ Ἰησοῦ σάν θυσία τόν ὕμνο μας, δηλαδή τόν καρπό τῶν χειλιῶν μας πού ὁμολογοῦν τό μεγαλεῖο του»

  1.  Πρότυπό της ἔχει τήν ὁμολογία πού ἔδωσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς μέ τήν ἐνανθρώπησή Του πού ἦλθε νά μαρτυρήσει γιά τήν ἀλήθεια (Ἰωάννου ιη΄ 37)
  1.  Ἡ ὁμολογία προηγεῖται τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος καί δίδεται ἐπίσημα καί πανηγυρικά. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν προσέλευση στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας κρίνεται ἡ κοινή ὁμολογία ὁλόκληρης τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας. Ὁρισμένες περιστάσεις τήν ἀπαιτοῦν ἰδιαίτερα, ὅπως αὐτές ὅπου ἡ παράλειψη της θά ἰσοδυναμοῦσε μέ ἄρνηση (Ἰωάννου θ΄ 22).
  1.  Παρ’ ὅλο τόν διωγμό πρέπει ὁ πιστός νά ὁμολογεῖ τήν πίστη του μπροστά στά δικαστήρια ὅπως ὁ ἀπόστολος Πέτρος (Πράξεων δ΄ 20) ἀκόμη καί ἄν πρόκειται νά ὑποστεῖ μαρτύριο, ὅπως ὁ Ἀρχιδιάκονος Στέφανος (Πράξεων ζ΄ 56)

Διαφορετικά θά τόν ἀρνηθεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός μπροστά στόν Πατέρα Του (Ματθαίου ι΄ 32 καί Μάρκου η΄ 38) ἄν ἔχει προτιμήσει τήν ἀνθρώπινη δόξα καί ὄχι ἐκείνη πού ἔρχεται ἀπό τόν Θεό (Ἰωάννου ιβ΄ 42)

Οἱ ἐκλεκτοί θά συνεχίσουν νά ὁμολογοῦν στόν οὐρανό τόν Θεό  (Ἀποκαλύψεως ιε΄ 3-4) καί τόν Κυριό μας Ἰησοῦ Χριστό (Ἀποκαλύψεως ε΄ 9-10)

5 Ἰουλίου 2018

Ἡ δημηγορία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στόν Ἄρειο Πάγο ὁδοδείκτης τῆς σύγχρονης πορείας μας

Ἡ δημηγορία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου

στόν Ἄρειο Πάγο ὁδοδείκτης τῆς σύγχρονης πορείας μας

Δημοσιεύθηκε 30.06.2018

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

                                                                            

Αἱ κλειναί καί εὐσεβεστάτοι Ἀθῆναι τιμοῦν τόν Ἀπόστολο τοῦ Θεοῦ τόν συμπήξαντα διά τοῦ κηρύγματός του τήν πρώτην ἐνταῦθα χριστιανικήν κοινότητα, ἥτις αὐξηθεῖσα ἐν Κυρίῳ προσέφερεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν σεβάσμιες μορφές  Ἱεραρχῶν,  ἐνδόξους μάρτυρες καί νεομάρτυρες ὁσίους καί ὅσιες πληθύν ἡγιασμένων. Καί ἔκτοτε δίδει μαρτυρίαν πίστεως καί βίου ἀληθινοῦ κατά Θεόν. Ἡ καθ’ Ἑλλάδα ἀποστολική Ἐκκλησία τιμᾶ τόν θεατήν τῶν ἀρρήτων, τόν Πρῶτον μετά τόν Ἕνα, τό ἐκλεκτόν σκεῦος τοῦ Θεοῦ. Καί κλίνει γόνυ εὐγνωμοσύνης στόν Μέγα Διδάσκαλον. Σήμερον οἱ πόλεις τῆς Ἑλλάδος, οἱ Φίλιπποι, ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ Βέροια, ἡ Κόρινθος, ἡ Νικόπολις καί μεταξύ αὐτῶν προεξάρχουσαι αἱ πρωτόθρονοι Ἀθῆναι ἀγάλλονται καί καυχῶνται ἐν Κυρίῳ καί πλέκουν στέφανον ἐγκωμίων διότι ἔσχον τόν ζηλωτήν αὐτόν ἱεραποστολικόν ἄνδρα πατέρα τῶν πνευματικόν, διότι τίς ἐσόφισε κατά Θεόν, διότι τίς ἤγαγεν εἰς θεογνωσίαν καί τίς ἐνέταξε εἰς τό ζῶν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησίαν τῶν πρωτοτόκων.

Σήμερον Κορίνθιοι καί Θεσσαλονικεῖς καί Φιλιππήσιοι πλέον χαίρονται καί πανηγυρίζουν ὡς λαβόντες γραπτῶς καί δι’ ἐπιστολῶν τό κήρυγμα τῆς σωτηρίας, τήν εὐαγγελικήν ἀλήθειανκαί ζωήν.

Σήμερον ἐδῶ καί ἡ χριστιανική Εὐρώπη ὑποκλίνεται εὐλαβῶς εἰς τόν θεμελιωτήν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Αὐτοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ζωή, ἡ δράσις καί τό κήρυγμα κατεκόσμησαν τά ἤθη των, ἐξύψωσαν τόν βίον των, ἐνέπνευσαν τίς τέχνες των, ἔδωσαν ἁγίους καί μεγάλες φωτεινές μορφές οἰκουμενικῆς ἀναγνωρίσεως.

Σ’ αὐτοῦ τοῦ ἐργάτου τῆς οἰκουμένης τήν μορφή ἐνώπιον ἱστάμεθα σήμερον ἐν εὐλαβείᾳ πολλῇ, ἐν ἐκκλησίᾳ πληθούσῃ ἐν μέσῳ λαοῦ βαρέος καί πυκάζοντος καταλαβόντος τόν ἱερόν τοῦτον χῶρον τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τόν ὁποῖον πρῶτον ἤχησαν οἱ σωτήριοι λόγοι τοῦ θεοπνεύ-στου καί θεοκήρυκος Ἀποστόλου Παύλου.

Προσκυνοῦμεν εἰς τόν τόπον, ἐφ’ οὗ ἔστησαν οἱ πόδες τοῦ εὐαγγελιζομένου τήν εἰρήνην, τοῦ εὐαγγελιζομένου τά ἀγαθά, τοῦ εὐαγγελιζομένου τήν καταλλαγήν, τήν δικαίωσιν, τήν σωτηρίαν.

Καί πρῶτον χρέος ἔχομεν καί καθῆκον νά μνημονεύσωμεν ἐκείνου.

Θα σκιαγραφήσω λοιπόν κατά τό ἐνόν μοι τήν φωτεινήν προσωπικότητα ἐκείνου πού ἀνεμόρφωσε τήν οἰκουμένην.

Ὁ θεσπέσιος αὐτός ἄνδρας ἦταν μία οἰκουμενική προσωπικότητα.

Ἑβραῖος τό γένος ἀνατεθραμμένος  μέ εὐσέβειαν, ζηλωτής ὑπάρχων ἐκ νεότητός του τῶν πατρικῶν παραδόσεων. Καί ἐκαυχήθη πολλάκις διά τήν καταγωγήν του καί τήν εὐσεβῆ ἀνατροφήν του.

Ἑβραῖος, ἀλλά μέ παιδεία ἑλληνική. Καί ὑπῆρξε γνήσιος ἐκφραστής τοῦ πνεύματος τοῦ οἰκουμενικοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὡμιλοοῦσε τήν ἀττικήν διάλεκτον καί τήν ἔγραφεν καί ἦτο ἐφάμιλλος, ὡς παρατηρεῖ ἡ χρυσή γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, καί αὐτῶν τῶν ἀττικῶν. Διά τοῦτο ἀκριβῶς καί κατενόησε περισσότερον παντός ἀλλοῦ τήν οἰκουμενικοτητα τοῦ χριστιανισμοῦ καί τήν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐν ἧ «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ· πάντες γάρ ὑμεῖς εἰς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ΄ 28). Αὐτός μέ τήν θεολογία του κατήργησε πᾶσαν ἀφορμήν διαιρέσεως τῶν ἀνθρώπων, εἰσαγαγών τόν καινόν, τόν νέον ἐνΧριστῷ κτισθέντα καί ἀνακαινούμενον ἄνθρωπον.

Αὐτός ὅστις ἀπέδειξε τό μάταιόν του εἰδωλολατρικοῦ κόσμου καί τό ἀτελέσφορον τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ἀγκάλιασε ὅλους τούς λαούς καί διήνοιξε τάς πύλας τῆς Ἐκκλησίας εἰς πάντα ἄνθρωπον διακηρύξας τό «δόξα καί τιμή καί εἰρήνη παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν Ἰουδαίῳ τέ πρώτον καί Ἕλληνι οὐ γάρ ἐστι προσωπολητρία παρά τῷ Θεῷ» (Ρωμ. β΄,   10). Ἦταν Ἑβραῖος. Ἦταν Ἕλλην. Ἦταν καί Ρωμαῖος πολίτης. Πολίτης τῆς ἀγερώχου Ρώμης, τῆς Ρώμης τοῦ ξίφους καί τῆς βίας, τῆς ἀποκτει-νάσης τούς ἁγίους. Καί ὅταν κάποτε παρέστη ἀνάγκη ἐπεκαλέσθη τήν ἰδιότητα του αὐτή καί τά ἐξ αὐτῆς δικαιώματά του. Ποτέ δέν ἀπεδέχθη τό φρόνημα τῆς ἀσεβοῦς καί ἐπηρμένης Ρώμης, τά ἀντίθεα ρωμαϊκά ἤθη, ἐπαληθεύων τόν λόγον τοῦ Κυρίου διά τούς μαθητάς Του «ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί» (Ἰωάν. ιγ΄,  15). Εὐσεβής, πεπαιδευμένος λίαν, μέ εὐρεῖς ὁρίζοντες σύγχρονος τῆς ἐποχῆς του ἔζη ἐντός τοῦ κόσμου, ὅστις ἔζη τήν ἀγωνία τῆς ἀναζητήσεως τῆς ἀληθείας καί τῆς δικαιωσύνης.

Ἕνας τέτοιος κόσμος κουρασμένος καί ἐν συγχύσει ἦταν οἱ Ἀθηναῖοι.

Καί ἦλθε πρός αὐτούς διά νά τούς φέρῃ τό εὐαγγέλιο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, τήν ἐν Χριστῷ ἐλπίδα, νά κηρύξῃ τόν νόμον τῆς διά τῆς πίστεως δικαιώοεως τοῦ ἀνθρώπου, τήν βεβαιότητα τῆς καταλλαγῆς.

 Ἀπό τήν ὑψηλή δημηγορία του, αὐτήν ἡ ὁποία ἠκούσθη τό 52 μ.Χ. εἰς τόν ἱερόν αὐτόν βράχον ὅτι τρία τινά ἐκήρυξε εἰς τούς  Ἀθηναίους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν περίεργοι νά ἀκούσουν «τί ἄν θέλει ὁ σπερμολόγος οὗτος λέγειν», ἀφοῦ αὐτοί «εἰς οὐδέν ἕτερον ηὐκαιρουν ἤ λέγειν τί καί ἀκούειν καινότερον» (Πράξ. ιζ΄, 18, 21).

 Ἐκ τούτων τῶν τριῶν πρώτον εἶναι ἡ θεογνωσία. Τό ὅτι «παρωξύνετο» τό πνεῦμα τοῦ Παύλου εἰς τάς  Ἀθήνας δηλοῖ, ὅτι ὁ θεῖος  Ἀπόστολος εἶχεν ἐπαναστατήσει ἐσωτερικῶς, καθώς παρατηροῦσε κατά τίς προηγούμενες ἡμέρες περιφερόμενος εἰς τήν πόλιν, ὅτι οἱ  Ἀθηναῖοι  εἶχαν κάμει τήν θρησκεία κοσμική. Δι’ αὐτούς ἡ θρησκεία χρησίμευε ὡς στολίδι τῆς ἐπίγειας ζωῆς καί διά νά ἐξαγιάζεται ὁ πατριωτισμός των. Οἱ  Ἀθηναῖοι ἤξεραν νά κάνουν τήν θρησκεία ἀπολαυστική καί ἑλκυστική ἀκόμη καί διά τούς καλοζωϊσμένους  οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀπαιτητικώτεροι. Εἰς τήν ἀντίληψιν αὐτή ἀντετάχθη ὁ Παῦλος συνιστῶν μετάνοιαν. Ὁ σκοπός τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἶναι νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπον ἐν μέ-τανοία εἰς τόν Θεό, νά τοῦ ἀλλάξῃ τό φρόνημα καί τήν ζωήν.

Εἰς αὐτούς τούς  Ἀθηναίους ὁ Παῦλος ὡμίλησε διά τόν ἀληθινό Θεό, τόν Δημιουργό τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπερβατικός ἀλλά «καί γε οὐ μακράν ἀπό ἐνός ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχων» (Πράξ. ιζ' 27).

Ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μία νοησιαρχία, μία ἐγκεφαλική φιλοσοφική διαδικασία, ἀλλά κοινωνία καί συμμετοχή εἰς τήν ζωήν τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι κατ’ αὐτόν τόν τρόπον κατενόει ὁ Παῦλος τήν Θεογνωσία καί οὕτως τήν ἐδίδαξε. Δι’ αὐτό καί ὁ ἴδιος εἶχε τελείως ταυτισθεῖ μέ   τόν Θεόν. Ἔζη ἐν Χριστῷ δι’ αὐτό καί εἶχε τελεία ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ, τελεία Θεογνωσία. Αὐτό τό ἔνθεο βίωμα ἐξέφρασε εἰς τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολήν του γράφων: «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός. Ὁ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ» (Γαλ. β΄, 20).

Διά νά γνωρίσωμε τόν Θεό πρέπει νά ζήσωμε τήν ζωή τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεογνωσία προϋποθέτει τήρηση ἐντολῶν. Ἀκούσομεν τοῦ Κυρίου λέ-γοντος:

«Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτᾶς, ἐκεῖνός ἐστι ὁ ἀγαπῶν μέ,  ὁ δέ ἀγαπῶν μέ ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ πατρός μου, καί ἐγώ ἀγαπή-σῶ αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῶ ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιδ΄, 21).

Καί πάλιν: «Ἐάν τίς ἀγαπᾷ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰωάν. ιδ', 23).

  Ἄρα ὅσοι ἀναζητοῦν τόν Θεόν μέ πόθο καί εἰλικρίνεια διά νά τόν γνωρίσουν πρέπει νά ἀγαπήσουν τόν Θεόν καί τά τοῦ Θεοῦ. Νά τηρήσουν, νά ἐφαρμόσουν τίς ἐντολές Του καί τότε ὁ Θεός θά τούς ἀποκαλυφθῆ καί θά τόν γνωρίσουν ἐν μέρει εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί «καθώς ἐστι» (Α’ Ἰωάν. γ', 2) εἰς τήν μέλλουσαν. Δεύτερον θέμα, ἡ υἱοθεσία.

Ὁ Παῦλος διά νά κηρύξῃ τήν ἄκραν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη διά τῆς υἱοθεσίας μας ὑπ’ Αὐτοῦ ἐχρησιμοποίησε τούς στίχους κάποιων ποιητῶν τους: «τοῦ γάρ καί γένος ἐσμέν» (τοῦ Στωϊκοῦ Κλεάνθους, 300 π.Χ.).

Καταγόμεθα τούς εἶπε ἀπό τόν Θεό. Καί ἐννοοῦσε αὐτό πού ἔγραψε εἰς τούς Γαλάτες: «ὅτι δέ ἐστέ υἱοί (τοῦ Θεοῦ) ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τάς καρδίας ὑμῶν κραζον· ἀββᾶ, ὁ Πατήρ, ὥστε οὐκέτι εἰ δοῦλος, ἀλλ’ υἱός, εἰ δέ υἱός καί κληρονόμος Θεοῦ διά Χριστοῦ».

Τί δέ ἐστι υἱοθεσία μας τό ἐξηγεῖ ἡ ποικίλη μούσα τῆς ἡμετέρας αὐλῆς ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης στίς ὁµιλίες του εἰς τούς Μακαρισμούς τοῦ Κυρίου καί εἰς τήν πραγματείαν του περί τοῦ ὀνόματός τοῦ  χριστιανοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό ἀπόσταγμα τῆς ὡρίμου  θεολογικῆς σκέψεως τοῦ μεγάλου Πατρός.

Υἱοθεσία σημαίνει, ὅτι ὅσα δικαιώματα ἔχει ὁ κατά φύσιν Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ φυσικός Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός  τά ἴδια καί ἀπαράλλακτα καί ἀναφαίρετα δικαιώματα ἀποκτοῦν καί τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας,  ὅσα διατηρήσουν τήν ἑνότητα τῆς πίστεως, τήν κοί-νωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί τόν χιτώνα τῆς ψυχῆς των ἀμόλυντον καί ἀκηλίδωτον ἀπό τήν ἁμαρτίαν.

Ἰδού λοιπόν τί ὑψηγόρησε ὁ θειότατος κήρυξ πρός  Ἀθηναίους καί πρός πάντας ἀνθρώπους. Διά τοῦτο καί παραμένομεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν παρά τόν κλύδωνα καί τά κύματα τά ὁποῖα δημιουργεῖ ὁ ἀλάστωρ. Παραμένοντες εἰς τήν Ἐκκλησίαν κατοχυρώνομε τά δικαιώματά μας διά λύτρωση καί σωτηρία, διά υἱοθεσία καί κληρονομία, διά δόξα καί μακαριότητα. Μέλος τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει υἱός τοῦ Θεοῦ, συγκληρονόμος τοῦ Χριστοῦ, κληρονόμος τοῦ Θεοῦ.

Τρίτος ἄξονας στήν ἀποστολική ὁμιλία εἶναι ἡ μετάνοια. Ὁ Θεός, εἶπε ὁ Ἀπ. Παῦλος τούς  Ἀθηναίους, «ὑπερεῖδε τούς χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑμῶν» (Πράξ. ιζ΄,  30). Παραμέρισε ὅσα κάνατε καί λέγατε καθ’ ὅν χρόνον δέν ἐγνωρίζατε, ἀλλά τώρα πού ἐμάθατε, συνιστᾶ μετάνοια, μεταστροφή, ἀλλαγή φρονήματος καί ζωῆς. «Τά πρῶτα ἀπῆλθον» (Ἀποκ. ε΄,  5), ξεχάσατέ τα καί ἀκολουθήσατε τόν νέον τρόπον ζωῆς.

Πέρασαν ἀπό τότε περίπου δυό χιλιάδες χρόνια, δυό χιλιάδες χριστιανισμοῦ. Ὅσοι ἔζησαν ἐν μετανοίᾳ ἐξυψώθηκαν εἰς τήν χάριν καί τήν τάξιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ. Σήμερα ὁ κόσμος, οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς ποιμέ-νές καί ποίμνιον ἀκούσωμεν τοῦ Παύλου κηρύσσοντος τήν μετάνοιαν καί ποιήσωμεν κατά τόν λόγον τῆς Γραφῆς «καρπούς ἀξίους τῆς μετα-νοίας».

Αὐτοί οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στηρίζουν τήν Ἐκκλησίαν καί μᾶς σήμερα.

«Ποία φυλακή οὐκ ἔσχε σε δέσμιον; Ποία δε Ἐκκλησία οὐκ ἔχει σε ρήτορα; Δαμασκός μέγα φρονεῖ ἐπί σοί Παῦλε· εἶδε γάρ σε σκελισθέντα φωτί. Ρώμη σου τό αἷμα δεξαμένη, καί αὐτή κομπάζει, ἀλλ’, ἡ Ταρσός πλέον χαίρει, καί πόθῳ τιμᾶ σου τά σπάργανα. Ἀλλ’ ᾧ Παῦλε Ἀπόστολε, τό καύχημα τῆς οἰκουμένης, προφθάσας ἡμᾶς στήριξον»

25 Ἰουνίου 2018

Ἡ θεότητα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ἡ θεότητα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ἡμέρα Δημοσίευσης 23.06.2018

 

Τίς Κυριακές τοῦ Πεντηκοσταρίου, πού στήν Ἐκκλησία μας ἑορτάζουμε τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχει καθορισθεῖ νά ἀναγιγνώσκονται εὐαγγελικές περικοπές ἀπό τό κατ’ Ἰωάννη εὐαγγέλιο ἀπό τίς ὁποῖες χαρακτηρίζονται ἀντιστοίχως οἱ ὀκτώ Κυριακές τῆς περιόδου.

Ὁ λόγος αὐτῆς τῆς ἐπιλογῆς εἶναι προφανής. Ἐπειδή τό κατ’ Ἰωάννη εὐαγγέλιο περιέχει τήν ὑψηλή θεολογία καί τό ἀξίωμα τῆς θεότητος τοῦ Θεοῦ Λόγου, γιά νά ἀποδειχθεῖ ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλη τήν περίοδο τῆς ζωῆς Του ἰδιαιτέρως στόν καιρό τοῦ πάθους, τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς Του ἐνήργησε τά πάντα ὡς Θεός. Ἐξαιρέτως ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή Του ἦτο ἐνέργεια τοῦ παντοδυνάμου κράτους καί ἀξιώματος τῆς θεότητός Του. Τοῦτο δηλώνοντας ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἀνεστήθη «κατά τήν ἐνέργειαν τοῦ κράτους τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ἥν ἐνήργησεν ἐν τῷ Χριστῷ (ὁ Πατήρ) ἐγείρας αὐτόν ἐκ νεκρῶν καί ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Πρός Ἐφεσίους α΄ 19). Ἐπίσης καί ὅτι «εἰ ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας, ἀλλά ζῇ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ» (Πρός Κορινθίους Β΄ ιγ΄4).  

Στά περιστατικά πού ἀναφέρονται στά εὐαγγελικά ἀναγνώσματα ὁμολογεῖται, κηρύττεται, ἀναγνωρίζεται καί προσκυνεῖται ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὡς Θεός ἀληθινός.

Αὐτή τήν ἀλήθεια κήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι. Αὐτή τήν ἀλήθεια ἀποδέχεται ἡ Ἐκκλησία Ἀπ’ αὐτή ἐνισχύθηκαν καί ἐμπνεύσθηκαν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή τήν ἀλήθεια ἀγωνίσθηκαν νά διαφυλάξουν οἱ Σύνοδοι τῶν ἁγίων Πατέρων. Σ’ αὐτή στηρίζεται ἡ ζωή τῶν πιστῶν

* * * * *

Τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Κύριος καί Θεός καί Τόν προσκυνεῖ. Μέ τό Κύριος καί Θεός ἀναγνωρίζεται ἡ θεότητα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Μυροφόρων Γυναικῶν καί τῶν Ἁγίων Μαθητῶν Ἰωσήφ τοῦ ἐξ Ἀριμαθαίας καί Νικοδήμου ἡ Ἐκκλησία ὑπενθυμίζει τήν διακονία τους κατά τήν ταφή τοῦ σώματος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πού ἦταν «κατάστεκτο τοῖς μώλωψι καί πανσθενουργόν» καί τήν μαρτυρία τῆς ἀναστάσεώς Του γιά νά βεβαιωθοῦν οἱ πιστοί ὅτι ὁ θάνατός Του, ἡ ταφή Του, καί ἡ ἀνάστασή Του ἦταν γεγονότα πραγματικά.

Τήν Κυριακή τοῦ Παραλύτου ἀκούουμε τήν ὁμολογία τοῦ Παραλύτου.

Τήν Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος κηρύττεται καί ὁμολογεῖται ἀπό τούς Σαμαρεῖτες, ὅτι «οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός» (Ἰωάννου δ΄ 42).

Τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ ἀκούεται ἡ ὁμολογία τοῦ Τυφλοῦ, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ κηρύττοντας «πιστεύω Κύριε καί προσεκύνησεν αὐτῷ» (Ἰωάννου θ΄ 38).

Τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων ἀκούεται ἡ διακήρυξη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἦλθε στόν κόσμο γιά νά ὁδηγήσει τούς ἀνθρώπους στήν θεογνωσία καί τήν πίστη. Αὐτή τήν πίστη διεφύλαξαν ἀνόθευτη καί ἀναλλοίωτη οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας μέ τίς Συνόδους τους.

Τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὁ  πιστός ὁδηγεῖται ἀπό «τό φῶς τῆς ζωῆς» πού εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

                                                * * * * *

Αὐτό τόν Κύριο καί Θεό ἀναγνωρίζει, προσκυνεῖ, ὑπηρετεῖ, ὁμολογεῖ καί δοξάζει ἡ Ἐκκλησία. Ὅποιος δέν τά πιστεύει αὐτά, δέν τά ὁμολογεῖ καί δέν προσκυνεῖ τόν Ἰησοῦ Χριστό Κύριο καί Θεό του δέν μπορεῖ νά ἀνήκει στήν Ἐκκλησία.  

20 Ἰουνίου 2018

Ἐνθυμοῦ τόν Ἰησοῦ Χριστό

Ἐνθυμοῦ τόν Ἰησοῦ Χριστό

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

Δημοσιεύθηκε 16.06.2018

        

 

  Ὁ πιστός ἄνθρωπος ὅταν βρίσκεται μπροστά σέ ἐμπόδια καί δυσκολίες, πού δημιουργοῦν οἱ περιστάσεις τοῦ βίου του, ἀναζητεῖ ἀρωγό καί συμπαραστάτη γιά νά τόν βοηθήσει νά τά ξεπεράσει.

          Σ’ αὐτό ἀνταποκρίνεται ἡ πνευματική Μητέρα μας Ἐκκλησία καί μέ τό στόμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού προτρέπει τόν πιστό σέ κάθε εἴδους δυσχέρειες πού τόν ταλανίζουν νά ἐνθυμεῖται τόν Ἰησοῦ Χριστό: «Νά ἐνθυμῆσαι τόν Ἰησοῦ Χριστό» (Πρός Τιμόθεον Β΄ β΄ 8)

 

         1. Ὅταν μέσα σου νιώσεις τήν ἀνάγκη σωτηρίας θυμήσου τόν Ἰησοῦ Χριστό

          Ἐπειδή «τοῦτον ὁ Θεὸς ἀρχηγὸν καὶ σωτῆρα ὕψωσε»  (Πράξεων ε΄ 31).

          Ἐπειδή ἀπό κανένα ἄλλο δέν μπορεῖ νά προέλθει ἡ σωτηρία, οὔτε ὑπάρχει ἄλλο πρόσωπο κάτω ἀπό τόν οὐρανό δοσμένο στούς ἀνθρώπους μέ τό ὁποῖο νά μποροῦν νά σωθοῦν (Πράξεων δ΄ 12).

         2. Ὅταν βρίσκεσαι σέ ταραχή θυμήσου τόν Ἰησοῦ Χριστό.

          Ἐπειδή Ἐκεῖνος προτρέπει νά Τόν ἐμπιστεύονται λέγοντας «ς μήν ταράζεται ἡ καρδιά σας νά χετε ἐμπιστοσύνη στό Θεό, καί σ’ ἐμένα» (Ἰωάννου ιδ΄ 1).

          Ἐπειδή Ἐκεῖνος ἐνδιαφέρεται γιά σένα, ὅπως ἐνδιαφερόταν γιά τούς Μαθητές Του, ὅταν τούς ρώτησε «Γιατί εἶστε τρομαγμένοι καί γιατί γεννιοῦνται στήν καρδιά σᾶς ἀμφιβολίες;» (Λουκᾶ κδ΄ 38).

          Αὐτός θά διαλύσει τήν ζάλη τῆς ταραγμένης καρδιᾶς σου.

        3. Ὅταν δοκιμάζεσαι θυμήσου τόν Ἰησοῦ Χριστό

          Ἐπειδή, εἶναι ὁ Ἁρχιερέας πού δείχνει συμπάθεια καί συμπαραστέκεται στόν ἀγῶνα σου, ὅπως διακηρύχθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο : «Δέν ἔχουμε ἀρχιερέα πού νά μήν μπορεῖ νά συμμεριστεῖ τίς ἀδυναμίες μας. Ἀντίθετα, ἔχει δοκιμαστεῖ σέ ὅλα, ἐπειδή ἔγινε ἄνθρωπος σάν κι ἐμᾶς, χωρίς ὅμως νά ἁμαρτήσει»  (Πρός Ἑβραίους δ΄ 15)

          Ἐπειδή, ὅταν ὑπομένεις μέ ἐπιτυχία καί καρτερία, χωρίς γογγυσμούς διαμαρτυρίες καί ἀπελπισία τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς σου, θά λάβεις τόν ἔπαινο τοῦ Θεοῦ κατά τήν διαβεβαίωση τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου:  «Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού δέχεται μέ ὑπομονή τίς δοκιμασίες! Γιατί, ἄν ὑποστεῖ μέ ἐπιτυχία τίς δοκιμασίες, θά κερδίσει τό βραβεῖο τῆς αἰώνιας ζωῆς, πού ὑποσχέθηκε ὁ Θεός σ’ ὅσους τόν ἀγαποῦν » (Ἰακώβου α΄ 12)

        4. Ὅταν σηκώνεις κάποιο Σταυρό θυμήσου τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἐπειδή ὁ Ἴδιος καθόρισε, ὅτι ἄξιος τοῦ διδασκάλου του εἶναι ὁ μαθητής πού ἀκολουθεῖ, δηλαδή μιμεῖται τόν δάσκαλό του:  «Κι ὅποιος δέν παίρνει τό σταυρό του καί δέ μέ ἀκολουθεῖ δέν εἶναι ἄξιος γιά μαθητής μου » (Ματθαίου ι΄ 38)

          Κι ἄν ὁ Σταυρός εἶναι συνεχής θημήσου τήν προτροπή Του νά σηκώνεις τόν Σταυρό καθημερινῶς: «Ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε σέ ὅλους: «Ὅποιος θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του κι ἄς σηκώνει κάθε μέρα τό σταυρό του κι ἄς μέ ἀκολουθεῖ » (Λουκᾶ θ΄ 23)

       5. Ὅταν ἀποτύχεις σέ κάποιο σκοπό θυμήσου τόν Ἰησοῦ Χριστό.

          Μαζί Του μπορεῖς νά κάμεις μία καινούργια ἀρχή, νά προσπαθήσεις πάλι, ὅπως ἔπραξαν οἱ μαθητές Του κατά τήν προτροπή Του : «Ὁ Σίμων τοῦ ἀποκρίθηκε: «Διδάσκαλε, ὅλη τή νύχτα παιδευόμασταν καί δέν πιάσαμε τίποτε· ἐπειδή ὅμως τό λές ἐσύ, θά ρίξω τό δίχτυ » (Λουκᾶ ε΄ 5)

Συμπέρασμα :

          Σ’ ὅποια κατάσταση κι ἄν βρίσκεσαι καί ταλαιπωρεῖσαι ΘΥΜΗΣΟΥ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ γιά νά αἰσθανθεῖς δυνατός καί νά μήν ἀποκάμεις.

10 Ἰουνίου 2018

Ἀνακαίνιση-Ἀναγέννηση

Ἀνακαίνιση-Ἀναγέννηση

(Ὁ Κύριος )  «Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ τὰ πάντα»

(Ἀποκαλύψεως κα΄, 5)

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

         

     Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος αἰσθάνεται βαθιά μέσα του τήν ἀνάγκη γιά μία ριζική, ὁλοκληρωτική ἀλλαγή. Ἐπιθυµεῖ νά ἀλλάξει τελείως. Θέλει νά γίνουν ὅλα μέσα του καινούργια, νέα. Καινούργιες σκέψεις, καινούργιοι πόθοι, καινούργια σχέδια, καινούργια ζωή. Ἕνας καινούργιος κόσμος ν  ἀναστηθεῖ μέσα του.

     Τήν ἀνανέωση αὐτή οὔτε ἡ κοινωνία, οὔτε κάποιο σύστημα οὔτε ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τήν ἐπιτύχει. Ἡ ἀλλαγή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πνευματική ὑπόθεση. Εἶναι ἐσωτερική ὑπόθεση. Καί στόν πλανήτη μας δέν ὑπάρχει δύναμη πού νά μπορεῖ νά κάνει τόν ἄνθρωπο καινούργιο, μέ μία τελείως καινούργια ζωή. Κάθε μεταρρύθμιση ἀπ’ ἔξω ἤ αὐτοµεταρρύθµιση, παρά τίς καλές διαθέσεις καί τῶν ἄλλων καί τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου, καταλήγει σέ ἀποτυχία καί ἀπογοήτευση εἶναι ἀναποτελεσματική. Ἡ παρακμή τῶν ἰδεολογιῶν καί τῶν συστημάτων τό ἐπιβεβαιώνει, χωρίς ποτέ νά ὁμολογήσουν μέ εἰλικρίνεια τά λάθη τους καί νά ζητήσουν συγγνώμη γιά τά θύματά τους.

    Ἡ μοναδική δύναμη πού εἶναι ἱκανή νά ἐπιτύχει τήν ριζική ἀλλαγή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἦρθε ὁ Ἰησοῦς Χριστός στή γῆ γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο καινούργιο, μέ μία ἐντελῶς καινούργια ζωή «ἵνα ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Πρός Ρωμαίους στ΄, 4). Βεβαίως αὐτό συμβαίνει στόν ἄνθρωπο, βέβαια πού θά θελήσει καί θά ζητήσει τήν ἀλλαγή αὐτή.

   Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τήν πείρα του καί ἀπό τήν πείρα ἄλλων Χριστιανῶν διακηρύττει: « Ὅποιος εἶναι τοῦ Χριστοῦ εἶναι καινούργιο δημιούργημα. Τά παλαιά πέρασαν, ὅλα ἔγιναν καινούργια» (Β΄ Πρός Κορινθίους ε΄,17). Ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου γιά μία ὁλοκληρωτική ἀνακαίνιση γίνεται πραγµατικότητα ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό σέ κάθε ἄνθρωπο.

    Στήν Ἁγία Γραφή τό γεγονός αὐτό παρουσιάζεται σάν µιά καινούργια γέννηση. Μία «ἀναγέννηση» «ἄνωθεν». Ὁ Ἰησοῦς Χριστός στό σοφό Νικόδημο παρουσίασε τό ξαναγέννημα αὐτό τοῦ ἀνθρώπου μέ τά παρά κάτω λόγια: « Ἄν δέν γεννηθεῖ κανείς ἀπό ἄνω δέν μπορεῖ νά δεῖ τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάννου γ΄, 3). Τόνισε στό Νικόδηµο, καί τονίζει καί σ' ἐμᾶς ὅτι ἡ καινούργια ζωή προέρχεται ἀπό πάνω, ἀπό τόν Θεό καί ὄχι ἀπό τόν ἄνθρωπο.

«Οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν» (Ἰωάννου α΄, 13)

     Γιά νά ζήσει κανείς μία ὄμορφη εὐαγγελική ζωή (τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ στή γῆ), θά πρέπει νά ξαναγεννηθεῖ ἀπό τόν Θεό. Τό ἔργο αὐτό τῆς ἀναγέννησης τό κάνει τό Τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό Ἅγιο Πνεῦμα (Πρός Γαλάτας γ΄, 2).

     Ὁ Δαβίδ παρουσιάζει τήν ἀλλαγή αὐτή στή ζωή του μέ τά παρακάτω λόγια: : «Φώναξα δυνατά στόν Κύριο καί μέ ἀνέβασε ἀπό λάκκο ταλαιπωρίας, ἀπό βορβορώδη πηλό, καί ἔστησε στήν πέτρα τά πόδια μου, στερέωσε τά βήματά μου· καί ἔβαλε στό στόμα μου καινούργιο τραγούδι, ὕµνο στό Θεό». (Ψαλµοῦ μ΄, 1-3). Ὁ ἄνθρωπος πού ξαναγεννιέται ἀπό τόν Θεό, ἐλευθερωμένος ἀπό τήν παλαιά του ζωή, κινεῖται μέ σταθερότητα καί βεβαιότητα στή ζωή. Χαίρεται. Ζεῖ χωρίς ἄγχη, μέ μία ἐντελῶς καινούργια διάθεση γιά τή ζωή.

Στό ἐρώτημα πώς ὅμως ξαναγεννιέται ὁ ἄνθρωπος ἀπαντᾶ ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος μέ τήν παραβολή τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ.

Πῶς ὁ ἄσωτος υἱός ἦρθε πίσω στόν πατέρα του καί στήν ὄμορφη οἰκογενειακή ζωή; Μία μέρα, ἐκεῖ πού ἔβοσκε τούς χοίρους, τόν βλέπουμε ξαφνικά νά παίρνει τήν ἀπόφαση (πρῶτο βῆμα) νά γυρίσει πίσω στόν πατέρα του, νά ὁμολογήσει τήν ἀποτυχία του (δεύτερο βῆμα) καί νά ζητήσει ἀπό τόν πατέρα του νά τόν δεχτεῖ (τρίτο βῆμα). Διαβάζουμε ὅτι εἶπε στόν ἑαυτό του: «Θά σηκωθῶ καί θά πάω στόν πατέρα μου καί θά τοῦ πῶ, Πατέρα ἁμάρτησα» (τέταρτο βῆμα) (Λουκᾶ ιε΄, 18). Καί αὐτό ἀκριβῶς ἔκανε. Ἀπό τό «δός μοι» παρεκάλεσε μέ τό «ποίησόν με» (πέμπτο βῆμα).

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καταλάβει ὅτι βρίσκεται μακριά ἀπό τόν Θεό καί λυπηθεῖ γι’ αὐτό, ὅταν ἔρθει στόν Θεό καί μέ ταπεινό πνεῦµα ζητήσει ἀπό Αὐτόν νά τόν δεχτεῖ, τότε καί μόνο τότε ὁ Θεός τόν δέχεται καί τοῦ χαρίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα γιά νά τόν ὁδηγήσει στή νέα ζωή. Αὐτό ἔκανε καί ὁ ἄσωτος υἱός. Αὐτό ὅρισε ὁ Θεός νά κάνει κάθε ἄνθρωπος πού ἐπιθυµεῖ μία νέα ζωή. Μέ μετάνοια γιά τίς ἁμαρτίες του, μέ πίστη στόν μόνο Σωτήρα, τόν Ἰησοῦ Χριστό, νά ζητήσει μέσα ἀπό τήν καρδιά του ὁ Θεός νά τόν δεχθεῖ καί νά τόν κάνει ἕνα καινούργιο ἄνθρωπο.

Μετά ἀπό τήν συνδιαλλαγή αὐτή μέ τόν Πατέρα, ὁ Θεός μέ τό Ἅγιό Του Πνεῦμα ξαναγεννᾶ τόν ἄνθρωπο καί μένει στή ζωή του βοηθός καί προστάτης Του. Ἡ ζωή μετά τήν ἀναγέννηση εἶναι μία ζωή γεμάτη ἀπό «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστοήθεια, ἀγαθωσύνη, πίστη, πραότητα, ἐγκράτεια». (Πρός Γαλάτας ε΄, 22).

Αὐτό ζητάει ὁ ἄνθρωπος σήμερα!

Γι’ αὐτό χρειάζεται ν’ ἀλλάξει μέ εἰλικρίνεια καί ταπεινό πνεῦµα τήν ζωή του καί τότε θά πνεύσει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί οἱ σκέψεις του, τά συναισθηματά του καί οἱ ἐπιθυμίες του οἱ λόγοι του καί οἱ πράξεις του θά εἶναι «σφραγισμένες» ἀπό τήν θεία χάρη.

«Εἰ δὲ Πνεύματι ἄγεσθε, οὐκ ἐστὲ ὑπὸ νόμον» (Πρός Γαλάτες ε΄, 18)

2 Ἰουνίου 2018

Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ

Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

«Αὕτη ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή,

 ἵνα γινώσκωσι σέ τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν

καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν».

(Ἰωάννου ιζ΄, 3 ἴδε καί  Α΄ Ἰωάννου ε΄,11)

                                                         

     Θά ἦταν ἀφόρητη δυστυχία ἡ ἀνθρώπινη ζωή, ὁ ἄνθρωπος μέ τίς ἐκπληκτικές διανοητοψυχικές καί πνευματικές του δυνάμεις, νά περιορίζεται μέσα στά στενά καί βραχέα ὅρια τοῦ ρέοντος χρόνου, περίπου ἑνός αἰώνα, διαβίωσής του στή γῆ καί μετά νά ἐρχόταν ἡ ἀνυπαρξία του, ἡ διάλυση τοῦ εἶναι του, ἡ ἐκμηδένισή του. Τί θά ὠφελοῦσαν οἱ ἀγῶνες του στή μικρή αὐτή γήϊνή διαδρομή του, μέ τίς θλίψεις, μέ τίς πικρίες, μέ τίς ἀγωνίες, μέ τίς προσπάθειες, μέ τίς ἀδικίες, μέ τίς ἀρρώστιες, μέ τίς διάφορες καταστροφές καί μέ τά τόσα ἄλλα ἀμέτρητα λυπηρά, μέ, ἀπέναντι σέ ὅλα αὐτά, ἐλάχιστες, ἀτελεῖς καί μετρημένες πραγματικές χαρές καί ἀπολαύσεις;

     Ἡ ἀθανασία, ἡ αἰώνια ζωή, λύνει τό ὑπαρξιακό  πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου κι ἀπαντᾶ στό δίλημμα, στό ἀδιέξοδό του, καί στό ἀσύμφορο τῆς ζωῆς του. Καί ἡ αἰώνια ζωή εἶναι ἡ Γνώση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

    Στόν παρόντα περιορισμένο φυσικό κόσμο, ἡ γνώση γενικά εἶναι θεμελιῶδες καί μοναδικό χάρισμα τοῦ ἀνθρώπου καί γνώρισμα. Καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι «τό μέτρον πάντων χρημάτων» κατά τούς ἀρχαιοέλληνες προγόνους μας. Ὁ διφυής ἄνθρωπος μέ τό σῶμα του καί μέ τήν ψυχή του. Στό Χριστιανικό βίωμα ὁ ἄνθρωπος, «προσδοκᾶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Πρότυπο τῆς αἰώνιας ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἱστορικός Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, πού μέ ἀθάνατη, ψυχή καί σῶμα, ἀνανεωμένο μετά τήν Ἀνάστασή Του, μέ ἄφθαρτο, πνευματικό σῶμα, ἐφανερώθηκε ἐννέα φορές σέ μαθητές καί μαθήτριές Του, καί πού ἔμπαινε κι ἔβγαινε «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», καί πού ἔπειτα μ’ αὐτό Ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς. Τί παρήγορο, ἀλλά συγχρόνως καί ἱστορικό πρότυπο ἀθανασίας στό Χριστιανισμό, ἡ ἀθάνατη διάρκεια τοῦ ἀνθρώπου, ἀκέραιου καί μέ τήν ψυχή του καί μέ τό σῶμα του! Καθώς καί ἡ πορεία τῆς χωρίς τέλος πνευματικῆς ἐξέλιξης τοῦ κάθε βιωματικοῦ καί γενικά τοῦ κάθε σωζόμενου πιστοῦ στήν εἴσοδο τῆς βαθμιαίας Γνώσης τοῦ Θεοῦ, τῆς Θεωρίας τοῦ Θεοῦ, τῆς Θεοπτίας, τῆς Μέθεξης, τῆς ἀγαπητικῆς Κοινωνίας, πού κι ἀπ’ αὐτόν τόν κόσμο χαρίστηκε ἀπ’ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σέ ἀρκετούς, ὅπως π.χ. στόν Ἀπόστολο Παῦλο, «ἀναβάντα μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί ἀκούσαντα ἄρρητα ρήματα» (Β΄ Πρός Κορινθίους ιβ΄, 4), καί σέ πολλούς ἄλλους

    Ἡ Γνώση τοῦ Θεοῦ αὐτή πού σπέρνεται κι ἀρχίζει ἀπό ἐτοῦτο τόν κόσμο, σάν βίωμα Χριστιανικό, λαμβάνεται καί χαρίζεται σάν «οἰκία τοῦ Πατρός», στόν Παράδεισο, στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού ἀρχίζει ἀπό τήν παροῦσα ζωή σάν στράτευση καί καταλήγει στόν οὐρανό σάν ἔπαθλο γιά τόν καθένα, τόσον ὅσο μπορεῖ αὐτός καί ἀξίζει νά τή δέχεται καί νά τήν οἰκειοποιεῖται. Καί ἐκείνη ἡ ἀπόκτηση ὁρίζεται ἀπό τά λόγια τοῦ Χριστοῦ τῆς ὑπέρφαντης Ἀγάπης, πού εἶπεν, «ἐν τῇ Οἰκίᾳ τοῦ Πατρός μου Μοναί πολλαί εἰσιν» (Ἰωάννου ιδ΄, 2). Ὅλα δέ αὐτά, σέ χρόνο ἀτέρμονα καί αἰώνιο θά ἀποκτῶνται ἀπό τόν καθένα, στούς νοητούς αὐτούς χώρους, μεταφυσικά, ὑπερβατικά, μέ διατήρηση αἰωνίως καί ἀτελευτήτως στήν ἀκέραια, μᾶλλον δέ τελειοποιημένη, μορφή τῆς προσωπικότητάς του, μέ τήν ψυχή καί μέ τό τέλειο σῶμα Του, χωρίς τό φόβο τοῦ φτασίματός Του σέ κάποιο τέλος πού θά ἦταν πέρας ἡ κόρος, γιατί ἡ ἀληθής καί ἀπόλυτη Γνώση τῶν Βαθέων του Θεοῦ, εἶναι δυνατότης μόνον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α΄  Πρός Κορινθίους β΄,10).

     Ἀλλ’ αὐτή ἡ βαθμιαία ἀποκτώμενη, ἀπό τόν ἄνθρωπο, Γνώση τοῦ Θεοῦ, Γνώση τῶν μυστηρίων καί τῆς φωτοχυσίας τῆς Θεότητας, χωρίς τέλος, εἶναι ἡ ἀσίγαστη καί ἀτέλευτη πρόοδος καί ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ παρηγοριά του καί τό μόνο ἀντιστάθμισμα στήν πρόσκαιρη παροῦσα ζωή, εἶναι ἡ καταξίωσή του, εἶναι ὁ πραγματικός προορισμός του, πού κατευθύνεται ἀπό τό Πανάγιο Πνεῦμα, γιά νά γνωρίση, (μέ πλήρη καί τέλεια τήν προσωπικότητά του καί τήν ἀνθρώπινη ὑπόστασή του), καί νά ἐμβαθύνει ἀσταμάτητα, καί νά γνωρίζει μέ ἄφατη καί ἀταλάντευτη ἀγαλλίαση «τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν» καί τόν ἀπεσταλμένο Θεάνθρωπον Ἰησοῦ Χριστό, μέσα σέ ἐπίσης ἀτελεύτητη δοξολογία.

     Ἀντίθετα, ὅμως, Ἀλλοίμονο! Τό χάσιμο τῶν πάρα πάνω ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ὁ πνευματικός του θάνατος, ἡ στέρηση τῆς Γνώσης τοῦ Θεοῦ, ἡ πνευματική του καταδίκη, ἡ αἰώνια Κόλασή του, ἡ ἀδυναμία Κοινωνίας δηλ. ἐπικοινωνίας του μέ τήν Θεότητα.

    Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα πού ἀπηύθυναν κάποτε στόν Ἰησοῦ, «τίς ἄρα δύναται σωθῆναι» (Ματθαίου ιθ΄, 25), μπορεῖ νά ἐρωτηθεῖ καί σήμερα μέ τή διατύπωση, τί θά γίνουν τόσοι καί τόσοι ἔξω ἀπό τή χάρη τῆς Ἐκκλησίας, τόσοι αἱρετικοί ἀλλόθρησκοι, ἄθεοι καί ἄθρησκοι, θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ ἴδια πού ἔδωσε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός «οὐχ ὑμῶν ἔστιν γνῶναι χρόνους ἤ καιρούς οὕς ὁ πατήρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ» (Πράξεων α΄, 7) διότι «τά ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις, δυνατά ἐστι παρά τῷ Θεῶ», (Λουκᾶ ιη΄, 27) καί ἀκόμη, ἡ ἔννοιά του ὅτι «οὐκ ἀδυνατήση παρά τῷ Θεῶ πᾶν ρῆμα» (Λουκᾶ α΄, 37).

29 Μαΐου 2018

Ὁ ἕτερος νόμος

Ὁ ἕτερος νόμος

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

 

Μία δραματική ἐσωτερική πάλη διεξάγεται συνεχῶς μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, μεταξύ τοῦ Κακοῦ καί τοῦ Καλοῦ. Καί ἡ πάλη γιά τήν ἐπικράτηση  τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου εἶναι σκληρή. Τρικυμίες ξεσηκώνονται  στό ἐσωτερικό τοῦ ἀνθρώπου καί τραγικά διλήμματα συγκλονίζουν τή διάνοιά του, καθώς ἡ σκυτάλη τῶν ἀποφάσεών του φέρεται ἀπό τό Καλό πρός τό Κακό ἤ καί ἀντίθετα.

Ἡ μάχη αὐτή διαρκεῖ σ’ ὅλη τή ζωή μας καί συνάπτεται μέ τίς  σάλπιγγες τῆς συνειδήσεώς μας πού μᾶς καλοῦν ν’ ἀντισταθοῦμε μ’ ὅλες τίς ψυχικές μας δυνάμεις, γιά νά νικήσουμε τά πάθη, πού ἐνισχυμένα εἴτε ἀπό τό γύρω μας περιβάλλον εἴτε ἀπό τήν ἐσωτερική παρόρμηση ἐκτοξεύουν πύρινα βέλη καί κάποτε μᾶς ρίχνουν ἡττημένους στό πεδίο τοῦ ἀγῶνος. Καί δέν ὑπάρχουν τότε ὀδυνηρότερες στιγμές ἀπό ἐκεῖνες τῆς ἐξουθενωτικῆς συντριβῆς καί τοῦ ταπεινωτικοῦ αὐτοεξευτελισμοῦ. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς τόν ἀόρατο πόλεμο πολύ παραστατικά μας ὁμιλεῖ ὁ -Ἀπόστολος Παῦλος:

«Βλέπω ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καί αἰχμαλωτίζοντά με τῷ νόμω τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου» (Πρός Ρωμαίους ζ΄, 23).

Ὁ πιστός ὀφείλει νά ἔχει ὑπ’ ὄψη του τόν χαρακτήρα αὐτῆς τῆς πάλης καί τά γνωρίσματά της. Σ’ αὐτό μᾶς βοηθεῖ ὁ ἀποστολικός λόγος:

«Ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις»  (Πρός Ἐφεσίους στ΄, 12 )

Πῶς, λοιπόν, θά κατανικηθεῖ αὐτός ὁ τόσο ἰσχυρός νόμος, καί ποιός θά μᾶς λυτρώσει ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας πού ζητοῦν νά μᾶς ὑποδουλώσουν καί νά ὑποτάξουν τή θέλησή μας στήν ἁμαρτία; Καί πώς ὁ «ἕτερος νόμος» θά βρεῖ τόν ἰσχυρό ἀντίπαλο, γιά νά ὑποκύψει στόν «νόμο τοῦ νοός»; Ὁ παντοδύναμος αὐτός σύμμαχος εἶναι ὁ Θεός. Αὐτόν πρέπει νά ἐγκαταστήσουμε μέσα μας, μέ τήν συμμετοχή μας στά ἱερά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Τά ὅπλα μας τά πνευματικά εἶναι οἱ ἀρετές πού ὡς πνευματική πανοπλία προστατεύουν τόν πιστό ἀπό τίς μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ (Πρός Ἐφεσίους στ΄, 13-18). Συγχρόνως θά ἀποκρούσουμε τίς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος πού ἀπέκρουσε τούς πειρασμούς Του στό ὄρος τῶν πειρασμῶν (Λουκᾶ δ΄, 1-13) μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ: «Ἰησοῦς δὲ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου ὑπέστρεψεν ἀπὸ τοῦ ᾿Ιορδάνου, καὶ ἤγετο ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὴν ἔρημον
 ἡμέρας τεσσαράκοντα πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου, καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· καὶ συντελεσθεισῶν αὐτῶν ὕστερον ἐπείνασε. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ διάβολος· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ τῷ λίθῳ τούτῳ ἵνα γένηται ἄρτος. καὶ ἀπεκρίθη ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς αὐτὸν λέγων· γέγραπται ὅτι οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ. Καὶ ἀναγαγὼν αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν ἔδειξεν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τῆς οἰκουμένης ἐν στιγμῇ χρόνου, καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ διάβολος· σοὶ δώσω τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἅπασαν καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν, ὅτι ἐμοὶ παραδέδοται, καὶ ᾧ ἐὰν θέλω δίδωμι αὐτήν. Σὺ οὖν ἐὰν προσκυνήσῃς ἐνώπιόν μου, ἔσται σου πᾶσα. Καὶ ἀποκριθεὶς αὐτῷ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις. Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν εἰς ῾Ιεροσόλυμα, καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε, καὶ ὅτι ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου. Καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι εἴρηται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου. Καὶ συντελέσας πάντα πειρασμὸν ὁ διάβολος ἀπέστη ἀπ᾿ αὐτοῦ ἄχρι καιροῦ
» (Λουκᾶ δ΄, 1-13).

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος συμβουλεύει τούς πιστούς : «Ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ καί φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν» (Ἰακώβου δ΄, 7)

Τότε, ὅπως ἔπεσαν τά τείχη της Ἱεριχοῦς, ἔτσι καί τό κάστρο τῆς ἁμαρτίας θά καταπέσει. Τό φρόνημα τῆς ἁμαρτίας θά ὑποχωρήσει στή χάρη τοῦ Πνεύματος.

Ἄς εἴμαστε, λοιπόν, ἄγρυπνοι στίς ἐπάλξεις καί ἕτοιμοι νά ἀγωνισθοῦμε τόν κατά τοῦ «ἑτέρου νόμου» ἀγώνα, γιά νά κερδίσουμε τόν στέφανον, «ὅν ἀπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτον» (Ἰακώβου α΄, 12).

14 Μαΐου 2018

Ἐπιστήμη καί Θρησκεία

Ἐπιστήμη καί Θρησκεία

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ.

                                                          Δημοσιεύθηκε 12.5.2018

Εἶναι, ἄρα γέ, ἀλήθεια πώς ἡ Ἐπιστήμη καί ἡ Θρησκεία δέν συμφωνοῦν ὅπως θέλουν νά παραστήσουν μερικοί; Γιά ν’  ἀπαντήσουμε  σ’ αὐτό θἄπρεπε πρῶτα ἀπ’ ὅλα νά ξεχωρίσουμε καλά-καλά τούς ὅρους. «Ἐπιστήμη» καί «Θρησκεία». Εἶμαι δέ βέβαιος πώς ἡ περίφημη...«σύγκρουση» τῆς Ἐπιστήμης καί Θρησκείας δέν ἔχει καμμιά σχέση οὔτε μέ τήν πραγματική  Ἐπιστήμη, οὔτε μέ τόν ἀληθινό Χριστιανισμό.

Κακοί ἐργάτες τῆς Ἐπιστήμης ἀπ’ τή μία καί ἀδέξιοι κάποτε ἀντιπρόσωποι τῆς θρησκείας ἀπ’ τήν ἄλλη, αὐτοί συγκρούονται μεταξύ τους καί φορτώνουν τίς δικές τους ἁμαρτίες στίς ἴδεες πού τόσο ἄσχημα ἐξυπηρετοῦν.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι μία, μ’  ὅποια μορφή κι’ ἄν παρουσιάζεται, καί δέν μπορεῖ νά συγκρούεται μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό της. Αὐτῆς τῆς μίας ἀλήθείας ὄργανα εἶναι ἡ Ἐπιστήμη καί ἡ Θρησκεία.

Καί ἡ ἀληθινή Ἐπιστήμη καί ἡ ἀληθινή Θρησκεία δέν εἶναι παρά ἡ ἀλήθεια σέ δυό διαφορετικές μορφές. Ἡ Ἐπιστήμη εἶναι ἀλήθεια γιά τά φυσικά πού ἀνακαλύπτονται ἀπ’ τούς ἀνθρώπους καί ἡ Θρησκεία εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τά ὑπερφυσικά πού ἀποκαλύπτονται ἀπό τόν Θεό.

«Σύγκρουση» γίνεται, ὅταν ξεχασθεῖ ἡ γραμμή πού χωρίζει τίς ἐνέργειές τους καί πού ἑνώνει μεταξύ τους καί τά δύο αὐτά μέσα, μέ τά ὁποία ἡ ἀλήθεια φανερώνεται στόν ἄνθρωπο, πού ὁλόψυχα τή γυρεύει σ’ ὅλη του τή ζωή. Ὅσες φορές, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος θέλει νά προχωρήσει πιό πέρα ἀπ’ τά πράγματα, πού ἡ  Ἐπιστήμη μπόρεσε νά ἐξακριβώσει, καί διατυπώνει θεωρίες γιά τήν πιθανή λύση τῶν προβλημάτων, γιά τά ὁποία ἡ Θρησκεία ἔχει μία ἕτοιμη ἀπάντηση, πού δέν θέλει αὐτός νά τήν δεχθεῖ-ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς Ἐπιστήμης-τότε ἔχουμε μία «σύγκρουση» μέ τίς θρησκευτικές ἀρχές. Μά αὐτή ἡ σύγκρουση δέν εἶναι σύγκρουση τῆς Ἐπιστήμης, ἀλλά τῶν θεωριῶν πού βγαίνουν ἔξω ἀπ’ τά βέβαια συμπεράσματα, στά ὁποῖα ἔχει καταλήξει ἡ Ἐπιστήμη. Αὐτή εἶναι ἡ πιό συνηθισμένη, σήμερα τουλάχιστον, μορφή τῆς συγκρούσεως μέ τήν θρησκεία.

Ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά, ὅσες φορές οἱ ἀντιπρόσωποι κάποιας Ἐκκλησίας (εὐτυχῶς, ὄχι στήν Ἀνατολική τήν δική μας Ὀρθόδοξη  Ἐκκλησία) νόμισαν πώς θίγεται ἡ θρησκευτική πίστη μέ ἐπιστημονικές γνῶμες πού καθόλου δέν πείραζαν τά προβλήματα πού ἐνδιαφέρουν τήν Θρησκεία (γιατί ἡ Θρησκεία δέν θέλησε ποτέ- εἶναι Βλασφημία τό ἀντίθετο- νά περιορίσει τήν ἐλεύθερη ἔρευνα καί δέν ἐφοβήθηκε ποτέ τήν ἀληθινή Ἐπιστήμη), τότε εἴχαμε μία ἄλλη μορφή συγκρούσεως μέ τήν Ἐπιστήμη πού ὑπεύθυνη δέν ἦταν ἡ Θρησκεία ἡ ἴδια, ἀλλά μερικοί κακοί ἐρμηνευτές τῆς Γραφῆς καί μερικοί κακοί ἀντιπρόσωποι-τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης

Ἡ Θρησκεία  δέν ἀπαγορεύει τήν ἔρευνα-τό «πίστευε καί μή ἐρεύνα» δέν ὑπάρχει πουθενά γιατί δέν φοβᾶται τίποτε ἀπό τήν ἀληθινή Ἐπιστήμη. Δέν εἶναι ὅμως Ἐπιστήμη κάθε γνώμη πού λέγεται στό ὄνομά της ἄν δέν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐρεύνης πιστοποιη μένο μέ ἀποδείξεις πού μποροῦν νά βγάλουν ἀπ’ τή μέση κάθε ἀμφιβολία. Οἱ πιθανολογίες πού βγαίνουν πότε μέ τήν μία μορφή πότε μέ τήν ἄλλη, γιά νά ἐξηγήσουν πράγματα πού εἶναι ἀκόμα πηγές προβλημάτων γιά τήν Ἐπιστήμη, εἶναι ἁπλές θεωρίες πού μποροῦν νά γίνουν, μποροῦν ὅμως καί νά μή γίνουν ποτέ ἐπιστημονικά πορίσματα.

Ὅταν αὐτές οἱ πιθανολογίες φθάνουν στό ζήτημα τῆς ἀρχῆς τοῦ κόσμου καί τῆς πρώτης αἰτίας, τότε πιά ἔχομε φιλοσοφικές θεωρίες,  πού εἶναι τόσο πολλές, ὅσοι καί ἐκεῖνοι πού ἀσχολοῦνται μ’ αὐτές. Στά πιθανολογήματα αὐτά ἡ θρησκεία δέν μπορεῖ νά δώσει προσοχή. Ὁ ἀληθινός σοφός, πού μαζί μέ τόν Σωκράτη θά μπορέσει νά ξέρει μέχρι πού φθάνουν οἱ γνώσεις του οἱ πραγματικές, δέν μπορεῖ ποτέ νά ἰχυρισθεῖ, πώς αὐτές οἱ πιθανολογίες μποροῦν ν’ ἀπαιτήσουν νά τά βάλουν μέ τήν θρησκευτική πίστη, στό ὄνομα δῆθεν τῆς Ἐπιστήμης καί τῆς λογικῆς. Ἀφοῦ κι’ αὐτές οἱ θεωρίες δέν ἀπαιτοῦν παρά πίστη γιά νά γίνουν ἀποδεκτές. Δέν μπορεῖ, ἐπίσης ὁ ἀληθινός ἐπιστήονας νά ἰσχυρισθεῖ ποτέ, πώς δέν μπορεῖ, τάχα, νά δεχθεῖ τίποτε ἔξω ἀπ’ τά δεδομένα τῆς ἐπιστήμης του ἀφοῦ γιά τήν ἐξήγηση τόσων καί τόσων φαινομένων τῆς ἐπιστήμης εἶναι ὑποχρεωμένος νά πιστεύει πότε τήν μία καί πότε τήν ἄλλη θεωρία καί ἀφοῦ, γιά νά προχωρήσει ὁποιαδήποτε Ἐπιστήμη στό δρόμο της, ἔχει ἀνάγκη κι’ αὐτή νά βασισθεῖ σ’ ὁρισμένες βασικές ἀρχές πού, ὅσο κι’ ἄν εἶναι φανερές. δέν μποροῦν νά ἀποδειχθοῦν μέ τήν γνωστή μέθοδο τῆς λογικῆς. Κάθε Ἐπιστήμη ξεκινᾶ ἀπό τίς ὁρισμένες αὐτές ἀρχές πού τίς λέμε «ἀξιώματα», καί πού εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τίς προχωρήσωμε σ’ αὐτήν.

Ἡ Θρησκεία εἶναι «τό ναυαγοσωοτικό», ἐκεῖ πού πελαγώνει καί πνίγεται ἡ Φιλοσοφία, στά βασικά ζητήματα πού ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν ζωή καί μέ το μέλλον τοῦ ἀνθρώπου, σέ ζητήματα πού δέν μποροῦν νά περιμένουν καί πού ὁ ἄνθρωπος δέν μποροῦσε νά βρεῖ τήν λύση μόνος του. Στά ζητήματα αὐτά καμμιά σύγκρουση δέν γίνεται μέ τήν πραγματική Ἐπιστήμη, γιατί κανένας σήμερα δέν μπορεῖ στό ὄνομα τῆς Ἐπιστήμης νά πεῖ τίποτε γιά τά ζητήματα αὐτά, στά ὁποῖα μονάχα ἡ Θρησκεία ἀπαντᾶ. Ἄς μή κάνουμε, λοιπόν, σύγχυση μεταξύ διαφόρων ἐννοιῶν, γιά νά  μπορέσουμε νά συνεννοούμεθα γιά θέματα τόσο σπουδαῖα, νά μπορέσουμε νά συνεννοούμεθα, ὅταν μιλοῦμε γιά θέματα τόσο σπουδαῖα καί ὑψηλά. Ἡ Ἐπιστήμη δέν ἔχει νά πεῖ τίποτε ἀντίθετο σέ ὅσα διδάσκει ἡ Θρησκεία, γιατί αὐτά τά ζητήματα εἶναι ἔξω ἀπό τά ὅρια τῶν γνώσεων, πού ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος μέσα στά ἐργαστήριά του. Οὔτε ἡ Θρησκεία ἔχει καμμία ἀξίωση νά ἀναμιγνύεται σέ ζητήματα πού μπορεῖ νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος μόνος του μέ τά μέσα πού τόν χάρισε ὁ Θεός. Ὅταν καί οἱ φυσικοί Ἐπιστήμονες καί οἱ χριστιανοί Θεολόγοι δέν βγαίνουν ἀπό τά ὅρια τοῦ προορισμοῦ τους, σύγκρουση καμμιά δέν μπορεῖ νά συμβεῖ.

Αὐτή εἶναι ὅλη ἡ ἀλήθεια.

28 Ἀπριλίου 2018

Τό Χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο

Τό Χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

    Βρισκόμαστε τώρα στήν ἑορταστική  περίοδο τοῦ Πεντηκο- σταρίου, πού ἄρχισε ἀπό τήν ἁγία νύκτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, γιά νά τελειώσει τήν Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων. Εἶναι ἡ περίοδος αὐτή τοῦ Πεντηκοσταρίου ἡ λαμπρότατη περίοδος τῆς λατρευτικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.

    Τό «χαρμόσυνον» -ὅπως πολύ δίκαια ὀνομάζεται-Πεντηκοστάριο εἶναι ἡ ἀναγκαία συνέχεια τοῦ «κατανυκτικοῦ» Τριωδίου. Διότι χωρίς τήν συνέχεια αὐτή θά δίδεται ἡ ψευδής ἐντύπωση, ὅτι, τάχα, ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἡ θρησκεία τῆς θλίψεως καί τῶν δακρύων.

   Τό Τ ρ ι ώ δ ι ο, πού ἄρχισε μέ τήν παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου καί τελείωσε μέ τήν Ταφή τοῦ Κυρίου, ἦταν ἡ περίοδος ἔντονου πνευματικοῦ ἀγώνα, μιᾶς συστηματικῆς καί κοπιαστικῆς προσπάθειας γιά τήν ἐπιδιόρθωση τῶν ἀτελειῶν τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Τό Π ε ν τ η κ ο σ τ ά ρ ι ο ἀποτελεῖ τήν βράβευση τοῦ ἀγώνα ἐκείνου καί μᾶς δίνει τήν καρποφορία τοῦ πνευματικοῦ μας μόχθου εἶναι ἡ ἀπάντηση τῆς θεϊκῆς Ἀγάπης στήν ἀγωνία τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας καί ἡ ἐγγύηση τῆς αἰσίας λύσεως τοῦ δράματος τῆς ψυχῆς.

    Οἱ θλιβερές σκέψεις περί τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτωλότητος καί περί τῆς ἀνικανότητος πού συχνά μαρτυρεῖ ἡ ἐσωτερική μας πείρα παρέρχονται ὅπως ὁ ἄνθρωπος  ἐπιτύχει τήν ποθητή τελειότητα τότε οἱ στεναγμοί γιά τίς πτώσεις ἐκείνου πού παλεύει ἐναντίον τοῦ κακοῦ καί γιά τά δυσκολοθεράπευτα ἠθικά τραύματα, πού συχνά ἀφήνει αὐτή ἡ πάλη ὅλα ἐξαφανίζονται, διασκορπίζονται κάτω ἀπό τήν ἀναδημιουργική πνοή τοῦ Ἀναστάντος Λυτρωτοῦ. Διότι μέ αὐτή τήν πνοή ὁ ἕως τώρα ἀνίσχυρος ἄνθρωπος, γίνεται, κατά κάποιο τρόπο, παντοδύναμος καί ὁ ἡττημένος τῆς χθές μεταβάλλεται τώρα σέ θριαμβευτή.

    Ἀρχίζει τό Π ε ν τ η κ ο σ τ ά ρ ι ο  τή νύκτα τοῦ Πάσχα μέ τόν νικητήριο παιάνα τῆς  Ἀναστάσεως τοῦ Ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου καί τελειώνει στήν ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων μέ τά ἐπινίκια ἄσματα τοῦ θριάμβου τῶν πιστῶν τοῦ Ἀναστάντος, ἐκείνων πού δέχθηκαν τήν ἁγία Του πρόσκληση, πού ἔμειναν πιστοί

«ἐν τῇ ἀγάπῃ Του» καί πού ἀκολούθησαν πιστά καί πρόθυμα τά ἴχνη τοῦ Ἀγαπήσαντος ἐμᾶς.

    Οἱ ἐννέα Κυριακές, πού περιλαμβάνει αὐτή ἡ περίοδος διακρίνονται σέ τρεῖς συμμετρικές ὁμάδες, κάθε μία ἀπό τίς ὁποῖες περιλαμβάνει τρεῖς Κυριακές.

    Ἡ πρώτη τριάδα τῶν Κυριακῶν (Πάσχα-Θωμᾶ-Μυροφόρων)  ἀναφέρεται ἀποκλειστικῶς στήν ἐξύμνηση τῆς Ἀναστάσεως καί στήν μελέτη τῶν περιστατικῶν της καί τῶν προσώπων, τά ὁποῖα ἔδρασαν σ’ αὐτά.

  Ἡ δεύτερη τριάδα τῶν Κυριακῶν (Παραλύτου-Σαμαρείτιδος- Τυφλοῦ), ἐκτός ἀπό τήν συνήθη σ’ ὅλες τίς Κυριακές τοῦ ἔτους ἀναστάσιμη ὑμνολογία καί τά μεθεόρτια ἄσματα τοῦ Πάσχα, εἶναι ἀφιερωμένη εἰδικώτερα στήν ὑπογράμμιση τριῶν γεγονότων ἀπό τόν βίο τοῦ Κυρίου, τά ὁποῖα ἀναφέρονται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή  Ἰωάννη, πού διαβάζονται στίς λειτουργίες μας αὐτή τήν ἐποχή. Πρόκειται περί τῆς θεραπείας τοῦ Παραλυτικοῦ τῆς  κολυμβήθρας τῆς Βηθεσδά, περί τῆς συναντήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τήν Σαμαρείτιδα ἔξω ἀπό τήν Σιχάρ τῆς Σαμαρείας κοντά στό φρέαρ τοῦ Ἰακωβ καί περί τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ τῶν Ἱεροσολύμων, τόν ὁποῖον ὁ Κύριος θεράπευσε δημιουργώντας καί ἐμφυτεύοντας ὀφθαλμούς στίς κενές κόγχες τοῦ προσώπου του καί τόν  διέταξε νά νιφθεῖ στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ.

   Οἱ τρεῖς αὐτές ἐορτές ἀφοροῦν γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, πού συνέβησαν πολύ πρίν ἀπό τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του καί ἔχουν σχέση μέ τό ὕ δ ω ρ. Θεωρήθηκαν δέ κατάλληλες γιά τήν ἐποχή αὐτή, ἕνεκα προφανῶς τῆς σπουδαιότατης διδακτικῆς σημασίας, τήν ὁποία ἔχουν γιά τούς Χριστιανούς, πού ἀνεγεννήθηκαν στό ὕδωρ τῆς ἱερᾶς  Κολυμβήθρας τοῦ Βαπτίσματος,

ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, ὁμαδικῶς βαπτίζονταν ἄλλοτε κατά τήν νύκτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.

   Οἱ τρεῖς τελευταῖες Κυριακές (Ἁγίων Πατέρων - Πεντηκοστῆς -Ἁγιων Πάντων) ἀναφέρονται στίς συνέπειες, τά ἀποτελέσματα, τῆς Ἀναστάσεως- καί στήν ὁλοκλήρωση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ στήν Τεσσαρακοστή ἀπό τοῦ Πάσχα μέρα ἑορτάζεται ἡ θριαμβευτική στούς οὐρανούς  Ἀνάληψη τοῦ Θεανθρώπου Σωτῆρος, στήν  βάση τῆς ἱστορικῆς ἀφηγήσεως τοῦ Εὐαγγελιοτοῦ Λουκᾶ.

    Κατά τήν τελευταία αὐτή τριάδα τῶν Κυριακῶν τοῦ Πεντηκοσταρίου: α) Πανηγυρίζεται ἡ καθιέρωση τοῦ δόγματος περί τῆς θεότητος τοῦ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος καί στούς οὐρανούς ἀναληφθέντος Σωτῆρος καί διακηρύσσεται περί αὐτῆς ἀκλόνητη πίστη τῆς Ἐκκλησίας, τήν Κυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων. β) Ἑορτάζεται ἡ ἐπέτειος τῆς ἱερᾶς ἡμέρας κατά τήν ὁποία  ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔκαμε τήν Ἐκκλησία ἱκανή γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ θείου προορισμοῦ της στήν γῆ, τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς  γ) Ἀναπέμπονται, τήν Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, οἱ δοξολογίες τῆς ἐπί τῆς γῆς Ἐκκλησίας πρός τόν Θεῖο  Ἱδρυτή καί Ἀρχηγό της γιά τά κατορθώματα τῶν Ἁγίων Του καί γιά τήν συγκρότηση τῆς ὑπερκοσμίου Ἐκκλησίας τῶν ἐκλεκτῶν, πού θ’ ἀποτελέσει τήν «καινήν γῆν» τήν ὁποία «προσδοκῶμεν», κατά τό γραφικόν, καί στήν ὁποία θά ἐπανεύρει ἡ ἀνθρωπότητα τήν μακαριότητα τοῦ «Παραδείσου τῆς τρυφῆς» πού ἔχασε ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας.

  Ἀλλά τό ἔργο αὐτό τῆς λυτρώσεως καί τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τό ἔργο-ὅπως λέγεται- τῆς Θείας Οἰκονομίας, εἶναι ἀποκύημα μόνης της θείας Σοφίας, τῆς ὁποίας ἔργον εἶναι καί ὅλη ἡ ὁρατή καί ἡ ἀόρατος δημιουργία. Ἡ Θεία Σοφία τοῦ Δημιουργοῦ, ἡ ὁποία μάλιστα ἐνσαρκώθηκε καί ἐνανθρώπησε ἐν τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ, ἐξυμνεῖται σέ μία ἰδιαίτερη ἑορτή μέ τά μᾶλλον ὑπέροχα σέ πνευματικό περιεχόμενο ἐκκλησιαστικά ἄσματα τοῦ Πεντηκοσταρίου.

   Ἡ ἑορτή αὐτή ἔχει τεθεῖ στό μέσον ἀκριβῶς τῶν δύο μεγίστων ἑορτῶν αὐτῆς τῆς περιόδου, μεταξύ τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς, τήν εἰκοστή πέμπτη ἡμέρα ἀπό τοῦ Πάσχα.  Ἡ ἑορτή εἶναι γνωστή, γι’ αὐτό, μέ τό ὄνομα τῆς Μεσοπεντηκοστῆς καί χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἱερά μας ὑμνολογία ὡς «ἡ μεσότης τῶν ἡμερῶν τῶν ἐκ τῆς σωτηρίου ἀρχομένων Ἐγέρσεως, Πεντηκοστῇ δέ τῇ Θείᾳ σφραγιζόμενων» καί «τάς λαμπρότητας ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα καί ἑνοῦσα τάς δύο».

   Ἡ λατρεία κατά τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου εἶναι γεμάτη ἀπό χαρά καί ἀπό ἐλπίδα καί γι’ αὐτό ἄριστα συνδυάζεται μέ τήν ὡραιότερη ἐποχή τοῦ ἔτους, τήν ἐποχή τῆς ἀφθονίας τοῦ φωτός, τοῦ πλούτου τῶν χρωμάτων καί τῆς ποικιλίας τῶν μύρων τῆς ἀνοίξεως. Καί μέ τά χαρούμενα τραγούδια τῶν πουλιῶν τοῦ ἀνοιξιάτικου οὐρανοῦ θαυμάσια ἐναρμονίζονται οἱ πανηγυρικοί τόνοι τῶν ἐμπνευσμένων ὕμνων, μέ τούς ὁποίους οἱ μελωδοί τοῦ Πεντηκοσταρίου, Ἕλληνες ὅλοι τήν καταγωγήν καί τήν μόρφωση, ἐξυμνοῦν τό θαῦμα τῆς ἀναγεννήσεως τῆς ἀνθρωπότητος, τό ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἡ θεϊκή Ἀγάπη.

   Εἶναι λοιπόν ἡ ψυχολογία, ἡ φιλοσοφία καί ἡ ποίηση τοῦ Πεντηκοσταρίου ἐκείνη, πού ἄριστα ἀνταποκρίνεται στίς διαθέσεις καί στόν χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς. Καί γι’ αὐτό ὁ εὐσεβής ἑλληνικός λαός περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη λατρευτική περίοδο αἰσθάνεται τήν γοητεία, πού ἔχει τό «χαρμόσυνον» Πεντηκοστάριον.

   Ἐπισφράγισμα τῆς περιόδου ἀποτελεῖ ὁ ὕμνος πού ἐπαναλαμβάνεται σέ κάθε θεία Λειτουργία

«Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστην ἀληθῇ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γάρ ἡμᾶς ἔσωσεν».

Εὔχομαι πατρικά ἐπαναλαμβάνοντας τό τοῦ ἀποστόλου Παύλου «Ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε» (Πρός Ἐφεσίους ε΄, 8)

16 Φεβρουαρίου 2018

Ἡ ταυτότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

Ἡ ταυτότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

      Ημερομηνία δημοσίευσης 03.03.2018

Στίς μέρες μας εἶναι ἀπαραίτητη ἡ αὐτογνωσία γιά νά διατηρήσουμε τά πνευματικά χαρακτηριστικά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ταυτότητός μας.

Στήν συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας μας συντελοῦν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διαθέτει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά.  

α΄. Ἀποτελεῖ ἀδιάκοπη συνέχεια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ὅπως συστήθηκε καί ὀργανώθηκε ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους κατά τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου μας. Δικαιοῦται νά ἀποκαλεῖται Ἀποστολική κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως.

β΄. Οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί διαθέτουμε πνευματική κληρονομιά. Τό βάθος καί ὁ πλοῦτος τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας καί ποιήσεως, πού ἀποτέλεσαν τήν βάση καί τήν ἀφετηρία πάσης περαιτέρω θεολογικῆς ἀναπτύξεως καί ἐκκλησιαστικῆς ἀνελίξεως προκαλοῦν ἀπεριόριστο θαυμασμό καί συνθέτουν τό μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ Ἐκκλησία μέ τόν πλοῦτο καί τό βαθύ περιεχόμενο τῆς θεολογίας, τῆς λατρείας καί τῆς πνευματικότητός Της διατήρησε σέ ἐποχές καί περιόδους ταραγμένες καί καταπτώσεως, ἰδιαιτέρως σέ καιρούς χαλεπούς, τήν πνευματική ἰκμάδα καί ζωτικότητα μέ τίς ὁποῖες διέθρεψε θρησκευτικῶς καί πνευματικῶς τά τέκνα Της.

γ΄. Παραμένει σταθερή στίς θεῖες ἐντολές. Στήν ἀποστολή Της δέν ἄγεται καί φέρεται ἐξ ἐνστίκτου, ἤ καί ἁπλοϊκῆς παραδόσεως, ἤ κατά τήν φορά τῶν καιρῶν. Δέν παρασύρεται ἀπό ἰδεολογίες καί κοσμοαντιλήψεις, ἀπό τό ρεῦμα τοῦ κόσμου, πού συνεχῶς μεταλλάσσεται ἀλλά ὁδηγεῖται σταθερά στήν φθορά καί ἐξαφανίζεται. Μέ τήν θεολογία Της καί τήν ζωή Της μεταδίδει φῶς καί ζωή σ’ ὅσους ἔχουν ἐνταχθεῖ σ’ Αὐτή.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός διεκήρυξε, ὅτι δίδαξε στούς ἀνθρώπους ὅσα ἤκουσε ἀπό τόν Θεό (Ἰωάννου η΄ 26) καί ἐβεβαίωσε τούς μαθητές Του, ὅτι καί τό ἅγιο Πνεῦμα πού θά ἐπέμπετο στούς ἀνθρώπους καί θά παρέμεινε στήν Ἐκκλησία θά ἐκήρυττε τά ἴδια μέ Αὐτόν (Ἰωάννου ιστ΄ 14). Στέλνοντας τούς Ἀποστόλους νά κηρύξουν τούς συνέστησε νά διδάξουν τίς δικές Του ἐντολές (Ματθαίου κη΄ 20).

Γι’ αὐτό οὐδείς δύναται νά περεκκλίνει ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, οὔτε νά τήν παρερμηνεύσει οὔτε νά τήν ἀλλοιώσει.

δ΄. Διαμόρφωσε κανόνες κοινωνικῆς ζωῆς σύμφωνα μέ τίς ἀλήθειες περί Θεοῦ, ἀνθρώπου καί κόσμου, πού διδάσκονται ἀπό τήν ἁγία Γραφή.

ε΄. Δέν ἀντιλαμβάνεται ὡς ἀποστολή Της τήν ἐπιδίωξη καί ἐπιτυχία πολιτικῆς καί κοινωνικῆς μεταρρύθμισης. Ἐπιδιώκει νά ἐμπνεύσει καί νά ἀποτυπώσει βαθύτατα στίς καρδιές τῶν τέκνων Της, τίς ἠθικές καί κοινωνικές ἀρχές καί ἀξίες τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας, θεωροῦσα αὐτό ὡς τήν πρώτη καί σπουδαιότατη ἀποστολή Της καί νά ἐπιτύχει δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τήν μεταβολή – τροπή τῆς κοινωνικῆς τάξεως σύμφωνα μέ τίς κοινωνικές ἠθικές ἀρχές Της.

στ΄. Ἀναγνωρίζει τήν ἀπόλυτη ἰσότητα πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται τήν σωτηρία τους ἐντασσόμενοι στήν Ἐκκλησία καί συμμετέχοντας στά ἅγια Μυστήρια. Ἀκόμη καί ὅταν ἁμαρτάνουν ἔχουν ἴσα δικαιώματα καί καθήκοντα πρῶτα ἀπέναντι στή θεία καί ἔπειτα στήν ἀνθρώπινη ἀγάπη.  

ζ΄. Ζητεῖ ἀπό κάθε ἄνθρωπο νά ἀποκτήσει νέα συνείδηση κατά τίς εὐαγγελικές ἀρχές καί προτροπές, νά ἀναγεννηθεῖ καί νά ἀνακαινισθεῖ μέ τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

η΄. Ἐπιδιώκει μέ τήν διακονία Της νά ἐκπληρώνεται τό θεῖο θέλημα στήν γῆ κατά τό «γεννηθήτω τό θέλημά σου» (Ματθαίου στ΄ 10).

θ΄. Οὐδέν κοσμικό ἐπιζητεῖ καί ὁδηγεῖ τούς πιστούς σέ μυστική ἕνωση μέ τόν Θεό τῆς ἀγάπης εἰσάγοντάς τους στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

ι΄. Δέν ἀρνεῖται νά συνεργασθεῖ με τήν Πολιτεία γιά νά ἐπιτύχει τήν ἀποστολή Της. Ἀπορρίπτει κάθε καθαρῶς κοσμική ἀνάμειξη πού ἐνδεχομένως θά ἀπειλοῦσε νά μειώσει τήν πνευματική ζωή Της καί τίς ὕψιστες ἠθικές ἀρχές Της.

10 Φεβρουαρίου 2018

Οι Αρχές του Χριστιανισμού

Οι Αρχές του Χριστιανισμού

του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ

Ἡμ Δημοσιεύσεως 21.04.2018

 

          Η διδασκαλία του Κυρίου Ιησού Χριστού έχει επηρεάσει την ζωή μας. Οι κανόνες που διεμόρφωσαν τον πολιτισμό μας και διέπουν τις αντιλήψεις μας στηρίζονται στις αρχές του ευαγγελίου του Χριστού πού  δίδαξε και έθεσε τους νόμους της ζωής των μαθητών Του.

          Στη παρούσα συγκυρία κρίνουμε ότι συμβάλλει στην σωστή αξιολόγηση συμπεριφορών, πρακτικών και διακηρύξεων να υπενθυμίσουμε μερικές βασικές αρχές που αποτελούν την πεμπτουσία του Χριστιανισμού.

  1. 1. Πρώτη αρχή είναι η αξία του ανθρωπίνου προσώπου και ο σεβασμός του που απορρέει από την πίστη των μαθητών του Ιησού Χριστού ότι ο άνθρωπος αποτελεί εικόνα του Θεού, που την φόρεσε και ο Υιός του Θεού όταν ενανθρώπησε και ότι έχει προορισθεί να ενωθεί με τον Θεό.
  1. 2. Δεύτερη αρχή είναι ο σεβασμός της ανθρωπίνης ζωής που είναι δώρο του Θεού καί προσφέρεται μόνο από το Θεό. Αυτό τό δώρο ουδείς επιτρέπεται να το αφαιρέσει, να το προσβάλλει να το κακοποήσει, ούτε κι εκείνος που το λαμβάνει.
  1. 3. Τρίτη αρχή είναι η αναγνώριση του αυτεξουσίου και της ελευθερίας της βουλήσεως του ανθρώπου. Ουδείς καταναγκασμός ή βιασμός έμεσος ή άμεσος επιτρέπεται να επιβάλλεται στον άνθρωπο για οποιοδήποτε λόγο.
  1. 4. Τετάρτη αρχή η δυνατότητα της σωτηρίας που προσφέρεται σ όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως. Ουδείς αποκλείεται από την δωρεά του Θεού παρά μόνον εξ ιδίας προαιρέσεως του όταν απορρίπτει την προσφερομένη αωτηρία.
  1. 5. Πέμπτη αρχή η κατάργηση πάσης αφορμής διαιρέσεως των ανθρώπων (εξ αιτίας του φύλου, της καταγωγής, της κοινωνικής θέσεως, της εθνότητος τους). (Προς Γαλάτας γ΄ 28).
  1. 6. Έκτη αρχή η αλληλεγγύη των ανθρώπων για να αντιμετωπισθούν οι ανάγκες των ενδεών και πασχόντων, εφ’ όσον ο Κύριος ταύτισε τον ευατό Του με τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον άστεγο, τον φυλακισμένο, τον ασθενή, τον ξένο. (Ματθαίου κε΄ 40)
  1. 7. Έβδομη αρχη η εθελοντική προσφορά υπηρεσίας σύμφωνα μέ τό παράδειγμα του Κυρίου που δίδαξε, όταν ένιψε τα πόδια των Μαθητών του, ότι εξυψώνεται ἐνώπιον Του όποιος υπηρετεί τους άλλους στις πιό ταπεινές τους ανάγκες και όχι όποιες κατέχει αξιώματα καί θέσεις εξουσίας (Ιωάννου ιγ΄ 14, Ματθαίου κ΄ 25-28, Λουκά κβ΄ 24-27).
  1. 8. Όγδοη αρχή η κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα που πρέπει να ρυθμίζεται ελεύθερα και αβίαστα από τον καθένα μαθητή του Ιησού Χριστού, που οφείλει να μοιράζεται τα αγαθά του με τους συνανθρώπους του, ώστε να επικρατήσει ισότητα (Β΄ Πρός Κορινθίους η΄11-15).
  1. 9. Ενάτη αρχή είναι η αγάπη πρός όλους που είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα των μαθητών του Ιησού Χριστού (Ιωάννου ιγ΄ 34-35)
  1. 10. Δεκάτη αρχή είναι η συγχωρητικότητα και η ανοχή. Όπως ο Κύριος συνεχώρησε τους υβριστές και βασανιστές Του που Τον σταύρωσαν και Τον θανάτωσαν, έτσι και οι μαθητές Του οφείλουν να συγχωρούν τους εχθρούς τους και να προσεύχονται γι αυτούς κατα την προτροπή Του «αγαπάτε τους εχθρούς υμών » (Ματθαίου ε΄ 44 καί στ΄ 14)
  1. 11. Ενδεκάτη αρχή η καταλλαγή και η συμφιλίωση μεταξύ των μαθητών Του προς λύσιν πάσης εχθρότητας (Ματθαίου ε΄ 24).
  1. 12. Δωδεκάτη αρχή η ενότητα όλων των ανθρώπων, όπως διατυπώθηκε από τον απόστολο Παύλο «Εποίησέ τε εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης » (Πράξεων ι΄26).

  Οι αρχές αυτές διαμορφώνουν το ήθος των μαθητών του Ιησού πού οφείλουν να τις τηρούν για να διατηρούν το δικαίωμα, να φέρουν το όνομα του Χριστού, να ονομάζονται δηλαδή Χριστιανοί.

3 Φεβρουαρίου 2018

Ἐ π ι μ ν η μ ό σ υ ν η Δ ή λ ω σ η

Ἐ π ι μ ν η μ ό σ υ ν η    Δ ή λ ω σ η

 

τοῦ  Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος & Ὑμηττοῦ

Δ α ν ι ή λ

γιά τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο

Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος

Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Δ Ο Υ Λ Ο  

στήν δέκατη ἐπέτειο τῆς κοιμήσεώς του

 (28.1.2008-2018)

          «Mακάριος ὃν ἐξελέξω καὶ προσελάβου· κατασκηνώσει ἐν ταῖς αὐλαῖς σου... σὺ δέ, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα μένεις, καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν» (Ψαλμοῦ ξδ΄ (64), 5, ρα΄ (101), 13 )

Συμπληρώνονται δέκα χρόνια ἀπό τῆς ἐκδημίας πρός τόν Κύριο τοῦ μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Χριστοδούλου. Τελέσαμε τήν θεία Λειτουργία γιά νά ἑνωθοῦμε μυστικά μέ τόν Κύριό μας καί ὅλους τούς Ἁγίους καί ὅσους ἔζησαν μέ πίστη καί ἐλπίδα τῆς ζωῆς αἰωνίου καί προσευχηθήκαμε γιά τόν Πρωθιεράρχη τῆς Ἐκκλησίας μας κατά τήν ἀποστολική προστροπή : «πρῶτον πάντων ποιεῖσθαι δεήσεις, προσευχάς, ἐντεύξεις, εὐχαριστίας, ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων» (Πρός Τιμόθεον Α΄, β΄, 1)

Μέ κατώδυνη ψυχή καί βαθύτατη θλίψη γιά τήν ἀπουσία του ἀπό τήν ζωή μας καί τήν Ἐκκλησία μας στηρίζουμε τήν ἐλπίδα μας στόν Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς μας παρακαλώντας νά μή μᾶς ἐγκαταλείψει.

 

1) Θυμώμαστε τό τρίπτυχο τῆς ζωῆς καί τῆς διακονίας τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου

α΄. Πίστη καί σεβασμό στό Θεό

Μία ἐπιδίωξη εἶχε στήν σκέψη του, στίς ἀποφάσεις του, στά ἔργα του νά ὑπηρετήσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐγώ κατεστάθην ἔλεγε στήν ὑψηλή αὐτή καθέδρα τῆς Ἀρχιερωσύνης γιά νά ἐξαγγέλλω «τό πρόσταγμα τοῦ Κυρίου» ἀνυποχώρητα (Ψαλμοῦ β΄, 6-7). Ἀγωνιζόταν γιά τήν διαφύλαξη τῶν νόμων τοῦ Θεοῦ ἔστω κι ἄν οἱ «ἄνδρες Ἀναθώθ» τόν ἀπειλοῦσαν λέγοντας «οὐ μὴ προφητεύσεις ἐπὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου, εἰ δὲ μή, ἀποθάνῃ ἐν ταῖς χερσὶν ἡμῶν» (Ἱερεμίου ια΄, 21). Δέν σοῦ ἐπιτρέπουμε, δηλαδή νά προφητεύεις νά κηρύττεις τά θελήματα τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος ὅμως ὡς ἡρωϊκός Ποιμένας καί Προφήτης ὡς ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπαντοῦσε «πειθαρχεῖν μᾶλλον Θεῶ ἤ ἀνθρώποις» (Πράξεων ε΄, 29). Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν μιά πειθαρχία στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στούς εὐαγγελικούς νόμους. 

β΄. Τιμή καί ἀγάπη πρός τήν Ἐκκλησία

Τιμοῦσε τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας πού ὑπηρετοῦσε μέ θεῖο ζῆλο. Χαιρόταν νά λειτουργεῖ, νά προΐσταται συνάξεων, νά τελεῖ Ἱερές Ἀκολουθίες, νά ψάλει με΄τήν γλυκύφθογγη φωνή του καί τήν μουσική του κατάρτιση. Κατάρτιζε στελέχη. Ἐνεθάρρυνε πρωτοβουλίες πού ἔδιδαν μαρτυρία τῆς ζωῆς, τῆς πνευαματικόητος τῆς Ἐκκλησίας καί ἐλπίδα στόν κουρασμένο και τραυματισμένο ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο. Σεβόταν τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας. Τιμοῦσε τά πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, τούς Ἁγίους της. Ἐκτιμοῦσε τό πατροπαράδοτο σέβας δηλαδή τήν Ἐκκλησιαστική Παράδοση καί καλοῦσε τούς πιστούς νά ἀντλήσουν ἀπ’ αὐτή ἔμπνευση, παρηγορία, παραδείγματα, ἐνίσχυση καί ἀγωνιστικότητα. Προέτρεπε τούς πάντες ἰδιαίτερα τούς νέους νά τιμοῦν τήν πνευματική τους ταυτότητα καί κληρονομιά, ὅτι εἶναι Ἕλληνες καί Ὀρθόδοξοι.  

γ΄. Διακονία πρός τόν πλησίον

Ἤθελε ἡ Ἐκκλησία μέ τήν ποιμαντική Της νά ἀγκαλιάζει ὅλες τίς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου πνευματικές καί ὑλικές. Ἰδιαίτερη μέριμνα ἔδειχνε γιά ὅλες τίς ἡλικίες καί τίς κοινωνικές ὁμάδες γιά τούς μαθητές, τούς φοιτητές, τούς ἐργαζομένους, τούς ἐπιστήμονες, τούς γονεῖς, τούς ἡλικιωμένους, τούς πονεμένους, τούς ἀσθενεῖς. Ἡ εἰδική προσευχή πού εἶχε συνθέσει γιά νά ἀναπέμπεται κατά τήν ἀπόλυση τῆς θείας Λειτουργίας τῶν Χριστουγέννων μαρτυρεῖ περίτρανα ὅτι συνείχετο ἀπό τήν ἀγωνία καί τήν μέριμνα γιά τόν πλησίον, ὅπως ὁμολογεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος : «Τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; »  (Πρός Κορινθίους Β΄, ια΄, 29)

* * * * *

2)Θυμώμαστε ὅτι στήν ζωή του ἐπαληθευόταν καθημερινά ἡ δήλωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου : «Γι’ αὐτό ἀγωνιζόμαστε μέ ζῆλο γιά νά εἴμαστε εὐάρεστοι στό Θεό».

Ἡ πίστη καί ἐσχατολογική ἐλπίδα τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπό τήν ὁποία ἀντλοῦσε δύναμη γιά νά ἀγωνίζεται ὑποστηρίζοντας τά δίκαια τῆς Ἐκκλησίας καί τά πνευματικά δικαιώματα τῶν πιστῶν ἔχει διατυπωθεῖ ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο (Πρός Κορινθίους Β΄, ε΄, 1-10)

* * * * *

Γιά ὅλα αὐτά προσευχόμαστε καί παρακαλοῦμε τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα μας, τόν Κύριο ζώντων καί τεθνεώτων καί δίκαιο Κριτή καί Μισθαποδότη ὁ Πρωθιεράρχης νά ἀκούσει τήν εὐκταία φωνή :

«εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου» (Ματθαίου κε΄, 21).

          Δηλαδή : «Εὖγε, καλέ καί ἔμπιστε δοῦλε! Ἀποδείχτηκες ἀξιόπιστος σέ μικρές ὑποθέσεις, γι’ αὐτό θά σοῦ ἐμπιστευτῶ μεγαλύτερες. Ἔλα νά γιορτάσεις μαζί μου».

Αἰωνία αὐτοῦ ἡ μνήμη!

27 Ἰανουαρίου 2018

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία:

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

      Ἡ ἑορτή τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν Βασιλείου τοῦ μεγάλου, ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας († 329-379 μ.Χ.), Γρηγορίου τοῦ θεολόγου, († 329-389 μ.Χ.) καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου († 344-407 μ.Χ.), ἀρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως τήν 30 Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους ἀποτελεῖ καί ἑορτή τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς Παιδείας.

 

       Κρίνουμε ὅτι εἶναι ἐπίκαιρο νά προβάλουμε ἔστω καί δι’ ὁλίγων τήν μεγαλειώδη προσφορά της πού τήν κατέστησε σεβαστή καί πολύτιμη ὄχι μόνο ὡς μνημειῶδες μέγεθος τοῦ παρελθόντος, ἀλλά καί πηγή ἐμπνεύσεως στούς παρόντες καιρούς.

Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδεία:

α΄. Ἀνέδειξε μεγάλους Πατέρες καί Διδασκάλους τοῦ Γένους μας, φωτεινά πνεύματα πού μέ τό φῶς τῆς γνώσεως τους καί τό ἦθος τους κατεκόσμησαν τά ἤθη τῶν ἀνθρώπων, οὐ μόνον τῆς ἐποχῆς τους ἀλλά καί τῶν ἑπομένων γενεῶν. Ἡ διδασκαλία τούς διδασκάλους τῆς Οἰκουμένης, ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν ἐποχῶν.

Τό μεγαλεῖο τους συνδυάζει τήν διδασκαλία τους καί τήν συνεπῆ πρός αὐτή ζωή τους. Ὅσα δίδαξαν τά ἐβίωσαν, τά ἐφήρμοσαν κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου «ὁ ποιήσας καί διδάξας οὕτως μέγας κληθήσεται» (Ματθαίου ε΄, 19). Μέ τήν καθαρότητα τοῦ βίου τους φωτίσθηκαν καί κατανόησαν τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ πού ἀποκαλύπτεται κατά τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο στούς «σφόδρα κεκαθαρμένους» (Ἀπολογητικός τῆς εἰς τόν Πόντον φυγῆς ἕνεκεν καί αὖθις ἐπανόδου ἐκεῖθεν, μετά τήν τοῦ πρεσβυτέρου χειροτονίαν, ἐν ᾧ τί τό τῆς ἱερωσύνης ἐπάγγελμα, PG 35, 481)

Αὐτή ἡ Παιδεία ἀνέδειξε σκαπανεῖς τοῦ πνεύματος, θηρευτές τῆς γνώσεως, ἀνιχνευτές τῆς σοφίας καί ἀπλανεῖς ὁδηγούς πού κατηύθυναν τό ἀνθρώπινο πνεῦμα μέ ἀσφάλεια νά κατοπτεύει τά μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τελικῶς νά τό ὁδηγήσει προσκυνητή καί δοξολογητή ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ δίδον δόξα καί Αἶνο στήν Σοφία τοῦ Θεοῦ.

β΄. Ἄρδευσε ὅλες τίς μορφές τοῦ πολιτισμοῦ, τῶν ἐπιστημῶν καί τῶν τεχνῶν ὅπου ἐπεκράτησε τό ἦθος τῆς κατά Χριστόν σοφίας

Θαυμάζουμε σήμερα τά ἐπιτεύγματα τῶν μεγάλων Δημιουργῶν πού ἄντλησαν θέματα ἐπηρεασμένοι ἀπό τήν Χριστιανική Παιδεία καί μέ τά ἔργα του ὕμνησαν τόν Δημιουργό Θεό, τόν Σωτῆρα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τήν πανάχραντη Μητέρα Του, τούς ἁγίους Μάρτυρες, Ἱεράρχες, Δικαίους καί Ὁσίους.

Ὁ πολιτισμός αὐτός ἔθεσε στό κέντρο τῆς δημιουργίας τό Θεό πού τόν ὑπηρέτησε μέ πιστότητα καί εὐγνωμοσύνη.

γ΄. Στήριξε τό λαό μας σέ δυσχειμέρους καιρούς γιά νά διατηρήσει τήν πνευματική ταυτότητα καί αὐτοσυνειδησία προστατεύοντάς τον ἀπό τούς ἐξ Ἀνατολῶν ἐξιλαμισμούς, ὅσο καί ἀπό τήν ἀλλοτρίωση τῆς Δύσεως.

Στίς ἡμέρες μας ἡ παγκοσμιοποίηση καί ἡ ἐκκοσμίκευση ἀπειλοῦν τόν πιστό καί τόν ὠθοῦν νά ἀφομοιωθεῖ καί νά ἐγκαταλείψει, νά ἀπωλέσει τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του τίς ἀξίες του καί τίς ἀρχές του. Ἡ πνευματική ἀλλοτρίωση ἀποξενώνει καί ἀποκόπτει τούς σύγχρονους ἀπό τίς ρίζες τους καί τό πνευματικό περιβάλλον τους.

δ΄. Ἐμπνέει καί σήμερα σέ κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως ἀρχές καί ἀξίες γιά νά ζήσει μέ ἀξιοπρέπεια, σεβασμό στόν συνάνθρωπο καί προσφορά στόν πάσχοντα. Τονίζει τήν ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ὡς δημιουργήματος καί εἰκόνας τοῦ Θεοῦ γιά τό ὁποῖο θυσιάσθηκε ὁ Υ
Υἱός τοῦ Θεοῦ γιά νά τό ἐξυψώσει καί ἀφθαρτοποιήσει.

Οἱ ἔνδοξοι πρόγονοί μας ἀντιμετώπισαν τίς οἱεσδήποτε προκλήσεις μέ τίς ἀρχές καί ἀξίες τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Παιδείας καί ἔμειναν ἐλεύθεροι νά δημιουργήσουν ἕνα πολιτισμό γεμᾶτο φῶς, ἐλευθερία, αὐτοσεβασμό, ἀγάπη, δημιουργία καί πρόοδο.

6 Ἰανουαρίου 2018

Στά ἅγια θεοφάνεια

Στά ἅγια θεοφάνεια

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

    Γιορτάζουμε τά θεοφάνεια ἤ ἐπιφάνεια. Τί ἐννοῦμε ὅμως μ’ αὐτές τίς λέξεις; Στό ἐρώτημα αὐτό ἡ ἀπάντηση πού δίνουμε εἶναι ὅτι κατά τή Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ φανερώθηκε στόν κόσμο τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος: ὁ Υἱός βαπτίζεται στόν Ἰορδάνη ἡ φωνή τοῦ Πατρός ἀκούγεται νά δίδει μαρτυρία σχετικά μέ τό ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός τό Ἅγιο Πνεῦμα  μέ τήν μορφή περιστερᾶς κατεβαίνει στόν βαπτιζόμενο Υἱό τοῦ Θεοῦ. Πραγματικά, στή Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουμε ἕνα εἶδος θεοφάνειας, σάν ἐκείνη πρός τόν Μωϋσῆ στό Σινά, ἤ σάν ἐκεῖνες κατά τήν κλήση τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στό προφητικό ἀξίωμα. Τί ἀκριβῶς ὅμως σημαίνει ἡ θεοφάνεια αὐτή κατά τή Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ γιά τή ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας;

     Στή ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Βάπτισή Του καί τά θεοφάνεια, πού συνδέονται μ’ αὐτή, σημαίνουν τήν προβολή Του στόν κόσμο ὡς Μεσσία καί Λυτρωτή. Αὐτό εἶναι ἐντελῶς φανερό ἀπό τίς εἰκόνες πού ἀπαρτίζουν τά θεοφάνεια καί ἀπό τή φωνή τοῦ Πατρός. Ἡ ὅλη σκηνή εἶναι ἡ σκηνή τῆς ἐνθρονίσεως ἑνός Βασιλιᾶ.

     Ὅταν ἐνθρονίζονταν οἱ Ἑβραῖοι βασιλιάδες, ψαλόταν κατά τήν τελετή κάτι σάν αὐτό πού ἔχουμε στόν Ψαλμό 2:

« Ἐγώ δέ κατεστάθην βασιλεύς ὑπ’  αὐτοῦ ἐπί Σιών ὅρος τό ἅγιον αὐτοῦ διαγγέλλων τό πρόσταγμα Κυρίου. Κύριος εἶπε πρός μέ· υἱός μου εἰ σύ, ἐγώ σήμερον γεγέννηκα σέ· αἴτησαι παρ’ ἐμοῦ, καί δώσω σοί ἔθνη τήν κληρονομίαν σου καί τήν κατάσχεσίν σου τά πέρατα τῆς γῆς...» (στ΄-η΄) Ἡ φωνή τοῦ Πατρός ἀπό τόν οὐρανό, κατά τή Βάπτιση, «οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου» (Ματθαίου γ΄, 17), θυμίζει ἀμέσως αὐτό τόν Ψαλμό τῆς ἐνθρονίσεως τῶν Ἑβραίων βασιλιάδων.  Ἀλλά ἡ φωνή τοῦ Πατρός προσθέτει καί τίς λέξεις «ὁ ἀγαπητός, ἐν ὧ εὐδόκησα», πού θυμίζουν τά λόγια του Θεοῦ πρός τόν Μεσσία - Δοῦλο Του στό βιβλίο τοῦ Ἡσαΐα: «ὁ ἐκλεκτός μου, προσεδέξατο αὐτόν ἡ ψυχή μου· ἔδωκα τό πνεῦμα μου ἐπ’ αὐτόν» (Ἡσαΐου μβ΄, 1). Μ’  ἄλλα λόγια ἡ φωνή τοῦ Πατρός πού ἀκούγεται κατά τή Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὑποδηλώνει τήν ἐνθρόνισή Του σάν τοῦ μόνου καί ἀληθινοῦ βασιλιᾶ καί κυρίου τῆς ἀνθρωπότητας. Συγχρόνως ὅμως μέ τίς λέξεις, πού προέρχονται ἀπ’ τό βιβλίο τοῦ Ἡσαΐα, δηλώνεται ὅτι ὁ βασιλιάς αὐτός δέν θά εἶναι ἔνδοξός μέ τήν ἔννοια πού ὁ κόσμος δίνει στήν δόξα, ἀλλά θά εἶναι παθητός, Ἐσταυρωμένος. Ἡ Βάπτιση δηλαδή τοῦ Ἰησοῦ εἰσάγει στόν κόσμο ἕνα νέο εἶδος ἐξουσίας: τήν ἐξουσία καί δύναμη, πού πηγάζει ἀπό τήν ἀγάπη καί τά παθήματα γιά χάρη τῶν ἄλλων.

      Ὅτι γι’ αὐτό πρόκειται, δέν φαίνεται μόνο ἀπό τή φωνή τοῦ Πατρός. Μαρτυρεῖ γί  αὐτό καί τό Πνεῦμα, πού «ἐν εἴδει περιστερᾶς» κατεβαίνει πάνω στόν Ἰησοῦ καί τόν χρίζει βασιλιά. Ἡ εἰκόνα μᾶς θυμίζει τήν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με· εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, ἰάσασθαι τοὺς συντετριμένους τὴν καρδίαν, κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, 2 καλέσαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτὸν...» (Ἡσαΐου ξα΄, 1). Σ’ αὐτό τό χωρίο γίνεται λόγος γιά δυό πράγματα: γιά τήν ἐνθρόνιση καί χρίση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Βασιλιά ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου ἀπό τή μία κι ἀπό τήν ἄλλη γιά τό εἶδος τῆς ἐξουσίας πού θά ἀσκεῖ ὁ νέος βασιλιάς. Ὁ Χριστός Κυρίου ἐδῶ ἀναγγέλει τήν ἀποστολή του ὅτι εἶναι ὁ εὐαγγελισμός τῶν φτωχῶν, ἡ θεραπεία ἐκείνων πού ἡ καρδιά τους ἔχει συντριβεῖ ἀπό τήν ἀδικία καί τά κακά πού γίνονται στόν κόσμο, ἡ ἀπελευθέρωση τῶν αἰχμαλώτων καί ἡ κήρυξη μίας γενικῆς χάριτος ἀπό τό Θεό, γιά ὅλους τους ὀφειλέτες ἀνθρώπους.

       Ἡ Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριος ἐνθρονίζεται βασιλιάς μιᾶς νέας ἐποχῆς, συνδέεται μέ τά θεοφάνεια ἤ  ἐπιφάνεια. Ἡ ὅλη σκηνή τῆς Βαπτίσεως καί τῶν θεοφανείων δέν σημαίνει μόνο ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι βασιλιάς ἀλλά δείχνει πολύ καθαρά στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποιός εἶναι ὁ Θεός ὡς βασιλιάς τοῦ κόσμου, καί τί εἴδους εἶναι ἡ βασιλεία καί ἐξουσία Του. Τό εἶδος τῆς βασιλείας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δείχνει τό βαθύτερο χαρακτήρα τοῦ νόμου, πού κυβερνάει τόν κόσμο. Τό θέμα ἔχει πολύ ἐνδιαφέρον. Στίς μέρες πού ζοῦμε, ἄλλοι ἀρνοῦνται τό Θεό, γιατί Τόν φαντάζονται μέ τό μέρος τῶν ἰσχυρῶν ἐναντίον τῶν ἀδυνάτων, κι ἄλλοι, ἐπίσης Τόν ἀρνοῦνται, γιατί εἶναι μέ τό μέρος τῶν ἀδυνάτων, γιατί ὑποθάλπει τήν παθητικότητα καί ἀδυναμία, κι ἔτσι ἐμποδίζει τήν πάλη τῶν τάξεων. Ὅλα ὅμως αὐτά εἶναι παρεξηγήσεις τῆς ἐννοίας τῆς βασιλείας καί ἐξουσίας τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ Θεός βασιλεύει μέσα στήν ἀγάπη, πού δέν εἶναι καθόλου αἰτία παθητικότητας, ἀλλά εἶναι δυναμική καί δημιουργική δύναμη τῆς ζωῆς.

      Οἱ Μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συζητοῦσαν κάποτε μεταξύ τους ποιός θα’ ναι πρῶτος μέσα στή βασιλεία τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός πῆρε ἀφορμή ἀπ’  τή συζήτηση αὐτή κι’ εἶπε τά ἑξῆς : «Οἱ Βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουν αὐτῶν, καί οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται. Ὑμεῖς δέ οὐχ’ οὕτως, ἀλλ’ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος καί ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν. Τίς γάρ μείζων, ὁ ἀνακείμενος ἤ ὁ διακονῶν; Οὐχί ὁ ἀνακείμενος;  Ἐγώ δέ ἐν μέσῳ ὑμῶν εἰμι ὡς ὁ διακονῶν» (Λουκᾶ κβ΄, 25-27). Ὁ Θεός, μέσα στήν ἀνεξιχνίαστη ἀγάπη Του γιά μᾶς, εἶναι ἀνάμεσά μας ὡς ὁ διακονῶν. Ἡ Βασιλεία καί ἡ ἐξουσία ἀποτελοῦν τόν αὐτοσκοπό τῆς δυναστείας τῶν κυριευόντων πάνω στόν κόσμο. Τή δίψα τους αὐτή γιά δύναμη κρύβουν πίσω ἀπ’  αὐτό πού ὀνομάζουν εὐεργεσία γιά τούς δυναστευόμενους. Στήν πραγματικότητα ὅμως οἱ ἐξουσιάζοντες δέν ὑπάρχουν γιά χάρη τῶν ἐξουσιαζόμενων, ἀλλ’ οἱ δεύτεροι γιά χάρη τῶν πρώτων. Τό ἀντίθετο ἀκριβῶς ἰσχύει μέ τήν ἐξουσία καί βασιλεία τοῦ Χριστιανικοῦ Θεοῦ: ἡ οὐσία τῆς δυνάμεως βρίσκεται στή διακονία τῶν ἄλλων, κι ἡ ὑπεροχή συνίσταται στό νά ὑποτάσσεται κανείς στό συμφέρον τοῦ μικρότερου. Ἡ ἔννοια ἐξουσία, γιά χάρη τῆς ἐξουσίας τοῦ ἐξουσιάζοντος, εἶναι γιά τόν Χριστιανισμό σατανική.

       Οἱ ἁπλές αὐτές σκέψεις, πού βγαίνουν ἀπό τήν ἐνθρόνιση τοῦ Ἰησοῦ σάν βασιλιᾶ μίας νέας ἐποχῆς κατά τήν Βάπτιση Του στόν Ἰορδάνη κατά τά θεοφάνεια, θέτουν σέ κρίση ὅλο τό κύμα τῆς βίας, ἀλλά καί τήν τάση πρός τή φυγή καί παθητικότητα, πού κατά τρόπο διαλεκτικά παράδοξο χαρακτηρίζουν σέ παγκόσμια κλίμακα τήν ἐποχή μας. Τά θεοφάνεια ἀποκαλύπτουν στόν κόσμο ἕνα Θεό διάκονο, ἕνα Θεό σταυρωμένο γιά χάρη τῶν ἀνθρώπων καί γι’ αὐτό ἐξουσιαστή ἐπί τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας.

        Ἀλλ’  ἡ Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ ἤ τά Θεοφάνεια δέν ἦταν μόνον ἕνα γεγονός στή ζωή τοῦ Ἰησοῦ εἶναι κυρίως καί κατεξοχήν ἕνα γεγονός στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν πιστῶν της. Γιατί ὅποια ἦταν ἡ θεοφάνεια κατά τή Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ, τέτοια εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, πού δέχεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν βαφτίζεται στό  Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σήμερα δηλ. πού γιορτάζουμε τή βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ καί τά ἅγια θεοφάνεια, στήν οὐσία ἀναπολοῦμε καί διακηρύττουμε τήν οὐσία τοῦ δικοῦ μας βαπτίσματος. Οἱ πιό πολλοί ἄνθρωποι νομίζουν, δυστυχῶς, πώς τό βάπτισμα εἶναι μία τελετή, μέ τήν ὁποία γινόμαστε μέλη τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, παίρνουμε ὄνομα καί μία ταυτότητα. Ὅλα αὐτά ἔτσι εἶναι, κι εἶναι καλά. Ἡ οὐσία ὅμως τοῦ βαπτίσματος εἶναι ἡ θεοφάνεια ἤ τά ἐπιφάνεια. Τό βάπτισμα δέν εἶναι ἁπλῶς μία τελετή εἶναι μία νέα ὅραση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δήλ. ἡ ἀναγνώριση τοῦ Χριστοῦ ὡς βασιλιᾶ τοῦ κόσμου μέ τήν ἔννοια πού εἴπαμε πρίν· εἶναι ἡ υἱοθέτηση τῆς ζωῆς ὄχι σάν νά πρόκειται γιά ἄσκηση δυνάμεως καί ὑπεροχῆς πάνω στούς ἄλλους, ἀλλά σάν εὐκαιρία ἐθελούσιας διακονίας καί προσφορᾶς, πού βρίσκει τήν ὑπεροχή στήν ὑποταγή στό συμφέρον του ἄλλου.

         Αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τῶν θεοφανείων, τῆς Βαπτίσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη, ἀλλά καί τοῦ δικοῦ μας Βαπτίσματος.

30 Δεκεμβρίου 2017

Ἡ Τελευταία ἡμέρα τοῦ ἔτους

Ἡ Τελευταία ἡμέρα τοῦ ἔτους

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δ α ν ι ή λ

 

«Eν εἰσόδοις καὶ  ἐξόδοις ὑµνήσω Σε»

             (Παροιμιῶν η΄, 3· α΄, 20)

 

     Ἕνα ἔτος τελειώνει, ἕνα καινούργιο ἔτος θὰ ἀρχίσει. Ἡ ἐναλλαγὴ τῶν ἐτῶν προσφέρεται στὸ σκεπτόµενο χριστιανὸ σὰν καλὴ εὐκαιρία μελέτης. Στὴν τελευταία ἡµέρα τοῦ ἔτους ποὺ ἀπέρχεται εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κάνουµε µιὰ ἀνασκόπηση, ἕνα ἀπολογισµὸ γιὰ τὸ ἔτος ποὺ πέρασε καὶ ἕνα πρόγραµμα γιὰ τὸν καινούργιο ποὺ θὰ ἀνατείλει.

      Οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι ζωγράφιζαν τὸ χρόνο σὲ µιὰ μεγάλη πόρτα, ποὺ εἶχε στὴν κορυφὴ της τὴν κεφαλὴ τοῦ θεοῦ Ἰανοῦ μὲ δύο πρόσωπα. Πρὸς τιμὴ αὐτοῦ τοῦ διπρόσωπου Θεοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Ἰανουάριος στὸν πρῶτο μήνα τοῦ ἔτους ἐπειδὴ κλιματολογικά ὁ μήνας αὐτὸς παρουσιάζει δύο πρόσωπα τὸ σκληρὸ τοῦ χειμώνα καὶ τὸ ἥπιο τῆς Ἀνοίξεως. Τὸ ἕνα πρόσωπο αὐτῆς τῆς εἰκόνας κοίταζε τὴν εἴσοδο καὶ τὸ ἄλλο τὴν ἔξοδο. Μὲ αὐτὸ ἤθελαν νὰ ποῦν ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἀρχίζοντας ἕνα καινούργιο χρόνο, πρέπει νὰ ἔχει στραμµένα τὰ βλέµµατα του καί πίσω καὶ μπρός. Πίσω γιὰ νὰ διορθώνει τὰ ἐσφαλµένα καὶ μπρὸς γιὰ νὰ προλαμβάνει τὰ μέλλοντα.

      Καὶ μεῖς βρισκόμαστε στὴ μεγάλη αὐτὴ πόρτα. Ἄς ρίξουµε μιὰ ματιὰ στὸ παρελθὸν καὶ μιὰ ἄλλη στὸ μέλλον.

Ἕνας χρόνος τελειώνει

    Ἕνας χρόνος πέρασε. Ἕνας χρόνος λιγώτερος ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς μας. Ἕνας χρόνος ποὺ δὲν θὰ ξαναγυρίσει πιά. Χάθηκε γιὰ πάντα μέσα στὰ ἀτέρμονα καὶ σκοτεινὰ βάθη τῶν αἰώνων καὶ τῆς λήθης. Ἕνας χρόνος ποὺ χάθηκε γιὰ μᾶς καὶ δὲ θὰ τὸ ξαναβροῦμε παρὰ μόνο στὸ δικαστήριο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ δώσουμε λόγο ἄν ζήσαμε στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἢ στὴν ἁμαρτία, φίλοι τοῦ Θεοῦ ἢ ἐχθροὶ Του.

     Τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς μας στρέφεται πίσω στὶς 365 ἡμέρες, ποὺ πέρασαν. Στὶς ἡμέρες αὐτὲς δὲν ὑπῆρξαν μόνον ἡμερομηνίες, ἀλλὰ στιγμὲς πού, μολονότι φευγαλέες, ἔχουν μεγάλη ἀξία μπροστὰ στὴν αἰωνιότητα. Στιγμὲς γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ζητήσει νὰ ἀπολογηθοῦμε.

     Δὲν ἀρκεῖ ὅμως ὅλες αὐτὲς οἱ στιγμὲς νὰ παρελάσουν μπροστά μας σὰν τὶς ἀπειράριθμες εἰκόνες μιᾶς κινηματογραφικῆς ταινίας. Πρέπει νὰ περάσουν ἀπὸ ἕνα ἔλεγχο-ἔστω καὶ σύντομο- τῆς συνειδήσεώς μας.

Στὶς 365 ἡμέρες ποὺ πέρασαν εἴχαμε:

   α) Σ τ ι γ μ ὲ ς   ἐ ρ γ α σ ί α ς. Ἡ ἐργασὶα εἶναι καθῆκον γιὰ κάθε ἄνθρωπο. Στὸ χρόνο ποὺ πέρασε, πῶς χρησιμοποιήσαμε τὶς στιγμὲς ἐργασίας; Ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος θησαυρὸς ποὺ ὁ Πανάγαθος Θεὸς ἔβαλε στὴ διάθεσή μας. Πῶς χρησιμοποιήσαμε αὐτὸ τὸν πολύτιμο θησαυρό; Ἐξετελέσαμε τὴν ἐργασία μας τίμια, πρόθυμα, εὐσυνείδητα, προσεκτικά; χωρὶς νὰ ἀδικήσουμε καὶ νὰ προσβάλουμε τὸν πλησίον;

   β) Σ τ ι γ μ ὲ ς   χ α ρ ᾶ ς. Ἴσως ἦσαν λίγες. Ἴσως θὰ τὶς θέλαμε μεγαλύτερης διάρκειας. ᾿Αλλὰ πάντως ὑπῆρξαν στιγμὲς χαρᾶς. Τοὐλάχιστον χαρὲς στὴ φύση, στό βουνό καὶ στὴ θάλασσα, στὰ δέντρα, τά δάση καὶ στὰ λουλούδια, στὴν ὀμορφιά τῶν ἐποχῶν τῆς Ἄνοιξης, τοῦ Καλοκαιριοῦ, τοῦ Φθινόπωρου, τοῦ Χειμῶνα. Χαρὲς στὴν ἀγάπη, χαρὲς στὴν οἰκογένεια. Αὐτὲς οἱ χαρὲς ἦταν «ἐν Κυρίῳ», δηλαδὴ ἁγνὲς καὶ ἄδολες, ἀπαλλαγμένες ἀπὸ τὶς φαρμακερὲς καὶ ψεύτικες ἡδονές, ποὺ εὑρίσκονται στὴν ἁμαρτία καὶ στὰ «ἄνθη τοῦ κακοῦ»; Τὶ λέει ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ ἡ συνείδησή μας;

   γ) Σ τ ι γ μ ὲ ς   π ό ν ο υ. Ὁ πόνος σωματικὸς καὶ ψυχικὸς, δὲν θὰ λείψει ποτὲ ἀπὸ τὴ ζωή μας. Στὸ χρόνο ποὺ πέρασε ὑποφέραμε, πονέσαμε, δοκιμασθήκαμε, κλάψαμε. Πῶς δεχθήκαμε αὐτὲς τὶς δοκιμασίες; Πῶς φερθήκαμε τὴν ὥρα τοῦ πόνου; Ἐξυψώσαμε τὴ σκέψη μας στὸν Θεῖο Ἐσταυρωμένο Χριστό; Δείξαμε ὑπομονή, πίστη, καρτερικότητα ἤ ἀνάρμοστα βαρυγγομήσαμε καὶ ἐπαναστατήσαμε γιὰ τὴ δυστυχία μας;

   δ) Σ τ ι γ μ ὲ ς   π ρ ο σ ε υ χ ῆ ς. Τὸ πρωὶ καὶ τὸ βράδυ, στὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς κάθε ἡμέρας ποὺ πέρασε ὑψώσαμε τὴν καρδιά μας στὸν Θεό; Συνομιλήσαμε μαζί Του, ποὺ ἀόρατα μᾶς παραστάθηκε; Τὴν Κυριακὴ καὶ τὶς ἄλλες μεγάλες ἑορτὲς πήγαμε στὴν Ἐκκλησία; Συμπροσευχηθήκαμε μὲ τοὺς ἄλλους πιστούς; Ὁ Θεὸς κατὰ τὸν χρόνο ποὺ πέρασε μᾶς ἔδωσε 8.760 ὧρες, πόσες ἀπ᾿ αὐτὲς ἀφιερώσαμε στὴν προσευχή;

Ἕνας χρόνος θὰ ἀνατείλει

      Σὲ λίγες ὧρες θὰ ἀρχίσουμε ἕνα καινούργιο χρόνο. Χρόνο γεμᾶτο μυστήρια γιὰ μᾶς. Πῶς θὰ τὸν περάσουμε; Τί θὰ μᾶς συμβεῖ; Χρόνο, ποὺ φέρνει μυστηριώδη προσωπίδα καὶ μᾶς σκεπάζει τὸ μέλλον. Τὸ μέλλον παραµένει γιὰ μᾶς ἄγνωστο, γιατὶ τὸ μέλλον ὅπως καὶ τὸ παρελθὸν ἀνήκουν στὸν Θεό. Σὲ μᾶς ἀνήκει μόνο τὸ παρόν.

      Πῶς θὰ ἀντικρύσουμε αὐτὸ τὸ παρὸν - τοῦ νέου χρόνου; Γεμᾶτοι αἰσιοδοξία καὶ ἐµπιστοσύνη στὸν Θεό.

     Α ἰ σ ι ο δ ο ξ ί α, γιατὶ ἡ μεγαλύτερη νίκη τοῦ διαβόλου σὲ μιὰ ψυχὴ εἶναι νὰ τῆς ἐμπνεύσει τὴν ἀπαισιοδοξία, νὰ τὴν κάνει νὰ χάσει τὶς ἐλπίδες της καὶ νὰ κυριευθεῖ ἀπό τοὺς φόβους τοῦ μέλλοντος. Μὲ τὴν ἀπαισιοδοξία ἐπιδιώκει, μὲ μέσο τὴν φαντασία, νὰ τὴν κάνει πραγματικότητα στὸ παρὸν κι ἔτσι νὰ τὴν κάνει νά ζεῖ στὴν διαρκῆ ἀγωνία καὶ στὸν καταθλιπτικὸ πόνο.

     Ἄς ἔχουμε αἰσιοδοξία καὶ θάρρος γιὰ τὴ ζωή. Νὰ μὴν λησμονοῦμε ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ δεχόμαστε τὰ πάντα μὲ θάρρος καὶ ὑποταγὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει ποτὲ νὰ πειρασθοῦμε περισσότερα ἀπό τὶς δυνάμεις μας, ἀλλὰ καὶ οὔτε ποτὲ θὰ μᾶς στείλει σταυροὺς βαρύτερους ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ μποροῦμε νὰ σηκώσουμε. Ὁ Θεὸς θέλει πάντα τὸ καλό μας κι ἂν ἐπιτρέπει τὸ κακό, εἶναι γιὰ νὰ βγάλει ἕνα μεγαλύτερο καλό.

      Μαζὶ μὲ τὴν αἰσιοδοξία γιὰ τὸν καινούργιο χρόνο νὰ ἔχουμε καὶ ἐμπιστοσύνη ἀκλόνητη καὶ ἀπόλυτη στὸν Θεό.

      Ἐ μ π ι σ τ ο σ ύ ν η  εἶναι ἔνδειξη, ὅτι ἀναγνωρίζουμε τὸν Θεὸ  Π α τ έ ρ α,   Π ρ ο ν ο η τ ὴ   κ α ὶ   Κ υ β ε ρ ν ή τ η  μας.

      Σ τ ο ρ γ ι κ ὸ   Π α τ έ ρ α, ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς πολὺ περισσότερο παρ᾿ ὅ,τι φροντίζει γιὰ τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχουν κι αὔριο μαραίνονται καὶ γιὰ τὰ πετεινά τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ οὔτε σπέρνουν, οὔτε θερίζουν κι ὅμως διατηροῦνται στὴ ζωή (Ματθαίου ε΄, 22· Λουκᾶ ιβ΄, 57).

      Π ρ ο ν ο η τ ή, ποὺ φροντίζει γιὰ τὸ σκουλικάκι ποὺ βρίσκεται στά ἔγκατα τῆς γῆς, ὅπως καὶ γιὰ τὸ λεοντάρι ποὺ τριγυρνᾶ στὰ δάση.

      Κ υ β ε ρ ν ή τη, ποὺ κατευθύνει καὶ διέπει τὰ πάντα σύμφωνα μὲ τοὺς ἀλάνθαστους νόμους Του.

     Μὲ αἰσιοδοξία καὶ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ νὰ ἀρχίσουμε τὸ Νέο Ἔτος κι ἔτσι θὰ εἶναι εὐτυχισμένο καὶ ἔτος πνευματικῆς προόδου

   ᾿Απὸ αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἄς ἀποφασίσουμε, ὅτι θὰ δεχόμαστε ὅ,τι κι ἂν μᾶς στείλει ὁ Πανάγαθος Θεός, μὲ ὅποια δοκιμασία θέλει νὰ μᾶς δοκιμάσει, λέγοντάς «Γεννηθήτω τὸ θέλημά σου...». Μιὰ ἄς εἶναι ἡ ἐπιθυμία μας, νὰ ζήσουμε στὴ χάρη Του καὶ νὰ ἐκτελοῦμε τὰ πάντα κατὰ τοὺς νόμους, κατὰ τὸ ἅγιο θέλημά Του.

    Ἀπὸ αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἄς ἀφιερώνουμε στὸν Θεὸ ὅλες μας τὶς πράξεις σύμφωνα μὲ τὴ συμβουλή τοῦ ἁγίου Παύλου «εἴτε ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε ἄλλο τι καλὸ ποιεῖτε πάντα πρὸς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε» (Πρὸς Κορινθίους Α΄, ι΄, 31). Ἡ πρόθεσή μας ἄς εἶναι ὅλες μας οἱ πράξεις νὰ ἔχουν τελικὸ σκοπὸ τὸν Θεό, γιατὶ ὅπως λέγει ἡ Γραφή «ἐν αὐτῷ κινούμεθα καὶ ἐσμέν» (Πράξεων ιζ΄, 28). Ἡ καλή μας αὐτὴ πρόθεση, σὰν χρυσοΰφαντο ἔνδυμα θὰ περιβάλλει κάθε μας πράξη κι ἀπὸ τιποτένια καὶ μηδαμινή, ἢ ἀδιάφορη θὰ τὴν κάνει ἐπαινετὴ καὶ βραβεύσιμη, ἄξια νὰ γραφεῖ στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς καὶ νὰ ἀποτελέσει διαμάντι στὸ στέφανο δόαης ποὺ μᾶς περιμένει.

    Μὲ αὐτὲς τὶς ἀρχὲς ὁ χρόνος μας θὰ εἶναι εὐτυχισμένος. Ἄν πράγματι μείνουμε πιστοὶ στὶς ἀποφάσεις, στὴν πρόθεσή μας νὰ ὑπηρετοῦμε τὸν Θεὸ, θὰ ἔχουμε τὴ βεβαιότητα ὅτι καὶ εὐτυχισμένοι θὰ ζήσουμε καὶ ἑκατονταπλάσσια θὰ λάβουμε στὸν παρόντα καὶ στόν μέλλοντα αἰώνα. ᾿Αμήν.

23 Δεκεμβρίου 2017

«ΧΡΙΣΤΟΣ  ΓΕΝΝΑΤΑΙ  ΔΟΞΑΣΑΤΕ»

«ΧΡΙΣΤΟΣ  ΓΕΝΝΑΤΑΙ  ΔΟΞΑΣΑΤΕ»

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ

Δ α ν ι ή λ

 

                                                                   «Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε»

    

Μὲ αὐτὴ τὴ σύντομη φράση τοῦ ὑμνογράφου μᾶς ἀναγγέλλει ἡ Ἐκκλησία μας τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου καὶ μᾶς προτρέπει νὰ δοξάσουμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἄκρα συγκατάβασή Του νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ κατασκηνώσει ἀνάμεσά μας κατὰ τὴν προφητεία τοῦ Βαροὺχ «μετὰ δὲ ταῦτα ἐπὶ τῆς γὴς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (γ΄, 37).

«Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε» ἀντηχεῖ σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῶν Χριστιανῶν. «Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τὴ πόλει» ψάλλουν τὰ παιδιὰ στὰ κάλαντα. «Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε» ἐπαναλαμβάνουμε κι ἐμεῖς μὲ τὴν προτροπὴ νὰ μελετήσουμε τὴν σύντομη αὐτὴ φράση.

«Χ ρ ι σ τ ὸ ς».

Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός; Εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνος ποὺ προεκήρυξαν οἱ Προφῆτες καὶ προανήγγειλαν καὶ οἱ Πατριάρχες. Ὁ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, ὁ ἰσχυρὸς Θεός, ὁ θαυμαστὸς Σύμβουλος, ὁ Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ὁ Ἄρχων τῆς εἰρήνης» (Ἠσαΐου θ΄, 6), «ἡ ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαὶ καὶ τὸ ἄνθος ἐξ ὀσφύος τοῦ Δαυΐδ» (Ἠσαΐου ια΄, 1). Ἐκεῖνος ποῦ ἀνέμεναν οἱ γενεὲς τῶν ἀνθρώπων, «ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν» (Γενέσεως μθ΄, 10) ὁ «κάποιος Θεὸς» τοῦ Πλάτωνος στόν ὁποῖο ἀναφέρθηκε ὁ Σωκράτης ἀπολογούμενος στοὺς Ἀθηναίους δικαστὲς τοῦ  «τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελεῖτε ἄν, εἰ μὴ τινὰ ἄλλον ὁ Θεὸς ὑμὶν ἐπιπέμψειε κηδόμενος ὑμῶν») (Ἀπολογία Σωκράτους 18 (31Α). Αὐτὸς θὰ μᾶς διδάξει πῶς νὰ συμπεριφερόμαστε πρὸς τοὺς ὁμοίους μας καὶ θὰ σηκώσει ἐπάνω Του τοὺς πόνους μας κατὰ τὴν ὁμολογία: «Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἠμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασε» (Ματθαίου η΄, 17). Ἐκεῖνος γιὰ τὸν Ὁποῖο ὁ Ἄγγελος εἶπε στοὺς Βοσκοὺς τῆς Βηθλεέμ: «Εὐαγγελίζομαι ὑμὶν χαρὰν μεγάλην... ὅτι ἐτέχθη ὑμὶν σήμερον σωτήρ, ὃς ἐστι Κύριος» (Λουκᾶ β΄, 11). Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ χρισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα σωτήρας καὶ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου. Ὁ Ἐμμανουὴλ (Ματθαίου α΄, 23) ποῦ θὰ μείνει μαζί μας μὲ τὴ Χάρη Του καὶ τὶς εὐεργεσίες Τοῦ κατὰ τὴν ὑπόσχεσή Του «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθαίου κη΄,  20).

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης πανηγυρίζει, ὅτι ὄχι μόνο ἕως τῆς συντέλειας τοῦ παρόντος αἰῶνος ἀλλὰ καὶ στὸν μέλλοντα αἰώνα τῶν αἰώνων θὰ εὑρίσκεται ἡ «σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων» (Ἀποκαλύψεως κα΄, 3).

Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Τρισυποστάτου Παναγίας Τριάδος, ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ποὺ ἔλαβε σάρκα στὰ καθαρὰ καὶ ἀκηλίδωτα σπλάγχνα τῆς ταπεινῆς Κόρης τῆς Ναζαρέτ, τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας.

Ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ὁ τέλειος Θεός, ποῦ γίνεται καὶ τέλειος ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο.

Ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ χαρακτὴρ τῆς ἀϊδιότητος τοῦ Πατρὸς» (Πρὸς Ἑβραίους α΄, 3) ποὺ κατέρχεται στὴ γῆ μὲ μορφὴ δούλου (Πρὸς Φιλιππησίους β΄, 7) γιὰ νὰ κατασκηνώσει ἀνάμεσά μας. Εἶναι «ὁ πλήρης χάριτος καὶ ἀλήθειας» (Ἰωάννου α΄, 14) καὶ «ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ πάντες ἠμεῖς ἐλάβομεν» (Ἰωάννου α΄, 16). Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, ποῦ γεννᾶται «ἐν Βηθλεὲμ τὴ πόλει».

«Γ ε ν ν ά τ α ι»

Ἐνσαρκώνεται, λαμβάνει σάρκα, γίνεται ἄνθρωπος, ὅμοιος μὲ μᾶς μὲ ψυχὴ καὶ σῶμα. Τρέφεται καὶ αὐξάνεται ὅπως οἱ ἄνθρωποι, ἔχει τὶς ἴδιες ἀνάγκες μὲ αὐτὲς τῶν ἀνθρώπων. Πεινάει. Διψάει. Κουράζεται. Κλαίει. Ἐργάζεται. Διαφέρει ὅμως ἀπ’ ὅλους ἐπειδὴ ζεῖ χωρὶς νὰ ἁμαρτήσει κατὰ τὴν ἀποστολικὴ μαρτυρία καὶ διαβεβαίωση «ὃς ἁμαρτία οὐκ ἐποίησε οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρου β΄, 22) «ὅτι τοιοῦτος ἔπρεπε Ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος κεχωρισμένος τῶν ἁμαρτωλῶν» (Πρὸς Ἑβραίους ζ΄, 26). Παρὰ ταῦτα συμπαθεῖ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ θυσιάζεται γι’ αὐτοὺς «Ἦλθε ἁμαρτωλοὺς σῶσαι» (Α΄ Τιμόθεον α΄, 15). Ὁ ἄχρονος Υἱὸς τοῦ Πατρὸς γεννᾶται ἐν χρόνω. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος «ἄρχεται», ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει θρόνο τὸν οὐρανὸ καὶ ὑποπόδιο τὴ γῆ γεννᾶται μέσα σὲ ἕνα ρυπαρὸ καὶ δυσῶδες σπήλαιο, ἀνακλίνεται μέσα σὲ μιὰ φάτνη. Ἐνδύεται τὴν ἀνθρώπινη φύση χωρὶς νὰ παύσει νὰ εἶναι ὁ Θεός. Εἶναι Θεάνθρωπος. Εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ γίνεται τέλειος ἄνθρωπος.

Παράδοξο καὶ ξένο μυστήριο ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου! Ὅσο καὶ νὰ προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ λογικό του νὰ ἐξιχνιάσει τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐνσαρκώσεως εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσει. Πῶς μπορεῖ τὸ λογικὸ νὰ ἀποδείξει καὶ νὰ μᾶς πεῖ: «Πῶς ἔγινε ἡ σύλληψη τοῦ Θεοῦ Λόγου; ΙΙώς ὑπάρχει γέννηση σαρκὸς ἄνευ σπορᾶς; Πῶς ὁ καθαρὸς βαπτίζεται, ὁ ἀσθενῶν χαρίζει δύναμη, ὁ πεινῶν τρέφει τοὺς ἄλλους, πῶς ὁ πάσχων χαρίζει ἰάματα, ὁ θνήσκων ζωοποιεῖ; καὶ τὸ σπουδαιότερο ὅλων: Πῶς ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος; Πῶς ὁ Ἰησοῦς ποῦ εἶναι Θεὸς κατὰ φύση γίνεται κατὰ φύση ἄνθρωπος;» (Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια, διάφορα Θεολογικὰ τὲ καὶ Οἰκονομικὰ καὶ περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας, Ἑκατοντὰς Α΄, PG 90, 1184) Σὲ αὐτὰ ὅλα τὰ ἐρωτήματα μόνο οἲ προβολεῖς τῆς πίστεως ρίχνουν κάποιο φῶς, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ θεληματικὰ  νὰ σκύψουμε ταπεινὰ νὰ προσκυνήσουμε «τὸν ἀνακλινόμενον σήμερον ἐν φάτνη».

Γιὰ ποιὸ λόγο ὁ ὑμνογράφος χρησιμοποιεῖ τὸν ἐνεστώτα «γεννᾶται» κι ὄχι τὸν ἀόριστο «ἐγεννήθη»; Γιατί δὲ λέγει: «Χριστὸς ἐγεννήθη δοξάσατε»; Γιὰ νὰ δείξει, ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ συμβαίνει κατὰ θεία ἐνέργεια μυστηριωδῶς στὸ παρὸν γιά μᾶς, ὅτι καὶ ἐμεῖς ἔχουμε τὴν δυνατότητα νὰ μετάσχουμε στὶς δωρεὲς τῆς σαρκώσεως. Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ποὺ σήμερα ἀκούει «Χριστὸς γεννᾶται» ἂς σκεφθεῖ: Τώρα, αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Μὲ τὴν ἀναγγελία αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία προτρέπει τὸν καθένα μας, ὅπως οἱ Ἄγγελοι τοὺς Βοσκούς: «Τώρα παρευθὺς μὴν ἀργεῖς, ἑτοίμασε τὸ σπήλαιό σου, τὴν ψυχή σου. Διῶξε ἀπὸ μέσα σου ἀνεπίτρεπτους ξελογιασμούς, ἐπιπόλαιες ἀπερισκεψίες, ἁμαρτωλὲς σκέψεις, κακὲς ἐπιθυμίες καὶ τρέξε νὰ Τὸν προσκυνήσεις. Ὑψώσου ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἀπὸ τὰ γήϊνα γιὰ νὰ δώσεις τὴν ἀγάπη σου ὁλόκληρη σὲ  Ἐκεῖνον ποὺ κατεβαίνει τώρα στὴν γῆ γιὰ σένα. Ἂν δὲν ἔχεις τίποτε ἄλλο νὰ Τοῦ προσφέρεις γιὰ δῶρο, ὅπως οἱ Μάγοι καὶ οἱ Ποιμένες βγάλε ἀπὸ πάνω σου τὰ σφάλματά σου, τὶς ἐλλείψεις σου, τὶς ἁμαρτίες σου καὶ πρόσφερε αὐτά. Θὰ τακτοποιήσεις ἔτσι τὸ κατάλυμά σου καὶ θὰ εἶναι ἕτοιμο γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ Ἐρχόμενου. Μὴν ἀργεῖς καὶ μὴν ἀναβάλλεις. Τώρα Χριστὸς γεννᾶται. Τώρα ὑποδέξου Τὸν στὴ φάτνη τῆς ψυχῆς σου».

Ὀφείλουμε ὅμως νὰ προσέξουμε τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ ὁ μὴ καθαρὸς νὰ προσεγγίσει τὸν Καθαρὸ «μὴ καθαρῶ καθαροῦ ἐφάπτεσθαι οὐ θεμιτόν», διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Τί πρέπει νὰ γίνει ; «Καθαρτέον, ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος ἅγιος, πρῶτον ἑαυτόν, εἴτα τῷ καθαρῶ προσομιλητέον» (Λόγος Κ΄, Περὶ δόγματος, ἤτοι περὶ θεολογίας, καὶ καταστάσεως ἐπισκόπων, ἢ κατὰ ἐπισκόπων, PG 35, 1069). Πρῶτα νὰ καθαρίσουμε τὸν ἑαυτό μας κι ἔπειτα νὰ πλησιάσουμε τὸν Καθαρό. Νὰ καθαρίσουμε τὸν ἑαυτό μας δηλαδὴ τὴν συνείδησή μας, μὲ τὴν ταπείνωση, μὲ τὴν μετάνοια καὶ προπάντων μὲ μιὰ καλὴ χριστουγεννιάτικη ἐξομολόγηση.

«Δ ο ξ ά σ α τ ε»

Δοξάσατε πρῶτα τὸν Θεὸ Πατέρα ποὺ εὐδόκησε νὰ στείλει ἀπὸ ὕψιστη ἀγάπη καὶ κορυφαία φιλανθρωπία τὸν μονογενῆ Υἱό Του στὸν κόσμο γιὰ τὴν σωτηρία μας «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται» κηρύττει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ πρῶτος θεολόγος (Ἰωάννου γ΄, 16). Τὸν ἔστειλε  γιὰ νὰ γίνει «λύτρο ἀντὶ πολλῶν» (Ματθαίου κ΄ 28). Δοξάσατε τὸν Θεὸ ποὺ δέχθηκε τὴν μετάνοια τῶν ἐκλεκτῶν Του, εἰσάκουσε τοὺς στεναγμούς τους κι εὐλόγησε τὶς προσδοκίες τους ποὺ Τὸν καλοῦσαν νὰ φανερωθεῖ γιὰ νὰ τοὺς σώσει «Ὁ Θεὸς οἰκτειρίσαι ἠμᾶς καὶ εὐλογήσαι ἡμᾶς, ἐπιφάναι τὸ πρόσωπο αὐτοῦ ἐφ’ ἠμᾶς» (Ψαλμοῦ ξστ (ξζ΄) 66,2). Δοξάσατε τὸν Θεὸ μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους τῆς Βηθλεὲμ ἐπαναλαμβάνοντας τὸν ὕμνο: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ» (Λουκᾶ β΄ 14). Δόξα στὸν Παντοδύναμο Θεό, ποὺ βρῆκε τὸν ὑπερφυὴ τρόπο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους ποὺ φανερώνει κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο τὴν ἄκρα ἀγαθότητά Του, τὴν ἄκρα δικαιοσύνη Του, τὴν ἄκρα ἀγάπη Του, τὴν ἄκρα παντοδυναμία Του. Δόξα σ’ Ἐκεῖνον ποὺ κατοικεῖ στὰ οὐράνια, Θεὸ Πατέρα, ποὺ ἔδειξε τέτοια φιλανθρωπία κι ἀγαθότητα γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἔδειξε γιὰ τοὺς ἐπαναστάτες Ἀγγέλους.

Δοξάσατε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ ἐπεσκίασε μὲ τὴν παντοδύναμη χάρη Του τὴν Παρθένο Μαρία καὶ τὴν ἀνέδειξε Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Δόξα στὴν ἁγιαστικὴ δύναμή Του, ποὺ ἄφησε τὴν Θεοτόκο πρὸ τοῦ τόκου, κατὰ τὸν τόκο καὶ μετὰ τὸν τόκο Παρθένο. Τιμὴ καὶ αἶνος σ’ Αὐτὸ ποὺ ἦλθε μὲ τὴ μορφὴ περιστερᾶς νὰ μαρτυρήσει τὴν θεότητα τοῦ βαπτιζομένου Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ματθαίου γ΄, 13-17) καὶ μὲ τὴ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν (Πράξεων β΄, 1-13) νὰ ἐπισφραγίσει τὸ ἔργο τοῦ Ἐμμανουήλ, τὴν Ἐκκλησία.

Δοξάσατε, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Λόγο τοῦ Πατρός, ποὺ δέχεται νὰ λάβει μορφὴ δούλου, νὰ ἐνσαρκωθεῖ γιὰ νὰ λυτρώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος. Δοξάσατε Τὸ σήμερα ποὺ βλέπετε μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως νὰ κεῖται σὰν βρέφος ἐσπαργανωμένο στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Δοξάσατε ἀναγνωρίζοντας Τον Σωτήρα, Λυτρωτὴ κι Εὐεργέτη.

Σωτήρα, γιατί μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ διαβόλου, τὴν δουλεία τῶν παθῶν καὶ τοῦ θανάτου. Λυτρωτή, γιατί μᾶς ἐξαγόρασε μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα Του, ἐπάνω στὸν σταυρὸ (Πρὸς Κολοσσαεῖς α΄, 20) καὶ μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὶς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν μας. Εὐεργέτη, γιατί μᾶς τίμησε μὲ τὴν υἱοθεσία μας ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὴν κληρονομία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν (Πρὸς Ρωμαίους η΄, 17) καὶ μᾶς ἔδωσε τὰ ἐξαγιαστικὰ μυστήρια κι ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο Του εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.

«Ὁ Πατὴρ ηὐδόκησε

ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο

καὶ ἡ Παρθένος ἔτεκε

Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα

Ἀστὴρ μηνύει, Μάγοι προσκυνοῦσι

Ποιμένες θαυμάζουσι καὶ ἡ κτίσις ἀγάλλεται»

(Στιχηρὸ τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῶν Χριτουγέννων)

Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε!

16 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

Ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀποκαλοῦμε τό σχέδιο μέ τό ὁποῖο ὁ Θεός ἐνήργησε γιά τήν σωτηρία καί υἱοθεσία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί γενικῶς γιά τήν πνευματική ἀποκατάσταση τῶν ἀνθρώπων μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ Του καί Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτό τό σχέδιο πού ὁ Θεός κρατοῦσε μυστικό καθώς περνοῦσαν οἱ αἰῶνες τό ἀποκάλυπτε κατά τήν διαδρομή τοῦ χρόνου σταδιακά συντελούντων καί τῶν ἐπιγείων καί ἀνθρωπίνων συνθηκῶν «ὅτε ἤρχετο τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Πρός Γαλάτας δ΄, 4). Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος στοχάζεται καί ἐμβαθύνει καί μελετᾶ αὐτό τό μυστήριο τῶν μεγαλειωδῶν καί θαυμαστῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ διεγείρεται σέ δοξολογία τοῦ Παντοδυνάμου, Πανσόφου καί Παναγίου Θεοῦ καί ἀναφωνεῖ:

«Μέγας εἶ Κύριε καί θαυμαστά τά ἔργα σου

καί οὐδείς λόγος ἐξαρκέσει πρός ὕμνον τῶν θαυμασίων σου».

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξομολογεῖται ὅτι παρακαλεῖ καί προσεύχεται γονατιστός στό Θεό γιά νά ἐνισχύσει πλουσιοπάροχα καί δυναμικά τόν ἐσωτερικό μας ἄνθρωπο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα Του, νά κατοικήσει ὁ Χριστός στίς καρδιές μας μέ τήν πίστη καί νά εἶναι ριζωμένος καί θεμελιωμένος στήν ἀγάπη. Ἔτσι θά μπορέσουμε νά συλλάβουμε ποιό εἶναι τό πλάτος καί τό μῆκος, τό βάθος καί τό ὕψος τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας καί νά γνωρίσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού ξεπερνάει κάθε θεανθρώπινη γνώση. Ἔτσι θά γεμίσει ἡ ζωή μας μέ τήν πλούσια χάρη τοῦ Θεοῦ (Πρός Ἐφεσίους γ΄ 14-19).

Μ’ αὐτό τό πνεῦμα καί γιά αὐτό τό σκοπό ὀφείλουμε νά μελετᾶμε πάντοτε μέ ταπείνωση τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, τά ἔργα τοῦ Κυρίου ἰδιαιτέρως μάλιστα στήν περίοδο πού ἑορτάζουμε αὐτά τά μεγαλειώδη καί θαυμαστά ἔργα τοῦ Θεοῦ.

Στό μικρό αὐτό κείμενο πού ἀκολουθεῖ θά ἀναφερθοῦμε σέ δύο θέματα:

α΄. Στήν ἐξαγγελία τῆς σωτηρίας μας μετά τήν παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Πρωτοπλάστους Προπάτορές μας, πού ἀποδεικνύει ὅτι ὑπῆρχε στήν προαιώνια βούληση τοῦ Θεοῦ τό σχέδιο αὐτό.

β΄. Στήν θεληματική πνευματική ἀπελευθέρωσή μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο καί ἐπιστροφή μας στήν ἐν Θεῷ ζωή, πού ἀποδεικνύει ὅτι τό σχέδιο αὐτό ἀπεκάλυψε τά ὕψιστα προσόντα - ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ τήν σοφία, τήν ἀγαθότητα, τήν δύναμη τήν δικαιοσύνη.

  1. Ἡ ἐξαγγελία τῆς σωτηρίας

Τό μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας ἐπραγματοποιήθηκε κατά τό προηγούμενο θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό καλούμενο καί εὐδοκία Θεοῦ (Πρός Ἐφεσίους α΄ 3) καί ἀποκαλύφθηκε στούς Προπάτορες εὐθύς μετά τήν παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ μέ ἐκείνους τούς λόγους, τούς ὁποίους εἶπε ὁ Θεός πρός τόν ὄφιν, τοὐστέστι τόν διάβολο:

« Καί ἔχθραν θήσω ἀναμέσον τοῦ σπέρματός σου, καί ἀναμέσον τῆς σπέρματος τῆς γυναικός · αὐτός σοῦ τηρήσει κεφαλήν, σύ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν» (Γενέσεως γ΄ 15). 

Ὅπου, σπέρμα γυναικός ὀνομάζεται ὁ Χριστός ὡς μή γεννηθείς ἐκ σπέρματος ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἐτήρησε, δηλαδή συνέτριψε τήν κεφαλή, εἴτε τόν θάνατο, εἴτε τήν ἁμαρτία, εἴτε τήν δύναμη τοῦ διαβόλου, καθώς οὕτως ἐννόησαν τό ρητόν ὁ Αὐγουστῖνος, ὁ Ἀμβρόσιος καί πολλοί ἄλλοι Πατέρες · Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀδάμ, πού ἦταν λυπημένος, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι παρευθύς ἐπρόκειτο νά ἀποθάνουν κατά τήν ἀπειλή, τήν ὁποία τούς προεῖπε ὁ Θεός, ὅτι «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γενέσεως β΄ 17)  παρευθύς ἐπρόκειτο νά ἀποθάνουν.

Ὁ διά τοῦτο λυπημένος Ἀδάμ, εὐθύς ὅταν ἄκουσε τόν λόγο αὐτό τοῦ Θεοῦ καί χαροποιήθηκε, λαβών καλές ἐλπίδες, ὅτι δέν ἔχει νά ἀποθάνει παρευθύς, ἀλλ’ ἔχει νά ζήσει καί νά τεκνογονήσει καί ὅτι πρόκειται κάποτε νά ἐλευθερωθεῖ διά τοῦ σπέρματος τῆς γυναικός του ἀπό τήν τυρανία τοῦ ὄφεως · διά τοῦτο ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς χαρᾶς του ὀνόμασε μετά τήν παράβαση τήν γυναῖκα του Εὔα, δηλαδή ζωή, διά δύο λόγους

α΄. διότι ἐπρόκειτο νά γεννηθοῦν ἀπό αὐτή πάντες οἱ ἄνθρωποι καί

β΄. διότι ἀπ’ αὐτήν διά τῆς Θεοτόκου ἐπρόκειτο νά γεννηθεῖ ἡ ὄντως ζωή, ὁ Χριστός, αὐτός πού ἐπρόκειτο νά ζωοποιήσει ὅλους τούς τεθενατωμένους.

«καί ἐκάλεσε τό ὄνομα τῆς γυναικός αὐτοῦ Εὔαν (ὅπερ ἐστί ζωή) ὅτι αὕτη μήτηρ πάντων τῶν ζώντων» (Γενέσεως γ΄, 20).

Ἐάν δέν ἐννοοῦσε αὐτά ὁ Ἀδάμ, ἤ μᾶλλον ἐάν αὐτά δέν εἶχαν ἀποκαλυφθεῖ ἀπό τόν Θεό στόν Ἀδάμ, πῶς ἦτο κατάλληλο νά ὀνομάσῃ ζωή τήν γυναίκα του; μᾶλλον ἅρμοζε νά τήν ὀνομάσει θάνατο, ὡς θανάτου πρόξενο γενομένη· Ἄν δέ καί μετά τούς λόγους αὐτούς τούς πρός τόν ὄφιν ἀνεκοίνωσε ὁ Θεός τήν τοῦ θανάτου ἀπόφαση κατά τοῦ Ἀδάμ, λέγοντας σ’ αὐτόν «Γῆ εἶναι εἰς γῆν ἀπελεύσει» (Γενέσεως γ΄ 19), ἀλλ’ ὅμως τήν ἀπόφαση αὐτή ἔδωκε μαζί μέ τήν ἐπαγγελία ὑπόσχεση καί συμφωνία, ὅτι θα ἀνατρέψει αὐτήν ὁ ἐκ σπέρματος τῆς γυναικός τεχθησόμενος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νά καταργήσει τόν θάνατον καί νά χαρίσει τήν ζωήν, γιά τόν Ὁποῖον προεφήτευσε ὁ Ἰώβ λέγοντας «καταράσαιτο αὐτὴν ὁ καταρώμενος τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ μέλλων τὸ μέγα κῆτος χειρώσασθαι» (Ἰώβ γ΄, 9) καί πάλιν «Οὐ δέδοικας ὅτι ἡτοίμασται μοι» (ὁ δράκων δηλαδή) (Ἰώβ μα΄, 2)

  1. 2. Θεληματική ἀποκατάσταση

(ἀπελευθέρωση ἀπό τήν ἁμαρτία ἐπιστροφή στήν ἐν Θεῷ ζωή)

Μέ τήν ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπετεύχθη ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου  ἀπό τό κακό καί ἡ ἐπιστροφή του στό ἀγαθό θεληματικά, ἐπειδή ἡ ἀπομάκρυνση ἔγινε θεληματικά, θεληματικά ἔπρεπε καί ἦταν δίκαιο νά γίνει καί ἡ ἐπάνοδος. Διαφορετικά ἡ ἀναγκαστική προσαγωγή τοῦ ἀνθρώπου στό ἀγαθό θά ἦταν μία πράξη στερητική τῆς ἐλευθερίας του, «ἀφαίρεσις τοῦ προέχοντος ἀγαθοῦ καί τῆς ἰσοθέου τιμῆς ἀποστέρησις, ἰσόθεον γάρ ἐστι τό αὐτεξούσιον». Ἔπρεπε λοιπόν νά βρεθεῖ ἕνας τρόπος ὥστε καί τό αὐτεξούσιο νά μήν παραβιασθεῖ, ἀλλά καί ἡ ἐπάνοδος πρός τό ἀγαθό νά μήν παρεμποδισθεῖ κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης (PG 46, 524).

Στό ἐρώτημα σέ ποιόν ἐναπόκειτο ἡ ἐξεύρεση τοῦ τρόπου γιά τήν ἀνόρθωση τοῦ πεσμένου ἀπό τό ὀλίσθημα στό ὁποῖο « τό τρεπτόν τῆς φύσεως ἡμῶν πρός τό ἐναντίον παρωλίσθεισεν»  ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀπαντᾶ : «Τίνι ἄλλῳ ἤ τῷ Κυρίῳ πάντως τῆς φύσεως» (PG 45, 40). Ἀλλ’ αὐτός ὁ τρόπος ἔπρεπε νά εἶναι ἀντάξιος τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό πού διατύπωσε μέ τούς λόγους αὐτούς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὡς «δέον γενέσθαι» ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας στόν α΄ λόγο του περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τό παρουσιάζει ὡς «γεγονός τετελεσμένο», ὅταν γράφει:

«Δέν ἐκινηθήκαμε οὔτε ἀνεβήκαμε ἐμεῖς πρός τόν Θεόν, ἀλλά ἐκεῖνος ἐξεκίνησε καί κατέβηκε πρός ἐμᾶς. Δέν ἐζητήσαμε, ἀλλά ζητηθήκαμε· δέν ἀνεζήτησε τό πρόβατο τόν ποιμένα, κι ἡ δραχμή τόν κάτοχο, ἀλλά αὐτός ἔσκυψε στή γῆ καί βρῆκε τό νόμισμα καί ἔφθασε στόν τόπο, ὅπου περιπλανόταν τό πρόβατο, τό πῆρε στούς ὤμους του κι ἔθεσε τέρμα στήν περιπλάνηση» (PG 150, 504).

Βέβαια ἀναγνωρίζει καί ὁ ἴδιος ὅτι ἦταν ἀδύνατο στούς ἀνθρώπους νά ζήσουν κοντά στό Θεό, ἄν δέν πέθαιναν ὡς πρός τίς ἁμαρτίες. Ἀλλά ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἀποκτείνει τήν ἁμαρτία εἶναι μόνο ὁ Θεός. Γιατί αὐτό ναί μέν ὄφειλαν νά τό κάνουν οἱ ἄνθρωποι, πού εἶχαν τήν ὑποχρέωση νά ἐπαναλάβουν τόν ἀγῶνα, ἀφοῦ εἶχαν νικηθεῖ θεληματικά, ἀλλά δέν μποροῦσαν οὔτε νά τό πλησιάσουν αὐτό, ἐπειδή εἶχαν ἤδη γίνει δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, κατά τό «ᾧ ἥττηται τις τούτῳ καί δεδούλωται» (Πέτρου Β΄ β΄ 19).

Ἀλλά πῶς θά μπορούσαμε νά γίνουμε ἀνώτεροι ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν στιγμή πού εἴμαστε δοῦλοι της; Ἀκόμη ὅμως κι ἄν εἴμαστε μεγαλύτεροι «οὐκ ἐστί δοῦλος μείζων τοῦ Κυρίου αὐτοῦ» (Ματθαίου ι΄ 24). Ἐπειδή, λοιπόν, αὐτός πού εἶχε τήν ὑποχρέωση νά καταβάλει αὐτός τό χρέος καί νά κερδίσει τήν νίκη ἦταν δοῦλος ἐκείνων πού ἔπρεπε νά νικήσει στόν πόλεμο, ὁ δέ Θεός πού μποροῦσε νά τό ἐπιτύχει δέν  εἶχε ὑποχρέωση, γι’ αὐτό καί οὐδείς ἀπό τούς δύο ἦτο δυνατόν νά ἀναλάβει τόν ἀγῶνα μόνος του κι ἔτσι ζοῦσε ἡ ἁμαρτία κι ἦταν ἀδύνατο νά ἀνατείλει γιά μᾶς ἡ ἀληθινή ζωή, ἀφοῦ ἄλλος ὄφειλε νά σηκώσει τό τρόπαιο τῆς νίκης κι ἄλλος  εἶχε τήν δύναμη νά τό σηκώσει. «Τούτων ἕνεκα συνελθεῖν ἐδέησε τοῦτο κἀκεῖνο», χρειάσθηκε νά συναντηθοῦν καί τά δύο καί νά γίνουν ἕνας οἱ δύο φύσεις καί ἐκείνου πού ἔπρεπε νά πολεμήσει καί ἐκείνου πού μποροῦσε νά νικήσει.

«Γίνεται τοίνυν καί Θεός μέν οἰκειοῦται τόν ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων ἀγῶνα, ἄνθρωπος γάρ ἄνθρωπος νικᾶ τήν ἁμαρτίαν, καθαρός ὤν ἁμαρτίας ἁπάσης Θεός γάρ ἦν». Καί μέ αὐτό τόν τρόπο ἀπαλλάσσεται ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τό ὄνειδος καί στεφανώνεται μέ τόν στέφανο τῆς νίκης ἀφοῦ ἠττήθηκε ἡ ἁμαρτία (PG 150, 512-513).

* * * * *

 Σύμφωνα μέ αὐτά ἡ σωτηρία μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς συνεργασίας τῆς βουλήσεως του Θεοῦ πού ἐκδηλώνεται με τήν Θεία Χάρη καί τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου πού ἀνταποκρίνεται μέ τήν πίστη στόν Θεό καί τήν ἀποκήρυξη καί ἄρνηση τῶν ἔργων τῆς ἁμαρτίας.

«Ἡμεῖς ἑορτάζοντες

Χριστοῦ τήν Γέννησιν

Εὐσεβοφρόνως ἐκ ψυχῆς

Πίστιν, ἐλπίδα, ἀγάπην

Προσφέρωμεν αὐτῷ».

2 Δεκεμβρίου 2017

Προετοιμασία γιά τά Χριστούγεννα

Προετοιμασία γιά τά Χριστούγεννα

τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ

 

 

Ἀπό τίς 14 Νοεμβρίου μπήκαμε στήν περίοδο τοῦ Τεσσάρα- κονθημέρου ἤ κοινῶς στό Σαρανταήμερο πρό τῶν Χριστουγέννων. Ὅσοι πηγαίνουν πρωί στήν Ἐκκλησία ἀκοῦνε τίς Καταβασίες τῶν Χριστουγέννων καί ἄλλα τροπάρια, πού ὑμνοῦν τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἤ τήν προαναγγέλλουν.  Ἐπίσης, εἶναι γνωστό πώς τό Σαρανταήμερο εἶναι καί περίοδος ἐλαφρῆς νηστείας γιά τούς Ὀρθοδόξους. Ὅλα αὐτά σημαίνουν πώς οἱ Χριστιανοί κατά τήν περίοδο αὐτή προετοιμάζονται γιά νά γιορτάσουν τά Χριστούγεννα μέ βαθύτερη συναίσθηση καί πληρέστερη κοινωνία στό ἑορταζόμενο γεγονός. Εἶναι, λοιπόν, χρήσιμο νά ἀφιερώσουμε κι ἐμεῖς μερικές σκέψεις σ’ αὐτό τό θέμα - τῆς προετοιμασίας δηλ. γιά τά Χριστούγεννα, πού μποροῦν νά μᾶς βοηθήσουν νά βιώσουμε τήν περίοδο τοῦ Σαρανταημέρου σάν περίοδο προετοιμασίας γιά τά Χριστούγεννα.

  1. Ὅταν μιλᾶμε γιά προετοιμασία, ἀμέσως ὁ νοῦς μας τρέχει στήν προετοιμασία τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου γιά νά δεχθεῖ τό Χριστό, ὅταν θά ἐρχόταν. Ἱστορικοί καί Θεολόγοι ἐρευνοῦν σέ τί συνίστατο ἡ προετοιμασία τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ λαοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιά νά δεχθεῖ τό Σωτήρα καί Μεσσία, ὅταν θά γεννιόταν. Ὁ Θεός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔδωσε στόν λαό Του τό Νόμο Του, τούς Προφῆτες, τούς Σοφούς, τούς Διδασκάλους καί Ἱερεῖς, προετοιμάζοντας τον ἔτσι γιά νά δεχθεῖ τό Σωτήρα του. Τό περίεργο εἶναι πώς, ὅταν ὁ Σωτήρας ἐμφανίσθηκε, ὁ Ἰσραήλ τόν σταύρωσε. Ἀντίθετα, τό Εὐαγγέλιο βρῆκε καλύτερη ὑποδοχή μέσα στόν εἰδωλολατρικό κόσμο. Παρά τήν ἀντίδραση τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας καί τῶν αὐτοκρατόρων, σιγά-σιγά ὁ Χριστιανισμός ἐπικράτησε.

Ἀπό τούς χρόνους τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, στό ἐρώτημα, ἄν ὁ κόσμος εἶχε προετοιμαστεῖ γιά νά δεχθεῖ τό Σωτήρα, οἱ ἀπαντήσεις ὑπῆρξαν πολύ διαφορετικές.  Ἄλλοι ἀπαντοῦν καταφατικά κι ἄλλοι ἀρνητικά. Ἄλλοι μέν δέχονται ὁπωσδήποτε μία προετοιμασία καί τοῦ ἰουδαϊκοῦ καί τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, ἐνῶ ἄλλοι, ἔχοντας μπροστά τους τήν ἀπόρριψη καί σταύρωση τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τό ἔθνος του καθώς καί τούς διωγμούς τῶν εἰδωλολατρῶν κατά τῆς Ἐκκλησίας ἰσχυρίζονται πώς δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά προετοιμασία. Μέ διαφορετική γλώσσα τό θέμα αὐτό ἐξετάζεται ἀπό τούς Θεολόγους πάνω στίς ἴδιες ἀποκλίνουσες γραμμές μέχρι σήμερα.

Ἡ σημασία τους κατά τήν γνώμη μας πρέπει νά εἶναι ἡ ἑξῆς : ὅταν βλέπει κανείς τό θέμα «προετοιμασία γιά νά δεχθεῖ ὁ κόσμος τόν Ἰησοῦ Χριστό» ἀπό τήν σκοπιά τοῦ Θεοῦ, βλέπει πραγματικά μία προετοιμασία, μίαν ὡρίμανση πνευματική τοῦ κόσμου, καί τή δημιουργία εὐνοϊκῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν, τόν ἐρχομό τοῦ κατάλληλου καιροῦ αὐτοῦ πού ὀνομάζεται στήν Καινή Διαθήκη «τό πλήρωμα τοῦ χρόνου». Ὅταν ὅμως δεῖ κανείς τό θέμα τῆς προετοιμασίας ἀπό τή σκοπιά τοῦ ἀνθρώπου, ἀδυνατεῖ νά καταλάβει, πώς μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά προετοιμασία, ὅταν οἱ ἄνθρωποι τόσο οἱ Ἰουδαῖοι, ὅσο καί οἱ εἰδωλολάτρες παίρνουν τόσο ἀρνητική στάση ἀπέναντι στό Χριστό καί στό Εὐαγγέλιό του.

  1. Εἰσήλθαμε κι ἐφέτος στό Σαρανταήμερο, κι εἴπαμε πώς ὅλη αὐτή ἡ περίοδος εἶναι μία προετοιμασία γιά νά γιορτάσουμε κι ἐφέτος τή Γέννηση τοῦ Σωτήρα. Ὅταν ὅμως προσπαθήσαμε νά μεταθέσωμε τόν ἑαυτό μας στούς προχριστιανικούς χρόνους, πού ὁ κόσμος προετοιμαζόταν γιά νά δεχθεῖ τόν Σωτήρα του, διαπιστώσαμε πώς ὄχι μόνον ὁ Σωτήρας ἀλλά κι ἡ προετοιμασία τῶν Ἰουδαίων καί τῶν Ἐθνικῶν (εἰδωλολατρῶν) ἦταν ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἀνθρωπότητα. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ κι ἡ ὑποδοχή του μέσα στόν κόσμο εἶναι καρπός τῆς μυστηριώδους ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός δέν γεννήθηκε ἀπό τήν ἀνθρωπότητα, οὔτε τό Εὐαγγέλιό του ἀπηχοῦσε τίς ἐπιθυμίες καί τίς ἐλπίδες τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ κι ἡ ἐπικράτηση τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπου ἐπικράτησε, ὑπῆρξαν ἔργο τοῦ Θεοῦ, ὄχι τοῦ ἀνθρώπου.
  1. Ἄν τά μεταφέρουμε αὐτά στόν ἑαυτό μας, στή δική μας κατάσταση, καθώς μέσα στό Σαρανταήμερο προετοιμαζόμαστε γιά τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγούμαστε στίς ἑξῆς σκέψεις. Μ’  ὅλη τήν προετοιμασία τους οἱ Ἰουδαῖοι εἶδαν τό Χριστό σάν σκάνδαλο κι οἱ Εἰδωλολάτρες, μ’ ὅλο πού προετοιμάστηκαν ἀπ  τό Θεό, εἶδαν τό Χριστό σάν Μωρία; Μήπως κι ἐμεῖς ἑτοιμαζόμαστε νά δεχθοῦμε τό Χριστό σάν τή δύναμη, πού χρειαζόμαστε γιά τούς σκοπούς μας, εἴτε σάν τή σοφία, πού ἀπαντάει στά ἐρωτήματα τῆς ἐποχῆς μας σύμφωνα μέ τίς ἀντιλήψεις μας; Τέτοια προετοιμασία ὁδηγεῖ στήν παραγνώριση καί τήν ἀπόρριψη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀληθινή προετοιμασία γίνεται ἀπό τό Θεό καί τήν ἀγάπη του μέσα στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, πού ταπεινά δέχονται τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί ἀδεξιότητα νά ἐννοήσει τό μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Ἡ προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Σωτήρα πού θά γεννηθεῖ εἶναι μία κατεργασία στό ἐσωτερικό μας: ἡ ἀναγνώριση πώς χρειαζόμαστε Σωτήρα ἀπό τά δεινά πού μᾶς ταλαιπωροῦν κι ἡ βαθειά συναίσθηση πώς ὁ Σωτήρας αὐτός κι ἡ σωτηρία, πού προσφέρει, δέν μποροῦν νά γεννηθοῦν ἀπό μᾶς τούς ἴδιους εἶναι καρπός μίας ἀνεξερεύνητης ἀγάπης, πού μᾶς συντηρεῖ, μᾶς καθοδηγεῖ καί μᾶς μεταμορφώνει, ὅταν τήν ἐμπιστευόμαστε. Ὁ δρόμος πρός τά Χριστούγεννα εἶναι δρόμος ὄχι εὔκολος γι’  αὐτό συνδέεται καί μέ τή νηστεία. Εἶναι μία πορεία πρός τήν αὐτογνωσία, πρός τήν διαπίστωση ὅτι μέ τά πάθη του ὁ ἄνθρωπος δύναται νά καταστρέψει τόν ἑαυτό του καί τό συνάνθρωπο του, κι ὅτι ἄν αὐτό δέν γίνεται, ὀφείλεται στήν ἐνεργό δύναμη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἡ βαθειά κατανόηση τῆς δικῆς μας ἀποτυχίας κι ἡ συνείδηση τῆς ἐξαρτήσεώς μας ἀπό τήν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ -αὐτή εἶναι ἡ πορεία τοῦ Σαρανταμέρου πρός τά Χριστούγεννα.
  1. Ἀλλά θά προβάλει κάποιος τήν ἀντίρρηση: Ἐμεῖς εἴμαστε Χριστιανοί βαφτισμένοι στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πῶς μπορεῖ νά συγκριθεῖ ἡ δική μας προετοιμασία γιά τά Χριστούγεννα μέ τήν προετοιμασία τοῦ προχριστιανικοῦ ἰουδαϊκοῦ καί εἰδωλολατρικοῦ κόσμου; Ἡ ἀντίρρηση αὐτή μᾶς δίνει τήν εὐκαιρία νά δοῦμε καί μίαν ἄλλη ἄποψη τοῦ μυστηρίου τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστός γεννήθηκε μία φορά στή Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας. Ἐξακολούθει ὅμως νά εἶναι ἕνας ξένος πρός τόν κόσμο, παρόλο πού ἡ Ἐκκλησία κάθε χρόνο, τά Χριστούγεννα, καλεῖ τούς ἀνθρώπους νά λάβουν μέρος στό μυστήριο τῆς Γεννήσεώς Του, τούς καλεῖ νά ξαναγεννηθοῦν κι αὐτοί μαζί Του, κατά τήν εἰκόνα Του, γιά νά δημιουργηθεῖ ἕνας νέος κόσμος, μία νέα ζωή. Ὁ Χριστός ἦλθε – αὐτό κατεξοχήν τονίζουν τά Χριστούγεννα: Ξέρουμε πού εἶναι ἡ σωτηρία καί πώς μποροῦμε νά σωθοῦμε. Δέν πρέπει αὐτά νά τά ἀναζητοῦμε ἀλλοῦ.  Ἀλλά ὁ Χριστός θά ξαναρθεῖ: Καί τότε θά ζήσουμε ὅλοι τή σωτηρία σ’ αὐτό τό πλάτος καί βάθος τῆς ζωῆς, μέσα κι ἔξω. Ὑπαινίσσεται κι αὐτό κάθε χρόνο ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων. Ὁ πλήρης καρπός τῆς Γεννήσεως κι ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ βρίσκεται ἀκόμη στό μέλλον. Εἴμαστε βαφτισμένοι Χριστιανοί, ἀλλά κάθε χρόνο, τά Χριστούγεννα, καλούμαστε νά ξαναγεννηθοῦμε μαζί Του. Φυσικά, ὁ Χριστός ἦλθε, γεννήθηκε. Ὅλοι ὅμως οἱ πιστοί του περιμένουμε τήν ἐπάνοδό Του, πού θά σημάνει τήν ἀναγέννηση τῶν ἀνθρώπων καί τῆς κτίσεως.

Κατά τό Σαρανταήμερο τῶν Χριστουγέννων, πού διανύουμε, ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει γιά τά Χριστούγεννα. Προσπαθεῖ νά μᾶς ὁδηγήσει νά καταλάβουμε τήν ἀνθρώπινη ἀθλιότητα, ὅταν οἱ ἄνθρωποι στηρίζονται στά δικά τους γεννήματα καί δημιουργήματα νά ἐννοήσουμε τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου μέσα στό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Γεννηθέντος Θεοῦ. Ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά θεοποιηθοῦμε ἐμεῖς, ἔλεγαν οἱ Πατέρες. Αὐτή τήν πνευματική κατεργασία μέσα μας ἐπιδιώκει ἡ  Ἐκκλησία μας μέ τίς  Ἀκολουθίες καί τή νηστεία τοῦ Σαρανταημέρου.