ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ

ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

«Ἡ δόξα σου εὐπρεπής, θεοφεγγέσιν ἐκλάμπουσα χάριτι», δηλ. «Ἡ δόξα σου εἶναι μεγαλοπρεπής καί ἀκτινοβολεῖ μέ τίς χάριτες τοῦ θείου φωτός»

«Τῇ ΙΕ΄ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, μνήμη τῆς πανσέπτου Μεταστάσεως τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας».

Ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ Αὔγουστος, τὸν ὁποῖον διανύομεν, χαρακτηρίζεται κυρίως ἀπὸ μίαν ἑορτήν. Τὴν ἑορτὴν τῆς κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Χωρὶς ἀμφιβολίαν, ἡ Κοίμησις τῆς Παρθένου εἶναι πολυύμνητος ἑορτή, τὸ λαμπρότερον γεγονὸς τῆς ζωῆς της. Τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐπίγειον ζωήν της δὲν ἑορτάζεται τόσον πανδήμως καὶ τόσον πανηγυρικῶς, ὅσον ἡ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου μετάστασίς της. Καὶ μολονότι εἶναι πένθιμον καὶ λυπηρὸν γεγονός, ὅπου δάκρυα θὰ ἥρμοζον, βλέπει κανεὶς πανηγυρικὸν τὸν τόνον (τῆς ἡμέρας καὶ θριαμβευτικὰ ἄσματα ἀκούει καὶ αἰσθήματα χαρᾶς καὶ οὐρανίας εὐφροσύνης αἰσθάνεται. Εὐφραίνεται ὄντως ἡ οἰκουμένη, ὅπως ψάλλει καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας ὁ ὑμνῳδός.

«Τῇ ἐνδόξῳ κοιμήσει σου οὐρανοὶ ἐπαγάλλονται.

Καὶ ἀγγέλων γέγηθε τὰ στρατεύματα.᾿

Πᾶσα ἡ γῆ δὲ εὐφραίνεται».

Εὐφραίνεται; Ναί. Ἡ Κοίμησις τῆς Παναγίας μας εἶναι ὑπόθεσις μόνον χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης. Διατί; Διότι εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τῆς δόξης της. Καὶ πῶς ὄχι; ᾿Εδοξάζετο βεβαίως, ὅταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εὐηγγελίζετο εἰς αὐτὴν τὴν μοναδικὴν ἐκλογὴν καὶ χάριν ποὺ τῆς ἔκαμεν ὁ Ὕψιστος νὰ τὴν καταστήσῃ Μητέρα τοῦΥἱοῦ Του. ᾿Εδοξάζετο καὶ ὅταν στρατιαὶ ἀγγέλων παρὰ τὸ σπήλαιον τῆς Βηθλεὲμ ἀνέμελπον τὴν γέννησιν τοῦ Μονογενοῦς της.᾿Εδοξάζετο ἀκόμη καὶ ὅταν μύρια στόματα εὐλαβῶν τοῦ Υἱοῦ τῆς ἀκροατῶν καὶ πιστῶν λάτρεων ἀνεφώνουν δι᾽ αὐτὴν τὸ «μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὕς ἐθήλασας». ᾿Αλλ᾽ αὐτὴ ἧτο δόξα ἐπίγειος καὶ ἀνθρωπίνη, μόνον προοίμιον τῆς πραγματικῆς, τῆς οὐρανίου δόξης, ἡ ὁποία τὴν ἀνέμενε. Ἡ ἀειπάρθενος Κόρη, ἡ θεομήτωρ Μαρία τώρα κυρίως ἀποκαθίσταται εἰς τὴν δόξαν της. Ἴδετέ την! Φεύγει ἐκ τοῦ ἐπιγείου κόσμου καὶ πορεύεται πρὸς τὰ ἄνω βασίλεια. Ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι ἀποτελοῦν τὴν τιμητικήν της συνοδείαν. Καὶ ἡ ἐν οὐρανοῖς θέσις της ὑπενθυμίζει τὴν ἀνάλογον προφητείαν τοῦ ψαλμῳδοῦ: «Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». Ἡ οὐράνιος δὲ αὕτη δόξα της ἀντανακλᾷ καὶ εἰς τὴν Γῆν. Ποῖος θὰ τὸ ἀρνηθῇ; Τὰ ὀνόματα μεγάλων γυναικῶν ἐκύλισαν εἰς τὴν ἄβυσσον τῆς λήθης. Ἡ ἐπιρροὴ καὶ ἡ δύναμις βασιλισσῶν κραταιῶν ἔσβησε καὶ ἐξηφανίσθη. Τὸ ὄνομα ὅμως τῆς ᾿Αειπαρθένου Μαρίας μένει ἀθάνατον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας, διὰ νὰ θέλγῃ, νὰ ἠλεκτρίζῃ καὶ συγκινῇ, νὰ παρηγορῇ, νὰ σώζῃ. Ὤ, ἰδετέ τους πῶς συνωθοῦνται κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς εἰς τοὺς ναούς της αἱ μυριάδες τῶν Χριστιανῶν. Τί κάμνουν; Ψάλλουν, ψάλλουν ἐγκώμια καὶ ὕμνους πρὸς τὸ ὑπερβάλλον μεγαλεῖον της. Καὶ τί ζητοῦν οἱ πιστοὶ αὐτοὶ λάτρεις τοῦ Υἱοῦ της γονυκλινεῖς πρὸ τῆς ἁγίας της εἰκόνος; Τὴν βοήθειαν καὶ τὴν προστασίαν της. ᾿Ακούεται κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς μυριόστομος ἡ ἱκετευτικὴ δέησις πρὸς τὴν πανάχραντον Μαρίαν. Τί εἶναι λοιπὸν τοῦτο; Δὲν εἶναι ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις «τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως», δόξα ὄχι ἀνθρωπίνη καὶ φευγαλέα, ἀλλὰ δόξα θεία, ἀθάνατος καὶ αἰωνία;

* * *

Καὶ εἶναι ἡ δόξα αὐτὴ τὸ βραβεῖον καὶ ὁ στέφανος πάντων τῶν Ἁγίων. ᾿Απὸ τὸ ὕψος τῆς δόξης τῆς ἡ Θεοτόκος Μαρία μᾶς δεικνύει τὸ τέρμα πρὸς τὸ ὁποῖον βαδίζομεν καὶ πρέπει νὰ φθάσωμεν ὅλοι. Εἶναι ὅμως νόμος γενικὸς καὶ ἀπαράβατος, κατὰ τὸν ὁποῖον, διὰ νὰ ἀνέλθῃ κανεὶς εἰς τὴν δόξαν, πρέπει νὰ διέλθῃ προηγουμένως ἀπὸ τοὺς στενοὺς δρόμους τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ νὰ εἰσέλθῃ πανευτυχὴς εἰς τὴν ζωὴν τῆς οὐρανίου χαρᾶς, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ψηθῇ πρῶτα εἰς τὴν κάμινον τῆς ὀδύνης καὶ τοῦ πόνου.

Καμμία ἐξαίρεσις ἀπὸ τὸν νόμον αὐτόν. Οὔτε διὰ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Μάλιστα πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Θεοτόκος ὑπῆρξεν ἡ πλέον ταπεινὴ κόρη καὶ ἡ περισσότερον μαρτυρικὴ μητέρα. Καὶ ἰδού.

Τί εὑρίσκετε εἰς τὸν βίον της; Μεγαλεῖα οὐράνια καὶ θεῖα, ἀλλὰ καὶ θλίψεις πολλὰς καὶ ὀδυνηράς. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ ᾿Αρχαγγέλου πρὸς αὐτὴν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀναγγελία, ὅτι θὰ γίνῃ μήτηρ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπερφυὴς γέννησις, ἡ προσκύνησις μάγων καὶ ποιμένων, τὰ θαύματα τοῦ Υἱοῦ Της, ἡ δύναμις τῆς διδασκαλίας Του, ὁ συναγερμὸς τοῦ λαοῦ δι’ Αὐτόν, ἡ τρισένδοξος ᾿Ανάστασίς Του ἦσαν καὶ ἰδικά Της μεγαλεῖα. Ποῖος συγκρατεῖται εἰς τοιαύτας περιστάσεις; Καὶ ποῖος ἀναχαιτίζει τὴν ἀλαζονείαν τῆς ψυχῆς του καὶ τῆς γλώσσης τὴν καύχησιν; Σχεδὸν κανείς. Δὲν συμbαίνει ὅμως τὸ ἴδιον καὶ μὲ τὴν Παρθένον Μαρίαν. Παρ᾽ ὅλον τὸ πλῆθος καὶ τὸν ὄγκον τῶν μεγαλείων Της, τὰ ὁποῖα «ἐποίησεν αὐτῇ ὁ δυνατός», καμμία καυχησιολογία καὶ αὐτοδιαφήμισις δὲν ἐκίνησε τὴν γλῶσσαν της. Ἦτο ταπεινή. Καὶ ἔμεινε ταπεινή. Καὶ ὅσον περισσότερον ὑψώνετο, τόσον βαθύτερον ἐταπεινώνετο. Ἦτο πράγματι ἡ συνεχῶς ταπεινοφρονοῦσα κόρη. ᾿Αλλὰ καὶ ἡ ὑπομένουσα μητέρα. Πράγματι ὑπῆρξε μαρτυρικὴ καὶ τεθλιμμένη μητέρα. Παραπλεύρως πρὸς τὰ μεγαλεῖα της ἐβάδιζεν ἀχωρίστως ὁ πόνος καὶ ἡ ὀδύνη. Τὸν Οὐράνιον εὐαγγελισμὸν ἠκολούθησαν αἱ ἄδικοι τοῦ Ἰωσὴφ ὑποψίαι διὰ νὰ τὴν καταθλίψουν βαθύτατα. Τὴν ὑπερφυῆ καὶ οὐρανίαν γέννησιν τοῦ Υἱὸῦ Της συνώδευσεν ὁ ἐξοντωτικὸς κατατρεγμὸς τοῦ αἱμοχαροῦς Ἡρώδου, διὰ νὰ τὴν θλίψῃ, τὴν βασανίσῃ, τὴν πληγώσῃ κατάκαρδα. Τὰ θαύματα καὶ τὰς ἐπευφημίας τοῦ λαοῦ διὰ τὸν Υἱόν Της παρηκολούϑουν αἱ διαβολαὶ καὶ συκοφαντίαι τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, διὰ νὰ χύνουν πικρὸν δηλητήριον εἰς τὴν μητρικήν της καρδίαν. ᾿Αλλ’ ὅ,τι τὴν ἔθλιψεν ἐξαιρέτως, ὅ,τι τὴν ἔκαμε πράγματι νὰ μαρτυρήσῃ, ἦτο ὁ σκληρὸς καὶ ἀτιμωτικὸς θάνατος τοῦ Μονογενοῦς Της. Παρέστη εἰς τὸν Σταυρόν, Τὸν ἀντίκρυσεν αἱμόφυρτον καὶ παλαίοντα πρὸς τὸν θάνατον, μέσα εἰς τὰς ὕβρεις καὶ τὰ ἀναθέματα τῶν ᾿Ιουδαίων. Τὸν προσέβλεψε νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον. Ποῖος πόνος! Ποία ὀδύνη καὶ θλῖψις ἐσπάρασσε τὴν μητρικήν Της καρδίαν! Τότε πραγματικῶς διῆλθε τὴν ψυχήν της «ρομφαία», ὅπως προεφήτευσεν ὁ Συμεών. ᾿Αλλ᾽ ἡ Παρθένος δὲν ἐκλονίσθη, οὔτε ὠλιγοψύχησεν, οὔτε ἠγανάκτησεν, οὐδὲ κἂν παρεπονέθη διὰ τὴν ἄδικον σφαγὴν τοῦ ἠγαπημένου Υἱοῦ της. Ὑπέμεινε καρτερικῶς τὸ μαρτύριον ᾿Εκείνου, ὡς μαρτύριον ἰδικόν της. Ὑπέμεινε μὲ μοναδικὴν καὶ ὑπερθαύμαστον ὑπομονὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν.

* * *

Ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν δόξαν καὶ τὴν χαρὰν τοῦ οὐρανοῦ ἔχει ἀρχὴν τὴν ὁδὸν τῶν θλίψεων καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ Παναγία Παρθένος ποὺ μᾶς δεικνύει μὲ τὸ παράδειγμά Της τὴν δόξαν ἐκείνην, μᾶς παρουσιάζει καὶ τὸν ὀδυνηρὸν δρόμον τῆς δόξης ταύτης. Ἡ ταπείνωσις καὶ αἱ θλίψεις τὴν ἀνύψωσαν εἰς τὴν δόξαν της καὶ ἡ κοίμησίς Της Τῆς ἤνοιξε τὰς πύλας τοῦ οὐρανοῦ. ᾿Ανεδείχθη κόσμημα τοῦ οὐρανοῦ, διότι ἔγινε «δούλη τοῦ Κυρίου», πόνους ὑπομείνασα φρικτοὺς διὰ τὰ πάθη τοῦ Υἱοῦ Της. Καὶ μᾶς δίδει τὸ παράδειγμα. Παράδειγμα εἰς τοὺς προικισμένους μὲ χαρίσματα, διὰ νὰ ταπεινοφρονοῦν. Παράδειγμα εἰς τοὺς θλιβομένους, διὰ νὰ ὑπομένουν. Καὶ ἀπὸ τὸ παράδειγμά της ἂς ἐμπνευσθῶμεν. Εἰς τὰς εὐτυχίας καὶ δυστυχίας μας, εἰς τὰς χαρὰς καὶ τὰς λύπας μας, εἰς τοὺς πόνους καὶ τοὺς κατατρεγμούς μας μακρὰν ἡ καύχησις καὶ ἡ ἀλαζονεία, μακρὰν ἡ ἀπόγνωσις καὶ ἡ ἀγωνία. Ταπείνωσις καὶ ὑπομονή, ἐγκαρτέρησις καὶ πειθαρχία εἰς τὸ θέλημα τοῦ παναγάθου Θεοῦ ἀνοίγουν τὸν δρόμον τῆς αἰωνίου δόξης καὶ τοῦ θριάμβου. Ἡ δοξασμένη τοῦ Θεοῦ Μητέρα καὶ τῶν ἁγίων ᾿Αγγέλων ἁγιωτέρα μᾶς προσκαλεῖ εἰς τὴν δόξαν καὶ τὴν ὑπομονήν. Ἂς ἀναβῶμεν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἡμεῖς βαδίζοντες τὸν αὐτὸν δρόμον τοῦ πόνου καὶ τῶν θλίψεων.

Η ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΜΗΤΕΡΑ

Εἶχεν ἀποτυπώσει βαθειὰ ἡ Παναγία τὰ λόγια, ποὺ Τῆς εἶπε κατὰ τὴν προσαγωγὴν τοῦ Παιδίου εἰς τὸν Ναὸν ὁ λευκὸς πνευματοκίνητος πρεσβύτης Συμεών. «Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. β΄ 35). Καὶ τὴν ἰδικήν σου τὴν καρδίαν θὰ τὴν διαπεράσῃ μεγάλη καὶ ὀδυνηρὰ μάχαιρα θλίψεως καὶ πόνου. Καὶ μολονότι εἶχαν περάσει ἀπὸ τότε τριάντα καὶ περισσότερα χρόνια, δὲν τὰ εἶχε λησμονήσει. Πῶς ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ποτέ, ὅτι ἡ ρομφαία, ἡ ὁποία θὰ διεπέρα τὴν καρδίαν της, θὰ ἦτο αὐτό, ποὺ ἔβλεπε τώρα ἐμπρός της; Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ περιγράψῃ τὰ αἰσθήματα, ποὺ συνεκλόνιζαν τὴν καρδίαν τῆς Παναγίας μας, ἐμπρὸς εἰς τὴν φρικτὴν τραγῳδίαν τῆς Σταυρώσεως; Ὁ Υἱός της ὁ ἀγαπητός, τὸν ὁποῖον εἶχε μεγαλώσει καὶ ἀναθρέψει μὲ τόσην στοργήν, «ὁ ὡραῖος κάλλει παρὰ πάντας τοὺς θνητούς», αὐτὸς ποὺ εἶχε περάσει τὴν ζωήν του «εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος», τώρα κρέμαται χλωμὸς καὶ καταιματωμένος ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ! Πονεῖ ἡ καρδία τῆς Μητέρας. Σπαράσσει ἡ ψυχή Της ἐμπρὸς εἰς τὸ θέαμα αὐτό. Γύρω της πλήθη ἐχθρικά, ποὺ ὀνειδίζουν, βλασφημοῦν, καταρῶνται, ἐξευτελίζουν τὸν ᾿Ιησοῦν Της. ᾿Επάνω εἰς τὸν Σταυρὸν ἐκεῖνος ὀδυνᾶται μὲ ὀδύνην ἀσυγκρίτως μεγαλυτέραν καὶ βαθυτέραν ἀπὸ ὅσας ποτὲ ἐδοκίμασε ἀνθρωπίνη καρδία. Τί ἄλλο μαρτύριον φοβερώτερον καὶ ὀδυνηρότερον ἀπὸ αὐτὸ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ διὰ τὴν Παναγίαν Μητέρα; Νὰ στέκῃ ἐκεῖ, νὰ βλέπῃ τὸν Υἱόν της νὰ σπαράσσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρόν, καὶ αὐτή, ἡ Μητέρα του, νὰ, μὴ ἠμπορῇ νὰ τοῦ κάμῃ τίποτε. Τὸν ἀκούει νὰ κράζῃ ἀπὸ τὰ φλεγόμενα σπλάγχνα Του· «διψῶ». Καὶ αὐτὴ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ τοῦ δώσῃ ὀλίγας σταγόνας νερό, διὰ νὰ τὸν δροσίσῃ, διὰ νὰ τοῦ ὀλιγοστεύσῃ τὴν δίψαν. Τὸ αἷμα τρέχει ἀδιακόπως ἀπὸ τὸ κεφάλι, ἀπὸ τὰ χέρια, ἀπὸ τὰ πόδια τοῦ Κυρίου. Καὶ αὐτὴ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ σπογγίσῃ τὸ πρόσωπόν Του, καὶ εἰς τὴν φοβερὰν ἀπομόνωσίν του νὰ τοῦ εἰπῇ δυὸ λόγια μητρικῆς ἀγάπης...

«Εἱστήκεισαν παρὰ τῷ Σταυρῷ τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἡ Μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς Μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή» (Ἰωάν. ιθ΄ 25). Ἔστεκε παρὰ τὸν Σταυρόν. Καὶ ἔβλεπε τὸν Υἱόν της νὰ περνᾷ ὥρας φοβεροῦ μαρτυρίου.

᾿Επόνεσαν καὶ ἄλλαι μητέρες. Εἶδαν τὰ παιδιά των νὰ δοκιμάζουν θλίψεις καὶ βάσανα μεγάλα. Εἶχαν ὅμως τὴν δυνατότητα νὰ τοὺς δώσουν κάποιαν παρηγορίαν, νὰ τοὺς ἐκδηλώσουν τὴν μητρικήν των τρυφερότητα: Καμμία ὅμως μητέρα δὲν εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν τῆς Παναγίας, νὰ βλέπῃ τὸν ᾿Αθῶον νὰ πάσχῃ, τὸν Ἁγιώτατον νὰ σταυρώνεπαι καὶ νὰ καϑυβρίζεται καὶ αὐτὴ νὰ μὴ, ἠμπορῇ οὔτε καὶ μίαν λέξιν στοργῆς καὶ ἀγάπης νὰ Τοῦ εἰπῇ.

Θεέ μου, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ περιγράψῃ τὸν πόνον, ποὺ ἐδοκίμαζεν εἰς τὴν ἁγίαν καρδίαν Της ἡ Παναγία μας;

Ἠθέλησαν νὰ τραγουδήσουν τὴν ὀδύνην τῆς θλιμμένης Μητέρας μεγάλοι ποιηταὶ εἰς τοὺς ἐπιταφίους θρήνους των καὶ ἐχρησιμοποίησαν πρὸς τοῦτο ὅλην τὴν ποιητικήν των δύναμιν. ᾿Εζήτησαν νὰ ζωγραφίσουν τὴν λύπην τῆς πονεμένης Μητέρας οἱ ζωγράφοι καὶ ἐξήντλησαν πρὸς τοῦτο ὅλην τὴν ζωγραφικήν των τέχνην. Καὶ ὅμως ὁ πόνος τῆς Παναγίας εἶχε κάτι τὸ ξεχωριστόν. ᾿Επονοῦσε, ὄχι μόνον διότι ὁ μάρτυς τοῦ Γολγοθᾶ ἦτο ὁ υἱός της, ἀλλὰ καὶ διότι ἔβλεπε τὴν τρομερὰν ἀδικίαν, ποὺ ἐγίνετο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν Σωτῆρα των. Καὶ ἀκριβῶς ὁ πόνος τῆς Παναγίας ἐγίνετο ἀνυπόφορος, διότι ἔβλεπε τοὺς σταυρωτὰς νὰ βυθίζωνται εἰς τὸ σκότος, νὰ γίνωνται ὄργανα τοῦ διαβόλου, νὰ εἶναι ὑπὸ τὴν κατάραν τοῦ Θεοῦ.

᾿Αλλ’ ἡ Παναγία γνωρίζει καὶ εἰς τὰς στιγμὰς τοῦ μεγάλου πόνου νὰ μένῃ καρτερικὴ καὶ ἡρωϊκή. Δὲν κτυπᾷ τὸ στῆθος Της. Δὲν ξερριζώνει τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς Της. Δὲν ξεσχίζει τὰ ἐνδύματά Της. Δὲν ἐκβάλλει γοερὰς κραυγὰς καὶ θρήνους καὶ κοπετοὺς κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν πατριωτῶν της. Ὄχι. Ἡ Παναγία ἦτο ἀξιοπρεπὴς καὶ εἰς τὸν πόνον της, ὅπως ἦτο ἀξιοπρεπὴς καὶ εἰς ὅλην της τὴν ζωήν. Ἔκλαιε καὶ ὑπέφερε, ἀλλὰ ὅπως ἥρμοζεν εἰς ψυχὴν ἀφωσιωμένην εἰς τὸν Θεόν. Καμμίαν ὑπερβολὴν δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ἑαυτόν της. Ἔμενεν ἐκεῖ, παρέστεκε τὸν υἱόν της εἰς τὸ μαρτύριόν Του, ἐθλίβετο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐμιμεῖτο καὶ ἔδειχνε καρτερίαν καὶ ὑπομονὴν μεγαλειώδη καὶ διδακτικήν.

Παρουσιάσθη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ Παναγία ἀνωτέρα ψυχή, μεγαλειώδης καὶ εἰς τὸν πόνον της, ζυμωμένη μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ της, ὁ ὁποῖος ἐζήτει ἀπὸ τοὺς πιστοὺς νὰ συγκρατοῦν τὸν πόνον των: «Μὴ κλαίετε». Καὶ ἀφῆκε καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πόνου ἡ Πανάχραντος ζηλευτὸν παράδειγμα τοῦ «κατὰ Χριστὸν κτισθέντος» ἀνθρώπου. ᾿Εδίδαξε μὲ τὴν ὑπομονήν της ὅτι οἱ πιστοὶ δὲν πρέπει νὰ μένουν ἀπαρηγόρητοι εἰς τὰς θλίψεις των, ὡς «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», ἀλλὰ νὰ βαστάζουν τὴν θλῖψιν μὲ ἀνδρείαν ψυχῆς, μὲ τὴν πίστιν ὅτι ἑνώνονται μὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ πόνου, τὸν Χριστόν, καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι «ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται» (Ρωμ. ε΄ 3).

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

(Ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «Εἰςτὴν Κοίμησιν τῆς Πανυμνήτου καὶ Ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ᾿Αειπαρθένου Μαρίας»).

«Τί μέγα μυστήριον εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβαίνει μὲ Σέ, ὦ ἱερὰ μῆτερ καὶ Παρθένε; «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου». Εἶσαι μακαρία εἰς γενεὰς γενεῶν, εἶσαι ἡ μόνη ἀξιομακάριστος. Διότι ἰδού, ὅπως εἶπες, σὲ μακαρίζουν ὅλαι αἱ γενεαί. Σὲ εἶδον αἱ θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, δηλαδὴ τῆς ᾿Εκκλησίας. Σὲ ἐμακάρισαν αἱ βασίλισσαι, δηλαδὴ αἱ ψυχαὶ τῶν δικαίων, καὶ θὰ σὲ αἰνέσουν εἰς τοὺς αἰῶνας. Διότι σὺ εἶσαι ὁ βασιλικὸς θρόνος πλησίον τοῦ ὁποίου ἔχουν σταθῆ ἄγγελοι, βλέποντες καθήμενον τὸν Κύριον καὶ δημιουργόν των. Σὺ ἔχεις γίνει νοητὴ ᾿Εδέμ, ἱερωτέρα καὶ θειοτέρα τῆς παλαιᾶς. Διότι εἰς ἐκείνην μὲν τὴν παλαιὰν κατοικοῦσε ὁ χοϊκὸς ᾿Αδάμ, εἰς σὲ δὲ ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. Σὲ προεικόνισε ἡ κιβωτὸς τοῦ Νῶε. Διότι σὺ ἐγέννησες τὴν σωτηρίαν τοῦ κόσμου, τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ἐξηφάνισε μὲν τὴν ἁμαρτίαν, κατεπράϋνε δὲ τὰ κύματά της. Σὲ προεικόνισεν ἡ βάτος (ποὺ εἶδεν ὁ Μωῦσῆς νὰ φλέγεται ἀλλὰ νὰ μὴ κατακαίεται). Σὲ προεχάραξαν αἱ θεόγραφοι πλάκες. Σὲ προϊστόρησεν ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης. Ἡ χρυσῆ στάμνος (ποὺ περιεῖχε τὸ μάννα) καὶ ἡ (ἐπτάφωτος) λυχνία καὶ ἡ τράπεζα (τῶν ἄρτων τῆς προθέσεως) καὶ ἡ ράβδος τοῦ ᾿Ααρὼν ποὺ ἐβλάστησε, ὁλοφάνερα Σὲ προετύπωσαν. Διότι ἀπὸ σὲ ἐγεννήθη ἡ φλὸξ τῆς Θεότητος, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρός. ᾿Απὸ σὲ ἀνεβλάστησε τῆς ζωῆς ὁ οὐράνιος, ὁ ἀγεώργητος καρπός. Σὲ δὲν προεμήνυσεν ἡ κάμινος (τῶν τριῶν Παίδων), δεικνύουσα πῦρ δροσίζον καὶ φλογίζον συγχρόνως, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο ἀντίτυπον τοῦ θείου πυρὸς ποὺ κατῴκησε μέσα σου;... Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ ἐλησμονοῦσα τὴν κλίμακα τοῦ ᾿Ιακώβ. Ὅλοι δὲν γνωρίζομεν ὅτι σὲ προέλεγε καὶ προετύπωνε; Ὁ ᾿Ιακὼβ εἶδε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν νὰ συνδέωνται μὲ τὰ δύο ἄκρα τῆς κλίμακος καὶ δι’ αὐτῆς νὰ καταβαίνουν καὶ νὰ ἀναβαίνουν ἄγγελοι. Εἶδεν ἀκόμη τὸν ὄντως ἰσχυρὸν καὶ ἀήττητον νὰ παλαίῃ τυπικῶς μαζῆ του. Ἔτσι καὶ σὺ ἐμεσολάβησες καὶ συνέδεσες τὰ χωρισμένα καὶ ἔχεις γίνει κλῖμαξ, διὰ τῆς ὁποίας κατέθη πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος προσέλαβε τὴν ἰδικήν μας ἀδύνατον ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὴν συνέδεσε καὶ τὴν ἥνωσε μὲ τὸν ἑαυτόν Του, καὶ ἀνέδειξε τὸν ἄνθρωπον λογικὸν ὄν, τὸ ὁποῖον βλέπει τὸν Θεόν. Ὡς ἐκ τούτου ἄγγελοι μὲν κατέβαινον (ἐκ τοῦ οὐρανοῦ) πρὸς Αὐτόν, διὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσουν ὡς Θεὸν καὶ Κύριον, ἄνθρωποι δὲ ζῶντες ἀγγελικὴν πολιτείαν ἀναρπάζονται εἰς τὸν οὐρανόν.

.......................................................................................................................................................

Ὤ, πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς μεταβαίνει πρὸς τὴν ζωὴν διὰ μέσου τοῦ θανάτου! Ὤ, πῶς ἡ ὑπερβᾶσα τοὺς ὅρους τῆς φύσεως κατὰ τὴν γέννησιν τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, πῶς τώρα ὑποκύπτει εἰς τοὺς νόμους τῆς φύσεως καὶ τὸ ἀκήρατον σῶμα της ἀποθνήσκει; ᾿Αλλὰ πρέπει τὸ ἅγιον αὐτὸ σῶμα, ἀφοῦ παύσῃ νὰ εἶναι θνητόν, νὰ ἐνδυθῇ τὴν ἀφθαρσίαν, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ ὁ Δεσπότης τῆς φύσεως δὲν ἠρνήθη νὰ λάβῃ πεῖραν τοῦ θανάτου. ᾿Απέθανε μὲν σωματικῶς, ἀλλὰ διὰ τοῦ θανάτου κατήργησε τὸν θάνατον καὶ χαρίζει τὴν ἀφθαρσίαν καὶ τὴν νέκρωσιν τὴν καθιστᾷ πηγὴν τῆς ἀναστάσεως. Ὤ, πῶς ὑποδέχεται εἰς τὰς ἰδικάς του χεῖρας ὁ Παντουργός, ὁ ἀληθῶς σαρκωθείς, τὴν ἱερὰν ψυχήν, ὅταν ἐχωρίζετο ἀπὸ τὸ θεοδόχον σῶμα, τιμῶν νομίμως ἐκείνην τὴν ὁποίαν κατὰ θείαν οἰκονομίαν τὴν ἔκαμε μητέρα Του κατὰ ἀνεξιχνίαστα πελάγη φιλανθρωπίας, ἂν καὶ κατὰ φύσιν ἦτο δούλη Του !...Ὤ τῆς καλλίστης ἐκείνης ἐκδημίας, ἡ ὁποία χαρίζει τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἐνδημίαν. Διότι ἐὰν αὐτὸ ἔχῃ δοθῆ ὡς χάρις ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς ὅλους τοὺς θεοφόρους ὑπηρέτας τοῦ Θεοῦ-καὶ τὸ πιστεύομεν ὅτι ἔχει χαρισθῆ-ἀλλὰ ὑπάρχει ἄπειρος διαφορὰ μεταξὺ τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς μητρός Του... Δι’ αὐτὸ δὲν θὰ ὀνομάσω θάνατον τὴν ἱεράν σου μετάστασιν, ἀλλὰ περισσότερον ἁρμόζον εἶναι νὰ τὴν εἴπω κοίμησιν ἢ ἐκδημίαν ἢ ἐνδημίαν. Διότι ἀναχωροῦσα ἀπὸ τὰ τοῦ σώματος διαμένεις μονίμως ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν τὰ καλύτερα... Δὲν ἔχεις ἔλθει «ὡς εἰς τὸν οὐρανόν», ὅπως ὁ προφήτης Ἠλίας. Δὲν ἔχεις διαβιβασθῇ ὅπως ὁ Παῦλος «ἕως τρίτου οὐρανοῦ», ἀλλ᾽ ἔφθασες ἕως αὐτὸν τὸν βασιλικὸν θρόνον τοῦ Υἱοῦ Σου, βλέπουσα Αὐτὸν μὲ τὰ μάτια σου καὶ χαίρουσα καὶ ἱσταμένη πλησίον Του μὲ πολλὴν καὶ ἀνέκφραστον παρρησίαν. Καὶ εἶσαι διὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ ὅλας τὰς ὑπερκοσμίους δυνάμεις χαρὰ μυστική, διὰ τοὺς Πατριάρχας ἀτελείωτος εὐφροσύνη, διὰ τοὺς δικαίους χαρὰ ἀνεκλάλητος, διὰ τοὺς Προφήτας συνεχὴς ἀγαλλίασις, εὐλογοῦσα τὸν κόσμον, ἁγιάζουσα τὰ σύμπαντα. ᾿Ανακουφίζεις τοὺς κοπιάζοντας, παρηγορεῖς τοὺς πενθοῦντας, θεραπεύεις τοὺς ἀσθενεῖς. Εἶσαι λιμὴν τῶν χειμαζομένων, ἄφεσις τῶν ἁμαρτανόντων, εὐμενὴς παρηγορία τῶν λυπουμένων, ἑτοίμη βοήθεια εἰς ὅλους ποὺ σὲ παρακαλοῦν καὶ σοῦ τὴν ζητοῦν».

ΔΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Εἶναι γνωστὴ τοῦ περιφήμου ἱεροκήρυκος καὶ ᾿Επισκόπου Κερνίκης καὶ Καλαβρύτων Ἠλία Μηνιάτη ἡ ἰδιαιτέρα εὐλάβεια πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. ᾿Απὸ ἕνα πανηγυρικὸν λόγον του εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου παραθέτομεν ἀποσπάσματα.

«Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν Σου

ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. μδ΄ 10).

Αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον ζωντανὴ καὶ πρεπώδης εἰκὼν τῆς μεταστάσης εἰς οὐρανοὺς Θεομήτορος, ὅπου ἐζωγράφησε μὲ θεοκίνητον κάλαμον ὁ Προφητάναξ καὶ πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς εἰκόνος ταύτης προσκαλῶ σήμερον τὰ ὄμματα τῆς εὐλαβοῦς σας διανοίας, ὤ φιλέορτον σύστημα...

«Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου».

Βασίλισσα τῶν ἐπιγείων. Εἰς αὐτὴν ἀποδίδει τὰς δευτέρας μετὰ Θεὸν τιμητικὰς λατρείας τῶν πιστῶν ἡ ᾿Εκκλησία. Εἰς τοὺς ἀχράντους αὐτῆς πόδας ρίπτουσι τὰ σκῆπτρα καὶ διαδήματα οἱ εὐσεβεῖς Βασιλεῖς. Αὐτῆς τὸν ὑψηλὸν θρόνον περικυκλώνουσι τῶν ᾿Ορθοδόξων τὰ συστήματα. Καὶ ποῖος παρακαλεῖ ὑγείαν εἰς τὰς νόσους ποῖος ἀπαλλαγὴν εἰς τοὺς κινδύνους τοῦτος παρηγορίαν εἰς τὰς θλίψεις· ἐκεῖνος βοήθειαν εἰς τὰς συμφοράς· ὅλοι ζητοῦσιν ἔλεος ἀπὸ τὴν πηγὴν τοῦ ἐλέους· καὶ ὁ παρακαλῶν λαμβάνει, καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει· διατὶ ἀνεξάντλητον εἶναι τὸ πέλαγος τῶν χαρίτων, ἀκένωτος εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν.

«Βασίλισσα τῶν οὐρανῶν». Αὐτὴν σέβονται καὶ προσκυνοῦσιν ὅλα τῶν ἀσωμάτων τὰ τάγματα· οἱ Αγγελοι, τὸ καθαρώτατον ἔσοπτρον τῆς ἁγνείας· οἱ ᾿Αρχάγγελοι, τὸ πολύτιμον σημεῖον τῶν θείων ἀποκαλύψεων· αἱ ᾿Εξουσίαι, τὸ πανσθενὲς κράτος τῶν πιστῶν· αἱ Δυνάμεις, τὸ ἀκαταμάχητον τεῖχος τῆς ᾿Εκκλησίας· αἱ ᾿Αρχαί, τὴν σωτήριον ἀρχὴν τῆς παγκοσμίου ἀπολυτρώσεως· αἱ Κυριότητες, τὴν ὑπερτάτην Κυρίαν τοῦ παντός οἱ Θρόνοι, τὸν ἔμψυχον θρόνον τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης· τὰ Χερουβίμ, τὴν θεοδίδακτον μυσταγωγὸν τῆς ὑψηλῆς γνώσεως· τὰ Σεραφίμ, τὴν ἄσβεστον λαμπάδα τῆς θείας καθαρωτάτης ἀγάπης. Βασίλισσα, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται αὐτὴ ἡ τρισήλιος Θεαρχία· τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὴν ἀνύμφευτον νύμφην· ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος, τὴν ἀπείρανδρον Μητέρα· ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, τὴν ἠγαπημένην Θεόπαιδα.

«Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου». ᾿Αλλ ἡ δοξασμένη Παντάνασσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, εἶναι (λέγει) «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». Δηλαδὴ τὸ θεοϋφαντον ἔνδυμα τῆς μακαριότητος ὅπου τὴν στολίζει, εἶναι διάχρυσον, διὰ τὰς ὑπερκάλλους ἀγλαΐας τοῦ ἀπροσίτου φωτός. Εἶναι πεποικιλμένον, ἤγουν διακεκριμένον μὲ διάφορα χρώματα, ὅπου θέλει νὰ εἰπῇ ὅτι, καθὼς εἰς τὴν Παρθένον ζῶσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἦσαν ὅλοι οἱ διάφοροι χαρακτῆρες τῶν ἀρετῶν, ὅπου εἰς πάντων τῶν Ἁγίων τὰς ψυχὰς τυπώνει ἡ χάρις, ἔτσι εἰς τὴν Παρθένον, μεταστᾶσαν εἰς οὐρανούς, εἶναι ὅλα τὰ διάφορα χρώματα τῶν θείων ἐλλάμψεων, ὅπου εἰς πάντων τῶν Μακαρίων τὰ πρόσωπα ζωγραφίζει τῆς θείας δόξης τὸ τρισόλβιον φῶς...

Καταλάβετε δὲ τὴν διαφορὰν τῆς μακαριότητος ὅπου χαίρονται τῶν λοιπῶν δικαίων τὰ πνεύματα, καὶ τῆς μακαριότητος ὅπου χαίρεται ἡ Θεομήτωρ Μαρία. Ἐκεῖνοι μὲν κατὰ μέρος δέχονται τῆς θείας δόξης τὸ φῶς, αὐτὴ δὲ ὅλον δέχεται τῆς δόξης τὸν Ἥλιον. Ἐκεῖνοι μερικῶς ἔλαβον ἐδῶ τὴν χάριν καὶ κατὰ τὸ μέτρον τῆς χάριτος ἀπολαμβάνουσιν ἐκεῖ τὴν δόξαν· αὐτὴ εἶναι δοχεῖον δεκτικὸν ἐκεῖ ὅλης τῆς δόξης, καθὼς ἐδῶ ἐστάθη δοχεῖον δεκτικὸν ὅλης τῆς χάριτος. Ὅθεν ἐδῶ ἦτον, καθὼς τὴν ὠνόμασεν ὁ ᾿Αρχάγγελος «κεχαριτωμένη», εἶχε δηλαδὴ ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς θείας χάριτος τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ Θεολόγος· «ἑκάστοις τῶν ἐκλεκτῶν ἡ χάρις κατὰ μέρος ἐδόθη, τῇ δὲ Παρθένῳ ἅπαν τὸ τῆς χάριτος πλήρωμα» · ἐκεῖ δὲ εἶναι δεδοξασμένη, ἔχει δηλαδὴ ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς θείας δόξης, καθὼς τὴν ἐπροεῖδεν ὁ ᾿Ιεζεκιήλ· καὶ «εἶδον, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ οἶκος Κυρίου: παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη»...

Κεχαριτωμένη, δεδοξασμένη Παντάνασσα· ἀπὸ τὴν ἄφθονον ἐκείνην ἡλιοβολίαν τοῦ θείου φωτὸς ὅπου χαίρεσαι, παρισταμένη ἐκ δεξιῶν τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, πέμψον ἐδῶ κάτω καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς εὐλαβεῖς δούλους σου μίαν μακαρίαν ἀκτῖνα, ὅπου νὰ ἦναι καὶ φῶς εἰς τὸν ἐσκοτισμένον μας νοῦν, καὶ φλόγα εἰς τὴν ψυχραμένην μας θέλησιν, διὰ νὰ βλέπωμεν νὰ περιπατοῦμεν σπουδαῖοι εἰς τὴν ὁδὸν τῶν θείων δικαιωμάτων. Ἡμεῖς, μετὰ Θεόν, εἰς ἐσὲ τοῦ Θεοῦ τὴν μητέρα, καὶ μητέρα ἡμῶν, ἔχομεν τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας ἀπὸ σὲ ἐλπίζομεν τὰ τρόπαια τῶν εὐσεβῶν βασιλέων· τὴν στερέωσιν τῆς ᾿Εκκλησίας· τὴν ἀντίληψιν τοῦ ὀρθοδόξου γένους, τὴν σκέπην τῆς εὐλαβοῦς σου ταύτης πολιτείας, ὅπου εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὴν ἄμαχόν σου βοήθειαν. Ναί, Παναγία Παρθένε Μαρία, ὄνομα, ὅπου εἶναι ἡ χαρά, ἡ παρηγορία, τὸ καύχημα τῶν Χριστιανῶν. Δέξαι τὴν νηστείαν καὶ παράκλησιν τῶν ἁγίων τούτων ἡμερῶν, ὅπου ἐκάμαμεν εἰς τιμήν σου ὡς θυμίαμα εὐπρόσδεκτον· καὶ ἀξίωσόν μας, καθὼς ἐδῶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν εὐλαβῶς ἀσπαζόμεθα τὴν ἁγίαν σου καὶ θαυματουργὸν ταύτην εἰκόνα, ἔτσι καὶ ἐκεῖ εἰς τὸν παράδεισον νὰ ἴδωμεν αὐτὸ τὸ μακάριόν σου πρόσωπον.

✣

Ψηφιακή βοήθεια

Διαθέσιμος

💡 Δοκιμάστε